«ΣΥΝ»: ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Α. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΤΕΛΟΥΝΤΑΙ

 Η κυβέρνηση της ΝΔ με μεθοδικό τρόπο προωθεί τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις (κοινωνική ασφάλιση, υγεία, απελευθέρωση αγορών κλπ.), εξασφαλίζοντας στους μονοπωλιακούς ομίλους νέες προϋποθέσεις κερδοφορίας. Τα ελληνικά μονοπώλια, που ήδη έχουν συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο στα χέρια τους με τη βοήθεια όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, διεκδικούν ακόμα φτηνότερη εργατική δύναμη, διεκδικούν νέες θέσεις μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις, καλύτερους όρους στον ανταγωνισμό τους με τα μονοπώλια άλλων χωρών. Την ίδια στιγμή οξύνονται οι αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης για το μερίδιο που θα εξασφαλίσει το καθένα σε νέες αγορές που απελευθερώνονται, στις δυνατότητες κερδοφορίας που διευρύνονται. Ταυτόχρονα οξύνονται και οι αντιθέσεις ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην περιοχή των Βαλκανίων, του Καυκάσου, της Ανατολικής Μεσογείου και αλλού, αντιθέσεις με τις οποίες συνδέονται άμεσα και οι στόχοι της ελληνικής αστικής τάξης. Ολα αυτά οξύνουν τις εσωτερικές κοινωνικές αντιθέσεις, εκδηλώνονται και ως τάση ανακατατάξεων στο πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα.

Σε αυτές τις συνθήκες συσσωρεύονται νέα προβλήματα -στα ήδη οξυμένα- στη ζωή των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ο κύκλος λαϊκών μαζών που συνειδητοποιούν ότι η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ έχουν ίδια πολιτική, που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη δικομματική εναλλαγή, αντικειμενικά διευρύνεται.

Στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 έγινε φανερό ότι το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να παίξει το ρόλο του ως κόμμα της κυβερνητικής εναλλαγής, δυσκολεύεται να «καρπωθεί» τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, ότι γενικά ο δικομματισμός συναντά δυσκολίες. Ταυτόχρονα, σ’ αυτές τις εκλογές σημειώθηκε μια ακόμα σημαντική εξέλιξη. Το ΚΚΕ αύξησε την πολιτική επιρροή του, όπως αυτή καταγράφηκε με άνοδο σε ψήφους και ποσοστό, άνοδο μεγαλύτερη της γενικής σε αστικά κέντρα, σε περιοχές που συγκεντρώνεται η εργατική τάξη. Ακόμη περισσότερο που η επιρροή του επεκτείνεται και σε εργαζόμενους που δε συμμερίζονται πλήρως την πολιτική του, που δεν το ψήφισαν στις προηγούμενες εκλογές, που όμως αναγνωρίζουν τις επιβεβαιωμένες θέσεις του, τη συνέπειά του, τη συμβολή του στην ανάπτυξη της εργατικής και λαϊκής πάλης.

Αυτή η τάση προκάλεσε ανησυχία και προβληματισμό στα εγχώρια και διεθνή επιτελεία του καπιταλισμού.

Ο προβληματισμός τους αφορά το πώς, σε συνθήκες προώθησης στρατηγικών επιλογών για την αστική τάξη και εντεινόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας, θα διασφαλιστεί η αστική διακυβέρνηση, με εναλλακτικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και κυβερνητικές συμμαχίες.

Γι’ αυτό αναζωπυρώθηκαν οι συζητήσεις και οι μεθοδεύσεις περί «νέου μοντέλου διακυβέρνησης», «ανανέωσης του πολιτικού σκηνικού», «για κυβερνήσεις συνεργασίας», «διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης», «επανακαθορισμού των όρων μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας», «επαναδιατύπωση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ των εργαζομένων και των εργοδοτών» κ.ά. Το ζητούμενο είναι να μην αμφισβητηθεί από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ο ταξικός χαρακτήρας της σημερινής εξουσίας. Δηλαδή να μη συνειδητοποιηθεί ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν μπορούν να αλλάξουν το χαρακτήρα τους ως κόμματα του κεφαλαίου, αλλά και ότι οποιαδήποτε αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να αποτελέσει προοπτική για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Ο στόχος αυτών των ανακατατάξεων είναι να διαμορφωθούν ψεύτικες προσδοκίες στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα για θετικές εξελίξεις μέσα από τις μεταμφιέσεις των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

Η πραγματική επιλογή για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είναι η αναδιάταξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος που θα στρέφεται ενάντια στην πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, σε οποιαδήποτε μορφή της.

Το ΚΚΕ σε αυτές τις συνθήκες υπογραμμίζει: Ο λαός δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στις ξεδιπλούμενες πολιτικές μανούβρες της αστικής τάξης, αλλά να αξιοποιήσει αυτό που η δική του πείρα αναδεικνύει. Να εγκαταλείψει μαζικά τα αστικά κόμματα, να αμφισβητήσει συνολικά την πολιτική του κεφαλαίου. Να οργανώσει την πάλη του μέσα από το ταξικό κίνημα για την απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου και τη διεκδίκηση της ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών του.

Ο λαός και ειδικά οι εργάτες να βγάλουν συμπεράσματα με ταξικό κριτήριο, να αποδυναμώσουν αποφασιστικά τα αστικά πολιτικά κόμματα (ΝΔ - ΠΑΣΟΚ), χωρίς όμως να παγιδευτούν στα δολώματα του συστήματος. Να εντείνουν την πάλη για ρήξη και ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής, του «ευρωμονόδρομου», να επιλέξουν το δρόμο της συγκρότησης του δικού τους κοινωνικοπολιτικού Μετώπου για τη Λαϊκή Εξουσία και Οικονομία.

Η δρομολόγηση και διαμόρφωση κεντροαριστερών σεναρίων, δήθεν «εναλλακτικών» κυβερνητικών λύσεων, που έχουν αξιοποιηθεί σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Γαλλία, Ιταλία), αποδείχτηκαν οδυνηρές για τους λαούς, χρήσιμες όμως για το μεγάλο κεφάλαιο1.

Η πολιτική παρέμβαση του ΚΚΕ αποσκοπεί στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Γι’ αυτό η άρχουσα τάξη, οι διάφοροι μηχανισμοί της, τα ΜΜΕ που διαθέτει, συγκεντρώνουν όλα τους τα πυρά ενάντια στο ΚΚΕ και την πολιτική του. Δε διστάζουν σε τίποτα, συκοφαντούν την ηγεσία του, τα στελέχη του, λασπώνουν την ιστορία του, κατασκευάζουν φανταστικά σενάρια.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμος για τη μεθόδευση των αναγκαίων «προσαρμογών» του πολιτικού συστήματος της άρχουσας τάξης ως στήριγμα της αντιλαϊκής στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων2.

Ο ΣΥΝ ήδη από το 4ο Συνέδριό του (2004), με τη λεγόμενη «αριστερή στροφή»3, επεχείρησε να διανθίσει με αριστερή συνθηματολογία το περιεχόμενο της σοσιαλδημοκρατικής του πολιτικής, δηλαδή της μη ουσιαστικής αμφισβήτησης της οικονομικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της στρατηγικής του στην ΕΕ και στην απελευθέρωση των αγορών. Υποχρεώθηκε να ενσωματώσει στις θέσεις του τις αρνητικές συνέπειες για τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό στοιχείο του οπορτουνισμού ο καιροσκοπισμός. Ετσι ο ΣΥΝ κατ’ αρχήν αποδέχτηκε όλες τις στρατηγικές κατευθύνσεις της ελληνικής αστικής τάξης, δεν πήγε ποτέ κόντρα στο ρεύμα (π.χ. Συνθήκη Μάαστριχτ, θέση του για το όνομα της ΠΓΔΜ κλπ.) και εκ των υστέρων, όταν έγιναν φανερές οι επιπτώσεις αυτών των πολιτικών, εμφανίζεται ως διαμαρτυρόμενος.

