ΠΤΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ*

Η πορεία μετεξέλιξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η συγκρότηση του εθνικού αστικού (καπιταλιστικού) τουρκικού κράτους, καθώς και οι επιπτώσεις αυτών των διαδικασιών τόσο στον ελληνισμό της επικράτειας αυτής, όσο και σε αυτόν εντός των συνόρων του ελληνικού κράτους είναι από τα ζητήματα που ελάχιστα απασχόλησαν την μαρξιστική ελληνική ιστοριογραφία, με αποτέλεσμα αυτό το πεδίο ιστορικών ερευνών, σχεδόν να μονοπωλείται από τα αστικά ρεύματα όλων των αποχρώσεων, από τους φορείς του κοσμοπολιτισμού μέχρι αυτούς του ακραίου εθνικισμού και ρατσισμού. Πέρα από τις επιμέρους διαφορές τους, κοινή και βασική τους συνισταμένη παραμένει ο ακραίος αντικομμουνισμός, με τη μορφή είτε της αντι-ΚΚΕ προπαγάνδας είτε (και) με την αντισοβιετική μορφή (ιδιαίτερα την «αντισταλινική», παρόλο που η «σταλινική περίοδος» δε συμπίπτει με αυτή που μας απασχολεί).

Καθώς η (διαστρεβλωμένη κατά κύριο λόγο) Ιστορία αποτελεί και βασικό καπιταλιστικό εργαλείο για τη χειραγώγηση των λαϊκών μαζών, διάφοροι ηγετίσκοι των παραπάνω ρευμάτων έχουν αναδειχθεί και σε παρασκηνιακούς ή ακόμα και σε φανερούς μέντορες της προώθησης των πολιτικών επιδιώξεων των αστών ακόμα και σε μικρασιατικούς και ποντιακούς προσφυγικούς συλλόγους και ομοσπονδίες.

Η ανακοπή και απόκρουση της επιρροής τους στα λαϊκά στρώματα επαφίεται κυρίως στις συνεπείς δυνάμεις του λαϊκού και εργατικού κινήματος και στη σταθερή και συντονισμένη δράση τους σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, ειδικά σε αυτούς που οι αστοί θεωρούν «προνομιακούς» για τη δική τους πολιτική παρέμβαση (εκπαιδευτικά ιδρύματα, ΟΤΑ, προσφυγικά σωματεία κλπ.).

Η αποτελεσματικότητα όμως των λαϊκών δυνάμεων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό και από το κατά πόσο έχουν τη δυνατότητα να στηριχθούν και σε μαρξιστικές έρευνες και μελέτες, που σχετίζονται με πτυχές αυτής της ιστορικής περιόδου.

 

ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ ΤΩΝ ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ
ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Περισσότερο θίγονται ζητήματα που ενώ ως αιτίες και ως συνθήκες συνέβαλαν και δυστυχώς συνεχίζουν να συμβάλλουν καθοριστικά στη μαζική εξολόθρευση εθνοτήτων και λαών, τείνουν είτε ενσυνείδητα είτε από αφέλεια να υποτιμούνται, με αποτέλεσμα αυτά τα μαζικά εγκλήματα να αποδίδονται τελικά στην ύπαρξη δήθεν «αιμοσταγών λαών» ή «μισάνθρωπων θρησκειών».

Μια αντικειμενική προσέγγιση της σφαγής των Ελλήνων του Πόντου απαιτεί κατ’ αρχάς την αποστασιοποίησή μας από τις κρατούσες και συνεχώς αναπαραγόμενες αναλύσεις και αντιλήψεις που περιορίζονται κυρίως στην αναγωγή της καταστροφής του ελληνισμού -στην προκειμένη του ποντιακού- σε «φυλετικά» κριτήρια.

Στερεότερα και χρήσιμα ακόμα και για τη σημερινή κατάσταση συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν, αν στο πλαίσιο των ιστορικών ερευνών δοθεί το απαιτούμενο βάρος σε ορισμένες βασικές παραμέτρους του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε ο αφανισμός των Ελλήνων της Τουρκίας. Σε αυτές τις παραμέτρους ανήκουν οπωσδήποτε: α) η διαδικασία διαμόρφωσης έθνους-κράτους από την τουρκική αστική τάξη στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, β) το ήδη τότε διαμορφωμένο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και η διαπάλη στο εσωτερικό του των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, τόσο μεταξύ τους όσο και με μικρότερα καπιταλιστικά κράτη, γ) τα ξεχωριστά συμφέροντα και η δράση της αστικής τάξης των διαφορετικών εθνοτήτων του οθωμανικού και κατοπινά τουρκικού κράτους (στην προκειμένη περίπτωση των Ελλήνων αστών του Πόντου, αλλά και της Κωνσταντινούπολης και της Μ. Ασίας) και δ) ο ρόλος της αστικής τάξης των «μητροπολιτικών» κρατών, στα οποία προσβλέπουν οι αντίστοιχες μειονότητες (στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ελλάδας).

Ειδικά οι δύο τελευταίες παράμετροι τείνουν τελευταία είτε να υποβαθμίζονται επιμελώς είτε ακόμα και να διαγράφονται παντελώς ως αντικείμενα της ιστορικής έρευνας.

 

Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

 Στο κατώφλι του 20ού αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε μαζί με την τσαρική και την αυστροουγγρική τις τελευταίες πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Από αυτές η Οθωμανική παρουσίαζε πολύ πιο έντονα και ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα τόσο στην οικονομική όσο και στην κρατική - πολιτική της διάρθρωση. Την εποχή του εθνικού αστικού κράτους και πολύ περισσότερο την εποχή του περάσματος του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, αυτή η φεουδαρχική κρατική οντότητα αποτελούσε το μεγαλύτερο ίσως αναχρονισμό της εποχής εκείνης. Ηταν αναμενόμενο ότι κάποια στιγμή αυτή η φεουδαρχική εξουσία θα εξελίσσονταν σε σοβαρό εμπόδιο για την εθνική αστική ανάπτυξη τόσο των διάφορων εθνών και εθνοτήτων που υπάγονταν σε αυτήν (Νότιοι Σλάβοι, Αρμένιοι, Αραβες, Ελληνες κλπ.) όσο και ακόμα και των ίδιων των Τούρκων.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδιώκονταν επίμονα η διατήρηση του φεουδαρχικού-απολυταρχικού της χαρακτήρα, με ελάχιστες προσαρμογές. Αυτό οφείλεται στη σύνδεση της στρατηγικής γεωγραφικής της θέσης με τα στρατηγικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και οι ισορροπίες μεταξύ τους επέβαλλαν τη διατήρηση αυτού του μορφώματος κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ακόμα και μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και σε όποια έκταση επέτρεπαν άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι και ο σουλτάνος, ως εκπρόσωπος της φεουδαρχικής τάξης, αξιοποιούσε όσο ήταν δυνατό αυτές τις παγκόσμιες ισορροπίες, ακριβώς για να διατηρήσει και για να ενισχύει την εξουσία του. Στο πέρασμα από το 19ο στον 20ό αιώνα, πέρα από τα στενά του Βοσπόρου, τα πετρέλαια στο Νότο της αυτοκρατορίας ενισχύουν επιπλέον την ήδη ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα της Υψηλής Πύλης στο παζάρι της με τις μεγάλες δυνάμεις (κυρίως της Ευρώπης)[1].Μια ικανότητα που προέρχεται κυρίως από την επιλογή των δυνάμεων αυτών να αποφύγουν την απευθείας μεταξύ τους σύγκρουση, τουλάχιστον για όσο διάστημα δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη η συμμαχία με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε άλλωστε (παρά το φεουδαρχικό της χαρακτήρα) τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά στην Ασία, μετά την Ιαπωνία.

Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι ταξικές αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτής της χώρας. Για παράδειγμα, στις αρχές του 20ού αιώνα η μεγάλη αστική τάξη της χώρας (αριθμητικά σαφώς μικρότερη, αλλά οικονομικά πολύ ισχυρότερη από τα υπόλοιπα τμήματα της αστικής τάξης) αποτελούνταν κυρίως από το εμπορικό κεφάλαιο, που στο μεγαλύτερό του μέρος ήταν ελληνικό, αρμένικο, εβραϊκό και συριακό. Αυτό το χριστιανικό (καθολικό και ορθόδοξο) ελληνικό και αρμενικό τμήμα της αστικής τάξης ήταν κυρίως προσανατολισμένο στη στενή συνεργασία με συγκεκριμένα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία).

Το φαινόμενο αυτό εντάθηκε πολύ περισσότερο μετά την πτώχευση του οθωμανικού κράτους (1876), όταν (αρχικά) το αγγλο-γαλλικό και (μετά, σταδιακά) το γερμανικό χρηματιστικό κεφάλαιο πήραν στα χέρια τους βασικούς τομείς της βιομηχανικής παραγωγής και των μεταφορών (σιδηρόδρομους, τραμ, λιμάνια, εταιρίες αερίου και ηλεκτρισμού, τα ελάχιστα υπάρχοντα ορυχεία και επιχειρήσεις ελαφριάς βιομηχανίας). Σ’ αυτή τη φάση το μη μουσουλμανικό τμήμα της μεγάλης αστικής τάξης δένεται στενότερα με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, αναλαμβάνοντας ακόμα και τις αντιπροσωπίες των βιομηχανιών και τραπεζών των χωρών που αναφέραμε. Ταυτόχρονα όμως γίνεται και ο πιο ορατός και εύκολος (έστω σχετικά) αντίπαλος για τα υπόλοιπα τμήματα της αστικής τάξης που διψούν εξίσου για κοινωνική αναρρίχηση και πλουτισμό.

Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις «διομολογήσεις», η Γαλλία και η Ρωσία είχαν το δικαίωμα κατά το δοκούν να αναμειγνύονται στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς όφελος των καθολικών και ορθόδοξων χριστιανών αντίστοιχα (και δεν εννοούμε τους ανίσχυρους χριστιανούς μικρούς αγρότες, χειροτέχνες και εργάτες). Αυτό μπορεί να ανταποκρίνονταν στα άμεσα συμφέροντα αυτής της μερίδας της «μη μουσουλμανικής» αστικής τάξης, ταυτόχρονα όμως δυνάμωνε τα δευτερεύοντα διαχωριστικά χαρακτηριστικά και τα αναδείκνυε επίπλαστα σε κύρια, εμποδίζοντας την προσέγγιση και κοινή δράση για την αποτίναξη των καταπιεστικών φεουδαρχικών φραγμών, με βάση την κοινότητα ταξικών συμφερόντων.

Με την καθοριστική συμβολή του κλήρου (μουσουλμανικού και χριστιανικού) οι διαχωριστικές αυτές τάσεις ενισχύθηκαν συνειδητά τόσο από το αντιδραστικό φεουδαρχικό μουσουλμανικό κατεστημένο (πανισλαμισμός) όσο και από τη μη μουσουλμανική αστική τάξη, για να εφαρμοστούν καθέτως σε όλη την κοινωνική δομή, εμποδίζοντας έτσι τους κοινούς ταξικούς αγώνες, π.χ. του Τούρκου, Αρμένιου, Ελληνα κλπ. αγρότη ενάντια στη μεγάλη (τουρκική επί το πλείστον) γαιοκτησία ή των αντίστοιχων εργατών και υπαλλήλων απέναντι σε έναν κοινό εργοδότη, ασχέτως εθνικότητος (επί το πλείστον Αρμένιος, Ελληνας ή Εβραίος από τους «ντόπιους» η Αγγλογάλλος και λίγο αργότερα Γερμανός από τους «ξένους»).

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει άλλωστε και το γεγονός ότι αυτοί οι διαχωρισμοί αξιοποιήθηκαν άριστα και από την απερχόμενη φεουδαρχία και το Σουλτάνο, ως κορυφαίο εκπρόσωπό της, για τη διατήρηση της εξουσίας τους.

Ο Σουλτάνος, όντας ταυτόχρονα και η κορυφαία θρησκευτική αρχή των απανταχού μουσουλμάνων (Χαλίφης), ήταν σε θέση, με τη στενή συνεργασία του μουσουλμανικού κλήρου, να καλλιεργήσει στο έπακρο την ιδέα του πανισλαμισμού ως αποτελεσματικό ιδεολογικό όπλο καταπίεσης ταξικών ή εθνικών διεκδικήσεων, γεγονός που σχετίζεται με ιστορικά διαμορφωμένους θρησκευτικούς θεσμούς[2].

Διαθέτοντας έναν πολυπληθή στρατό, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από τούρκους αγρότες και λιγότερο από άλλα μουσουλμανικά ή εξισλαμισμένα στοιχεία, ήταν σε θέση, εκμεταλλευόμενος την ισχυρή πίστη του στον ανώτατο θρησκευτικό και κρατικό ηγέτη, να καταστείλει οποιαδήποτε εξέγερση.

