ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΣΤΑ 90ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ*

Hταν αναφερόμαστε στο στόχο για ΚΚΕ ΙΣΧΥΡΟ, εννοούμε βεβαίως την πολιτική επιρροή του Κόμματος, την εκλογική του δύναμη και τις θέσεις που κατέχει στα σωματεία και τις άλλες μαζικές οργανώσεις. Τη συμβολή και το ρόλο του στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Τη συσπείρωση ριζοσπαστικών δυνάμεων που επιτυγχάνει στα διάφορα μέτωπα πάλης, ώστε να καλλιεργείται το έδαφος για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ. Εννοούμε ακόμα τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει, ώστε να διαφωτίζεται ο λαός. Τα θέματα που ανοίγει μπροστά στην εργατική τάξη και γενικότερα το λαό, την ικανότητά του να βλέπει τις τάσεις, τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που έρχονται, καθώς ο αγώνας δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με ένα νομοσχέδιο που έρχεται στη Βουλή. Αναφερόμαστε στη συστηματική ιδεολογικοπολιτική του δράση, ώστε να κατανοείται η αναγκαιότητα και η ρεαλιστικότητα της πάλης για το σοσιαλισμό.

ΚΚΕ ΙΣΧΥΡΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ και ανανέωση των γραμμών του Κόμματος και της ΚΝΕ με νέο αίμα, ανάπτυξη της κομματικής οικοδόμησης, διαδικασία που εξασφαλίζει μαζικότητα, διαδοχικότητα γενεών στο Κόμμα, πολιτική ανάπτυξης στελεχών.

Δυστυχώς δε γίνεται καθολικά κατανοητό ότι η στρατηγική του Κόμματος δεν αφορά μόνο το πρόγραμμα του Κόμματος, την ιδεολογικοπολιτική του παρέμβαση, τη δράση του στο κίνημα, αλλά ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟ-ΔΟΜΗΣΗ.

Η κομματική οικοδόμηση εξαρτάται από τη δράση μας στο κίνημα, από το κατά πόσο μας βλέπουν οι εργαζόμενοι δίπλα τους σε κάθε πρόβλημα, αλλά και από την κομμουνιστική λειτουργία των οργάνων και των ΚΟΒ, αντίστοιχα και της ΚΝΕ. Δηλαδή από τη ζωντανή λειτουργία των ΚΟΒ, από το πώς συζητούνται τα καθήκοντα με τη συμμετοχή όλων των κομματικών μελών και τη συμμετοχή τους στη δράση.

Εξαρτάται από την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση και το επίπεδο της κομματικότητας. Ο λενινιστικός όρος της κομματικότητας έχει μεγάλη σημασία για την ισχυροποίηση του Κόμματος και της ΚΝΕ. Δεν πρέπει να αφήνουμε τον όρο αυτό εκτεθειμένο στις αστικές, μικροαστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες κομματικότητα σημαίνει υποταγή, αντιδημοκρατία και αυταρχισμός.

Η κομματική οικοδόμηση καθορίζεται από το πόσο αναπτύσσεται η συνειδητή κομμουνιστική πειθαρχία που σημαίνει ολόπλευρη συμμετοχή όλων στην υλοποίηση των αποφάσεων. Πόσο δυναμώνει η διάθεση για προσφορά, θυσίες, η αντοχή.

Αν αυτοί οι παράγοντες δεν προσέχονται τότε η στρατηγική μας δε θα έχει δυναμική και αποτελεσματικότητα, για να μην πούμε ότι θα εκτίθεται στον κίνδυνο αλλοίωσης και υπόσκαψης, κάτω από την πίεση των δυσκολιών και της συνθετότητας των καθηκόντων που πρέπει να βγάλουμε σε πέρας.

Εχουμε επίγνωση ότι οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες είναι κυρίαρχες και ανάμεσα σε αγωνιστικές, προοδευτικές λαϊκές δυνάμεις. Και μέσα στις γραμμές μας αυτές οι αυταπάτες ασκούν μια ορισμένη επιρροή. Απόδειξη είναι ότι επιτυγχάνουμε τη μεγαλύτερη στράτευση των κομματικών και εξωκομματικών δυνάμεων στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ενώ η αισιοδοξία αυξομειώνεται ανάλογα με τα εκλογικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια θεωρείται η εκλογική μάχη ως η μάχη των μαχών και όχι μια σοβαρή, σοβαρότατη στιγμή της πολιτικής πάλης, που τα αποτελέσματά της όμως καθορίζονται από το τι γίνεται κάθε μέρα, από τη στάθμη της ταξικής πάλης, από το ρόλο του Κόμματος στην ανάπτυξή της, αλλά και από μια σειρά αντικειμενικούς παράγοντες.

Συνιστά πρόβλημα ότι η κομματική οικοδόμηση δεν αποτελεί καθολική κομματική έγνοια, δεν υπάρχει η απαιτούμενη ανησυχία και απαιτητικότητα. Δε γίνεται κατανοητό από το σύνολο των κομματικών δυνάμεων ότι η ανάπτυξη της κομματικής οικοδόμησης αποτελεί εφαλτήριο σε κάθε φάση για το επόμενο βήμα, για την επόμενη εξόρμησή μας στο λαό, για τη νέα αντεπίθεση.

Ο κύριος προσανατολισμός της στρατολογίας, ο κύριος στόχος είναι η κομματική οικοδόμηση στους κλάδους, στους τόπους δουλειάς, στους εργασιακούς χώρους γενικότερα, η μαζικοποίηση των υπαρχόντων εργατοϋπαλληλικών οργανώσεων. Οσο δυναμώνει η στρατολογία από τα πιο πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης, τόσο θα αυξάνει ικανοποιητικά και η στρατολογία από τα λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, που επίσης έχει σημασία να ανανεώνουν τις γραμμές του Κόμματος ώστε να δυναμώνει η παρέμβασή του στην πολιτική των κοινωνικών συμμαχιών.

