Βιβλιοπαρουσίαση: «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ»

Αναστάση Γκίκα:

«ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ
ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2007

Η μελέτη της Ιστορίας δεν προσφέρει απλώς μια γνωριμία με γεγονότα πρόσωπα και καταστάσεις που σημάδεψαν την κοινωνική εξέλιξη στο παρελθόν. Είναι πηγή σημαντικών συμπερασμάτων για τις νομοτέλειες της κοινωνικής εξέλιξης. Διδάσκει την ανθρώπινη δράση. Η μελέτη και γνώση της Ιστορίας είναι αναγκαία, ειδικά για τους κομμουνιστές και ιδιαίτερα για τους νέους κομμουνιστές, ώστε με εργαλείο το Μαρξισμό-Λενινισμό να μπορούν: Να κατανοούν την ιστορική κίνηση ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, να αξιοποιούν τα ιστορικά συμπεράσματα, για να καθοδηγήσουν τη δράση της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης νεολαίας, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στο δρόμο της ανατροπής του άδικου, ιστορικά ξεπερασμένου εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Χαρακτηριστικό είναι πως το ΚΚΕ από τα πρώτα του βήματα έκανε μεγάλη προσπάθεια για τη διάδοση της ιστορικής γνώσης από όλη την εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας, την ιστορία του Παγκόσμιου Επαναστατικού Κινήματος, αλλά και ειδικότερα θέματα. Θέματα Ιστορίας αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσίευσης στον κομματικό Τύπο, κομματικών εκδόσεων, συζήτησης στις οργανώσεις του Κόμματος και της Νεολαίας, ακόμα και σε πολύ δύσκολες εποχές παρανομίας, ημιπαρανομίας ακόμα και ένοπλης πάλης.

Αν η αστική τάξη αναγνώριζε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης Ιστορίας είναι ιστορία της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ανταγωνίστριες τάξεις, πάλη που σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές κορυφώνεται σε πάλη για την κυριαρχία στην κοινωνία, ότι σε αυτή την πάλη μία κοινωνική τάξη εκφράζει το προοδευτικό - το επαναστατικό και η άλλη το αντιδραστικό και ξεπερασμένο, τότε θα ήταν σαν να αναγνωρίζει και την αναπόφευκτη αναγκαιότητα του τέλους της δικής της κυριαρχίας. Με αυτό το ταξικό κριτήριο αντιμετωπίζει η παγκόσμια αστική τάξη την Ιστορία της Οκτωβριανής Επανάστασης και της οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τα επαναστατικά γεγονότα που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα και έκαναν τους κεφαλαιοκράτες σε όλο τον κόσμο να νιώθουν ότι τρέμει η γη κάτω από τα πόδια τους.

Η αστική ερμηνεία των γεγονότων αναγορεύει ως εγκλήματα την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, το γεγονός ότι οι πρώην καπιταλιστές αναγκάστηκαν να δουλέψουν, ότι τσακίστηκε κάθε προσπάθεια αντίστασής τους, ότι στερήθηκαν για κάποιο διάστημα τα πολιτικά τους δικαιώματα κλπ.

Μετά τις αντεπαναστατικές αλλαγές του 1990-1991, η αστική ιστοριογραφία εκφράστηκε πιο επιθετικά, με το κύρος του νικητή επί του νικημένου. Η αντικομμουνιστική επίθεση πήρε νέες διαστάσεις, έχοντας στο στόχαστρο τη μελλοντική σοσιαλιστική προοπτική.

Στη χώρα μας, ιδιαίτερη πτυχή της επίθεσης ενάντια στο σοσιαλισμό είναι και το θέμα των Ελληνοποντίων της πρώην ΕΣΣΔ.

