Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ «ΝΕΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ»)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Ο «αριστερισμός» ή «αριστερός» οπορτουνισμός αποτελεί επίδραση της μικροαστικής ιδεολογίας μέσα στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Οδηγεί αντικειμενικά στην ενσωμάτωση και στο συμβιβασμό με την αστική πολιτική, όμως εμφανίζεται με υπερεπαναστατικά συνθήματα, ως «συνεπής» στην επαναστατική γραμμή, την ίδια στιγμή που αμφισβητεί και αναθεωρεί θεμελιακές θέσεις του επιστημονικού κομμουνισμού.

Κατά την ιστορική του εμφάνιση στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο «αριστερός» οπορτουνισμός προέκυψε ως μηχανιστική αντίδραση τμήματος του επαναστατικού κινήματος στο δεξιό οπορτουνισμό και το συμβιβασμό της Δεύτερης Διεθνούς1 και είχε χαρακτηριστικά όπως: Η υποτίμηση νομοτελειών της κοινωνικής εξέλιξης, η άρνηση του αντικειμενικού χαρακτήρα της επαναστατικής κατάστασης, η υποτίμηση ιδιομορφιών της κάθε χώρας και της εξειδίκευσης της επαναστατικής δράσης, η αναγωγή σε θέση αρχής της άρνησης της κοινοβουλευτικής μορφής πάλης, των συμβιβασμών, των συμμαχιών κλπ. Ο Λένιν στο έργο του «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού» άσκησε οξυμένη κριτική σε αυτές τις αντιλήψεις, βοηθώντας Κομμουνιστικά Κόμματα να διορθώσουν τα «αριστερίστικά» τους λάθη.

Σήμερα δεν μπορούμε να πούμε ότι το σύνολο αυτών των χαρακτηριστικών αφορούν το σύγχρονο «αριστερό» οπορτουνισμό. Το σύγχρονο «αριστερό» οπορτουνιστικό ρεύμα δεν αποτελεί σίγουρα «παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» -όπως το χαρακτήριζε ο Λένιν στην εποχή του- και έχει διαφοροποιηθεί ακόμα και σε σχέση με αυτό της δεκαετίας του 1970. Πρέπει να σημειώσουμε την επίδραση νεο-τροτσκιστικών και ιδιαίτερα αντιεξουσιαστικών απόψεων στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του σύγχρονου «αριστερού» οπορτουνισμού, καθώς και την πιο έντονη επίδραση δεξιών οπορτουνιστικών ρευμάτων και κυρίως του ευρωκομμουνισμού.

Αλλωστε, ούτως ή άλλως υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στο δεξιό και τον αριστερό οπορτουνισμό, τόσο τον παλιότερο όσο και τον σύγχρονο όπως: η άρνηση της ενότητας μαρξισμού-λενινισμού, η απολυτοποίηση ορισμένων φαινομένων ή νέων διαστάσεων σε εγγενείς τάσεις του καπιταλισμού και η ερμηνεία τους ως νέων χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής εξέλιξης, η άρνηση νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης, η παραίτηση στον ένα ή στον άλλο βαθμό από μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές συγκρότησης και δράσης του Κόμματος Νέου Τύπου, η υποταγή στο αυθόρμητο κλπ.

Τα χαρακτηριστικά που παίρνει ο σύγχρονος «αριστερός» οπορτουνισμός στη χώρα μας καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την πίεση που ασκεί ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης, η νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, η κρίση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να επικεντρώσουμε στα εξής στοιχεία:

- Υιοθετεί αναρχοαυτόνομες αντιλήψεις σε σχέση με το κράτος και με την πολιτική οργάνωση και τη σχέση της με τις μάζες. Απολυτοποιεί το «αυθόρμητο» των μαζών. Αναζητά «νέα» επαναστατικά υποκείμενα.

- Αρνείται το σοσιαλιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική - Κεντρική Ευρώπη. Μηδενίζει την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα. Υιοθετεί τροτσκιστικές θέσεις και αναπαράγει την αντικομουνιστική προπαγάνδα (π.χ. φιλολογία περί σταλινισμού κλπ.).

- Δίνει μικροαστική ερμηνεία για τη στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό στα «αντινεοφιλελεύθερα» μέτωπα.

- Υιοθετεί μια γραμμή αντιπαράθεσης με το ΚΚΕ (και την ΚΝΕ στους χώρους της νεολαίας) ως κύριο άξονα της δράσης του, που παίρνει τυχοδιωκτικά και προβοκατόρικα χαρακτηριστικά.

Το «Νέο Αριστερό Ρεύμα» (ΝΑΡ) αποτελεί βασικό φορέα του σύγχρονου αριστερού οπορτουνισμού στην Ελλάδα.

Το 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ (7 έως 9 Ιουλίου 2006) πραγματοποιήθηκε 8 χρόνια μετά το πρώτο και 17 χρόνια μετά την ίδρυση της συγκεκριμένης οργάνωσης. Οι αποχωρήσαντες από το ΚΚΕ που ίδρυσαν τη συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση είχαν αποτελέσει τους βασικούς φορείς ενός από τα δύο «αντίπαλα» και αλληλοτροφοδοτούμενα αντικομματικά κέντρα που δρούσαν μέσα στο ΚΚΕ.2 Στην ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος και στην κρίση του κομμουνιστικού κινήματος είδαν την επιβεβαίωση των αντιλήψεων -που προφανώς προϋπήρχαν- για ιστορικό ξεπέρασμα και χρεοκοπία των κομμάτων νέου τύπου. Αντίθετα με τις προσδοκίες των ηγετών του ΝΑΡ, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ ανασυγκροτήθηκαν, το 15ο Συνέδριο του Κόμματος επεξεργάστηκε νέο Πρόγραμμα, οι θέσεις και η πολιτική του Κόμματος επιβεβαιώθηκαν σε μια σειρά εξελίξεις. Στην πορεία αυτών των 17 χρόνων το ΝΑΡ ακολούθησε βήμα το βήμα μια σταθερή πορεία απομάκρυνσης από το μαρξισμό, επιδιώκοντας να πραγματοποιήσει μια «τομή» με το Κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή η προσπάθεια οδήγησε -όπως παραδέχονται και στελέχη του- σε θέσεις πολιτικής χρεοκοπίας (π.χ. θέσεις για την κατάσταση στο Κόσσοβο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία κλπ.)3. Η ανάγκη διαχωρισμού από την πολιτική του ΚΚΕ οδηγούσε σε μια εκλεκτικίστικη υιοθέτηση θέσεων διάφορων ρευμάτων, όπως του τροτσκισμού, του αναρχισμού, αλλά ακόμα και ευρωκομμουνιστικών, δεξιών θέσεων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 υπήρξε μια σημαντική περίοδος γειτνίασης με τον «αναρχικό» και «αυτόνομο» χώρο, ο οποίος επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της σημερινής φυσιογνωμίας του ΝΑΡ.

Το ΝΑΡ συνεργάζεται με τις ομάδες των παλιών «Αριστερών Συσπειρώσεων Φοιτητών» και άλλες ομάδες του «αριστερού» οπορτουνισμού, σε κινήσεις και πρωτοβουλίες στους φοιτητές (ΕΑΑΚ), τους μισθωτούς επιστήμονες, στους δασκάλους και τους καθηγητές («Παρεμβάσεις»). Οι «Αριστερές Συσπειρώσεις» προέρχονται από τη Β΄Πανελλαδική (διάσπαση της ΕΚΟΝ - Ρήγας Φεραίος, νεολαίας του «ΚΚΕ εσωτερικού» το 1978). Μέσα στις «Αριστερές Συσπειρώσεις Φοιτητών» συνυπήρξαν διάφορα ρεύματα: ευρωκομμουνιστές, τροτσκιστές, μαοϊκοί, αναρχοαυτόνομοι. Οι «Αριστερές Συσπειρώσεις» τη δεκαετία του 1990 συγκροτήθηκαν σε πολιτική οργάνωση. Το 1998 μια ομάδα αποχώρησε και συγκρότησε την «Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση» (ΑΡΑΣ). Η «Αριστερή Ανασύνθεση» (ΑΡΑΝ) προέκυψε από την οργανωτική και πολιτική ενοποίηση των «Αριστερών Συσπειρώσεων» με την «Αριστερή Κίνηση» που δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Πάτρα και την Αθήνα μέσα από την ομάδα «Αντίλογος» στην ΕΑΑΚ και σχήματα στους μηχανικούς.

Η ΑΡΑΝ πραγματοποίησε την 3η Συνδιάσκεψή της (8-9 Οκτωβρίου 2005) και εκδίδει το διμηνιαίο περιοδικό «Εκτός γραμμής».

Το ιδεολογικό στίγμα τόσο της ΑΡΑΝ όσο και της ΑΡΑΣ προσδιορίζεται από την υιοθέτηση ιδεολογικών σχημάτων των Αλτουσέρ, Μπετελέμ, Πουλατζά, Μπαλιμπάρ του λεγόμενου ρεύματος του «μαρξιστικού δομισμού»4. Στο επίπεδο της πολιτικής ανάλυσης συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τις απόψεις της ομάδας του περιοδικού «Θέσεις», που διευθύνει το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Μηλιός. Αλλωστε αρκετά στελέχη των δύο αυτών ομάδων είναι και αρθρογράφοι κατά καιρούς του περιοδικού ή και μέλη της Συντακτικής Επιτροπής του.

Είναι βέβαιο ότι ο δεξιός οπορτουνισμός αποτελούσε και αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο του κινήματος. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμηθεί και ο «αριστερός» οπορτουνισμός, ειδικά σε στιγμές που εμφανίζονται δυνατότητες ριζοσπαστικοποίησης λαϊκών μαζών. Η εμφάνιση του «αριστερού» οπορτουνισμού έχει αντικειμενική βάση λόγω της έλλειψης πολιτικής και κοινωνικής πείρας, ιδιαίτερα σε τμήματα της νεολαίας, αλλά και σε τμήματα μεσαίων στρωμάτων που προλεταριοποιούνται. Επίσης γίνεται κατά καιρούς προσπάθεια «ενίσχυσής» του από το ίδιο το σύστημα με την -δυσανάλογη με την οργανωτική του κατάσταση και επιρροή- προβολή του από διάφορους αστικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα με την υιοθέτηση εκπροσώπων του από τα αστικά ΜΜΕ (π.χ. «Καθημερινή», «Ελευθεροτυπία» κλπ.), με την αξιοποίησή του σε μεθοδεύσεις αποπροσανατολισμού και εκφυλισμού κινημάτων. Η προβολή θεωρητικών τους μέσα από τα αστικά ΜΜΕ ενισχύει το πολιτικό εγχείρημα που είναι η σύγκλιση και η συνεργασία ενός χώρου από το σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα μέχρι τη λεγόμενη «επαναστατική αριστερά».

Η πορεία και η δράση αυτών των ομάδων αποδεικνύει ότι ο δρόμος του συμβιβασμού με το σύστημα, της μετατροπής του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος σε χρήσιμο εξάρτημα του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν περνά μόνο μέσα από το δεξιό οπορτουνισμό αλλά και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί ο «αριστερός» οπορτουνισμός. Ανεξάρτητα από προθέσεις και διαθέσεις των φορέων του ο «αριστερός» οπορτουνισμός ουσιαστικά οδηγεί στην αποδυνάμωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος.

Με αφορμή τις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ παρουσιάζουμε σε αυτό το άρθρο ορισμένες πλευρές του «σύγχρονου» αριστερού οπορτουνισμού.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 «Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός -ως στάδιο αντιδραστικής ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού- σημαίνει ποιοτικό μετασχηματισμό του μονοπωλιακού καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, άρνηση κάποιων χαρακτηριστικών του, ποιοτική ανάπτυξη ή επανεμφάνιση ορισμένων, τροποποίηση άλλων»5.

Η «ανακάλυψη» από το ΝΑΡ ενός νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από την προσπάθεια θεωρητικής τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας ριζικής τομής στο κομμουνιστικό κίνημα στα πλαίσια της λεγόμενης «κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης»:

«Η ανάγκη της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης προκύπτει τόσο από την πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού όσο και από την κρίση όλων των ρευμάτων που επιχείρησαν τον προηγούμενο αιώνα την αμφισβήτηση και την ανατροπή του»6.