Απεναντίας, οι αιματηρές καταστολές των προσπαθειών αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης από «αλλόθρησκους» (και ταυτόχρονα «αλλόφυλους») λειτουργούσε και ως βαλβίδα εκτόνωσης για το σύστημα (κάτι παρόμοιο με τα τσαρικά αντιεβραϊκά πογκρόμ, όμως σε πολύ μεγαλύτερη έκταση). Στην ουσία, οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα ή οργάνωση τολμούσε να αμφισβητήσει το Σουλτάνο, ειδικά τον Αβδουλχαμίτ Β΄ (1876-1909), αν δεν (μερικές φορές ακόμα κι αν) εξαγοραζόταν, αντιμετώπιζε το θάνατο ή «τουλάχιστον» τα φρικτά οθωμανικά κάτεργα[3]. Ταυτόχρονα όμως οι μεταρρυθμίσεις που κατά καιρούς εφαρμόζονταν ή εξαγγέλλονταν στο πνεύμα του τανζιμάτ (1838)[4] λειτουργούσαν και ως καθησυχαστικό μέσο, τουλάχιστον για μερίδες των καταπιεσμένων εθνοτήτων, ακόμα και κατά τη βασιλεία του Αβδουλχαμίτ Β΄.

Ο τελευταίος, στην προσπάθεια διατήρησης της φεουδαρχικής του εξουσίας, φάνηκε ιδιαίτερα ικανός στο να επωφελείται από τις εθνικές αντιθέσεις: Μιας που οι έμποροι, οι τοκογλύφοι και οι φοροεισπράκτορες ήταν συχνά Αρμένιοι, δε χρειάστηκε ιδιαίτερη προσπάθεια για να πείσει τις κουρδικές φυλές της Ανατολής να κατασφάξουν τους Αρμένιους. Το ίδιο εύκολα έπειθε να πολεμήσουν οι σιιτικές φυλές των Δρούζων με τους χριστιανούς Μαρονίτες στο Λίβανο, οι Σουνίτες με τους Αλεβίτες στη Συρία, οι σουνίτες νομάδες του Ιράκ με τους σιίτες αγρότες του Νοτίου Ιράκ κλπ. Μια πολιτική που στους ίδιους γεωγραφικά χώρους συνεχίζεται και σήμερα αποτελεσματικά, αυτή τη φορά από το διεθνή ιμπεριαλισμό.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

 Στην περίοδο που μας απασχολεί, η ισχνή αριθμητική και οργανωτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης αντικειμενικά καθιστούσε αδύνατη την ανάληψη από αυτήν της ηγεσίας του αγώνα ενάντια στη βάναυση εθνική καταπίεση[5]. Η τουρκική αστική τάξη αντικειμενικά δεν μπορούσε ακόμα να συμβάλει στη συνεπή διεξαγωγή του αστικοδημοκρατικού αγώνα.

Αυτό φάνηκε ήδη με το ριζοσπαστικό ρεύμα του Νεοτουρκισμού, που ξεκινώντας από το 1889 και μετά από σκαμπανεβάσματα κατέληξε το 1907 στη νικηφόρα επανάσταση των Νεότουρκων. Μιας αστικής κατά τον αντικειμενικό ταξικό της χαρακτήρα και κατά τους υποκειμενικούς στόχους που έθετε (επαναφορά συντάγματος, περιορισμός της απολυταρχίας), που ακριβώς λόγω της κοινότητας των συμφερόντων διέθετε ένα μεγάλο λαϊκό έρεισμα σε όλες τις εθνότητες. Οι φορείς της όμως προτίμησαν να μην ριζοσπαστικοποιήσουν περισσότερο αυτές τις μάζες στην κατεύθυνση ενός πλήρους αστικού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οδηγήθηκαν στον εκφυλισμό (στον συμβιβασμό με τους φεουδάρχες και με το ξένο μεγάλο κεφάλαιο) και συνεπακόλουθα στην αντίδραση.

Σταδιακά οι Νεότουρκοι όχι απλά απομακρύνθηκαν από τις παλιότερες δεσμεύσεις τους για λαϊκές και εθνικές ελευθερίες, ακόμα και για πραγματικό αστικό κοινοβούλιο, αλλά και κατέστειλαν βίαια τους όποιους εργατικούς αγώνες και διεκδικήσεις εθνοτήτων, ερχόμενοι σε άμεση ρήξη και με τα τμήματα των αστών και του ανώτερου κλήρου των άλλων εθνοτήτων (των εκεί Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων) που αρχικά είχαν ένθερμα υποστηρίξει αυτή την επανάσταση.

Από την άλλη καλλιέργησαν την ιδεολογία του Παντουρκισμού (Τουρανισμού) για την καταπίεση των άλλων εθνοτήτων. Είναι οι ίδιοι που θα χρεωθούν κατά κύριο λόγο τις βαρβαρότητες ενάντια στις άλλες εθνότητες, με αποκορύφωμα τη σφαγή του αρμένικου λαού (1915-1916). Ο εθνικισμός κι η «εθνικοφροσύνη» τους όμως δε θα αποτελέσει εμπόδιο ούτε βέβαια θα τους αποτρέψει από το να δώσουν, π.χ. το 1909, τη συγκατάθεσή τους στην προσάρτηση της (τότε ακόμα) οθωμανικής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στην Αυστροουγγαρία, έναντι του όχι ευκαταφρόνητου ποσού των 2,5 εκ. τουρκικών λιρών (60 εκ. φράγκων). Και βεβαίως η πρόσδεσή τους στο γερμανικό ιμπεριαλισμό, ακόμα και η ανάθεση της στρατιωτικής διοίκησης σε αυτούς δεν έγινε με βάση θρησκευτικά ή εθνοφυλετικά κριτήρια, αλλά με βάση τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.