Με αυτό το ζήτημα καταπιάνεται η πλούσια σε πηγές μελέτη του Αναστάση Γκίκα, Δρα Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτη του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Το παρακάτω απόσπασμα από την εισαγωγή δίνει το μέγεθος της λαθροχειρίας αστών ιστορικών αλλά και μιας παγιωμένης αντίληψης που έχει καλλιεργηθεί και είχε να αντιμετωπίσει ο συγγραφέας. Ταυτόχρονα φαίνεται και το μέγεθος της ανάγκης εξοπλισμού με την ιστορική αλήθεια, βλέποντας τα πράγματα από τη σκοπιά των εκμεταλλευόμενων και όχι των εκμεταλλευτών.

«…το ζήτημα της ”γενοκτονίας των Ελληνοποντίων επί Στάλιν”. Είναι αλήθεια πως όταν ξεκινήσαμε να διερευνούμε το συγκεκριμένο θέμα δεν μπορούσαμε να φανταστούμε την έκταση που είχε λάβει η μαύρη προπαγάνδα (γιατί μόνο ως τέτοια μπορεί να χαρακτηριστεί). Ακαδημαϊκοί, συγγραφείς, εκδοτικοί οίκοι, τοπικές αυτοδιοικήσεις και ποντιακοί σύλλογοι… Η λίστα των “στρατευμένων” στην υπόθεση της “σταλινικής γενοκτονίας” ήταν ατελείωτη. Μέσα από:

α) Μια αυθαίρετη, σχεδόν αντεπιστημονική, χρήση προφορικών και γραπτών μαρτυριών καθώς και,

β) μια πραγματική “κακοποίηση” και κατ’ επιλογήν αξιοποίηση αρχειακών πηγών (οι οποίες, όπου και όποτε παρατίθεντο, μεταφράζονταν κατά το δοκούν)…». Εισαγωγή.

Το βιβλίο διατρέχει την πορεία των Ελλήνων στο έδαφος της ΕΣΣΔ, από την περίοδο της Ρωσίας των τσάρων μέχρι την ανατροπή του σοσιαλισμού και τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991.

Από όλη αυτή την περίοδο παρατίθεται μεγάλος αριθμός ποικίλων πηγών από κρατικά και κομματικά αρχεία της ΕΣΣΔ, καθώς και πολλά ντοκουμέντα του ελληνικού αστικού κράτους, όπως του Υπουργείου Εξωτερικών, διπλωματικές εκθέσεις, ντοκουμέντα του Ελληνικού Στρατού την περίοδο της ιμπεριαλιστικής επέμβασης ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Παράλληλα παρατίθενται και άλλα στοιχεία που κάνουν ακόμα πιο ζωντανή την ιστορική παρουσίαση, όπως αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα της εποχής καθώς και συνεντεύξεις που με επιτυχία μεταφέρουν στα χρόνια της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Μέσα από βιογραφικές αναφορές αναδεικνύονται μορφές Ελλήνων της Ρωσίας που έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο στο Κομμουνιστικό Κίνημα, όπως του Ωρίωνα Αλεξάκη, στελέχους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, καθώς και άλλων που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στα πλαίσια της σοσιαλιστικής κοινωνίας, στην ανάπτυξη της επιστήμης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Το ακόλουθο απόσπασμα, που παρατίθεται στο βιβλίο: «το μόνο αντίδοτο στον μπολσεβικισμό είναι ο εθνικισμός» είναι από γαλλόφωνη έκθεση[1] του Υπουργείου Εξωτερικών «για την κατάσταση στην Ρωσία» (30 Νοεμβρίου 1918) και χαρακτηριστικό για το πώς ο ιμπεριαλισμός έβλεπε τις διάφορες εθνικές ομάδες στα πλαίσια του κράτους της εργατικής τάξης.

