Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ 1968 ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ. ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΟΥ

Eντονη είναι η μυθολογία που έχει αναπτυχθεί εδώ και πολλά χρόνια για τα γεγονότα του Μάη του 1968 στη Γαλλία. Πολλά αφιερώματα των αστικών ΜΜΕ αξιοποιούν αυτή τη μυθολογία, όχι βεβαίως για να παρουσιάσουν τα ιστορικά γεγονότα, αλλά για να επιδράσουν μέσω της ερμηνείας αυτών των γεγονότων στο σήμερα. Σε τέτοιο βαθμό που η μυθολογία αυτή να σκεπάζει τα ίδια τα γεγονότα. Υπάρχουν πλευρές που σίγουρα απαιτούν παραπέρα ιστορική διερεύνηση, όμως αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως σίγουρα τα γεγονότα αυτά είχαν χαρακτήρα οξυμένης ταξικής σύγκρουσης. Τα αίτια που τα προκάλεσαν πρέπει να αναζητηθούν στην πορεία των χρόνων που προηγήθηκαν του Μάη του 1968 και αφορούν τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική κατάσταση, εσωτερική και διεθνή. Από τις αναφορές στο «Μάη του ’68» στην αστική και κυρίως οπορτουνιστική αρθρογραφία μπαίνουν ορισμένα ζητήματα που αφορούν τις αιτίες, το περιεχόμενο των γεγονότων, το ποιες κοινωνικές δυνάμεις πρωταγωνίστησαν κλπ.

Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να θίξουμε τα εξής: 1) Ηταν ο Μάης του 1968 αποτέλεσμα του «χάσματος γενεών» της «γενιάς της αμφισβήτησης», όπως πολύ συχνά προβάλλεται από αστικές και μικροαστικές αναλύσεις εδώ και δεκαετίες; Ηταν εξέγερση της νεολαίας; 2) Ποιες οι αιτίες που τον δημιούργησαν και ποια η σχέση του με άλλα γεγονότα της εποχής; Εχει κοινή αφετηρία ο Μάης του 1968 με τα γεγονότα της Πράγας του Αυγούστου του 1968; 3) Πώς πρέπει να κρίνουμε τη στάση των πολιτικών δυνάμεων απέναντι σ’ αυτά τα γεγονότα και ιδιαίτερα τη στάση του ΚΚ Γαλλίας;1 Πριν σταθούμε σε αυτά χρειάζεται να δούμε συνοπτικά τα γεγονότα της περιόδου.

 

 ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 Οι πρώτες κινητοποιήσεις είχαν ήδη εκδηλωθεί στα πανεπιστήμια από τον Ιανουάριο του 1968. Ταυτόχρονα ήταν περίοδος αντιαμερικανικών διαδηλώσεων ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, στον οποίο είχε αντιταχθεί και επίσημα η γαλλική κυβέρνηση. Στις 22 Μαρτίου έγινε κατάληψη στο πανεπιστήμιο της Ναντέρ στα περίχωρα του Παρισιού, ενώ στις 30 Απριλίου έγινε κατάληψη στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Ολο τον Απρίλιο γίνονταν μικρές φοιτητικές διαδηλώσεις. Στις 2 Μαΐου 1968 έκλεισε με ευθύνη της διεύθυνσής του το πανεπιστήμιο της Ναντέρ με στόχο να σταματήσουν οι κινητοποιήσεις. Οι φοιτητές της Σορβόννης συναντήθηκαν στις 3 Μαΐου για να διαμαρτυρηθούν για το κλείσιμο και την ενδεχόμενη αποβολή φοιτητών της Ναντέρ. Στις 5 Μαΐου στήθηκαν τα πρώτα οδοφράγματα στο Καρτιέ Λατέν. Στις 6 Μαΐου η UNEF2 αλλά και η ένωση των καθηγητών στα πανεπιστήμια κάλεσαν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Τη νύχτα στις 10 προς 11 Μαΐου η αστυνομία χτύπησε. Σε απάντηση το ΓΚΚ και τα συνδικάτα κάλεσαν την εργατική τάξη να αντισταθεί στην πολιτική του Ντε Γκώλ. Στις 13 Μαΐου η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (CGT3) και άλλες εργατικές ενώσεις πραγματοποίησαν 24ωρη απεργία, εκδηλώσεις συμπαράστασης στους φοιτητές και εκδηλώσεις ενάντια στην αστυνομική βία. Μετά τη 13η Μαΐου, άρχισε ισχυρή άνοδος του απεργιακού κινήματος σε όλη τη χώρα. Η είσοδος της εργατικής τάξης στον αγώνα έδωσε στα γεγονότα νέες διαστάσεις. Στα αιτήματα των απεργών περιλαμβάνονταν αυξήσεις μισθών, μείωση του ωραρίου εργασίας, μέτρα για καταπολέμηση της ανεργίας και μείωση των ορίων συνταξιοδότησης. Στη συνέχεια στα οικονομικά αιτήματα προστέθηκαν και πολιτικά - προβλήθηκε το σύνθημα της «Λαϊκής Κυβέρνησης».

Εργατικές κινητοποιήσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη και πριν το Μάη του 1968, όπως τον Ιανουάριο του 1968 στο εργοστάσιο Βerliet στη Λυών και στη Rhodiaceta στη Λε Μαν, όπου έγινε επίθεση στην απεργιακή φρουρά από τις CRS4 και στη συνέχεια ακολούθησε πορεία διαμαρτυρίας και σύγκρουση. Επίσης οι εργάτες της Sud Aviation για βδομάδες έκαναν 15λεπτες στάσεις εργασίας, με αίτημα να μη μειωθούν οι μισθοί και να μειωθεί ο χρόνος εργασίας. Στις 14 Μαΐου, μετά τη στάση εργασίας δεν μπήκαν για δουλειά, κατέλαβαν το εργοστάσιο και τα γραφεία της διεύθυνσης. Στις 15 Μαΐου έγιναν καταλήψεις σε εργοστάσια του ομίλου της Ρενό. Ακολούθησαν καταλήψεις και απεργίες στους σιδηροδρόμους, στην ενέργεια, στα τυπογραφεία, στα ναυπηγεία, στην αυτοκινητοβιομηχανία κ.α. Σε 2-3 μέρες γενικεύτηκαν σε όλη τη Γαλλία. Συνολικά η απεργία αγκάλιασε περίπου 10 εκατομμύρια εργαζόμενους, δηλαδή περίπου τα δύο τρίτα του συνόλου των εργαζομένων της Γαλλίας. Στις 20 Μαΐου η απεργία είχε γίνει καθολική. Καταλήψεις εργοστασίων από τους εργάτες γίνονται σε όλα τα βιομηχανικά κέντρα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Εξαιτίας της απεργίας, για ημέρες υπήρχαν ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, καθόλου συγκοινωνίες και τα τρόφιμα ήταν λιγοστά. Στις διαδηλώσεις συμμετείχαν και αγρότες, ενώ οι αγροτικές ομοσπονδίες είχαν ήδη προγραμματίσει για τα τέλη Μαΐου διαμαρτυρίες ενάντια στις τιμές αγροτικών προϊόντων που καθόριζε η Κοινή Αγορά.

Στις 25 Μαΐου η CGT και άλλα συνδικάτα κάλεσαν την εργατική τάξη του Παρισιού σε διαδήλωση όπου πήραν μέρος 2 - 2,5 εκατομμύρια και το Παρίσι παρέλυσε. Η κυβέρνηση και οι εργοδότες υποχρεώθηκαν να κάνουν σοβαρές παραχωρήσεις. Στις 25 -27 Μαΐου υπογράφτηκε το λεγόμενο πρακτικό της «Γκρενέλ». Σύμφωνα με αυτό οι μισθοί αυξάνονταν 14% κατά μέσο όρο, ενώ προβλεπόταν βαθμιαία μείωση του ωραρίου εργασίας σε 40 ώρες την εβδομάδα, παρέχονταν εγγυήσεις ελευθερίας στη συνδικαλιστική δραστηριότητα των εργατικών επιτροπών στις επιχειρήσεις. Η απεργία όμως και οι καταλήψεις εργοστασίων συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Από τις 5-10 Ιουνίου σταδιακά η λειτουργία της παραγωγής αποκαταστάθηκε, αλλά όχι πλήρως. Την πορεία αυτών των ημερών αναλυτικά θα τη δούμε παρακάτω.

Τα γεγονότα του Μάη του 1968, ανεξάρτητα από την εκτίμηση αν μπορούσαν να αποτελέσουν άμεσο κίνδυνο για την εξουσία της αστικής τάξης στη Γαλλία ή όχι, ανησύχησαν το αστικό σύστημα το οποίο πήρε μέτρα για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που κηρύχθηκε η γενική απεργία από τη CGT και μάζες εργαζομένων από όλους τους κλάδους συμμετείχαν μαζικά και πραγματοποιούνταν καταλήψεις εργοστασίων σε όλη τη χώρα. Χαρακτηριστικό της ανησυχίας της αστικής τάξης της Γαλλίας ήταν ο εξορκισμός «να μη γίνουμε Τσεχοσλοβακία του 1948», αν και τέτοιος κίνδυνος εκ του αποτελέσματος μπορούμε να πούμε πως δεν υπήρξε. Και λέγοντας «Τσεχοσλοβακία του 1948», εννοούσαν την επανάσταση όπου οι εργάτες, με την καθοδήγηση του ΚΚ, κατέλαβαν ένοπλα τα εργοστάσια και την εξουσία, ανοίγοντας το δρόμο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η αστική τάξη, συνειδητοποιώντας ένα ενδεχόμενο κίνδυνο για την ίδια την εξουσία της, αλλά ακόμα και μόνο για την αστική σταθερότητα, έβαλε σε κίνηση τους μηχανισμούς που οφείλει να βάλει σε τέτοιες περιπτώσεις. Αυτό το έκανε με την απαιτούμενη προσοχή και αυτοκυριαρχία, ώστε να μην προκαλέσει άθελά της αντιδράσεις δυσκολότερα ελεγχόμενες ή και τελείως ανεξέλεγκτες. Ωστόσο σε κάθε περίπτωση είχε έτοιμα σχέδια και ήταν αποφασισμένη να προασπίσει την κυριαρχία της.

Για κάποιες ημέρες, με την απότομη εξάπλωση της απεργίας, των καταλήψεων εργοστασίων, την καθολική παράλυση των μεταφορών, δημιουργήθηκε μούδιασμα στον κρατικό μηχανισμό και ορισμένη αβεβαιότητα. Στο στρατό υπήρξαν εκδηλώσεις απειθαρχίας, τουλάχιστον από τους κληρωτούς. Στο περιοδικό Nouvel Observateur υπάρχει η αναφορά πως όταν το 5ο Σώμα Στρατού τέθηκε σε ετοιμότητα για απεργοσπαστική δράση με χρήση οχημάτων του στρατού για μεταφορές, τότε δημιουργήθηκαν επιτροπές από φαντάρους αποφασισμένες να σαμποτάρουν αυτή τη χρησιμοποίησή τους στην απεργοσπασία.

