160 ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟΥ: ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

«Το μικρό αυτό βιβλιαράκι αξίζει ολόκληρους τόμους:
με το πνεύμα του ζει και κινείται ως τα σήμερα όλο το οργανωμένο
και αγωνιζόμενο προλεταριάτο του πολιτισμένου κόσμου.»
1

 

 

Α. Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟΥ

 Πέρασαν ήδη 160 χρόνια από το Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1848 αφ’ ότου τυπώθηκε για πρώτη φορά το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» στο Λονδίνο, γραμμένο από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς, με εντολή του 2ου Συνεδρίου της Ενωσης Κομμουνιστών για να χρησιμοποιηθεί ως πρόγραμμά της.

«Στο έργο αυτό εκτίθεται με μεγαλοφυή σαφήνεια και διαύγεια η νέα κοσμοαντίληψη, ο συνεπής υλισμός που αγκαλιάζει και την περιοχή της κοινωνικής ζωής, η διαλεκτική σαν η πιο ολόπλευρη και η πιο βαθιά διδασκαλία της εξέλιξης, η θεωρία της ταξικής πάλης και ο κοσμοϊστορικός ρόλος του προλεταριάτου, του δημιουργού της νέας, της κομμουνιστικής κοινωνίας» 2.

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι Μαρξ και Ενγκελς καθόρισαν για πρώτη φορά στην ιστορία των κοινωνικών επιστημών τη θέση του καπιταλιστικού σχηματισμού στην ανθρώπινη ιστορία, κατέδειξαν τον προοδευτικό του χαρακτήρα σε σύγκριση με τους προηγούμενους σχηματισμούς, τη δουλοκτησία και τη φεουδαρχία, αλλά και το αναπόφευκτο της ανατροπής του.

Οι θεμελιωτές του επιστημονικού κομμουνισμού απέδειξαν ότι ολόκληρη η ιστορία της κοινωνίας, με εξαίρεση το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, είναι ιστορία της πάλης των τάξεων.

Στην αστική κοινωνία οι δύο κύριες και ανταγωνιστικές τάξεις, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, βρίσκονται σε αδιάκοπη, αδιάλλακτη πάλη. Η αστική τάξη κατάκτησε την κρατική εξουσία και τη χρησιμοποιεί για να υπερασπίσει τα δικά της ταξικά συμφέροντα και να υποτάξει την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Στο Μανιφέστο οι Μαρξ και Ενγκελς αποκάλυψαν τις ασυμβίβαστες εσωτερικές αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας. Σε ένα συγκεκριμένο στάδιο οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, που συντέλεσαν στη γρήγορη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έγιναν εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξή τους. Η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική φύση της παραγωγής και την ατομική μορφή ιδιοκτησίας, που είναι και η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, προκαλεί τις οικονομικές κρίσεις.

Το Μανιφέστο αποκαλύπτει και θεμελιώνει τον κοσμοϊστορικό ρόλο του προλεταριάτου ως νεκροθάφτη της καπιταλιστικής κοινωνίας και οικοδόμου του κομμουνισμού, ως της μοναδικής τάξης που είναι ως το τέλος συνεπής και παλεύει για το συμφέρον όλων των καταπιεζομένων, όλων των ανθρώπων του μόχθου. Η εργατική τάξη είναι αυτή που θα απαλλάξει την κοινωνία από την καπιταλιστική καταπίεση με την κατάργηση της καπιταλιστικής μορφής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την αντικατάστασή της από την κοινωνική, κομμουνιστική ιδιοκτησία.

Η θεμελιακή αυτή θέση του Μανιφέστου έγινε όλα αυτά τα 160 χρόνια αντικείμενο διαπάλης μέσα στο εργατικό κίνημα, πολεμήθηκε από την αστική τάξη αφού το προλεταριάτο εμφανίζεται ιστορικά πλέον ως ο κύριος και βασικός αντίπαλός της, από το οποίο μάλιστα κινδυνεύει η εξουσία της. Αλλά πολεμήθηκε και από οπορτουνιστικά ρεύματα, δηλαδή από δυνάμεις μέσα στο εργατικό κίνημα που γίνονταν φορείς της αστικής και μικροαστικής σκέψης και πολιτικής. Οι δυνάμεις αυτές έγιναν πολλές φορές αιτία διασπάσεων του κομμουνιστικού κινήματος. Οσοι επηρεάστηκαν και υιοθέτησαν αυτές τις απόψεις υποτάχθηκαν στην αστική τάξη, σε αντιλήψεις και πρακτικές αντίθετες με τα συμφέροντα του εργατικού επαναστατικού κινήματος ακόμη και συνδικαλιστικού στις διάφορες ξεχωριστές χώρες αλλά και διεθνώς. Οσο κι αν σε κάθε χρονική στιγμή και σε κάθε φάση εμφανίζονταν αυτά τα «επιχειρήματα» με διαφορετικό τρόπο, από χώρα σε χώρα, εντούτοις είναι εντυπωσιακή η κοινή αφετηρία και βάση τους, αλλά και η «κωδικοποιημένη», σε τελευταία ανάλυση, αντιγραφή και υποστήριξή τους από τους απανταχού οπορτουνιστές και αναθεωρητές.

Από την εποχή ακόμα του Μανιφέστου, καθώς και αργότερα, αμέσως μετά την Κομμούνα του Παρισιού, οι Μαρξ και Ενγκελς ασχολήθηκαν με τις νομοτέλειες της ταξικής πάλης, τον ηγετικό ρόλο του προλεταριάτου στην επανάσταση και τον καθοδηγητικό ρόλο της πρωτοπορίας του, του επαναστατικού κόμματος.

Το 1848-1849 ήταν περίοδος μιας σειράς αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων που έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων σε όλους τους κλάδους της παραγωγής. Την περίοδο 1850-1870 παρουσιάζεται μεγάλη ανάπτυξη της εργατικής τάξης. Στην Αγγλία, ως η πρώτη χώρα της ραγδαίας ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η εργατική τάξη φτάνει και ξεπερνάει τα 2 εκατομμύρια. Στη βάση παρόμοιας ανάπτυξης της εργατικής τάξης και σε άλλες χώρες, όπως Γερμανία, ΗΠΑ κλπ., εμφανίζονται μαχητικές συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, γεγονός που αποτέλεσε τη βάση μιας παραπέρα ανόδου του εργατικού κινήματος. Η περίοδος αυτή είναι περίοδος πλατιάς ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων και όξυνσης της ταξικής πάλης. Ως γέννημα της ανάγκης να ανέβει η ταξική πάλη της εργατικής τάξης σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο να κατακτηθεί η ενότητα δράσης των ξεχωριστών τμημάτων της ιδρύθηκε η Διεθνής Ενωση των Εργατών (1η Διεθνής) στις 28 Σεπτεμβρίου 1864.