Την πορεία των Ελλήνων της Ρωσίας είναι αδύνατο να την καταλάβουμε αν δεν την δούμε ως μια πορεία που ακολουθεί την ταξική πάλη που διεξάγεται στη Ρωσία (προεπαναστατικά, στην επανάσταση και στη συνέχεια). Ταξική πάλη που διεξάγεται πρώτα απ’ όλα μέσα στον ίδιο τον ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος δεν είναι κάτι ενιαίο αλλά διαρθρώνεται από αντίπαλες τάξεις. Ετσι συναντάμε Ελληνες φεουδάρχες, μεγάλους γαιοκτήμονες, αξιωματικούς του Τσάρου, εμπόρους, βιομηχάνους, τραπεζίτες, κουλάκους, αντεπαναστάτες κ.ά., όπως και Ελληνες φτωχούς αγρότες, κολίγους, εργάτες, υπαλλήλους και Ελληνες μπολσεβίκους επαναστάτες. Η ταξική σύγκρουση σε όλες της μορφές της ακόμα και στην ένοπλη μορφή λαμβάνει χώρα και μέσα στους πληθυσμούς των Ελλήνων.

Επιχειρώντας μια σύντομη διαδρομή μέσα από τις σελίδες του έργου, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε:

α) Μεθοδολογικά - αναλυτικά ζητήματα αναφορικά με τη σχέση εθνικού-ταξικού:

«Ξετυλίγοντας πτυχές της Ιστορίας, καταδικασμένες είτε στη λήθη είτε στη διαστρέβλωση από την κυρίαρχη ιστοριογραφία, αρχίζει σιγά-σιγά, βαθμιαία αλλά συστηματικά, να αποδομείται η ιδεαλιστική - μεταφυσική εικόνα της ιστορικής πορείας του ποντιακού ελληνισμού ως απόρροια “φυλετικών πεπρωμένων”. Ακολούθως, βλέπουμε πως η διαμόρφωση της “εθνικής συνείδησης”, των “εθνικών χαρακτηριστικών”, της “εθνικής” φιλίας και έχθρας vis-à-vis με άλλες εθνότητες, κλπ., πραγματοποιήθηκε συνεπεία συγκεκριμένων ιστορικοπολιτικών διαδικασιών που στην πορεία συνέθεσαν και αποκρυστάλλωσαν τη μορφή και το περιεχόμενό τους.

Αναδεικνύονται τέλος οι ταξικές αντιθέσεις που διαμορφώθηκαν αντικειμενικά ανάμεσα στις εθνικές μειονότητες και καταρρέει ο μύθος της ταύτισης των συμφερόντων μιας μικρής μερίδας εχόντων και κατεχόντων (της εκμεταλλεύτριας τάξης, της αστικής και των μεγάλων γαιοκτημόνων) με το σύνολο ενός λαού, των εκμεταλλευόμενων τάξεων, των εργατών και των αγροτών. Η διαμετρική αυτή αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων θα γινόταν όλο και πιο φανερή -επιζητώντας ολοένα και πιο ριζοσπαστικές λύσεις- όσο οι ταξικές αντιθέσεις οξύνονταν στην πορεία προς την επανάσταση…». Κεφάλαιο1.

β) Την καταγραφή των επαναστατικών γεγονότων από τους πρωταγωνιστές όλων των «στρατοπέδων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση ενός από τα «εξέχοντα» μέλη του εμπορικού κεφαλαίου της Οδησσού, του Ε. Παυλίδη, ο οποίος και έγραψε σχετικά με τον «επαναστατημένο όχλο»:

«Κατέλαβον τα κυβερνητικά ιδρύματα, τα ανάκτορα, όλα τα μέγαρα και τας οικίας των πλουσίων. Υπό τας οδηγίας των κομμουνιστών εσχημάτισαν διαφόρους διοικητικούς συνδέσμους τοπικούς, επαρχιακούς και ευρύτερους, εις την εξουσίαν των οποίων περιελαμβάνοντο πολλαί διοικητικαί περιφέρειαι. Ιδρύθησαν πανταχού έκτακτα Επαναστατικά Δικαστήρια, εις τα οποία προήδρευαν ως επί το πλείστον αγράμματοι και άξεστοι χωρικοί, στρατιώται, ναύται ή εργάται»[2]. Κεφάλαιο 2.

