Η ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ». ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ*

Tο 2004 εκδόθηκε το βιβλίο «Socialism Betrayed: behind the Collapse of the Soviet Union» (σ.μ. «Προδομένος Σοσιαλισμός: πίσω από την Κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης»). Σε αυτό προσπαθήσαμε να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία του μαρξισμού-λενινισμού, προκειμένου να κατανοήσουμε την αντεπανάσταση που ανέτρεψε το σοσιαλισμό στη Σοβιετική Ενωση. Στην παρούσα εργασία θα θέλαμε να κάνουμε πέντε πράγματα:

1. Να συνοψίσουμε τη βασική επιχειρηματολογία του βιβλίου.

2. Να εξετάσουμε ερευνητικά ευρήματα, πρόσθετα σε εκείνα που παραθέσαμε στο βιβλίο, τα οποία ενισχύουν, εμβαθύνουν ή διευρύνουν την επιχειρηματολογία γύρω από τη δεύτερη οικονομία.

3. Να απαντήσουμε στις κριτικές.

4. Να εξετάσουμε τα συμπεράσματα - προβληματισμούς από τη μελέτη μας και τις αντιδράσεις σε αυτή.

5. Να προτείνουμε πεδία για περαιτέρω έρευνα.

Δουλεύοντας πάνω στο «Προδομένος Σοσιαλισμός» μελετήσαμε με προσοχή τις θέσεις του ΚΚΕ (1995)1, προσβάσιμες στο διαδίκτυο στην Αγγλική γλώσσα. Μας προκάλεσαν μεγάλο θαυμασμό οι θέσεις που αναπτύχθηκαν από το ΚΚΕ και η αποκλειστική προσήλωσή τους στη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Οι οργανωτές του συνεδρίου ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μας μια μετάφραση των εν λόγω θέσεων.

Το ΚΚΕ εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με τη χρησιμότητα του όρου «σοβιετική κατάρρευση». Συμφωνούμε. Χρησιμοποιήσαμε τη φράση «σοβιετική κατάρρευση» απλά και μόνο για να γίνουμε κατανοητοί. Στα Αγγλικά, η φράση «σοβιετική κατάρρευση» χρησιμοποιήθηκε στα περισσότερα έργα της περιόδου 1985-1991. Ο όρος «διάλυση» είναι από πολλές πλευρές ανώτερος.

Δεν αποτελεί έκπληξη για μας ότι το ΚΚΕ εξέφρασε ενδιαφέρον για τη δουλειά μας πάνω στη δεύτερη οικονομία γιατί είναι συμπληρωματικό των ερευνών και του ίδιου του ΚΚΕ.

 

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 Η πιο σημαντική συνεισφορά2 του βιβλίου μας υπήρξε η απάντησή μας στο εξής ερώτημα: γιατί ο Γκορμπατσόφ υιοθέτησε αυτές τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές και γιατί έγιναν ευρύτερα αποδεκτές παρότι οδηγούσαν από την μία καταστροφή στην άλλη; Με λίγα λόγια θέσαμε το ερώτημα: πια ήταν η υλική βάση για τις πολιτικές του Γκορμπατσόφ;

Πριν απαντήσουμε είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε την ιδέα ότι η πτώση της Σοβιετική Ενωσης, του πρώτου και με τις βαθύτερες ρίζες σοσιαλιστικού κράτους, υπήρξε το μεγαλύτερο αίνιγμα απ’ όλες τις μη προβλεφθείσες καταστροφές της περιόδου 1989 - 1991. Ενας Βρετανός δημοσιογράφος περιέγραψε το μυστήριο ως εξής:

«Αυτό που χρήζει επεξήγησης είναι το πώς ένα διεθνές σύστημα κρατών κατέρρευσε δίχως την παρουσία εμφανών μορφών απειλών […] Αυτό που συνέβη […] ήταν ότι η ηγεσία του πιο ισχυρού κράτους σε αυτό το σύστημα αποφάσισε να εισάγει μια ριζοσπαστικά καινούργια δέσμη πολιτικών μέτρων στην ΕΣΣΔ και μέσω αυτών σε όλο το σύστημα ως σύνολο»3.

Το 1985 στην ΕΣΣΔ κανένα από τα σημάδια μιας οικονομικής ή πολιτικής κρίσης δεν υπήρξε. Δεν υπήρχε οικονομική κρίση, ανεργία, πληθωρισμός, δεν υπήρχαν μαζικές αναταραχές. Δεν υπήρχαν απεργίες, διαδηλώσεις και επεισόδια. Το πολύ που θα μπορούσε να πει κανείς είναι πως υπήρξε μια μακρόχρονη επιβράδυνση στο βαθμό ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας. Επιβράδυνση και όχι παρακμή. Σύμφωνα με ένα Σουηδό αστό οικονομολόγο, τον Anders Aslund, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η μέση οικονομική ανάπτυξη στην ΕΣΣΔ ήταν 3,2%4, σίγουρα ένα ανησυχητικό ζήτημα (επειδή ήταν κάτω από προηγούμενους, υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης), αλλά όχι κρίση.

Η επιχειρηματολογία μας γύρω από τα αίτια της κατάρρευσης έχει τρία συστατικά μέρη:

Πρώτον, ισχυριζόμαστε ότι επί σοβιετικού σοσιαλισμού υπήρχαν ορισμένα οικονομικά, πολιτικά και διεθνή προβλήματα, όπως η έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, ιδιαίτερα αγαθών υψηλής ποιότητας, η συνεχιζόμενη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν ήταν τα προβλήματα αυτά που ανέτρεψαν το σύστημα, αλλά ήταν οι προσπάθειες του Γκορμπατσόφ να τα λύσει που το υπονόμευσαν.