Ο όρος «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» εμφανίστηκε πρώτη φορά στις αναλύσεις του 1ου Συνεδρίου του ΝΑΡ το 1998. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η αδυναμία αντιπαράθεσης με τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό και τις αναλύσεις του ΚΚΕ, η αδυναμία επιβεβαίωσης της ανάλυσής τους από την πραγματικότητα, καθώς και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις τους -αποτέλεσμα και των παραπάνω- οδήγησαν σε μια πιο προσαρμοσμένη και προσεκτική διατύπωση στο κείμενο της πολιτικής απόφασης του 2ου Συνεδρίου σε σχέση με παλιότερα. Ιδιαίτερα όσον αφορά το ζήτημα της απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας που αποτέλεσε και τον ακρογωνιαίο λίθο τα προηγούμενα χρόνια γι’ αυτή τη θέση τους ότι: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός … Σημαίνει μια ποιοτική μεταβολή (συγκριτικά με το παλιότερο στάδιο) στο ειδικό βάρος της απόλυτης υπεραξίας, μέσα στο συνολικό σύστημα απόσπασης υπεραξίας»7. Αυτό βέβαια κάνει ακόμα πιο αδύναμη τη στήριξη της άποψης για ένα «νέο ποιοτικά» μετα-ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.

Πριν δούμε πώς «δικαιολογεί» το ΝΑΡ αυτή την εκτίμηση, ας δούμε πώς οι θεωρητικοί Μαρξ και Λένιν στοιχειοθετούν το πέρασμα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό και τι καινούργιο ποιοτικά αυτό σημαίνει για την κοινωνική εξέλιξη.

Ο Μαρξ, ήδη στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, διαπίστωνε ότι: «...από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοκτητών. Αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες». Και συνέχιζε: «Η απαλλοτρίωση αυτή (σ.σ. των μικρών κεφαλαίων) συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες»8.

Η διαδικασία λοιπόν συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων πάνω στην τεχνική βάση που οι ίδιες δημιούργησαν (από τη μανιφακτούρα στο εργοστάσιο, από την τυπική στην πραγματική υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο) είναι αυτή που οδηγεί αντικειμενικά στη διαμόρφωση της μετοχικής εταιρίας και στη συνέχεια του μονοπωλίου.

Ο Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου αναφέρει ότι ο σχηματισμός των «μετοχικών εταιριών» είναι: «Η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και γι’ αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση»9, αφού όπως εξηγεί σε αυτές: «…η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών αλλά σαν ιδιοκτησία των συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία»10.

Ο Λένιν στο έργο του «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού», έχοντας τα σύγχρονά του δεδομένα συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, σημειώνει: «Το βασικό σ’ αυτό το προτσές από οικονομική άποψη είναι η αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελεύθερου συναγωνισμού από τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η βασική ιδιότητα του καπιταλισμού και της εμπορευματικής παραγωγής γενικά. Το μονοπώλιο είναι η άμεση αντίθεση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο τελευταίος όμως αυτός άρχισε μπροστά στα μάτια μας να μετατρέπεται σε μονοπώλιο [...]. Ταυτόχρονα όμως τα μονοπώλια ξεπηδώντας από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, δεν τον καταργούν, υπάρχουν, μα υπάρχουν πάνω σ’ αυτόν και δίπλα σ’ αυτόν γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις προστριβές και συγκρούσεις. Το μονοπώλιο είναι πέρασμα από τον καπιταλισμό σ’ ένα ανώτερο σύστημα»11.

Ο Λένιν συνέχιζε ότι αν ήταν να δώσουμε ένα σύντομο ορισμό του ιμπεριαλισμού θα λέγαμε ότι: «ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού»12. Και συμπλήρωνε ότι ο ορισμός αυτός: «θα περιείχε το κυριότερο»13.

Μπορούμε λοιπόν να συνοψίσουμε ότι η ποιοτική αλλαγή που συντελείται με το πέρασμα από τον προμονοπωλιακό στο μονοπωλιακό καπιταλισμό έχει τη ρίζα της στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και τη συντελούμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου που οδηγεί στην πλατιά κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τη δημιουργία συλλογικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και την απομάκρυνση του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από τη διεύθυνση και λειτουργία της καπιταλιστικής επιχείρησης, προετοιμάζοντας υλικά τη δυνατότητα για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.

Το κύριο στοιχείο για τη μελέτη της κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας είναι η επικέντρωση στο μηχανισμό μετατροπής της υπεραξίας σε κεφάλαιο, δηλαδή στη συσσώρευση του κεφαλαίου.

Η Πολιτική Απόφαση του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ εμμένει στην άποψη ότι ο τρόπος απόσπασης υπεραξίας σηματοδοτεί ποιοτικές αλλαγές στον καπιταλισμό με την εξής βέβαια πιο «προσεκτική» διατύπωση: «οργανική διαπλοκή των μορφών (που κι αυτές αλλάζουν) απόσπασης σχετικής κι απόλυτης υπεραξίας»14. Εχει σημασία σε σχέση με το ζήτημα της διάκρισης απόλυτης-σχετικής υπεραξίας να επαναλάβουμε την επισήμανση του Μαρξ: «Η σχετική υπεραξία είναι απόλυτη, γιατί προϋποθέτει την απόλυτη παράταση της εργάσιμης ημέρας πέρα από το χρόνο που είναι αναγκαίος για την ύπαρξη του ίδιου του εργάτη. Η απόλυτη υπεραξία είναι σχετική γιατί προϋποθέτει την ανάπτυξη της παραγωγικότητας που επιτρέπει τον περιορισμό του χρόνου εργασίας σ’ ένα μέρος της εργάσιμης μέρας»15.

Το ΝΑΡ για να τεκμηριώσει τη θέση του παραθέτει μια σειρά επιχειρήματα που θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε ως εξής:

Πρώτο: Παραθέτουν μια σειρά από βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, στα οποία απλά προσθέτουν τη λέξη «ποιοτικός», χωρίς να εξηγούν τι εννοούν, όπως:

«Ποιοτική ανάπτυξη της σύγκρουσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις», «ποιοτική ενίσχυση και αναμόρφωση της σύνθετης εργασίας (δηλαδή των συνδυασμών διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας)», «ποιοτικά ανώτερη υποδούλωση της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο», «ποιοτική άνοδο του ειδικού βάρους των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων», «νέα ποιότητα στην καπιταλιστική διεθνοποίηση και την ανάπτυξη των ολοκληρώσεων» κλπ.16

Δεύτερο: Εμφανίζουν ως «νέα» μια σειρά χαρακτηριστικών που αποτελούν στοιχεία του καπιταλισμού τόσο του προμονοπωλιακού όσο και του μονοπωλιακού σταδίου του και που βέβαια δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη νέου σταδίου:

«Καθολική και ουσιαστική υπαγωγή στο κεφάλαιο και της διανοητικής εργασίας […] καθώς και συνολικά των όρων ύπαρξης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης», «το πέρασμα από την τυπική στην ουσιαστική υπαγωγή της επιστήμης, της έρευνας, της παιδείας, αλλά και της φύσης στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής». «Από την υπερδιόγκωση και σχετική αυτονόμηση του τοκοφόρου (χρηματοπιστωτικού) κεφαλαίου από το βιομηχανικό και το εμπορικό, το διεθνές χρηματιστικό - πληροφοριακό κεφάλαιο, το πλαστικό χρήμα και τη διεθνή χρηματιστηριακή έκρηξη (με σχετική αυτονόμηση των χρηματιστηριακών αξιών από την υλική παραγωγή). Από την ανασυγκρότηση των κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων ("λιγότερο κράτος", κράτος στρατηγείο της ανάπτυξης)», «ριζική αναμόρφωση και την καθολική υπαγωγή του στο κεφάλαιο», «εκτατική ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, που κυριαρχούν σχεδόν ολοκληρωτικά σε κάθε γωνιά του πλανήτη, τείνοντας να εξαλείψουν με ραγδαίους ρυθμούς τις προκαπιταλιστικές ή τις ιδιόμορφα εκμεταλλευτικές σχέσεις των λεγόμενων "σοσιαλιστικών χωρών"», «ένταση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και της διαπάλης για το ξαναμοίρασμα των αγορών, την επαναχάραξη των συνόρων, των γεωπολιτικών συμμαχιών και των σφαιρών επιρροής», «ανασυγκρότηση των διεθνών οργανισμών», «ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης», «αναβάθμιση και γενίκευση των πολέμων», «την πλήρη ενσωμάτωση στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό σύστημα και της αστικής τάξης των λεγόμενων "περιφερειακών" χωρών (η οποία αποτελεί πλέον όχι δυνητικό σύμμαχο, αλλά λυσσαλέο αντίπαλο του αντικαπιταλιστικού αγώνα και της πάλης για απεμπλοκή από το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου)», «πογκρόμ ενάντια στις λαϊκές ελευθερίες, τον "κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό", τους νέους - πολύμορφους μηχανισμούς πειθάρχησης - ελέγχου - καταστολής (πολλοί με "προληπτική" λειτουργία)», «αντιδραστικές συνταγματικές αλλαγές (αναθεώρηση, ευρωσύνταγμα κ.ά.)».17

Tρίτο: Καταγράφουν μια σειρά στοιχείων τα οποία αφορούν την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, εκφράζουν σύγχρονες αντικειμενικές ανάγκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού και κωδικοποιούνται σε αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, την εργασία κλπ. που βέβαια δεν αλλάζουν τη φύση του ιμπεριαλισμού:

«Τεράστια ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου», «νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής (ελαστικοποίηση, ομάδες εργασίας, κύκλοι ποιότητας κλπ.), τη δραματική συρρίκνωση της πλήρους απασχόλησης και τη δομική ανεργία», «μετάβαση στο κράτος στρατηγείο», «μαζικές ιδιωτικοποιήσεις … νέες μορφές κρατικομονοπωλιακής συνύφανσης … κατεδάφιση του "κοινωνικού κράτους" … εξατομίκευση των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης … νέα σχέση των κεντρικών και των αποκεντρωμένων (τοπική αυτοδιοίκηση) μηχανισμών του αστικού κράτους και εθνικών - υπερεθνικών μορφών αστικής εξουσίας», «ουσιαστική αναίρεση της δυνατότητας μαζικών "κοινωνικών συμβολαίων"».18

Το ΝΑΡ μοιάζει να ανακαλύπτει την Αμερική, αναφερόμενο σε στοιχεία που αποτελούν χαρακτηριστικά του καπιταλισμού ακόμα από το 19ο αιώνα. Για παράδειγμα, η πραγματική υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο, του ελεύθερου χρόνου, της φύσης κλπ., συντελείται από τη στιγμή που οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής έγιναν κυρίαρχες. Από τη στιγμή που κυριάρχησαν στην υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας κυριάρχησαν και σε όλους τους όρους ύπαρξης και δράσης των ανθρώπων. Τα φαινόμενα αντιδραστικοποίησης του πολιτικού συστήματος, στα οποία αναφέρονται τα κείμενα του ΝΑΡ, αποτελούν χαρακτηριστική τάση του ιμπεριαλισμού. Δεν είναι νέα φαινόμενα. Αντίθετα, σηματοδοτούν ολόκληρη την ιστορική εποχή του ιμπεριαλισμού και εκφράζουν την αντιδραστικότητα της αστικής τάξης. Η αντιδραστικότητα αυτή άλλωστε γέννησε το φασισμό και το ναζισμό τις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Το ΝΑΡ φαίνεται ότι θεωρεί ως θεμελιώδη στοιχεία του ιμπεριαλισμού χαρακτηριστικά που επικράτησαν στην καπιταλιστική διαχείριση την περίοδο μετά τον πόλεμο. Μετά την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων που έφερε ο πόλεμος, η καπιταλιστική παραγωγή ανέκτησε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως σε μεγάλο βαθμό μέσω της κεϋνσιανής κρατικής καπιταλιστικής παρέμβασης. Κάτω και από το βάρος ενός πιο ευνοϊκού διεθνούς συσχετισμού δύναμης για το λαϊκό κίνημα, διαμορφώθηκαν προϋποθέσεις να ενσωματωθούν λαϊκές κατακτήσεις στα πλαίσια της καπιταλιστικής διαχείρισης. Στη σημερινή τελείως διαφορετική φάση το ΝΑΡ ανακαλύπτει για παράδειγμα ως καινούργια την τάση για συμπίεση της τιμής πώλησης της εργατικής δύναμης κάτω από την αξία της, ενώ είναι εγγενής τάση του καπιταλισμού. Ο τρόπος που εκδηλώνεται αυτή η τάση καθορίζεται από το συσχετισμό δύναμης, αλλά κυρίως από τη φάση που βρίσκεται η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου. Επομένως, κάθε άλλο παρά σε νέα στοιχεία στηρίζεται το θεώρημα του ΝΑΡ περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» και η αιτιολόγηση της ανάγκης θεωρητικής τομής με το κομμουνιστικό κίνημα.