Εξίσου χαρακτηριστική η αναφορά (επιστολή - έκθεση προς το Γενικό Στρατηγείο Θεσσαλονίκης και το Υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα) του Συνταγματάρχη Π. Γαργαλίδη για την κατάσταση του αντιπάλου που θα αντιμετώπιζαν τα στρατεύματα της Αντάντ κατά την ιμπεριαλιστική επέμβαση στην επαναστατημένη Ουκρανία.

«Ενταύθα κατάστασις κρίσιμος. Στρατεύματα Μπολσεβίκων σίγουρα οργανωμένα βοηθούνται από 4/5 πληθυσμού Ουκρανικής χώρας… Πληθυσμός εναντίον συμμαχικών στρατευμάτων…»[3]. Κεφάλαιο 2.

γ) Πλευρές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όπως η εκβιομηχάνιση και η κολεκτιβοποίηση:

«Πώς πραγματοποιήθηκε η διαδικασία της κολεκτιβοποίησης; Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος AnnaLouiseStrong, που κυριολεκτικά “όργωσε” την ύπαιθρο εκείνη την περίοδο ως ανταποκρίτρια των MoscowTimes, έγραφε: “Αμερικανοί σχολιαστές συνήθως μιλούν για την κολεκτιβοποίηση ως κάτι που επιβλήθηκε από τον Στάλιν. Φτάνουν ακόμα και στο σημείο να ισχυρίζονται πως ηθελημένα καταδίκασε σε πείνα εκατομμύρια αγρότες ώστε να τους εξαναγκάσει να ενταχθούν στα κολχόζ. Είναι ψέμα…

…Είδα την κολεκτιβοποίηση να ξεσπάει σαν καταιγίδα στον Κάτω Βόλγα το φθινόπωρο του 1929. Hταν μια επανάσταση που πραγματοποίησε βαθύτερες αλλαγές από ό,τι η επανάσταση του 1917, της οποίας υπήρξε ώριμο φρούτο. Οι εργάτες γης και οι φτωχοί αγρότες πήραν την πρωτοβουλία, προσδοκώντας στην καλυτέρευση της κατάστασή τους με τη βοήθεια της κυβέρνησης. Οι κουλάκοι πολέμησαν το κίνημα βίαια και με όλα τα μέσα, ακόμα και με εμπρησμούς και φόνους. Η μεσαία αγροτιά, η πραγματική ραχοκοκαλιά της υπαίθρου, βρίσκονταν διχασμένη μεταξύ της επιθυμίας να μεταπηδήσει στην τάξη των κουλάκων από τη μία και της προοπτικής παροχής μηχανημάτων από το κράτος από την άλλη. Αλλά τώρα που το Πεντάχρονο Πλάνο υποσχόταν τρακτέρ, αυτή η τεράστια μάζα αγροτών άρχισε να κινείται από τα χωριά, τις κοινότητες και τις επαρχίες προς τα συνεταιριστικά αγροκτήματα…”»[4]. Κεφάλαιο 5.

δ) Το ακανθώδες ζήτημα των λεγόμενων «σταλινικών διώξεων»:

«Σε γενικές γραμμές, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας γύρω από τις διώξεις πραγματοποιήθηκε σε δύο κυρίως άξονες: α) τον χαρακτήρα των διώξεων και β) την έκτασή τους. Μια πρόσφατη έρευνα Αμερικανών ιστορικών στα κρατικά αρχεία της ΕΣΣΔ, που δημοσιεύτηκε στο AmericanHistoricalReview (όπως και στο L’ Historie του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Ερευνας της Γαλλίας), προσφέρει μια σειρά ακράδαντων στοιχείων που αποδομούν από τα θεμέλιά τους τις διάφορες “θεωρίες” περί εθνοκάθαρσης των μειονοτήτων στην ΕΣΣΔ.[5] Η έρευνα αυτή κατέληξε συμπερασματικά πως η λεγόμενη “περίοδος της τρομοκρατίας” (αναφέρονται στην περίοδο 1936-1940) “στόχευε κυρίως στις ελίτ παρά στις εθνικές ομάδες αυτές καθαυτές”. Επηρέασε δηλαδή μέλη εθνοτήτων τα οποία ανήκαν στη διοικητική και οικονομική ελίτ (και τα οποία αντιμετώπιζαν κατηγορίες διαφθοράς, κατάχρησης εξουσίας, κλπ.), λόγω της θέσης που κατείχαν και όχι εξαιτίας της καταγωγής τους. Ιδιαίτερα για “τους λαούς του Καυκάσου”, τα αρχειακά ευρήματα αποδεικνύουν πως “αντιπροσωπεύονταν σε μικρότερο ποσοστό στο σύστημα GULAG από ότι τους αναλογούσε στο σύνολο του πληθυσμού της χώρας: ως εθνικές ομάδες επηρεάστηκαν λιγότερο συγκριτικά κατά το 1937-1938”. Ειδικότερα για τους ελληνικούς πληθυσμούς να σημειώσουμε πως δε συγκαταλέγονται ούτε καν στη λίστα με τις 14 εθνικότητες που “αντιπροσωπεύτηκαν” στα Gulag με τα μεγαλύτερα ποσοστά (με τελευταίους τους Φιλανδούς με ανώτατο αριθμό εγκλείστων 2.750 άτομα)»[6]. Κεφάλαιο 6.

ε) Τη συμβολή των Ελλήνων στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο:

«Σημαντική ήταν η συμβολή των Ελλήνων κομμουνιστών -και ιδιαίτερα των Ελλήνων νέων Κομσομόλων- που πολέμησαν με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ηρωισμό στα διάφορα πεδία του πολέμου. Δεν ήταν λίγοι επίσης οι Ελληνες Πόντιοι που βρέθηκαν ανάμεσα στα τμήματα εκείνα του Κόκκινου Στρατού, τα οποία το 1945 μπήκαν στο Βερολίνο, γράφοντας μαζί με τα εκατομμύρια των συντρόφων τους τις τελευταίες σελίδες της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών (9 Μαΐου 1945).[7]

Ορισμένες αναφορές κάνουν λόγο ακόμα και για 13.000 έλληνες που πολέμησαν στα μέτωπα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου μόνο από την Γεωργία. Ενας εξ αυτών, ο Λάζαρος Μέλικοφ (από την Τσάλκα της Γεωργίας), στις παραμονές του σοβιετοφιλανδικού πολέμου το 1939 έγραψε από το μέτωπο μια επιστολή στο φίλο του Χαράλαμπο Καρίμποφ, η οποία και έκλεινε ως εξής: “Εγώ υπερασπίζω τα σύνορα από τους φασίστες εχθρούς. Για τα σοβιετικά σύνορα δίνω και την ζωή μου”. Ηταν μέλος της Κοσμομόλ της διμοιρίας και όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλα μέλη της Νεολαίας και του Κόμματος ρίχτηκε με αυτοθυσία στην πρώτη γραμμή κατά του φασισμού. Επεσε μαχόμενος κατά την απελευθέρωση της Λευκορωσίας. Για τον ηρωισμό του τιμήθηκε με το μετάλλιο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1ης κατηγορίας»[8]. Κεφάλαιο 7.