Δεύτερον, ισχυριζόμαστε πως στη σοβιετική πολιτική υπήρξαν δύο βασικές «παραδόσεις» σχετικά με την αντιμετώπιση προβλημάτων που προέκυπταν επί σοσιαλισμού. Η μια παράδοση, η οποία υπήρξε απόγονος των ιδεών του Μπουχάριν και της περιόδου της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) από το 1921 ως το 1928 και έμοιαζε επίσης με πολλές από τις πολιτικές του Χρουστσόφ, έβλεπε τη λύση των προβλημάτων του σοσιαλισμού στην υιοθέτηση ορισμένων καπιταλιστικών ιδεών, όπως η ενθάρρυνση των αγορών, ο ανταγωνισμός, η αποκέντρωση και η ιδιωτική επιχειρηματικότητα, καθώς και περισσότερο χαλαρές μέθοδοι στην εξουσία του Κόμματος. Αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η ρεβιζιονιστική τάση. Η άλλη παράδοση έβλεπε τη λύση στα προβλήματα του σοσιαλισμού σε περισσότερο σοσιαλισμό, δηλαδή στη μεγαλύτερη κρατική ιδιοκτησία, στον καλύτερο σχεδιασμό, στην περισσότερη πειθαρχία, στη μεγαλύτερη ταξική συνείδηση, στον ενισχυμένο ρόλο του ΚΚΣΕ κλπ. Αυτός υπήρξε ο ορθόδοξος δρόμος που σχετίστηκε με το Στάλιν, το Μόλοτοφ, τον Αντρόποφ και άλλους.

Ο Μπρέζνιεφ προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτές τις δύο «παραδόσεις», αποφεύγοντας επίμονα οποιεσδήποτε ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες ή μεταρρυθμίσεις. Οταν ο Γκορμπατσόφ ήρθε στην εξουσία το 1985, τα σοβαρά και χρόνια προβλήματα είχαν συσσωρευτεί. Υπήρξε μια ευρύτερη επιθυμία για μεταρρύθμιση. Στην αρχή ο Γκορμπατσόφ έλαβε ορισμένες ορθόδοξες πολιτικές πρωτοβουλίες και ζήτησε «περισσότερο σοσιαλισμό», αλλά καθώς οι μήνες περνούσαν, τα λόγια του Γκορμπατσόφ για το σοσιαλισμό γίνονταν όλο και περισσότερο ρητορική άνευ περιεχομένου. Υιοθέτησε όλο και περισσότερο ρεβιζιονιστικές πολιτικές που ευνοούσαν τις αγορές, την αποκέντρωση και την ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Οι πολιτικές του υπονόμευσαν το Κόμμα και την οικονομία και στο τέλος ανέτρεψαν το σοσιαλισμό, διαλύοντας τη Σοβιετική Ενωση.

Τρίτον, ισχυριζόμαστε πως ο λόγος που ο Γκορμπατσόφ υιοθέτησε ρεβιζιονιστικές πολιτικές έγκειται στην ανάπτυξη μιας δεύτερης οικονομίας νόμιμης και παράνομης ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι σοβιετικές ηγεσίες μετά το Στάλιν ενθάρρυναν ανοιχτά, σιωπηλά ανέχτηκαν ή αγνόησαν τη δεύτερη οικονομία. Κατά συνέπεια, η δεύτερη οικονομία γνώρισε ανάπτυξη επί Χρουστσόφ, έγινε πιο ισχυρή επί Μπρέζνιεφ και εκτοξεύτηκε επί Γκορμπατσόφ. Αναλογούσε σε ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας, αγκάλιασε εκατομμύρια ανθρώπων, διέφθειρε το Κόμμα και την κυβέρνηση και δημιούργησε μια σειρά άλλων κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών προβλημάτων. Κυρίως, η δεύτερη οικονομία αναδημιούργησε μια τάξη μικροαστών επιχειρηματιών, καθώς και ένα παρασκήνιο κομματικών και κυβερνητικών αξιωματούχων (για να μην αναφέρουμε τους ιδιώτες πολίτες), οι οποίοι κέρδισαν οικονομικά ή ευνοήθηκαν με κάποιον άλλο τρόπο από αυτή τη δεύτερη οικονομία. Αυτή η πολυάριθμη και αναπτυσσόμενη ομάδα ανθρώπων είχαν υλικό συμφέρον στις ρεβιζιονιστικές πολιτικές που υπερασπίστηκε ο Γκορμπατσόφ και σε εκείνους βρήκε μια έτοιμη βάση στήριξης.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 Ενας μεγάλος αριθμός ακαδημαϊκών μελετών, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο βιβλίο, υποστηρίζουν την άποψη ότι η δεύτερη οικονομία ήταν μεγάλη, αναπτυσσόταν και απολάμβανε της επίσημης ανοχής ή ενθάρρυνσης. Για παράδειγμα, ο Steven L. Sampson ανέφερε πως η «παραγωγή των προσωπικών αγροτεμαχίων των συλλογικών αγροκτημάτων» αποτελούσε το 30 με 42% του συνόλου της αγροτικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ.5 Ο Sampson έδωσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη μελέτη ενός εργοστασίου παραγωγής μπισκότων στη Σοβιετική Γεωργία, οι ιδιοκτήτες του οποίου δωροδόκησαν κυβερνητικούς αξιωματούχους, προκειμένου να παραλάβουν αρκετά συστατικά ώστε να παράγουν ως και τέσσερις φορές τον αριθμό των μπισκότων που τους επέτρεπε ο σχεδιασμός τους. Το επιπλέον προϊόν πωλούταν με έκπτωση σε εμπορικά καταστήματα, διαδικασία που περιελάμβανε «δωροδοκία κυριολεκτικά όλου του αστυνομικού τμήματος της περιοχής»6. Βάσει μελέτης του σοβιετικού Τύπου που εκδόθηκε το 1980, ο Dennis O’Hearn υπολόγισε πως πάνω από το 80% της σοβιετικής βενζίνης για αυτοκίνητα κατέληγε στη μαύρη αγορά. Το 80% του συνόλου της γούνας (muskrat) και το 25% του συνόλου της αλιείας ψαριών γλυκού νερού προερχόταν από απατεώνες και κατέληγε στη δεύτερη οικονομία. Το 25% της παραγωγής αλκοόλ γινόταν παράνομα. Στη Μόσχα το 70% των επιδιορθώσεων σπιτιών και της διακόσμησης λάμβανε χώρα στα πλαίσια της δεύτερης οικονομίας, ενώ το ποσοστό ήταν ακόμα υψηλότερο στη Γεωργία.7 Δύο Σοβιετικοί κοινωνιολόγοι υπολόγισαν πως η δεύτερη οικονομία είχε φτάσει σε τέτοιο μέγεθος τη δεκαετία του 1980, ώστε «83% του σοβιετικού πληθυσμού εργαζόταν στη σκιώδη οικονομία, προκειμένου να εξασφαλίσουν τρόφιμα και υπηρεσίες τις οποίες είχαν ανάγκη»8.