Στις 24 Μαΐου έγινε από τον πρόεδρο Ντε Γκωλ απόπειρα για διεξαγωγή δημοψηφίσματος, πράγμα που ήταν πρακτικά αδύνατο να γίνει, αφού υπήρχε δυσκολία ακόμα για να τυπωθούν τα ψηφοδέλτια, όπως σημείωνε η εφημερίδα Le Monde στην 1η Ιουνίου 1968.

Ορισμένα στοιχεία από τις συγκρούσεις ανάμεσα στις CRS και τις άλλες δυνάμεις καταστολής με τους διαδηλωτές στα οδοφράγματα και τους εργάτες στα κατειλημμένα εργοστάσια δείχνουν πως δεν επρόκειτο για μια αναίμακτη υπόθεση. Πέντε άτομα σκοτώθηκαν σε οδομαχίες, εκατοντάδες τραυματίστηκαν σοβαρά με αποτέλεσμα και θανάτους στη συνέχεια, ενώ οι συλλήψεις ήταν χιλιάδες: 596 στις 3 Μαΐου, 422 στις 6, 469 στις 10-11, 795 στις 24-25, πάνω από 1.500 στις 11-12 Ιουνίου. Από τις 16 Μαΐου, με απόφαση του πρωθυπουργού Πομπιντού, τέθηκε σε ετοιμότητα ο μηχανισμός στρατιωτικής επιστράτευσης. Στις 25 Μαΐου ένα σύνταγμα αλεξιπτωτιστών μεταφέρθηκε εκτάκτως από την Κορσική στο στρατόπεδο Φριλέζ έξω από το Παρίσι. Τρεις ημέρες αργότερα με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου τέθηκαν σε επιφυλακή επίλεκτες μονάδες.

Το πώς η αστική τάξη αντιμετώπισε το ενδεχόμενο χρήσης του στρατού, αποτυπώνεται στα απομνημονεύματα του Μορίς Γκριμό, αστυνομικού διευθυντή του Παρισιού την εποχή εκείνη:

«Γνωρίζω πάντως ότι, όπως είναι λογικό, το ενδεχόμενο της στρατιωτικής λύσης δεν αποκλείστηκε ποτέ απολύτως από την κυβέρνηση. Υπήρχε πάντοτε η πιθανότητα κάποια ημέρα να υπερκεραστούν οι αστυνομικές δυνάμεις και, καθώς δεν είναι δυνατό να αφήνει κανείς την ανταρσία να κυριαρχεί στο δρόμο και να καθορίζει τις εξελίξεις, την ημέρα εκείνη θα έπρεπε να κληθεί ο στρατός…

Η σκέψη να προσφύγουμε στο στρατό επανερχόταν συχνά κατά τις συζητήσεις μας με τον υπουργό Εσωτερικών σχετικά με τις δυνάμεις που χρειαζόμουν για να τηρήσω την τάξη. [...] ο στρατός είναι απαραίτητο να έχει εκ των προτέρων καθορισμένους στόχους και ότι αυτοί οι στόχοι πρέπει να επιδιώκονται με τα μέσα που προσιδιάζουν στο στρατό. Τα μέσα αυτά δεν είναι η μάχη σώμα με σώμα, η τόσο οικεία στους αστυνομικούς και τα CRS, αλλά η άμεση προσφυγή στα πυροβόλα όπλα. Εκτός αυτού, ενστάσεις είχα και ως προς τη χρησιμοποίηση των δύο ειδών στρατιωτικής δύναμης που θα μπορούσαμε να ρίξουμε στο Παρίσι: οι κληρωτοί κινδύνευαν να αποθαρρυνθούν ή και να προσελκυστούν από τους διαδηλωτές, ενώ οι ειδικές δυνάμεις (π.χ. οι αλεξιπτωτιστές) είναι εκπαιδευμένες σε τρόπους επέμβασης που δύσκολα μπορούν να προσαρμοστούν στις επιχειρήσεις του δρόμου.

Είχα ακόμη σκεφθεί μια ενδιάμεση φόρμουλα, να προσφύγουμε δηλαδή στις εφεδρείες της χωροφυλακής, στις μονάδες δηλαδή των τεθωρακισμένων του Σατορί που είναι ταυτόχρονα μονάδες στρατιωτικές -όπως ολόκληρη η χωροφυλακή- και δυνάμεις εκπαιδευμένες στη διατήρηση της τάξης [...] μόνο στις 29 Μαΐου μου τέθηκε ξεκάθαρα ως ερώτημα το αίτημα της χρήσης του στρατού, οπότε και εξήτασα το όλο πρόβλημα...»5.

Σε κίνηση μπήκε και ο «παρακρατικός» μηχανισμός που πάντα διαθέτει η αστική τάξη και οι μυστικές της υπηρεσίες για τέτοιες περιπτώσεις και όχι μόνο. Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε την Γκλάντιο στην Ιταλία και την Κόκκινη Προβιά στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα μπήκαν στη δράση οι «Επιτροπές Υπεράσπισης της Δημοκρατίας» (CDR) που στόχος τους, διακηρυγμένος από τον ίδιο τον Ντε Γκωλ, ήταν η «παρεμπόδιση της ανατροπής, παντού και ανά πάσα στιγμή», επιτροπές που δρούσαν υπό την εποπτεία της ημιεπίσημης παρακρατικής οργάνωσης «Υπηρεσία Πολιτικής Δράσεως» (SΑC). Αυτές οι CDR οργάνωναν μια σειρά επιθέσεις σε τυπογραφεία, διέλυαν εργατικές συγκεντρώσεις, έπαιρναν μέρος στην ανακατάληψη εργοστασίων, οργάνωναν ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Σε μια από αυτές τον Ιούνιο, σκότωσαν τον 18χρονο εργάτη Μαρκ Λανβέν, μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας, έξω από το Αράς κατά τη διάρκεια αφισοκόλλησης.

Αυτός ο μηχανισμός προοριζόταν να αξιοποιηθεί και σε μαζικές συλλήψεις. Σύμφωνα με στοιχεία που βγήκαν στη δημοσιότητα στις 25 Φεβρουαρίου 1974, στις 24 Μαΐου 1968 τα παραρτήματα της SΑC σε όλη τη χώρα είχαν πάρει εντολή να βγάλουν από τα αρχεία τους καταλόγους «ανατρεπτικών στοιχείων», με τους οποίους τους είχε εφοδιάσει η επίσημη υπηρεσία αντικατασκοπείας, η επονομαζόμενη Διεύθυνση Επιβλέψεως της Επικράτειας (DST). Οι οδηγίες προέβλεπαν τη συγκέντρωση του «εσωτερικού εχθρού» σε κέντρα «επιλογής και εξακριβώσεως», ως τέτοια είχαν οριστεί γήπεδα και άλλοι χώροι. Στη Μασσαλία όπου αποκαλύφθηκαν οι ονομαστικές καταστάσεις περιλάμβαναν περίπου 2.000 άτομα. Ενώ το συνολικό σχέδιο, κατ' εκτίμηση του τότε πράκτορα της SAC Πατρίς Σάιφορ, σύμφωνα με βιβλίο του, περιλάμβανε 52.400 συλλήψεις σε 41 συνολικά πόλεις της Γαλλίας.

Αστοί πολιτικοί αναζητούσαν εναλλακτική λύση Πρόεδρου με επιρροή στους εργάτες και τη νεολαία. Ο Μιτεράν πρότεινε σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας με πρωθυπουργό τον Πιερ Μέντες Φρανς, πρόταση που έγινε δεκτή από τους ηγέτες της UNEF και του PSU. Το ΓΚΚ ήταν το μόνο κόμμα που δε συμφώνησε σε αυτή τη λύση και στις 29 Μαΐου οργάνωσε διαδήλωση με συμμετοχή πάνω από 500.000, με σύνθημα «για μια δημοκρατική και λαϊκή κυβέρνηση με συμμετοχή των κομμουνιστών». Την ίδια μέρα ο μηχανισμός του γκωλικού κόμματος οργάνωσε στο Παρίσι μεγάλη διαδήλωση υπεράσπισης της τάξης και στήριξης του Ντε Γκωλ.

Στις 29 Μαΐου ο Ντε Γκωλ έφυγε για τη Γερμανία, όπου επιθεώρησε στο Μπάντεν - Μπάντεν τα γαλλικά στρατεύματα που στάθμευαν εκεί. Ο διοικητής των στρατευμάτων, στρατηγός Μασύ, γνωστός και ως «χασάπης της Αλγερίας», διαβεβαίωσε τον Ντε Γκωλ για την ικανότητα και δυνατότητα των γαλλικών στρατευμάτων να επέμβουν. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Ντε Γκώλ με το Μασύ ήταν σε αντιπαράθεση το προηγούμενο διάστημα λόγω της εμπλοκής του Μασύ στο πραξικόπημα εναντίον του Ντε Γκωλ. Μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία ο Ντε Γκωλ ανήγγειλε τη διάλυση της εθνοσυνέλευσης και την προκήρυξη γενικών εκλογών εντός 22 ημερών. Αφησε όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο: «Αν αυτή η κατάσταση παραμείνει, θα πρέπει για να διατηρήσω τη δημοκρατία να πάρω σύμφωνα με το σύνταγμα άλλους δρόμους από την άμεση ψηφοφορία...». Το ίδιο το διάγγελμα μεταδόθηκε μόνο μέσω ραδιοφώνου αφού τα τηλεοπτικά μέσα είχαν νεκρώσει από την απεργία. Την ίδια μέρα σχηματισμοί τεθωρακισμένων ΑΜΧ-30 και ΑΜΧ-73 έκαναν την εμφάνισή τους σε διάφορα προάστια του Παρισιού. Επίσημα ήταν μονάδες που επέστρέφαν από προγραμματισμένη άσκηση και λόγω της γενικής απεργίας δε μεταφέρθηκαν πάνω σε τραίνο.

Με την προκήρυξη των εκλογών, σύμφωνα με τη νομοθεσία απαγορεύτηκαν οι συγκεντρώσεις. Στις εκλογές στις 23 και 30 Ιουνίου οι Γκωλικοί μαζί με τους συνεργαζόμενους τους συγκέντρωσαν περισσότερες έδρες από κάθε άλλη φορά: 358 επί συνόλου 485.