 

 ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΡ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

 Η ανάλυση του ΝΑΡ για τις διεθνείς σχέσεις στα πλαίσια του λεγόμενου «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: «…οι προϋποθέσεις για γενικότερες αναφλέξεις ανάμεσα στους ηγεμονικούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς είναι σήμερα μακρινές. Κυρίως διότι λειτουργούν οι ολοκληρώσεις, η αλληλοδιαπλοκή των οικονομιών και οι νέες μορφές εντατικής εκμετάλλευσης»19. Αυτή η άποψη ουσιαστικά υποτιμά την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Απολυτοποιεί το «ενωτικό» στοιχείο των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, τις οποίες θεωρεί ως «ολοκληρώσεις», παρακάμπτοντας την ανισομετρία μέσα σε αυτές και γενικότερα, καθώς και τις ανακατατάξεις στο συσχετισμό μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Την «απελευθέρωση» των αγορών, δηλαδή την πιο απρόσκοπτη εξαγωγή κεφαλαίων και εμπορευμάτων, την οποία χαρακτηρίζει ως «αλληλοδιαπλοκή των οικονομιών», τη θεωρεί ως παράγοντα εξομάλυνσης και όχι όξυνσης των αντιθέσεων. Ετσι, και μάλιστα φέρνοντας ως επιχειρήματα στοιχεία που οδηγούν στο αντίθετο συμπέρασμα, το ΝΑΡ δεν αναγνωρίζει ως ουσιαστική αιτία των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων το μοίρασμα των αγορών. Προφανώς οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανακατατάξεις δεν έχουν οξυνθεί σήμερα σε τέτοιο βαθμό που να οδηγούν σε μια γενικευμένη βίαιη αναπροσαρμογή των διεθνών ισορροπιών και συμβάσεων, όμως οι διεργασίες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι σε εξέλιξη. Υπενθυμίζουμε τη σχετικά πρόσφατη τοποθέτηση της ΚΕ του ΚΚΕ:

«Ο ενιαίος χαρακτήρας της στρατηγικής του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος απέναντι στους λαούς γίνεται έκδηλος και στις αποφάσεις του ΝΑΤΟ. Εκδηλώνεται και στην παράλληλη πορεία διεύρυνσης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Βέβαια, η ταυτόχρονη διεύρυνση καθόλου δε σημαίνει ότι αναιρεί τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά τις αναπαράγει και τις ενισχύει, όπως ενισχύει και τις αντιθέσεις ανάμεσα στις ηγετικές δυνάμεις, τα κράτη-μέλη των ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Ταυτόχρονα με την προώθηση της ενιαίας ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο ισχυρότερα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αλλά και άλλες ισχυρές δυνάμεις, γίνονται πιο ανταγωνιστικές και πιο σύνθετες. Οξύνονται και οι αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της ΕΕ που σχετίζονται με το ζήτημα των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Πάνω στην ενιαία στρατηγική του ιμπεριαλισμού εξελίσσονται οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί για την πρωτοκαθεδρία στη διανομή των αγορών και σφαιρών επιρροής στην Ασία, στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Στην κούρσα του ανταγωνισμού, εκτός από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και τις ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παίρνουν μέρος και άλλα ανερχόμενα καπιταλιστικά κράτη. Συσσωρεύονται εξελίξεις που τείνουν να φέρουν ανακατατάξεις στο συσχετισμό δύναμης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Οπωσδήποτε χρειάζεται πιο συστηματική παρακολούθηση των "ομάδων" αντιθέσεων που παρουσιάζονται στη διεθνή σκηνή, ταυτόχρονα με την πιο συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση της εσωτερικής κατάστασης, των εσωτερικών αντιθέσεων (κυρίως οικονομικο-κοινωνικών, το ενδεχόμενο εκδήλωσης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης) που παρουσιάζονται σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, ιδιαίτερα των ΗΠΑ και των ισχυρών κρατών - μελών της ΕΕ. […] Ο ιμπεριαλισμός, προκειμένου να εκτονώσει τις αντιθέσεις του και να ανακόψει την αντίσταση των λαών, δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήσει ακόμα και πυρηνικά όπλα, να εξαπολύσει ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Αρα, η πάλη κατά των πυρηνικών όπλων, η πάλη κατά του πολέμου συνδέεται άμεσα με την πάλη ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα στο σύνολό του»20.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

 Μια πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να έχει σαφή στρατηγική αν δεν προσδιορίσει τη θέση της σε σχέση με το βασικό, κύριο πολιτικό ζήτημα που είναι ο χαρακτήρας της εξουσίας.

Μια οργάνωση που αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστική στις σημερινές συνθήκες έχει υποχρέωση να τοποθετηθεί στο ζήτημα της εξουσίας σε σχέση και με την πείρα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, σε Ασία και Αμερική.

Η κριτική αποτίμηση αυτής της πείρας είναι καθήκον για το κομμουνιστικό κίνημα, κρίσιμο για τη διαμόρφωση της σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Καθήκον δύσκολο που απαιτεί μελέτη και ανάλυση με βάση τα εργαλεία του μαρξισμού - λενινισμού.

Το ΝΑΡ φαίνεται ότι ακολουθεί έναν πιο «σύντομο», χιλιοπερπατημένο και εύκολο δρόμο, υιοθετώντας θέσεις ρευμάτων που απορρίπτουν συλλήβδην το σοσιαλιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών της ΕΣΣΔ, της Ανατολικής - Κεντρικής Ευρώπης, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Ετσι τις χαρακτηρίζει ως «γραφειοκρατικές και εκμεταλλευτικές κοινωνίες…»21. Τότε γιατί θριαμβολόγησε η αστική τάξη σε κάθε γωνιά του πλανήτη; Γιατί στήριξε την αντεπανάσταση; Το ερώτημα που μπαίνει βέβαια είναι πώς μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση χωρίς ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ατομική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος π.χ. στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του 1930; Η έλλειψη ατομικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, η αφαίρεση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ακόμα και στον τομέα των παραγωγικών συνεταιρισμών (π.χ. κρατικοποίηση της γης στην αγροτική παραγωγή ή κρατική κοινωνική ιδιοκτησία στα αγροτικά μέσα παραγωγής μέχρι τη δεκαετία του 1950 στην ΕΣΣΔ), περιορίζει στο ελάχιστο ή εξαφανίζει εντελώς τη μισθωτή εργασία ως συγκαλυμμένη μορφή πώλησης της εργατικής δύναμης και πηγής παραγωγής υπεραξίας, κατά συνέπεια και καπιταλιστικού κέρδους.

Μια ορισμένη μελέτη ακόμα και της περιόδου που οι σοσιαλιστικές σχέσεις υποχωρούσαν (κυρίως ως αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων στον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και στην κοινωνική ιδιοκτησία, κατά τη δεκαετία του 1960, που συντέλεσαν στη διαμόρφωση ή ενίσχυση καπιταλιστικών στοιχείων), δηλαδή όταν διαμορφώθηκε η δυνατότητα σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες να καρπώνονται μέρος του κοινωνικού προϊόντος, δε μας επιτρέπει να μιλάμε με βεβαιότητα και γενικά για εκμεταλλευτική σχέση παραγωγής. Γιατί με το «κλεμμένο» αυτό μέρος του κοινωνικού προϊόντος -που είχε χρηματική μορφή- δεν μπορούσε κανείς αγοράζοντας μισθωτή εργατική δύναμη να τη μετατρέψει σε κεφάλαιο. Βεβαίως τη νομιμοποίηση αυτής της δυνατότητας διεκδίκησαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, που εκφράστηκαν και μέσω του κόμματος. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στη Προγραμματική Διακήρυξη η οποία εγκρίθηκε από το 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1990: «Το Κόμμα θεωρεί απαραίτητο να δημιουργήσει συνθήκες για τη διαμόρφωση και ανάπτυξη ποικίλων μορφών ιδιοκτησίας για την ολοκλήρωση και τον ελεύθερο συναγωνισμό τους»22.

Το ΝΑΡ ούτε στις θέσεις για το Συνέδριο ούτε στην πολιτική απόφασή του διευκρινίζει τι εννοεί όταν αναφέρεται σε εκμεταλλευτικές κοινωνίες. Στα κείμενα του 2ου Συνεδρίου του δεν επαναλαμβάνονται όσα υποστηρίζονταν στα κείμενα του 1ου Συνεδρίου του (1998), όπως ότι: «ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" είναι ένας ιδιόμορφος τρόπος παραγωγής, ανέκδοτος ιστορικά, και χωρίς αυτοτελή ιστορική προοπτική, με διαταραγμένα "καπιταλιστικά" χαρακτηριστικά αλλά χωρίς τον κλασικό καπιταλισμό...»23, δηλαδή ότι αποτέλεσαν νέου είδους κοινωνίες. Μάλιστα στο 1ο Συνέδριο υιοθετούνταν και η παλιά μενσεβίκικη θέση περί ανωριμότητας των προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό: «Η τελική αποτυχία ως προς την πορεία προς το σοσιαλισμό - κομμουνισμό των πρώτων σοσιαλιστικών πειραμάτων, από την Κομούνα ως τον Οκτώβρη μέχρι το Βιετνάμ και την Κίνα (παρά την τεράστια ιστορική τους αξία), δεν μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να χρεωθεί στα αναμφισβήτητα λάθη των επαναστατικών πρωτοποριών, αλλά στην ελλιπή ωρίμανση των υλικών, αντικειμενικών και επόμενα τελικά και των υποκειμενικών προϋποθέσεων της ίδιας της εργατικής τάξης, του επαναστατικού υποκειμένου για τον κομμουνισμό»24.

Η άποψη του ΝΑΡ για το σοσιαλισμό γίνεται πιο κατατοπιστική κατά την περιγραφή του «επαναστατικού εργατικού κράτους», της «εργατικής δημοκρατίας». Η άποψη αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για τη δικτατορία του προλεταριάτου, γι’ αυτό άλλωστε δε χαρακτηρίζεται και ως τέτοια. Πρόκειται για αντίληψη γεμάτη από αναρχοαυτόνομες και φιλελεύθερες δεισιδαιμονίες. Σε αυτό το «εργατικό κράτος» δε γίνεται καμιά αναφορά στην ύπαρξη συγκεντρωτικής εξουσίας, αντίθετα περιγράφεται μια αποκεντρωτική επί της ουσίας λειτουργία στηριγμένη σε «εργατικές κοινότητες». Το αποκορύφωμα του αναρχοαυτόνομου φιλελευθερισμού του ΝΑΡ φαίνεται στην εξής διατύπωση: «Κάθε μέλος της εργατικής κοινότητας έχει δικαίωμα της κριτικής και της πολεμικής απέναντι στην εργατική εξουσία, απέναντι στα άμεσα και τα αντιπροσωπευτικά όργανά της, ιδιαίτερα αν βρίσκεται στη μειοψηφία ακόμα και αν είναι ενάντια στην επανάσταση με την προϋπόθεση ότι δεν εκπροσωπεί ένοπλη απειλή εναντίον της»25. Θα επιτρέπεται λοιπόν «ελεύθερα» ακόμα και η προπαγάνδα ενάντια στην επανάσταση, αρκεί αυτή να μην παίρνει μορφή ένοπλης δράσης. Αυτό είναι μικροαστική υποκρισία, υπόκλιση στο φιλελευθερισμό. Ο καπιταλισμός ακόμα και όταν αφήνει τυπικά «ελεύθερη» την προπαγάνδα για το σοσιαλισμό, για την ανατροπή του καπιταλισμού, αντιπαραθέτει σε αυτή όλα τα όπλα που διαθέτει ως σύστημα, το αστικό σχολείο, τα ΜΜΕ, το φόβο της επιβίωσης που αναπαράγεται μέσα στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, τους μηχανισμούς αστυνόμευσης και καταστολής της ταξικής πάλης, το νομικό πλαίσιο, προσπαθώντας να προλάβει την ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε μορφές μαζικής αμφισβήτησης και σύγκρουσης με την αστική εξουσία. Το εργατικό επαναστατικό κράτος του ΝΑΡ είναι μια αναρχοαυτόνομη - φιλελεύθερη καρικατούρα που έχει κρατήσει τον τίτλο και έχει πετάξει την ουσία του εργατικού κράτους. Δηλαδή έχει απαρνηθεί ότι το εργατικό κράτος, η δικτατορία του προλεταριάτου, σημαίνει ότι η εργατική τάξη γίνεται πολιτικά κυρίαρχη και ως τέτοια συνεχίζει την ταξική πάλη μέχρι τέλος. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η βία με την οποία καταπιέζει τους παλιούς καταπιεστές, υπερασπίζεται την επανάσταση, οργανώνει στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού την κοινωνία και την παραγωγή, οργανώνει τον πληθυσμό σε παραγωγικές ενώσεις, κινητοποιεί καθοδηγεί και διαπαιδαγωγεί τα σύμμαχα στρώματα στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης της υλικής βάσης για τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό. Στο έργο του «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» ο Λένιν επισημαίνει τον κίνδυνο για την επανάσταση αν η εργατική τάξη υποτιμήσει την αντεπαναστατική δράση: «Οι εκμεταλλευτές μπορούν να τσακιστούν με μιας με μια πετυχημένη εξέγερση στο κέντρο ή με ξεσήκωμα του στρατού. Αλλά έξω από μερικές μόνο περιπτώσεις δεν μπορούν να εκμηδενιστούν με μιας. […]