Ο εθνικισμός τους εξαντλούνταν αποκλειστικά στη μαζική εξόντωση των καταπιεσμένων εθνοτήτων και αφού αυτό συνέφερε (ή ακόμα και επιβαλλόταν από) τους επίσης «αλλόφυλους», «αλλοεθνείς» και «αλλόθρησκους» ιμπεριαλιστές (στην προκειμένη Γερμανούς) συμμάχους τους. Η σύνδεση των αστών των υπόλοιπων εθνοτήτων με τα συμφέροντα της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας αποτελεί άλλωστε και την πηγή ανησυχίας του γερμανικού ιμπεριαλιστικού παράγοντα, που από το 1905 με το «σιδηρόδρομο της Βαγδάτης» εισέρχεται με έντονους ρυθμούς στην οικονομία και στην πολιτική της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι Γερμανοί στρατιωτικοί είναι αυτοί που στις αρχές του Παγκοσμίου Πολέμου πιέζουν και πετυχαίνουν την εφαρμογή δικού τους σχεδίου απομάκρυνσης -και μ’ αυτό τον τρόπο εξόντωσης- του ελληνικού πληθυσμού από την Ανατολική Θράκη και τα παράλια της Μ. Ασίας, σχέδιο που συνέχεια θα εφαρμοστεί και στους Ελληνες του Πόντου.[6]

Για τα ομοεθνή με αυτούς φτωχά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, η «εθνική» πολιτική των Νεότουρκων όχι μόνο δε στόχευε στην έστω και στοιχειώδη βελτίωση των άθλιων συνθηκών διαβίωσής τους, αλλά και συνέβαλε τα μέγιστα στη μαζική εξολόθρευσή τους ως στρατιώτες, είτε στα μέτωπα του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου είτε (πολύ περισσότεροι) λόγω των άθλιων συνθηκών μεταφοράς και διαβίωσης των στρατευμάτων.

Ο υπερτονισμός της κοινότητας των θρησκευτικών ή εθνοφυλετικών κοινών στοιχείων αποτέλεσε απλά το -ομολογουμένως πολύ επιτυχημένο και γι’ αυτό ακόμα επίκαιρο- εργαλείο των μεγαλοαστών για τον εγκλωβισμό αυτών των στρωμάτων στις εκάστοτε στρατηγικές επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Αυτό βεβαίως δεν αφορά μόνο στην «από κει» πλευρά αλλά και στην «καθ’ ημάς». Μήπως δεν ήταν στην ουσία αυτή η «ομόφυλη» στοίχιση πίσω από τις ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους ελληνική και αρμενική μεγάλη αστική τάξη, που αδυνάτισε π.χ. τόσο τις εθνικοαπελευθερωτικές προσπάθειες των Αρμενίων (κυρίως μέχρι το 1896), όσο και τις δυνατότητες της ένταξης του (αριθμητικά σαφώς μικρότερου) ποντιακού ελληνισμού σε μια ευρύτερη σε έκταση Αρμενία (1918-1920);[7] Οχι μόνο δεν υπήρξε ουσιαστική προσπάθεια κοινού συντονισμού των εθνικών εξεγέρσεων, αλλά τις περισσότερες φορές, όταν μια απ’ τις εθνότητες ξεσηκώνονταν, η άλλη σχεδόν «αυτόματα» μοχθούσε να επιδείξει «καλή συμπεριφορά» απέναντι στην κεντρική εξουσία, για να αποκτήσει την εύνοιά της. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω καταγράφονται ακόμα και σημαντικές αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε Ελληνες και Αρμένιους[8]. (Τέτοια θέματα αποσιωπούνται επιμελώς από αυτούς που σήμερα υπερτονίζουν τη «φιλία και αδελφοσύνη αιώνων» ανάμεσα σε Πόντιους και Αρμένιους, με σκοπό την προώθηση κοινής δράσης για «την αναγνώριση των γενοκτονιών».).

Στην Ελλάδα μάλιστα η αστική τάξη διασπάστηκε σε δύο τμήματα, όχι βεβαίως στη βάση του αν η χώρα θα έπρεπε ή όχι να συμμετάσχει στον αιματηρό, πολυδάπανο και άδικο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά με βάση ποια από τις δύο εμπόλεμες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες είχε τις περισσότερες πιθανότητες να αναδειχθεί νικήτρια και να παράσχει στην ελληνική αστική τάξη έστω και την ελάχιστη στήριξη για τη διεύρυνση της επικράτειάς της. Η διάσπαση αυτή εγκλώβισε συνολικά τα λαϊκά στρώματα εντός αμφοτέρων των στρατοπέδων ακριβώς κάτω από τα ψευδεπίγραφα συνθήματα περί «εθνικής ιδέας» και περί «εθνικών συμφερόντων» που χρησιμοποίησαν εξίσου και οι δύο αντίπαλες πλευρές.

Σε σχέση με τα ακριβώς προηγούμενα πρέπει να επισημανθεί και το εξής γεγονός: Ενώ κατά την εμπλοκή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον παγκόσμιο πόλεμο, ακόμα και σε περιοχές που οι διώξεις του ελληνισμού δεν έχουν πάρει ευρύτερες διαστάσεις, υπάρχουν Πόντιοι που σωστά αρνούμενοι τη συμμετοχή τους στον πόλεμο, είτε λιποτακτούν είτε αποφεύγουν τη στρατολόγησή τους, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορούσε να επιφέρει αυτή τους η πράξη στον οικογενειακό τους περίγυρο, ταυτόχρονα όμως ένας μικρότερος αλλά σημαντικός αριθμός Ποντίων προστρέχει εθελοντικά στον ελληνικό στρατό για να συμμετάσχει με την άλλη βεβαίως πλευρά, αλλά στον ίδιο άδικο πόλεμο!

 

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

 Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έφερε την Τουρκία απλά στη θέση του ηττημένου. Εκτός από τις εσωτερικές οξύτατες κοινωνικές αντιθέσεις είχε να αντιμετωπίσει και τις ορέξεις των νικητριών δυνάμεων του πολέμου, που όλες τους ήθελαν κι από ένα κομμάτι της χώρας. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Στ΄ Βαχεντίν καθώς και η άρχουσα τάξη (μαζί με τους Νεότουρκους) προθυμοποιήθηκαν να προβούν σε οποιαδήποτε υποχώρηση με αντάλλαγμα τη διατήρηση της έστω και κουτσουρεμένης από την κηδεμονία των ιμπεριαλιστών εξουσίας τους.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν σχεδόν φυσικό να αποδιώξουν με προθυμία τη μέχρι τότε ηγετική ομάδα των Νεότουρκων και να επιρρίψουν αποκλειστικά σε αυτήν όχι μόνο τις ευθύνες του πολέμου, αλλά ακόμα και αυτές για τις σφαγές των αρμένικων και ελληνικών πληθυσμών[9].