Η επίσημη στάση απέναντι στη δεύτερη οικονομία υπήρξε μακριά από όποια επαγρύπνηση. Μια μελέτη από τον William A. Clark σχετικά με την δίωξη των 855 Σοβιετικών αξιωματούχων, οι οποίοι καταδικάστηκαν μεταξύ του 1965 και 1990, ανέδειξε πως παρά την ύπαρξη πληθώρας αποδεικτικών στοιχείων γύρω από την «ανεπίσημη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα», υπήρξαν «πολύ λίγες περιπτώσεις αξιωματούχων που τιμωρήθηκαν για τέτοια συμπεριφορά»9.

Μια άλλη μελέτη από τον F. J. M. Feldbrugge γύρω από τα εγκλήματα που καταγράφηκαν στη «Σύγχρονη Σύνοψη του Σοβιετικού Τύπου» (Current Digest of the Soviet Press) για τα έτη 1982 και 1983, βρήκε πως πέραν των βαριών ποινών που αποδόθηκαν στους αξιωματούχους, οι οποίοι καταδικάστηκαν επειδή κέρδισαν τεράστια χρηματικά ποσά μέσα από δωροδοκίες, υπεξαίρεση και απάτη, η πλειοψηφία της παράνομης δραστηριότητας που είχε να κάνει με τη δεύτερη οικονομία αντιμετωπίζονταν με ανεκτικότητα, ήπιες ποινές ή ακόμα και με ενθάρρυνση.10

Επίσης, τα δεδομένα του Feldbrugge ενισχύουν τα συμπεράσματά μας σχετικά με τη χαμένη ευκαιρία της ηγεσίας του Αντρόποφ. Σύμφωνα με το Feldbrugge, κατά το τελευταίο έτος της κυβέρνησης Μπρέζνιεφ, τα δικαστήρια εξέτασαν οχτώ περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος ως «κανονικές» και δώδεκα περιπτώσεις ως «χρήσιμες ή ηθικά εξαίρετες». Κατά το πρώτο έτος της κυβέρνησης Αντρόποφ, ωστόσο, τα δικαστήρια δε θεώρησαν καμιά περίπτωση οικονομικού εγκλήματος ως «κανονική» και μόλις τρεις ως «χρήσιμες ή ηθικά εξαίρετες»11.

Θα θέλαμε να ενισχύσουμε και να εμβαθύνουμε την ανάλυση της δεύτερης οικονομίας που κάναμε στο «Προδομένος Σοσιαλισμός», απαντώντας σε τρία ερωτήματα. Το πρώτο έχει ως εξής: Γιατί προέκυψε η δεύτερη οικονομία; Η ανάπτυξη της δεύτερης οικονομίας υπήρξε σημάδι σημαντικών ελαττωμάτων στην πρώτη οικονομία, με άλλα λόγια, σοβαρών προβλημάτων του ίδιου του σοσιαλισμού; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι περίπλοκη. Μπορεί να μοιάζει εμφανές ότι αν ο σοσιαλισμός απέδιδε υψηλά εισοδήματα, υψηλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και αυξανόμενα βιοτικά επίπεδα, οι σοβιετικοί λαοί δε θα είχαν την ανάγκη να δραστηριοποιηθούν στη δεύτερη οικονομία ως πωλητές ή αγοραστές, εργοδότες ή εργαζόμενοι. Και όμως, ακόμα και στις ΗΠΑ, σε μια χώρα με υψηλά εισοδήματα και με προσφορά αγαθών και υπηρεσιών μεγαλύτερη από τα περισσότερα μέρη του κόσμου, ανθεί μια δεύτερη οικονομία με ναρκωτικά, πορνεία και την απασχόληση 12 εκατομμυρίων παράνομων μεταναστών. Παρόλα αυτά πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι η δεύτερη οικονομία είχε τις ρίζες της σε παράγοντες ειδικούς στο σοβιετικό σύστημα, αλλά όχι απαραίτητα ενδημικούς στο σοσιαλισμό.

Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι, πριν τον Γκορμπατσόφ, η δεύτερη οικονομία γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξη επί Μπρέζνιεφ. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η ανάπτυξη της δεύτερης οικονομίας υπήρξε απόρροια των δύο σημαντικότερων στοιχείων της πολιτικής Μπρέζνιεφ: Πρώτον, της απόφασης να επιτευχθεί στρατιωτική ισοδυναμία με τις ΗΠΑ και δεύτερον, της απόφασης να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεγάλη οικονομική μεταρρύθμιση η πολιτική ανακατάταξη, αυξάνοντας ταυτόχρονα σταδιακά τα εισοδήματα των Σοβιετικών εργατών. Η πολιτική Μπρέζνιεφ θα μπορούσε να συνοψιστεί ως αγώνες στο εξωτερικό, ειρήνη στο εσωτερικό. Με τους δικούς της όρους, η πολιτική Μπρέζνιεφ απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η Σοβιετική Ενωση πέτυχε στρατιωτική ισοδυναμία [σ.μ. με τις ΗΠΑ] και υπήρξε γενναιόδωρη με την υποστήριξη επαναστατικών και εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων στο εξωτερικό, όπως του αγώνα κατά του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και της Κουβανικής επανάστασης. Η σοβιετική οικονομία αναπτύχθηκε αργά αλλά σταθερά, το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε, στο εσωτερικό επικράτησε ηρεμία.