στ.) Τις αναφορές γύρω από την προσπάθεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης:

«Πραγματικά συγκλονιστική είναι η απόρρητος αναφορά για τις πρόσφατα απελευθερωθείσες περιοχές της ΕΣΣΔ, συνταχθείσα από τον Γάλλο πρώην Υπουργό της Αεροπορίας κ. PierreCot, ο οποίος και επισκέφθηκε προσωπικά τις περιοχές αυτές (Μόσχα 25.7.1944): “Η Σοβιετική Κυβέρνησις δεν παραλείπει να καταβάλλει την δέουσαν μέριμναν όχι μόνον δια τον επαρκή επισιτισμόν και τας υγειονομικάς συνθήκας του ηρωικού τούτου πληθυσμού άλλα και δια την ικανοποίησιν και των πνευματικών ακόμη αναγκών τούτου. Λειτουργούσιν ήδη σχολεία, βιβλιοθήκαι, θέατρα κλπ…

…τόσον εις την ανοικοδόμησιν της βιομηχανίας όσον και εις την ανασυγκρότησιν των γεωργικών περιφερειών, μεγάλον ρόλον παίζει το κομμουνιστικόν κόμμα του οποίου πολλά μέλη δια του ενθουσιασμού και του φανατισμού των, μεταδίδουσι εις τους πληθυσμούς την πίστιν ότι η ταχυτέρα ανόρθωσις των ερειπίων θα συντελέσει εις την βελτίωσιν του μέλλοντός των”[9].

Την παραπάνω εικόνα συμπληρώνει η μαρτυρία ενός Ποντίου που έζησε την εποχή εκείνη τη διαδικασία της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης: “Ακούστε, η Σοβιετική Ενωση προσπαθώντας κατά τα πρώτα της βήματα μετά την Επανάσταση και τον Εμφύλιο να σταθεί στα πόδια της, πέρασε πραγματικά δύσκολα χρόνια. Και εκεί που πήγαινε να ορθοποδήσει ήρθε και η καταστροφή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν μπορείτε να αναλογιστείτε το μέγεθος της καταστροφής. Ομως υπήρχε πειθαρχία. Οπως ήταν η πειθαρχία επί Στάλιν δεν θα υπάρξει ποτέ. Οχι ότι ο κόσμος φοβότανε. Αυτό είναι ψέμα. Ηταν συνειδητή η πειθαρχία. Υπήρχαν βέβαια και οι τυχοδιώκτες, αλλά στην πλειοψηφία τους ήταν συνειδητοί: με την ψυχή τους! Πηγαίνανε στη δουλειά και κανένας δεν αργούσε. Η δουλειά προχωρούσε και οι άνθρωποι τραγουδούσανε δουλεύοντας. Ναι, ήταν δύσκολα. Αλλά εμείς βλέπαμε: όταν μια πόλη ήταν κατεστραμμένη, εμείς την στήναμε με τον ενθουσιασμό και με την αγάπη για την πατρίδα. Τους έβλεπα και απορούσα: όταν πηγαίνανε στη δουλειά, όλοι είχανε χαμόγελο στο πρόσωπο…»[10].Κεφάλαιο 8.

ζ) Γενικά τη συμμετοχή και διάκριση πολλών Ελληνοποντίων σε μια σειρά πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας:

«Με αφορμή την πρόσφατη δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων εκείνων που είχαν παρασημοφορηθεί στην ΕΣΣΔ, ο Νικόλαος Μασμανίδης αναφέρει σε άρθρο του στη ρωσόφωνη εφημερίδα “Αθηναϊκός Κούριερ” πως υπήρχαν αναγραμμένα χιλιάδες ονόματα Ποντίων, οι οποίοι είχαν γίνει αποδέκτες πληθώρας διακρίσεων, όπως το παράσημο Λένιν, ο τίτλος του “Ηρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας”, του “Ηρωα της Σοβιετικής Ενωσης” κλπ. Κλείνει δε με το εξής: “Η ιστορία του Ποντιακού λαού θέλει από εμάς να θυμόμαστε συνέχεια τις σελίδες, όχι μόνο με τα ονόματα των σταλινικών διώξεων -που έχει γίνει ιδιαίτερα της μόδας τον τελευταίο καιρό- αλλά και με τα ονόματα αυτών των Ποντίων που τιμήσανε με την ανδρεία τους, με την εργασία τους κατά τη σοβιετική περίοδο, τον μικρό λαό τους. Με μεγάλη μου χαρά γνωρίζω πως είναι πολλά αυτά τα ονόματα, τα οποία σηματοδοτούν και επιβεβαιώνουν πως η ιστορία των Ελλήνων… ήταν σπουδαία ιστορία. Γιατί πραγματικά τιμήσανε την πατρίδα τους, τη Σοβιετική Ενωση, σε όλες τις σφαίρες της δημιουργίας»[11]. Κεφάλαιο 8.