Την ίδια περίοδο η κάθε νικήτρια μεγάλη δύναμη (συνήθως πίσω από τις πλάτες των υπολοίπων) έπαιρνε ήδη το «μερίδιό της» από τα απομεινάρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (Είχε προηγηθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου το μοίρασμα ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γαλλία οθωμανικών περιοχών, όπως η Παλαιστίνη, ενώ ταυτόχρονα παρακινούσαν τους εκεί φύλαρχους να πολεμήσουν στο πλευρό τους με δήθεν αντάλλαγμα την ανεξαρτησία τους, η οποία τελικά δεν τους χαρίστηκε αλλά κατακτήθηκε μετά από αιματηρούς λαϊκούς αγώνες δεκαετιών! Ο δε παλαιστινιακός λαός ακόμα μοχθεί για την ανεξαρτησία του!)

Στις 15 (με το παλιό ημερολόγιο 2) Μαΐου 1919, με την προτροπή των Βρετανών ιμπεριαλιστών, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στη Σμύρνη. Την ίδια περίοδο και με προτροπή των ίδιων «προστατών», η εθνικιστική κυβέρνηση των «Ενωτικών» (Ντασνάκ)[10] του νεοσύστατου (28.5.1918) αρμενικού κράτους ενθαρρύνονταν να δημιουργήσει τη «Μεγάλη Αρμενία» με την απόσπαση τμήματος της ανατολικής Ανατολίας.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε μια νέα αστική επανάσταση, απελευθερωτικού πλέον χαρακτήρα, με ηγεσία τα ριζοσπαστικά τμήματα της τουρκικής αστικής τάξης, μιας εκμεταλλευτικής δηλαδή τάξης[11]. Μια επανάσταση που από τον Ιούλη του 1919 θα συντονίζει υπό την ηγεσία του στρατηγού (πασά) Μουσταφά Κεμάλ όλο και περισσότερες οργανώσεις και αντάρτικα τμήματα και θα οδηγήσει τελικά στη σύγκληση της Α΄ Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Αγκυρας (10-23.4.1920), που αποτελεί και την απαρχή της οριστικής ρήξης με το φεουδαρχικό κατεστημένο της Κωνσταντινούπολης και με τους προστάτες «συμμάχους» της. Από δω και πέρα οι αστικές επαναστατικές δυνάμεις ξεκινούν ένα περίπλοκο και δύσκολο πόλεμο με διάφορες δυνάμεις. Εκτός από το στρατό του Σουλτάνου (που αποτελείται από κάθε λογής οπαδών του φεουδαρχικού συστήματος) έχουν να αντιμετωπίσουν και τις εμπειροπόλεμες ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και τους ντόπιους μη τουρκικούς πληθυσμούς, που ξεσηκώνονται στο πλευρό της Υψηλής Πύλης (του τυραννικού θεσμού που χρόνια τους καταπίεζε και τους αφάνιζε) καθ’ υπόδειξη των κατοχικών δυνάμεων.

Οι Πόντιοι ξεσηκώνονται με προτροπή της «μητέρας πατρίδας» (της τυχοδιωκτικής ελληνικής αστικής τάξης), οι Κούρδοι με προτροπή των Αγγλων ενώ οι Αρμένιοι, όπως προαναφέραμε, εισβάλλουν στο ανατολικό τμήμα. Είναι κατανοητό ότι μόνο με μεγάλη αποφασιστικότητα (αλλά και σκληρότητα ταυτόχρονα) θα μπορούσε ο κεμαλικός στρατός να αντεπεξέλθει σ’ έναν τόσο πολυμέτωπο αγώνα. Τελικά κατάφερε να υποχρεώσει τις γαλλικές και ιταλικές δυνάμεις να αποσυρθούν από την κυρίως Τουρκία (Δεκέμβρης 1919 - Μάης 1920). Οι εθνικιστικές αρμένικες δυνάμεις των Ντασνάκ, μετά από πανωλεθρία θα ανατραπούν από τα αρμένικα λαϊκά στρώματα, εγκαθιδρύοντας τη σοβιετική εξουσία στο Ερεβάν (29 Νοεμβρίου έως 3 Δεκεμβρίου 1920).

Το 1921 ο ελληνικός στρατός θα παραμείνει μοναδική εμπόλεμη ξένη στρατιωτική δύναμη στο τουρκικό έδαφος, καθώς οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναπροσανατολίζονταν πλέον προς μια συμμαχία με την τουρκική αστική τάξη, ώστε με μικρότερο ρίσκο να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Αυτό δε θα επιφέρει μόνο την καταστροφή του ελληνικού στρατού, ένα χρόνο αργότερα (Αύγουστος 1922), αλλά και τον αιματηρό ξεριζωμό του ελληνισμού.

Ασχετα από το πώς εκτιμούμε συνολικά την τελική έκβαση αυτής της τουρκικής επανάστασης, τις εκατόμβες θυμάτων που αυτή απαίτησε και τους συμβιβασμούς στους οποίους κατέληξε, είναι καθαρό ότι το κάθε ένα από τα εμπλεκόμενα μέρη επωμίστηκε συγκεκριμένες ευθύνες απέναντι σ’ αυτή την επανάσταση καθώς και τις συνέπειες των επιλογών του. Μόνο που οι «μικρές» εθνότητες αποδεκατίστηκαν, ενώ οι ιμπεριαλιστές (που τις είχαν ξεσηκώσει) συνέχιζαν να πλουτίζουν σε βάρος του τουρκικού λαού, ακόμα και μετά την επανάσταση και σε στενή συμμαχία με τη νέα, άρχουσα πλέον, τουρκική αστική τάξη.