Η πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού και του εργατικού κινήματος οδήγησε το 1871 στην Κομμούνα του Παρισιού. Για πρώτη φορά βγαίνει στο προσκήνιο της ιστορίας η εργατική τάξη, συγκροτημένη ως τάξη, κατακτά την εξουσία, οργανώνει το δικό της κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ασχετα αν σε αυτή την πρώτη έφοδο στους ουρανούς η εργατική τάξη δεν κατάφερε να διατηρήσει τη νίκη της, εντούτοις απέδειξε τον ιστορικά ηγετικό ρόλο της, ως τάξης που μπορεί να ηγηθεί στην πάλη όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων, να εγκαθιδρύσει τη δικιά της εξουσία.

Η Κομμούνα έδωσε πολύτιμα διδάγματα, μελετήθηκε από τους κλασσικούς, βοήθησε την ανάπτυξη και πρώτα απ’ όλα το νομοτελειακό χαρακτήρα της ύπαρξης οργανωμένης ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, δηλαδή της ύπαρξης επαναστατικού εργατικού κόμματος. Οπως έγραψε ο Λένιν: «Η βροντή των κανονιών του Παρισιού αφύπνισε τα πιο καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου, που ήταν βυθισμένα σ’ ένα βαθύ ύπνο και έδοσε παντού ώθηση στο δυνάμωμα της επαναστατικής-σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Να γιατί το έργο της Κομμούνας δεν πέθανε»3.

Οι συγγραφείς του Κομμουνιστικού Μανιφέστου διακήρυξαν ότι η εργατική τάξη μπορεί να εκπληρώσει το έργο αυτό μόνο με την επαναστατική βία εναντίον της αστικής τάξης, με την προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση. Βέβαια οι συνθήκες συνεχώς μεταβάλλονται. Στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού εμφανίζονται τα μονοπώλια, τα οποία στη συνέχεια κυριαρχούν. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μετατρέπεται σε μονοπωλιακό ανταγωνισμό. Για την Ευρώπη η εποχή των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων έχει τελειώσει. Η ταξική πάλη οξύνεται με κύριο χαρακτηριστικό τις μεγάλες απεργιακές μάχες των εργατών στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Αγγλία, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Αρχίζουν να δημιουργούνται τα πρώτα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη μετατρέπεται σε τάξη «για τον εαυτό της» και σαν τέτοια παρουσιάζεται από δω και πέρα στο διεθνή στίβο, βγαίνοντας από την κηδεμονία του αστικοδημοκρατικού κινήματος.

Στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή του ιμπεριαλισμού, η εργατική τάξη έρχεται πλέον όχι μόνο στο προσκήνιο της Ιστορίας, αλλά ηγείται του παγκόσμιου επαναστατικού προτσές διεξάγοντας νικηφόρες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, αρχής γενομένης από τη σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία, αλλά και στις επόμενες πέντε δεκαετίες περίπου.

Η εργατική τάξη απόδειξε τον ηγετικό της ρόλο, οργάνωσε το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, περίπου στο 1/3 του κόσμου, με σημαντικά επιτεύγματα και κατακτήσεις για τους λαούς αυτών των χωρών αλλά και άλλων. Το προλεταριάτο στις καπιταλιστικές χώρες ηγήθηκε μεγάλων κινημάτων αντίστασης, διεκδικήσεων και επαναστάσεων, αν και δεν κατόρθωσε πάντα να τις ολοκληρώσει νικηφόρα, είτε κάτω από τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων είτε λόγω αδυναμιών αλλά και στρατηγικών λαθών, που έτσι και αλλιώς σήμερα αποτελούν αντικείμενο μελέτης και επιστημονικής ανάλυσης για τους κομμουνιστές, εξαγωγής διδαγμάτων χρήσιμων για το σήμερα και το αύριο του κινήματος.

Οι Μαρξ και Ενγκελς έδειξαν ότι ήταν αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα προλεταριακό πολιτικό κόμμα, αποκάλυψαν τον ιστορικό του ρόλο, καθόρισαν τη σχέση ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη και τα καθήκοντα του Κόμματος. Διατύπωσαν και θεμελίωσαν την ιδέα της προλεταριακής δικτατορίας, ως το περιεχόμενο της εξουσίας της εργατικής τάξης αν και δε χρησιμοποιούσαν τότε ακόμα αυτό τον όρο. «Το πρώτο βήμα στην επανάσταση της εργατικής τάξης είναι η ανύψωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, η κατάκτηση της δημοκρατίας. Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για να αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου, που είναι οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη, και να αυξήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων»4.

Το Μανιφέστο τονίζει ότι η καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος και η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο θα θέσει τέρμα στην εθνική καταπίεση και την εχθρότητα ανάμεσα σε έθνη. Οι Μαρξ - Ενγκελς τόνιζαν ότι μια από τις βασικότερες αρχές των κομμουνιστών είναι η αμοιβαία βοήθεια και υποστήριξη στον αγώνα εναντίον της κοινωνικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, πράγμα που απορρέει από τους κοινούς τους σκοπούς. Θεμέλιο αυτής της αρχής είναι ο προλεταριακός διεθνισμός που διαποτίζει όλο το περιεχόμενο του Μανιφέστου.

Επεξηγώντας τους μεγάλους ανθρωπιστικούς σκοπούς των κομμουνιστών οι Μαρξ - Ενγκελς, απέδειξαν πόσο αβάσιμες είναι οι ιδεολογικές επιθέσεις της αστικής τάξης εναντίον των κομμουνιστών, και περιέγραψαν το ταξικό περιεχόμενο και τη συμφεροντολογική φύση των αστικών ιδεών για το γάμο, την ηθική, την ιδιοκτησία, την πατρίδα κλπ.

Στο Μανιφέστο υπέβαλαν σε επιστημονική κριτική τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική φιλολογία του καιρού εκείνου. Αποκάλυψαν την ταξική φύση των θεωριών που αποτελούν τις βάσεις του φεουδαλικού σοσιαλισμού, του μικροαστικού σοσιαλισμού, του λεγόμενου αληθινού γερμανικού σοσιαλισμού και του συντηρητικού-αστικού σοσιαλισμού. Οι θεμελιωτές του επιστημονικού κομμουνισμού εξέφρασαν επίσης και τη σχέση τους προς τα συστήματα του κριτικού-ουτοπικού σοσιαλισμού, έδειξαν το εξωπραγματικό αυτών των θεωριών.

 

 Β. ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

 Σημαντικές είναι οι παρατηρήσεις των Μαρξ και Ενγκελς για τα ζητήματα στρατηγικής και τακτικής που πρέπει να ακολουθεί το προλεταριακό κόμμα. Στο Μανιφέστο επισημαίνεται ότι οι κομμουνιστές είναι μέλη του επαναστατικού κόμματος που διακρίνεται για τη συνέπειά του. «Αγωνίζονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και το μέλλον του κινήματος»5.