Ωστόσο όπως ήταν φυσικό, οι αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες και η στήριξη αγώνων στο εξωτερικό απέσπασαν πόρους, τους οποίους οι Σοβιετικοί θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν διαφορετικά, στην αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας των καταναλωτικών αγαθών. Συνεπώς, ενώ τα σοβιετικά εισοδήματα γνώρισαν άνοδο, δεν υπήρξε αντίστοιχη αύξηση σε καταναλωτικά αγαθά. Το κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ευνόησε την παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα και η αποφυγή εσωτερικών αναταραχών από πλευράς Μπρέζνιεφ κατέληξε στην απουσία ιδεολογικού και πολιτικού αγώνα ενάντια στη δεύτερη οικονομία, καθώς και στην έλλειψη αποφασιστικής νομικής δράσης εναντίον της. Ενας ερευνητής, ο James R. Millar, χαρακτήρισε αυτό το διακανονισμό «Η “Μικρή Συμφωνία” του Μπρέζνιεφ» (the Brezhnev «Little Deal»). Τον χαρακτήρισε ως ένα «νέο αλλά εννοούμενο παζάρεμα με τον αστικό πληθυσμό: να δείξει ανοχή στην επέκταση μιας ευρείας σειράς μικρών ιδιωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων, ορισμένων νόμιμων, άλλων στα όρια της παρανομίας και άλλων καθαρά και οφθαλμοφανέστατα παράνομων»12.

Λίγοι υποστηρικτές της Σοβιετικής Ενωσης, όπως και η διεθνής αλληλεγγύη της εργατικής τάξης, θα επέρριπταν σφάλμα στην ηγεσία Μπρέζνιεφ για τις αποφάσεις της γύρω από θέματα στρατιωτικής πολιτικής και διεθνούς βοήθειας. Υπό το φως των όσων επακολούθησαν, ωστόσο, είναι αναγκαίο να τεθούν ερωτήματα για το πόσο υπήρξε σοφή η ανοχή ή ενθάρρυνση της δεύτερης οικονομίας, τουλάχιστον στο βαθμό και με τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα.

Από εδώ προκύπτει το δεύτερο μας ερώτημα: Θα ήταν δυνατό για τη Σοβιετική Ενωση να πετύχει στρατιωτική ισοδυναμία με τις ΗΠΑ και να βοηθήσει τους αγώνες στο εξωτερικό χωρίς τη «Μικρή Συμφωνία»; Δίχως να επιχειρούμε ένα ουτοπικό ξαναγράψιμο της Ιστορίας, κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί διαφορετικούς τρόπους δράσης από εκείνον που ακολουθήθηκε. Κατά τη γνώμη μας, ο Αντρόποφ προσέφερε μια διαφορετική και υποσχόμενη πορεία, η οποία όμως διακόπηκε σύντομα λόγω του πρόωρου θανάτου του. Επίσης, όπως και η Κουβανική ηγεσία, η ηγεσία Μπρέζνιεφ θα μπορούσε να είχε παραδεχτεί πως ο δρόμος για το σοσιαλισμό έπαιρνε μια προσωρινή παράκαμψη, πως χρειαζόταν μια «ειδική περίοδος», προκειμένου να είναι σε θέση να προστατευτεί στρατιωτικά. Σε αυτή την περίοδο η χώρα θα αύξανε τις θυσίες της, την ταξική συνείδηση και την πειθαρχία, επιτρέποντας παράλληλα σε ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις να γνωρίσουν προσωρινή άνθηση, υπό αυστηρούς περιορισμούς και επαγρυπνούσα επιβολή του νόμου. Μια τέτοια πορεία θα είχε και τους δικούς της κινδύνους, όπως ανακαλύπτουν σήμερα οι Κουβανοί, αλλά θα ήταν καλύτερη από την αντίστοιχη που ακολούθησε ο Μπρέζνιεφ.

Από την εξέτασή μας της δεύτερης οικονομίας προκύπτει και ένα τρίτο ερώτημα. Από τη μία μεριά θεωρούμε πως η φτώχεια μελετών και δεδομένων σχετικά με τη δεύτερη οικονομία στους μαρξιστές υπήρξε απόρροια της έλλειψης επίσημης αναγνώρισης του φαινομένου, παρά μόνο ως κατάλοιπο του παλαιού καθεστώτος. Από την άλλη μεριά θεωρούμε πως η ηγεσία Μπρέζνιεφ ενθάρρυνε συνειδητά ορισμένες πτυχές της δεύτερης οικονομίας, ενώ ανέχτηκε άλλες. Μπορούν και τα δύο να είναι σωστά; Είναι δυνατόν η ηγεσία Μπρέζνιεφ επίσημα να αγνοεί τη δεύτερη οικονομία και ταυτόχρονα να την ενθαρρύνει και να την ανέχεται; Βεβαίως. Πράγματι η απόφαση να παραγνωρίσει επίσημα τη δεύτερη οικονομία και ταυτόχρονα να την ενθαρρύνει ή ανεπίσημα να την επιτρέψει, υπήρξε ένα βασικό μέρος της «Μικρής Συμφωνίας» του Μπρέζνιεφ. Ηταν μια προσπάθεια συγκομιδής ορισμένου οφέλους από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, να ικανοποιηθούν κάποιες καταναλωτικές απαιτήσεις και να αποφευχθεί μια κοινωνική δυσαρέσκεια, χωρίς παράλληλα να αναγνωρίζεται η σύγκρουση με την επίσημη ιδεολογία και τα προβλήματα που παρουσίαζαν αυτές οι πρακτικές. Κάποιος θα μπορούσε να εκτιμήσει τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μπρέζνιεφ και να δείξει κατανόηση στους στόχους που έβαλε, δίχως να αποδέχεται τα εν τέλει αυτοκαταστροφικά μέσα που επέλεξε, προκειμένου να τους πετύχει.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

 Οι αστοί κριτικοί αγνόησαν εντελώς το «Προδομένος Σοσιαλισμός». Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι οι κριτικοί μας από το χώρο της Αριστεράς και μέσα από το Κομμουνιστικό κίνημα ιδιαίτερα, εξέφρασαν λίγες ή καθόλου αμφιβολίες γύρω από τα ευρήματά μας για το μέγεθος, τη φύση και τις συνέπειες της δεύτερης οικονομίας. Περισσότερο εστίασαν στην άρνησή μας να δαιμονοποιήσουμε το Στάλιν, καθώς και στην άρνησή μας να υιοθετήσουμε την ευρέως παραδεχούμενη θεωρία ότι η πτώση της ΕΣΣΔ υπήρξε πρωταρχικά το αποτέλεσμα της έλλειψης δημοκρατίας και της υπερσυγκεντρωτικότητας της οικονομίας.