Θεωρούμε αξιοπρόσεκτη την παρακάτω τοποθέτηση του συγγραφέα:

«Οι υπάρχουσες μελέτες γύρω από τον Ποντιακό Ελληνισμό στην ΕΣΣΔ την περίοδο μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το θάνατο του Ι.Β. Στάλιν, υπήρξαν κατά κύριο λόγο προσανατολισμένες -ιδεολογικοπολιτικά όσο και μεθοδολογικά- στην αναπαραγωγή ενός αντικομμουνιστικού μοτίβου, το οποίο γνώρισε ιδιαίτερη ακμή μεταπολεμικά και φαίνεται να αναβιώνει με αυξανόμενη επιθετικότητα στις μέρες μας. Στο πλαίσιο αυτό, κυριολεκτικά “πάσχισαν” να “αποδείξουν” ότι το σοβιετικό καθεστώς εφάρμοσε πολιτική διώξεων εναντίον των ελληνικών πληθυσμών της χώρας. Για να το πετύχουν αυτό, αφαίρεσαν σχεδόν ολοκληρωτικά το γενικότερο στοιχείο των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων που λάμβαναν χώρα στην ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο, το στοιχείο της έντονης ταξικής πάλης που αναπτύχθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως τον Εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση, από την κολεκτιβοποίηση ως την αυγή του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.

Υποτίμησαν ή ακόμα και αποσιώπησαν το γεγονός πως μια μεγάλη μερίδα του Ποντιακού Ελληνισμού, η οποία φυγαδεύτηκε στις ακτές της ΕΣΣΔ, όφειλε την ίδια της την επιβίωση στις σοβιετικές αρχές που ανέλαβαν την μεταφορά (την εξαγορά πολλών αιχμαλώτων κλπ.) και την εγκατάστασή τους σε ασφαλές περιβάλλον (1920-1922). Και αυτό την ίδια στιγμή που η Ελληνική Κυβέρνηση έστελνε στρατεύματα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των υπολειμμάτων της τσαρικής αριστοκρατίας που είχαν καταφύγει στην Οδησσό, έναν από τους τελευταίους προμαχώνες της παλιάς τάξης πραγμάτων στην επαναστατημένη Ρωσία. Εξίσωσαν τον Ελληνα κεφαλαιοκράτη με τον Ελληνα χωρικό και εργαζόμενο, λες και τα συμφέροντά τους ήταν τα ίδια, λες και “έπλεαν στην ίδια βάρκα”, ισχυρισμός που αποτελεί μέγιστο ψέμα. Ταύτισαν τις απόψεις και επιθυμίες μιας ολόκληρης εθνικής μειονότητας με τις τύχες των ολίγων εχόντων και κατεχόντων που όντως ζημιώθηκαν από την αλλαγή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος.

Υποβάθμισαν το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων συμμετείχε ενεργά στις επαναστατικές διαδικασίες, ενώ ως εθνική μειονότητα οι Ελληνες της ΕΣΣΔ γνώρισαν πρωτόγνωρη πολιτιστική ανάπτυξη επί σοβιετικής εξουσίας. Και αυτό την ίδια στιγμή που οι συμπατριώτες τους που μεταφέρθηκαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ζούσαν στην εξαθλίωση και τον κατατρεγμό. Οι οποίοι, στοιβαγμένοι σε άθλιους συνοικισμούς-γκέτο είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός από την κρατική αδιαφορία και την φυσική - ψυχολογική βία των “εθνικώς καθαρών” γηγενών που τους χαρακτήριζαν “τουρκόσπορους” και ζητούσαν τον “εξαγνισμό” των πόλεων από την παρουσία τους…»[12].Κεφάλαιο 9.