Οι εκμεταλλευτές για πολύ καιρό ύστερα από την επανάσταση διατηρούν αναπόφευκτα μια σειρά τεράστια πλεονεκτήματα: τους μένουν τα λεφτά (το χρήμα δεν μπορεί να καταργηθεί αμέσως), κάποια κινητή περιουσία, συχνά σημαντική, τους μένουν οι σχέσεις, η αποχτημένη πείρα της οργάνωσης και της διοίκησης, η γνώση όλων των μυστικών της διακυβέρνησης […] τους μένει η ανώτερη μόρφωση, οι στενοί δεσμοί με το ανώτατο τεχνικό προσωπικό […] Οτι ένα μέρος των εκμεταλλευόμενων που προέρχεται από τις λιγότερο εξελιγμένες μάζες των μεσαίων αγροτών, βιοτεχνών κλπ. ακολουθεί και είναι σε θέση να ακολουθήσει τους εκμεταλλευτές, αυτό το έδειξαν όλες οι αστικές επαναστάσεις μέχρι σήμερα, μαζί και η Κομμούνα (γιατί ανάμεσα στα στρατεύματα των Βερσαλλιών υπήρχαν και προλετάριοι , πράγμα που ξέχασε ο σοφολογιότατος Κάουτσκι)»26.

Επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σταθούμε στην άποψη του ΝΑΡ για το σοσιαλισμό και τις οικονομικές σχέσεις που υπάρχουν σε αυτόν. Σύμφωνα λοιπόν με την άποψή του: «Η πραγματική κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής απαιτεί τη ριζική αλλαγή συνολικά των παραγωγικών σχέσεων καθώς και τη σχέση τους με την πολιτική. Τελικά η κρατική ιδιοκτησία γίνεται σοσιαλιστική όταν πάψει να είναι κρατική»27(!). Εδώ προβάλλεται η εξής παράλογη σύλληψη: Ο σοσιαλισμός (κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας) γίνεται σοσιαλισμός, όταν γίνει κομμουνισμός (ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας)!!! Αυτή η άποψη επαναλαμβάνεται και σε άρθρο στο «ΠΡΙΝ». Κάνοντας κριτική στη θέση του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η «κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής γίνεται πράξη όταν τα μέσα παραγωγής πάψουν να είναι κρατική ιδιοκτησία και περάσουν στα χέρια των ελεύθερα συνεταιριζόμενων παραγωγών»28. Κατά συνέπεια η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής -σύμφωνα με το ΝΑΡ- δεν υλοποιείται όταν η δικτατορία του προλεταριάτου ως το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο κάνει ιδιοκτησία του τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής. Είναι απλή αλλαγή της νομικής μορφής ιδιοκτησίας η μετάβαση από την ατομική ιδιοκτησία στα πλαίσια του καπιταλισμού στην κρατική ιδιοκτησία στα πλαίσια της δικτατορίας του προλεταριάτου; Στην περίπτωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όποια νομική μορφή και αν παίρνει η ιδιοκτησία είτε ατομική είτε συλλογική είτε κρατική -αφού το κράτος σαν συλλογικός καπιταλιστής εκφράζει τα γενικά συμφέροντα της αστικής τάξης- είναι καπιταλιστική. Αντίθετα στη δικτατορία του προλεταριάτου η κρατική ιδιοκτησία των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής αποτελεί την πρώτη βαθμίδα κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής όχι βέβαια την πιο ολοκληρωμένη.

Οι Μαρξ - Ενγκελς ήδη από το 1848 υποστήριζαν ότι:

«Το προλεταριάτο χρησιμοποιεί την πολιτική του κυριαρχία για να αποσπάσει λίγο λίγο από τα χέρια της αστικής τάξης όλο το κεφάλαιο, να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του οργανωμένου σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτου...»29.

Επίσης ο Β. Ι. Λένιν, στην αντιπαράθεσή του με τις απόψεις της «εργατικής αντιπολίτευσης» στο ΚΚ (μπ) που ζητούσε την παραχώρηση των εργοστασίων στους εργάτες και τη διεύθυνση και οργάνωση της παραγωγής όχι από το σοσιαλιστικό κράτος, αλλά από μια αποκαλούμενη «Συνέλευση των παραγωγών», σαν εκπρόσωπο ξεχωριστών ομάδων των εργαζομένων, υποστήριζε: «Οι ιδέες που αποτελούν τη βάση αυτής και άλλων παρόμοιων διακηρύξεων είναι ριζικά λαθεμένες από θεωρητική άποψη, γιατί σημαίνουν πλήρη ρήξη με το μαρξισμό και τον κομμουνισμό»30, ενώ χαρακτήριζε τις απόψεις αυτής της ομάδας ως «παρέκκλιση προς το συνδικαλισμό και τον αναρχισμό»31.

Επίσης σε παλιότερο σημείωμά του το 1918 σημείωνε:

«…αποτελεί μέγιστη διαστρέβλωση των βασικών αρχών της Σοβιετικής εξουσίας και ολοκληρωτική απάρνηση του σοσιαλισμού οποιαδήποτε , άμεση ή έμμεση, νομιμοποίηση της ιδιοκτησίας των εργατών μιας ξεχωριστής φάμπρικας ή ενός επαγγέλματος πάνω στην ιδιαίτερη παραγωγή τους»32.

Η παραπάνω θέση του ΝΑΡ επί της ουσίας υποστηρίζει ότι η κοινωνικοποίηση προϋποθέτει την «απονέκρωση του κράτους», δηλαδή τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό στον οποίο προφανώς η κοινωνικοποίηση παίρνει ανώτερη μορφή (σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης των κομμουνιστικών σχέσεων και της επέκτασής τους και στη σφαίρα της κατανομής και όχι μόνο της παραγωγής), πράγμα όμως που δεν αναιρεί την ανάγκη οργάνωσης και διεύθυνσης της παραγωγής. Η ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους ως κατασταλτικού μηχανισμού δε σημαίνει και απονέκρωση της κεντρικής διεύθυνσης και οργάνωσης της παραγωγής. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνει τις «αντιεξουσιαστικές» επιρροές που δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με το μαρξισμό.

Το συμπέρασμα ότι στην αντίληψη του ΝΑΡ ταυτίζεται ο σοσιαλισμός με τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό βγαίνει και από την άποψη του ΝΑΡ ότι στο σοσιαλισμό «το προλεταριακό κράτος απονεκρώνεται», «πραγματοποιείται και η ουσιαστική κατάργηση εθνικού - διεθνούς».33 Ετσι υποτιμιέται συνειδητά το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός ως ανώριμος κομμουνισμός φέρνει τα σημάδια της κοινωνίας από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε, δηλαδή του καπιταλισμού. Η απάντηση σε αυτές τις αντιλήψεις δίνεται από τους ίδιους τους Μαρξ και Λένιν.

Ο Μαρξ διαπίστωνε στο έργο του «Κριτική του προγράμματος της Γκότα»: «Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία που αναπτύχθηκε πάνω στη δική της βάση αλλά με μια τέτοια κοινωνία που μόλις τώρα ακριβώς βγαίνει από την καπιταλιστική κοινωνία και που γι’ αυτό από κάθε άποψη οικονομική, ηθική, πνευματική, φέρνει πάνω της ακόμη τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε»34.

Και ο Λένιν αυτή τη θέση την αναπτύσσει παραπέρα στο «Κράτος και Επανάσταση»: «Ο κομμουνισμός στην πρώτη του φάση, στην πρώτη του βαθμίδα δεν μπορεί ακόμη να είναι οικονομικά εντελώς ώριμος, εντελώς απαλλαγμένος από τις παραδόσεις ή τα ίχνη του καπιταλισμού. Ετσι εξηγείται ένα τόσο ενδιαφέρον φαινόμενο όπως η διατήρηση του "στενού ορίζοντα του αστικού δικαίου" (σ.σ. εννοεί το αστικό δίκαιο στην κατανομή των προϊόντων που εκφράζεται με την αρχή στον καθένα ανάλογα με την εργασία του) στην πρώτη φάση του κομμουνισμού. Βέβαια το αστικό δίκαιο στο ζήτημα της κατανομής των προϊόντων κατανάλωσης προϋποθέτει αναπόφευκτα και την ύπαρξη του αστικού κράτους γιατί το δίκαιο δεν είναι τίποτα χωρίς το μηχανισμό που να είναι σε θέση να εξαναγκάζει να τηρούνται οι κανόνες δικαίου.

Συνεπάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι στον κομμουνισμό για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα μένει όχι μόνο το αστικό δίκαιο αλλά ακόμη και το αστικό κράτος - δίχως αστική τάξη!»35 (σ.σ. Εδώ ο Λένιν δεν εννοεί ότι διατηρείται το αστικό κράτος ως μηχανισμός εξουσίας της τάξης των καπιταλιστών και διασφάλισης της ατομικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής. Αναφέρεται σε ορισμένες λειτουργίες του αστικού κράτους που αφορούν το ζήτημα της κατανομής και οι οποίες περνάνε στο εργατικό κράτος).

Στο ίδιο έργο ο Λένιν αναφέρεται και στον έλεγχο της επαναστατικής εργατικής εξουσίας πάνω στα υπολείμματα των καπιταλιστικών σχέσεων, διαπιστώνοντας:

«Ως την ώρα που θα έλθει η «ανώτερη» φάση του κομμουνισμού, οι σοσιαλιστές απαιτούν αυστηρότατο έλεγχο από την κοινωνία και από το κράτος πάνω στο μέτρο της εργασίας και της κατανάλωσης, μόνο που ο έλεγχος πρέπει να αρχίσει με την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, με τον έλεγχο των εργατών πάνω στους καπιταλιστές και να ασκείται όχι από το κράτος των γραφειοκρατών αλλά από το κράτος των ένοπλων εργατών»36.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ»

 Το ΝΑΡ προτάσσει ως άμεσο καθήκον για την προώθηση της στρατηγικής του τη συγκρότηση του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου (ΑΕΜ). Για το χαρακτήρα του ΑΕΜ και την ασάφεια του περιεχομένου του παραπέμπουμε στη γνώμη ενός πρωτοκλασάτου στελέχους του: «…το ΑΕΜ όπως εμφανίζεται στις Θέσεις, είναι ...τρισυπόστατο: Εχουμε ένα "προωθημένο" μέτωπο στη σελ. 58, που αντιστοιχεί περίπου στη δράση των Σοβιέτ μετά την κατάληψη της εξουσίας και μέχρι τον κομμουνισμό. Ενα δεύτερο, "ενδιάμεσο" μέτωπο, στη σελ. 65, που θυμίζει τα "προγράμματα μεταβατικών διεκδικήσεων" του τροτσκιστικού χώρου. Και ένα τρίτο, πιο "πλατύ" μέτωπο, στη σελ. 73, για τη συγκρότηση εργατικής αντιπολίτευσης απέναντι στην επίθεση του δικομματισμού - νεοφιλελευθερισμού. Ενα "πρόγραμμα-ακορντεόν", που ο καθένας το ανοίγει ή το κλείνει, ανάλογα με τις προτιμήσεις του»37. Η διατύπωση που χρησιμοποιείται στο κείμενο της Απόφασης38 του 2ου Συνεδρίου δεν αποσαφηνίζει το χαρακτήρα του ΑΕΜ, απλά αποτελεί προσπάθεια φραστικού συγκερασμού των διαφορετικών απόψεων που υπάρχουν γι’ αυτό.