Ας δούμε εν συντομία την κριτική που δέχτηκε ο «Προδομένος Σοσιαλισμός» από τα δύο κύρια μαρξιστικά ερευνητικά περιοδικά στις ΗΠΑ, του «Επιστήμη και Κοινωνία» (Science and Society) και του «Φύση, Κοινωνία και Σκέψη» (Nature, Society and Thought). Αντεπιχειρώντας στην ανάλυσή μας, η μία κριτική δικαιολόγησε την πτώση των Σοβιέτ, εφευρίσκοντας την ιδέα μιας «σταλινικής διαστρέβλωσης». Ισχυρίστηκε πως τη δεκαετία που προηγήθηκε του 1986 άνθησαν οι συνθήκες για τις καλύτερες μορφές κεντρικού σχεδιασμού, αλλά «ξεπεράστηκαν» από δύο εξ ολοκλήρου μη υλιστικούς, εντελώς υποκειμενικούς παράγοντες: 1. «τη συσσωρευμένη εχθρότητα και αποπροσανατολισμό, αποτέλεσμα της καταπίεσης της σταλινικής περιόδου, μια “σταλινική διαστρέβλωση”» και 2. η αποτυχία να αντιμετωπιστεί αυτή η διαστρέβλωση από το 1953 ως το 1985. Αυτή η επεξήγηση αναποδογύρισε το Μαρξ, αφού ουσιαστικά θεώρησε πως η κοινωνική συνείδηση καθόρισε το κοινωνικό είναι. Ο Χέγκελ θα ξετρελαινόταν με αυτή την θεωρία που προσομοιάζει στο «παρηκμασμένο εργατικό κράτος» του Τρότσκι. Η απαράδεκτη θεωρία περί «σταλινικής διαστρέβλωσης» δίνει στην εν λόγω κριτική τη δυνατότητα να θαυμάζει το σοβιετικό κεντρικό σχεδιασμό και παράλληλα να θαυμάζει και τον Γκορμπατσόφ, ο οποίος κατέστρεψε το σχεδιασμό. Αυτό είναι το είδος του παραλόγου, στο οποίο μπορεί να φτάσει ο δογματικός αντισταλινισμός.

Μια άλλη μαρξιστική κριτική υποστήριξε πως μια «ισορροπημένη άποψη» του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα θα προέλθει από μια επανεξέταση της περιόδου της ΝΕΠ. Θεώρησε τη ΝΕΠ ως έναν ειδυλλιακό «δρόμο που δεν πάρθηκε», ένα δρόμο σωστής σοσιαλιστικής οικονομικής ανάπτυξης που διακόπηκε πρόωρα από την αυθαίρετη και δολοφονική απόφαση του Στάλιν να επιταχύνει την εκβιομηχάνιση και την κολεκτιβοποίηση. Αυτή η κριτική αποδέχεται τοις μετρητοίς πολλές από τις δεδομένες αντικομμουνιστικές συκοφαντίες για το Στάλιν και ρίχνει το φταίξιμο για τη σοβιετική και ανατολικοευρωπαϊκή κατάρρευση του 1989-1991 στις θεμελιώδεις αδυναμίες του κεντρικού σχεδιασμού, ο οποίος, όπως ισχυρίζεται, ξεκίνησε πρόωρα. Το βασικό κίνητρο πίσω από μια τέτοια αναθεώρηση της σοβιετικής ιστορίας είναι να αιτιολογήσει τη «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Οπως και η προηγούμενη κριτική στηρίζεται βασικά στη δαιμονοποίηση του Στάλιν.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΑΣ
ΚΑΙ ΤΙΣ
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΕ ΑΥΤΗ

 Η μελέτη μας και οι αντιδράσεις σε αυτή εμπεριέχουν διάφορα συμπεράσματα - προβληματισμούς για το μέλλον. Πρώτα απ’ όλα η φύση των δύο κριτικών του βιβλίου μας δείχνει πως ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στην καθαρή σκέψη γύρω από το σοβιετικό παρελθόν είναι ο δογματικός αντισταλινισμός. Με την πρόσβαση σε νέες αρχειακές πληροφορίες οι κατηγορίες ενάντια στον Στάλιν είναι σήμερα δυσκολότερο να δικαιολογηθούν από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Cambridge Dr. Aileen Kelly, νέες μελέτες περιορίζουν τις εκτιμήσεις για το μέγεθος των διώξεων. Κατά δεύτερον, περιορίζουν την προσωπική υπευθυνότητα του ίδιου του Στάλιν στις διώξεις. Τρίτον, συμπεραίνουν πως ότι η υποστήριξη για τις διώξεις στα τέλη της δεκαετίας του 1930 υπήρξε ευρεία διάχυτη στη σοβιετική κοινωνία. Τα νέα αστικά κείμενα μετά το 1991 δεν απεμπόλησαν τον αντισοβιετισμό και τον αντικομμουνισμό, αλλά προσφέρουν μια περισσότερο ολοκληρωμένη, πιο αντικειμενική και περίπλοκη προσέγγιση των περιόδων Λένιν και Στάλιν από οποτεδήποτε άλλοτε. Δεδομένου του σημερινού βαθμού της γνώσης μας, οι αντισταλινικοί κριτικοί μας θα μπορούσαν να ξανασκεφτούν τη ρήση του Γερμανού κομμουνιστή φιλοσόφου Hans Holz:

«Μια καθαρά ηθική καταδίκη των δεσποτικών πτυχών του σοβιετικού κομμουνισμού στα χρόνια της [σ.μ. καπιταλιστικής] περικύκλωσης της Σοβιετικής Ενωσης μπορεί να έχει τίμια κίνητρα, αλλά δεν οδηγεί στη συνειδητοποίηση των ιστορικών διαδικασιών, που πρέπει να γίνουν κατανοητές για να αποφύγουμε τα λάθη στο μέλλον».