Ως υποστήριξη στα παραπάνω παραθέτουμε εδώ και ορισμένες πλευρές των εξελίξεων στον ίδιο τον Πόντο κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΘΥΜΑ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΩΞΕΩΝ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΩΝ

 Ο Διοικητής της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, Ι. Καλτσίδης, γράφει χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία του: «Με την υποχώρηση των Ρώσων ο Ελληνικός πληθυσμός του Πόντου βρέθηκε σε άσχημη θέση. Ως την τελευταία στιγμή κανείς δεν πίστευε ότι ο Ρωσικός στρατός μπορούσε να υποχωρήσει. Οταν όμως τον είδαν να εγκαταλείπει τα πάντα και να φεύγει, άρχισαν να σκέφτονται και τη δική τους υποχώρηση. Δυστυχώς δεν είχαν τα μέσα και έφευγαν όσοι ήταν οικονομικά ισχυροί…

…Τότε η ηγεσία της Τραπεζούντας κινήθηκε και παρήγγειλε σ’ όλες τις περιφέρειες, που βρίσκονταν κατά μήκος των συνόρων, να οργανωθούν, να οπλιστούν και να κρατήσουν το μέτωπο. Επειδή όμως οι Έλληνες αυτής της περιοχής δεν ήταν δυνατόν ν’ αποτελέσουν μια αξιόλογη στρατιωτική δύναμη που να κρατήσει το μέτωπο, άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι στο Καρς, την Τιφλίδα κλπ. οργανώθηκε μια ελληνική Μεραρχία, που θα έτρεχε να βοηθήσει τους Ποντίους, ότι σύντομα θα πρόφταιναν και τα Αρμένικα, Γεωργιανά και Κοζάκικα στρατεύματα κλπ. Με τις διαδόσεις αυτές ο ελληνικός πληθυσμός πίστεψε ότι θα μπορούσε να κρατήσει το μέτωπο και άρχισε να οργανώνεται…Τότε ακριβώς ρίχτηκεν η ιδέα του Ελεύθερου Πόντου… Αλλά […] η πρόχειρη οργάνωση και ο εξοπλισμός μερικών τμημάτων, δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν σοβαρή αντίσταση. Οι υποσχέσεις για στρατιωτική βοήθεια απ’ τον Καύκασο κλπ. έμειναν απραγματοποίητες. […] Οι Ελληνες αρχηγοί της πρωτεύουσας του Πόντου αναγκάστηκαν να φύγουν και ο λαός έμεινε με τα όπλα στα χέρια, εκτεθειμένος στην τουρκική προέλαση, δίχως οδηγίες, δίχως αρχηγούς και πρόγραμμα ενεργειών»[12].

Πρέπει να επισημανθεί ότι αρκετές πλούσιες οικογένειες Ποντίων προπαγάνδιζαν την ιδέα του Ελεύθερου Πόντου, εκ του ασφαλούς, από τα απέναντι βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου, όπου είχαν μετεγκατασταθεί για να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του πλούτου τους. Ακόμα και όταν με αφορμή την εγκατάσταση του αγγλικού στρατού στην Υπερκαυκασία, η ιδέα αυτή αναζωογονείται, οι ίδιες αυτές οικογένειες παρακινούν τους άλλους να κατευθυνθούν προς την Τραπεζούντα ή την Αμισό, προς καταγραφή του «πλειοψηφούντος» ελληνικού πληθυσμού, ενώ οι ίδιες αποχωρούν από τους νέους τόπους τους, μόνο όταν διαφαίνεται ο κίνδυνος για τις περιουσίες τους από την επεκτεινόμενη επαναστατική σοβιετική εξουσία.

Οι παροτρύνσεις από το εξωτερικό -για διάφορους λόγους η κάθε μία- είχαν σημαντικό μερίδιο ευθύνης ως προς την τελική έκβαση του εγχειρήματος του Ανεξάρτητου Πόντου[13]. Σε μια συνάντηση Ποντίων εκπροσώπων του εξωτερικού με την ελληνική αντιπροσωπία, ένας Πόντιος από τη Ρωσία τόνιζε προφητικά: «Εσείς… φωνάζετε για τον Ελεύθερο Πόντο, αλλά κανείς από σας δεν βρίσκεται εκεί πέρα να οργανώσει επανάσταση ή να ενεργήσει επικεφαλής του έθνους… Ο Πόντος όμως δεν ελευθερώνεται, αν δεν χύσουμε αίμα. Εμπρός λοιπόν κύριοι. Πηγαίνετε στον Πόντο, τεθείτε επικεφαλής του Εθνους και αγωνιστείτε για την ελευθερία του. Εγώ σας δίνω τον λόγο μου ότι με τον εδώ στρατό μας θα σας συνδράμω. Δεν πηγαίνετε όμως. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα που φέρνετε με τις φωνές σας από δω; Θα ξυπνήσετε το μίσος των Τούρκων και μια μέρα ο λαός του Πόντου, που είναι ανίδεος και δεν ξέρει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά σας, θα πληρώσει τα αποτελέσματα των ενεργειών σας»[14].

Καθ’ όλη την περίοδο αυτή είχαν πραγματοποιηθεί διάφορες ενέργειες από πλευράς της Ποντιακής ηγεσίας για υπαγωγή της περιοχής υπό βρετανική ή αμερικανική εντολή (και αφού είχε διαφανεί πλέον η απροθυμία του Βενιζέλου να στηρίξει την υπόθεση ενός ανεξάρτητου Πόντου). Μετά το ναυάγιο των προσπαθειών αυτών, ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την ίδρυση Ποντο-Τουρκικού Κράτους: «Αλλά λίγο αργότερα, μόλις ψιθυρίστηκε ότι ήταν ενδεχόμενο να ανατεθεί στους Έλληνες η εκκαθάριση της Ανατολικής Θράκης και σε αντάλλαγμα να επιδικαστεί αυτή στην Ελλάδα […] ο Ελληνας πρωθυπουργός διέταξε να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις με τη δικαιολογία ότι οι προθέσεις των Τούρκων δεν ήταν ειλικρινείς»[15].

Σε έκθεση του Α. Α. Πάλλη αναφέρεται σχετικά με τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου πως «πολιτικοί και στρατιωτικοί λόγοι απαιτούν να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους κρατήσουμε εκεί… Η ύπαρξη ενός ελληνικού Πόντου με κάποια αυτονομία και με κοινό σύνορο με μια ανεξάρτητη Αρμενία είναι απαραίτητη προκειμένου να ανακουφιστεί η πίεση του Τουρκικού μπλοκ στην κεντρική Μικρά Ασία ενάντια στην ελληνική ζώνη της Σμύρνης»[16].