Η πραγματικότητα διέψευσε όλες τις εξαγγελίες και θέσεις του των αρχών της δεκαετίας του 1990 για τη «νέα εποχή» ενός καπιταλισμού χωρίς ταξική πάλη και πολέμους που -δήθεν- ανέτειλε μετά την αντεπανάσταση. Η προσαρμογή αυτή ήταν αναγκαία για να μπορέσει ο ΣΥΝ να συνεχίσει να εμφανίζεται ως «σύγχρονο αριστερό» και «ριζοσπαστικό» κόμμα. Ο μικροαστισμός που χαρακτηρίζει τον οπορτουνισμό οδηγεί σε άτακτη υποχώρηση σε συνθήκες ήττας, σε αμαχητί παράδοση στον ταξικό αντίπαλο, σε υπόκλιση στην «ιδεολογική του ανωτερότητα». Ο ίδιος μικροαστισμός, σε συνθήκες ανάπτυξης της εργατικής και λαϊκής αντίδρασης, οδηγεί σε «αποθέωση» του «αυθόρμητου» κινήματος, σπέρνοντας επικίνδυνες και αποπροσανατολιστικές αυταπάτες ότι υπάρχει διέξοδος προς όφελος του λαού στο πλαίσιο του καπιταλισμού, χωρίς μεγάλες συγκρούσεις, χωρίς πάλη για την ανατροπή του χαρακτήρα της εξουσίας. Ταυτόχρονα, «κολακεύοντας» τμήματα της νεολαίας με χαμηλή κοινωνική και πολιτική πείρα, βάζει εμπόδια στο ριζοσπαστικό προσανατολισμό του νεολαιίστικου κινήματος. Σε κάθε φάση ο οπορτουνισμός εκφράζει την μικροαστική επίδραση και ανυπομονησία που επηρεάζει και τα πιο ευάλωτα τμήματα των μισθωτών, π.χ. νέων τμημάτων μισθωτών επιστημόνων ή μισθωτών σε πρώην ΔΕΚΟ, σε φάση απώλειας κατακτήσεων. Εκφράζει επίσης ανώτερα τμήματα μεσαίων στρωμάτων που θίγονται από αστικούς εκσυγχρονισμούς σε φάση που δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί η νέα γραμμή συμμαχίας του κεφαλαίου με αυτά, π.χ. αλλαγές στα ΑΕΙ, στον τρόπο χρηματοδότησης της έρευνας, αλλαγές στη διοικητική δομή, στον τρόπο συμμετοχής σε επιδοτούμενα προγράμματα, κοινοτικά κλπ.

Οι προσυνεδριακές θέσεις του, η «προγραμματική εναλλακτική λύση», η Απόφαση του 5ου Συνεδρίου για «κυβέρνηση της αριστεράς» επιβεβαιώνουν αυτές τις κατευθύνσεις.

 

Β. ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ
ΣΤΗ
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

 Τι δίνει τη δυνατότητα στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο στην αναδιάταξη του αστικού πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα στο πλαίσιο αναδόμησης της σοσιαλδημοκρατίας; Να επιδιώκει την απόσπαση της στήριξης της άρχουσας τάξης ως δύναμης συμμέτοχης στην αστική κυβερνητική εναλλαγή;

Το γεγονός ότι στην πολιτική του ΣΥΝ δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο ούτε μια θέση που να θίγει το κύριο, τη σύγχρονη στρατηγική του κεφαλαίου και βέβαια τις καπιταλιστικές σχέσεις και την αστική εξουσία. Το γεγονός ότι ο ΣΥΝ είναι ένα κόμμα με καθαρά σοσιαλδημοκρατική (δηλαδή αστική) πολιτική, με ένα πρόγραμμα που στα κεντρικά σημεία του ταυτίζεται με το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ.

Τα χαρακτηριστικά της διγλωσσίας, της προσαρμοστικότητας, των καιροσκοπικών ελιγμών, του μιμητισμού, των διφορούμενων διατυπώσεων και της προσκόλλησης σε αντεργατικά ιδεολογήματα της σοσιαλδημοκρατίας είναι τα θεμελιώδη προτερήματα της πολιτικής πρακτικής του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για το σύστημα.

Είναι χαρακτηριστικές και εύγλωττες τοποθετήσεις του, όπως αυτές καταγράφηκαν στο 5ο Συνέδριό του:

1. «Επιλέξαμε σωστά την επιμέρους κριτική στο Μάαστριχτ και όχι τη συνολική άρνηση. Αντιλαμβανόμαστε την Ευρωπαϊκή Ενωση ως πεδίο πάλης για να αλλάξουμε τους συσχετισμούς και να αντιπαλέψουμε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές»4.

«Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης στην κατεύθυνση της ομοσπονδιοποίησης έχει, πέραν των άλλων, να αντιπαλέψει την πίεση του εθνικισμού, τις εθνικές αναδιπλώσεις ή και τις αυταπάτες, ότι κάθε χώρα μπορεί καλύτερα μόνη της ή με εξωευρωπαϊκές συνεργασίες»5.

2. «Σήμερα όμως, η ίδια αυτή η πραγματικότητα οδηγεί το δικομματισμό σε κατάρρευση. Ηρθε λοιπόν η ώρα να δούμε πώς αυτή την πραγματικότητα θα την ανατρέψουμε. Ηρθε η ώρα να αναζητήσουμε την επιστροφή της πολιτικής. Η μεταπολίτευση από τα κάτω πρέπει να στοχεύσει:

α) Σε μια επιθετική πολιτική συνεχούς διεύρυνσης των δημοσίων αγαθών απέναντι στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική που προσπαθεί συνεχώς να τα συρρικνώσει.

β) Σε μια συνολική ανασύνταξη του δημόσιου συμφέροντος και της ιδιωτικής οικονομίας.

γ) Σε έναν τέτοιο θεσμικό καταστατικό χάρτη της χώρας, όπου θα ρυθμιστούν εκ νέου και στις νέες συνθήκες της καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι σχέσεις κράτους και κεφαλαίου, οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας και ΜΜΕ»6.

3. «Δεν θα εμπνεόμαστε από το σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία ως τελικό στόχο. Θα δίνουμε την καθημερινή μάχη για στόχους δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας σήμερα. Θα διεκδικήσουμε ένα ουσιαστικό ρόλο στην αντιπολίτευση. Αντιπολίτευση σε βάθος και όχι επιφανειακή. Αντιπολίτευση στη ΝΔ, που είναι κυβέρνηση και όχι στο ΠΑΣΟΚ. Ημασταν ένα κόμμα νάνος με έξι βουλευτές. Είχαμε απέναντί μας ποσοτικά κοινοβουλευτικούς γίγαντες. Είχαμε όμως μαζί μας τους μεγάλους στόχους: Για το Δημόσιο Χώρο. Για το Κοινωνικό Κράτος. Για τη νεολαία. Για τα δικαιώματα της διαφορετικότητας. Για τους μετανάστες. Για την οικολογία. Για την ειρήνη»7.

Ο ΣΥΝ, έχοντας ως θεμέλια της στρατηγικής του «την αντίθεση στο νεοφιλελευθερισμό», δηλαδή την αντίθεση όχι στη στρατηγική του κεφαλαίου αλλά σε μια μορφή διαχείρισής της, προσπαθεί να κρύψει τις οργανικές συνδέσεις της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (εργασία, κοινωνική ασφάλιση, παιδεία, περιβάλλον κλπ.) με τις ζωτικές ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάζονται σαν υποκειμενικές διαχειριστικές επιλογές του ενός ή του άλλου αστικού πολιτικού κόμματος, που είναι αποτέλεσμα της δογματικής προσήλωσης στο νεοφιλελευθερισμό. Η διαστρέβλωση του χαρακτήρα των εξελίξεων βρίσκεται στον πυρήνα των εκτιμήσεών του και της πολιτικής του πρότασης.