Αλλο ένα συμπέρασμα - προβληματισμός έγκειται στο ότι οι οπαδοί του ιστορικού υλισμού πρέπει να ασκούν αμείλικτη κριτική σε ιδεαλιστικές εξηγήσεις της σοβιετικής κατάρρευσης και να μη δείχνουν ανοχή σε αυτές μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα. Δεν πρέπει να αποδεχτούμε έναν πλουραλισμό από αταίριαστες απαντήσεις ούτε και τη δικαιολογία ότι δεν μπορούν να λυθούν και ότι είναι «συζητήσιμες». Αυτή η ιδεολογική πάλη επείγει. Η συζήτηση για το λεγόμενο «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» έχει ήδη ξεκινήσει. Αλλά πρέπει να έχουμε μια επιστημονική γνώση της πτώσης ενός μεγάλου τμήματος του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, προτού οποιαδήποτε συζήτηση για το σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα μπορεί να αποβεί καρποφόρα.

Η κυρίαρχη επεξήγηση της πτώσης των Σοβιέτ μετά το 1991 προσομοιάζει και αποτελεί συνέχεια του οπορτουνισμού της αντισοβιετικής δαιμονοποίησης πριν το 1991. Η θέση «Ελλειψη Δημοκρατίας και Οικονομική Υπερσυγκεντρωτικότητα», που αποτελεί σήμερα την κύρια ρεφορμιστική και αναθεωρητική επεξήγηση της σοβιετικής κατάρρευσης, υπήρξε το βασικό περιεχόμενο της αντισοβιετικής προπαγάνδας και πριν την κατάρρευση.

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΑ

 Ενας από τους ανολοκλήρωτους στόχους αποτελεί η διεύρυνση της ανάλυσης συγκεκριμένα στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και τα ιδιαίτερα αίτια της πτώσης του σοσιαλισμού στην κάθε μία από αυτές, συμπεριλαμβανομένου και του ρόλου της δεύτερης οικονομίας. Ο ρόλος της μπορεί να είναι μεγάλος ή μικρός. Στο βιβλίο μας προσφέρουμε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις, αλλά ο στόχος είναι πολύ φιλόδοξος για εμάς. Ισως να μην είναι για τους ερευνητές σε αυτό το τμήμα της Ευρώπης.

Χρειάζεται μια βαθύτερη μελέτη του οπορτουνισμού από μαρξιστές-λενινιστές θεωρητικούς. Ο οπορτουνισμός στη σοσιαλιστική οικοδόμηση έλαβε τη μορφή του συμβιβασμού αντί της πάλης με τον καπιταλισμό, ντόπιο ή ξένο. Εμφανίστηκε στην περίοδο Γκορμπατσόφ ως θεωρία περί «σεβασμού της πραγματικότητας», αντί για πάλη για την αλλαγή της, μια μονομερής εξελικτική προσέγγιση στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, μια υποχώρηση σε αντικειμενικές περιστάσεις. Προσέβλεπε σε μία γρήγορη και εύκολη πορεία προς το σοσιαλισμό, μέσα από το δρόμο της μικρότερης αντίδρασης. Υπερεκτίμησε την αυτόματη, αυθόρμητη φύση της διαδικασίας οικοδόμησης ενός νέου συστήματος. Εδωσε πάρα πολύ έμφαση στη συσσώρευση των παραγωγικών δυνάμεων ως το κλειδί στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Υποτίμησε την τελειοποίηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής - την εξάλειψη των τάξεων. Υπό το Χρουστσόφ, η ξεκάθαρη άρνηση της πιθανότητας του οπορτουνισμού στη σοσιαλιστική οικοδόμηση κυριάρχησε όταν αυτός (σ.μ. ο οπορτουνισμός) ήταν ήδη εν εξελίξει.

Ο Λένιν αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό. Αυτοί που ακολούθησαν δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στο παράδειγμα που έθεσε. Η αποτυχία αυτή είχε συνέπειες. Από το 1917 το κομμουνιστικό κίνημα επεδίωξε -φαινομενικά τουλάχιστον- να συνεχίσει πάνω στην ανάλυσή του για τον οπορτουνισμό, καθώς και τα λενινιστικά πρότυπα κομματικής οργάνωσης. Και όμως, αυτό δεν απέτρεψε την οπορτουνιστική παρακμή των σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν απέτρεψε την οπορτουνιστική παρακμή των μαζικών κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης, μια εξέλιξη που μοιάζει πολύ με τα όσα συνέβησαν στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες πριν το 1914. Παλιά λάθη επαναλαμβάνονται. Ο οπορτουνισμός αναγκάζεται σε υποχώρηση μόνο για να ανακάμψει ξανά και ξανά. Δεδομένης αυτής της λυπηρής ιστορίας της αποτυχίας του 20ού αιώνα, θέτουμε ένα ερώτημα, δίχως να υποθέτουμε πως υπάρχει ολοκληρωμένη απάντηση σε αυτό: Είναι απαραίτητο για το παγκόσμιο κίνημα να λάβει υπόψη μια γενικευμένη όξυνση της πάλης κατά του οπορτουνισμού, ίσως αναθεωρώντας προς τα πάνω τα λενινιστικά πρότυπα της κομματικής οργάνωσης, πάνω απ’ όλα στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, όπου οι οπορτουνιστικές πιέσεις είναι μεγαλύτερες;