Παρά τις επανειλημμένες διαπιστώσεις σε εκθέσεις του Υπουργείου Εξωτερικών ότι η κατάσταση των Ποντίων ήταν τραγική, η ελληνική άρχουσα τάξη προτίμησε να τους κρατήσει εκεί ώστε να αποτελέσουν ένα είδος αντιπερισπασμού στις επιδιώξεις της στη Μικρά Ασία. Η ελληνική αστική τάξη χρησιμοποίησε τους ελληνικούς πληθυσμούς του Πόντου αποκλειστικά και μόνο ως στρατηγικό αντιπερισπασμό ή διαπραγματευτικό χαρτί, προκειμένου να πετύχει τη διεύρυνση της επικράτειας του ελληνικού κράτους στην Ανατολική Θράκη ή (και) τη Μ. Ασία, ως αντάλλαγμα για τις πιστές της υπηρεσίες στο πλευρό των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Από την άλλη πλευρά η τουρκική αστική τάξη, στα πλαίσια της συγκρότησης του δικού της έθνους-κράτους και μη μπορώντας να αφομοιώσει το εγχώριο ελληνικό κεφάλαιο, ένα κεφάλαιο άκρως ανταγωνιστικό και επικίνδυνο για το «ζωτικό της χώρο» (καθώς αυτό αποτελούσε το φορέα της ένωσης με την Ελλάδα και στηρίζονταν και στις λόγχες του ελληνικού στρατού), έστρεψε τις ενέργειές της προς τον αφανισμό του[17]. Συσπείρωσε γύρω της και κινητοποίησε με σοβινιστικά συνθήματα σημαντικά τμήματα του τουρκικού λαού εναντίον όχι μόνο της αστικής τάξης της Ελλάδας, αλλά και ενάντια στους ελληνικούς πληθυσμούς της Τουρκίας, στους οποίους βεβαίως συμπεριλαμβάνονταν και οι Ελληνες του Πόντου.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής είναι γνωστά: όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκαν τα τυχοδιωκτικά σχέδια προσάρτησης της Ανατολικής Θράκης, και της περιοχής της Σμύρνης αλλά επήλθε και ο ολοκληρωτικός ξεριζωμός 1.500.000 ανθρώπων από τις περιοχές του Πόντου και της Μικράς Ασίας καθώς και ο αφανισμός εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.

Σε αυτό τον αφανισμό συνέβαλε ασφαλώς και η στάση Ελλήνων παραγόντων, όπως του ύπατου αρμοστή της Σμύρνης Στεργιάδη, που δεν προέτρεπε τον εκεί ελληνικό πληθυσμό να εγκαταλείψει έγκαιρα την περιοχή, επειδή κατά τη γνώμη του: «Καλύτερα να μείνουν εδώ (σ.σ. στη Μ. Ασία) να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»[18].

 

ΜΙΑ «ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ» ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ

 Αντί επιλόγου, μια επισήμανση σχετική με τους άλλους γειτονικούς με τους Πόντιους λαούς. Κατά τα τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η εγκατάσταση των αγγλικών στρατευμάτων στην Υπερκαυκασία απέβλεπε τόσο στην εξάσκηση πίεσης προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία για να συνθηκολογήσει συντομότερα, όσο και στην ανάσχεση των επαναστατικών διαδικασιών στο εσωτερικό της Ρωσίας. Για την υλοποίηση αυτών των στόχων ως «πρόθυμοι σύμμαχοι» προσφέρθηκαν τότε οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι και οι Αρμένιοι «ενωτικοί», που έλαβαν ως αντάλλαγμα την ηγεσία των νεοσύστατων εθνικών κρατών. Οι ανταγωνισμοί όμως μεταξύ αυτών των «συμμάχων» οδήγησαν σε σφοδρότατες πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ τους. Οι συγκρούσεις αυτές σταματούν οριστικά με την εξάλειψη των αιτιών τους, όταν με την αποχώρηση των Αγγλων τα καταπιεσμένα στρώματα (κύρια εργάτες και αγρότες) ανατρέπουν τα εθνικιστικά αστικά καθεστώτα και εγκαθιδρύουν μια νέα εξουσία, που δεν επιδιώκει πλέον την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού κέρδους αλλά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, του οποίου βασική ανάγκη και μέλημα ήταν η πλήρης ανάπτυξη των δικαιωμάτων και της προσωπικότητας των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. (Το δε σοβιετικό κράτος ήταν τόσο «εθνικά καταπιεστικό», που στη ΣΣΔ της Αρμενίας, ακόμα και κατά τη δεκαετία του 1960, επαναπατρίζονταν κατά μέσο όρο 2-4 χιλιάδες Αρμένιοι από τις καπιταλιστικές χώρες! Το διάστημα 1921-69 επαναπατρίστηκαν 220.000 άτομα, αριθμός που αντιστοιχεί στο 10% περίπου του αρμένικου πληθυσμού αυτής της Δημοκρατίας (2.208.300 κάτοικοι το 1970)[19]!).



* Το άρθρο είναι βασισμένο σε ομιλία που έγινε στο 1ο Επιστημονικό Συνέδριο του Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς «Ο Προμηθέας», στις 11-13 Μαΐου 2007, σχετικά με τον Ποντιακό ελληνισμό στη Σοβιετική Ενωση και στην Τουρκία.

** Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι ιστορικός, μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Ετσι, ενώ π.χ. ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, με αφορμή την επανάσταση στην Κρήτη (1897) κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας, οι μεγάλες δυνάμεις επεμβήκανε αμέσως για να εξασφαλίσουν παρόλα αυτά μια ενδιάμεση λύση προς όφελος της Ελλάδας (αυτονομία της Κρήτης υπό Ελληνα πρίγκιπα), στην περίπτωση όμως των Αρμενίων, όταν δηλαδή ο Αβδουλχαμίτ Β΄ έστειλε φανατικές ισλαμικές κουρδικές φυλές να ξεκάνουν δεκάδες χιλιάδες Αρμενίων (1894-1896), η «δυτική χριστιανοσύνη» περιορίστηκε μόνο στα κροκοδείλια δάκρυα κι αργότερα στην καταγραφή των βαρβαροτήτων. Οι οικονομικές τους συναλλαγές με το Σουλτάνο παραήταν τότε καλές για να τις διακινδυνέψουν (χώρια που οι Αρμένιοι αλληθώριζαν πιο πολύ προς τη Ρωσία απ’ ό,τι προς αυτούς!).

[2] Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι με την κατάργηση του θεσμού του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη (Ισταμπούλ), οι μουσουλμάνοι έπαψαν να έχουν έναν και μοναδικό χαλίφη, αλλά με βάση και τις εθνικές διαφοροποιήσεις, πολυάριθμοι πλέον «χαλίφηδες» -μέχρι και σήμερα- ερίζουν μεταξύ τους για την πρωτιά.