Υπάρχουν προϋποθέσεις να μπει νέο αίμα στις γραμμές μας από εργατοϋπαλλήλους, ιδιαίτερα νέων ηλικιών, στις σημερινές συνθήκες, όπου σημειώνονται ορισμένες θετικές διεργασίες στη λαϊκή συνείδηση σε σχέση με τις αρχές της 10ετίας και ολόκληρη την 10ετία του 1990. Πρέπει να γίνει καθολική συνείδηση.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 Το 2007 αποτέλεσε μια σχετικά καλύτερη χρονιά όσον αφορά την αύξηση των στρατολογιών στο Κόμμα. Ορισμένες μάλιστα οργανώσεις είχαν ουσιαστική αύξηση των μελών τους. Εχουν σημειώσει αύξηση οι συνοικιακές ΚΟΒ, ενώ έχουν μειωθεί οι ΚΟΒ στα χωριά, ως αποτέλεσμα κυρίως αντικειμενικών παραγόντων. Μικρότερη αύξηση εμφανίζουν όμως οι ΚΟΒ στα εργοστάσια και στους άλλους τόπους δουλειάς στον ιδιωτικό τομέα. Παραμένει στάσιμος ο αριθμός των ΚΟΒ στις πρώην ΔΕΚΟ και στο δημόσιο τομέα, σημειώνεται μείωση των κομματικών δυνάμεων κυρίως λόγω συνταξιοδότησης. Ελάχιστα αυξάνεται ο αριθμός των ΚΟΒ στο χώρο της παιδείας, αυξάνεται όμως ο αριθμός των κομματικών μελών που οφείλεται κυρίως στα ΑΕΙ και ΤΕΙ και στους φοιτητές-σπουδαστές.

Αφήσαμε στο τέλος το πιο σημαντικό ζήτημα, ότι εξελίσσεται αργά -σε σχέση με τους στόχους που έχουμε θέσει- η οικοδόμηση του Κόμματος με άξονα την παραγωγική βάση της χώρας. Εκτιμάμε ότι καθυστερεί η κομματική οικοδόμηση σε σχέση με τη γενικότερη πορεία της δράσης του Κόμματος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση και τις ηλικίες. Δεν αντικατοπτρίζει τη δουλειά που κάνουμε τα τελευταία χρόνια στο εργατικό κίνημα και γενικότερα.

Ο κύριος όγκος των κομματικών δυνάμεων εξακολουθεί να είναι ενταγμένος σε εδαφικές ΚΟΒ, πράγμα που σημαίνει ότι ένας αριθμός δεν έχει μεταφερθεί σε κλαδικές ΚΟΒ. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι δυνατόν αυτή τη στιγμή, δε φαίνεται να είναι προσανατολισμένος να δράσει στον κλάδο, ώστε να προκύψουν επαφές και νέες ΚΟΒ.

Η μελέτη και ο έλεγχος της κομματικής οικοδόμησης σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με τη σύνταξη της οργανωτικής κατάστασης, με την επεξεργασία των πλάνων στρατολογίας και τον τακτικό έλεγχο της πορείας που σε μεγάλο βαθμό γίνεται συστηματικά. Πρέπει πολύ σοβαρά να μας απασχολήσει πώς η τακτική διαδικασία της συζήτησης της κομματικής οικοδόμησης μέσα από την οργανωτική δε θα παίρνει τυπικό χαρακτήρα με αριθμητικά κυρίως κριτήρια.

Αποτελεί ζωτικής σημασίας ζήτημα να συζητούνται με ζωντανό και ουσιαστικό τρόπο οι ιδεολογικοπολιτικές προϋποθέσεις που συμβάλλουν στην προσέλκυση δυνάμεων για οργανωτική ένταξη στο Κόμμα. Βασική προϋπόθεση είναι η ποιότητα και το εύρος των δεσμών τής κάθε οργάνωσης με τους εργατοϋπαλλήλους, τους αυτοαπασχολουμένους, τη φτωχή αγροτιά, τις νέες ηλικίες, τις γυναίκες. Αν μια κομματική οργάνωση έχει αδύνατους δεσμούς με τους εργαζόμενους στο χώρο της, αν οι δεσμοί δεν ανανεώνονται, δε στερεώνονται, τότε είναι φυσικό η στρατολογία να καταντά σπαζοκεφαλιά, να μην έχει την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα.

Στους ιδεολογικοπολιτικούς παράγοντες περιλαμβάνεται το εύρος και οπωσδήποτε η κοινωνική σύνθεση του περίγυρού μας, σε όλη την κλίμακα του Κόμματος και κυρίως στο επίπεδο της ΚΟΒ.

Οταν λέμε κύκλος επιρροής του Κόμματος δεν πρέπει να μένουμε μόνο στον κύκλο της επιρροής μας, δηλαδή αυτούς που γνωρίζουμε εδώ και χρόνια. Πρέπει να έχουμε στο στόχαστρό μας ένα ευρύτερο κύκλο εργαζομένων που αναπτύσσουμε δεσμούς με όρους κινήματος, που ανοίγουμε συζήτηση και διάλογο ανεξάρτητα αν μας ψηφίζουν τώρα ή όχι. Δυνάμει μπορεί να τους προσελκύσουμε. Ανάμεσα σε εκείνους που μας ψήφισαν στην τελευταία εκλογική μάχη, αλλά και στις προηγούμενες ευρωεκλογές είναι και πρώην μέλη του Κόμματος που έφυγαν πριν πολλά χρόνια για διάφορους λόγους, είτε κάτω από την πίεση προσωπικών προβλημάτων είτε κάτω από το βάρος της απογοήτευσης που ένοιωσαν λόγων των ανατροπών. Υπάρχει δηλαδή και μια τέτοια εφεδρεία γύρω μας, που δεν έχει καμία σχέση με αυτούς που εγκατέλειψαν το κόμμα το 1989-1991 και πέρασαν σε πολεμική προς το Κόμμα, στο ΣΥΝ ή αλλού. Αυτές τις εφεδρείες πρέπει να αναζητήσουμε, να επανασυνδεθούμε, να ενταχθούν στο κίνημα, να αξιοποιηθούν στην κομματική δουλειά.