Τόσο το κείμενο της πλειοψηφίας όσο και αυτό της μειοψηφίας, καθώς και η Πολιτική Απόφαση πλειοδοτούν σε αντικαπιταλιστική και υπερεπαναστατική ρητορεία, κλίνοντας σε όλες τις πτώσεις την ανάγκη της σύνδεσης της σημερινής πάλης με την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό. Μάλιστα σπεύδουν να διαχωρίσουν τη θέση τους από το «αντιμονοπωλιακό αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο του ΚΚΕ», επαναλαμβάνοντας την άποψη ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην επαναστατική στρατηγική, ότι οδηγεί σε συμμαχίες με μη μονοπωλιακά τμήματα της αστικής τάξης κλπ.

Επισημαίνουμε ορισμένα ζητήματα που «χαρακτηρίζουν» τη στρατηγική του ΝΑΡ.

Πρώτο: Σε μια έκφραση κλασσικής «αριστερής» οπορτουνιστικής άποψης, πλειοδοτώντας σε υπερεπαναστατική φρασεολογία, το ΝΑΡ «αγνοεί» την ύπαρξη αντικειμενικών συνθηκών για τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης. Ετσι αναφέρει: «Σκοπός του (σ.σ. Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου) είναι… η πρόκληση επαναστατικής κρίσης και νικηφόρα έκβαση της επανάστασης»39. Και σε άλλο σημείο: «Μια τέτοια στροφή… μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια βαθύτερη αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων, που θα φέρει πιο κοντά την αντικαπιταλιστική επανάσταση»40.

Η επαναστατική κατάσταση όμως είναι αντικειμενικός παράγοντας και δεν προκαλείται από τη δράση των κομμουνιστών. Οπως άλλωστε αναφέρει και ο Β. Ι. Λένιν στο έργο του: «Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς»: «Για έναν μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση, μα κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι -μιλώντας γενικά- τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; […] 1) Η αδυναμία των κυρίαρχων δυνάμεων να διατηρήσουν σε αναλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους […] 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών, […]. Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται ούτε από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων αλλά ούτε από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων η επανάσταση, κατά γενικό κανόνα δεν μπορεί να γίνει. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι εκείνο που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση»41.

Κατά συνέπεια όλα τα σχέδια πρόκλησης επαναστατικής κρίσης είναι «αριστερίστικα» σχέδια επί χάρτου και τυχοδιωκτισμοί.

Δεύτερο: Από την Πολιτική Απόφαση, γίνεται φανερό ότι το ΝΑΡ απορρίπτει τη λενινιστική θεωρία για το Κόμμα νέου Τύπου και ουσιαστικά υιοθετεί μικροαστικές ελευθεριακές απόψεις για την οργάνωση: «Ως NAP έχουμε υιοθετήσει μια νέα αντίληψη για το επαναστατικό υποκείμενο, στο οποίο θεωρούμε ότι συνεισφέρουν η κομμουνιστική οργάνωση, το αντικαπιταλιστικό μέτωπο και η ριζοσπαστική πτέρυγα του κινήματος της εργατικής τάξης»42.

Ετσι λοιπόν σύμφωνα με το ΝΑΡ «η κομμουνιστική οργάνωση» εξισώνεται με κινηματικές οργανώσεις, οι οποίες «συνεισφέρουν» εξίσου στην επαναστατικοποίηση της συνείδησης της εργατικής τάξης. Για να ενισχύσει ακόμα περισσότερο αυτή την άποψη το ΝΑΡ υποστηρίζει το αυθόρμητο της διαμόρφωσης αντικαπιταλιστικής συνείδησης και δράσης της εργατικής τάξης: «Η αντικαπιταλιστική τάση - δράση της τάξης είναι το έδαφος στο οποίο δίνεται η μάχη για τη συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου. Στρέφεται "αυθόρμητα" αλλά αντικειμενικά κατά του συστήματος. Είναι ο κρίκος σύνδεσης των κομμουνιστών με την πλειοψηφία της τάξης… Με το δικό της τρόπο παράγει πολιτική και ιδεολογία, ενισχύει την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης»43.

Ομως η ιστορία του εργατικού κινήματος δεν επιβεβαιώνει την αυθόρμητη απόκτηση αντικαπιταλιστικής συνείδησης ούτε το ενιαίο του βαθμού συνειδητοποίησης μεταξύ των τμημάτων της εργατικής τάξης.

«Η οργάνωση του επαναστατικού αγώνα σε όλα τα επίπεδα εκφράζεται με την μετατροπή του επιμέρους και συγκυριακού αγώνα σε συνολικό πολιτικό αναπτυσσόμενο αγώνα»44.

Το ΝΑΡ αρνείται το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, δηλαδή ως οργάνωσης που αποτελείται από τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία της τάξης, ως φορέα συνένωσης της επαναστατικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα που έχει καθήκον τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αυτό το καθήκον ανήκει μόνο στο κομμουνιστικό κόμμα γιατί η επαναστατική, ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται ούτε ενιαία ούτε αυθόρμητα. Αυθόρμητα η εργατική τάξη δε φτάνει στον αντικαπιταλιστικό αλλά μόνο στον οικονομικό αγώνα, δηλαδή στη διεκδίκηση καλύτερων όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, διεκδίκηση καλύτερων όρων εκμετάλλευσης. Η συνειδητά σχεδιασμένη πάλη για την απαλλαγή από την εκμετάλλευση είναι το καθήκον που εκπληρώνει μόνο το κομμουνιστικό κόμμα, γι’ αυτό διαφέρει από όλες τις άλλες οργανώσεις της εργατικής τάξης (συνδικάτα κλπ.). Απαιτεί ειδικού τύπου λειτουργία και επαναστατικά χαρακτηριστικά (Κόμμα Νέου Τύπου) για να ανταποκριθεί σε αυτό το καθήκον.

Φυσικό επακόλουθο της άρνησης του ΝΑΡ για το κομμουνιστικό κόμμα ως ιδεολογική, πολιτική, οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τάξης είναι η πολεμική του στη συγκρότηση του Κόμματος Νέου Τύπου που αποτελεί το ΚΚΕ: «Το "κόμμα φρούριο" που υλοποιεί το ΚΚΕ όχι μόνο δεν μπορεί να αναπτύξει τις επαναστατικές δυνατότητες της εργατικής τάξης, αλλά δεν έχει καν την ίδια ελκτικότητα με παλιότερα»45.

Τρίτο: Παρόλο που το ΝΑΡ ουσιαστικά αξιοποιεί τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις για να στοιχειοθετήσει την άποψή του για νέο καπιταλιστικό στάδιο για τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό» πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το ζήτημα της αντιπαράθεσης με τις αναδιαρθρώσεις το αποσυνδέει από το ζήτημα της πάλης για την εξουσία. Ετσι αναφέρεται: «Το ΑΕΜ εμπεριέχει όλους τους αμυντικούς αγώνες και στόχους που είναι αναγκαίοι για την αποτροπή της φυσικής και ηθικής φθοράς της εργατικής τάξης που επιφέρουν η αστική επίθεση και γενικότερα η αντιδραστική ανάπτυξη του ολοκληρωτικού καπιταλισμού»46.

Φυσικά και θα πρέπει το κίνημα να διεκδικεί την υπεράσπιση κατακτήσεων, δικαιωμάτων, ακόμα και προσωρινά μέτρα βελτίωσης της ζωής των εργαζομένων. Ομως αν αυτή η «άμυνα» δε συνδέεται με στόχους - κρίκους σε μια ενιαία γραμμή ταξικής πάλης σε αντίθεση με κάθε μορφή αστικής διαχείρισης, στην προοπτική της εξουσίας, τότε οδηγεί στην ενσωμάτωση. Βέβαια το ΝΑΡ στα λόγια διαπιστώνει ότι: «Αν οι εργαζόμενοι παλεύουν αποκλειστικά για ρεφορμιστικά αιτήματα, με περιεχόμενο και με μορφές πάλης που εγκλωβίζονται στα ολοένα και πιο ασφυκτικά πλαίσια της αστικής νομιμότητας, ο αγώνας τους γίνεται ενσωματώσιμος και η συνείδησή τους ρεφορμιστική»47.

Η σωστή διαπίστωση ότι στις σημερινές συνθήκες η πάλη για οικονομικές διεκδικήσεις φέρνει πιο εύκολα στο προσκήνιο το ζήτημα της κυρίαρχης πολιτικής και της εξουσίας, «εκφυλίζεται» στο επίπεδο ότι κάθε οικονομική πάλη παίρνει «αυθόρμητα» αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά48.

Στην πράξη δε συγκροτούν κανένα πλαίσιο στόχων πάλης και διεκδικήσεων που να αναδεικνύει την αναγκαιότητα για μια άλλη εξουσία. Προφανώς όμως η επαναστατικοποίηση της συνείδησης δεν έρχεται ούτε με την επαναστατική λογοκοπία ούτε μόνο με την προβολή ανεβασμένων μορφών πάλης. Η αντίληψη του ΝΑΡ «ανοίγει το παράθυρο» στην ουτοπική αποπροσανατολιστική άποψη ότι υπάρχει δυνατότητα ανατροπής της στρατηγικής του κεφαλαίου χωρίς να τίθεται ζήτημα εξουσίας. Ετσι η πολιτική του κυριαρχείται από το μικροαστικό πανικό μπροστά στις αναδιαρθρώσεις και επικεντρώνεται στην απόκρουσή τους, ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού κινήματος «γιατί η διαμόρφωση μιας αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και η κομμουνιστική επαναθεμελίωση δεν μπορεί να γεννηθεί αν ο οδοστρωτήρας της αστικής επίθεσης ισοπεδώσει κάθε ίχνος δικαιώματος, κατακτήσεων, συλλογικότητας, αμφισβήτησης κι αντίστασης»49.

Οι παραπάνω αντιλήψεις αποτελούν τη βάση της επίθεσης στο ΚΚΕ, ότι αρνείται τη δυνατότητα νίκης στο σήμερα. Παρόμοιες άλλωστε απόψεις εκφράζονται και από τις ομάδες των Συσπειρώσεων. Η πολιτική αυτή αντίληψη που χαρακτηρίζει την τακτική αυτών των δυνάμεων οδηγεί στην υιοθέτηση «στενών» και ορισμένες φορές συντεχνιακών στόχων πάλης, αλλά και στόχων πάλης που, ενώ εμφανίζονται ως «επαναστατικές», επί της ουσίας χωράνε στα πλαίσια της αντιλαϊκής διαχείρισης, π.χ. η απάντηση στους ταξικούς φραγμούς δε συνδέεται με το ζήτημα της ανατροπής της εξουσίας της αστικής τάξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αλλά με την ελεύθερη πρόσβαση σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, αίτημα υλοποιήσιμο στα πλαίσια των κατευθύνσεων της ΕΕ. Σε αυτά τα πλαίσια αυτές οι δυνάμεις δε δίστασαν να στηρίξουν καθαρά αντιδραστικές αλλαγές. Για παράδειγμα στις σχολές του Πολυτεχνείου υποστήριξαν αλλαγές σε προγράμματα σπουδών που κινούνται στα πλαίσια των αλλαγών στη δομή και το περιεχόμενο σπουδών που βάζουν οι κατευθύνσεις της Μπολόνια. Αυτές οι δυνάμεις με την τακτική τους -παρά τις όποιες επαναστατικές διακηρύξεις τους- ουσιαστικά βάζουν από την πίσω πόρτα την αντίληψη των «ρεαλιστικών στόχων πάλης» στο όνομα της ενότητας, της λεγόμενης «νικηφόρας τακτικής» κλπ., σπέρνοντας αυταπάτες για εύκολες νίκες του κινήματος και ήττες της κυβέρνησης υπονομεύοντας τη συνέχεια και τη διάρκεια του κινήματος.