[3] Σ’ αυτό τουλάχιστον το σύγχρονο τουρκικό κράτος αποτελεί ευθεία συνέχεια του παλιού

[4]tanzimat-ihairiye= «διατάγματα ευημερίας» που πρωτοεισήγαγε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ το τελευταίο έτος της βασιλείας του, για τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και με απώτερο σκοπό τον περιορισμό των αποσχιστικών τάσεων των εθνοτήτων που αποτελούσαν την αυτοκρατορία.

[5] Η έλλειψη ισχυρής, συγκεντρωμένης και οργανωμένης εργατικής τάξης συνέβαλε ακριβώς σ’ αυτές τις αρνητικές εξελίξεις. Αντίθετα, η οργάνωση της εργατικής τάξης στη Θεσσαλονίκη σε σωστή κατεύθυνση (με την καθοριστική συμβολή της Φεντερασιόν) θα φέρει θετικά αποτελέσματα, που λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων που προήλθαν από τους πολέμους θα έχουν επίδραση μόνο στο εργατικό κίνημα της Ελλάδας.

[6] «Στην προσπάθειά τους για εμπορική κατάκτηση οι Γερμανοί είχαν αντιμέτωπους, εκτός από τους Αγγλους και τους Γάλλους, και τους αυτόχθονες χριστιανικούς λαούς, τους Αρμένιους και τους Ελληνες, που είχαν στα χέρια τους, μέχρι την εμφάνισή τους, το μικρασιατικό εμπόριο και τη βιομηχανία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη Δυτική Μικρά Ασία, πριν από τη μικρασιατική καταστροφή, σε σύνολο 5.308 εργοστασίων τα 4.008 ήταν ελληνικά, ποσοστό 75,51%. Δικαιολογημένα λοιπόν οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Ελληνες σοβαρό εμπόδιο για την οικονομική τους διείσδυση στην περιοχή» (Κ. Φωτιάδης, «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», Αθήνα 2004, σελ.112).

[7] Ασχετα από το βαθμό προοδευτικότητας που είχε παρόμοια πρόταση του Ελ. Βενιζέλου και του Μητροπολίτη Τραπεζούντας, Χρύσανθου προς τις νικήτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Αντάντ, όταν αυτές θεωρούσαν το κίνημα Ατατούρκ ακόμα ως αντίπαλο, φαίνεται καθαρά ότι δεν μπορούσε να υλοποιηθεί κυρίως λόγω αυτών των αντιθέσεων που αναφέραμε.

[8] Βλέπε π.χ. τις σχετικά πρόσφατα δημοσιευμένες αναμνήσεις του Δ. Κελεκίδη: «Το Αντάρτικο του Πόντου», εκδ. «Γόρδιος», Αθήνα 2006, σελ. 166-167, 172-173 και 176-178.

[9] Για να επισημοποιήσουν μάλιστα αυτή την απόδοση ευθυνών, οι Νεότουρκοι ηγέτες καταδικάστηκαν και από δικαστήριο, που συστάθηκε με επιμονή και των κατοχικών δυνάμεων. Μόνο που το δικαστήριο στήθηκε αφού οι κατάδικοι κατέφυγαν με τις περιουσίες τους στο εξωτερικό. Ο γοργός αναπροσανατολισμός της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων ήταν τέτοιος που καμιά από αυτές δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια, ώστε οι καταδίκες να εφαρμοστούν στην πράξη. Αρκετοί από τους καταδικασμένους τριγύριζαν ανενόχλητοι ανά την Ευρώπη, όσο βέβαια δεν αντιμετώπιζαν τις πράξεις αντεκδίκησης των Αρμενίων της διασποράς (π.χ. ο Ταλαάτ Πασάς).

[10] Από την ονομασία του αστικού-εθνικιστικού κόμματος «Ντασνακτσουτιούν» («Ενωση»).

[11] Εχει σημασία έστω και σημειολογικά να αναφέρουμε το γεγονός ότι στην Τραπεζούντα, εκεί δηλαδή όπου ο ελληνοποντιακός πληθυσμός είχε μια ηπιότερη αντιμετώπιση από τις αρχές, η παρουσία του πρώτου ηγέτη των (ακόμα ελάχιστων) Τούρκων κομμουνιστών, Μουσταφά Σουπχί, θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνη, ώστε να δολοφονηθεί (Ιανουάριος 1921).

[12] Χειρόγραφο 2: Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης (1963) «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σελ.75-76.

[13] Το σίγουρο είναι ότι τα εξ Αμερικής ποντιακά σωματεία είχαν κάνει σημαία τους τον ανεξάρτητο Πόντο υπό την κηδεμονία (ω, τι σύμπτωση!) του Προέδρου των ΗΠΑ Ουίλσον (που κατά τα άλλα τασσόταν «από λόγους αρχής» ενάντια στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας!). Οριστική θέση ή άρνηση του Προέδρου σ’ αυτήν την πρόταση δεν κατορθώσαμε να βρούμε!

[14]Χειρόγραφο 2: Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης (1963) «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σελ. 163-164.

[15] Μ. Λ. Κασαπίδη.: «Χρύσανθος: Ο Αρχιερέας-Εθνάρχης των Ποντίων», (2004), ΕΚΕΜΕ: Μελβούρνη, σελ. 93. Οι υπογραμμίσεις δικές μας.

[16] Α. Α. Πάλλη: «ExchangeandSettlementofMinoritiesofPopulationsintheBalkans 1912-1920», Κωνσταντινούπολη 1920, σελ. 10, Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι Υπουργείου Εξωτερικών (173/27), Μουσείο Μπενάκη. Η υπογράμμιση δική μας.

[17] Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η ακόλουθη δήλωση σχετικά με τους Αρμένιους, που διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια σύσκεψης παραγόντων του κόμματος των Νεότουρκων το 1915, που όμως, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για τους Ελληνες: «Αν η εξόντωση του αρμενικού στοιχείου, μέχρι και του τελευταίου, είναι αναγκαία για την εθνική μας πολιτική, πολύ περισσότερο είναι αναγκαία για την εδραίωση της εθνικής μας οικονομίας.» (Οπως παρατίθεται στο Κ. Φωτιάδη: «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», Αθήνα 2004, σελ. 146. Η έμφαση δική μας.)

[18] Δαφνής: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», σελ. 16, όπως παρατίθεται στο Γιάννη Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», 5η εκδ., «Εκδόσεις 20ος Αιώνας», τ. 13, σελ. 575.

[19] Τα στοιχεία από τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 3, σελ. 643.