Η οργανωτική κατάσταση, το σχέδιο ανάπτυξης των γραμμών μας και οικοδόμησης σε τόπους δουλειάς αντανακλά τη μαζική πολιτική δράση μας, τη δράση μας στο μαζικό κίνημα, το πώς δουλεύουμε στις μαζικές οργανώσεις.

Οταν δε λειτουργούν συνδυασμένα οι παραπάνω προϋποθέσεις, τότε δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίζουμε τις αναστολές που υπάρχουν ανάμεσα ακόμα και σε πιστούς φίλους του Κόμματος και της ΚΝΕ, να δέχονται την οργανωμένη ζωή και τις υποχρεώσεις της, τους δισταγμούς και την άρνηση να αποκτήσει κάποιος ή κάποια τον τίτλο του μέλους του Κόμματος.

Η συζήτηση για την ανανέωση των γραμμών του Κόμματος με νέο αίμα από την εργατική τάξη και τη νεολαία πριν απ’ όλα σημαίνει ότι έχουμε σχέδιο επαφής, επικοινωνίας και δράσης κατά κλάδο και τόπο δουλειάς από όλες τις οργανώσεις μας, ανεξάρτητα αν είναι σε παραγωγική βάση ή εδαφική. Στις εδαφικές οργανώσεις, παρά το γεγονός ότι έχει γίνει σοβαρή προσπάθεια και έχει βελτιωθεί ο προσανατολισμός, ακόμα έχουμε δυσκολίες να στοχοπροσηλωθούμε στην εργατική δουλειά μέσα από όλο το φάσμα των τοπικών προβλημάτων και των φορέων.

Στη σελίδα 189 των Ντοκουμέντων του 17ου Συνεδρίου αναφέρεται σε ποιους κλάδους ρίχνουμε βάρος, είτε γιατί είναι παραδοσιακοί και έχουν εργαζομένους με πείρα στην πάλη είτε σε νέους που δεν έχουν πείρα πάλης, αλλά έχουν τάση ανάπτυξης ή είναι σε τομείς στρατηγικής σημασίας. Και άλλα κριτήρια παίρνονται υπόψη, λόγου χάρη κλάδοι και εργασιακοί χώροι που ο συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός, χώροι που επηρεάζει ο οπορτουνισμός.

Ο σχεδιασμός και ο έλεγχος της κομματικής οικοδόμησης πρέπει να περιλαμβάνει και την αντίστοιχη πορεία οικοδόμησης της ΚΝΕ. Βεβαίως η ΚΝΕ έχει τη δική της ευθύνη στο σχεδιασμό και την υλοποίηση, ωστόσο και το Κόμμα πρέπει να στηρίξει το σχεδιασμό αυτό με βάση και την απόφαση της Πανελλαδικής Κομματικής Σύσκεψης. Να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στις νέες ηλικίες κατά κλάδο, στις επιχειρήσεις, στην κατάρτιση, αλλά και στη στήριξη της στρατολογίας μαθητών.

Αρα η οργανωτική κατάσταση είναι σχεδιασμός με ιεράρχηση να σημειώνει στόχους, να υποσημειώνει ενέργειες που πρέπει να γίνουν. Περιέχει το άμεσα εφικτό ή ευκταίο σε μια πορεία, αλλά και τα αδύναμα σημεία μας που πρέπει σταδιακά να τα αντιμετωπίσουμε. Είναι δηλαδή σχέδιο μάχης και όχι απλά μια τυπική απεικόνιση σε πόσους απευθυνθήκαμε για βιογραφικά.

Προϋπόθεση για την πρόοδο της κομματικής οικοδόμησης είναι να αναπτύξουμε σοβαρούς δεσμούς, πολιτική και μαζική δουλειά με τους μετανάστες που αποτελούν σοβαρό τμήμα της εργατικής τάξης, παράγοντα δυναμώματος του κινήματος και αλλαγής του συσχετισμού δύναμης. Δίχως τη στρατολογία μεταναστών στο Κόμμα και την ΚΝΕ δε θα έχουν καλή τύχη τα πλάνα οικοδόμησης. Αν δεν ανοιχτούμε μελετημένα και σοβαρά και στον τομέα αυτό, τότε θα έχουμε μπροστά μας πολλά εμπόδια, καθώς η άρχουσα τάξη και τα άλλα κόμματα κάνουν δουλειά με το δικό τους τρόπο σ’ αυτούς. Τους αφήνουμε εκτεθειμένους σε ρατσιστικές και εθνικιστικές απόψεις.

Την περίοδο αυτή που ανοίγουν νέες πληγές και περιπέτειες στα Βαλκάνια γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν οι μετανάστες ως όχημα αλυτρωτικών και εθνικιστικών τάσεων.

Η δράση μας στους μετανάστες είναι σε πλήρη αντιστοιχία με τη μαρξιστική θέση «ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ». Η δουλειά μας θα δώσει βοήθεια και στα κινήματα των χωρών προέλευσης των μεταναστών, καθώς αυτοί διατηρούν επαφή με τις πατρίδες τους και μπορούν να δώσουν στήριξη στο εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα εκτός Ελλάδας.

Δεν υπάρχει δικαιολογία να μην επιταχύνουμε τη δουλειά μας στον τομέα αυτό ως αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής μας, της αύξησης της επιρροής μας, της ανάπτυξης στρατολογίας και κομματικής οικοδόμησης.

Ενας ανασταλτικός παράγοντας στην πρόοδο της κομματικής οικοδόμησης είναι η πλαδαρότητα που διακρίνει ακόμα τον τρόπο λειτουργίας του Κόμματος, με πιο οξυμένες συνέπειες στις ΚΟΒ. Δε φορτώνουμε το πρόβλημα αποκλειστικά στις ΚΟΒ. Στο ζήτημα αυτό αντανακλώνται καθοδηγητικές αδυναμίες. Αν κι έχουμε πετύχει να αυξηθεί η μαχητικότητα του Κόμματος στον ιδεολογικοπολιτικό τομέα, αν και μαχητικά και αποφασιστικά δίνουμε τις κεντρικές πολιτικές μάχες πανελλαδικού χαρακτήρα, η ίδια μαχητικότητα δε διακρίνει τη λειτουργία των οργάνων και των ΚΟΒ στα οργανωτικά ζητήματα, στην κομματική οικοδόμηση.

Η απαιτητικότητα από τον εαυτό μας στο πώς καθοδηγούμε, αλλά και η απαιτητικότητα στην υλοποίηση καθηκόντων είναι αδύνατη. Ας μη φοβηθούμε να πούμε ότι μπορεί στον ιδεολογικοπολιτικό τομέα να έχουμε πολεμήσει τον οπορτουνισμό, αλλά η χαλαρότητα και πλαδαρότητα είναι οργανωτικός οπορτουνισμός σε τελευταία ανάλυση.

Δεν πρόκειται για καινούργια διαπίστωση. Εχει περιγραφεί το φαινόμενο συγκεκριμένα και γλαφυρά στα ντοκουμέντα του 17ου Συνεδρίου. Αξίζει να τα ξαναμελετήσουμε, καθώς εκεί βρίσκονται και προτάσεις, υποδείξεις, κατευθύνσεις για την αντιμετώπισή του ζητήματος.

Ενα άλλο παραπλήσιο ζήτημα είναι οι δισταγμοί που συναντάμε να αποδεχτούν τον τιμητικό τίτλο του κομματικού μέλους φίλοι του Κόμματος και μάλιστα δραστήριοι δίπλα μας. Θα ήταν λιγότεροι οι δισταγμοί αν πολλούς από αυτούς τους είχαμε βοηθήσει να προετοιμαστούν για την οργανωμένη κομματική ζωή, μέσα από τις εμπειρίες που δίνει η συμμετοχή τους στα σωματεία και τους μαζικούς φορείς, με τη δική μας βοήθεια πριν απ’ όλα. Εξακολουθούμε και σήμερα να δρούμε παίρνοντας όλο το βάρος της πρακτικής δουλειάς στην πλάτη μας. Είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι είναι πιο εύκολο και πρακτικό να δουλεύουν λίγοι και έμπειροι για να βγαίνει τάχα η δουλειά γρήγορα. Βέβαια είναι δύσκολο να δουλεύεις με πολλούς, απαιτείται περισσότερος χρόνος, όμως αυτός είναι τελικά ο πιο σύντομος δρόμος για την ενίσχυση του Κόμματος και του κινήματος.

Μια επιλογή έχουμε: Να αντιμετωπίζουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τους φίλους και τους οπαδούς έστω και αυτούς που μας πλησιάζουν περιστασιακά.

Θα έχουμε λιγότερες δυσκολίες αν -όσο εξαρτάται από εμάς- φροντίζουμε να υπάρχει πλούσια και πολύπλευρη λειτουργία των μαζικών οργανώσεων και των σωματείων. Τόσο στο 17ο Συνέδριο όσο και στην Πανελλαδική Σύσκεψη του Κόμματος για τη νεολαία έχουμε αναδείξει το ζήτημα της πολυμορφίας της δράσης των μαζικών φορέων. Δεν αρκεί ένα σωματείο, ένας φορέας να ζωντανεύει μόνο όταν χρειάζεται να προετοιμαστεί μια απεργία, ένα συλλαλητήριο κλπ.

Αν εμείς δεν κάνουμε συνήθεια να αξιοποιούμε περισσότερους και εξωκομματικούς στη δουλειά που έχουμε αναλάβει, τότε δύσκολα μπορούμε να εμπνεύσουμε διάθεση οργάνωσης σε άλλους.

Τα παραπάνω είναι αυτονόητα, γράφονται στα απλά εγχειρίδια οικοδόμησης, ωστόσο αυτές οι πλευρές δεν είναι πάντα στην προσοχή μας, δεν αποτελούν συνήθεια.

Βασικός και αναντικατάστατος όρος για την ανάπτυξη της κομματικής οικοδόμησης είναι να δουλεύουμε αξιοποιώντας το Ριζοσπάστη, τις εκπομπές του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης του 902, την ΚΟΜΕΠ, το πολιτικό βιβλίο. Δίχως αυτά η δουλειά μας είναι τυπική και αδύναμη.

Είναι φανερό ότι οι απαιτήσεις για μαχητικότητα, ποσότητα δουλειάς και ποιότητα αυξάνουν με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Δεν αρκεί απλά να περιγράφουμε τα προβλήματα ή μόνο να υποστηρίζουμε τα άμεσα αιτήματα και τους στόχους πάλης ή απλά να σχεδιάζουμε μια κινητοποίηση, ιδιαίτερα στη φάση που διανύουμε, στην οποία δε σημειώνονται άμεσα αποτελέσματα από τον αγώνα. Είναι πιο δύσκολο σήμερα να αποσπώνται κατακτήσεις. Ακόμη και όταν υπάρχει επιτυχία στον αγώνα, αυτή αφορά ένα κλάδο ή ένα μέρος των εργαζομένων σ’ ένα κλάδο.

Σήμερα τα στελέχη, πριν απ’ όλα από την ΚΕ και ως το γραφείο της ΚΟΒ, χρειάζεται να έχουμε υψηλή εκπαίδευση, ανάλογα βέβαια με τον κάθε κρίκο ευθύνης. Να έχουμε γνώσεις και μαεστρία για να μπορέσουμε να προσανατολίσουμε, να πείσουμε.

Η ιδεολογικοπολιτική δουλειά μέσα στο Κόμμα πρέπει να δυναμώσει, όπως και η συζήτηση των πολιτικών ζητημάτων. Να ξεφύγουμε από την τυπική και ξερή καθηκοντολογία, τις τυπικά επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις για δράση. Ενα μεγάλο μέρος των μελών και στελεχών του Κόμματος υποχρεώνεται από τα ίδια τα πράγματα σε πολύωρη επαγγελματική απασχόληση, οι συνθήκες στα μεγάλα αστικά κέντρα περιορίζουν και τον όποιο ελεύθερο χρόνο μένει. Αλλα μέλη και στελέχη βάζουν όρια στην καθημερινή προσφορά. Είναι φανερό ότι απαιτείται καλή οικονομία χρόνου που σημαίνει αποδοτικές συνεργασίες και συνεδριάσεις ώστε να μένει χρόνος για δουλειά στις μάζες.

Πάνω απ’ όλα όμως απαιτείται να ανέβει το αίσθημα της θυσίας και της αυταπάρνησης, ώστε η επιλογή απασχόλησης με την κομματική δουλειά να μην περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Η ιδεολογικοπολιτική θωράκιση και κατάρτιση ΑΠΟΤΕΛΕΙ βασικό όρο για να υπάρξει και αφύπνιση στη δράση.

 

 

Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΩΝ 90 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΦΑΛΤΗΡΙΟ
ΓΙΑ ΝΑ
ΑΝΤΛΗΣΟΥΜΕ ΝΕΑ ΔΥΝΑμΗ ΚΑΙ ΠΕΙΣΜΑ,
ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΖΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΑΠΟ
ΤΗ
ΝΕΑ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΤΟ ΚΟΜΜΑ
ΤΗ
ΔΥΣΚΟΛΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 20ΕΤΙΑ

 Οπως είναι γνωστό η ΚΕ καθόρισε το 2008 ως χρονιά εκδηλώσεων του Κόμματος για τα 90 χρόνια του. Συνιστά σοβαρή διαπαιδαγωγητική πλευρά -ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες- να προβάλλουμε τον απολογισμό της ηρωικής προσφοράς του Κόμματος, των θυσιών που έχει δώσει για το συμφέρον της εργατικής τάξης και του λαού. Η νέα γενιά να γνωρίσει τις θυσίες των κομμουνιστών και κομμουνιστριών, για ν’ ανακαλύψει πόση δύναμη έχει μέσα του ο άνθρωπος, κάτω από ποιες συνθήκες και προϋποθέσεις μπορεί να ξεπεράσει ατομικά το φόβο του θανάτου.

Η συνεισφορά του Κόμματος δεν υπολογίζεται μόνο από τις εκατόμβες των νεκρών, των εκτελεσμένων και βασανισμένων. Ας αξιοποιήσουμε τα 90χρονα για να κάνουμε όσο γίνεται γνωστό στους νέους κομμουνιστές και κομμουνίστριες, στους φίλους και οπαδούς, σε αυτούς που μας εκτιμούν -ανεξάρτητα αν μας ψηφίζουν, αν μας επιλέγουν- ότι το ΚΚΕ είναι ταυτόχρονα συνώνυμο με την πρωτοπόρα θεωρία, τις καινούργιες ιδέες, τις ανατρεπτικές κι επαναστατικές, τις νεωτεριστικές - για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση που ο αντίπαλος χρησιμοποιεί για να πλασάρει τις δικές του σκουριασμένες και αντιδραστικές θεωρίες. Υπάρχουν πραγματικά σταθμοί στην ιστορία του Κόμματος που άνοιγε νέους δρόμους.

Ειδικά σήμερα πρέπει να διαμορφώσουμε με την παρέμβαση και τη δράση μας ένα κλίμα ιδεολογικοπολιτικής υπεροχής και αγωνιστικής αισιοδοξίας. Αυτή πατάει στο γεγονός ότι υπάρχουν τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών που αναζητούν κάποιας μορφής διέξοδο, έχοντας φτάσει στο συμπέρασμα ότι η ανοχή στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να τελειώσει. Χωρίς να πετάμε στα σύννεφα, χωρίς να παρασυρθούμε από το καλό κλίμα που δημιούργησε το θετικό εκλογικό αποτέλεσμα, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι σήμερα δρούμε σε σχετικά καλύτερες συνθήκες. Υπάρχει το διαπιστωμένο στοιχείο μιας σταθερής ανοδικής πορείας του Κόμματος, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, στην εργατική τάξη.

Ειδικά σήμερα χρειάζεται να διαμορφώσουμε ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ότι το Κόμμα έχει δικαιωθεί και επιβεβαιωθεί σε θέσεις, κατευθύνσεις, ακόμα και προβλέψεις, όχι με την έννοια της μαντείας, αλλά με την έννοια της πρόγνωσης των τάσεων. Με αυτή την έννοια έχει αξία να συνδεθεί ο γιορτασμός των 90 χρόνων με μια σειρά ιστορικά γεγονότα που δείχνουν ότι το ΚΚΕ είδε έγκαιρα αυτό που δεν ήθελαν και δεν μπορούσαν να δουν άλλοι.

 

ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ 90ΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
Μ
ΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 18ΕΤΙΑ

 Βεβαίως η ιστορία αυτής της περιόδου δεν έχει γραφτεί, όμως προσφέρεται σήμερα για σοβαρή ιδεολογικοπολιτική δουλειά. Αποτελεί σημαντικό επίτευγμα η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση του Κόμματος και της ΚΝΕ, ύστερα από τη βαθιά κρίση που περάσαμε, σε συνθήκες παγκόσμιας υποχώρησης και ιστορικά προσωρινής ήττας του διεθνούς επαναστατικού κινήματος που συμπαρέσυρε στη διάλυση πολλά κομμουνιστικά κόμματα.

Οι δυσκολίες που περάσαμε όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και οι μεγάλες αδυναμίες που ακόμα έχουμε, δεν πρέπει να κρύψουν το γεγονός ότι το Κόμμα όχι μόνο στάθηκε στα πόδια του, αλλά σχετικά γρήγορα ξανάπιασε επαφή με τις λαϊκές μάζες, έπαιξε σοβαρό ρόλο στο κίνημα, στις νέες δύσκολες συνθήκες. Παρακολούθησε και μελέτησε τις εξελίξεις, διαμόρφωσε πρόγραμμα, στρατηγική, θέσεις για μια σειρά μεγάλα σύγχρονα προβλήματα. Παίζει σοβαρό ρόλο στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Αυτό το επίτευγμα πρέπει να περιφρουρηθεί και να γίνει ακόμα πιο βαθύ και στέρεο.

Να αποτελέσει υπόβαθρο μιας αισιοδοξίας που πρέπει να μεταδοθεί ευρύτερα στο λαό, ως καρπός και της 90χρονης ιστορικής πορείας και εμπειρίας του Κόμματος.

Να αποτελέσει κινητήρα μιας νέας ωριμότητας του Κόμματος στις σύγχρονες συνθήκες, εφόδιο για μια νέα θετική και δυναμική πορεία, ως ιστορικό πλεονέκτημα.

 

Η ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

 Η προεκλογική περίοδος και η μετεκλογική δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των εργαζομένων, μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια, έχει αρχίσει να χάνει τις ελπίδες του και στα δύο κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και -το πιο σημαντικό- καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ανάμεσά τους δεν υπάρχουν διαφορές. Βεβαίως με ένα περιεχόμενο όχι πολύ βαθύ, αλλά έστω υπάρχει ως κατεύθυνση.

Το προεκλογικό σύνθημά μας για αποδυνάμωση και των δύο, για αδύναμη κυβέρνηση και αδύναμη αντιπολίτευση, αποδυνάμωση του πολιτικού συστήματος ή για ετοιμότητα μπροστά σε σενάρια αναπαλαίωσης με νέο τρόπο έγινε αποδεκτό σε μεγαλύτερο βαθμό, κυρίως όμως προβλημάτισε. Δε συνάντησε αντιδράσεις κάτω από το βάρος κλασσικών συνδρόμων.

Το Κόμμα συνέβαλε σε θετικές διεργασίες ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι αντανακλά το συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα. Εχουμε κάνει και συνεχίζουμε μετεκλογικά σημαντική δουλειά για τα νέα σενάρια που ετοιμάζονται ώστε ν’ αναστηλωθεί το κλονισμένο κύρος των δύο κομμάτων με διάφορους τρόπους.

Αλλά δεν πρέπει ποτέ να λησμονάμε ότι κάθε βήμα προς τα εμπρός μάς φέρνει αντιμέτωπους με νέα ζητήματα. Λόγου χάρη η αντίθεση με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν έχει αποκτήσει το απαιτούμενο βάθος, υφίσταται μια ορισμένη διάθλαση που τη δυσκολεύει να μετατραπεί σε αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική συνείδηση. Πρόκειται για δυσαρέσκεια που δυστυχώς σπαταλιέται ή ξεθυμαίνει σε ανώδυνα ξεσπάσματα.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ μπορεί να επικρίνονται ως κόμματα εξουσίας που φόρτωσαν νέα προβλήματα στο λαό, ακόμα όμως δεν αντιμετωπίζονται ως κόμματα που εκφράζουν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Δεν έχει γίνει πλατιά κατανοητό ότι η αντιλαϊκή τους πολιτική αποτελεί επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου, εσωτερική ανάγκη του ίδιου του συστήματος, επομένως η ανατροπή αυτής της πολιτικής δεν μπορεί να γίνει με μια συνηθισμένη ανάπτυξη του κινήματος ούτε μόνο με συσπείρωση γύρω από ορισμένα οξυμένα προβλήματα. Στη στρατηγική της αστικής τάξης πρέπει να αντιπαρατεθεί η στρατηγική του εργατικού κινήματος, η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή συμμαχία που διεκδικεί αλλαγή στο επίπεδο της εξουσίας.

Η δυσαρέσκεια απέναντι στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δε συνοδεύεται από μια αντίστοιχη έμπρακτη δράση κατά της καπιταλιστικής εργοδοσίας, σε κάθε επιχείρηση, στο γραφείο, στον κλάδο. Κυριαρχεί ο εύκολος δρόμος της κριτικής ή της απαξίωσης των αστικών κομμάτων, ενώ η πάλη κατά των μονοπωλίων, κατά της αστικής τάξης ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΚΛΑΔΟ είναι σχετικά ακόμα αδύναμη. Εξ ου και η ανοχή στις ρεφορμιστικές ηγεσίες.

Ο φόβος της απόλυσης, των χαμένων ημερομισθίων και μεροκάματων είναι πανταχού παρών. Η αντίληψη του μισθωτού ότι η ζωή του κρέμεται από τη δουλειά που του δίνει ο εργοδότης ή μπορεί να του δώσει μπαίνει στην πρώτη γραμμή, σε συνθήκες βεβαίως εξαιρετικά δύσκολες και αντίξοες για την εργατική τάξη. Βεβαίως το πρόβλημα αυτό σχετίζεται άμεσα και με την επικράτηση των κυβερνητικών, ρεφορμιστικών και εργοδοτικών συνδικαλιστικών δυνάμεων παντού και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Στο έδαφος αυτό μπορεί -αν δεν προσέξουμε- να βρουν απήχηση οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ για ένα νέο συμβόλαιο μιας αριστερής κυβέρνησης με την εργοδοσία, με τις δυνάμεις της αγοράς, όπως λένε, για καλύτερη αναδιανομή του πλούτου, για τάχα ρύθμιση της αγοράς υπέρ των εργαζομένων.

Είμαστε ακόμα μακριά κι εξαιτίας των συνεπειών της αντεπανάστασης από το ζητούμενο: Να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι ο καπιταλιστής δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον εργάτη, ενώ ο εργάτης μπορεί δίχως τον καπιταλιστή. Γι’ αυτό χρειάζεται με επιμονή και σταθερότητα, με υπομονή χωρίς ανυπομονησία για άμεσα αποτελέσματα, να δουλεύουμε σωστά με βάση τις κατευθύνσεις και τις αποφάσεις μας.

Το σχετικά καινούργιο -επίσης- που έχουμε μπροστά μας είναι ότι βρισκόμαστε σε μια φάση όπου είναι πιθανό και δυνατό να αποκτήσει δυναμική ο οπορτουνισμός, καθώς η περίοδος είναι ευνοϊκή για το ρεύμα αυτό διεθνώς και στην Ελλάδα.

Το φαινόμενο της απότομης ανόδου του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, που συστηματικά ερμηνεύεται από τα αστικά ΜΜΕ, τους οικονομικούς, πολιτικούς και προπαγανδιστικούς μηχανισμούς του συστήματος ως επιβράβευση της ανανέωσης και του εκσυγχρονισμού, έχει ανάλογο ιστορικό προηγούμενο ως προς το απότομο φούντωμα νέου σχήματος συνάθροισης ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων.

Για τη στάση μας απέναντι στον οπορτουνιστικό πόλο έχουμε και την εμπειρία της 10ετίας του 1970, της επίμονης πολύχρονης διαπάλης μας με τον τότε οπορτουνιστικό πόλο του «ΚΚΕ Εσωτερικού». Για χρόνια δίναμε αυτή τη μάχη, με άρθρα, ομιλίες και με όλους τους τρόπους.

Σήμερα βεβαίως δεν είναι ακριβώς ίδια τα πράγματα. Τότε υπήρχε ο παράγων ΠΑΣΟΚ σε άνοδο που περιόριζε αντικειμενικά το έδαφος διεύρυνσης του οπορτουνισμού και οπωσδήποτε ήταν διαφορετικές οι διεθνείς συνθήκες.

Το φούντωμα της δύναμης του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις, είναι βεβαίως προϊόν μιας συστηματικής και τεράστιας ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗΣ διαφήμισης. Ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμήσουμε ότι αντανακλά και αντικειμενικά δεδομένα. Η προέλευση αυτών που δηλώνουν πρόθεση ψήφου στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είναι από το ΠΑΣΟΚ, αναζητούν ένα αριστερό ΠΑΣΟΚ, μια πιο κοινωνική σοσιαλδημοκρατία.

Στην «ΑΥΓΗ» δημοσιεύτηκε μελέτη της εταιρίας MRB που δίνει αναλυτικά στοιχεία ότι η άνοδος του ΣΥΝ κυρίως προέρχεται από ανώτερα μεσαία στρώματα με καλή οικονομική κατάσταση και ανώτερο μορφωτικό επίπεδο, που αναζητούν μια ορισμένη βελτίωση της ποιότητας ζωής, της πολιτικής ατμόσφαιρας. Καθοδηγούνται από αξίες ατομικού και ατομικιστικού χαρακτήρα, δεν ενδιαφέρονται για αλλαγές στο επίπεδο της οικονομίας, για ρήξη με την αστική τάξη.

Τα στρώματα αυτά είναι σχετικά πολυάριθμα, ευνοήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ, από τη διάθεση και αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, από την πολιτική συμμαχιών της αστικής τάξης. Πρόκειται για στρώματα που λόγω της θέσης τους στην οικονομία, στο εποικοδόμημα, ασκούν σοβαρή πίεση στην εργατική τάξη.

Η σταθερότητα στην τάση ενίσχυσης του ΣΥΝ εξαρτάται και από την διακύμανση της στήριξης από το σύστημα και από τη ΝΔ, αλλά και από την πορεία του ΠΑΣΟΚ. Το αστικό πολιτικό σύστημα, θέλοντας να κρατήσει ζωντανό το σύστημα εναλλαγής των δύο κομμάτων, προσπαθεί να στηρίξει την ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ μέσω και της συνεργασίας του με το ΣΥΝ. Ταυτόχρονα ενδιαφέρεται να αξιοποιήσει το ΣΥΝ ως αντίβαρο στην τάση ενίσχυσης του Κόμματος.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τροφοδοτεί τη δυναμική του οπορτουνισμού είναι ότι το ΠΑΣΟΚ παραδέρνει σε μια υποβόσκουσα διάσπαση, στην ανικανότητα της ηγεσίας να ελέγξει και να συσπειρώσει τις «αποσχιστικές» τάσεις. Στο γεγονός ότι οι διάφορες ομάδες στο ΠΑΣΟΚ αμφισβητούν την ηγεσία του, αξιοποιώντας κατά περίπτωση ως μέσο και την πριμοδότηση του ΣΥΝ.

Σήμερα, πέρα από τα σενάρια ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού, ο ΣΥΝ χρησιμοποιείται ως μέρος σχεδίου για την αποδυνάμωση της επιρροής του ΚΚΕ, ως μέσο άσκησης πίεσης στο ΚΚΕ, ώστε να αποδυναμωθεί και να χάσει τον επαναστατικό του χαρακτήρα, να πετύχουν δηλαδή ό,τι δεν κατάφεραν το 1991. Χρησιμοποιούνται ως μοχλοί πίεσης ο περίγυρος του Κόμματος, οι φιλικές του δυνάμεις, για την καλλιέργεια διλημμάτων προς το Κόμμα.

Εχει σημασία να γνωρίζουμε ότι διαφορετικές είναι οι προϋποθέσεις ανόδου του ΣΥΝ και διαφορετικές οι προϋποθέσεις ανόδου του Κόμματος.

Το ερώτημα που τίθεται μπροστά μας είναι το εξής: Εχει δυνατότητες το Κόμμα να επικοινωνήσει, να επηρεάσει, να προσανατολίσει εργατικές, λαϊκές δυνάμεις που είναι στη βάση ή και στην περιφέρεια του ΠΑΣΟΚ, ώστε να στραφούν προς το ΚΚΕ, να επιλέξουν δρόμο κοινής δράσης και σύμπλευσης μαζί μας, ανεξάρτητα διαφωνιών ή επιφυλάξεων; Η απάντησή μας είναι ΝΑΙ, χωρίς βεβαίως να μπορούμε αυτή τη στιγμή να προσδιορίσουμε το εύρος των δυνάμεων αυτών.

Εχουμε δυνατότητες να κερδίσουμε εργατοϋπαλλήλους, φτωχά λαϊκά στρώματα, νέους και νέες που ανήκουν στην εργατική τάξη, έχουν κοινωνικές εμπειρίες που μπορούν να τους κάνουν να αισθανθούν πιο οικείοι με το ΚΚΕ.

Το ίδιο ισχύει και για λαϊκά στρώματα που επηρεάζονται από τη ΝΔ.

Αν το συνειδητοποιήσουμε, τότε είναι βέβαιο ότι η δράση μας θα γίνει πιο εύστοχη.

Ειδικά σήμερα απαιτείται σχεδιασμένη προσέγγιση εργαζομένων που επηρεάζονται από τα άλλα κόμματα, ειδικά το ΠΑΣΟΚ, συζήτηση και διάλογο, αξιοποίηση στο κίνημα, από τα κάτω. Να μη φοβηθούμε να απευθυνθούμε και σε οργανωμένα μέλη ή και τοπικά στελέχη, να τους καλέσουμε να εγκαταλείψουν το ΠΑΣΟΚ. Αλλά για να πείσουμε αυτούς που είναι μεταξύ σφύρας και άκμονος πρέπει να τους δείξουμε ότι τους εμπιστευόμαστε, να βρούμε τρόπους συνεργασίας στο κίνημα. Να μη φοβηθούμε ότι μπορεί να θεωρηθεί αλλαγή τακτικής γιατί αναφερόμαστε στην προσπάθεια να τραβήξουμε σε κοινή δράση σε μαζικό επίπεδο εργαζόμενους που ψάχνονται. Είναι άλλη φάση τώρα, πιο θαρρετά πρέπει να ανοιχτούμε, να καταλάβουν γιατί πρέπει να δράσουν από κοινού με εμάς, να μας καταλάβουν για τη στάση μας απέναντι στο ΣΥΝ.

Απάντηση έχουμε σήμερα απέναντι σε αυτούς που αναζητούν διέξοδο, με βάση την αντίθεση μονοπώλια - ιμπεριαλισμός, τη διαλεκτική σχέση οικονομίας, πολιτικής, την πολιτική πρόταση για το ΑΑΔΜ, τη λαϊκή εξουσία, οικονομία.

Η διαπάλη με τον οπορτουνισμό είναι πριν απ’ όλα μάχη για να γλιτώσουν από την ενσωμάτωση λαϊκές δυνάμεις που αναζητούν εναλλακτική λύση. Είναι μάχη για την άνοδο της ταξικής πάλης που είναι προϋπόθεση και για την άνοδο της επιρροής του Κόμματος και την πρόοδο της κομματικής οικοδόμησης, την ενίσχυση της ΚΝΕ. Δίχως διαπάλη με τον οπορτουνισμό δεν μπορεί να δυναμώσει το εργατικό κίνημα, να δυναμώσει η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή συνείδηση, να κατανοηθεί το ζήτημα της εξουσίας.

 

 

ΔΡΑΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ
ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ

 Μια απ’ τις βασικές προϋποθέσεις για να περάσουμε σε πιο αποτελεσματική αντεπίθεση είναι το Κόμμα μας να έχει στο κέντρο της προσοχής του τη νεολαία, από δύο πλευρές. Η μια αφορά το γεγονός ότι θα φορτωθεί όλες τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και η άλλη το γεγονός ότι η σημερινή νέα γενιά θα είναι η γενιά της ανατροπής, της επανάστασης, η γενιά που θα αναμετρηθεί με πολύ σοβαρά καθήκοντα. Ωστόσο πρέπει να δούμε ότι η κατάσταση του εργατικού κινήματος δεν επιτρέπει να είμαστε σήμερα υπερβολικά αισιόδοξοι για άμεση ανάκαμψη και αντεπίθεση του νεολαιίστικου κινήματος. Πρέπει να μας απασχολήσει η δράση των ταξικών σωματείων στις νεότερες ηλικίες, για τα προβλήματα των γυναικών και των νέων ζευγαριών. Δεν ευσταθεί καμία δικαιολογία για τη μη εξειδίκευση της δουλειάς τους.

Ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας είναι ότι η ΔΑΠ παραμένει πρώτη δύναμη στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, αλλά και η δράση του λεγόμενου αριστερίστικου χώρου.

Ο κίνδυνος να στραφούν νέοι άνθρωποι σε πολυδιαφημισμένες ανώδυνες λύσεις είναι υπαρκτός. Ο ΣΥΝ ως ανάχωμα είναι σε θέση να παρασύρει ένα τμήμα της νεολαίας, κυρίως με περιορισμένη κοινωνική πείρα. Πρόκειται όμως για νέους που αύριο θα είναι ένα σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης.

Η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ενδυνάμωση του Κόμματος είναι αδιανόητη δίχως τις νέες ηλικίες, με κοινωνικοταξικά κριτήρια.

Δεν έχουμε ακόμα δρομολογήσει την απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη δουλειά του Κόμματος στη νεολαία και τη στήριξη της ΚΝΕ. Η εξειδίκευση της γενικής μας δουλειάς υστερεί στη νεολαία. Το κυριότερο, παρά τη βελτίωση, είμαστε ακόμα μακριά από τις ΟΒ, ενώ υστερούμε στο βασικό κομματικό καθήκον να συμβάλλουμε στην ιδεολογικοπολιτική θωράκιση των στελεχών της ΚΝΕ.

Να αυξήσουμε την στρατολογία από την ΚΝΕ, αλλά με προετοιμασία ώστε τα μέλη της ΚΝΕ να αφομοιώνονται γρήγορα, να αναλαμβάνουν ευθύνες. Χρειάζεται ειδική διαπαιδαγωγητική δουλειά για την ανάπτυξη της κομμουνιστικής πειθαρχίας στη νεολαία, της καταπολέμησης της πλαδαρότητας, του φιλελευθερισμού, που αντικειμενικά έχουν μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στις γραμμές της ΚΝΕ και εξαιτίας του ότι ένα μέρος των δυνάμεών της είναι πρώτης γενιάς κομμουνιστές. Αυτό αντανακλά και το δυναμικό στοιχείο γιατί οι νέοι μπορούν να επηρεάσουν και τους γονείς τους. Ομως αυτό προϋποθέτει αυξημένα καθήκοντα εκ μέρους του Κόμματος, ώστε τα μέλη της ΚΝΕ να ατσαλώνονται στις σύγχρονες συνθήκες.

Αμεσα, όλα τα όργανα ως τις ΚΟΒ, χρειάζεται να ξαναμελετήσουμε τις αποφάσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης και να διαμορφώσουμε πρόγραμμα δράσης με συνεχή έλεγχο για την πρόοδό του. Αν δεν το κάνουμε έγκαιρα, τότε πολλοί από τους στόχους μας θα στέκουν στον αέρα, δε θα πετύχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα.

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Εισήγηση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στο Πανελλαδικό Κομματικό Ακτίφ που πραγματοποιήθηκε την 1η Μαρτίου 2008.