Οι αυξήσεις που κατάκτησαν οι εργαζόμενοι, δόθηκαν άμεσα και ήταν σημαντικές για τα συνηθισμένα δεδομένα. Οπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Ουμανιτέ» (όργανο της ΚΕ του ΓΚΚ) εκείνων των ημερών «...σε άλλους κλάδους μερικά πολύ σημαντικά αποτελέσματα -σε μερικές περιπτώσεις χωρίς προηγούμενο- έχουν επιτευχθεί ήδη. Αυτό συμβαίνει στην κλωστοϋφαντουργία, τα τρόφιμα, τη βιομηχανία χάρτου, το πετρέλαιο, και πολυάριθμες άλλες βιομηχανίες. Αυτό συμβαίνει στις δημόσιες υπηρεσίες (αυξήσεις στους μισθούς από 14% έως 21% για το 1968, μείωση της εργάσιμης ημέρας, εγγύηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων) στην Electricite και την Gaz de France όπου οι μισθοί έχουν αυξηθεί από 11,7% έως 19,5%, με τις ημέρες απεργίας να πληρώνονται και στην SNCF και τη RATP (ουσιαστική αύξηση στους μισθούς, τη μείωση της ημέρας εργασίας ή της επέκτασης των διακοπών, την αποζημίωση ή την ανάκτηση των ημερών απεργίας, κλπ.)»6.

Λαμβάνοντας υπόψη τις διαστάσεις της γενικής απεργίας, τη σύγκρουση και τα όριά της, έχει σημασία να εκτιμήσουμε πως τα αιτήματα που ικανοποιήθηκαν αντικειμενικά ήταν οι αναγκαίες υποχωρήσεις από την αστική τάξη για να αποφύγει τα χειρότερα. Εμπεριείχαν σίγουρα την προσπάθεια να διασπαστεί η εργατική τάξη, καθώς και να ανανεωθεί ο έλεγχος του κρατικού μηχανισμού στους δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι πήραν και τις μεγαλύτερες αυξήσεις. Βεβαίως, γενικά οι αυξήσεις αυτές πολύ γρήγορα εξανεμίστηκαν, αφού μέσα στο 1969 όπως και στα επόμενα χρόνια, υιοθετήθηκαν νέα μέτρα λιτότητας, περιστολής των δαπανών σε υγεία παιδεία κοινωνική πρόνοια. Ταυτόχρονα η φορολογία αυξήθηκε κατά 11,9 δισ. φράγκα.7

Χαρακτηριστικό της προβολής του Μάη του 1968 από διάφορες αστικές και μικροαστικές πηγές είναι η διόγκωση του ρόλου των φοιτητικών διαδηλώσεων και η ταυτόχρονη «εξαφάνιση» της αντικειμενικής βάσης που γέννησε τα γεγονότα και της δυναμικής που απέκτησαν λόγω της καθοριστικής και συντριπτικής σε αριθμό συμμετοχής της εργατικής τάξης. Σημειώνουμε ότι οι φοιτητές στο Παρίσι εκείνη την περίοδο ανέρχονταν στις 160.000, στις πρώτες φοιτητικές διαδηλώσεις συμμετείχαν ορισμένες εκατοντάδες, ενώ στις επόμενες ημέρες η μεγαλύτερη συμμετοχή δεν ξεπέρασε τις 20 με 30 χιλιάδες. Την ίδια περίοδο η συμμετοχή στις εργατικές διαδηλώσεις του Παρισίου έφτασε περίπου τα 2 έως 2,5 εκατομμύρια. Σε όλη τη χώρα απέργησαν περίπου δέκα εκατομμύρια εργάτες, απονεκρώνοντας για μέρες τα πάντα, καθοριστικό χαρακτηριστικό του πραγματικού εργατικού Μάη του 1968 στη Γαλλία.

 

 ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΥΛΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΑΗ 1968

 Οπως όλα τα πολιτικά γεγονότα, επιχειρούμε να εξηγήσουμε τα γεγονότα του Μάη 1968 στη Γαλλία με βάση τη διαλεκτική σχέση οικονομίας - πολιτικής και τον πρωταρχικό ρόλο που παίζει η πρώτη. Σ’ αυτή την προσπάθεια έχει σημασία να σταθούμε και σε ορισμένες αστικές πηγές της εποχής και πώς είδαν τα γεγονότα.

Ο Ελληνας επιτετραμμένος στο Παρίσι Δ. Βελισαρόπουλος, σε έκθεσή του προς την υπηρεσία του στις 16 Μαΐου 1968, έγραφε ότι τα γεγονότα προέκυψαν «ως απόρροια μακροχρονίου δυσαρέσκειας» και «όχι αποτέλεσμα στιγμιαίας και αιφνίδιου εκρήξεως» του φοιτητικού κόσμου.8 Επίσης ο ίδιος διπλωμάτης, ανασκευάζοντας τον εαυτό του σε σχέση με όσα έγραφε όταν ήδη ξεσπούσε η κρίση με τις πρώτες φοιτητικές εξεγέρσεις τον Ιανουάριο στο πανεπιστήμιο της Ναντέρ στις 25 Μαΐου 1968, έγραφε:

«[...] είναι γεγονός ότι εν Γαλλία υφίσταται κόπωσις έναντι του καθεστώτος. Η προοπτική γαλήνης και ηρεμίας ην προσέφερεν ο ντεγκωλισμός ήρχησεν πλέον μη ούσα τόσον ελκυστική [...] Είναι γεγονός ότι στον κοινωνικό τομέα η Πέμπτη Δημοκρατία δε έπραξε τόσα πολλά. Υπάρχει απαράδεκτα μέγας αριθμός εργατών με μικρούς μισθούς (2.600 δρχ. μηνιαίως λαμβάνουν περί τους 3 εκατομ. Εργατών...»9.

Για την κατανόηση του φορτίου που είχε συσσωρευτεί, έχει σημασία να παρακολουθήσουμε τις οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις του γαλλικού κεφαλαίου από τις αρχές της πρώτης δεκαετίας μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η περίοδος καπιταλιστικής οικονομικής αναζωογόνησης και γοργής οικονομικής ανόδου που ακολούθησε μετά τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε να εμφανίζει σημάδια ανακοπής και επιβράδυνσης, πράγμα που αγκάλιασε πολλά καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης αλλά και τις ΗΠΑ. Εντονο στοιχείο των εξελίξεων είναι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Μπορούμε να δούμε τους εξής τομείς που σημειώνονται εξελίξεις.

Πρώτο: Στα ζητήματα των στρατιωτικοπολιτικών συμμαχιών από τη μια υπάρχει κοινή στάση μεταξύ ΗΠΑ, Γαλλίας, Αγγλίας, ΟΔΓ (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) όσον αφορά την επιθετικότητα τους ενάντια στην σοσιαλιστική ΕΣΣΔ. Αυτή είναι ο υπ’ αριθμόν ένας εχθρός τους. Ταυτόχρονα υπάρχει συνεχής ανταγωνισμός μεταξύ τους με σταθερή την τάση της Γαλλίας ν’ ανακτήσει το χαμένο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μερίδιο από το μοίρασμα των αγορών αλλά και για τη θέση της μέσα στο ΝΑΤΟ.

Η Γαλλία από την αρχή επιδιώκει να αναβαθμίσει το ρόλο της ως ιμπεριαλιστικής δύναμης στο Ευρωπαϊκό έδαφος. Στις 17 Μαρτίου 1948 η Γαλλία πήρε μέρος στην ίδρυση «Δυτικής Ενωσης» που συγκροτήθηκε ως στρατιωτικοπολιτική συμμαχία με προσανατολισμό ενάντια στην ΕΣΣΔ, το 1949 εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, του οποίου η έδρα ήταν το Παρίσι. Στις 30 Αυγούστου του 1954 η Εθνοσυνέλευση δεν επικύρωσε το σύμφωνο για τη δημιουργία της «Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας», εναντίον του οποίου είχε αναπτυχθεί μαζική αντίδραση, στην οποία εκτός από το ΓΚΚ πρωτοστάτησαν και οπαδοί του Ντε Γκωλ, δυνάμεις της αστικής τάξης. Την ίδια χρονιά υπογράφτηκαν οι συμφωνίες για τον επανεξοπλισμό της ΟΔΓ, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της Δυτικοευρωπαϊκής Ενωσης.

Η Γαλλία με τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Γκυ Μολέ πήρε μέρος στον κοινό πόλεμο Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ισραήλ εναντίον της Αιγύπτου, σε απάντηση στην εθνικοποίηση της εταιρίας της διώρυγας του Σουέζ τον Ιούλιο του 1956. Σε αυτό τον πόλεμο εκφράστηκε η έμπρακτη αντίθεση των ΗΠΑ, οι οποίες είχαν συμφέρον να παραγκωνίσουν Μ. Βρετανία και Γαλλία από την περιοχή.

Από το 1958 οι κυβερνήσεις Ντε Γκωλ προσανατολίστηκαν στην επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεών τους με τις ΗΠΑ. Τα χρόνια 1960 - 1961 η Γαλλία κατοχυρώθηκε ως ιμπεριαλιστική πυρηνική δύναμη και εναντιώθηκε στις συμφωνίες για απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών. Οι δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η Γαλλία από το 1949, με την έγκριση του ίδιου του Ντε Γκωλ, άρχισαν να μην ανταποκρίνονται πλέον στο συσχετισμό των δυνάμεων. Αυτή η πορεία ολοκληρώθηκε με ρήξη μετά το κλείσιμο των υποθέσεων της Γαλλίας στις αποικίες της. Ετσι το Μάρτιο του 1966 η Γαλλία αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, κατάργησε τις Αμερικανικές βάσεις που βρίσκονταν στο έδαφός της και η έδρα του ΝΑΤΟ, το 1967, μεταφέρθηκε από το Παρίσι στις Βρυξέλλες.