Ο ΣΥΝ άλλωστε δε θέτει ζήτημα αμφισβήτησης της στρατηγικής απελευθέρωσης των αγορών (π.χ. στην ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές). Αυτό που διεκδικεί και προβάλλει είναι η εγγύηση της «δεσπόζουσας θέσης» ορισμένων επιχειρήσεων, πρώην ΔΕΚΟ, οι οποίες έχουν ήδη αποκρατικοποιηθεί και ιδιωτικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό (π.χ. ΔΕΗ ΑΕ, ΟΤΕ ΑΕ) αλλά το δημόσιο κατέχει ακόμη μερίδιο που του εξασφαλίζει τη διοίκησή τους. Ο ΣΥΝ εμφανίζεται ως υπερασπιστής της ηγετικής τους θέσης στην απελευθερωμένη καπιταλιστική αγορά. Ετσι διαμαρτύρεται: «Γιατί να θεωρούμε ρεαλισμό το ξεπούλημα των λιμανιών, του ΟΤΕ, της ΔΕΗ, του δημόσιου πλούτου και όχι τη δεσπόζουσα θέση των κοινωφελών οργανισμών και την κοινωνική ανταποδοτικότητα;»8.

Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί «την επιστροφή της πολιτικής». Ομως η αστική πολιτική ήταν πάντα εδώ, είχε και έχει καθοριστικό ρόλο: Ολες οι νομοθετικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, τα πρόσφατα (αν περιοριστούμε στα 15-20) χρόνια για την οικονομία (π.χ. ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, ναυτιλία), τη δομή και τις λειτουργίες των κρατικών μηχανισμών, την παιδεία, την υγεία-πρόνοια, το περιβάλλον, αποτελούν ισχυρές κρατικοκαπιταλιστικές ρυθμίσεις που εγγυώνται την κερδοφορία του κεφαλαίου, τη μεγέθυνση των μονοπωλίων με έδρα την Ελλάδα, την περαιτέρω διαπλοκή τους με τα ευρωενωσιακά, την εξαγωγή κεφαλαίων από την Ελλάδα κυρίως προς τα Βαλκάνια.

Το αστικό κράτος εμφανίζεται από το ΣΥΝ ως ο διαιτητής του δικαίου, ως συνισταμένη διαφορετικών ταξικών συμφερόντων και ρυθμιστής των κοινωνικών σχέσεων, που μπορεί να γείρει προς το πλευρό των λαϊκών δυνάμεων, αρκεί η «Αριστερά» να κυβερνήσει. Ενα κράτος υπεράνω της άρχουσας τάξης, όπως το εμφανίζει και η αστική τάξη.

Ο ΣΥΝ επισημαίνει δημαγωγικά: «Οι μεγάλες υποσχέσεις των δύο κομμάτων εξουσίας για αλλαγές, εκσυγχρονισμό και επανίδρυση του κράτους, δεν μπορούν να κρύψουν και να συγκαλύψουν την πραγματικότητα της αναξιοπιστίας, των κολλητών, των πελατειακών σχέσεων, της διαπλοκής και των πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων»9. Λες και μπορεί στα πλαίσια του καπιταλισμού να υπάρξει άλλο κράτος από αυτό που θα υπηρετεί τα συμφέροντα της καπιταλιστικής κερδοφορίας, λες και σε συνθήκες καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής μπορούν να εξαλειφθούν τα σκάνδαλα, οι άμεσες οικονομικές διασυνδέσεις του αστικού πολιτικού προσωπικού με τμήματα του κεφαλαίου. Οι διαμαρτυρίες για αναξιοπιστία, πελατειακές σχέσεις, διαπλοκή, «κουμπάρους» κλπ. εγείρονται κάθε φορά που κάποια τμήματα του κεφαλαίου επιδιώκουν μέσω συγκεκριμένων κρατικών ρυθμίσεων να αλλάξουν τα μερίδια στην πίττα της αγοράς. Σε αυτούς κλείνει το μάτι άραγε ο κ. Τσίπρας;

Τα κείμενα του ΣΥΝ αποπνέουν νοσταλγία, αναπόληση για το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας», τη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, την κεϋνσιανή διαχείριση του συστήματος.

Συνολικά στα προσυνεδριακά και συνεδριακά κείμενα του ΣΥΝ όλα στο πεδίο της οικονομίας μοιάζουν να απορυθμίζονται και να καταστρέφονται: «οι οικονομικοί δείκτες της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας και της ανεργίας δε θυμίζουν σε τίποτα εκείνους της περιόδου πριν την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού»10.

Είναι χαρακτηριστική η φιλολογία που προβάλλεται ιδιαίτερα από εκπροσώπους του ΣΥΝ, αλλά και από διάφορους αστούς αναλυτές, σχετικά με «την κρίση της ανεξέλεγκτης αγοράς» και του «νεοφιλελευθερισμού». Αφορμή είναι το γεγονός ότι καταγράφονται σημάδια επιβράδυνσης στην ανάπτυξη ορισμένων καπιταλιστικών οικονομιών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με μια σειρά ακόμα παράγοντες (αύξηση της τιμής του πετρελαίου, του χρυσού, των σιτηρών κλπ). Προφανώς αυτά τα γεγονότα εκφράζουν δυσκολίες στην αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Ετσι, προετοιμάζονται νέα μίγματα διαχείρισης, προσπαθώντας να απαντήσουν στις εγγενείς αντιφάσεις που έχει το καπιταλιστικό σύστημα, χωρίς να αμφισβητείται ή να αναθεωρείται η στρατηγική της απελευθέρωσης των αγορών και της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης. Δεν είναι τυχαία τα δημοσιεύματα που αναφέρονται στην «επιστροφή του Κέυνς». Ουσιαστικά εννοούν ρυθμίσεις σαν αυτές που πραγματοποιούνται αυτή την περίοδο στις ΗΠΑ, όπου η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση των τραπεζών που έχουν πληγεί από την κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα λόγω της αδυναμίας εξόφλησης δανείων υψηλού ρίσκου, ενώ την ίδια στιγμή προωθούνται με ευθύνη του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και όργανα συντονισμού και ελέγχου της «αγοράς» δανείων με τη συγχώνευση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του αμερικανικού χρηματιστηρίου (SEC) με την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Προθεσμιακών Συμβολαίων Εμπορευμάτων (CFTC), καθώς επίσης και τη δημιουργία μιας Επιτροπής Προέλευσης Ενυπόθηκων Δανείων11.

Πρόκειται για πολιτικές θέσεις που συσκοτίζουν τις αντικειμενικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος αυτές που προκαλούν την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων. Καθαγιάζουν τις καπιταλιστικές σχέσεις, εμφανίζοντας ως αιτία τον ανεξέλεγκτο «νεοφιλελευθερισμό». Εξυπηρετούν τον μαζικό εγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων στις «νέες» (που στην ουσία τους είναι πολύ παλιές) αναπροσαρμογές στην καπιταλιστική διαχείριση, σε αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Το κοινωνικο-οικονομικό περιεχόμενο αυτών των αλλαγών είναι ένα νέο μίγμα διαχείρισης με ένα «νέο κρατικό παρεμβατισμό»12, σε συνδυασμό με την «ανανέωση» του σοσιαλδημοκρατικού, κεντροαριστερού χώρου.

Στόχος λοιπόν του ΣΥΝ -όπως και όλης της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας- είναι η τροποποίηση του μίγματος της σημερινής ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η επιστροφή, άλλωστε, στο κλασικό κεϋνσιανό μοντέλο είναι σήμερα αδύνατη, γιατί προϋποθέτει μια πολύ μεγάλη απαξίωση κεφαλαίων και δυνατότητα ύπαρξης κρατικού μονοπωλίου.

Η στάση απέναντι στην ΕΕ είναι καθοριστικό στοιχείο για το πώς τοποθετείται ένα κόμμα στο δίλημμα: με τα μονοπώλια ή με την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Ο ΣΥΝ συνεχίζει απαρέγκλιτα τη γραμμή συγκάλυψης του ταξικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι ένθερμος υποστηρικτής της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Αμυνας (ΚΕΠΠΑ), του Ευρωστρατού. Η ανάγκη βέβαια να διαμορφώνει ένα ριζοσπαστικό προφίλ, απευθυνόμενος κυρίως σε δυνάμεις που «βλέπουν» θετικά προς το ΚΚΕ, τον υποχρεώνει σε οπορτουνιστικούς ακροβατισμούς, όπως συνέβη με τις αποστάσεις που κράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ από τις δηλώσεις του Δ. Χατζησωκράτη (Γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ). Ο τελευταίος τάχθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή υπέρ του Ευρωστρατού (όπως άλλωστε είναι και η θέση του ΣΥΝ). Την ίδια στιγμή, απαντώντας στην κριτική εκ μέρους του Κ. Σημίτη, ότι ο ΣΥΝ «με το πρόγραμμά του υποστηρίζει την κατάργηση της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΟΝΕ», διαμαρτυρήθηκε μέσω του Γ. Δραγασάκη ότι «αυτό αποτελεί κατάφορη διαστρέβλωση των θέσεών του». Ετσι, επιβεβαιώνει τη σταθερή προσήλωσή του στην ΟΝΕ και τους στόχους της13.