Οι προαναφερόμενες απόψεις οδηγούν στην πράξη σε λογικές ενσωμάτωσης στα πλαίσια του «μπλοκ» των δυνάμεων του «αντινεοφιλελεύθερου μετώπου» και στη γειτνίαση με δυνάμεις του σύγχρονου δεξιού οπορτουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας.

Στην εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής στο 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ: «Οι αριστερόστροφες διαφοροποιήσεις (του ΣΥΝ) κυρίως σε επίπεδο ύφους και δευτερευόντως σε επίπεδο πολιτικής ουσίας μετά την πρόσφατη αλλαγή ηγεσίας του, ανοίγουν ένα παράθυρο αντικαπιταλιστικής επικοινωνίας, κοινής δράσης και πολιτικού διαλόγου κυρίως με τα εργατικά τμήματα της βάσης του»50. Η θέση αυτή σηματοδοτεί το φλερτάρισμα του ΝΑΡ (χαρακτηριστικό και άλλων αριστερίστικων ομάδων) με την «ενότητα της αριστεράς», κάτι που υλοποιείται και με τη συνεργασία με τις δυνάμεις του ΣΥΝ ή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά χώρους (φοιτητές, εκπαιδευτικούς, μισθωτούς μηχανικούς κλπ.). Η παραπάνω θέση ενισχύει αυταπάτες για το ρόλο του Συνασπισμού, παίζοντας επί της ουσίας το παιχνίδι των ελιγμών της ηγεσίας του, που αποσκοπούν στην ανανέωση του «αριστερού του προφίλ» με στόχο την άσκηση πιο αποτελεσματικά του ρόλου του ως «αριστερού» αναχώματος του συστήματος. Δεν είναι άλλωστε κρυφό ότι ορισμένα στελέχη του ΝΑΡ φλερτάρουν ανοιχτά με το ΣΥΝ και το ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που παλιότερα το έκαναν και σε σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα πλαίσια της εσωκομματικής αντιπαράθεσης μέσα στο ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1990, δυνάμεις του ΝΑΡ έβλεπαν θετικά την κίνηση του Τσοχατζόπουλου στο 3ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 1996.

Βέβαια φαίνεται ότι οι αυταπάτες για το ΠΑΣΟΚ συνεχίζουν να υπάρχουν στις δυνάμεις του ΝΑΡ. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο του Γιάννη Ελαφρού στο «ΠΡΙΝ», 3.12.2006 51. Το άρθρο κάνει κριτική σε διάφορες «αντιπολιτευτικές» τάσεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ ότι δεν μπορούν να εκφράσουν «αριστερή στροφή», αφού οι κινήσεις Βενιζέλου χαρακτηρίζονται ως «αποσπασματικές» και το μόνο που απ’ ό,τι φαίνεται «βαραίνει» τη λεγόμενη «Αριστερή Πρωτοβουλία» είναι πως ευθύνεται για τη στήριξη του Γ. Παπανδρέου. Το άρθρο συνεχίζει αναφερόμενο με θετικό τρόπο στην «πρωτοβουλία» της ΠΑΣΠ ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16, εξηγώντας ότι: «Οι διαφοροποιήσεις θα είναι πιο έντονες όπου υπάρχει αριστερή παρέμβαση και αγωνιστική δυναμική». Το άρθρο αναφέρεται στο ΠΑΣΟΚ σαν να μην έχει μεσολαβήσει μια 30χρονη πορεία στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση στήριξης των στρατηγικών επιλογών της άρχουσας τάξης με ειδική συμβολή στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος. Και έτσι καταλήγει ότι: «Το στοίχημα είναι εάν ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ θα υποταχθεί στη δεξιά μετάλλαξη και θα μείνει ενσωματωμένος ή ένα δυναμικό της βάσης θα αντιδράσει, θα περάσει σε αριστερές θέσεις και στην Αριστερά» και γι’ αυτό το λόγο «Χρειάζεται προσανατολισμός, ανοικτή ενωτική λογική στη βάση του κινήματος και όχι τεχνητοί φραγμοί». Ετσι ενώ είναι σωστές οι διαπιστώσεις ότι η κρίση του ΠΑΣΟΚ οφείλεται στην αντιλαϊκή πολιτική του, στη δυσκολία διαφοροποίησης από τη ΝΔ -κρίση που σε ένα βαθμό αντιμετώπισε και η ΝΔ την περίοδο που ήταν αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ- αποσπάται η προσοχή από το κύριο: τα τμήματα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα με βάση την κοινωνική ταξική τους θέση -κάτι που αφορά και τις λαϊκές δυνάμεις που ακολουθούν τη ΝΔ- και όχι με ψεύτικους διαχωρισμούς δεξιά, αντι-δεξιά που αναπαράγουν την ψευδεπίγραφη κατάταξη του ΠΑΣΟΚ στις «αριστερές», «προοδευτικές» δυνάμεις της χώρας. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι οι επιμέρους διαφοροποιήσεις στελεχών του ΠΑΣΟΚ σε ζητήματα διαχείρισης, που δεν ανατρέπουν τον αντεργατικό και αντιλαϊκό άξονα της πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου, ούτε και οι τακτικές κινήσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αλλωστε και αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση νέων μηχανισμών ενσωμάτωσης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, όταν δεν αποκαλύπτονται αλλά στηρίζονται από «αριστερές» δυνάμεις.

Στις τελευταίες νομαρχιακές-δημοτικές εκλογές του 2006 επιβεβαιώθηκε το «φλερτάρισμα» με το σύγχρονο δεξιό οπορτουνισμό με συμμετοχή δυνάμεων του ΝΑΡ σε κοινά ψηφοδέλτια με δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, της «Πρωτοβουλίας Διαλόγου για την Ενότητα της Αριστεράς», αλλά και του ΣΥΝ. Στην Αθήνα τέτοιου είδους συνεργασίες είχαμε στο Χαλάνδρι (ΣΥΝ, ΝΑΡ, ΚΟΕ, «Συσπειρώσεις» κλπ.) και στου Ζωγράφου (ΝΑΡ, ΚΟΕ, δυνάμεις του ΣΥΝ, «Συσπειρώσεις»). Ομως και σε άλλες περιπτώσεις χωρίς την ανοιχτή συμμετοχή δυνάμεων του ΣΥΝ, όπως π.χ. στο δήμο Βύρωνα, δήμο Περιστερίου, δήμο και στη Νομαρχία Ιωαννίνων, στην Πάτρα και στη Νομαρχία Αχαΐας, στη Νομαρχία Ηλείας η συνεργασία με δυνάμεις που συμμετέχουν στο ΣΥΡΙΖΑ, την «Πρωτοβουλία Διαλόγου για την ενότητα της Αριστεράς» και το «Κοινωνικό Φόρουμ» (όπως π.χ. ΑΚΟΑ, ΚΟΕ, ΔΕΑ, «Κόκκινο», ΚΕΔΑ κλπ.), φανερώνει γενικότερες διεργασίες σε αυτή την κατεύθυνση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα αυτές οι κινήσεις έγιναν και αποδέκτες της δημόσιας στήριξης από δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας.52

Στις μετεκλογικές αναλύσεις του ΝΑΡ για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές η συμμαχία με δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ κρύβεται επιμελημένα. Διακρίνεται μάλιστα και μια ανησυχία για τη διαμορφούμενη πρόταση του λεγόμενου «κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ», στον οποίο μια αρθρογραφία που προέρχεται από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα από την εφημερίδα «Εποχή», δε διστάζει να συμψηφίσει και τα σχήματα που στήριξε το ΝΑΡ. Ταυτόχρονα φαίνεται να υπάρχουν πολλές αντιφάσεις στο πώς αντιμετωπίζει το ΝΑΡ την πολιτική του ΣΥΝ στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Ετσι, ενώ από τη μια σε άρθρα του «ΠΡΙΝ» γίνεται κριτική στην πολιτική του ΣΥΝ για κεντροαριστερές συνεργασίες, από την άλλη μετεκλογικά υπάρχουν δημοσιεύματα όπως αυτό που θριαμβολογεί για τη νίκη του Κορτζίδη στο Ελληνικό53. Την ίδια περίοδο φιλοξενείται «όλως τυχαίως» συνέντευξη του μέλους της Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ Νίκου Χουντή, με τον πηχυαίο τίτλο: «Στόχος η ευρύτερη συσπείρωση των αριστερών»54.

Το ΝΑΡ «θριαμβολογεί» για την «επιτυχία» της λεγόμενης «ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς» στις εκλογές, μια «επιτυχία» στην οποία περιέργως δίνουν μεγάλη έμφαση και δημοσιεύματα του αστικού τύπου.

Χαρακτηριστικό της θριαμβολογίας είναι άρθρο του «ΠΡΙΝ» στις 28.10.2006 -μάλιστα προειδοποιώντας τους αναγνώστες του να μην αποκοιμηθούν από τις αισιόδοξες προβλέψεις των αντιπάλων- το οποίο αξιοποιεί δημοσίευμα του «Κόσμου του Επενδυτή» που αναφέρει: «Υστερα από μερικά χρόνια όμως και εφόσον το ΠΑΣΟΚ και τα επίσημα κόμματα της Αριστεράς δεν καταφέρουν να ενσωματώσουν πολιτικά και να εκφράσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, ίσως τα σημερινά φαινόμενα να αποτελέσουν το προζύμι ενός αριστερού γαλαξία α λα Γαλλία»55.

Μάλλον το ΝΑΡ είναι έτοιμο να αποδεχτεί το ρόλο που του επιφυλάσσει το σύστημα στην αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στυλ Γαλλίας, δηλαδή στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός δήθεν «αντικαπιταλιστικού πολιτικού μπλοκ» που θα ενσωματώνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, χωρίς να αποτελεί ουσιαστική απειλή για το αστικό πολιτικό σύστημα. Στη Γαλλία τέτοιο ρόλο έπαιξαν οι τροτσκιστές, αξιοποιώντας την οπορτουνιστική μετάλλαξη του Γαλλικού ΚΚ. Σήμερα αυτές οι δυνάμεις συνεργάζονται με τα πιο δεξιά στοιχεία στο Γαλλικό ΚΚ στο όνομα του αντινεοφιλελεύθερου μετώπου. Προφανώς αυτή η προσπάθεια στην Ελλάδα θα απαιτεί απαραίτητες προσαρμογές, αφού το ΚΚΕ δεν είναι ΚΚ Γαλλίας. Οταν λοιπόν αποδέχονται έναν τέτοιο ρόλο, αυταπατώνται ότι μπορούν να τον φέρουν εις πέρας χωρίς στο «προζύμι» να μπει η «μαγιά» του ΣΥΡΙΖΑ και δυνάμεων γύρω από αυτόν.

 

 ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

 Οι «αριστερές» οπορτουνιστικές ομάδες και ιδιαίτερα τα ΕΑΑΚ στο φοιτητικό κίνημα και οι «Παρεμβάσεις» στους εκπαιδευτικούς στις οποίες συμμετέχουν οι δυνάμεις του ΝΑΡ, είχαν ιδιαίτερο ρόλο στη στήριξη της κεντροαριστερής συνεργασίας των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ στα πανεπιστήμια, σε φοιτητές και καθηγητές κατά τη διάρκεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων, αλλά και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις πρόσφατες απεργιακές κινητοποιήσεις.

Στο φοιτητικό κίνημα έδωσαν ένα «αριστερό» και «υπερεπαναστατικό» άλλοθι στην τακτική του ΠΑΣΟΚ που επεδίωκε πολλαπλούς στόχους: αντικυβερνητική διαμαρτυρία, απόκρυψη της δικής του ουσιαστικής στρατηγικής σύμπλευσης, ανασχετική παρέμβαση σε μια πραγματική αναζωογόνηση του φοιτητικού κινήματος. Επί της ουσίας συγκροτήθηκε ένα «ενιαίο μέτωπο» με τα εξής χαρακτηριστικά:

- Επεξεργασμένη αντιπαράθεση με την τακτική του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στο φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα και την προσπάθειά τους οι κινητοποιήσεις να δένονται σε στόχους διεκδίκησης μιας παιδείας των λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων. Στόχος να εμφανίσουν τις δυνάμεις της ΚΝΕ απομονωμένες, ότι δεν ενδιαφέρονταν για τους αγώνες, ότι επεδίωκαν στενά «κομματικά» οφέλη.