Ποια είναι η ταξική φύση των νέων μετα-σοσιαλιστικών κρατών; Είναι σταθερά; Ποια είναι τα δυνατά και ποια τα αδύνατά τους σημεία; Η εργασία μας μπορεί να ρίξει μια δεσμίδα φωτός προς τη σωστή διαμόρφωση μιας στρατηγικής για τη σοσιαλιστική παλινόρθωση, ένα στόχο που ουδέποτε είχαμε προβλέψει. Μια νέα καπιταλιστική κυρίαρχη τάξη αναδείχτηκε, αποτελούμενη από τέτοιες διαφοροποιούμενες κοινωνικές ομάδες, όπως εκπρόσωποι του οργανωμένου εγκλήματος από τη δεύτερη οικονομία, διεφθαρμένους αξιωματούχους του ΚΚΣΕ και της Κοσμομόλ, πρώην διευθυντές σοβιετικών επιχειρήσεων, τμήματα της διανόησης και στον πυρήνα της οι «ολιγάρχες», οι οποίοι επί Γιέλτσιν πέτυχαν θέσεις μονοπωλιακού ιδιοκτήτη σε ιδιωτικοποιημένες κρατικές επιχειρήσεις.

Τι αποτελεί σωστή στρατηγική για την πάλη για την απόσπαση της κρατικής εξουσίας από τα χέρια αυτής της τάξης και για την επανάκτηση της εργατικής κρατικής εξουσίας; Σε κάθε μετα-σοσιαλιστικό κράτος η νέα κυρίαρχη τάξη έχει τα δικά της συγκροτημένα χαρακτηριστικά. Στην πρώην ΕΣΣΔ, για παράδειγμα, σε αντίθεση με την τυπική καπιταλιστική ανάπτυξη, ο καπιταλισμός επιβλήθηκε από τα πάνω και με τη βοήθεια του ιμπεριαλισμού. Η ιδιοκτησία των μεγάλων βιομηχανιών βρίσκεται ανισομερώς σε ξένα χέρια. Οι νέοι καπιταλιστές είναι κυρίως σπεκουλαδόροι. Αν έχει δημιουργηθεί μια νέα καπιταλιστική κυρίαρχη τάξη, η θεωρία μας λέει ότι η επαναστατική αλλαγή θα απαιτήσει τη συντριβή του νέου κράτους, του οργάνου της κυρίαρχης τάξης του. Οι αποδείξεις βαραίνουν όποιον ισχυρίζεται πως ένας ειρηνικός κοινοβουλευτικός δρόμος προς το σοσιαλισμό είναι ανοιχτός.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Τουλάχιστον ως προς το σκελετό της, η λύση στο ιστορικό παζλ της πτώσης της ΕΣΣΔ υπάρχει τώρα, χάρη στη συλλογική δουλειά των ανθρώπων σε αυτή την αίθουσα και άλλων. Καλωσορίζουμε την κριτική στους ισχυρισμούς μας, που υποδεικνύει όποιες λογικές αντιθέσεις, όποια λάθη αναφορικά με τα γεγονότα και μονομερή συμπεράσματα ή προτείνει κάποια αιτιολόγηση που υπολογίσαμε λανθασμένα ή παραλείψαμε εντελώς. Η συζήτηση δε θα συνεχιστεί επ’ αόριστον και ούτε θα έπρεπε. Αυτή είναι νεότερη ιστορία. Υπάρχουν τα δεδομένα προκειμένου να βγάλουμε με σιγουριά επιστημονικά συμπεράσματα. Πήρε χρόνο για να ανακάμψουμε από τις καταστροφές του 1989-1991. Αλλά υπάρχει και προηγούμενο. Μόλις το 1922 ένα νέο φαινόμενο, ο φασισμός, κέρδιζε την εξουσία, αλλά δεν ήταν παρά μόνο το 1935, 13 χρόνια μετά, στη διάσημη έκθεση του Δημητρόφ στην Κομμουνιστική Διεθνή, όπου ένα αυτοκριτικό επαναστατικό κίνημα πέτυχε μια σωστή και διαχρονική ανάλυση της ταξικής φύσης του φασισμού και της προοπτικής.

Μεταξύ των μαρξιστών-λενινιστών η ιστορική έρευνα σημειώνει προόδους. Είναι σίγουρο πως θα υπάρξουν και νέες μελέτες που θα καλύψουν τις γωνίες του ιστορικού καμβά του 1989-1991. Αλλά θα θέλαμε να πιστεύουμε πως η δεύτερη οικονομία θα αποτελέσει την κατανοητή επεξήγηση των βασικών υλικών ριζών της αντεπανάστασης στα τέλη του 20ού αιώνα. Αυτό είναι σύνηθες στην επιστήμη. Για παράδειγμα, πρόσφατα ένας συμπαθούντας αναγνώστης του «Προδομένος Σοσιαλισμός» επικαλέστηκε την κοινή λογική. Ρώτησε: δεν αποτελεί την πιο οφθαλμοφανή απόδειξη της πραγματικότητας, του μεγέθους και της δύναμης της δεύτερης οικονομίας ο Ρωσικός «γκανγκστερικός καπιταλισμός», ο οποίος ξεπήδησε μπροστά στα τρομαγμένα μάτια μας το 1991 και κυριάρχησε σε αυτή την οικονομία έκτοτε; Από πού προήλθε ο «γκανγκστερικός καπιταλισμός» των τελευταίων 16 ετών; Ξεφύτρωσε ξαφνικά την ίδια στιγμή που η κόκκινη σημαία υποστέλλονταν από το Κρεμλίνο; Ο καρκίνος είχε εξαπλωθεί για δεκαετίες στο παρελθόν.