Το θέμα αυτό αποτέλεσε σημαντικό ζήτημα ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις και σε διάφορα οπορτουνιστικά ρεύματα και απόψεις στο διεθνές πολιτικό εργατικό κίνημα.

Εμφανίζονται ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1890 με επικεφαλής τον Μπερνστάιν, ο οποίος ανέπτυξε τις γνωστές αναθεωρητικές αντιλήψεις, όπως ότι το κύριο είναι η πάλη για μικρές οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, ότι το κίνημα είναι το παν και ο τελικός σκοπός τίποτα, ότι το κύριο μέσο πάλης για το προλεταριάτο είναι το κοινοβούλιο και όχι η πλατιά ταξική πάλη. Ο αναθεωρητισμός παρουσιάζεται αυτή την περίοδο σαν μια ιδιαίτερη μορφή του ρεφορμισμού, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όταν ο μαρξισμός γίνεται ευρύτερα αποδεκτός ως θεωρία της πάλης της εργατικής τάξης για την οριστική απελευθέρωσή της από τα αστικά δεσμά. Η ουσία του, όπως άλλωστε παρουσιάζεται και σήμερα -πάντα τηρουμένων των αναλογιών- είναι ότι προσπαθεί να παρουσιάσει την περίοδο της σχετικά ειρηνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού ως εποχή όπου υπάρχει αρμονία των τάξεων, εξασθένιση της θεωρητικής ανάλυσης για τον ιμπεριαλισμό ως το τελευταίο του σκαλοπάτι και ως συμπέρασμα όλων αυτών ότι ο μαρξισμός πάλιωσε και θα πρέπει να αναθεωρηθεί. Το αντικειμενικό γεγονός της ανάπτυξης του καπιταλισμού, του περάσματός του στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, απαιτούσε ανάπτυξη του μαρξισμού από τις επαναστατικές δυνάμεις, παίρνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα και όχι αναθεώρηση. Αυτό το καθήκον εκπλήρωσε ο Λένιν με μια σειρά από έργα του, όπου ανέλυσε και τις κοινωνικές ρίζες του οπορτουνισμού, του αναθεωρητισμού, του μπερνσταϊνισμού.

Οι «θεωρίες» αυτές έρχονται και επανέρχονται στο διάβα των δεκαετιών, καθ’ όλη την περίοδο του 20ού αιώνα, στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και μετά τη μεγάλη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, μέχρι το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και μετά από αυτόν στα κινήματα των καπιταλιστικών χωρών.

Ο οικονομικός αγώνας της εργατικής τάξης ξεκόβεται από τον πολιτικό αγώνα, από την ολόπλευρη προετοιμασία για την πάλη με στόχο την εξουσία, τη δικτατορία του προλεταριάτου, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, για το επαναστατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Γύρω από αυτό το καθοριστικό στρατηγικό ζήτημα αναπτύσσεται έντονη ιδεολογική διαπάλη και αντιπαράθεση, ανάμεσα στους μαρξιστές και τα αστικά, μικροαστικά οπορτουνιστικά ρεύματα και τάσεις. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται και αποσπάσματα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου προκειμένου να διαστρεβλωθούν απόψεις των Μαρξ και Ενγκελς.

Ο Λένιν, παραδείγματος χάριν, επεσήμανε ότι ήταν ολότελα λαθεμένη η άποψη ότι ο μαρξισμός αποτέλεσε τη θεωρητική έκφραση της πρακτικής που κυριαρχούσε, δηλαδή της πολιτικής πάλης που υπερείχε έναντι της οικονομικής πάλης. Ο Λένιν επισημαίνει ότι το αντίθετο ακριβώς συνέβαινε. Ο μαρξισμός παρουσιάστηκε τότε που κυριαρχούσε ο «μη πολιτικός σοσιαλισμός» και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», πήρε αμέσως θέση, ενάντια στο μη πολιτικό σοσιαλισμό. Ακόμα και όταν ο μαρξισμός εμφανίστηκε θεωρητικά πάνοπλος (με το «Κεφάλαιο») και οργάνωσε την περίφημη «Διεθνή Ενωση των Εργατών», η πολιτική πάλη καθόλου δεν ήταν η πρακτική που κυριαρχούσε (υπήρχε στενός τρεϊντγιουνισμός στην Αγγλία, αναρχισμός και προυντονισμός στις λατινικές χώρες). Στη Γερμανία, γράφει ο Λένιν, η μεγάλη ιστορική υπηρεσία που πρόσφερε ο Λασάλ ήταν ότι μετέτρεψε την εργατική τάξη από ουρά της φιλελεύθερης αστικής τάξης σε αυτοτελές πολιτικό κόμμα. Ο μαρξισμός συνέδεσε σε ένα αδιάρρηκτο σύνολο την οικονομική και την πολιτική πάλη της εργατικής τάξης6.

Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση του Λένιν:

«Μόνο όταν ο κάθε εργάτης συναισθανθεί ότι αποτελεί μέλος όλης της εργατικής τάξης, όταν μέσα στους καθημερινούς μικροαγώνες του ενάντια στα χωριστά αφεντικά και στους χωριστούς κρατικούς λειτουργούς βλέπει την πάλη ενάντια σε όλη την αστική τάξη και ενάντια σε όλη την κυβέρνηση, μόνο τότε η πάλη του γίνεται πάλη ταξική» 7. Τα λόγια του Μαρξ τονίζει ο Λένιν, ότι «κάθε ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική», δε θα ήταν σωστό να τα καταλαβαίνουμε με την έννοια ότι κάθε πάλη των εργατών ενάντια στα αφεντικά τους είναι πάντοτε πολιτική πάλη. Πρέπει να τα καταλαβαίνουμε με την έννοια ότι η πάλη των εργατών ενάντια στους κεφαλαιοκράτες γίνεται κατ’ ανάγκη πάλη πολιτική ανάλογα με το βαθμό που η πάλη αυτή γίνεται ταξική πάλη. Κι αυτό ακριβώς είναι το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας: με την οργάνωση των εργατών, με την προπαγάνδα και τη ζύμωση ανάμεσά τους, να μετατρέψει την αυθόρμητη πάλη τους ενάντια στους καταπιεστές σε πάλη ολόκληρης της τάξης, σε πάλη ενός καθορισμένου πολιτικού κόμματος για καθορισμένα πολιτικά και σοσιαλιστικά ιδανικά. Το καθήκον αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την τοπική δουλειά. Εκείνο που χρειάζεται είναι ακριβώς η συνένωση όλης αυτής της τοπικής δουλειάς, έτσι που να αποτελεί δουλειά ενός και του ίδιου κόμματος. Αλλιώς μένει στο επίπεδο του «χειροτεχνισμού».