Την ίδια περίοδο ο Ντε Γκωλ διαμόρφωσε μια ευέλικτη στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ, μιλώντας ενάντια στο «χωρισμό» της Ευρώπης και προβάλλοντας τη θέση για «μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια»10. Επίσης η κυβέρνηση Ντε Γκωλ τάχθηκε κατά του πολέμου των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Συνολικά είναι περίοδος οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και οι προσπάθειες σε όλα τα επίπεδα άσκησης πίεσης του ενός στον άλλον είναι έντονες.11

Δεύτερο: Οι μεταπολεμικές δεκαετίες για τη Γαλλία είναι περίοδος απώλειας των αποικιών της. Ηδη το Μάιο του 1954 η Γαλλική φρουρά στον Ντιεν Μπιεν Φου ηττήθηκε από το λαϊκό απελευθερωτικό στρατό του Βιετνάμ και άρχισε η αποχώρηση της Γαλλίας από την Ινδοκίνα. Την 1η Νοεμβρίου 1954 άρχισε η εξέγερση του λαού της Αλγερίας ενάντια στη Γαλλική αποικιοκρατία και η κυβέρνηση του Μαντές Φρανς έστειλε επιπλέον στρατεύματα για την κατάπνιξή της. Το 1956-1957 η κυβέρνηση Γκύ Μολλέ12 επέκτεινε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Αλγερία όπου βρίσκονταν περίπου 750.000 Γάλλοι στρατιώτες. Το 1958 και κυρίως το 1960 η Γαλλία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία πάνω από 15 κρατών πρώην αποικιών της. Στην Αλγερία οι επιτυχίες του Μετώπου Απελευθέρωσης οδήγησαν στη σταδιακή αποχώρηση της Γαλλίας και το 1962 υπογράφτηκε η κατάπαυση του πυρός. Η απώλεια των αποικιών σήμαινε για τα γαλλικά μονοπώλια απώλεια του πλεονεκτήματος σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, σε αγορές και τροφοδότησε όξυνση και των ενδοαστικών αντιθέσεων εσωτερικά. Η απώλεια των αποικιών σήμανε και στένεμα των δυνατοτήτων των γαλλικών μονοπωλίων για μια πολιτική παροχών προς τους εργαζόμενους, περιόρισε τις δυνατότητες μαζικής εξαγοράς ανώτερων στρωμάτων εργαζομένων.

Τρίτο: Στην ευρωπαϊκή αγορά είναι οξύτατος ο ανταγωνισμός των γαλλικών με τα άλλα μονοπώλια, ενώ ισχυρό στήριγμά τους έχουν φυσικά το γαλλικό κράτος, με εκτεταμένο κρατικό τομέα. Το 1948 η Γαλλία δέχτηκε τη συμμετοχή στο σχέδιο Μάρσαλ. Στη συνέχεια με πρωταγωνιστικό ρόλο της Γαλλίας προωθήθηκαν μια σειρά μορφές διακρατικών καπιταλιστικών ενώσεων σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΑΧ) το 1951, δημιουργία και της ΕΟΚ και της «Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας» το 1957. Οι κυβερνήσεις του Ντε Γκωλ που ακολούθησαν μετά το 1958 εναντιώθηκαν σταθερά στην είσοδο της Μ. Βρετανίας στην ΕΟΚ. Ετσι η Βρετανία περιορίστηκε στην ίδρυση της ΕΖΕΣ (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών).

Τη δεκαετία του 1960 προωθούνται μια σειρά αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή, κλάδοι της οποίας βρίσκονται σε κρίση, π.χ. η εξόρυξη άνθρακα στον τομέα της ενέργειας που εκτοπίζεται από ανερχόμενη παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Η κρίση έχει επιπτώσεις στους εργαζόμενους του κλάδου, όπου την άνοιξη του 1963 πραγματοποιήθηκε μεγάλη γενική απεργία των ανθρακωρύχων και το Δεκέμβριο του 1964 μεγάλη γενική απεργία στις κρατικές επιχειρήσεις.

Μετά το 1962 άρχισε μια σκληρή επίθεση εναντίον του αμερικανικού δολαρίου και οργανώθηκε η προστασία των γαλλικών μονοπωλίων. Τα χρόνια 1959 - 1965 χαρακτηρίζονταν από μεγάλο θετικό υπόλοιπο του ισοζυγίου πληρωμών, το 1966 η ισορροπία ήταν ασταθής και το 1967 το ισοζύγιο πληρωμών υπήρξε ελαφρά ελλειμματικό (162 εκατ. φράγκα). Το 1968 υπήρξε ελλειμματικό κατά 15,8 δισεκατομμύρια φράγκα. Επίσης το 1968 το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού έφτασε τα 14 δισεκατομμύρια φράγκα. Μετά τον Ιούνιο του 1968 η πιθανότητα ανόδου του γερμανικού μάρκου κατά 10% επέφερε μετακίνηση πολλών κεφαλαίων (15 δισεκατομμυρίων δολαρίων) στο εξωτερικό. Αποτέλεσμα ήταν η παραπέρα υποτίμηση του φράγκου έναντι του δολαρίου σε 5,3 φράγκα ανά δολάριο αντί 4,9 φράγκα ανά δολάριο που ήταν πριν. Βέβαια όλη αυτή η κατάσταση επηρεάστηκε και από τα γεγονότα του Μάη - Ιούνη 1968, αλλά ουσιαστικά είχε οικονομικά αίτια που είχαν ήδη δρομολογηθεί από πριν.13 Η οικονομική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί πριν το Μάη του 1968, οδήγησε σε μεγάλη οικονομική πίεση και προς τους μικροεπαγγελματίες των πόλεων, όπως και τους αγρότες. Και αυτά τα στρώματα είχαν την έκφρασή τους στις διαδηλώσεις.

Ορισμένα από τα παραπάνω είναι αποτυπωμένα και σε αποφάσεις που πήρε η τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), η οποία ασχολήθηκε ειδικά και κατ’ εξαίρεση με μέτρα στήριξης της γαλλικής καπιταλιστικής οικονομίας, κατά παρέκκλιση της τάσης απελευθέρωσης στη κίνηση εμπορευμάτων αλλά και κεφαλαίων με στόχο την προστασία του Γαλλικού κεφαλαίου. Συγκεκριμένα στη σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 68/406/ΕΟΚ: της 4ης Δεκεμβρίου 1968 «περί παροχής αδείας στη Γαλλική Δημοκρατία να λάβει ορισμένα μέτρα διασφαλίσεως βάσει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της συνθήκης», περιέχονται μέτρα που αφορούν αυστηρούς ελέγχους στις εκροές συναλλάγματος, ορισμό αυστηρών προθεσμιών (180 ημέρες) για την πληρωμή προϊόντων που εξάγονται από τη Γαλλία κ.ά. Στο αιτιολογικό της απόφασης αναφέρεται ότι είχαν παρθεί και άλλες ανάλογες αποφάσεις που όμως είχαν αποδειχτεί ανεπαρκείς.14 Το γεγονός αυτό είναι χαρακτηριστικό του διεθνούς χαρακτήρα της ΕΟΚ στην υπεράσπιση του καπιταλισμού.

Τέταρτο: Εξελίξεις στη διαμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Στις πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις15 «εθνικής ενότητας» συμμετείχαν Γκωλικοί, Σοσιαλδημοκράτες και εκπρόσωποι του Γαλλικού ΚΚ μέχρι τις 5 Μαΐου 1947, οπότε οι κομμουνιστές εκδιώχθηκαν από την κυβέρνηση. Ακολούθησαν κυβερνήσεις κυρίως των σοσιαλδημοκρατών Πλεβέν, Μεντές Φρανς, Γκυ Μολέ.

Το Μάιο του 1958 σημειώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα των γαλλικών στρατευμάτων στην Αλγερία που απαίτησε το σχηματισμό κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας» με Πρόεδρο τον Ντε Γκωλ. Η Εθνοσυνέλευση έκανε δεκτό το αίτημα των πραξικοπηματιών και έδωσε στο στρατηγό Ντε Γκωλ την εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ ενέκρινε διατάγματα για έκτακτες εξουσίες στο Ντε Γκωλ. Επρόκειτο για την ίδια εθνοσυνέλευση που είχε προκύψει από εκλογές, στις οποίες την πλειοψηφία κέρδισε η συμμαχία που ηγούνταν οι σοσιαλδημοκράτες (SFIO). Στο νέο σύνταγμα του 1958 ο πρόεδρος απόκτησε τη δυνατότητα να θέτει νομοσχέδια απευθείας σε δημοψήφισμα, να διαλύει την Εθνοσυνέλευση, να αναλαμβάνει όλη την εξουσία σε έκτακτες περιπτώσεις.16

Τα επόμενα χρόνια δυνάμεις που αντιτίθονταν στην αποχώρηση από την Αλγερία πραγματοποίησαν δύο κινήσεις για πραξικόπημα ανατροπής του Ντε Γκωλ τον Ιανουάριο 1960 και τον Απρίλιο του 1961. Ο ίδιος ο Ντε Γκωλ θεωρούσε ότι πίσω από τους πραξικοπηματίες βρίσκονταν και οι ΗΠΑ. Το 1962 έγινε δημοψήφισμα όπου με ποσοστό 62,5% εγκρίθηκε η αναθεώρηση του συντάγματος για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απ’ ευθείας από τους ψηφοφόρους.

Στις 5 και 12 Μαρτίου 1967 πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία βουλευτικές εκλογές όπου ο συνασπισμός των κομμάτων της παράταξης Ντε Γκωλ αποδυναμώθηκε σημαντικά, αλλά σχημάτισε και πάλι κυβέρνηση17.

Στον ελληνικό τύπο της εποχής είναι αποτυπωμένη η ανησυχία για την ενδεχόμενη κυβερνητική αστάθεια στη Γαλλία. Στις 16 Μαρτίου 1967 η εφημερίδα «Ελευθερία» του Π. Κόκκα, υπό τον τίτλο «Φόβοι δια τη σταθερότητα της παρατάξεως Ντε Γκωλ» ανέφερε: «...η καθίζησις της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν οφείλεται εις την εξωτερικήν πολιτικήν του στρατηγού Ντε Γκωλ, αλλά εις την οικονομικήν και κοινωνικήν πολιτικήν του»18. Σε σχέση με την πολιτική του Γαλλικού ΚΚ για την ίδια περίοδο, εκτιμούσε: «Αι εκλογαί απέδειξαν την ισχύν του ενωτικού ρεύματος αλλά και την ισχύν του Γαλλικού ΚΚ. Είναι πλέον εμφανές ότι δια μέγα τμήμα της κοινής γνώμης, δεν υπάρχει πλέον «κομμουνιστικός κίνδυνος». Τα προβλήματα όμως τα οποία εμποδίζουν μιαν οργανική πολιτικήν συνεργασίαν της μετριοπαθούς αριστεράς μετά των κομμουνιστών (προβλήματα εξωτερικής πολιτικής και προβλήματα δημοκρατίας) δεν έπαυσαν να υφίστανται. Είναι παντός έκδηλος η εξέλιξης της νοοτροπίας και των μετριοπαθών και των κομμουνιστών»19.