Ο εκπρόσωπος του ΣΥΝ στην Ευρωβουλή, πιο συνεπής σε αυτή την κατεύθυνση, δεν καταψήφισε το αντεργατικό ψήφισμα των σοσιαλδημοκρατικών και φιλελεύθερων κομμάτων για την εργατική νομοθεσία τον 21ο αιώνα (11 Ιουλίου 2007). Σημειώνουμε ότι το ψήφισμα αφορούσε τη μεθοδική διεύρυνση του καθεστώτος των «ευέλικτων» εργαζόμενων, των «διακινούμενων» εργαζόμενων, των «διασυνοριακών» εργαζόμενων.

Επιβεβαιώνεται ότι: «Ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία», η στρατηγική πρόταση του ΣΥΝ -της οποίας το περιεχόμενο κρύβεται επιμελημένα με τον ισχυρισμό ότι δεν έχει διαμορφώσει ακόμα το πρόγραμμά του- δεν είναι τίποτα άλλο παρά ηθικά κηρύγματα για έναν «ανθρώπινο» καπιταλισμό.

Αυτή η τακτική είναι πιο επικίνδυνη από την ανοιχτή υπεράσπιση του καπιταλισμού. Στηρίζεται στην εξαπάτηση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων με θέσεις για τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού: «Να εξαιρούνται τα θεμελιώδη κοινωνικά αγαθά και υπηρεσίες» από την εμπορευματοποίηση, τους νόμους της αγοράς και των κερδών. «Ο έλεγχος του δημοσίου στην ανεξέλεγκτη αγορά να καθορίζει όπου χρειάζεται το πλαίσιο τιμών και τα ποσοστά κέρδους». Ο «δημόσιος έλεγχος» να παρεμποδίσει «τη ληστρική λειτουργία των Τραπεζών και των καθαρά κερδοσκοπικών επενδύσεών τους». «Το χρηματοπιστωτικό σύστημα να προστατεύει τους καταναλωτές και τη λαϊκή αποταμίευση». «Ενα δίκαιο φορολογικό σύστημα να πραγματοποιεί την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των πλατειών λαϊκών στρωμάτων».14

Αυτή η παραδοξολογία «αγνοεί» τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, όπως τα αναδεικνύει ο Μαρξ στο έργο του «Το Κεφάλαιο», στα μέσα του 19ου αιώνα: «Η καπιταλιστική κοινωνία διακρίνεται για το ανελέητο κυνήγι του κέρδους. Με το ανάλογο κέρδος γίνεται το κεφάλαιο θαρραλέο. Με 10% γίνεται σίγουρο και μπορεί να ριχτεί παντού, με 20% ζωηρεύει, με 50% γίνεται θετικά παράτολμο, με 100% ποδοπατάει κάθε ανθρώπινο νόμο, με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνεύει να το κάνει, ακόμα και με τον κίνδυνο της καρμανιόλας»15. Ολη η ιστορία του καπιταλισμού στον επόμενο ενάμιση αιώνα το επιβεβαιώνει.

Αλλά και η εκτίμηση του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για «χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος», ρίχνει νερό στο μύλο του αποπροσανατολισμού.

Με όλη τη στάση του καλλιεργεί την προσδοκία για ένα «νέο ΠΑΣΟΚ» μέσω της συνολικής αναδιαμόρφωσης του σοσιαλδημοκρατικού χώρου.

Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συντηρεί τις αυταπάτες για μια «νέα σοσιαλδημοκρατία» που θα μπορέσει να εκφράσει τα συμφέροντα των εργαζομένων. Ετσι μεταφράζεται το σύνθημα της «μεγάλης αριστεράς». Αυτό εξηγεί και την τοποθέτησή του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, παρουσιάζοντάς το λίγο-πολύ σαν παραστρατημένο από τα ιδανικά της σοσιαλδημοκρατίας (κοινωνικό κράτος κλπ.), παρασυρμένο από το νεοφιλελευθερισμό, κρύβοντας τον ταξικό του χαρακτήρα ως κόμμα του κεφαλαίου16. Ισα-ίσα που υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία ότι δεν ταυτίζει ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ότι σέβεται τις «παραδόσεις» και τους «αγώνες» του δεύτερου. Ετσι δικαιώνει ιστορικά το ΠΑΣΟΚ και τη σοσιαλδημοκρατία γενικά. Μάλιστα δανείζεται και προβάλλει το παράδειγμα της ανόδου του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1970, εξαίροντας το ρόλο του στην τότε αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Ο ΣΥΝ σήμερα κρατάει αποστάσεις από κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Ευρώπη, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί με σαφήνεια αν τις στηρίζει ή όχι, όταν όλη την προηγούμενη δεκαετία αποτέλεσε βασικό φορέα προβολής τους στην Ελλάδα. Ετσι σήμερα αντικαθιστά τον όρο «κεντροαριστερά» με τον όρο «μεγάλη αριστερά», κρατώντας το ίδιο περιεχόμενο. Αλλωστε και αυτή η «μεγάλη αριστερά» δοκιμάζεται ήδη στην πράξη στην Ευρώπη με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Γερμανίας (στο οποίο αναφέρεται συχνά ο ΣΥΡΙΖΑ). Εκεί ο πολιτικός φορέας «Αριστερά» (Die Linke) -στον οποίο συμμετέχουν οι μεταλλαγμένοι κομμουνιστές του ΚΟΔΗΣΟ και οι προερχόμενοι από το SPD σοσιαλδημοκράτες με επικεφαλής τον Λαφοντέν- έχει αναδειχθεί σε βασικό στήριγμα της πολιτικής του κεφαλαίου, τόσο σε κεντρικό (χωρίς καν να έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε αντικαταστάτη της σοσιαλδημοκρατίας, του SPD) όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όπου για παράδειγμα στο Βερολίνο συγκυβερνά με τη σοσιαλδημοκρατία (SPD), παίρνοντας μέτρα ενάντια σε λαϊκές καταχτήσεις και δικαιώματα, προωθώντας τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις.

Αλλά και από κοινοβουλευτική άποψη, η «ενωμένη αριστερά», π.χ. στην Ιταλία, δεν σηματοδότησε κάποια τάση αλλαγής του πολιτικού συσχετισμού προς όφελος της εργατικής και λαϊκής πλειοψηφίας, και αυτό έχει την εξήγησή του.

Η λύση για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν είναι μια «νέα σοσιαλδημοκρατία», ένα «νέο ΠΑΣΟΚ», ένα νέο ικανό αριστερό στήριγμα της εξουσίας του κεφαλαίου και της στρατηγικής του. Το πρόβλημα δε λύνεται με μια ανανέωση του αστικού πολιτικού συστήματος, με την εμφάνιση νέων αστικών κομμάτων και πολιτικών σχηματισμών, αλλά με τη συνολική αμφισβήτηση και ρήξη με το αστικό πολιτικό σύστημα, τη μαζική εγκατάλειψη των αστικών κομμάτων με κριτήριο ότι είναι κόμματα του κεφαλαίου, την ενίσχυση του ταξικού εργατικού κινήματος, των ριζοσπαστικών συσπειρώσεων σε όλα τα μέτωπα πάλης, την αποφασιστική ισχυροποίηση του ΚΚΕ.