«Εξαιτίας αυτού του χειροτεχνισμού ένα σωρό εκδηλώσεις του εργατικού κινήματος στη Ρωσία παραμένουν καθαρά τοπικά γεγονότα και χάνουν πάρα πολύ από τη σημασία τους, σαν πρότυπα για όλη τη σοσιαλδημοκρατία, σαν στάδια όλου του ρωσικού εργατικού κινήματος. Εξαιτίας αυτού του χειροτεχνισμού οι εργάτες δεν διαποτίζονται αρκετά από τη συναίσθηση της κοινότητας των συμφερόντων τους σε όλη τη Ρωσία, δεν συνδέουν αρκετά με την πάλη τους την ιδέα του ρώσικου σοσιαλισμού … Εξαιτίας αυτού του χειροτεχνισμού οι διάφορες απόψεις των συντρόφων πάνω στα θεωρητικά και στα πρακτικά ζητήματα, δεν συζητιούνται ανοιχτά στο κεντρικό όργανο, δεν χρησιμεύουν για την επεξεργασία ενός κοινού προγράμματος του κόμματος και μιας κοινής τακτικής, αλλά χάνονται μέσα στα στενά πλαίσια των ομίλων ή οδηγούν στην υπέρμετρη εξόγκωση διαφόρων τοπικών και τυχαίων ιδιομορφιών…»8.

Είναι περισσότερο από καθαρό ότι οι κομμουνιστές δεν περιορίζονται σε μια απλή εξυπηρέτηση του εργατικού κινήματος. Το κομμουνιστικό κίνημα είναι η «συνένωση του σοσιαλισμού με το εργατικό κίνημα» (ορισμός του Κάουτσκι που χρησιμοποιεί ο Λένιν και που αποδίδει τις βασικές ιδέες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου). Καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι να μπάσει στο αυθόρμητο εργατικό κίνημα συγκεκριμένα σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, να το συνδέσει με τις σοσιαλιστικές πεποιθήσεις που πρέπει να βρίσκονται στο επίπεδο της σύγχρονης επιστήμης, να το συνδέει με τη συστηματική πολιτική πάλη, να συγχωνεύσει σε ένα αδιάρρηκτο σύνολο αυτό το αυθόρμητο κίνημα και τη δράση του επαναστατικού κόμματος.

Μια διαδεδομένη «θεωρία», και στην εποχή του Λένιν αλλά και σήμερα, είναι αυτή που αναγνωρίζει στα λόγια ότι το καθήκον του εργατικού κινήματος είναι η πολιτική πάλη, δηλαδή η πάλη για την εξουσία, όμως στην πράξη αποσυνδέει αυτή την πάλη από άμεσους και ενδιάμεσους στόχους, θεωρώντας ότι η μάζα των εργατών δεν έχει ωριμάσει ακόμα για πολιτική πάλη.

Για τα επιχειρήματα αυτά ο Λένιν αναφωνούσε απευθυνόμενος στην επιτροπή του Κιέβου που είχε συντάξει το Professiondefoi (Σύμβολο πίστης, πρόγραμμα): «Αραγε οι άνθρωποι που τα λένε αυτά είναι σοσιαλδημοκράτες (εννοεί: κομμουνιστές);».

Και επεσήμανε χαρακτηριστικά:

«“Η μάζα των ρώσων εργατών δεν ωρίμασε ακόμα για πολιτική πάλη”. Αν αυτό είναι σωστό, τότε ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη όλης της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί αυτό σημαίνει πως η μάζα των εργατών δεν ωρίμασε ακόμα για τον σοσιαλδημοκρατισμό (σ.σ. εννοεί τον μπολσεβισκισμό, την κομμουνιστική ιδεολογία). Πράγματι, σε κανένα μέρος του κόσμου, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει σοσιαλδημοκρατία που να μην είναι αδιαίρετα συνδεδεμένη με την πολιτική πάλη. Σοσιαλδημοκρατία χωρίς πολιτική πάλη είναι ποτάμι χωρίς νερό, είναι μια κατάφωρη αντίφαση, είναι μια επιστροφή είτε στον ουτοπικό σοσιαλισμό των προπάππων μας, που περιφρονούσαν την “πολιτική”, είτε στον αναρχισμό, είτε στον τρεϊντγιουνισμό. Η πρώτη Profession de foi του παγκόσμιου σοσιαλισμού, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, είχε κιόλας αποδείξει τούτη την αλήθεια, που έγινε από τότε αλήθεια πανθομολογούμενη, πώς κάθε ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική, πως το εργατικό κίνημα, τότε μόνο ξεπερνάει το στάδιο της εμβρυακής του κατάστασης και της παιδικής του ηλικίας, τότε μόνο γίνεται ταξικό κίνημα, όταν περνάει στην πολιτική πάλη» 9.

Από τότε λοιπόν είναι επιβεβαιωμένη η αλήθεια ότι το επαναστατικό κίνημα, για να μπορεί να ονομάζεται έτσι, είναι εκ των ων ουκ άνευ ότι υποστηρίζει τη συγχώνευση του σοσιαλισμού με την πολιτική πάλη, τη συγχώνευση του εργατικού κινήματος με την πολιτική πάλη.

Στο άρθρο του «Σχέδιο δήλωσης της σύνταξης της Ισκρα και του Ζαριά» ο Λένιν γράφει χαρακτηριστικά:

«Σύμφωνα με τις αντιλήψεις μας εμείς συμμεριζόμαστε απόλυτα όλες τις βασικές ιδέες του μαρξισμού (όπως διατυπώθηκαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και στα προγράμματα των σοσιαλδημοκρατών της δυτικής Ευρώπης) και είμαστε υπέρ της συνεπούς ανάπτυξης αυτών των ιδεών στο πνεύμα των Μαρξ - Ενγκελς, αποκρούοντας κατηγορηματικά τις μεσοβέζικες, οπορτουνιστικές τροποποιήσεις που έγιναν σήμερα τόσο της μόδας χάρη στο ζήλο του Μπρενστάιν. Εμείς θεωρούμε καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας να οργανώνει την ταξική πάλη του προλεταριάτου, να συνδράμει αυτή την πάλη, να τονίζει τον αναγκαίο τελικό σκοπό της, να αναλύει τις συνθήκες που καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής αυτής της πάλης. “Η απελευθέρωση των εργατών μπορεί να είναι έργο μόνο των ίδιων των εργατών”. Ομως χωρίς να ξεχωρίζουμε τη σοσιαλδημοκρατία από το εργατικό κίνημα, δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι καθήκον της είναι να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα αυτού του κινήματος σε όλες τις χώρες και στο σύνολό του, ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να φτάσει στο σημείο να υποκλίνεται τυφλά μπροστά στη μία ή στην άλλη ξεχωριστή φάση, στην οποία βρίσκεται αυτό το κίνημα στη μια ή την άλλη περίοδο, στο ένα ή το άλλο μέρος. Θεωρούμε ότι υποχρέωση της σοσιαλδημοκρατίας είναι να υποστηρίζει κάθε επαναστατικό κίνημα ενάντια στο σημερινό κρατικό και κοινωνικό καθεστώς και ότι ο σκοπός της συνίσταται στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη, στην απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αποκρούουμε αποφασιστικά κάθε απόπειρα εξασθένισης ή επισκίασης της επαναστατικότητας της σοσιαλδημοκρατίας, που είναι κόμμα της κοινωνικής επανάστασης και αμείλιχτος εχθρός όλων των τάξεων που υποστηρίζουν το σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς» 10.