Στον ίδιο σχολιασμό των γαλλικών εκλογών λαμβάνεται υπόψη ότι στις επόμενες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές οι οποίες «εκτός απρόοπτου» θα γίνονταν το 1972, θα ψήφιζαν τα εκατομμύρια των νέων των μεταπολεμικών γενεών: «Η Γαλλία εισήλθε εις μίαν νέαν και προφανώς εκτάκτου σημασίας μεταβατικήν περίοδον».

Ετσι και στον αστικό τύπο της εποχής στην Ελλάδα επισημαινόταν η ιδιαιτερότητα της περιόδου. Και μάλιστα ως αποτέλεσμα της όξυνσης των εσωτερικών αντιθέσεων που στη βάση τους έχουν την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Την ίδια στιγμή για τα εκατομμύρια των νέων των μεταπολεμικών γενεών διαμορφώνονταν συνθήκες εισόδου τους στην παραγωγή με σχετικά χειρότερους όρους απ’ ό,τι στην περίοδο της καπιταλιστικής ανόδου μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στη Γαλλία μπορούμε να πούμε ότι ήταν περίοδος οξύτατων ανταγωνισμών ανάμεσα σε μερίδες της αστικής τάξης, επίσης αποτυπωνόταν στην πολιτική της Γαλλίας η πάλη για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Ηταν επίσης περίοδος που συντελέσθηκαν διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, μορφοποιήθηκε το αστικό πολίτευμα (διαμορφώθηκε η προεδρική δημοκρατία) πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στη διοικητική δομή (π.χ. Τοπική Αυτοδιοίκηση), διαμορφώθηκαν πανίσχυροι μηχανισμοί καταστολής. Προς το τέλος της περιόδου που περιγράφουμε, διαφάνηκε η ανάγκη ορισμένης ανανέωσης των μηχανισμών ενσωμάτωσης.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΛΑΘΡΟΧΕΙΡΙΑ

 Τον Αύγουστο του 1968 στη σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία εκδηλώθηκε αντεπανάσταση, με πρωταγωνιστικό το ρόλο του οπορτουνιστή ηγέτη του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, Αλεξάντερ Ντούμπσεκ, με στήριξη από τις υπηρεσίες των ιμπεριαλιστικών κρατών. Η επικράτηση της αντεπανάστασης θα σήμαινε απώλεια της εξουσίας της εργατικής τάξης, καπιταλιστική παλινόρθωση. Η αντεπανάσταση αντιμετωπίστηκε με τη διεθνιστική στρατιωτική βοήθεια του συμφώνου της Βαρσοβίας, με βάση τις συμφωνίες που υπήρχαν και μετά από πρόσκληση δυνάμεων του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Πρόκειται για ένα γεγονός που στέκεται στον αντίποδα του Μάη του 1968 της Γαλλίας, που οι αιτίες του δεν έχουν καμία σχέση με τις αιτίες των γεγονότων στη Γαλλία. Και όμως διάφορα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύματα, τροτσκιστές κ.ά., αποκόπτουν τα γεγονότα από την πραγματική τους βάση και τα συνδέουν μεταφυσικά, εξηγώντας τα ενιαία ως «ένα ρεύμα αμφισβήτησης» που «αγκάλιασε τη βιομηχανική κοινωνία». Ή ακόμα πιο τραβηγμένα, ως «επανάσταση σε ανατολή και δύση». Είναι γεγονός πως το 1968, όπως και προηγούμενα αλλά κι έπειτα σε πολλές χώρες του κόσμου βρέθηκαν σε άνοδο ένοπλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, ενάντια στα οποία ο ιμπεριαλισμός, κυρίως των ΗΠΑ, στράφηκε με θηριωδίες, σφαγές, εκτελέσεις, χημικό πόλεμο (Βιετνάμ). Κινήματα των νέων και των εργαζομένων όλου του κόσμου εναντιώθηκαν πρώτ’ από όλα στον πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ. Πριν το Μάη 1968 αλλά και μετά υπήρξαν συγκρούσεις και γεγονότα και σε άλλα καπιταλιστικά κράτη, όπως στην Αγγλία, το Μεξικό, την ΟΔΓ, την Ιταλία, εξαιτίας της όξυνσης εσωτερικών ταξικών αντιθέσεων κι όχι «του χάσματος των γενεών».

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
ΤΟΥ
ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΚΚ ΚΑΙ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΜΑΗ ΤΟΥ 1968

 ΠΟΙΑ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΚΚ

 Στις «Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη» γίνεται η εξής εκτίμηση για το οπορτουνιστικό ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού», στο οποίο εντάχθηκαν ορισμένα ΚΚ της καπιταλιστικής Ευρώπης, ανάμεσά τους και το Γαλλικό ΚΚ: «Ηταν η γραμμή της μεταρρύθμισης και της άρνησης της επαναστατικής πολιτικής. Ηταν η υιοθέτηση της οπορτουνιστικής κλασικής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης με κομμουνιστική εμφάνιση»20.

Το 1968 δεν είχε ακόμα πλήρως εκδηλωθεί ο «ευρωκομμουνισμός» ως συγκροτημένο ρεύμα. Εν τούτοις ορισμένα χαρακτηριστικά του, όπως η παραίτηση από νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης στο όνομα «εθνικών ιδιαιτεροτήτων», η αποθέωση του κοινοβουλευτισμού, η πολιτική συνεργασίας με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, είχαν επικρατήσει σε ορισμένα ΚΚ της καπιταλιστικής Ευρώπης πολύ πριν.

Εχει αξία να επισημάνουμε ορισμένα στοιχεία της στρατηγικής του Γαλλικού ΚΚ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που είναι ήδη αποτυπωμένα και σε γεγονότα που έχουμε αναφέρει.

Η συμμετοχή του στις πρώτες μεταπολεμικές αστικές κυβερνήσεις με βασικό του σύνθημα: «να ενωθούμε, να αγωνιστούμε, να εργαστούμε» προτάσσοντας τη «μάχη για την παραγωγή», ανεξάρτητα από το ταξικό περιεχόμενό της, αντικειμενικά συνέβαλε στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση. Τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που ακολούθησε ήταν θεαματικά. Εχει σημασία να υπενθυμίσουμε ότι εκείνη την περίοδο, όπως και τα επόμενα χρόνια, η Γαλλία ήταν κράτος με πολλές αποικίες, διεξάγοντας πολέμους για τη διατήρησή τους. Το ΓΚΚ τοποθετήθηκε υπέρ της διατήρησης της «Γαλλικής Ενωσης» παρομοιάζοντάς την μάλιστα με τη Σοβιετική Ενωση21. Επί της ουσίας όμως ήταν υποχώρηση απέναντι στην αστική τάξη της Γαλλίας.

Στην ιδρυτική συνάντηση της «Κομινφόρμ» το Σεπτέμβριο του 1947 ασκήθηκε κριτική στο ΓΚΚ όπως και στο Ιταλικό ΚΚ για τη στάση τους απέναντι στις αστικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις, για τον αφοπλισμό των παρτιζάνικων σωμάτων κ.ά. Κριτικάροντας την επιδίωξη του ΓΚΚ για συμμαχία με το «αριστερό» SFIO του Γκυ Μολέ, το μέλος του ΠΓ του ΠΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ Α. Ζντάνοφ σημείωνε: «Η δεξιά και η αριστερά είναι σχετικές έννοιες …συμβαίνει ο Εμίρης του Αφγανιστάν να είναι πιο αριστερός από τον λεϊμποριστή Μακντόναλντ»22.

Το ΓΚΚ, έχοντας σταθερό προσανατολισμό για μια συμμαχία με το SFIO, το 1958 υπερψήφισε στο κοινοβούλιο την πρόταση να δοθούν απεριόριστες αρμοδιότητες στον πρωθυπουργό Γκυ Μολέ για την «ειρήνευση στην Αλγερία», δηλαδή για τη σταθεροποίηση της Γαλλικής αποικιοκρατίας εκεί.23

Το ΓΚΚ στις προεδρικές εκλογές του 1965 προώθησε και στήριξε την κοινή υποψηφιότητα του σοσιαλδημοκράτη Φ. Μιττεράν για το προεδρικό αξίωμα. Το ΓΚΚ είχε ως διακηρυγμένο στόχο μια κυβέρνηση συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες απολυτοποιώντας την περίπτωση της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου του 1936, θεωρώντας ότι κάθε κοινωνική διεκδίκηση εντασσόταν στο πλαίσιο μιας τέτοιας πολιτικής συμμαχίας που θα διεκδικούσε τη νίκη στις εκλογές.

Στην ομιλία του Μορίς Τορέζ στο 17ο Συνέδριο του ΓΚΚ που πραγματοποιήθηκε το 1964, αναφέρεται: «Η ενότητα [...] πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ του σοσιαλιστικού και του κομμουνιστικού κόμματος [...] αυτή η ενότητα πρέπει να ξεπεράσει εκείνη που είχαμε στις πιο καλλίτερες περιόδους, το 1934 και το 1945…

Θεωρούμε πολύ σημαντική τη δήλωση που έκαμε τελευταία ο Γκύ Μολέ [...] αν οι σοσιαλιστές αγωνιστές σκεφτούν όπως τους καλεί ο γραμματέας του κόμματός τους [...] τότε θα επιτύχουμε να εξομαλύνουμε μια από τις ουσιώδεις διαφορές που μας χωρίζουν»24.

Σύμφωνα με το ΓΚΚ, ως διαχρονική γραμμή συσπείρωσης στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών εμφανίζεται η αντίθεση ανάμεσα στα «συμφέροντα του έθνους» και στις 200 οικογένειες που το εκμεταλλεύονται: «Από το 8ο κιόλας συνέδριο μας το 1936, κάναμε, για να εξασφαλίσουμε το μέλλον της χώρας, έκκληση για ενότητα του γαλλικού έθνους ενάντια στις 200 οικογένειες που το εκμεταλλεύονταν. Οι κομμουνιστές κατήγγειλαν και αντιπάλευαν αυτούς που διακυβεύανε την εθνική κληρονομιά και ωθούσαν τη χώρα στην παρακμή»25.

Χαρακτηριστικό είναι σε όλα τα ντοκουμέντα του ΓΚΚ της εποχής το γεγονός ότι ως κεντρικό πολιτικό πρόβλημα αιχμής για τη Γαλλία εντοπίζεται το ζήτημα της «προσωπικής εξουσίας» όπως χαρακτηρίζεται η διακυβέρνηση της παράταξης του Ντε Γκωλ: «…πραγματοποιώντας το κοινό μέτωπο ανάμεσα στα κόμματα που λένε ότι είναι κόμματα της εργατικής τάξης και την ένωση όλων των ρεπουμπλικάνων θα δημιουργήσουμε ένα κίνημα αρκετά ισχυρό για να απαλλαχθούμε από την προσωπική εξουσία και να αποκαταστήσουμε μια πραγματική δημοκρατία»26. Την ίδια θέση είχε και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, καθώς και άλλες αστικές δυνάμεις.   