 

Γ. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
ΣΤΗ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ

 Είναι οι διαφορές των δυνάμεων του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΚΕ απλά ιστορικές; Διαφορές σε σχέση με την αντίληψη για το σοσιαλισμό; Υπάρχει βάση για συνεργασία στα επιμέρους μέτωπα πάλης σε ριζοσπαστική κατεύθυνση;

Τέτοια ερωτήματα διατυπώνονται καλοπροαίρετα και από εργαζόμενους που με αγωνία αναζητούν μια διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση. Κυρίως τροφοδοτούνται από το γεγονός ότι συχνά-πυκνά ηγετικοί παράγοντες του ΣΥΝ/ ΣΥΡΙΖΑ, νυν και πρώην ηγέτες του, μιλούν για την «ενότητα της αριστεράς», τη «συμπαράταξη της αριστεράς» ή τουλάχιστον την «ενότητα μπροστά στα οξυμένα λαϊκά προβλήματα», εκφράζοντας την απέχθειά τους «για άγονες, παρελθοντολογικές, αποπροσανατολιστικές αντιπαραθέσεις». Εκφράζονται και επίσημα στην πολιτική Απόφαση του 5ου Συνεδρίου του ΣΥΝ.

Η ριζοσπαστικότητα της γραμμής πάλης δεν κρίνεται μόνο από επιμέρους στόχους ή θέσεις, αλλά από το συνολικό της περιεχόμενο. Ριζοσπαστική γραμμή πάλης σημαίνει ρήξη με τα μονοπώλια, με τη στρατηγική του κεφαλαίου, με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, προβολή των σύγχρονων λαϊκών αναγκών, σημαίνει αντιμονοπωλιακή-αντιιμπεριαλιστική γραμμή. Σημαίνει αιτήματα και στόχους που έρχονται σε αντίθεση με την κερδοφορία του κεφαλαίου, με τη στρατηγική της «ανταγωνιστικότητας» και της «επιχειρηματικότητας». Σημαίνει οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης σε ταξική κατεύθυνση, απορρίπτοντας τον «κοινωνικό εταιρισμό», αντιπαλεύοντας τους εκπροσώπους του κεφαλαίου στο εργατικό κίνημα. Σημαίνει μέτωπο με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ στους εργασιακούς χώρους, στη ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, που ευθύνονται για αντεργατικές συμφωνίες όπως η πρόσφατη διετής συλλογική σύμβαση εργασίας. Σημαίνει σύγκρουση με όλη τη γραμμή των ιδιωτικοποιήσεων, των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στις εργασιακές σχέσεις, της εμπορευματοποίησης των δημοσίων κοινωνικών υπηρεσιών. Με άλλα λόγια οργάνωσης κοινής πάλης της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης νεολαίας, των αυτοαπασχολούμενων, της φτωχής - μικρής αγροτιάς, σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με την ΕΕ, τα κόμματα που τη στηρίζουν. Σημαίνει υπεράσπιση του δικαιώματος των λαών και της εργατικής τάξης να αντιστέκονται στη διακρατική ένωση του μεγάλου κεφαλαίου, να απειθαρχούν συνολικά στις κατευθύνσεις του Μάαστριχτ, να αμφισβητούν την ένταξη στην ΟΝΕ και να αγωνίζονται για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Είναι σαφές ότι η συνολική γραμμή του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ενταγμένη στην «εναλλακτική προοδευτική λύση της αριστεράς» και στην «προγραμματική εναλλακτική λύση», δε συνιστά ριζοσπαστική απάντηση στα προβλήματα του λαού, αλλά κινείται από άποψη προγραμματικού περιεχομένου και κριτηρίων εντός των τειχών της πολιτικής του κεφαλαίου. Αυτό εκφράζεται και στις προτάσεις και θέσεις του απέναντι στα σύγχρονα οξυμένα κοινωνικά λαϊκά προβλήματα που ταλανίζουν τη ζωή της εργατικής- λαϊκής οικογένειας και της νεολαίας.

Αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό αν εξετάσουμε τις θέσεις και τη στάση του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στα «παρελθοντολογικά» και «άγονα» προβλήματα του μεροκάματου, της ανεργίας, της ακρίβειας, των απολύσεων, της κοινωνικής ασφάλισης, σε σύγκριση με τις θέσεις του ΚΚΕ και του ταξικού εργατικού κινήματος, του ΠΑΜΕ.

Το ΚΚΕ μαζί με το ταξικό κίνημα των εργαζομένων παλεύει για σταθερό ημερήσιο εργάσιμο χρόνο, με γενική θεσμοθέτηση 35ωρου - 5μερου - 7ωρου για όλους και 30ωρο - 5μερο - 6ωρο για τα Βαρέα - Ανθυγιεινά επαγγέλματα. Διεκδικεί την κατάργηση της μερικής απασχόλησης, των ποικίλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Υποστηρίζει, με κριτήριο τις ανάγκες της λαϊκής - εργατικής οικογένειας την ουσιαστική αύξηση μισθών - ημερομισθίων, ότι πρέπει να συνδεθεί ο μισθός - ημερομίσθιο με το κόστος ζωής. Με τα σημερινά δεδομένα αυτό σημαίνει 56 ευρώ το κατώτερο ημερομίσθιο και 1.400 ευρώ ο κατώτερος μισθός του ανειδίκευτου εργάτη, 1.120 ευρώ η κατώτερη σύνταξη (στο 80% του βασικού μισθού), 1.120 ευρώ να είναι το επίδομα ανεργίας για όλους του άνεργους (στο 80% του βασικού μισθού).

Ο ΣΥΝ στους προγραμματικούς άξονες της εναλλακτικής του λύσης (Θέσεις για το 5ο Συνέδριο) προτείνει το γενικό και αόριστο: «Να μη μειωθούν οι μισθοί», κλείνοντας τα μάτια στην τάση μείωσης. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας οι δυνάμεις του ΣΥΝ στη ΓΣΕΕ πρότειναν την εντός τριετίας αναπροσαρμογή των μισθών στο κατώτερο των «ευρωπαϊκών δεδομένων» (προφανώς όχι της ΕΕ των 25, όπου σε ορισμένες χώρες το ημερομίσθιο είναι πολύ χαμηλό) που το προσδιορίζει 1.250 Ευρώ17.

Επί της ουσίας πρόκειται για ελιγμό απέναντι στα αιτήματα που προβάλλει το ΠΑΜΕ με στόχο να καλλιεργήσει εντυπώσεις για «ομοιότητα» θέσεων, παρακάμπτοντας το σήμερα, παρ’ όλο που κατηγορεί το ΚΚΕ για «παραπομπή των πάντων στο σοσιαλισμό». Στην ουσία παραγνωρίζει και τη γενική τάση πραγματικής μείωσης των μισθών στις πιο ισχυρές οικονομίες της ΕΕ.

Στην πράξη βέβαια οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ φροντίζουν να υλοποιούνται εργοδοτικές επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας, π.χ. από το επιχειρησιακό σωματείο «Παπαστράτος», όπου οι δυνάμεις του ΣΥΝ έχουν την προεδρεία, συμμετέχοντας σε κοινό ψηφοδέλτιο με ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ. Το Δεκέμβριο του 2007 επιχείρησαν να επιβάλουν στους εργαζόμενους σύμβαση εργασίας που είχε απορριφθεί με κινητοποιήσεις το 2006 και στην οποία μεταξύ άλλων προβλεπόταν το καθεστώς της «εθελούσιας εξόδου»18.

Μπροστά στη διαρκή και διογκούμενη ακρίβεια οι εργαζόμενοι βομβαρδίζονται με απατηλές θέσεις για αντιμετώπιση της ακρίβειας με αυστηρούς ελέγχους, με την ενεργοποίηση των μηχανισμών του «υγιούς ανταγωνισμού», με τις συμβουλές της καταναλωτικής «παιδαγωγικής», του «ψάχνε στη λαϊκή αγορά για φτηνή ντομάτα».

Το ΚΚΕ και μαζί του το ταξικό κίνημα των εργαζομένων παλεύει για την άμεση κατάργηση του ΦΠΑ (19%) στα καθημερινά είδη διατροφής, στα φάρμακα, στα σχολικά είδη, στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Το ΚΚΕ επισημαίνει ότι οργανωτές της ακρίβειας δεν είναι οι «λαϊκατζήδες», αλλά οι επιχειρηματικοί όμιλοι. Εστιάζει στο γεγονός ότι ήδη 11 χοντρεμπορικές αλυσίδες τροφίμων ελέγχουν με το διαμορφωμένο πανελλαδικά δίκτυό τους το 79% του τζίρου στην πώληση των τροφίμων, ενώ 21 χονδρεμπορικές επιχειρήσεις ελέγχουν το 52% της εμπορίας κρέατος.

Ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας σημαίνει χτύπημα της δύναμης των επιχειρηματικών ομίλων και της θέσης τους στην οικονομία. Επίσης σημαίνει αντίσταση στην απελευθέρωση των αγορών της ύδρευσης, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών.

Το ΚΚΕ αναδεικνύει ότι ανάμεσα στις τιμές παραγωγού στο γάλα, σιτάρι, λάδι κλπ. και τις τιμές καταναλωτή στα σούπερ μάρκετ, επικρατούν τα μεγάλα βασίλεια του κεφαλαίου, ότι αυτές είναι οι επιπτώσεις και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ).

Ο ΣΥΝ σιγομουρμουρίζει για στρεβλό ανταγωνισμό με ηθικούς αφορισμούς για την «αισχροκέρδεια», για την ασυδοσία των μυστηριακών κερδοσκόπων και φλερτάρει με τα κηρύγματα της καταναλωτικής «παιδαγωγικής» και της ορθής συμπεριφοράς των καταναλωτών. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Π. Λαφαζάνη ότι: «Στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας έχουν διαμορφωθεί άμεσα ή έμμεσα καρτέλ, απέναντί τους η κυβέρνηση έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, ενώ η επιτροπή ανταγωνισμού δεν κάνει τίποτα»19. Ετσι αποσπά την πολιτική από την οικονομία.

Απέναντι στο νέο νόμο της κυβέρνησης της ΝΔ για το ασφαλιστικό, ο οποίος αποτελεί συνέχεια των αντιασφαλιστικών νόμων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ (Σιούφα - Ρέππα), το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ προέβαλαν ένα συνεκτικό πλαίσιο πάλης με στόχους:

Κατάργηση των νόμων Σιούφα - Ρέππα. Υποχρεωτική Κοινωνική Ασφάλιση για όλους. Αποκλειστικά Δημόσια - Δωρεάν Υγεία, Πρόνοια, Κοινωνική Ασφάλιση. Κατάργηση της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κατάργηση της εισφοράς των εργαζομένων για τον κλάδο Υγείας και Πρόνοιας. Καμιά πρόσθετη επιβάρυνση στους ασφαλισμένους. Να ικανοποιηθεί το δίκαιο αίτημα της μείωσης των εργατικών εισφορών, με προοπτική την κατάργησή τους. Αύξηση της χρηματοδότησης των ταμείων από το κράτος και την εργοδοσία. Επιστροφή των κλεμμένων, καταβολή του συνόλου του ποσού που οφείλουν. Κατάργηση κάθε διάταξης για τζογάρισμα των αποθεματικών σε μετοχές και άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Σύνταξη στα 55 χρόνια για τις γυναίκες και στα 60 για τους άνδρες, για τους μισθωτούς, τους αγρότες, τους αυτοαπασχολούμενους. Πέντε χρόνια λιγότερο για τα Βαρέα - Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ). Διεύρυνση των ΒΑΕ. Ουσιαστικά μέτρα Υγιεινής και Ασφάλειας. Προστασία της Μητρότητας. Πλήρη σύνταξη ανεξαρτήτως ηλικίας με τη συμπλήρωση 30 χρόνων εργασίας ή 9.000 ενσήμων. Θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος με 4.050 ημέρες ασφάλισης. Σύνταξη στο 80% των αποδοχών του τελευταίου μήνα. Βάση για τον κατώτατο μισθό είναι τα 1.300 ευρώ που οδηγούν σε σύνταξη 1.050. Νομιμοποίηση των μεταναστών, ισοτιμία δικαιωμάτων, δικαίωμα μεταφοράς ασφαλιστικών δικαιωμάτων στη χώρα προέλευσης.

Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει στόχο την κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπως βέβαια και στην παιδεία, την υγεία κλπ.). Αποδέχεται την ύπαρξη ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών με μόνο μέτρο εναντίον τους την «ειδική φορολόγηση των κερδών τους»20. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει στην «τριμερή χρηματοδότηση»21, προβλέποντας απλώς διαφορετική αναλογία ανάμεσα στις εισφορές του κράτους και των εργοδοτών (2/9 για τον εργαζόμενο, 3/9 για το κράτος, 4/9 για τον εργοδότη) χωρίς να διεκδικεί την απαλλαγή των εργαζομένων από τις ασφαλιστικές εισφορές, ούτε καν για τον κλάδο υγείας και πρόνοιας.

Για το ζήτημα των αποθεματικών των ταμείων ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει μια σειρά μέτρα, στη βάση της μελέτης του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, ανάμεσα στα οποία φιγουράρουν:

«Σημαντικό μέρος της απόδοσης των δημοσίων επιχειρήσεων δεσμεύεται υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων». [...]

«Φορολόγηση της εκκλησίας». [...]

«Φορολόγηση των μερισμάτων από μετοχές και άλλων κινητών αξιών». [...]

«Αύξηση της ειδικής φορολογίας που επιβάλλεται στις συναλλαγές μετοχών». [...]

Να δίνονται στα ασφαλιστικά ταμεία «το 50% των προστίμων για φοροδιαφυγή» και «το 50% των προστίμων που επιβάλλονται από το Υπουργείο Εμπορίου ή την Αρχή Ανταγωνισμού σε επιχειρήσεις για αισχροκέρδεια ή δημιουργία καρτέλ». [...]

«Πρόσθετη ειδική φορολόγηση των επιχειρήσεων με δραστηριότητα γύρω από τα τυχερά παιχνίδια»22.

Τα μέτρα αυτά κινούνται στη λογική ενός «υγιούς καπιταλισμού», στον οποίο θα υπάρχει δήθεν ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα -λες και δεν υπάρχουν μηχανισμοί ώστε το μεγάλο κεφάλαιο να φοροδιαφεύγει νόμιμα- θα πληρώνουν μόνο αυτοί που «αισχροκερδούν» με βάση τα κριτήρια του υγιούς ανταγωνισμού, οι τζογαδόροι κλπ. Ακόμα όμως πιο αποκαλυπτικές είναι οι θέσεις του σε σχέση με τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης:

«Πλήρη σύνταξη στα 35 χρόνια ή 10.500 ημέρες ασφάλισης, χωρίς όριο ηλικίας. Ορια ηλικίας τα 65 έτη για τους άνδρες και τα 60 για τις γυναίκες, 55 και 50 αντίστοιχα για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα»23. Οι διεκδικήσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι ίδιες με τις διατάξεις του νόμου Σιούφα που ίσχυαν για όλους τους νέους ασφαλιζόμενους από την 1η Ιανουαρίου 1993.

Απέναντι στις πρόσφατες και άμεσα επικίνδυνες εξελίξεις στα Βαλκάνια, το ΚΚΕ προβάλλει ως στόχους πάλης για την εργατική τάξη και τον ελληνικό λαό:

α. Να εναντιωθεί στην αλλαγή των συνόρων στα Βαλκάνια.

β. Την καταγγελία της ευρωΝΑΤΟϊκά υποκινούμενης απόσχισης του Κοσσόβου.

γ. Το στιγματισμό των εθνικιστικών - αλυτρωτικών διεκδικήσεων.

δ. Την πάλη για την απομάκρυνση όλων των ΝΑΤΟϊκών αμερικανικών στρατευμάτων, των ταγμάτων του ευρωστρατού, των δικαστικών-αστυνομικών σωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με ή χωρίς τη βούλα του ΟΗΕ.

ε. Την επιστροφή όλων των ελληνικών στρατευμάτων από όλες τις περιοχές των Βαλκανίων και το εξωτερικό.