Πλούσια η αρνητική εμπειρία για το κομμουνιστικό, το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη διαχρονικά. Ιδιαίτερα για την περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και αμέσως μετά είναι αντικείμενο μελέτης το γεγονός ότι κομμουνιστικά κόμματα δεν κατάφεραν έγκαιρα σε μια σειρά χώρες να διαμορφώσουν επαναστατική στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή της κατοχής και εξάρτησης σε αγώνα για την ανατροπή της αστικής καπιταλιστικής εξουσίας, για την εργατική, λαϊκή εξουσία.

Πολύ περισσότερο στις μετέπειτα δεκαετίες, όπου τη σφραγίδα του στη Δυτική Ευρώπη έβαλε το δεξιό οπορτουνιστικό, αναθεωρητικό ρεύμα, ευρύτερα γνωστό ως «ευρωκομουνισμός», με χαρακτηριστικό την αξιοποίηση των λεγόμενων «εθνικών ιδιομορφιών» στη χάραξη στρατηγικής. Στο όνομά τους δικαιολογούσε τη δυνατότητα κοινοβουλευτικών κυβερνητικών πλειοψηφιών με τη συμμετοχή των κομμουνιστών, μέσω μεταρρυθμίσεων να οδηγούσαν δήθεν σε μια σοσιαλιστική κοινωνία με δημοκρατία.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της στρατηγικής ήταν η ενδυνάμωση, η ισχυροποίηση του καπιταλισμού, το ευκολότερο πέρασμα -ουσιαστικά με τη συναίνεση του εργατικού κινήματος, τόσο του συνδικαλιστικού όσο και του πολιτικά οργανωμένου- των αστικών μεταρρυθμίσεων. Καθόλου τυχαία το κομμουνιστικό κίνημα σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Αγγλία κλπ.) σταδιακά μεταλλάχθηκε σε σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, ακολούθησε μια πορεία αυτοδιάλυσης και αυτοάρνησης του χαρακτήρα του.

Η ίδια πορεία -κάτω φυσικά από δυσμενέστερες συνθήκες πλέον- συνεχίζεται και τα τελευταία 20 χρόνια, μετά τις ανατροπές στη Σοβιετική Ενωση και όλη την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Σήμερα, όπως και σε όλο τον 20ό αιώνα, έρχονται και επανέρχονται οι θεωρίες, οι οποίες σε αντίθεση με τη συσσωρευμένη πείρα, υποστηρίζουν τη δυνατότητα περάσματος στο σοσιαλισμό μέσω της κοινοβουλευτικής πάλης. Αρνούνται την αναγκαιότητα της ολοκληρωτικής σύγκρουσης με τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, την εξουσία του κεφαλαίου, την ανάγκη ετοιμότητας για την αξιοποίηση όλων των μορφών πάλης και της ένοπλης. Περιορίζουν τη δράση του εργατικού κινήματος στο πλαίσιο του συστήματος. Αποκρύπτουν ή προσπαθούν να υποβαθμίσουν το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ιστορική εμπειρία ειρηνικού, κοινοβουλευτικού περάσματος, μέσα από γενικές βουλευτικές εκλογές. Ακόμα και η πείρα της Χιλής, την οποία ορισμένοι επικαλούνται, μπορεί να αξιοποιηθεί μόνον από την αρνητική της πλευρά, από την άποψη της αδυναμίας της να αξιοποιήσει τις θετικές αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος της επαναστατικής πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας.

Ως σύγχρονη γάγγραινα που κατατρώει τα σωθικά του επαναστατικού κινήματος εμφανίζονται και επανεμφανίζονται σε αποφάσεις κομμάτων απόψεις που θεοποιούν τους αστικούς θεσμούς, την αστική δημοκρατία, το αστικό κοινοβούλιο. Εμφανίζοντας λίγο πολύ τη λεγόμενη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας ως βήμα πριν το σοσιαλισμό, ξεχνώντας τα λενινιστικά διδάγματα ότι η αστική δημοκρατία μένει «ειρηνική» στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν αμφισβητεί την εξουσία της, όταν γίνει αυτό επιστρατεύει κάθε μέσο «νόμιμο» ή «παράνομο». «Οσο πιο εξελιγμένη είναι η δημοκρατία τόσο πιο κοντά είναι τα πογκρόμ και ο εμφύλιος πόλεμος»11. Οι κομμουνιστές, δρώντας ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα, θα πρέπει να αξιοποιούν προς όφελος του επαναστατικού κινήματος και των συμφερόντων της εργατικής τάξης τη συμμετοχή τους στο αστικό κοινοβούλιο, αποκαλύπτοντας στις μάζες την ταξική τους ουσία, ότι πρόκειται δηλαδή για τη σύγχρονη αστική δικτατορία των μονοπωλίων. Καλλιεργούν την αμφισβήτησή τους από το εργατικό κίνημα, απεγκλωβίζοντας τη συνείδηση των λαϊκών μαζών από θεσμικές αυταπάτες που οδηγούν στην ενσωμάτωση και τον τελικό παροπλισμό του εργατικού κινήματος. Η θεσμολαγνεία δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αποτελεί το αγαπημένο «σπορ» των απανταχού οπορτουνιστών.

Φυσικά το παρόν άρθρο δεν μπορεί να καλύψει ολόπλευρα και ολοκληρωμένα αυτό το μεγάλο ζήτημα, με στόχο η ιστορικά διαμορφωμένη πείρα να ενισχύσει το επαναστατικό υποκείμενο στις σύγχρονες συνθήκες.

 

Γ. ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

 Οι παραπάνω αστικές θεωρίες και ιδεολογήματα, τα οποία με σθεναρότητα και πολύ επιτυχημένα αντιπάλεψε ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι τόσο στο θεωρητικό επίπεδο με πληθώρα άρθρων, όσο και στην πρακτική δράση, στην υλοποίηση της τακτικής και στρατηγικής του Μπολσεβίκικου Κόμματος, βρίσκουν και σήμερα την έκφρασή τους, αναπαράγονται από αστικά και μικροαστικά οπορτουνιστικά ρεύματα στο εργατικό κίνημα στη χώρα μας και διεθνώς.