Εν κατακλείδι «η συζήτηση γύρω από τη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ ούτε αρχίζει ούτε και τελειώνει βέβαια με αυτή την εργασία. Εχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος αυτού, η ερευνητική μας προσπάθεια δεν αποσκοπεί στο να καταλήξει σε τελεσίδικα και απόλυτα συμπεράσματα αναφορικά με διάφορες πτυχές του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Τουναντίον, στοχεύει σε μια μαρξιστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση ιστορικών γεγονότων και διαδικασιών, μακριά τόσο από εξιδανικευμένες ωραιοποιήσεις όσο και από ισοπεδωτικούς μηδενισμούς, η οποία θα συμβάλει -ελπίζουμε- στην περαιτέρω μελέτη και ανάλυσή τους». Εισαγωγή.

Σήμερα η πλατιά αντεπίθεση με όπλο την ιστορική αλήθεια είναι επιβεβλημένη. Ξεχωριστό έδαφος τέτοιας δράσης πρέπει να γίνουν οι πανεπιστημιακοί χώροι προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών αλλά και ευρύτερα η νεολαία, τα παιδιά της εργατικής τάξης που έχουν κάθε συμφέρον από το να μη συσκοτίζεται η προοπτική της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, από τη συκοφάντηση της ιστορικά πρώτης πορείας σοσιαλιστικής οικοδόμησης.



[1] «NotesurlasituationenRussie», 30.11.1918, Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι Υπουργείου Εξωτερικών (173/15) Μουσείο Μπενάκη.

[2] Βλέπε Παυλίδης Ε (1953): «Ο Ελληνισμός της Ρωσίας», Αθήνα: «Σωματείο εκ Ρωσίας Ελλήνων» σελ.49-50.

[3] Επιστολή Π. Γαργαλίδη 7.3.1919, Αρχείο Παναγιώτη Γαργαλίδη, ΕΛΙΑ.

[4]StrongA.L. (1957): «TheStalinEra» (NewYork: MainstreamPublishers)σελ.36-39.

[5]Getty J.A., Rittersporn G.T., Zemskov V.N. (1993):«Victims of the Soviet Penal System in the pre-war Years: A First Approach on the Basis of Archival Evidence», στο «American Historical Review», τόμος 98, τεύχος 4 Οκτωβρίου

[6] Getty J.A., Rittersporn G.T., Zemskov V.N. (1993): «Victims of the Soviet Penal System in the pre-war Years: A First Approach on the Basis of Archival Evidence», στο «American Historical Review», τόμος 98, τεύχος 4 Οκτωβρίου, σελ.1028-1029.

[7]ΑθηναϊκόςΚούριερ, 30 Σεπτεμβρίου – 7 Οκτωβρίου 2005, επιστολήΦρόσωςΟνουφριάδου

[8] Αθηναϊκός Κούριερ, 2-9 Ιουνίου 2006, άρθρο Διογένη Μέλικοφ.

[9] Φάκελος 46.1 του 1944, Κυβέρνηση Καΐρου, Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών.

[10] Συνέντευξη Αθανασιάδη Γιάννη, 19.7.2006.

[11] Αθηναϊκός Κούριερ, 21 Σεπτεμβρίου - 6 Οκτωβρίου 2006, άρθρο του Νικόλαου Μασμανίδη με τίτλο «Ποντιακή Συμφωνία: 126 μετάλλια της Σοβιετικής Ενωσης».

[12]Καθημερινή 16.7.1928 και 19.7.1928.