Ο ΣΥΝ ήδη από τις 13 Ιανουαρίου 2008, δια μέσω στελέχους του, χρεωμένου στον τομέα της Εξωτερικής Πολιτικής, σημείωνε:

«Αναγνώριση του δικαιώματος των Κοσσοβάρων στο συλλογικό αυτοπροσδιορισμό και στη συλλογική αυτοδιάθεση. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να επιδιώκεται με κάθε θεμιτό τρόπο, χωρίς να είναι απαραίτητο, ούτε απαγορευτικό, να φτάνει μέχρι την πλήρη ανεξαρτητοποίηση (…) Ρητή αντίθεση στη δημιουργία (Κόσσοβο) ή στη διατήρηση (Βοσνία) προτεκτοράτων στην περιοχή. Απομάκρυνση της βάσης των ΗΠΑ από το Κόσσοβο. Η τυχόν διοικητική και στρατιωτική παρουσία ξένων δυνάμεων στο Κόσσοβο πρέπει να εγκριθεί από τον ΟΗΕ, να είναι βραχείας διάρκειας και να ανανεώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα»24.

Είναι αποκαλυπτικό το πόσο αντιφατική είναι η τοποθέτηση του ΣΥΝ, αφού σήμερα στο όνομα της «αυτοδιάθεσης» και του «αυτοπροσδιορισμού» προωθείται ντε φάκτο η δημιουργία προτεκτοράτου. Αλλωστε αντικειμενικά το Κόσσοβο ως κρατική υπόσταση μπορεί να εννοείται είτε ως προτεκτοράτο είτε στην προοπτική ενοποίησής του με την Αλβανία.

Η αποδοχή της παρουσίας ξένων στρατευμάτων (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και όχι του ΝΑΤΟ) δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μετατροπή του Κοσσόβου σε ιμπεριαλιστικό προτεκτοράτο. Το ζήτημα αυτό αφορά τον ενδοϊμπεριαλιστικό συσχετισμό, με τον οποίο θα γίνει το Κόσσοβο προτεκτοράτο, δηλαδή το ποιος ή ποιοι δηλαδή θα έχουν το πάνω χέρι σε αυτή τη διαδικασία. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ο ΣΥΝ δεν κάνει καμία αναφορά στην παρουσία στρατευμάτων και αστυνομικών δυνάμεων της ΕΕ στην περιοχή των Βαλκανίων.

Οι επίσημες τοποθετήσεις του ΣΥΝ καταγγέλλουν τη «μονομερή ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου». Αν οι διαπραγματεύσεις και τα παζάρια οδηγήσουν τη Σερβική ηγεσία στην αποδοχή της, τότε δε θα υπάρχει πρόβλημα; Ο ΣΥΝ δεν τοποθετείται με σαφήνεια, αν είναι υπέρ ή κατά στο ζήτημα της αλλαγής των συνόρων στα Βαλκάνια.

Είναι φανερό ότι ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν έχει ριζοσπαστική γραμμή πάλης, αλλά στην πράξη αντιτίθεται σε αυτή, χαρακτηρίζοντας υπερβολικά, «μαξιμαλιστικά» τα αιτήματα που διεκδικεί το ταξικό κίνημα, αναπαράγοντας τη θέση ότι το ΚΚΕ δεν έχει πρόταση για το σήμερα, ότι τα παραπέμπει όλα στο σοσιαλισμό, καταγγέλλοντας τη γραμμή αντιπαράθεσης του ΠΑΜΕ με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό και τις συμβιβασμένες ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ ως ανθενωτική - σεχταριστική. Στο όνομα του ρεαλισμού υποκλίνεται στα «όρια αντοχής της οικονομίας» του ΣΕΒ και της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την κατεύθυνση της τακτικής του για συνεργασία και συμπόρευση (και με κοινά ψηφοδέλτια) με τις δυνάμεις των εργατοπατέρων της ΠΑΣΚΕ σε Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, ζητώντας την επαναδιαπραγμάτευση αυτών των εκλογικών συμμαχιών τους, ώστε πιο αξιόπιστα και πιο αποτελεσματικά να αντιμετωπίζεται η παρέμβαση των ταξικών δυνάμεων μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα.

 

 Δ. Ο ΕΙΔΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΚΕ

 «Πιστεύουμε ότι στην Αριστερά αξίζει η ενότητα. Αξίζει ένας πολύ πιο σημαντικός ρόλος από τις παρελθοντολογικές αντιπαραθέσεις. Βάζουμε τέλος σε αυτό, ως στοιχείο της δημόσιας ταυτότητάς μας». [...]

«Ας ηττηθούμε, σύντροφοι, στο ρόλο του εισαγγελέα, στο ρόλο του αναμάρτητου, του παντογνώστη, της Ιεράς Συνόδου του σοσιαλισμού. Και ας είμαστε νικητές στο μήνυμα της ενότητας»25.

Είναι αναμφίβολο, όπως προκύπτει και από τα προηγούμενα, ότι ΚΚΕ και ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είναι δύο εντελώς διαφορετικά κόμματα με διαφορετική στρατηγική αλλά και διαφορετικές θέσεις σε μια σειρά κρίσιμα ζητήματα, με διαφορετικά κριτήρια διαμορφώνουν τις θέσεις τους απέναντι στα λαϊκά προβλήματα. Τότε γιατί οι «επιθέσεις φιλίας» στο ΚΚΕ, πολύ περισσότερο που, όπως αναδείχθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, υπάρχει όχι μόνο διαφορετική αλλά και αντιτιθέμενη τοποθέτηση σε σχέση με το τι αποτελεί λύση για τα σύγχρονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα;

«Το κοινό μας όραμα για ένα ενωτικό, αυτόνομο, αντιγραφειοκρατικό, αντισυναινετικό πραγματικά ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να οδηγήσει στην ανάδειξη του νέου αριστερού μπλοκ των εργαζομένων που θα αναχαιτίσει τον εκφυλισμό της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος και το κυριότερο τις νεοφιλελεύθερες επιλογές. Για να προωθηθεί όμως αυτή η στρατηγική μας επιλογή, που θα πιέσει την ηγεσία του ΚΚΕ να εγκαταλείψει τη σεχταριστική της πολιτική, που θα φέρει νέους ανθρώπους στο κίνημα, πρέπει σήμερα να επαναπροσδιοριστούν οι εκλογικές συμμαχίες που έγιναν και γίνονται με τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ»26.

«Δεν θεωρούμε ότι το ΚΚΕ θα αλλάξει στρατηγική από την μία μέρα στην άλλη. Γι’ αυτό, οφείλουμε να αναδεικνύουμε την ανάγκη για όσο το δυνατόν πιο διευρυμένη ενότητα και κοινή δράση, χωρίς να παραιτούμαστε από την κριτική και την αντιπαράθεση, πάνω σε πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα»27.

Ο στόχος είναι σαφής: Το χτύπημα της πολιτικής του ΚΚΕ, στόχος που υπηρετεί γενικότερα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Ο ρόλος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντικός στην επίθεση απέναντι στο ΚΚΕ, γιατί προέρχεται από δυνάμεις που εγκατέλειψαν το ΚΚ σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του, αφού προσπάθησαν να το διαλύσουν και δεν το κατάφεραν. Αξιοποιείται λοιπόν το «κομμουνιστικό» του παρελθόν για να εμφανιστεί ως χώρος συγγενικός με το ΚΚΕ, κάτω από τον αταξικό και ασαφές αυτοπροσδιορισμό του ως ριζοσπαστική «αριστερή» δύναμη. Προσαρμόζει κάθε φορά την τακτική του στην κριτική που του κάνει το ΚΚΕ. Επιδιώκει λοιπόν να ασκεί πίεση στο ΚΚΕ ώστε αυτό να αλλάξει, να εγκαταλείψει τη στρατηγική του, να συρθεί σε «αντινεοφιλελεύθερες» συμμαχίες, αν είναι δυνατόν ακόμα και σε κυβερνήσεις της «μεγάλης αριστεράς», κάτι που σήμερα δεν μπορεί να κάνει το ΠΑΣΟΚ, όπως έκανε παλιότερα με την πολιτική των «δημοκρατικών δυνάμεων» και της «αντιδεξιάς» συνθηματολογίας.

Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν πήρε μέρος στη διακυβέρνηση της χώρας -αν και είναι σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και ελάχιστα διαφέρει από το ΠΑΣΟΚ- ότι όλα αυτά τα χρόνια βρισκόταν στην αντιπολίτευση, του δίνει τη δυνατότητα να εμφανίζεται «αμόλυντος» και «άσπιλος» από τη συμμετοχή στην αστική διαχείριση. Βεβαίως τα πράγματα είναι διαφορετικά μελετώντας τη συγκεκριμένη πείρα από το συνδικαλιστικό κίνημα και την τοπική αυτοδιοίκηση. Εκεί διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι οι δυνάμεις του είναι χωμένες μέχρι το λαιμό στη διαχείριση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων, προγραμμάτων Stage, τη στήριξη της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων κ.α.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ως οπορτουνιστικό κόμμα έχει τη δυνατότητα καιροσκοπικά να αναπροσαρμόζει τις τοποθετήσεις του, τη συνθηματολογία του, εγκαταλείποντας ακόμα και παλιές του τοποθετήσεις, να μεταμορφώνεται σαν το χαμαιλέοντα με βάση την κάθε συγκυρία. Να μιλάει αόριστα, χωρίς να παίρνει ξεκάθαρη θέση σε κρίσιμα ζητήματα, έτσι ώστε να μπορεί να συνδέεται και με ριζοσπαστικές διαθέσεις, αλλά ταυτόχρονα να επιβεβαιώνει την προσήλωσή του στο αστικό σύστημα. Είναι υποχρεωτικό γι’ αυτούς να υποδύονται τους ριζοσπάστες για να θολώνονται, να συσκοτίζονται οι πραγματικές διαχωριστικές γραμμές που αναβλύζουν από την οικονομική, κοινωνική ζωή και την ταξική διαίρεση της ελληνικής κοινωνίας.

Η αστική τάξη της χώρας μας είναι σταθερά προσανατολισμένη στην κατεύθυνση του χτυπήματος του ΚΚΕ και της πολιτικής του. Της έχει στοιχίσει το γεγονός ότι το 1990 - 1991 δεν κατάφερε να νικήσει η οπορτουνιστική μερίδα της ηγεσίας του ΚΚΕ που ήθελε τη διάλυσή του, τη μετάλλαξή του σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Γι’ αυτό δεν εγκαταλείπουν ποτέ τη στήριξη όσων εμφανίζονται ως πρόθυμοι και διατεθειμένοι να συμβάλουν στην απομόνωση ή μετάλλαξη του ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ έχει πολύχρονη πείρα από την αντιπαράθεση με τον οπορτουνισμό, τόσο μέσα στις γραμμές του όσο και έξω από αυτές. Οσες φορές και να μεταμορφωθεί και ν’ αλλάξει ρούχο, έχει την πείρα να τον αναγνωρίζει, να τον αποκαλύπτει και να τον πολεμά. Η ήττα του οπορτουνισμού δεν είναι θέμα που αφορά στενά το ΚΚΕ, είναι ζήτημα που αφορά την προοπτική του εργατικού και λαϊκού κινήματος, που αφορά την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, είναι προϋπόθεση για να μπορούν λαϊκές δυνάμεις να απεγκλωβιστούν από την πολιτική της αστικής τάξης.

Οσα πρόσωπα και αν αλλάξουν τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα, το ζήτημα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είναι σήμερα να βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα, να μην προσδοκούν τίποτα από τις όποιες μεταμορφώσεις του αστικού πολιτικού συστήματος, όσο «αριστερές» και αν εμφανίζονται. Το ζητούμενο είναι να εμπιστευτούν τη δική τους δύναμη, να ισχυροποιήσουν το ΚΚΕ, να οργανώσουν την πάλη τους, τον αγώνα με προοπτική που έρχεται σε αντίθεση συνολικά με την εξουσία του κεφαλαίου. Αυτό είναι μονόδρομος για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Ο Νίκος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Βλέπε Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ, 26 Ιανουαρίου 2008.

2. Βλέπε «Συνασπισμός: Στήριγμα της στρατηγικής του κεφαλαίου», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 4/2007, σελ. 9.

3. Βλέπε «Παρατηρήσεις πάνω στο 4ο Συνέδριο του ΣΥΝ», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1/2005, σελ. 168.

4. Από δηλώσεις του κ. Αλ. Τσίπρα, 7 Ιανουαρίου 2008.

5. Από τις Θέσεις της ΚΠΕ του ΣΥΝ, για το 5ο Συνέδριό του.

6. Ομιλία του κ. Αλ. Τσίπρα, στο 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ.

7. Από την ομιλία του κ. Αλ. Αλαβάνου, στο 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ.

8. Από την ομιλία του κ. Αλ. Τσίπρα, στο 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ.

9. Από την ομιλία του κ. Αλ. Τσίπρα, στο 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ.

10. Θέσεις της ΚΠΕ του ΣΥΝ, για το 5ο Συνέδριό του.

11. Βλέπε εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ», 31 Μαρτίου 2008, άρθρο με τίτλο: «Ο Μπους δίνει επιπλέον αρμοδιότητες στην Fed».

12. Βλέπε συνέντευξη των Γ. Δραγασάκη και Μ. Παπαγιαννάκη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 23 Μαρτίου 2008 με τίτλο: «Εφικτός ένας νέος κρατικός παρεμβατισμός». Ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται: «Στο κλασσικό ερώτημα “λιγότερο ή περισσότερο κράτος” και οι δύο οικονομολόγοι της αριστεράς απαντούν: Σε άλλους τομείς θες καλύτερο και λιγότερο κράτος και σε άλλους, όπως η περιβαλλοντική πολιτική, θες και περισσότερο και καλύτερο. Αρα, οι προτεραιότητες είναι αυτές που καθορίζουν το εύρος του Δημοσίου στα διάφορα πεδία άσκησης της οικονομικής πολιτικής».

13. Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 10 Απριλίου 2008.

14. Από τις Θέσεις της ΚΠΕ, για το 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ και την παρουσίασή τους στο συνέδριο από το μέλος της ΠΓ Αλέκο Φλαμπουράρη.

15. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος 1ος, σελ. 785.

16. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του πρόεδρου του ΣΥΝ Α. Τσίπρα στο 8ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ: «Παρακολουθούμε με ιδιαίτερη προσοχή τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στο ΠΑΣΟΚ. Είναι προβληματισμός μέσα από τον οποίο το κόμμα σας , σωστά κατά τη γνώμη μας, προσπαθεί να ξεκόψει από τον κυβερνητισμό, να ανακτήσει επαφή με τη βάση του, να επαναπροσδιορίσει τις κοινωνικές του αναφορές».

17. Ανακοίνωση της «Αυτόνομης Παρέμβασης» ΕΓΣΣΕ 2008, 29 Οκτωβρίου 2008.

18. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 6 Δεκεμβρίου 2007.

19. Δήλωση Π. Λαφαζάνη (Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΝ 21 Φεβρουαρίου 2008): «Στη μαύρη λίστα της ακρίβειας η κυβέρνηση και τα επικοινωνιακά μέτρα».

20. Εναλλακτικές Προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ «Για μια δημοκρατική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος». Εφημερίδα «Η Εποχή» 23 Μαρτίου 2008.

21. Σύμφωνα με το νόμο Σιούφα οι εισφορές είναι: 2/9 για τον εργαζόμενο, 3/9 για τον εργοδότη, 4/9 για το κράτος, δηλαδή η αναλογία εισφορών του εργαζόμενου που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ μένει ίδια με αυτή του νόμου Σιούφα.

22. Εναλλακτικές Προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ «Για μια δημοκρατική μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος». Εφημερίδα «Η Εποχή» 23 Μαρτίου 2008.

23. Κείμενο της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ που δόθηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου (13 Μαρτίου 2008) για την 1η Πανελλαδική σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ.

24. Αρθρο του κ. Σπ. Απέργη, μέλος του τμήματος Εξωτερικής Πολιτικής του ΣΥΝ. Εφημερίδα «ΑΥΓΗ», 13 Ιανουαρίου 2008.

25. Από ομιλία του κ. Αλ. Αλαβάνου, στο 5ο Συνέδριο ΣΥΝ, 8 Φεβρουαρίου 2008.

26. Από τις θέσεις της ΚΠΕ του ΣΥΝ για το 5ο Συνέδριό του.

27. Από τη συνέντευξη τύπου του Αλ. Τσίπρα, στις 9 Ιανουαρίου 2008.