Σήμερα -και μετά τη νίκη της αντεπανάστασης 1989-1991 πιο έντονα- εμφανίζεται ως η πιο κυρίαρχη και αντιπροσωπευτική οπορτουνιστική θέση, η συνολική αμφισβήτηση της ίδιας της υπόστασης της εργατικής τάξης, επομένως και του ρόλου της στη σημερινή καπιταλιστική αλλά και στη μελλοντική σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.

Η αμφισβήτηση αυτή παρουσιάζεται με πολλές μορφές. Συνήθως γίνεται μια συστηματική προσπάθεια εκχυδαϊσμού και διαστρέβλωσης των κριτηρίων που προσδιορίζουν την έννοια και το εύρος της εργατικής τάξης.

Συνειδητά στρεβλώνουν τα μαρξιστικά-λενινιστικά κριτήρια προσδιορισμού της εργατικής τάξης, με κύριο την πώληση της εργατικής δύναμης, τη μίσθωση ξένης εργασίας από τους καπιταλιστές, ανεξάρτητα σε ποιο κλάδο της βιομηχανίας ή της οικονομίας κινούνται, ανεξάρτητα από το επίπεδο δεξιοτήτων, γνώσεων και μόρφωσης της εργατικής δύναμης που αγοράζουν.

Προσπαθούν να αποδείξουν ότι δήθεν η εργατική τάξη συρρικνώνεται, αναφερόμενοι στη μείωση του αριθμού των εργαζομένων στην μεταποίηση, σε κάποιους παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους, περιορίζοντας μόνον σ’ αυτούς την εργατική τάξη. Με τον ίδιο τρόπο ερμηνεύουν τη δραστική μείωση της χειρωνακτικής εργασίας και την επέκταση της μισθωτής επιστημονικής εργασίας με όρους καπιταλιστικής σχέσης.

Οι απόψεις αυτές εκφράζονται στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και αποτελούν βασικά ζητήματα διαπάλης με οπορτουνιστικές δυνάμεις. Οι πιο γνωστές θεωρίες είναι αυτές «περί του τέλους της εργασίας και της εργατικής τάξης», «περί κατάργησης της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας λόγω των νέων τεχνολογιών», «περί μεταβιομηχανικής και άυλης κοινωνίας» κλπ.

Στη βάση αυτών των θεωριών αναζητούν νέα επαναστατικά υποκείμενα, προβάλλεται ως επαναστατικό υποκείμενο το «ξέσπασμα του πλήθους», το «ξέσπασμα της νεολαίας» (η γενιά του άρθρου 16 κατά το ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ), σε αντίθεση με το κίνημα της εργατικής τάξης καθώς και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Προβάλλουν ως «εναλλακτική πολιτική» διαχείρισης της κρίσης τη «ρύθμιση της παγκόσμιας αγοράς». Αποσπασματικά επικεντρώνονται σε περιοδικές διεθνείς διαμαρτυρίες κατά ορισμένων μονοπωλίων, π.χ. των αμερικανικών, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα ευρωπαϊκά. Συγκαλύπτουν αυτή την επιλογή τους με ουτοπικές αναφορές «για μια άλλη Ευρώπη» χωρίς αμφισβήτηση του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της ΕΕ, για «ανθρώπινη, ηθική» ρύθμιση της αγοράς. Στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης» ουσιαστικά εγκαταλείπουν τον αγώνα σε εθνικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα βασικός φορέας, με τις αναγκαίες φυσικά προσαρμογές και αποχρώσεις αυτών των θεωριών, είναι ο ΣΥΝ αλλά και δυνάμεις δορυφορικές σε αυτόν που προς το παρόν συγκατοικούν στο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ανάλογες θεωρίες κατά καιρούς αναπτύσσονται στο χώρο του ΠΑΣΟΚ (Ανδρουλάκης, Κοτζιάς κλπ.), αλλά και σε πιο καθαρόαιμους αστούς ιδεολόγους, όπως ο Ανδριανόπουλος.

Ο ΣΥΝ, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, πιο έντονα πρόβαλε τους «προβληματισμούς» και τις αναζητήσεις για «νέο υποκείμενο της κοινωνικής εξέλιξης», για «νέα κινήματα». Με την πρακτική του στήριξε, σε βάρος του οργανωμένου κινήματος, μορφές με πιο ανοικτές και ευάλωτες στην οργανωμένη διείσδυση αστικών και άλλων μηχανισμών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κοινωνικού Φόρουμ, στο οποίο συναθροίζονται, αυθόρμητα διαμαρτυρόμενες δυνάμεις διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης, κυρίως τμήματα μεσαίων στρωμάτων και μικροαστικά στρώματα της διανόησης, αλλά και η γραφειοκρατική ελίτ της εργατικής τάξης (στην Ελλάδα συμμετέχουν στις δομές του Φόρουμ οι συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ κ.ά.), μέχρι οργανωμένες δυνάμεις της αστικής εξουσίας, όπως τμήματα του αστικού κρατικού μηχανισμού, εκδοτικά συμφέροντα, όπως η Μonde Diplo-matique, η Ελευθεροτυπία, καθώς και διάφορες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Στα ηγετικά όργανα των νέων δομών που έχουν διαμορφωθεί στα παγκόσμια και περιφερειακά Φόρουμ κυριαρχούν οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, του σύγχρονου οπορτουνισμού και ρεφορμισμού, αλλά και εκπρόσωποι επιχειρηματικών ομίλων και όλοι μαζί ανοιχτά διακηρύσσουν την εχθρότητά τους στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα. Καλλιεργείται συστηματικά η άποψη ότι το κίνημα κατά της «παγκοσμιοποίησης» σηματοδοτεί «το τέλος του κομμουνιστικού κινήματος». Η παρέμβαση συμπληρώνεται με τη μορφή δικτύων στήριξης -χρηματικά και με κάθε άλλο μέσο- διάφορων οργανώσεων και «κινημάτων», ώστε να μπουν υπό έλεγχο όποιες κινήσεις διαμορφώνονται παγκόσμια και να εμποδιστεί η ριζοσπαστικοποίησή τους σε αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.

Η αυθόρμητη -συχνά όμως με ανεπτυγμένες μορφές δράσης-εκτόνωση, σε συνδυασμό με την «αριστερή» κάλυψη και τον καμουφλαρισμένο κρατικό έλεγχο, λειτουργεί ως το πιο σύγχρονο κανάλι εκτροπής της πάλης, από ένα πραγματικά ριζοσπαστικό, δυναμικό εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Ο κίνδυνος αποπροσανατολισμού και εγκλωβισμού υπάρχει την ίδια περίοδο που εμφανίζονται και αναπτύσσονται κινήματα ριζοσπαστικών δυνάμεων, εστιών αντίστασης καταπιεζομένων λαών, που τείνουν να αγγίξουν με αιτήματα και στόχους πάλης όλο το φάσμα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής.