 

ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΚ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΜΑΗ - ΙΟΥΝΗ 1968

 Το ΓΚΚ και η CGT είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κινητοποίηση της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Μάη - Ιούνη του 1968. Στις μεγάλες διαδηλώσεις των εκατομμυρίων επικεφαλής βάδιζαν ο ΓΓ του ΓΚΚ Βάλνεκ Ρόσε και ο γραμματέας της CGT.

Το ΓΚΚ στα γεγονότα του Μάη περιορίστηκε σ’ ένα πλαίσιο πάλης που περιλάμβανε την αύξηση των μισθών, την αναγνώριση των εργοστασιακών επιτροπών, τη μείωση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, τη μείωση των ωρών εργασίας στις 40 ώρες εβδομαδιαίως, χωρίς να το συνδέει με την ανάγκη συνολικής σύγκρουσης με τα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, όπως ήταν η ΕΟΚ.

Το ΓΚΚ έθετε ως πολιτικό στόχο την παραίτηση Ντε Γκωλ, την προκήρυξη εκλογών και τη διαμόρφωση μιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή του ΚΚ. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια γραμμή πάλης σε ρεφορμιστική κατεύθυνση, με στόχο την αλλαγή στη διαχείριση της αστικής εξουσίας που διευκόλυνε την εκτόνωση των διαθέσεων. Η πολιτική αυτή δεν μπορούσε ούτε στόχευε να οδηγήσει στην περαιτέρω όξυνση της ταξικής πάλης, αφού δε συνέδεε τον αγώνα της εργατικής τάξης με το στόχο της εργατικής εξουσίας.

Στις αρχές Ιουνίου του 1968, μετά την προκήρυξη των εκλογών, οι διαδηλώσεις και οι καταλήψεις εργοστασίων συνεχίζονταν. Σύμφωνα με δημοσίευμα των ημερών στην «Ουμανιτέ» το ΓΚΚ και η CGT κάλεσαν σε σταμάτημα της απεργίας τους εργάτες που ικανοποιήθηκαν τα (οικονομικά) αιτήματά τους και τους υπόλοιπους «να αναλογιστούν τις ευθύνες τους». Επισημαίνονταν σε αυτό το δημοσίευμα: «Οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση θα παρείχε στο Ντε Γκωλ την πρόφαση που περιμένει και που ελπίζει προκειμένου να αποφύγει το λαό και να εισαγάγει -όπως λέει- άλλους δρόμους από “την άμεση ψηφοφορία στη χώρα”, θα τον βοηθούσε στην τροφοδότηση του συναισθήματος της ανησυχίας σε ένα μέρος του πληθυσμού, ανησυχία που η “Υπηρεσία Πολιτικής Δράσης” ασχολείται για να ακονίσει με όλες τις πιθανές μεθόδους»27.

Η ανακοίνωση της CGT στις 6 Ιουνίου 1968, όπως δημοσιεύτηκε στην «Ουμανιτέ» στις 7 Ιουνίου 1968, ανέφερε: «Τα εκατομμύρια των εργαζομένων των δημόσιων και εθνικοποιημένων τομέων, καθώς επίσης και των διαφόρων βιομηχανιών στον ιδιωτικό τομέα των οποίων οι απαιτήσεις έχουν ικανοποιηθεί, έχουν επιστρέψει στην εργασία τους, ενισχυμένοι από μια αξιοπρόσεκτη νίκη. Το Εθνικό Γραφείο χαιρετίζει την ενότητα, τη μαχητικότητα, και τη μεγάλη ωριμότητα των εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει έτσι μια ουσιαστική φάση της μάχης τους υπό τους καλύτερους όρους, που ανοίγουν τις μεγάλες προοπτικές για τις ακόμα ευρύτερες δημοκρατικές κατακτήσεις. [...]

Οι μόνοι εργαζόμενοι που παραμένουν στην απεργία είναι εκείνοι που έχουν προσκρούσει στους ιδιαίτερα οπισθοδρομικούς εργοδότες, οι οποίοι εμμένουν στην άρνηση τους να χορηγήσουν ότι έχει ληφθεί αλλού. [...]

Τα περισσότερο αντιδραστικά στοιχεία μεταξύ των εργοδοτών αναγκάζουν στη συνέχιση των απεργιών σε αυτούς τους τομείς και ενεργούν ως πραγματικοί προβοκάτορες. Ως τέτοιους τους καταγγέλλει το εθνικό γραφείο της CGT και επιμένει στην επισήμανση των σοβαρών ευθυνών της κυβέρνησης, η οποία ενεργεί ως ο προστάτης τους. [...]

Αυτό που η κυβέρνηση δεν τόλμησε να κάνει ενάντια στους εργαζομένους των μεγάλων εθνικοποιημένων βιομηχανιών και των δημόσιων υπαλλήλων, η εργατική τάξη και η κοινή γνώμη δεν θα ανεχτούν να γίνονται ενάντια στο χάλυβα - και στους άλλους εργαζόμενους, οι οποίοι ζητούν παρά μόνο αυτά που έχουν ήδη ληφθεί από άλλους. [...]

Καλεί όλη την κοινή γνώμη, η οποία είχε την ευκαιρία για να εκτιμήσει το πνεύμα ευθύνης της CGT και την ηρεμία των εκατομμυρίων των εργαζομένων στην προσπάθεια τους, και να δείξει την ισχυρή υποστήριξη της σε εκείνους που είναι θύματα μιας σκανδαλώδους αδικίας και διάκρισης [...] Οι δύστροποι εργοδότες πρέπει να αναγκαστούν σοβαρά και γρήγορα να διαπραγματευτούν προκειμένου να ικανοποιήσουν, όπως έγινε για άλλους, τα νόμιμα αιτήματα των υπαλλήλων τους».28

Χαρακτηριστική ήταν η πίεση που δέχτηκε το ΓΚΚ μέσω του αστικού τύπου, μια πίεση που η αστική τάξη γνώριζε πως θα πιάσει τόπο. Η εφημερίδα «Φιγκαρό», στις 5 Ιουνίου 1968, έγραφε: «Χθες μερικά χαρακτηριστικά γεγονότα στην απεργία κατέδειξαν την ύπαρξη μιας επαναστατικής οργάνωσης σε ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις (...) είναι η CGT, παίζει ένα διπλό παιχνίδι, που στοχεύει στη μετατόπιση των τρεχουσών εκδηλώσεων από τον συνδικαλισμό στον πολιτικό τομέα; Είμαστε μάρτυρες μιας σκόπιμης προσπάθειας να σαμποταριστούν οι επερχόμενες εκλογές; Και για ποιου το κέρδος;». Επίσης, το περιοδικό «PresseParis» έγραφε την ίδια ημερομηνία: «Μπορεί η άρνηση να επιστρέψουν στην εργασία να διακινδυνεύσει τις γενικές εκλογές; […] Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν είναι σαφής και ορισμένοι παρατηρητές ρωτούν επίσης: τι ακριβώς θέλει η CGT;»

Γι’ αυτές τις αιτιάσεις η απάντηση του ΓΚΚ μέσω της Ουμανιτέ ήταν η εξής: «Αρχικά, είναι σημαντικό να στιγματιστούν αυτές οι εφευρέσεις και να καταγγελθούν αυτά τα βρώμικα τεχνάσματα. Τι θέλει η CGT το ξέρει ο καθένας, συμπεριλαμβανομένων των εν λόγω συγγραφέων […] Οσον αφορά στο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι εντελώς σαφής. Εχουμε υποστηρίξει και υποστηρίζουμε χωρίς επιφύλαξη τις ενέργειες της εργατικής τάξης για την εκπλήρωση των νόμιμων απαιτήσεων της. Συγχρόνως, συνεχίζουμε ανοιχτά στο φως της ημέρας την πολιτική προσπάθειά μας για την ένωση των δημοκρατικών δυνάμεων προκειμένου να νικηθεί το καθεστώς της προσωπικής δύναμης και για να προωθήσουμε μια κυβέρνηση λαϊκή και της δημοκρατικής ενότητας, εντός της οποίας οι κομμουνιστές θα έχουν τη θέση που οφείλουν»29. Στις μέρες του Ιουνίου ο ΓΓ του ΓΚΚ, Ρόσε Βάλντεκ, δήλωνε «είμαστε το κόμμα της τάξης». Ενώ στη συνέχεια το ΓΚΚ, για τη στάση του αυτές τις μέρες, εκτιμούσε πως ήταν: «η μόνη σωστή για την αποφυγή εμφυλίου»30.

Η ρεφορμιστική γραμμή και οι αυταπάτες για «κοινοβουλευτική λύση» με την οποία το ΓΚΚ αντιμετώπισε την όξυνση της ταξικής πάλης εκείνη την περίοδο θα πρέπει να θεωρηθεί αποτέλεσμα της συνολικής υποχώρησής του από την επαναστατική στρατηγική.            

 

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΕΣ, «ΝΕΟΑΡΙΣΤΕΡΕΣ» ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

 Η δεξιά οπορτουνιστική παρέκκλιση του Γαλλικού ΚΚ δημιουργούσε πρόσφορο έδαφος για επιρροή διάφορων μικροαστικών αντιλήψεων και οργανώσεων (μαοϊκών, τροτσκιστικών, αναρχοαυτόνομων και άλλων) ιδιαίτερα σε τμήματα της νεολαίας. Συνολικά βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν ο μαχητικός αντισοβιετισμός και αντικομμουνισμός. Εντονη ήταν η επίθεσή τους στο οργανωμένο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, ενώ κάποιες από αυτές τις δυνάμεις συμμετείχαν ή στήριζαν τις δραστηριότητες της αντικομμουνιστικής συνδικαλιστικής ομοσπονδίας Force Ouvrier (FO). Μια σειρά δυνάμεις, κυρίως αναρχοαυτόνομες, πρόβαλαν ακίνδυνα για το σύστημα συνθήματα, όπως το «η φαντασία στην εξουσία» κ.ά.

Παρά τη συνθηματολογική τους αναφορά τέτοιες δυνάμεις δεν έβαλαν ποτέ ζήτημα εξουσίας, σοβαρά και με σχέδιο, κατά ομολογία όλων των τότε ηγετών τους. Ο τροτσκιστής Αλέν Κριβίν, ηγέτης τότε και σήμερα τροτσκιστικού κόμματος στη Γαλλία, στην ερώτηση που του γίνεται: «Δε νομίσατε κάποια στιγμή ότι μπορεί να πάρετε την εξουσία;» Απαντά: «Σε καμία περίπτωση […] μπορεί να μη γνωρίζαμε ως πού θα πάμε, αλλά γνωρίζαμε ως πού δε θα πάμε. Η επανάσταση ήταν εκτός πραγματικότητας»31.

Εχει όμως αξία να σταθούμε ιδιαίτερα στην οπορτουνιστική θεωρία της λεγόμενης «νέας αριστεράς» που γνώρισε διάδοση και τα επόμενα χρόνια. Η περίοδος του Μάη 1968, αλλά και πριν από τα γεγονότα, υπήρξε περίοδος διαμόρφωσης αυτών των οπορτουνιστικών και μικροαστικών θεωριών για τη λεγόμενη «νέα αριστερά». Θεωρητικοί αυτών των απόψεων υπήρξαν οι Χ. Μαρκούζε, αλλά και άλλοι καθηγητές στο πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης, όπως οι Τ. Αντόρνο, Μ. Χορκχάιμερ, Γ. Χάμπερμας.

Οι «νεοαριστεροί» υποστήριζαν ότι: Εξαιτίας της επιστημονικής επανάστασης, της καπιταλιστικής οικονομικής ανόδου, της τεχνολογικής προόδου και της σχετικής ευημερίας, δημιουργείται ο «μονοδιάστατος άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος που ενδιαφέρεται μόνο για την κάλυψη υλικών αναγκών του, γίνεται δέσμιος του «καταναλωτισμού» και έτσι δεν ενδιαφέρεται για την άλλη διάσταση την πνευματική, που από αυτή τη διάσταση την πνευματική πηγάζει και η ανάγκη για αλλαγή της κοινωνίας. Εκεί, στο «μονοδιάστατο άνθρωπο», κατατάσσει ο Χ. Μαρκούζε και την εργατική τάξη, που σύμφωνα με τον ίδιο είναι δέσμια του «καταναλωτισμού» και εξαιτίας αυτού ενσωματωμένη στο καπιταλιστικό σύστημα (σύμφωνα με τις εκφράσεις του, ενδιαφέρεται πώς θα αποκτήσει ψυγείο, τηλεόραση, αυτοκίνητο). Ετσι -σύμφωνα με το Μαρκούζε- η εργατική τάξη χάνει την επαναστατικότητά της. Σε αυτή τη βάση ο Μαρκούζε και ο κύκλος διανοουμένων της Φραγκφούρτης προβάλλουν ως ηγέτιδα επαναστατική δύναμη όχι την εργατική τάξη με πρωτοπορία το Κόμμα της, αλλά τη νεολαία γενικά, τους φοιτητές, τα λούμπεν στοιχεία, το κοινωνικό περιθώριο, τους χίπηδες της εποχής κλπ. Με βάση αυτά προβάλλουν την άποψη για μια «νέα αριστερά», που στο επίπεδο της θεωρίας απορρίπτει την επαναστατική θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού, καθώς και την ανάγκη κόμματος της εργατικής τάξης.

Οι θέσεις τους αυτές υπήρξαν αρκετά προβεβλημένες εκείνη την περίοδο, αλλά και τα επόμενα χρόνια. Συνεπικουρούμενες από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, γνώρισαν παγκόσμια διάδοση και τα βιβλία τους είχαν εκδοτική επιτυχία. Ετσι αστοί και μικροαστοί οπορτουνιστές φτάνουν στο σημείο να αποδίδουν σε θεωρίες όπως του Μαρκούζε την «πατρότητα του Μάη»32.

Μόνο που και τα ίδια τα γεγονότα του Μάη 1968 ήρθαν να υπογραμμίσουν ακριβώς το αντίθετο από τη θεωρία του Μαρκούζε: τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης. Αυτό στη συνέχεια αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει και ο ίδιος ο Μαρκούζε, περιορίζοντας το ρόλο των φοιτητών κ.ά. σε αυτό του «αναγκαστικού πυροδότη» που κινητοποιεί και την εργατική τάξη. Βεβαίως και αυτό δεν είναι σωστό γιατί μπορεί πράγματι σε μια αλυσίδα γεγονότων να προηγηθούν ορισμένες φοιτητικές ή άλλες εκδηλώσεις πριν από κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης, αυτό όμως δεν καταρρίπτει σε καμία περίπτωση τον πρωτοπόρο ρόλο που έχει η εργατική τάξη από την ίδια της τη θέση στην κοινωνική παραγωγή.

Η αιχμή του δόρατος της θεωρίας των Μαρκούζε κ.ά. είναι η εναντίωση στο ρόλο του Κόμματος της εργατικής τάξης, στην ανάγκη ύπαρξης και δράσης Επαναστατικού Κόμματος, του Κόμματος Νέου Τύπου, του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η επαναστατική συνείδηση, που φτάνει μέχρι την κατανόηση της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης, μέχρι τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να πάρει η εργατική τάξη την εξουσία στα χέρια της, ούτως ή άλλως δεν είναι κάτι που προκύπτει μέσα από την πείρα της εργατικής τάξης, αλλά απαιτείται ο συνειδητός ρόλος του ΚΚ στην επαναστατική διαπαιδαγώγησή της. Στο έδαφος του καπιταλισμού άλλωστε η εργατική τάξη δεν μπορεί να διαμορφώσει, αυθόρμητα, ολοκληρωμένη ταξική - επαναστατική - συνείδηση χωρίς την ύπαρξη ενός ΚΚ, καθοδηγούμενου από την επαναστατική θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού. Μόνο ένα τέτοιο κόμμα σε συνθήκες επαναστατικής κρίσης έχει την ικανότητα να καθοδηγήσει την εργατική τάξη στην κατάληψη της εξουσίας. Η εργατική τάξη από «τάξη καθεαυτή» με την επαναστατική θεωρία και το κόμμα της γίνεται «τάξη για τον εαυτό της». Μόνο έτσι μπορεί να διεξαχθεί αποφασιστική και νικηφόρα ταξική πάλη, δηλαδή ο «αγώνας τάξης εναντίον τάξης ως αγώνας πολιτικός».

Ο Μαρκούζε σε αντιπαράθεση με το Μαρξισμό, απαλείφοντας πλήρως το ρόλο της επαναστατικής πρωτοπορίας της τάξης, βλέπει την εργατική τάξη ως «τάξη στον εαυτό της». Και μια πιθανή διέξοδο από αυτό το «κλείσιμο» στον εαυτό της το περιμένει μόνο από τυχαία γεγονότα, συνδέοντάς τα και με ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Ετσι η κατάληξη είναι θεωρητικό αδιέξοδο και στην πράξη αντικομμουνισμός. Ενας αντικομμουνισμός που στο όνομα ενός «ακομμάτιστου» κινήματος και στις αναζητήσεις «νέων υποκειμένων» συνεχίζει να αναπαράγεται ως τις ημέρες μας.

 

 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Τα γεγονότα του Μάη 1968 στη Γαλλία πήραν διαστάσεις και καθορίστηκαν από τη συμμετοχή και δράση της εργατικής τάξης. Τα ίδια τα γεγονότα καταρρίπτουν μικροαστικές θεωρίες που θέλουν να παρουσιάσουν την εργατική τάξη ως τάξη που δεν μπορεί να έχει πρωτοπόρο ρόλο.

Σε μια πορεία φαινομενικά αργής ειρηνικής εξέλιξης των πραγμάτων, η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων φέρνει απότομη αλλαγή στις διαθέσεις των μαζών. Γι’ αυτή τη φάση το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚ, πρέπει να είναι ολόπλευρα προετοιμασμένο, ώστε να ανταποκριθεί στην κατεύθυνση όξυνσης της ταξικής πάλης με στόχο την εξουσία. Βεβαίως αυτό προϋποθέτει βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση σε πανεθνικό επίπεδο, δηλαδή ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης. Ωστόσο κι αυτές οι συνθήκες δεν διαμορφώνονται εκ του μηδενός, με απουσία ισχυρών ταξικών αγώνων και συγκρούσεων. Αν και δε διαθέτουμε τα δεδομένα για να εκτιμήσουμε ποια ακριβώς ήταν η κατάσταση στη Γαλλία την περίοδο Μάη - Ιούνη 1968, είναι προβληματικό το γεγονός της ταχείας εκτόνωσης του απεργιακού κινήματος που είχε και μορφές προωθημένης σύγκρουσης (π.χ. καταλήψεις εργοστασίων μέσα από επιτροπές). Προβληματικό είναι ότι ακολούθησε μια πολύχρονη περίοδος ενσωμάτωσης του κινήματος και παγιοποίησης του οπορτουνισμού στο ΓΚΚ, που σε επόμενη περίοδο επέφερε νέα εκφυλιστικά χαρακτηριστικά.

Το γενικό συμπέρασμά μας είναι ότι ο Μάης του 1968 στη Γαλλία, όπως και άλλα γεγονότα στο διεθνές εργατικό κίνημα, στην Ελλάδα, επιβεβαιώνουν την ανάγκη διαμόρφωσης επαναστατικής στρατηγικής από το ΚΚ κάθε χώρας, την ικανότητα να συνδέει τη δράση του στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στα μέτωπα πάλης, στους αγώνες, με τη στρατηγική του να προετοιμάζει τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις σε αυτά. Το Κόμμα μας μελετά την ιστορία του με αυτό το κριτήριο. Ως επαναστατικό κόμμα είναι καθοριστικό το να έχει επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική και σε αυτή τη στρατηγική να υποτάσσει την όλη δραστηριότητά του, να ακολουθεί τη γραμμή της ρήξης και όχι της ενσωμάτωσης στην πολιτική της αστικής τάξης.

Το κενό της έλλειψης ενός τέτοιου επαναστατικού κόμματος αλλά και άλλοι αντικειμενικοί λόγοι μπορεί να διαμορφώνουν το ευνοϊκό έδαφος για τη δράση μια σειράς πολιτικών ομάδων που με το κάλυμμα του «αναρχικού», του «υπερεπαναστάτη», του «ακροαριστερού» μπορεί να μιλάνε ακόμα και για επανάσταση και ταυτόχρονα να κάνουν αντικομμουνισμό αρνούμενοι τις νομοτέλειες της επανάστασης, της ανάπτυξης της κοινωνίας και του ρόλου του ΚΚ.

Από τα γεγονότα του Μάη του 1968 σημασία έχει να ξεχωρίσουμε και το εξής: πως ουσιαστικές κατακτήσεις, ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο, στους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης συνδέονται άμεσα με την πάλη που αμφισβητεί την αστική εξουσία που ταρακουνά τα βάθρα της.

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Ο Φάνης Παρρής είναι μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ και υπεύθυνος της Ιδεολογικής Επιτροπής του.

1. Ορισμένα στοιχεία για τα βασικά κόμματα και τις πολιτικές συμμαχίες που εμφανίζονται: Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΓΚΚ), το SFIO (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς) ιδρύθηκε το 1905, αποτελούσε ομοσπονδία σοσιαλδημοκρατικών σχηματισμών, το 1971 μετεξελίχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (Parti Sosialiste), το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSU) ιδρύθηκε το 1960, το 1975 το 1/3 αυτού του κόμματος με επικεφαλής το Μ. Ροκάρ πέρασε στο PS. Το Δημοκρατικό Κόμμα των Ριζοσπαστών και των Ριζοσπαστών - Σοσιαλιστών (PRRS), Ενωση για την Υπεράσπιση της Δημοκρατίας (RPR) είναι το κόμμα του Ντε Γκωλ, όπως ιδρύεται το 1958, το 1959, ενώ έχει πάρει στη συνέχεια και άλλα ονόματα όπως Ενωση για τη Νέα Δημοκρατία (UNR), Ενωση Δημοκρατών για την Πέμπτη Δημοκρατία. Το 1948 είχε ιδρυθεί και το Εθνικό Κέντρο Ανεξάρτητων Αγροτών το οποίο το 1962 διασπάστηκε και μια μερίδα του με επικεφαλής το Β. Ζισκάρ Ντ’ Εστέν συγκρότησε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (PR) 1966.

2. Εθνική Ενωση Φοιτητών Γαλλίας.

3. Στη Γαλλία υπάρχουν ξεχωριστά εργατικά συνδικάτα που συγκροτούνται σε συνομοσπονδίες, οι οποίες συνδέονται με τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις. Τέτοιες συνομοσπονδίες είναι η CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) που ιδρύθηκε το 1895 και συνδέεται με το ΓΚΚ, η (Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας)που ιδρύθηκε το 1964 και συνδέονταν με τους Σοσιαλδημοκράτες. Ακόμα υπάρχουν χριστιανικές, αντικομμουνιστικές (Εργατική Δύναμη -FO) κ.ά. ομοσπονδίες με μικρότερη δύναμη.

4. CRS: Μονάδες Αποκατάστασης της Τάξης.

5. Εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 21 Ιουνίου 1998.

6. Εφημερίδα «Ουμανιτέ», 6 Ιουνίου 1968, άρθρο με τίτλο «Η σωστή θέση», σελ. 1.

7. Α. Κιρζάνοφ «ΗΠΑ και Δυτική Ευρώπη - οι οικονομικές και πολιτικές τους σχέσεις μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1974, σελ. 280-281.

8. Εφημερίδα «Το Βήμα», Φωτεινή Τομαή, Διπλωματικό αρχείο, «Ο Γαλλικός Μάης του 1968 Επανάσταση με αιτία» 21 Μαΐου 2006, σελ. Α23.

9. Εφημερίδα «Το Βήμα», Φωτεινή Τομαή, Διπλωματικό αρχείο, «Ο Γαλλικός Μάης του 1968 Επανάσταση με αιτία» 21 Μαΐου 2006, σελ. Α23.

10. S. Bernstein, P. Mizla: «Διάσπαση και ανοικοδόμηση της Ευρώπης 1919 έως σήμερα», εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ 215.

11. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στον Καναδά (15-27 Ιουλίου 1967) ο Ντε Γκωλ σε μια ομιλία του στο Μόντρεαλ ξαφνικά φωνάζει: «Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ, Ζήτω ο γαλλικός Καναδάς, Ζήτω η Γαλλία», ενώ στη επαρχία του Κεμπέκ από καιρό δρούσε το αυτονομιστικό κίνημα των γαλλόφωνων Καναδών. Η Καναδική κυβέρνηση χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις δηλώσεις του Ντε Γκωλ και ο Ντε Γκωλ διέκοψε την επίσκεψη του στον Καναδά και επέστρεψε στη Γαλλία.

12. Γενικός γραμματέας του SFIO (σοσιαλδημοκράτες).

13. Α. Κιρζάνοφ: «ΗΠΑ και Δυτική Ευρώπη - οι οικονομικές και πολιτικές τους σχέσεις μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1974, σελ. 278-279. Πηγή: Ν.Ζ.Ζ. 24 Mai 1967, 11 Juli 1969.

14. http://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:31968D0406:EL:NOT.
Συγκεκριμένα διαβάζουμε: «…η ασυνήθης οικονομική κατάσταση, η οποία εδημιουργήθη στη Γαλλία κατά τη διάρκεια των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 1968, καθώς και οι αρνητικές επιπτώσεις της καταστάσεως αυτής στην εξωτερική ισορροπία της οικονομίας της, οδήγησαν το Συμβούλιο να χορηγήσει στη χώρα αυτή την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της συνθήκης με οδηγία της 20ης Ιουλίου 1968».
«…Η Γαλλική Δημοκρατία είχε άρει την εφαρμογή των μέτρων αυτών το Σεπτέμβριο του 1968..» όμως, λόγω του ότι η διαδικασία αυτή (εξομαλύνσεως της οικονομικής της ισορροπίας) δεν είχε ακόμη οδηγήσει σε πλήρη ανόρθωση της καταστάσεως ιδιαίτερα από την άποψη των χρηματοδοτικών σχέσεων με το εξωτερικό, μια αιφνίδια επιδείνωση του γενικού ισοζυγίου, την οποία ενέτειναν κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων, προκάλεσε εκτεταμένη διαφυγή κεφαλαίων και ανάγκασε τη Γαλλική Κυβέρνηση να επαναφέρει επειγόντως συναλλαγματικούς περιορισμούς και μάλιστα να τους επιτείνει σε σύγκριση με τα μέτρα που είχαν ληφθεί το Μάιο 1968.
…Επί πλέον τα άλλα Κράτη μέλη ταυτόχρονα με ορισμένα τρίτα Κράτη έθεσαν στη διάθεση της Γαλλίας σημαντική χρηματοδοτική συνδρομή.
…Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εθέσπισε μέτρα που έχουν σαν αποτέλεσμα τη διευκόλυνση των εισαγωγών στο έδαφός της και τη φορολόγηση των εξαγωγών καθώς και την περιστολή των εισαγωγών κεφαλαίου».

15. Ντε Γκωλ (1945- 1946), Φ. Γκουέν και Ζ. Μπιντώ (1946) και Π. Ραμαντιέ (1947).

16. Την ίδια χρονιά 1958 στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν το κόμμα του Ντε Γκωλ (Ενωση για τη Νέα Δημοκρατία) πήρε το 17,6 % των ψήφων, οι «Ανεξάρτητοι το 19,9%, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SFIO) το 15,5 %, οι Ριζοσπάστες 11,3%, το MRP 9,1% και το Γαλλικό ΚΚ 18,9% των ψήφων, πηγή για τα εκλογικά ποσοστά η «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια», τ. 6, σελ. 423.

17. Τα αποτελέσματα εκφρασμένα σε έδρες στη βουλή είχαν ως εξής: Επί συνόλου 486 εδρών, έλαβαν: Παράταξη της 5ης Δημοκρατίας (Ντε Γκωλ): 244 έδρες (-40), Ομοσπονδία Δημ. Σοσιαλιστών Αριστεράς (Μιτεράν): 116 (+25), Γαλλικό ΚΚ: 73 (+32), Δημοκρατικό Κέντρο: 27 (-14), διάφοροι της αριστεράς: 10, διάφοροι της δεξιάς: 15 έδρες. Στα αποτελέσματα είναι αποτυπωμένες οι αντιθέσεις Γαλλίας - ΗΠΑ . Το κόμμα «Δημοκρατικό Κέντρο» ήταν το μόνο που υποστήριζε την ανανέωση των σχέσεων της Γαλλίας με το ΝΑΤΟ και το μόνο που είχε πτώση στις εκλογές.

18. Εφημερίδα «Ελευθερία», Ριχάρδος Σωμερίτης «Φόβοι δια την σταθερότητα της παρατάξεως Ντε Γκωλ», 16 Μαρτίου 1967, σελ. 1,9.

19. Εφημερίδα «Ελευθερία», Ριχάρδος Σωμερίτης «Φόβοι δια την σταθερότητα της παρατάξεως Ντε Γκωλ», 16 Μαρτίου 1967, σελ. 1, 9.

20. Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 60 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη των λαών», 19 Απριλίου 2005.

21. Αρθρο του Ζ.Λ. Σαλλέ «Σχετικά με ορισμένες ιδιαιτερότητες της πάλης κατά του οπορτουνισμού στη Γαλλία», στο ρωσόφωνο περιοδικό «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1-2 2007, σελ. 152-165.

22. Αρθρο του Ζ.Λ. Σαλλέ «Σχετικά με ορισμένες ιδιαιτερότητες της πάλης κατά του οπορτουνισμού στη Γαλλία», στο ρωσόφωνο περιοδικό «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1-2 2007, σελ. 152-165.

23.Αρθρο του Ζ.Λ. Σαλλέ «Σχετικά με ορισμένες ιδιαιτερότητες της πάλης κατά του οπορτουνισμού στη Γαλλία», στο ρωσόφωνο περιοδικό «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1-2 2007, σελ. 152-165.

24. Μορίς Τορέζ: «Ενότητα για τη Δημοκρατία - Για το Σοσιαλισμό», 1964, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις.

25. ό.π.

26. ό.π.

27. Εφημερίδα «Ουμανιτέ», 6 Ιουνίου 1968, άρθρο με τίτλο «Η σωστή θέση», σελ. 1.

28. Εφημερίδα «Ουμανιτέ», 7 Ιουνίου 1968, σελ. 1.

29. Εφημερίδα «Ουμανιτέ», 6 Ιουνίου 1968, άρθρο με τίτλο «Η σωστή θέση», σελ. 1.

30. Αρθρο του Ζ.Λ. Σαλλέ «Σχετικά με ορισμένες ιδιαιτερότητες της πάλης κατά του οπορτουνισμού στη Γαλλία», στο ρωσόφωνο περιοδικό «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1-2 2007, σελ. 152-165.

31. Εφημερίδα «Το Βήμα»: Ειδικό αφιέρωμα «Μάης 68 - 30 χρόνια μετά», 10 Μαΐου 1998.

32. Αυτό ενισχύεται και από το συμπτωματικό γεγονός, ότι ο ίδιος ο Μαρκούζε ως μέλος επιτροπής της UNESCO είχε βρεθεί εκείνες τις ημέρες στο Παρίσι και έκανε δηλώσεις για τα γεγονότα.