Για να συνοψίσουμε, στη μελέτη μας φτάσαμε στο συμπέρασμα πως η πτώση του σοβιετικού σοσιαλισμού δεν ήταν αναπόφευκτη. Ο ιστορικός υλισμός μπορεί πλήρως και ικανοποιητικώς να εξηγήσει τα αίτια αυτής της καταστροφής. Η δουλειά μας μας έπεισε για την άφθαρτη επεξηγηματική δύναμη του μαρξισμού-λενινισμού, ο οποίος βλέπει την κοινωνική και ιστορική εξέλιξη ως μια διαδικασία που διέπεται από νομοτέλειες. Πίσω από τις ακατάστατες λεπτομέρειες της συμπαγούς Ιστορίας, μπορούμε να διακρίνουμε τους γενικούς νόμους που προβάλλει ο ιστορικός υλισμός. Φυσικά, η συμπαγής ιστορία, με τα ζιγκ-ζαγκ, τις οπισθοδρομήσεις και τα άλματά της, είναι πιο πλούσια και ποικίλη απ’ ό,τι στη θεωρία. Παρόλα αυτά υπάρχει μια αντικειμενική λογική στην Ιστορία.

Μιλώντας για την προοδευτική κατεύθυνση της Ιστορίας, δύο Σοβιετικοί φιλόσοφοι, στο βιβλίο τους για τον ιστορικό υλισμό, έθεσαν το ζήτημα ποιητικά, λέγοντας πως «το ποτάμι της Ιστορίας ρέει ακόμα προς μία και μόνο κατεύθυνση, προς τα κάτω και προς τη θάλασσα». Αλλά το άγριο ποτάμι της Ιστορίας του 20ού αιώνα είχε πολύ περισσότερες στροφές απ’ ό,τι ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να προβλέψει ή θα έλπιζε να είχε. Το ποτάμι πέρασε από βράχους, οι οποίοι παραμόνευαν μόλις κάτω από την επιφάνεια, από απότομους καταρράκτες και από δίνες. Το 1989-1991 το σκάφος μας έπεσε από έναν καταρράκτη στο μέγεθος του Νιαγάρα. Ακολούθησαν καταστροφικές απώλειες. Αλλά το κίνημά μας είναι ακόμα εδώ. Ας καταφέρουμε να γίνουμε κύριοι των μαθημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον τραγικό αιώνα που μόλις πέρασε και να σχεδιάσουμε έναν πιο ακριβή χάρτη των κινδύνων του ποταμιού, έτσι ώστε το υπόλοιπο ταξίδι μας στο ποτάμι να μη μας κοστίσει τόσο πολύ.

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Γραπτή εισήγηση των Ρότζερ Κίραν και Τόμας Κένι στο διήμερο θεωρητικό συμπόσιο της ΚΟΜΕΠ που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2007, με θέμα: «Ζητήματα της έρευνας σχετικά με τις αιτίες της νίκης της αντεπανάστασης και καπιταλιστικής παλινόρθωσης με επίκεντρο την ΕΣΣΔ».

* Οι Ρότζερ Κίραν και Τόμας Κένι είναι συγγραφείς του βιβλίου «Socialism Betrayed: behind the Collapse of the Soviet Union» («Προδομένος Σοσιαλισμός: πίσω από την Κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης»), New York: International Publishers, 2004. Στο τεύχος 6/2007 της ΚΟΜΕΠ έχει δημοσιευτεί κείμενο - απόσπασμα του βιβλίου.

1. «Thoughts about the Factors that Determined the Reversal of the Socialist System in Europe», http://inter.kke.gr/TheSocial/MARCH1999.

2. Αλλοι μελετητές της σοβιετικής κατάρρευσης θεώρησαν πως αυτή προήλθε άμεσα ως αποτέλεσμα της πολιτικής Γκορμπατσόφ και όχι ως αποτέλεσμα μιας δομικής κρίσης. Αλλοι θεώρησαν πως υπήρξαν δύο τάσεις στη σοβιετική πολιτική από την επανάσταση μέχρι και τον Γκορμπατσόφ. Ακόμα άλλοι θεώρησαν πως μια δεύτερη οικονομία είχε αναπτυχθεί και είχε διογκωθεί στα σπλάχνα του σοσιαλισμού περίπου 30 χρόνια πριν το 1985. Η συνεισφορά μας συνίστατο στην άποψη ότι αυτά τα τρία φαινόμενα συνδέονταν μεταξύ τους, έτσι ώστε από κοινού μπορούν να εξηγήσουν τη σοβιετική κατάρρευση, δείχνοντας παράλληλα ότι η κατάρρευση δεν ήταν καθόλου αναπόφευκτη.

3. Fred Halliday: «A Singular Collapse: the Soviet Union, Market Pressure, and Interstate Competition», Contention Magazine, 1992.

4. Anders Aslund: «How Russia Became a Market Economy», Washington D.C. Brookings Institution, 1995.

5. Steven L. Sampson: «The Second Economy of the Soviet Union and Eastern Europe», Annals of the American Academy of Political and Social Science, September 1987, p.125.

6. Steven L. Sampson: «The Second Economy of the Soviet Union and Eastern Europe», Annals of the American Academy of Political and Social Science, September 1987, p. 129-130.

7.Dennis O’Hearn: «The Consumer Second Economy: Size and Effects», Soviet Studies, April 1980, p. 226.

8. Galina Belikova and Aleksandr Shokhin: «The Black Market: People, Things and Facts», Soviet Sociology 28, 3/4 (1989) as reported by William A. Clark «Crime and Punishment in Soviet Officialdom 1965-1990», Europe-Asia Studies 45, 2 (1993), p. 261.

9. Galina Belikova and Aleksandr Shokhin: «The Black Market: People, Things and Facts», Soviet Sociology 28, 3/4 (1989) as reported by William A. Clark «Crime and Punishment in Soviet Officialdom 1965-1990», Europe-Asia Studies 45, 2 (1993), p. 260, 276.

10. F. J. M. Feldbrugge: «Government and Shadow Economy in the Soviet Union», Soviet Studies, 36, 4, October 1984, p. 532.

11. Feldbrugge, 539-540.

12. James R. Millar: «The Little Deal: Brezhnev’s Contribution to Acquisitive Socialism», Slavic Review, Winter, 1985, p. 697.