- Απολυτοποίηση της κατάληψης ως μορφής πάλης και επικέντρωση σε εμφανείς αιχμές των νομοσχεδίων, αφήνοντας στο απυρόβλητο την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής δημιουργώντας αυταπάτες για εύκολες και γρήγορες νίκες, μεθοδεύοντας νέες εκφυλιστικές δομές του φοιτητικού κινήματος.

- Υποκριτική γραμμή «παραμερισμού διαφορών για το καλό του κινήματος», που συγκάλυπτε τη συγκυριακή σύμπτωση ετερόκλητων επιδιώξεων. Το ΠΑΣΟΚ επιδίωξε τη διαμόρφωση ανέξοδου αγωνιστικού προφίλ στα πλαίσια της αντιπολιτευτικής του τακτικής. Ο ΣΥΝ προσπάθησε να προωθήσει την οπορτουνιστική τακτική της «ενότητας της αριστεράς» στα πανεπιστήμια. Τα ΕΑΑΚ και κάποιες αναρχοαυτόνομες ομάδες, την αναζωογόνηση των δυνάμεών τους και την αντιμετώπιση της πίεσης που τους ασκεί η δράση της ΚΝΕ.

Η τακτική αυτή επαναλήφθηκε στους εκπαιδευτικούς με τη σύναψη κεντροαριστερής, αντιδεξιάς συνεργασίας ανάμεσα στις παρατάξεις («Παρεμβάσεις») που συμμετέχουν ΝΑΡ και «Συσπειρώσεις» (μαζί και άλλες «αριστερίστικες» ομάδες π.χ. «ΜΛ-ΚΚΕ») στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση μαζί με την ΠΑΣΚ (ΠΑΣΟΚ) και τη «Συνεργασία» (ΣΥΝ). Ουσιαστικά αυτές οι δυνάμεις συναίνεσαν στην -κατ’ απαίτηση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ- διαμόρφωση ενός διεκδικητικού πλαισίου που δε θίγει βασικές πλευρές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ετσι στα πλαίσια που ψηφίστηκαν σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ δε γίνεται καμία αναφορά στο ζήτημα της αποκέντρωσης, προτείνουν προαιρετικότητα και όχι την κατάργηση της ευέλικτης ζώνης, δε βάζουν πουθενά το ζήτημα της κατάργησης του ανισότιμου σχολικού δικτύου Γενικής - Επαγγελματικής εκπαίδευσης, δε θέτουν το ζήτημα κατάργησης της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ενώ δεν ασχολούνται καθόλου με το αντιδραστικό αντιεπιστημονικό περιεχόμενο των νέων βιβλίων στα δημοτικά και στα γυμνάσια. Ουσιαστικά το πλαίσιό τους αποτελείται από αιτήματα που είναι ενσωματώσιμα στα πλαίσια του σχολείου που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ - ΟΟΣΑ - βιομηχάνων (όπως π.χ. το αίτημα για αύξηση των δαπανών στο 5% του ΑΕΠ). Το σκεπτικό τους αποπροσανατολίζει από τις πραγματικές αιτίες των οξυμένων προβλημάτων της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, αποκρύπτοντας τόσο τις κατευθύνσεις της ΕΕ για την παιδεία όσο και την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, την οποία συνεχίζει η κυβέρνηση της ΝΔ. Η στήριξη των αριστεριστών στους ελιγμούς τόσο του ΠΑΣΟΚ που επιδίωξε σε προεκλογική περίοδο να αξιοποιήσει τις κινητοποιήσεις για να κερδίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, όσο και του ΣΥΝ που στόχευε στην ανανέωση του ψευτο-αγωνιστικού του «προφίλ», είναι ακόμα πιο αποκαλυπτική στις Γενικές Συνελεύσεις των Συλλόγων και των ΕΛΜΕ. Εκεί, ενώ μπορούσαν να βάζουν ένα πιο προωθημένο πλαίσιο πάλης, όχι μόνο δεν είχαν τέτοια κατεύθυνση, αλλά επιτέθηκαν και στην προσπάθεια που έκαναν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ να ζυμώσουν και να βάλουν για ψήφιση ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαίσιο αιτημάτων που να στρέφεται με σαφήνεια ενάντια στην πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση.56

Η επίθεση στις ταξικές δυνάμεις στο συνδικαλιστικό-εργατικό κίνημα και το ΠΑΜΕ αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της τακτικής των αριστερίστικων ομάδων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι χαρακτηριστική η εκτίμησή τους ότι το ΠΑΜΕ αποτελεί «αποτυχημένη λογική»57 και ότι «διαλέγει το δρόμο της απομόνωσης… αντιμετωπίζει τις κινητοποιήσεις μόνο ως μοχλό πολιτικής καταγραφής και εκλογικής ενίσχυσης, προβάλλοντας τη λογική ότι σήμερα κανένας αγώνας δεν μπορεί να νικήσει, οδηγεί στην ηττοπάθεια τους εργαζόμενους, ενώ σε ομοσπονδίες που συμμετέχουν σε αυτό υπογράφουν συμβάσεις στα ίδια επίπεδα με τη ΓΣΕΕ»58.

Η αντιπαράθεση όμως με το ΠΑΜΕ και το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα παίρνει αρκετές φορές χαρακτήρα προβοκάτσιας:

«Το μεροκάματο αυτό υπογράφεται για πέντε ημέρες την εβδομάδα και αν το διαιρέσουμε δια έξι, όπως πρέπει μετά το πενθήμερο, τότε θα δούμε ότι το μεροκάματο της σύμβασης των Οικοδόμων βρίσκεται πολύ κοντά στη Σύμβαση που υπογράφει η ΓΣΕΕ: 0,77 λεπτά αύξηση η ΓΣΕΕ, 1,9 ευρώ η Ομοσπονδία Οικοδόμων»59.

Στο στόχαστρο της επίθεσης των στελεχών του ΝΑΡ μπαίνει η Ομοσπονδία Οικοδόμων - πανελλαδικά από τις λίγες με ταξικό προσανατολισμό - που ηγήθηκε αλλεπάλληλων αγώνων για να «σπάσει» τη συλλογική σύμβαση που επέβαλε ο εργοδοτικός συνδικαλισμός της ΓΣΕΕ. Γίνονται επικριτές του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, κατασκευάζοντας συνειρμούς ταύτισής του με το συμβιβασμένο συνδικαλισμό, παραβλέποντας την επίδραση που έχει στην αποτελεσματικότητα των αγώνων ο γενικότερος αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα, λόγω κυριαρχίας των συμβιβασμένων και εργοδοτικών δυνάμεων (ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - Αυτόνομη Παρέμβαση). Ετσι δίνουν τροφή στον εργοδοτικό συνδικαλισμό σε βάρος του ταξικού ρεύματος στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Η επιλογή αντιπαράθεσης με το ΠΑΜΕ ουσιαστικά ρίχνει νερό στο μύλο του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Αλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι δυνάμεις έχουν επιλέξει στις ταξικές ομοσπονδίες και τα συνδικάτα να παίζουν τον κύριο ρόλο της αντιπολίτευσης. Το χτύπημα του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος από τα «αριστερά» είναι βασικό χαρακτηριστικό του αριστερισμού και πολύ χρήσιμο για τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.

Τα παραπάνω παραδείγματα αποδεικνύουν ότι η «ανίερη συμμαχία» αυτών των δυνάμεων με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του δεξιού οπορτουνισμού δεν έχει τυχαίο ή συγκυριακό χαρακτήρα, αλλά είναι βασικό στοιχείο της τακτικής τους στο συνδικαλιστικό κίνημα.

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΚΚΕ

 Η επίθεση αυτών των ομάδων ενάντια στο ΚΚΕ είναι αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα τους ως φορέων της μικροαστικής ιδεολογίας. Η επίθεση έχει κύριο χαρακτηριστικό τη συνειδητή διαστρέβλωση60 των προγραμματικών θέσεων και της πολιτικής του ΚΚΕ.

Βασικό στοιχείο της διαστρέβλωσης είναι ότι το Κόμμα με τον όρο «Λαϊκή Εξουσία» επί της ουσίας τοποθετεί ένα στάδιο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό και ότι επιδιώκει μέσω του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου συμμαχία με τμήματα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης.

Το Πρόγραμμα όμως του ΚΚΕ και οι αποφάσεις των συνεδρίων του είναι σαφείς: «Στην εποχή μας, εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η πάλη των τάξεων κατευθύνεται στη λύση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας. Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική»61. Τα ντοκουμέντα μάς διευκρινίζουν ότι για το ΚΚΕ η «Λαϊκή Εξουσία» και η «Λαϊκή Οικονομία» είναι η δικτατορία του προλεταριάτου και η σοσιαλιστική οικονομία, που όμως δεν θεωρεί την αποδοχή αυτών των θέσεων ως προϋπόθεση για τη συμμαχία με μικροαστικά στρώματα.62

Η κριτική που κάνουν στο Κόμμα και στην ΚΝΕ για την τακτική τους στο κίνημα αναπαράγει τις βασικές «γραμμές» της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, κυρίως αυτής που προέρχεται από τα σοσιαλδημοκρατικά και κεντροαριστερά επιτελεία και τα αντίστοιχα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ όπως:

- Ολη η ιστορική πορεία του Κόμματος είναι μια πορεία προδοσίας της ηγεσίας προς τη βάση του, των πλατιών λαϊκών μαζών που το ακολουθούσαν, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ δεν ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη αγώνων αλλά για το καπέλωμά τους κλπ.

- Η επίθεση στο ΚΚΕ σε σχέση με το σοσιαλισμό επικεντρώνεται σε δύο βασικά ζητήματα: Την υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλιστικού συστήματος στον 20ό αιώνα (τα εκμεταλλευτικά και γραφειοκρατικά καθεστώτα σύμφωνα με το ΝΑΡ) και στην προβολή της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, όπως αποδεικνύεται από τις θεωρητικές θέσεις του επιστημονικού κομμουνισμού που θεμελίωσαν οι Μαρξ-Ενγκελς (και όχι ως αναρχοαυτόνομη ακίνδυνη καρικατούρα που φαντασιώνεται το ΝΑΡ). Σε αυτή την περίπτωση το ΝΑΡ και οι άλλες αριστερίστικες ομάδες, στο όνομα της υπεράσπισης του κομμουνισμού, ταυτίζονται με μια σειρά αστικές και μικροαστικές δυνάμεις που προσπαθούν να πείσουν ότι ο σοσιαλισμός είτε δεν υπήρξε ποτέ στον 20ό αιώνα είτε δεν έχει καμία σχέση με αυτό που υπήρξε και έτσι έμμεσα συνηγορούν σε όλη την αντικομμουνιστική προπαγάνδα που ξεδιπλώνεται (π.χ. σταλινικά εγκλήματα κλπ.). Κυρίως υπονομεύουν την επικαιρότητα και τη ρεαλιστικότητά του, δίνοντας «ουτοπικό χαρακτήρα» στο σοσιαλισμό και αρνούμενοι βασικά χαρακτηριστικά του (π.χ. δικτατορία του προλεταριάτου).

- Συμμετέχουν στην επίθεση στο ζήτημα της «ενότητας», η οποία παίρνει πολλές παραλλαγές (π.χ. όλοι μαζί ενάντια στη ΔΑΠ στις Γενικές Συνελεύσεις κλπ.) και ουσιαστικά αναπαράγει την αντίληψη περί «ενότητας της αριστεράς» (στην οποία χωράει και το ΠΑΣΟΚ) ή «ενότητας στο πρόβλημα».

Επί της ουσίας αποτελεί άσκηση πίεσης για άμβλυνση βασικών αιχμών της πολιτικής παρέμβασης των κομμουνιστών μέσα στο κίνημα για συσπείρωση σε αγωνιστική κατεύθυνση με αντιμονοπωλιακά και αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Αυτή η τακτική διευκολύνει τη σοσιαλδημοκρατία και το σύγχρονο δεξιό οπορτουνισμό, οι οποίοι προσπαθούν πάντα μέσα από «κινηματικές διαδικασίες» να αναβαπτίζονται και να ανανεώνουν την πολιτική τους επιρροή, τη δυνατότητά τους να ενσωματώνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, συγκαλύπτοντας τη στήριξή τους σε στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου.