Μια σειρά δυνάμεις του σύγχρονου δεξιού οπορτουνισμού συμβάλλουν στον αποπροσανατολισμό και την ενσωμάτωση δυνάμεων σε μια κατεύθυνση που εμφανίζει τις εξελίξεις στο καπιταλιστικό σύστημα ως αποτέλεσμα της «νεοφιλελεύθερης» διαχείρισης και προτάσσει ένα αντινεοφιλελεύθερο πλαίσιο πάλης σε αντίθεση με την αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση στους αγώνες. Το πλαίσιο αυτό λειτουργεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για την «κεντροαριστερά» και την αναγέννηση της επί δεκαετίες ενσωματωμένης σοσιαλδημοκρατίας.

Μάλιστα κατηγορείται το ΚΚΕ ότι ακολουθεί σεχταριστική πολιτική, ότι έχει μαξιμαλιστικούς στόχους, ότι υπονομεύει την «ενότητα στο πρόβλημα», ότι «παραπέμπει τα άμεσα προβλήματα του λαού στο σοσιαλισμό» και στη «Δευτέρα παρουσία» (πρόσφατη αναφορά του νέου προέδρου του ΣΥΝ) κ.ά.

Ο σταθερός προσανατολισμός του ΚΚΕ στην πολεμική του οπορτουνισμού αποτελεί εγγύηση για το εργατικό κίνημα. Χωρίς σταθερή γραμμή σύγκρουσης και ρήξης με την καπιταλιστική οικονομία και εξουσία, στη λογική των μεταρρυθμίσεων μέσω του αστικού κοινοβουλίου και της σταδιακής αύξησης των ποσοστών, δεν μπορεί να υπάρξει προοπτική φιλολαϊκής διακυβέρνησης.

Αυτή η σταθερή γραμμή πάλης του ΚΚΕ συνέβαλε ώστε στην Ελλάδα, τα τελευταία 10-15 χρόνια, οι αγώνες να έχουν ορισμένα αποτελέσματα, κυρίως την καθυστέρηση στα αντιδραστικά μέτρα, η αύξηση της δυσαρέσκειας από την πολιτική τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ. Βέβαια παραμένει ζητούμενο η πολιτική αφύπνιση μεγαλύτερου τμήματος των εργατικών δυνάμεων, της νεώτερης ηλικίας, για να μην αφήνουν τον αγώνα τους στην αρχή του δρόμου, εγκλωβισμένοι μόνο σε αγώνες διαμαρτυρίας, αμυντικούς. Ετσι κι αλλιώς αμυντικοί αγώνες θα γίνονται όσο υπάρχει καπιταλισμός και το Κομμουνιστικό Κόμμα, οι ταξικές δυνάμεις είναι αυτοί που θα είναι σταθερά πανταχού παρόντες. Αλλωστε οι κομμουνιστές και ο ταξικές δυνάμεις έχουν πρωτοστατήσει σε νίκες για το εργατικό κίνημα. Πρόσφατο είναι το παράδειγμα από τα Καρφούρ, από το δήμο Πετρούπολης, τη Ρενώ, τον Αστέρα Βουλιαγμένης, όπου οι καπιταλιστές, οι εργοδότες αναγκάστηκαν σε υποχώρηση κάτω από τη συνεπή πάλη του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, του ΠΑΜΕ, των κομμουνιστών, αναγκάστηκαν να αναστείλουν τις απολύσεις. Ανάλογες σημαντικές κατακτήσεις σε ζητήματα εργασιακών σχέσεων, καλύτερων όρων πώλησης της εργατικής τους δύναμης, έχουν καταφέρει τα ταξικά συνδικάτα όπου συμμετέχουν δραστήρια και πρωτοπόρα οι κομμουνιστές, στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος, στους εργαζόμενους στις οικοδομές κλπ. Πρόκειται φυσικά για κατακτήσεις προσωρινές.

Η γραμμή αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της γραμμής των οπορτουνιστών στην Ελλάδα, αλλά και αυτών άλλων χωρών της Ευρώπης, αφού η στρατηγική τους επιλογή είναι η συμμετοχή σε κυβερνητικά σχήματα συνεργασίας με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, της αστικής τάξης δηλαδή, με στόχο τη διαχείριση του υπάρχοντος συστήματος.

Ως γνήσιοι οπορτουνιστές στην Ελλάδα οι ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, ανάλογα την περίσταση και το ακροατήριο, αποσιωπούν την πολιτική τους πρόταση ή ισχυρίζονται ότι την επεξεργάζονται ακόμη, αφήνοντας σκόπιμα θολή την απάντηση. Με την τακτική αυτή μπορεί να παραπλανούνται ορισμένοι εργαζόμενοι, κυρίως τμήματα με μικρή ακόμα εμπειρία ταξικής πάλης, θεωρώντας ότι ο ΣΥΝ δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα οριστικά, ότι ίσως γίνεται διαπάλη στην ηγεσία του για θέματα προγραμματικά, στρατηγικά. Φυσικά η μόνη διαπάλη που πραγματικά μπορεί να ανιχνεύσει κάθε καλόπιστος άνθρωπος μέσα στο εσωτερικό αυτού του κόμματος είναι ποια τάση θα μπορέσει καλύτερα να συμβάλει στον εγκλωβισμό ριζοσπαστικών δυνάμεων, νέων, ώστε να κατορθώσει να αποκτήσει πολιτική υπεροχή το ρεύμα του συμβιβασμού, ο οπορτουνισμός, ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο επαναστατικό ρεύμα, απέναντι στο ΚΚΕ, κάτι που είναι και διακηρυγμένος στόχος τους. Ετσι εδώ με έναν άλλο τρόπο δείχνουν και τις πραγματικές τους προθέσεις όταν μιλάνε για δήθεν «ενότητα της αριστεράς», σύνθημα που μπορεί να χαϊδεύει τα αυτιά ορισμένων, αλλά δικαιολογημένα «τρυπά τα τύμπανα» των εργατών, των κομμουνιστών.

Τίποτα δεν κατοχυρώνει την όποια μικρότερη ή μεγαλύτερη κατάκτηση των εργατών, χωρίς δυνάμωμα του ταξικού ρεύματος, χωρίς συνολική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, χωρίς πολιτική ενίσχυση του ΚΚΕ που εκφράζει τη ριζική αλλαγή της κατάστασης υπέρ των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Οι εξελίξεις, η ίδια η επίθεση στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις, η προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, δείχνουν την κατεύθυνση επίλυσης των λαϊκών προβλημάτων: κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, κεντρικός σχεδιασμός και εργατικός έλεγχος. Μόνον έτσι οι σύγχρονες δυνατότητες της παραγωγής μπορούν να αξιοποιηθούν όχι προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας, όχι ενάντια στους εργαζόμενους, αλλά προς όφελός τους, απαντώντας στις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Για το ΚΚ η προβολή και προώθηση μετώπων πάλης δεν μπορεί να είναι αποσπασμένη από το στρατηγικό στόχο για την κατάκτηση της εξουσίας, δεν μπορεί δηλαδή να κρύβεται από την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα η πολιτική πρόταση για τη δημιουργία του Μετώπου των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, που θα μπορεί με τη δύναμη και τη θέληση του λαού να θέσει επί τάπητος το πραγματικό πρόβλημα, το πρόβλημα της αναγκαιότητας της λαϊκής εξουσίας. Μιας αναγκαιότητας που αντικειμενικά έχει ωριμάσει στην ελληνική κοινωνία, αφού η ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει φτάσει σε όλο τον κόσμο και στη χώρα μας σε τέτοιο σημείο, που ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός προβάλλει μέσα από όλα τα παράθυρα της σημερινής κοινωνίας.

Το 17ο Συνέδριο κωδικοποίησε αυτό το κομβικό ζήτημα ως την αναγκαιότητα να κατακτηθεί από όλο το Κόμμα η βαθιά ιδεολογικοπολιτική αφομοίωση της στρατηγικής, του Προγράμματος του Κόμματος, η ενιαία αντίληψη για το πώς αυτή προωθείται, έτσι όπως προκύπτει από τη συλλογική πείρα. Συγκεκριμένα: Ο χαρακτήρας του Μετώπου ως κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων που συγκρούεται με τα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, με τα αστικά κόμματα και τις συμμαχίες τους, συνδέεται με την πάλη για την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας, για τη λαϊκή οικονομία. Φυσικά, όλες οι δυνάμεις του Μετώπου δεν προσεγγίζουν εξαρχής και σε όλο του το περιεχόμενο το χαρακτήρα της νέας κοινωνίας, δεν απαιτείται συμφωνία πάνω σε αυτό. Για τους κομμουνιστές όμως είναι καθαρός ο σοσιαλιστικός στόχος. Η αναγκαιότητα και ρεαλιστικότητά του, μπολιάζει όλη τη δράση του.

Τα συνέδρια του Κόμματος έδωσαν έμφαση στη δράση μας στην εργατική τάξη, γεγονός που συνδέεται με το χαρακτήρα του Κόμματος ως συνειδητής πρωτοπορίας της Τάξης. Επίσης έδωσαν έμφαση στη νεολαία, και γιατί είναι παρούσα δύναμη και εφεδρεία, αλλά και για το λόγο ότι δέχτηκε πλήγματα το Κόμμα μας και στην ηλικιακή του σύνθεση στα τέλη της δεκαετίας του ’80, αρχών της δεκαετίας του ’90.

Ταυτόχρονα έχουμε προσδιορίσει την τακτική για τη συγκρότηση του Μετώπου που περιλαμβάνει τη δουλειά για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, τις επιμέρους συσπειρώσεις-ρυάκια, τις κοινωνικές συμμαχίες, την τακτική μας στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

 

ΩΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Τον περασμένο Νοέμβριο του 2007 το διεθνές επαναστατικό κίνημα, γιόρτασε τα 90 χρόνια της Μεγάλης Οχτωβριανής Επανάστασης του 1917.

Το Κόμμα μας, με Διακήρυξη της ΚΕ του, σήμανε σάλπισμα στους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες της Ελλάδας για να πάρει ο γιορτασμός για τα 90χρονα του ΚΚΕ όλο το 2008 χαρακτήρα αντεπίθεσης των κομμουνιστικών ιδεών, της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού, του επιστημονικού κομμουνισμού, μέσα στην ελληνική κοινωνία, για την όσο πιο πλατιά διάδοσή της μέσα στην εργατική τάξη και τη νεολαία της χώρας μας, συνδυασμένα, παντού, σε κάθε χώρο δουλειάς, μόρφωσης, κατοικίας, οργανώνοντας τη λαϊκή πάλη σε αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Να αναδειχτεί και πάλι ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης, ο αναντικατάστατος ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η μεγάλη σημασία του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος» και η ακτινοβολία των ιδεών του πέρασε και μέσα στην κοινή ανακοίνωση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων κατά την 9η Διεθνή Συνάντησή τους στο Μινσκ της Λευκορωσίας, όπου με πρόταση του Κόμματός μας έγιναν δεκτές δραστηριότητες σε όλες τις χώρες του κόσμου, που να απευθύνονται ειδικά στους νέους και στις νέες για τα 160 χρόνια του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου»:

«Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: Το φάντασμα του κομμουνισμού. Ολες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα […] Ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει κατηγορηθεί σαν κομμουνιστικό από τους αντιπάλους του που κυβερνούν, ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης δεν αντέκρουσε με την κατηγορία του κομμουνισμού τους πιο προοδευτικούς αντιπολιτευόμενους καθώς και τους αντιδραστικούς αντιπάλους του; Δυο πράγματα βγαίνουν από το γεγονός αυτό: Ο κομμουνισμός αναγνωρίζεται πια απ’ όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις σαν μια δύναμη. Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σε όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους και να αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος ένα μανιφέστο του ίδιου του Κόμματος» 12.

Οι γραμμές αυτές πράγματι σάλπισαν μια νέα εποχή στην πάλη της παγκόσμιας εργατικής τάξης προς τη χειραφέτησή της, την οργάνωσή της μέσα από το πρωτοπόρο Κόμμα για να την οδηγήσει σε μεγάλες εφόδους προς τους ουρανούς, με σταθμούς την Κομμούνα του Παρισιού, τη Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, μέσα από μεγάλες νίκες αλλά και μεγάλες προσωρινές ιστορικά ήττες και οι οποίες βρίσκονται διατυπωμένες στην εισαγωγή του Μανιφέστου, φαντάζουν σαν να γράφτηκαν μόλις χτες, είναι ζωντανές και επίκαιρες, εξαιρετικά σύγχρονες και νεανικές, ακριβώς γιατί είναι πραγματικά επαναστατικά κομμουνιστικές.

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Ο Δημήτρης Κουτσούμπας είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.

1. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 2, σελ. 11.

2. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 26, σελ. 45.

3. Β. Ι. Λένιν: «Στη μνήμη της Κομμούνας», «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 20, σελ. 228-229.

4. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 50.

5. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 67.

6. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 173-174.

7. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 192.

8. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 192-193.

9. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 317.

10. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 4, σελ. 334-335.

11. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 19.

12. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 23.