- Τέλος, μια σημαντική κατηγορία που στρέφεται ενάντια στο ΚΚΕ -όπως αναφέραμε σε προηγούμενο σημείο- είναι πως το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι οι αγώνες δεν μπορούν να νικήσουν σήμερα και ότι ενδιαφέρεται μόνο για τα κομματικά του οφέλη. Επί της ουσίας η επίθεση στρέφεται ενάντια στην προσπάθεια του ΚΚΕ για πιο διευρυμένη και σταθερή οργάνωση των μαζών, με δομές ικανές να εξασφαλίζουν τη συνέχεια στην πάλη, την πείρα για τη συνειδητοποίηση της ανάγκης ανατροπών σε πολιτικό επίπεδο. Μόνο μέσα από τέτοια γραμμή πάλης μπορούν να έρθουν υποχωρήσεις και απόσπαση προσωρινών κατακτήσεων στις σημερινές συνθήκες, να εξασφαλίζεται η συνέχεια και η διάρκεια του κινήματος και όχι η ανώδυνη για το σύστημα εκτόνωσή του. Επιτίθενται με πείσμα στο ζήτημα που βάζουν ανοικτά και ξεκάθαρα οι δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για απεγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων όχι μόνο από τα αστικά πολιτικά κόμματα αλλά και από τα αναχώματα του οπορτουνισμού με αλλαγή συσχετισμών σε κλαδικό, τοπικό και εθνικό επίπεδο. Επί της ουσίας η επίθεση στρέφεται ενάντια στην προσπάθεια για πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης, των νέων από εργατικές οικογένειες, για την ανάπτυξη της ταξικής τους συνείδησης, για τη συγκρότηση μάχιμης συμμαχίας με τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο σύγχρονος «αριστερός» οπορτουνισμός στην Ελλάδα αποτελεί ένα μικροαστικό ρεύμα ακίνδυνο για το αστικό πολιτικό σύστημα. Οι δυνάμεις του σύγχρονου αριστερισμού, με αιχμή αντιπαράθεσης το ΚΚΕ, δε διστάζουν να διαπραγματεύονται τη θέση τους με τη σοσιαλδημοκρατία και το δεξιό οπορτουνισμό. Αποτελούν πρόθυμους συμμάχους στη στήριξη των «αντινεοφιλελεύθερων μετώπων», ιδιαίτερα στους χώρους της νεολαίας και των μισθωτών επιστημόνων. Η αντιπαράθεση με το σύγχρονο «αριστερό» οπορτουνισμό προϋποθέτει βαθιά αφομοίωση της στρατηγικής του Κόμματος και έχει ιδιαίτερη σημασία ειδικά σε συνθήκες ριζοσπαστικοποίησης τμημάτων της νεολαίας και των νέων εργαζομένων.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Κύριλλος Παπασταύρου είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Βλέπε: Β. Ι. Λένιν: «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

2. «Διαμορφώθηκαν έτσι δύο άτυπα αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα μέσα στην ΚΕ, που προκάλεσαν διαδοχικά προβλήματα τα τελευταία χρόνια στο Κόμμα». Ντοκουμέντα του 14ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, σελ. 155, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ.

3. Το ΝΑΡ στην αρχή της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία αναπαρήγαγε όλη την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα περί «εθνοκάθαρσης» που αποσκοπούσε στην αιτιολόγηση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το φθινόπωρο του ’98, λίγους μήνες πριν την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, τα ΕΑΑΚ κυκλοφόρησαν αφίσα με σύνθημα: «Ο Μιλόσεβιτς σφάζει Αλβανούς στο Κόσσοβο - ΗΠΑ και Γερμανία σιωπούν».

4. Για το «Μαρξιστικό δομισμό» βλέπε: Κ. Ιωαννίδη, «Ιδεολογική αντιπαράθεση στις κοινωνικές επιστήμες». ΚΟΜΕΠ, τ. 4-5/2006.

5. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός και ταξική πάλη».

6. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός και ταξική πάλη».

7. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ στο Πανελλαδικό Σώμα για τη Σύγχρονη Καπιταλιστική κοινωνία 1997.

8. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 1ος τόμος, σελ. 786-787, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

9. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 3ος τόμος, σελ. 553, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

10. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 3ος τόμος, σελ. 551, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

11. Β. Ι . Λένιν: «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού». Απαντα, τόμος 27, σελ. 392, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

12. Β. Ι. Λένιν: «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού». Απαντα, τόμος 27, σελ. 392, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

13. Β. Ι. Λένιν: «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού». Απαντα, τόμος 27, σελ. 392, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

14. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός και ταξική πάλη».

15. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 1ος τόμος, σελ. 526-527, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

16. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός και ταξική πάλη».

17. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός και ταξική πάλη».

18. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός και ταξική πάλη».

19. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής για το 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ, σελ. 45.

20. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τις Διεθνείς Εξελίξεις», 19 Μαΐου 2006, ΚΟΜΕΠ τεύχος Νο 3/2006.

21. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 57.

22. «Για έναν ανθρώπινο δημοκρατικό σοσιαλισμό . Υλικά 28ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ», σελ 311-312, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

23. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 1ο Συνέδριο, κεφάλαιο 5ο: «Για τη φύση και το χαρακτήρα των χωρών του "Υπαρκτού σοσιαλισμού"».

24. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 1ο Συνέδριο, κεφάλαιο 1ο: «Ο τρίτος γύρος του Κομμουνισμού».

25. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 59.

26. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», σελ. 26-27, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

27. Θέσεις της ΠΕ του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 64.

28. Αρθρο με τίτλο: «ΚΚΕ, Στρατηγικό έλλειμμα», εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 27.8.2006.

29. Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 50, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1994).

30. Β. Ι. Λένιν: «Το Χ Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Απαντα, τόμος 43, σελ. 94, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

31. Β. Ι. Λένιν: «Το Χ Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Απαντα, τόμος 43, σελ. 94 -95, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

32. Β. Ι. Λένιν: «Για το δημοκρατισμό και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Σοβιετικής Εξουσίας», Απαντα, τόμος 36, σελ. 481, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

33. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 64.

34. Κ. Μαρξ: «Η Κριτική του προγράμματος της Γκότα», σελ. 21, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1994).

35. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», σελ. 98, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1987).

36. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», σελ. 97, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1987).

37. Αρθρο του Π. Παπακωνσταντίνου, μέλους της Πολιτικής Επιτροπής που ανήκει στη μειοψηφία με τίτλο: «Για την ουσία των πολιτικών μας διαφωνιών» στον προσυνεδριακό διάλογο του «ΠΡΙΝ» (αναδημοσιεύεται στην ηλεκτρονική σελίδα «Πολιτικό Καφενείο»).

38. «Το περιεχόμενο του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου έχει στον πυρήνα του τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και δυνατότητες και την πάλη για ριζική βελτίωση και αλλαγή της θέσης των εργαζομένων και αναπτύσσεται -μέσα από τις καμπές και τη διαλεκτική της ταξικής πάλης- ως την αντικαπιταλιστική επανάσταση, που ανοίγει το δρόμο για την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εκμετάλλευσης. Το περιεχόμενο αυτό «συγκεντρώνεται» σε βασικούς πολιτικούς κρίκους και ταυτόχρονα συγκεκριμενοποιείται με τα αριστερά προγράμματα πάλης στους χώρους ή τα μέτωπα. Αν λείψει μία από τις δύο πλευρές, γίνεται αναποτελεσματικό». (Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο»).

39. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο».

40. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας, η αντικαπιταλιστική επανάσταση και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

41. Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς». Απαντα, τόμος 26, σελ. 220, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

42. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ (σ.σ. νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση: η νεολαία του ΝΑΡ)».

43. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ».

44. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ».

47. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας, η αντικαπιταλιστική επανάσταση και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

48. «Πρόκειται για μια εποχή αντιφατική και συναρπαστική… (όπου)... η αναμέτρηση για το πιο "μικρό" πρόβλημα πολιτικοποιείται και μετατρέπεται σε αναμέτρηση για το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, για τους πυλώνες της αστικής πολιτικής, ακόμη και τις βασικές σταθερές του συστήματος». Πολιτική Απόφαση του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ενας κόσμος νέων δυνατοτήτων και πρωτόγνωρων δυσκολιών».

49. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας, η αντικαπιταλιστική επανάσταση και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

50. Εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής στο 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ, σελ. 12.

51. Εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 3.12.2006, άρθρο Γιάννη Ελαφρού με τίτλο: «ΠΑΣΟΚ: ο μεγάλος ασθενής και η Αριστερά».

52. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δηλώσεις του νομάρχη και επικεφαλής του νομαρχιακού ψηφοδελτίου του ΠΑΣΟΚ στην Αχαΐα Δημήτρη Κατσικόπουλου σε τηλεοπτική εκπομπή του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού «SUPERB», ο οποίος επιτιθέμενος στον υποψήφιο της ΝΑΣ υπέδειξε τον Χατζηλάμπρου υποψήφιο με την παράταξη που υποστήριζαν το ΝΑΡ, η ΚΟΕ και άλλες αριστερίστικες ομάδες ως τη μοναδική επιλογή για όποιο θέλει να ψηφίσει αριστερά(!).

53. «Επίσης η επιτυχία και η εκλογή του Χρήστου Κορτζίδη στο δήμο Ελληνικού, με ποσοστά άνω του 54% στο δεύτερο γύρο, σηματοδοτεί ουσιαστικές εξελίξεις. Η ανεξάρτητη υποψηφιότητά του, με τη στήριξη του Συνασπισμού, αλλά κυρίως ενός μεγάλου κομματιού του λαού του Ελληνικού, στη βάση της μαχητικής στάσης για την επίλυση των τοπικών προβλημάτων μας γεμίζει με αισιοδοξία. Σε ένα δήμο όπου τα συμφέροντα (Αεροδρόμιο - Αγιος Κοσμάς) και ο υπόγειος πόλεμος δεν έχουν όρια, μπαίνουν οι βάσεις για την πραγματοποίηση ουσιαστικών λαϊκών επιδιώξεων». Εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 28.10.2006, άρθρο Θανάση Κάππου με τίτλο: «Αριστερά: πανηγυρισμοί και αποσιωπήσεις».

54. Εφημερίδα «ΠΡΙΝ» 26.11.2006.

55. Εφημερίδα «ΠΡΙΝ» 28.10.2006, άρθρο Γιάννη Ελαφρού με τίτλο: «Το μήνυμα των εκλογών: η αντικαπιταλιστική Αριστερά μπορεί να αναδειχθεί σε πολιτικό ρεύμα».

56. Για περισσότερα στοιχεία βλέπε άρθρα Κυριάκου Ιωαννίδη: «Κλιμακώνουμε για τη νίκη» («Κυριακάτικος Ριζοσπάστης» 1.10.2006) και Σάββα Σάββα: «Ανάγκη η συνέχιση και αναπροσανατολισμός» («Κυριακάτικος Ριζοσπάστης» 22.10.2006).

57. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Για μια μαχητική εργατική αντιπολίτευση».

58. Ανακοίνωση «Παρεμβάσεων - συσπειρώσεων και εργατικών σχημάτων» για την Πρωτομαγιά 2006.

59. Αρθρο Δημήτρη Κάβουρα, εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 11.06.2006.

60. Για παράδειγμα σε άρθρο του Β. Γάτσιου στο «ΠΡΙΝ» 27.08.2006, με τίτλο: «ΚΚΕ Στρατηγικό έλλειμμα», η κριτική που γίνεται στο ΚΚΕ είτε αξιοποιεί παλιότερες επεξεργασίες του Κόμματος, τη στιγμή που έχουν μεσολαβήσει από αυτές τουλάχιστον 12 χρόνια και 3 συνέδρια του ΚΚΕ (15ο - 16ο -17ο) είτε το Πρόγραμμα του Κόμματος ερμηνεύεται αυθαίρετα.

61. Το Πρόγραμμα του ΚΚΕ, Κεφάλαιο Γ: «Ο χαρακτήρας της Επανάστασης. Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο και το πέρασμα στο σοσιαλισμό», σελ. 113, Ντοκουμέντα του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ.

62. «Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι λαϊκή εξουσία είναι η σοσιαλιστική εξουσία. Αυτή μπορεί να αντιμετωπίσει και να απαλλάξει το λαό από τα δεσμά των μονοπωλίων, της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και εξάρτησης. Δε θεωρούμε όμως αυτή τη θέση ως όρο για τη συγκρότηση του Μετώπου, αφού αυτό δε θα συγκροτηθεί στη βάση της συμφωνίας για το σοσιαλισμό. Η κάθε δύναμη του Μετώπου θα διατηρεί τη δική της αντίληψη για το χαρακτήρα της εξουσίας». Απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο», σελ. 98. Ντοκουμέντα του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ.