Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ
Ο
ΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 Η διεθνής καπιταλιστική οικονομία βιώνει μια βαθιά κρίση, με κύριο χαρακτηριστικό τον εκτεταμένο συγχρονισμό της. Η εκδήλωσή της ξεκίνησε αρχικά το 2007 στις ΗΠΑ, στον κλάδο κατασκευών, με τη μορφή απαξίωσης κεφαλαίου σε χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, λόγω εκτεταμένης κίνησης επενδυτικών παραγώγων σε τιτλοποιημένα επισφαλή στεγαστικά δάνεια.

Ο κίνδυνος κατάρρευσης αμερικάνικων χρηματοπιστωτικών κολοσσών με ισχυρές θέσεις στη διεθνή αγορά του χρηματικού κεφαλαίου προκάλεσε μια σταδιακή και γενικευμένη μεγάλη πτώση των τιμών στα σημαντικότερα χρηματιστήρια του κόσμου. Επρόκειτο για την «κορυφή του παγόβουνου» στην εκδήλωση μιας γενικευμένης κρίσης υπερπαραγωγής, υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Το 2008 έκλεισε με επιβράδυνση της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής στα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κέντρα, με ρυθμό μεταβολής του Ακαθάριστου Προϊόντος 0,9% για το σύνολο των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, ενώ το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν σημείωσε σημαντική επιβράδυνση με μεταβολή 3,2% έναντι 5,2% το 2007. Το 2009 η κρίση συνεχίζεται και βαθαίνει. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι και τα 29 κράτη-μέλη του, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, θα έχουν ύφεση, δηλαδή συρρίκνωση της καπιταλιστικής παραγωγής κατά 4,3% (εκτιμήσεις για 2009: ΗΠΑ -4%, Ιαπωνία -6%, Ευρωζώνη -4,1%, υπόλοιπες χώρες ΟΟΣΑ που δεν μετέχουν στο G7 ή στη ζώνη του ευρώ -3,9%). Νεώτερες εκτιμήσεις της Κομισιόν δείχνουν να συνεχίζεται η ύφεση στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ-27, τουλάχιστον στο πρώτο εξάμηνο του 2010, προβλέποντας συρρίκνωση κατά 0,1% σε ετήσια βάση (2010).

Ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι και για τις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες το 2009 θα είναι ουσιαστικά χρονιά ύφεσης (αν και τυπικά είναι επιβράδυνση, αφού οι αναπτυξιακοί ρυθμοί τους πέφτουν από 5,8% το 2008 σε 2,1% το 2009), με εξαίρεση την Κίνα και την Ινδία1. Ωστόσο και αυτών των δυο οι ρυθμοί ανάπτυξης περιορίζονται κι έχουν ήδη μειωθεί. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας οι ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ στην Κίνα ήταν 13% το 2007, 7% το 2008 και 6,5% (πρόβλεψη) το 2009.

Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά συρρίκνωση (ύφεση, αρνητική μεταβολή του ΑΕΠ) και για τις οικονομίες της Κεντρικής Ασίας της τάξης του -2% και της Λατινικής Αμερικής της τάξης του -0,6%.

Τα σημερινά δεδομένα και οι εκτιμήσεις των διεθνών οικονομικών οργανισμών στην αισιόδοξη εκδοχή τους δίνουν το 2009 ως έτος κατώτατου σημείου της ύφεσης και το 2010 ως στασιμότητα, δηλαδή με μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής σε σχέση με το 2009. Ηδη έχει καταγραφεί αύξηση των ανέργων κατά 25 εκατομμύρια και προβλέπεται να φθάσει η αύξηση σε 65 εκατομμύρια το 2009.

Αποτέλεσμα του διεθνούς συγχρονισμού της κρίσης είναι η πρωτοφανής συρρίκνωση του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος το 2009, τουλάχιστον για τα δεδομένα της μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο περιόδου. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά τη συρρίκνωση του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος κατά 1,7% και ο ΟΟΣΑ κατά 2,75%. Ο ΟΟΣΑ επίσης εκτιμά τη συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου κατά 13,2% το 2009. (Βλ. Πίνακα 1).

 


Το ΔΝΤ υπολογίζει την απαξίωση του χρηματικού κεφαλαίου σε 4,1 τρισ. δολάρια από την εκδήλωση της κρίσης μέχρι σήμερα.

Με βάση τα παραπάνω διαθέσιμα στοιχεία μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια βαθιά και διεθνώς συγχρονισμένη κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας, η βαθύτερη της μεταπολεμικής περιόδου. Σήμερα δεν μπορούμε ακόμη να τη χαρακτηρίσουμε εφάμιλλη της κρίσης του μεσοπολέμου, χωρίς βεβαίως να αποκλείουμε να εξελιχθεί άμεσα ή και μετά από μια επιφανειακή ανάκαμψη.

 

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Το 2009 είναι η χρονιά εκδήλωσης της κρίσης στην Ελλάδα, που εμφανίζεται ελαφρώς ετεροχρονισμένη σε σχέση με την Ευρωζώνη στην οποία συμμετέχει. Ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ ήταν 2,9% το 2008, ενώ ήταν 4% το 2007. Η επιβράδυνση είχε αρχίσει ήδη από το τέταρτο τρίμηνο του 2007 και συνεχίσθηκε σ’ όλη τη διάρκεια του 2008.

Η Βιομηχανία (Ορυχεία - Λατομεία, Μεταποίηση, Ηλεκτρισμός, Παροχή Νερού κατά την κατάταξη της ΕΣΥΕ) είχε ετήσια μεταβολή -4% το 2008/2007, αντιπροσωπεύοντας το 99,3% της βιομηχανικής παραγωγής του 2005. Η αρνητική μεταβολή αφορούσε: Ορυχεία - Λατομεία -4,8%, Μεταποίηση -4,6%, Ηλεκτρισμό -2,8%, ενώ η Υδρευση ήταν 2,5%.

Αναλυτικότερα, όλοι οι κλάδοι της Μεταποίησης είχαν αρνητική μεταβολή (συρρίκνωση), με εξαίρεση τον κλάδο Τροφίμων με αύξηση 1,2%.

Ως προς την κατανομή των βιομηχανικών προϊόντων σε βασικές ομάδες, οι μεταβολές έχουν ως εξής:

Ενέργεια -2,4% (αντιπροσωπεύοντας το 100,4% του 2005).

Ενδιάμεσα εμπορεύματα -7,2% (96,1% του 2005).

Κεφαλαιουχικά εμπορεύματα -6,8% (94,3% του 2005).

Διαρκή καταναλωτικά προϊόντα -4,6% (97,2% του 2005).

Μη διαρκή καταναλωτικά -1,6% (103,4% του 2005).

Ο κατασκευαστικός κλάδος σημείωσε μεγάλη συρρίκνωση (μειώθηκε κατά -9,4% η προστιθέμενη αξία του σε σύγκριση με εκείνη του 2007). Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης προήλθε από τις κατασκευές σε κατοικίες.

Το 2008 σημειώθηκε συρρίκνωση κατά -1,4% στον όγκο του λιανικού εμπορίου (εκτός καυσίμων και λιπαντικών), με πολύ μεγαλύτερη συρρίκνωση σε είδη λαϊκής κατανάλωσης, όπως -5,5% στα είδη ένδυσης-υπόδησης2. Συρρίκνωση κατά -2,3% εμφάνισε και ο κλάδος εμπορίας αυτοκινήτων, της πληροφορικής -1%, των χιλιομετρικών επιβατών ΟΑ -8,6 (σε αντίθεση με τη μικρή επιβράδυνση αλλά αυξητική μεταβολή της AegeanAirlines 21,1%), ενώ συνολικά οι εναέριες μεταφορές αυξήθηκαν κατά 6,5% το 2008 έναντι 7% το 2007. Σημειωτέον ότι σημαντική επιβράδυνση είχαν: Οι χερσαίες μεταφορές με μεταβολή 5,1% το 2008 έναντι 18,2% το 2007.

Στην παραγωγή των κυριότερων αγροτικών προϊόντων υπήρξε αύξηση σε όγκο το 2008 σε σχέση με το 2007 για το μαλακό και σκληρό σιτάρι, τον αραβόσιτο, τον καπνό, τα ζαχαρότευτλα, το συνολικό κρέας και μείωση για το βαμβάκι, τις τομάτες βιομηχανίας, το ελαιόλαδο, τα λεμόνια - πορτοκάλια - μήλα - ροδάκινα, συνολικό γάλα.

Ομως για την περίοδο 2002-2008 η τάση είναι σημαντική συρρίκνωση της παραγωγής για τα περισσότερα από αυτά, με εξαίρεση το μαλακό σιτάρι, τον αραβόσιτο και τα ροδάκινα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το πραγματικό αγροτικό εισόδημα επιδεινώθηκε και το 2008 κατά -7,1%, αφού οι απολαμβανόμενες τιμές των παραγωγών (τιμές εκροών) αυξήθηκαν κατά 1% (μέσος όρος φυτικών - κτηνοτροφικών προϊόντων), ενώ οι καταβαλλόμενες τιμές (τιμές εισροών) αυξήθηκαν κατά 12,1% (μέσος όρος τιμών αναλώσιμων μέσων - πάγιου κεφαλαίου). (Βλ. Πίνακες 2 και 3).

 

 

 

Το καθαρό αροτικό εισόδημα ως συσχετισμός της καθαρής προστιθέμενης αξίας σε σχέση με το κόστος συρρικνώθηκε το 2008 στο 80,1% εκείνου του 2000 (=100)4.

Στο 2008 σημειώθηκε μεγάλη πτώση τιμών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η συνολική χρηματιστηριακή αξία του οποίου ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο τέλος του 2008 στο 1/3 περίπου εκείνης του τέλους του 2007 (Δεκέμβριος 2008: 28%, Δεκέμβριος 2007: 86%)5. Σημαντικό μέρος αυτής της πτώσης οφείλεται στη μαζική αποχώρηση ξένων επενδυτών τον Οκτώβριο του 2008.

Οι εκτιμήσεις για την έκταση της κρίσης σε αυτή τη χρονιά ποικίλλουν (ΤτΕ 0%, ΔΝΤ -1%, Κομισιόν -0,9%). Οπωσδήποτε εξαρτάται και από την πορεία της κρίσης:

α) Σε βαλκανικά κράτη, στα οποία έχουν γίνει σημαντικές επενδύσεις εκ μέρους επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα. Αφορά κυρίως οικονομίες με μεγάλους ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως: Ρουμανία με 7,7% το 2008 και πρόβλεψη για -1,8% το 2009, Βουλγαρία με 4,4% το 2008 και πρόβλεψη για -1% το 20096.

β) Στο διεθνές εμπόριο, μεγάλο μέρος του οποίου διεξάγεται μέσω θαλασσίων μεταφορικών μέσων, τα οποία αποτελούν σημαντικό πόρο εσόδων της ελληνικής οικονομίας.

γ) Σε σημαντικά ευρωπαϊκά κράτη, π.χ. Γερμανία, Βρετανία, από τα οποία προέρχεται σημαντικό μέρος των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα, όχι μόνο σε απόλυτους αριθμούς επισκεπτών, αλλά και σε διανυκτερεύσεις και σε εισπράξεις.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, ανεξάρτητα από τη φάση στον κύκλο της κρίσης, είναι η μακροχρόνια ελλειμματική δημοσιονομική της κατάσταση [δημόσιο χρέος που προσεγγίζει το ύψος του ΑΕΠ, μεγάλο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης7 (5% το 2008, ενώ το όριο σταθερότητας είναι 3% επί του ΑΕΠ), μεγάλο εμπορικό έλλειμμα]. Και μόνο με την επιβράδυνση του ΑΕΠ, που επιταχύνθηκε στο δεύτερο εξάμηνο του 2008, επιδεινώθηκαν θεαματικά οι όροι δανειοδότησης του κράτους (σημαντική αύξηση του spreed των ελληνικών κρατικών ομολόγων). Ετσι επιταχύνθηκε και ο ρυθμός αύξησης του δημοσίου χρέους.

Σε συνδυασμό με αυτά, αντιφατικές είναι οι επιδράσεις αφ’ ενός λόγω των ακόμα σημαντικού ύψους κοινοτικών εισροών (20,4 δισ. ευρώ από τα διαρθρωτικά ταμεία και 3,9 δισ. ευρώ από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Ανάπτυξης -ΕΓΤΑΑ- και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ) και αφ’ ετέρου της δημοσιονομικής επιτήρησης.

Ολα τα παραπάνω, δηλαδή το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι εκτεθειμένη σε άλλες οικονομίες που βρίσκονται στα πρόθυρα ή είναι ήδη σε κρίση, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, καθώς και χρόνια «διαρθρωτικά» προβλήματα της ελληνικής οικονομίας8 που οξύνθηκαν στην περίοδο συμμετοχής της στην Ευρωζώνη, δείχνουν ότι θα είναι βαθιά η εκδήλωση της κρίσης στην ελληνική οικονομία. Γίνονται προβλέψεις για 2ετή διάρκεια. Θα οξύνει τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιθέσεις με αύξηση της ανεργίας και της μερικής απασχόλησης. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΣΥΕ, του Ιανουαρίου 2009, οι καταγραμμένοι άνεργοι ήταν 465.692 ενώ τον Ιανουάριο του 2008 ήταν 390.210 (αύξηση 19,3%). Τα στοιχεία δίνουν επίσης επέκταση των ευέλικτων σχέσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένοι δείκτες της αστικής στατιστικής, όπως της φτώχειας και του χάσματος φτώχειας, κάνουν ιδιαίτερα ανήσυχους και τους διαχειριστές του συστήματος, επειδή φοβούνται την όξυνση της ταξικής πάλης. Ετσι και η Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας επισημαίνει το μεγάλο ποσοστό, 23% το 2007, της παιδικής φτώχειας (για παιδιά έως 15 χρονών), ενώ το 2005 ήταν 19%. Επίσης, σχεδόν το 1/4 των ατόμων ηλικίας 18-24, το 24%, χαρακτηρίζονται ως φτωχά.

Βεβαίως οι δείκτες της φτώχειας είναι σχετικοί. Το ουσιαστικό είναι ότι οι μισθοί και τα ημερομίσθια υπολείπονται της αυξητικής ανόδου του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας για όλη την περίοδο της ανοδικής φάσης του καπιταλιστικού κύκλου στην Ελλάδα.

Σε αυτή τη λογική κινείται το πρόγραμμα δράσης του υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ύψους 3,23 δισ. ευρώ, που πρόσφατα εξαγγέλθηκε. Ουσιαστικά, π.χ. μετατρέπει το εποχικό επίδομα ανεργίας σε επίδομα απασχόλησης προς τις επιχειρήσεις, επιδοτεί επιχειρήσεις για νέες θέσεις εργασίας στο λεγόμενο τομέα της «πράσινης οικονομίας» και άλλα ανάλογα προγράμματα επιδότησης επιχειρήσεων για την προσωρινή πρόσληψη νέων ανέργων και την επέκταση των ελαστικών εργασιακών θέσεων. Πρόκειται για μέτρα δοκιμασμένα, αμφίβολης ακόμη και της βραχυπρόθεσμης αποτελεσματικότητάς τους.

 

ΑΝΙΣΟΜΕΤΡΙΑ. ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΔΥΝΑΜΕΩΝ.
Ε
ΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη υφίσταται και στη φάση της οικονομικής ύφεσης, όπως και στις άλλες φάσεις του κύκλου της καπιταλιστικής κρίσης υπερπαραγωγής. Χαρακτηρίζει και τους συσχετισμούς μεταξύ των παραγωγικών κλάδων σ’ εθνικό-κρατικό επίπεδο και τους συσχετισμούς στη διεθνή καπιταλιστική αγορά.

Η ύφεση στιγμιαία εξομαλύνει ορισμένες κραυγαλέες ανισομετρίες της παραγωγής σε εθνικό-κρατικό επίπεδο, όμως δεν ανατρέπει την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά ανοίγει ένα νέο κύκλο όξυνσής της.

Το γενικό χαρακτηριστικό της απαξίωσης κεφαλαίου κατά την εξέλιξη της κρίσης δεν εκδηλώνεται αναλογικά από κράτος σε κράτος, από κλάδο σε κλάδο, από επιχείρηση (ατομικό κεφάλαιο και με τη μετοχική μορφή του) σε επιχείρηση.

Ετσι, και κατά τη διάρκεια της ύφεσης και κατά τη φάση της σταθεροποίησης και αναζωογόνησης, συντελούνται ανακατατάξεις στο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ επιχειρήσεων, κλάδων, οικονομιών σε επίπεδο κράτους.

Βεβαίως συχνά οι σημαντικές αλλαγές και ανακατατάξεις κυοφορούνται σε μια πιο μακρόχρονη περίοδο που περιλαμβάνει περισσότερους του ενός κύκλους οικονομικών κρίσεων.

Η σημερινή κρίση αποκρυσταλλώνει τέτοιες αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων που κυοφορήθηκαν την τελευταία 30ετία, με περίπου 3 κύκλους κρίσης για τις περισσότερες από τις προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Αυτές οι αλλαγές επιταχύνθηκαν την τελευταία 10ετία.

 

Τα μερίδια στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν

Είναι χαρακτηριστική η μεταβολή των μεριδίων ορισμένων κρατών ή περιφερειακών ενώσεων στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν. (Βλ. Πίνακα 4).

 

 

Επίσης χαρακτηριστική είναι και η τάση συρρίκνωσης των μεριδίων στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν (ΠΑΠ) για τις ΗΠΑ, την Ευρωζώνη, την Ιαπωνία στην περίοδο 1980-2007 (και με εκτίμηση για το έτος 2008 και πρόβλεψη για το 2009). Αντίθετα αυξάνουν τα μερίδια της Κίνας (αύξηση του μεριδίου κατά 440% για την περίοδο 1980-2007) που έρχεται στην τρίτη θέση, μετά την 2η θέση της Ευρωζώνης ως συνόλου. Επίσης αυξάνει το μερίδιο της Ινδίας (αύξηση κατά 110% για την περίοδο 1980-2007) και της Ρωσίας (αύξηση κατά 19,3% για την περίοδο 2000-2007).

Το μερίδιο της Ευρωζώνης μειώνεται σταθερά στην περίοδο 2000-2007 (κατά 12,8%) και της Ελλάδας επίσης (κατά 24%, με σχεδόν διπλάσια ποσοστιαία απώλεια από το μέσο όρο της Ευρωζώνης). Η τάση επιδείνωσης στα μερίδια συνεχίζεται για τα έτη 2008, 2009 για ΗΠΑ, Ευρωζώνη (και Ελλάδα), Ιαπωνία.

 

Τα μερίδια στις Παγκόσμιες εισροές - εκροές

Σε γενική κατεύθυνση οι ίδιες τάσεις αποτυπώνονται και στα ποσοστιαία μερίδια στις παγκόσμιες εισροές/εκροές κεφαλαίων, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, ιδιαίτερα ως προς την Ευρωζώνη. Συγκεκριμένα: Ανοδικά (με διακυμάνσεις) είναι τα μερίδια εισροών/εκροών για την Κίνα, την Ινδία και τη Ρωσία στην περίοδο 1980-2006, καθοδικά είναι για τις ΗΠΑ, η Ιαπωνία διατηρεί το μερίδιο της στις εκροές, ενώ η Ευρωζώνη αυξάνει το μερίδιό της τόσο στις εισροές όσο και στις εκροές, κατέχοντας την πρώτη θέση παγκοσμίως. Ειδικότερα για την Ελλάδα μειωμένο είναι το μερίδιο στις εισροές 1980-2006 (από 1,22% σε 0,41%) και αυξημένο στις εκροές (από 0% το 1990 σε 0,34% το 2006). Δηλαδή η Ελλάδα γίνεται σε αυτή την περίοδο χώρα εξαγωγής κεφαλαίων. (Βλ. Πίνακα 5).

 

 

 

Τα μερίδια στις Παγκόσμιες
Εξαγωγές - Εισαγωγές εμπορευμάτων

Σημαντικός δείκτης είναι και τα μερίδια στις παγκόσμιες εξαγωγές και εισαγωγές, όπου παρατηρούνται οι εξής τάσεις για την περίοδο 1980-2007:

Οι ΗΠΑ έχουν απώλεια μεριδίου στις εξαγωγές (από 11,1% το 1980 σε 8,41% το 2007), η Ιαπωνία εξίσου απώλεια (από 6,42% σε 5,13%), η Ευρωζώνη σχεδόν διατηρεί το μερίδιο της, με αυξομειώσεις μέσα στην περίοδο, κατέχοντας και διατηρώντας την 1η θέση (1980: 30,75%, 1990: 35,05%, 2007: 29,19%), χωρίς να υποτιμιέται η κατά 6% απώλεια σε ποσοστό μεριδίου την περίοδο 1990-2007. Η Ελλάδα έχει απώλεια μεριδίου (1980: 0,25%, 2007: 0,17%).

Θεαματική αύξηση έχει η Κίνα κατά 890% (1980: 0,89%, 2007: 8,81%), καταλαμβάνοντας τη 2η θέση, μπροστά από τις ΗΠΑ.

Ανερχόμενη, αλλά ακόμη με μικρά μερίδια, είναι η τάση για τη Ρωσία (2007: 2,57%) και την Ινδία (2007: 1,05%).

Οι τάσεις στα μερίδια των παγκόσμιων εισαγωγών καταγράφονται ως εξής:

Η Ευρωζώνη είναι πρώτη στο μερίδιο εισαγωγών αλλά με τάση μείωσης (1980: 34,28%, 2007: 28%), η Ελλάδα με διακυμάνσεις παραμένει στα ίδια επίπεδα (1980: 0,51%, 2007: 0,53%). Μειώνεται το μερίδιο για την Ιαπωνία (1980: 6,81%, 2007: 4,41%), ενώ αυξάνεται για τις ΗΠΑ (1980: 12,39%, 2007: 14,35%), κατέχοντας τη 2η θέση στις εισαγωγές. Αυξάνεται σημαντικά για την Κίνα (1980: 0,96%, 2007: 6,8%), κατέχοντας την 3η θέση. Επίσης αυξάνεται πιο περιορισμένα για τη Ρωσία και την Ινδία. (Βλ. Πίνακα 6).


 

Οι παραπάνω τάσεις μπορούν να μεταφραστούν ως εξής:

 Οι ΗΠΑ παραμένουν ακόμη πρώτη δύναμη στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν, αλλά με επιδείνωση όλων των άλλων δεικτών.

Θεαματική είναι η άνοδος της Κίνας, η οποία ακόμη υπολείπεται ως προς τη συνολική (κατά κεφαλήν) παραγωγικότητά της.

 Βελτιώθηκε η ανταγωνιστική θέση εμπορευμάτων της Ευρωζώνης (επιδείνωση της Ελλάδας) και της Κίνας, ενώ αντίθετα είναι εμφανής η επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.

Χαμηλή είναι ακόμη η ανταγωνιστική θέση της Ινδίας και της Ρωσίας.

 Πιο αντιφατικά αποτυπώνεται η θέση της Ελλάδας, η οποία χάνει μερίδιο στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν, επιδεινώνεται η θέση της ως προς τις εξαγωγές, με κύριο χαρακτηριστικό το συγκριτικά χαμηλό μερίδιο σε σχέση με το μερίδιό της στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν, ενώ βελτιώνεται η θέση της στην εκροή κεφαλαίων.

Ο δείκτης «καθαρή διεθνής επενδυτική θέση» για την Ελλάδα εξακολουθεί να είναι αρνητικός (άθροισμα Αμεσων Επενδύσεων, Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Παραγώγων, Λοιπών Επενδύσεων, Συναλλαγματικών Διαθεσίμων), ύψους 183.944 εκατ. ευρώ το 2008, ωστόσο μειώνεται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (2006: -83,6%, 2007: -94%, 2008: -75,7%)9.

Σε συνδυασμό και με την εξέλιξη άλλων οικονομικών δεικτών που ήδη αναφέρθηκαν, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι στην περίοδο ένταξής της στην ΕΟΚ -και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη- η ελληνική οικονομία είχε αφενός απώλεια της ανταγωνιστικής θέσης της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής της (κυρίως της Μεταποίησης), αφετέρου αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου και εξαγωγής του σε άμεσες επενδύσεις.

Και αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την εκτίμηση του 18ου Συνεδρίου ότι η ελληνική οικονομία κατέχει ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, διατηρώντας την ίδια - προτελευταία θέση - στην Ευρωζώνη αλλά με αναβαθμισμένη θέση στη Βαλκανική αγορά.

 

Ανακατατάξεις κλάδων, κεφαλαίων
Η «πράσινη οικονομία»

Ανακατατάξεις μπορούμε να διαπιστώσουμε και μεταξύ κλάδων της Βιομηχανίας, ζήτημα το οποίο μόνο θίγεται στο παρόν κείμενο.

Η έξοδος από την ύφεση απαιτεί κίνητρα νέων επενδύσεων, επομένως και κίνητρα εισαγωγής νέων τεχνολογιών, κλίμα διαμόρφωσης αγοράς νέων εμπορευμάτων, επομένως και νέο κίνητρο κερδοφορίας. Σήμερα προβάλλεται η «πράσινη οικονομία» (κτήρια αυτοδύναμα σε παροχή ενέργειας και διαχείριση απορριμμάτων, «βιολογικά» αγροτικά προϊόντα κλπ.) κατ’ αναλογία με την προβολή της «νέας οικονομίας» πριν 20 χρόνια. Οπωσδήποτε αξιοποιούνται και νέες ανάγκες του συστήματος, των συσχετισμών και ανταγωνισμών στη διεθνή αγορά, όπως στις ορυκτές πηγές ενέργειας, η μονοπωλιακή αξιοποίηση νέων επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, όπως της γενετικής στην παραγωγή φαρμάκων, φυτικού και ζωικού υλικού, φυτοφαρμάκων, τεχνικών ανάπτυξης φυτών, ζώων κλπ. Με όλα αυτά εμπλέκεται η «πράσινη οικονομία», που είναι κατεύθυνση και της ΕΕ και των ΗΠΑ, επιδιώκοντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις λεγόμενες αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Ανακατατάξεις επίσης γίνονται και μεταξύ ατομικών (ή και εταιρικών) κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη λίστα των 1000 πλουσιότερων ανθρώπων που εδρεύουν στη Βρετανία, που δημοσίευσε η βδομαδιάτικη έκδοση «Sunday Times», από τους 10 που βρίσκονται στην κορυφή οι μισοί αύξησαν τα πλούτη τους εν μέσω κρίσης κατά 1,054 δις ευρώ (κατά 43%) ενώ οι άλλοι μισοί είχαν συρρίκνωση του πλούτου τους κατά 33,738 δις ευρώ (-242%).

Σημειωτέον ότι στη χιλιάδα των κροίσων που δραστηριοποιούνται στη Βρετανία περιλαμβάνονται και 10 Ελληνες, εκ των οποίων 4 βρίσκονται ανάμεσα στους 100 πρώτους (Δ. Λεβέντης, Μ. Λαιμός, Φ. Νιάρχος, Στ. Χατζηιωάννου).

Σε συνθήκες ύφεσης, παράλληλα με την αύξηση του αριθμού ζημιογόνων εταιρειών, εξακολουθεί να υπάρχει κερδοφορία σε επιχειρήσεις είτε εκφρασμένη με μειωμένους ρυθμούς είτε και με αυξημένους. Στη δεύτερη περίπτωση π.χ. συγκαταλέγεται η γερμανική Siemens, η οποία κατά το πρώτο τρίμηνο του 2009 είχε κέρδη 1,01 δις ευρώ έναντι 412 εκατ. στο αντίστοιχο τρίμηνο του 2008 (αύξηση 145%), με αύξηση πωλήσεων 5% σε ετήσια βάση.

Ανάλογα φαινόμενα ισχύουν και για την ελληνική οικονομία. Οι εκτιμήσεις για τα κέρδη των 8 μεγαλύτερων τραπεζών (Εθνική, Alpha, Eurobank, Πειραιώς, Κύπρου, Marfin, ΑΤΕ, Emporiki) στο πρώτο τρίμηνο του 2009 τα υπολογίζουν σε 610 εκατ. ευρώ έναντι 1.195,9 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008, μειωμένα κατά 50%.

Οι ανακατατάξεις στα μερίδια των αγορών με σαφήνεια αποτυπώνονται π.χ. στις αερομεταφορές, στο δείκτη χιλιομετρικών επιβατών μεταξύ ΟΑ και Aegean Airlines. Οι ανακατατάξεις προωθούνται και μέσω εξαγορών που κάνει π.χ. ο όμιλος Marfin (μεταξύ αυτών και της Vivartia και της ΟΑ), των κυοφορούμενων νέων συγχωνεύσεων χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Η τάση αυτή είναι εμφανέστατη στη διεθνή αγορά, ιδιαίτερα στους κλάδους στους οποίους κατ’ αρχήν εκδηλώθηκε η κρίση υπερπαραγωγής, όπως στην αυτοκινητοβιομηχανία (βλέπε για την προοπτική της GM στις ΗΠΑ). Μεγιστάνες του πλούτου έχουν ήδη τοποθετηθεί για τις «ευκαιρίες» εξαγοράς, όπως χαρακτηριστικά είπε ο Μπάφετ, αναφερόμενος ενδεικτικά στις Berkshire, Hathaway.

Ετσι άλλωστε προετοιμάζεται ένας νέος κύκλος συγκεντροποίησης κεφαλαίων, που απαξιώθηκαν στη φάση της ύφεσης, για να τεθούν σε νέα φάση αυτοαύξησής τους μέσω της παραγωγικής διαδικασίας, της διαδικασίας εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.

Η έξοδος από την ύφεση γίνεται με διεκδίκηση πρόσθετου κέρδους, προσπάθεια κατάκτησης νέων μεριδίων στην αγορά κι έτσι οξύνεται ο ανταγωνισμός, η αμφισβήτηση παλιών ρυθμίσεων, η καταοχύρωση μέσω νέων ρυθμίσεων. Ολη η διαδικασία αυξάνει τον κίνδυνο ανατροπής και διαμόρφωσης νέων ρυθμίσεων στη διεθνή (ή περιφερειακή) αγορά με ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Φυσικά η φάση της ύφεσης φέρνει καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, με τη μορφή απαξίωσης εμπορευμάτων και πρώτ’ απ’ όλα της πρώτης παραγωγικής δύναμης, του ανθρώπου. Αυτό εκδηλώνεται με απότομη αύξηση της ανεργίας, με μείωση μισθών-ημερομισθίων, με συνολικά δυσμενέστερους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (3ήμερη ή 4ήμερη βδομαδιάτικη εργασία με αντίστοιχη μείωση του εργατικού εισοδήματος, περικοπή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κλπ.).

Η τάση των καπιταλιστών είναι να ρίξουν τα βάρη της κρίσης όσο δυνατό περισσότερο στους μισθωτούς, δηλαδή να αυξήσουν το βαθμό εκμετάλλευσης, για να βγάλουν μεγαλύτερη υπεραξία στη μονάδα του χρόνου. Αυτή όμως η τάση προκαλεί και όξυνση της ταξικής πάλης, τουλάχιστον στο οικονομικό επίπεδο.

Οι εκφραστές των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου, της πολιτικής εξουσίας του, επιχειρούν να χειραγωγήσουν πρώτ’ απ’ όλα την όξυνση της ταξικής πάλης σε πολιτικό επίπεδο, να μην εκφραστεί ως πάλη αμφισβήτησης - σύγκρουσης με την αστική εξουσία. Σε αυτή τη βάση διαμορφώνονται πολιτικές διαχείρισης της κρίσης, που έχουν και το στοιχείο της διαχείρισης της πιο οξυμένης φτώχειας και εξαθλίωσης. Πρόκειται για μια αντιφατική διαδικασία. Υιοθετούν κυρίως μέτρα επιδότησης των επιχειρήσεων για νέες προσλήψεις αλλά με μειωμένο ωράριο και μειωμένο μισθό, και όχι μέτρα άμεσης επιδότησης όλων των ανέργων.

Επειδή εκδήλωση της κρίσης, δηλαδή φάση της ύφεσης, σημαίνει κυρίως πτώση των επενδύσεων ιδιωτικού κεφαλαίου, εκδήλωση αδυναμίας ρευστοποίησης, δυσμενέστεροι όροι δανειοδότησης κλπ., το κράτος (κεντρική κυβέρνηση και Κεντρική Τράπεζα) παρεμβαίνει με προγράμματα κρατικών επενδύσεων, παροχής κρατικών εγγυήσεων και άλλα. Στοιχεία των κρατικών επενδύσεων είναι και οι κρατικοποιήσεις τραπεζών, ασφαλιστικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων. Με τις κρατικοποιήσεις (ολικώς ή κυρίως με κρατική συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο) προετοιμάζεται ένας νέος κύκλος συγκεντροποίησης και ενίσχυσης του ιδιωτικού κεφαλαίου μέσω για τη μελλοντική επανιδιωτικοποίηση.

Αυτά τα οικονομικά εργαλεία είναι αναγκαία για τη διαχείριση του εκμεταλλευτικού συστήματος και όχι στοιχεία μιας πολιτικής περισσότερο φιλολαϊκής. Είναι εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν και στο παρελθόν, τόσο από φιλελεύθερα αστικά όσο και από σοσιαλδημοκρατικά (αστικοποιημένα, εκφυλισμένα εργατικά) κόμματα, ενώ προβάλλονται ως φιλεργατική «αριστερή» πολιτική από πολιτικά σχήματα προερχόμενα από ένα νέο ιστορικά οπορτουνιστικό ρεύμα στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος).

Είναι χαρακτηριστικές οι κρατικοποιήσεις που έγιναν στο παρελθόν, π.χ. της ΟΑ από κυβέρνηση της ΝΔ στη δεκαετία του 1970, από το ΠΑΣΟΚ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980. Αλλωστε, σε τελευταία ανάλυση, πάλι πληρώνει η λαϊκή πλειοψηφία, κυρίως μέσω της έμμεσης φορολογίας. Υπάρχει και η πείρα της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα και αντίστοιχα στην Ευρώπη.

Χαρακτηριστική είναι και η τοποθέτηση του νομπελίστα Π. Κρούγκμαν, οικονομικού εγκεφάλου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς: «Οι σημερινές κρατικοποιήσεις είναι ο προθάλαμος για τις αυριανές ιδιωτικοποιήσεις»10.

Από αυτή την άποψη η μοναδική σημασία της πολιτικής τοποθέτησης υπέρ κάποιων κρατικοποιήσεων ή «το δίλημμα με τις Τράπεζες ή με την κοινωνία» που προβάλλεται από οπορτουνιστικά σχήματα, όπως ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, είναι η λειτουργία τους ως ανάχωμα της πολιτικής πάλης, γιατί η πολιτική τους δεν έρχεται σε συνολική σύγκρουση με την κυριαρχία των μονοπωλίων και την εξουσία τους, την Ευρωπαϊκή Ενωσή τους.

Δεν υπάρχει «κοινή» διέξοδος από την κρίση για τους μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους από τη μια μεριά και τους καπιταλιστές και όσα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων αναπαράγονται μαζί τους από την άλλη.

Ανάλογα με το βάθος και τη διάρκεια της ύφεσης μπορούν να διαμορφωθούν συνθήκες «οι πάνω να μην μπορούν, οι κάτω να μη θέλουν» να εξουσιάζονται με τον τρόπο που γινόταν προηγούμενα. Βεβαίως τέτοιες συνθήκες προετοιμάζονται, ποσοτικά συσσωρεύονται σε συνθήκες οποιασδήποτε κρίσης, πιο έντονα σε συνθήκες ύφεσης, με την προϋπόθεση της ανάλογα προσανατολισμένης ιδεολογικής-πολιτικής και οργανωτικής παρέμβασης της κομμουνιστικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης.

Ανεξάρτητα από την πορεία της σημερινής κρίσης, δηλαδή από το αν η ύφεση θα βαθύνει το 2010 ή όχι, το σίγουρο είναι ότι και η προηγούμενη αναζωογόνηση σε διεθνές επίπεδο, ιδιαίτερα για την οικονομία της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, των ΗΠΑ, ήταν αναιμική.

Αν και η Ευρωζώνη εμφανίζεται πιο σταθερή στη διεθνή της θέση σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, το σίγουρο είναι ότι αυτή συνοδεύεται από ανισομετρία μεταξύ των ξεχωριστών οικονομιών της και από όξυνση των αντιθέσεων, ακόμη και μεταξύ των κρατών-μελών του σκληρού πυρήνα της, μεταξύ Γαλλίας-Γερμανίας, μεταξύ των οικονομιών της διαμόρφωσης της Ευρωζώνης των 15 και των οικονομιών της διευρυμένης Ευρωζώνης των 27. Το βέβαιο είναι ότι οι εσωτερικές της ανισομετρίες θα αντανακλαστούν και στη μακροπρόθεσμη πορεία της θέσης του ευρώ στο διεθνή συναλλαγματικό συσχετισμό, πολύ περισσότερο με την τάση ισχυροποίησης άλλων νομισμάτων, όπως το κινέζικο γουέν.

Η σημερινή καπιταλιστική δυναμική της Κίνας και της Ινδίας δεν τις απαλάσσει από το αναπόφευκτο της εκδήλωσης οικονομικής κρίσης, ανεξάρτητα αν θα εκδηλωθεί κατά τον παρόντα κύκλο της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το βέβαιο είναι ότι η εκδήλωση της οικονομικής κρίσης σε αυτές τις χώρες θα προκαλέσει όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων πολύ πιο περίπλοκων. Και αυτό γιατί πρόκειται για κοινωνίες με ανισομετρίες, αντίστοιχες με τις σημερινές σε κράτη της Λατινικής Αμερικής ή με της προεπαναστατικής Ρωσίας.

Ανεπιφύλακτα θα εκτιμήσουμε ότι η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, των ανακατατάξεων στο διεθνή ανταγωνισμό, των αλλαγών στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές ενώσεις, δεν μπορεί να καταλαγιάσει χωρίς ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, χωρίς να προκαλέσει όξυνση των ταξικών αντιθέσεων. Αυτή η εκτίμηση καταγράφεται με το δικό της τρόπο και σε Εκθεση του ΔΝΤ, σε Εκθεση του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών των ΗΠΑ και εκτιμήσεις άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Σχετίζεται με τις προσαρμογές της στρατιωτικής στρατηγικής των ΗΠΑ, την επικέντρωσή τους πιο κοντά προς την Ανατολική Ασία, με τη διαφαινόμενη τάση πυρηνικού εξοπλισμού και άλλων κρατών και την αντίδραση των ΗΠΑ. Πρόκειται για τάσεις που γεννά η ίδια η ιμπεριαλιστική φύση του καπιταλιστικού συστήματος, που ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής τους είναι η εργατική ενότητα και χειραφέτηση, η λαϊκή συμμαχία.

Αποφασιστικός παράγοντας είναι η ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική ετοιμότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, η αποφασιστική επίδρασή του στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και στην προσέλκυση των φτωχών και μεσαίων στρωμάτων στη γραμμή της λαϊκής συμμαχίας.

 

 ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 Με σκοπό τη διάσωση του συστήματος προβάλλονται διάφορες ερμηνείες και χαρακτηρισμοί της παρούσας κρίσης, καθώς και διάφορες πολιτικές συνταγές αντιμετώπισής της. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπ. Ομπάμα όσο και της Γαλλίας Ν. Σαρκοζί «οραματίζονται» τον «ανθρώπινο καπιταλισμό». Προσπαθούν να πείσουν ότι οι κρίσεις δεν είναι θεμελιακό στοιχείο του καπιταλισμού, αλλά φαινόμενα κάποιας στρεβλής εκδοχής του ή το αποτέλεσμα κάποιων ξεπερασμένων από τη ζωή ρυθμίσεων στη κίνηση του κεφαλαίου στη διεθνή αγορά.

Με τις τοποθετήσεις και τις πολιτικές πρακτικές τους αντικειμενικά πλήττουν την «αποκλειστικότητα» της παλιάς και σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας στη θεωρία του «καζινοκαπιταλισμού», στην υποτιθέμενη ανάγκη επανεξέτασης της σχέσης «αγοράς - κρατικών ρυθμίσεων» με την ενίσχυση του δεύτερου σκέλους.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΖΙΝΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ»

 Η άποψη αυτή εστιάζεται στην υποτιθέμενη ανεξέλεγκτη κερδοσκοπική κίνηση του χρηματικού κεφαλαίου που συγκεντρώνεται μέσω τραπεζικών - ασφαλιστικών εταιριών και παίρνει τη μορφή διάφορων «επενδυτικών παραγώγων», Hedge Funds κλπ. Ας μη ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά συνδέονται και με τις λειτουργίες της πίστης, ως άμεσης δανειοδότησης σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Συνδέονται επίσης με τις λειτουργίες του χρηματιστηρίου, ως αγοραπωλησία τίτλων ιδιοκτησίας επιχειρήσεων πάσης φύσης - βιομηχανικών, εμπορικών, χρηματοπιστωτικών κλπ. Ολα μαζί μπλέκονται και με τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, τις ισορροπίες στις σχέσεις των νομισμάτων διαφορετικών καπιταλιστικών οικονομιών, ισορροπίες που αποτυπώνονται με διεθνείς συμφωνίες περί ισοδυναμιών (π.χ. το κλείδωμα του ευρώ σε σχέση με τα εθνικά νομίσματα που αντικαταστάθηκαν στην ευρωζώνη). Αποτυπώνονται σε ισορροπίες που διαμορφώνονται, ανατρέπονται και επαναδιαμορφώνονται στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, πάντα με άμεσες κρατικές παρεμβάσεις, μέσω της νομισματικής πολιτικής ή μέσω αγοραπωλησιών συναλλάγματος από τις κεντρικές τράπεζες.

Αν και πρόκειται περί περίπλοκων μηχανισμών, η ακριβής ανάλυση των οποίων δεν είναι στις προθέσεις του παρόντος κειμένου, θίγονται για να κατανοηθεί ότι σε κάθε περίπτωση και σε κάθε περίοδο υφίστανται κρατικές και διακρατικές ρυθμίσεις σε κάθε εσωτερική, περιφερειακή και στη διεθνή αγορά.

Η ενοχοποίηση του «νεοφιλελευθερισμού» για τη δήθεν έλλειψη κρατικών και διακρατικών ρυθμίσεων, με αποτέλεσμα την κρίση του ή αλλιώς την «κρίση του καζινοκαπιταλισμού», βολεύει την απενοχοποίηση του καπιταλισμού.

Αλλωστε και η σοσιαλδημοκρατία άσκησε «νεοφιλελεύθερη» πολιτική τα τελευταία 20 χρόνια, όπως και προηγουμένως τα κόμματα του αστικού φιλελευθερισμού άσκησαν πολιτική ενισχυμένης κρατικής παρέμβασης με άμεσα κρατικές επιχειρήσεις και με τόνωση της ζήτησης μέσω γενικευμένων δημοσίων υπηρεσιών αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (παιδείας, υγείας, πρόνοιας, ασφάλισης). Οπως ο προηγούμενος τύπος διαχείρισης, περισσότερο γνωστός στην καπιταλιστική Ευρώπη ως κεϋνσιανός, εξάντλησε τα όριά του με τη βαθιά και συγχρονισμένη κρίση του 1971-1973, έτσι και τώρα εξαντλήθηκε η «δυναμική» που έδωσαν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στη διεθνή καπιταλιστική υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου.

Αυτό που γίνεται σήμερα, η απαξίωση κεφαλαίων σε οποιαδήποτε μορφή (εμπορευματική, χρηματική) και η απαξίωση της εργατικής δύναμης (εμπόρευμα), έγινε κατ’ επανάληψη στο παρελθόν, με τυπική έναρξη στις αρχές του 19ου αιώνα, θα γίνει και στο μέλλον όσο θα υπάρχει καπιταλισμός.

Το αναπόφευκτο των κρίσεων βρίσκεται στο DNA του καπιταλισμού: Βρίσκεται στον αντιφατικό εμπορευματικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής, στην αναρχία και ανισομετρία της, στην τάση να εξασφαλίζεται αρχικά το πρόσθετο καπιταλιστικό κέρδος με την εισαγωγή νέων μηχανημάτων πιο παραγωγικών, αλλά και με την εξαγωγή βιομηχανικού κεφαλαίου σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη, παράγοντες που οξύνουν την αντίθεση κεφαλαίου - εργατικής δύναμης, την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, λόγω της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Ολα τα παραπάνω στοιχεία, ενδεικτικά αναφερόμενα, συνιστούν δυσκολία, δυσκαμψία, εκδήλωση ανισορροπιών στην ολοκλήρωση του κύκλου διευρυμένης αναπαραγωγής, λόγω όξυνσης των καπιταλιστικών αντιθέσεων. Καπιταλιστική οικονομία σημαίνει να συσσωρεύονται αμύθητα κέρδη, δηλαδή η χρηματιστική κερδοσκοπική έκφραση της απομύζησης της υπεραξίας από την εργατική τάξη. Σημαίνει ότι τα αμύθητα κέρδη, εκφρασμένα σε διάφορες μορφές κεφαλαίου, και μάλιστα στη σφαίρα της κυκλοφορίας του (αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και χρηματοδοτικές εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων, Hedges Funds), για να αναπαραχθούν ως κεφάλαιο, ως αυτοαυξανόμενη αξία, πρέπει να ξαναμπούν στην παραγωγική διαδικασία: να ρουφήξουν, ως ο βρυκόλακας, νέα απλήρωτη εργασία, να την μετατρέψουν σε εμπόρευμα, που με την πώλησή του θα   εκφραστεί σε νέο κέρδος.

Το κίνητρο του κέρδους, του όλο και μεγαλύτερου, της έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, και ιδιαίτερα σε συνθήκες υποχώρησης του εργατικού κινήματος, είναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας.

Επιτάχυνση και ένταση της παραγωγικής διαδικασίας στα άκρα της σημαίνει και όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στο κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Δηλαδή σημαίνει ότι οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Ταυτόχρονα σημαίνει και τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους.

Η πηγή της κρίσης μπορεί να στερέψει μόνο με την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, με την ανατροπή της εξουσίας της καπιταλιστικής τάξης.

Οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε ως παρασιτική κερδοσκοπία είναι εκδηλώσεις της σήψης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού: είτε αφορά τα καλοπληρωμένα στελέχη («Golden Boy’s») των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων είτε τα κυβερνητικά σκάνδαλα προμηθειών από τις συναλλαγές κράτους - μονοπωλίων είτε τις υπόγειες ρυθμίσεις μεταξύ των οργανισμών διαχείρισης δημόσιας περιουσίας και χειραγώγησης των τιμών στα χρηματιστήρια είτε την υπόγεια αγοραπωλησία δημόσιας γης και άλλα ανάλογα φαινόμενα. Βάση όλων αυτών αποτελεί η μετοχική εταιρία, το χρηματιστικό κεφάλαιο (σύμφυση βιομηχανικού - τραπεζικού κεφαλαίου).

Γι’ αυτό άλλωστε η ιστορία του καπιταλισμού είναι γεμάτη από ανάλογα σκάνδαλα, σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, περισσότερο ή λιγότερο ισχυρό, με α΄ ή β΄ ιδεολογικού στίγματος κυβερνητικό κόμμα, από τις ΗΠΑ έως την Ιαπωνία, από τη γειτονική Ιταλία έως την Ελλάδα.

 

Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ
ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 Παρεμφερής προς τη θεωρία του «καζινοκαπιταλισμού» είναι η άποψη που θεωρεί ως αποκλειστική αιτία της κρίσης τις υπάρχουσες δομές και λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε διεθνές επίπεδο, στο οποίο βεβαίως συμπεριλαμβάνονται και το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, οι Οργανισμοί (στην πραγματικότητα χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις) αξιολόγησης και δανειοδότησης κρατικών φορέων.

Πέραν των φορέων της παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας, φορείς αυτής της άποψης είναι κράτη όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, η Βραζιλία, που δυναμικά διεκδικούν αναβάθμιση της θέσης τους στις διεθνείς διακρατικές καπιταλιστικές ρυθμίσεις, αμφισβητώντας τις υπάρχουσες.

Την άποψη αυτή υποστηρίζει και το πλέον ρεαλιστικό ρεύμα από τους πολιτικούς και οικονομικούς διαχειριστές των αμερικάνικων συμφερόντων στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, π.χ. Π. Κρούγκμαν, Τζ. Στίγκλιτς. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως φορέας του ρεαλιστικού ρεύματος, με τις ΗΠΑ να ηγούνται των όποιων αναγκαίων αλλαγών στις διεθνείς διακρατικές ρυθμίσεις και αναγνωρίζοντας δικαιώματα συμμετοχής και άλλων κρατών στη διοίκηση ανάλογων διεθνών οργανισμών11.

Αλλά και ο πρόεδρος της Γαλλίας, Ν. Σαρκοζί, αναγνώρισε την ανάγκη αναμόρφωσης του υπάρχοντος συστήματος ροών του χρηματικού κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο, που εξειδίκευσε η γαλλίδα υπουργός Οικονομίας.12

Η υπουργός Οικονομίας της Γαλλίας, Κριστίν Λαγκάρντ, στη συνάντηση των ομολόγων υπουργών του G20, στις 14 Μαρτίου 2009, πρότεινε την επιτήρηση όσων δραστηριοποιούνται στις χρηματοοικονομικές αγορές, π.χ. τα αντισταθμιστικά ταμεία, τα οποία δεν υπόκεινται σε κανόνες διαφάνειας, αν και έχουν περίπου 50% συμμετοχή στις συναλλαγές. Πρότεινε αυστηρότερους κανόνες, κλιμάκια αξιολόγησης περίπλοκων προϊόντων, τακτική δημοσίευση των απολογισμών τους.

Ολες αυτές οι τοποθετήσεις πασχίζουν να επουλώσουν τις πληγές στο σύστημα του καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις αιτίες τους. Και βέβαια αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο και επιβεβλημένο για τους εκπροσώπους του συστήματος, αλλά σε πλήρη αντίθεση με τις ανάγκες και τις δυνατότητες του εργατικού κινήματος και της λαϊκής συμμαχίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ιδεολογική χειραφέτηση του εργατικού κινήματος από κάθε μορφή αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και η ικανότητά του να οικοδομήσει συμμαχία με άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα, απεγκλωβίζοντάς τα από τη μια ή την άλλη παραλλαγή αστικής πολιτικής, από το ένα ή άλλο ιμπεριαλιστικό κέντρο.

Το αδύνατο σημείο είναι ότι ακόμη δεν είναι καθαρά διαμορφωμένες ιδεολογικά - πολιτικά και οργανωτικά οι ανάλογες κομμουνιστικές πρωτοπορίες, ώστε να ηγηθούν σε αυτό τον προσανατολισμό του εργατικού κινήματος και της αντιμονοπωλιακής - αντιιμπεριαλιστικής λαϊκής συμμαχίας. Ακόμα δέχονται ισχυρές επιδράσεις από τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις ως προς την αναζήτηση μιας άμεσης πολιτικής διεξόδου από την κρίση με φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, χωρίς να θιγεί η καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού: η μετοχική καπιταλιστική ιδιοκτησία, που συγκροτείται σε μονοπωλιακούς ομίλους βιομηχανικών - εμπορικών - τραπεζικών επιχειρήσεων, που δίνει τη σύμφυση βιομηχανικού-εμπορικού-χρηματικού κεφαλαίου, το χρηματιστικό κεφάλαιο.

Στην πραγματικότητα υπάρχει μεγάλη σύγχυση εξαιτίας της αστικής ιδεολογικής - πολιτικής επιρροής, όπως αναπαράγεται, όχι μόνο από σοσιαλδημοκρατικά, αλλά ακόμη και μέσα σε εργατικά (κομμουνιστικά) κόμματα. Η σύγχυση αφορά τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής, αυτονομώντας τις λειτουργίες της Πίστης από τις λειτουργίες της βιομηχανικής καπιταλιστικής παραγωγής.

 

Η λειτουργία της πίστης

Η πίστη είναι δομικό στοιχείο του πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος ή αλλιώς της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει καπιταλιστική παραγωγή χωρίς να υπάρχει πίστη, γιατί η πίστη έχει τη δική της συνεισφορά στη διαδικασία της αναπαραγωγής με κίνητρο το κέρδος. Η συνεισφορά της είναι ότι επιταχύνει όλη αυτή τη διαδικασία, ώστε το βιομηχανικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης (στο οποίο περιλαμβάνεται και αυτό που έχει συγκεντρωθεί και δοθεί ως πιστωτικό κεφάλαιο από τράπεζες), για να αυξηθεί μέσω της παραγωγής, πρέπει να κάνει όλο τον κύκλο του, να πάρει τη μορφή εμπορευμάτων και στη συνέχεια τη μορφή χρήματος (από την πώληση των εμπορευμάτων).

Οσο πιο γρήγορα επιταχύνεται αυτή η διαδικασία, τόσο δίνει στο βιομηχανικό κεφάλαιο, στους βιομηχάνους, τη δυνατότητα να σπρώξουν τα πράγματα γρήγορα, για να παραχθεί στην επόμενη μονάδα του χρόνου περισσότερη υπεραξία που μετατρέπεται σε κέρδος. Και βέβαια από αυτή την υπεραξία, από αυτή την απλήρωτη δουλειά των μισθωτών εργαζομένων, πληρώνεται για την προσφορά της η τράπεζα ή γενικότερα παίρνουν το μερίδιό τους οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και οργανισμοί.

Ετσι η Πίστη σπρώχνει στην υπερπαραγωγή, στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, μέχρι τη στιγμή που αναπόφευκτα θα διακοπεί αυτή η υπερπαραγωγή, η διευρυμένη καπιταλιστική παραγωγή. Θα διακοπεί, όταν έχει τραβηχτεί στα άκρα της και μαζί θα έχουν οξυνθεί οι συνέπειες της αναρχίας και της σήψης (πλασματικό κεφάλαιο) της καπιταλιστικής παραγωγής, η αντίθεση κεφαλαίου - εργατικής δύναμης. Δεν είναι παράδοξο φαινόμενο η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου να εμφανίζεται μέσω των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων που λειτουργούν ως χώρος συγκέντρωσης κάθε αναπασχόλητου εισοδήματος και μετατροπής του σε κεφάλαιο.

Πάνω σ’ αυτό το χρηματοπιστωτικό σύστημα όμως διαμορφώνεται και η δυνατότητα αυτό να λειτουργήσει σχετικά αυτοδύναμα. Δηλαδή να γίνονται αγοραπωλησίες σε σχέση με το χρηματικό κεφάλαιο που συγκεντρώνεται στις τράπεζες. Και αυτές οι αγοραπωλησίες, πάλι, αποκτάνε τη δική τους τη δυναμική, με διάφορες μορφές και μέσα, ώστε να προσελκύσουν το αναπασχόλητο χρηματικό εισόδημα, για να μετατραπεί κυρίως σε βιομηχανικό ή και εμπορικό κεφάλαιο ή ως καταναλωτικό (στεγαστικό) δάνειο, να διευκολύνει στη μετατροπή του εμπορικού κεφαλαίου σε χρηματικό. Το ίδιο γίνεται και στα χρηματιστήρια και αυτά σχετικά αυτονομούνται, ως κεφαλαιαγορά - αγοραπωλησία των μετοχών που είναι τίτλοι ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, στα κέρδη της βιομηχανίας που η βάση τους είναι η αφαίρεση του υπερπροϊόντος.

Το λιγότερο είναι απλούστευση -αν δεν είναι συνειδητή απάτη- η απομόνωση των παρασιτικών φαινομένων και ο χαρακτηρισμός τους είτε ως «καζινοκαπιταλισμός» είτε ως στρεβλώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε διεθνές επίπεδο. Δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλιστική παραγωγή, βιομηχανικό κεφάλαιο, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα τραπεζικό κεφάλαιο, χρηματιστικό κεφάλαιο, χωρίς να παράγει και τα παρασιτικά του φαινόμενα, χωρίς να παράγει το πλασματικό κεφάλαιο (στο μεγαλύτερο μέρος κάποιων επενδυτικών προϊόντων όπως και τα «τοξικά ομόλογα») ή τις πλασματικές τιμές των χρηματιστηριακών τιμών.

Η σήψη και ο παρασιτισμός (π.χ. το γεγονός ότι το 2008 τα παράγωγα διεθνώς αναλογούσαν στο 976% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος) είναι προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο μονοπωλιακό της στάδιο, προϊόν της μετοχικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Είναι φύση του καπιταλισμού η τάση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και εξίσου στη φύση του είναι η τάση διόγκωσης του πλασματικού κεφαλαίου, όπως και η αναγκαστική διακοπή της υπερπαραγωγής και η απαξίωση του κεφαλαίου.

Το ζήτημα είναι ότι οι ιδεολόγοι και πολιτικοί φορείς του «καζινοκαπιταλισμού» και της ενοχοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνειδητά παραπλανούν, ενώ πριν δέκα χρόνια εκθείαζαν τις μεγάλες δυνατότητες της παγκοσμιοποίησης. Υπερθεμάτιζαν για τις δυνατότητες που έδιναν οι νέες τεχνολογίες, μ’ ένα κλικ στο computer, το διασυνδεμένο με το διαδίκτυο, να γίνεται η αγοραπωλησία μετοχών από την Ελλάδα στις ΗΠΑ. Αυτό θεωρούνταν ως το δυναμικό στοιχείο της ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης, ενώ σήμερα ενοχοποιείται η δήθεν φιλελεύθερη εκδοχή της.

Αυτές οι ιδεολογικές προσαρμογές έχουν το στοιχείο της συνειδητής παραπλάνησης από τη σκοπιά των αστών, αυτών που καθαρά μιλούν υπέρ του καπιταλιστικού συστήματος, υπέρ του κεφαλαίου, υπέρ της ατομικής ιδιοκτησίας στα μεγάλα και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής. Είναι όμως ακόμη πιο επικίνδυνο το στοιχείο της παραπλάνησης, όταν προέρχεται από πολιτικούς φορείς όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που δεν τάσσονται ανοικτά υπέρ του καπιταλισμού, αλλά υποστηρίζουν ότι παλεύουν για το «δημοκρατικό σοσιαλισμό», για μία ριζοσπαστική, αριστερή συγκέντρωση δυνάμεων που θα αναδείξει μια αριστερή διακυβέρνηση και θα εφαρμόσει μια αριστερή πολιτική, τέτοια που θα κάνει πιο ανθρώπινο τον καπιταλισμό, θα τον φέρει πιο κοντά στο σοσιαλισμό.

Ανακεφαλαιώνοντας: Η κρίση δεν είναι μόνο ένα «κακό» του καπιταλισμού, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας αναγκαίος κλυδωνισμός του, που μπορεί απότομα να ενεργοποιήσει τους μισθωτούς εργαζόμενους και να δώσει στους αυτοαπασχολούμενους τη δυνατότητα να βγάλουν γρήγορα πολιτικά συμπεράσματα ή εκ των πραγμάτων να βρεθούν στην ανάγκη να πάρουν θέση μάχης στο «δια ταύτα». Και το «δια ταύτα» είναι να παλέψουν, να δρομολογήσουν με τη δική τους στάση εξελίξεις που θα φέρουν στην ημερήσια διάταξη τη σύγκρουση με τη μεγάλη ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, με την οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας, με την εξουσία, με το κράτος του κεφαλαίου. Να έρθουν σε μία σύγκρουση ολική, όταν θα διαμορφωθεί ένα σύνολο των προϋποθέσεων και των παραγόντων, ώστε να γίνουν κύριοι του πλούτου που παράγουν, των μέσων που χρησιμοποιούν στην παραγωγική διαδικασία, να γίνουν κύριοι της οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά, δηλαδή να παλέψουν, να έρθουν σε πλήρη σύγκρουση για να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, αυτό που λέμε Λαϊκή Εξουσία.

Και σε αυτή την κατεύθυνση, η ιδεολογική προετοιμασία είναι θεμελιακή.

 

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΕΡΙ «ΥΠΕΡΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ» ΣΤΡΕΒΛΩΣΗΣ
ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 Ορισμένοι προβάλλουν την ανάγκη «νέου μοντέλου» για την ελληνική οικονομία (κατεύθυνση της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ»). Ισχυρίζονται ότι η υπερταχεία πρόοδος της Ελλάδας την περίοδο 2000-2008, σύμφωνα με τους δείκτες ευημερίας του ΟΗΕ (κατέλαβε την 24η θέση σε σύνολο 175), ήταν αποτέλεσμα υπερκατανάλωσης και υπερχρέωσης του κράτους, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Θεωρούν ότι αυτό το μοντέλο εξάντλησε τις δυνατότητές του, ενώ το νέο θα είναι αναγκαστικά πιο νοικοκυρεμένο, πιο παραγωγικό, πιο λιτό. Παρεμφερής είναι και η τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Αυτή η άποψη συνειδητά επιχειρεί να αναβαπτίσει στη λαϊκή συνείδηση τον καπιταλισμό. Η άμεση εξάρτηση από τις τράπεζες (στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες), ένα ορισμένο βιοτικό επίπεδο, υποθηκευμένο στο άμεσο μέλλον και όχι η «υπερκατανάλωση», είναι χαρακτηριστικό του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όπως ήδη αναφέραμε. Αυτό φαίνεται και από την υπερχρέωση στις ΗΠΑ, όπου πήρε και τη μορφή της μαζικής χρησιμοποίησης του πλαστικού χρήματος.

Η θεωρία της υπερκατανάλωσης ή και αντίστροφα της υποκατανάλωσης παραγνωρίζει το κίνητρο της καπιταλιστικής παραγωγής που είναι το κέρδος, η απόσπαση υπεραξίας και όχι η παραγωγή αξιών χρήσης για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Αποσιωπά το γεγονός ότι αρχικά η αναρχία και η ανισομετρία εκδηλώνεται μεταξύ των ίδιων των καπιταλιστών που αγοράζουν και πωλούν μεταξύ τους εμπορεύματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στην καπιταλιστική παραγωγή, ότι εκδηλώνεται μεταξύ των κλάδων της βιομηχανικής παραγωγής.

Στην κρίση διακόπτεται απότομα η διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή. Ομως καπιταλιστική αναπαραγωγή (πολύ περισσότερο διευρυμένη) δεν σημαίνει μόνο παραγωγή προϊόντων άμεσης κατανάλωσης αλλά και παραγωγή βιοχηχανικών προϊόντων που είτε μπαίνουν άμεσα (ως σταθερό κεφάλαιο) στα προϊόντα άμεσης κατανάλωσης είτε κυκλοφορούν μεταξύ των διαφορετικών σφαιρών παραγωγής (ας πούμε βιομηχανικών κλάδων) της κατηγορίας παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων (για την άμεση εισροή τους ως βιομηχανικές ύλες κλπ. στην παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων ή για την αντικατάσταση πάγιου κεφαλαίου).

Η αναρχία και ανισομετρία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής πρώτ’ απ’ όλα εκδηλώνεται αφ’ ενός μεταξύ των συναλλαγών των καπιταλιστών μέσα στην κατηγορία παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων και αφ’ ετέρου μεταξύ αυτών και των καπιταλιστών της κατηγορίας παραγωγής προϊόντων άμεσης κατανάλωσης.

Η κρίση, μέσω της ύφεσης, έρχεται εν μέρει και στιγμιαία να αποκαταστήσει αυτές τις δυσαναλογίες. Δευτερευόντως εκδηλώνεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας των προϊόντων άμεσης κατανάλωσης (συναλλαγή καταναλωτή με επιχειρηματία), δηλαδή ως καταναλωτική αδυναμία του εργατικού εισοδήματος, που βέβαια η όξυνσή της σχετίζεται ευθέως ανάλογα με το βαθμό εκμετάλλευσης.

Είναι πέρα για πέρα αποπροσανατολιστικές οι θεωρίες ότι για την κρίση ευθύνεται η «υπερκατανάλωση», οι αυξήσεις των μισθών / ημερομισθίων, το ότι μια κοινωνία καταναλώνει περισσότερο απ’ ότι παράγει ή ό,τι όλα αυτά διαμόρφωσαν τα δημοσιονομικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Γι’ αυτό άλλωστε η πρώτη προσαρμογή εκδηλώνεται με μείωση των επενδύσεων ιδιωτικού κεφαλαίου. Η μεγάλη μείωση κατά 11,5% της ζήτησης επενδυτικών προϊόντων το 2008 (έναντι αύξησης κατά 4,9% το 2007) προήλθε από τη μεγάλη μείωση των επενδύσεων στις κατασκευές (εκτός δημοσίων έργων) και σε εξοπλισμό. Το 2008 η συμβολή των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στη μεταβολή του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (2,9% του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 2000) ήταν -2,8%, ενώ η συμβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν 1,6% και της δημόσιας κατανάλωσης 0,5%13. Ετσι διαμορφώνεται το «παράδοξο» (στην πραγματικότητα η αντίφαση), π.χ. να υπάρχουν στις ΗΠΑ απούλητα (ή κατασχεμένα) διαμερίσματα και μονοκατοικίες (υπερπαραγωγή κατοικιών) και ταυτόχρονα εκατομμύρια άστεγοι.

Στο κίνητρο του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους, στο νόμο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού οφείλεται το εξίσου «παράδοξο»: Να καταστρέφεται στην Ελλάδα ο γαλακτοπαραγωγός, ενώ αναπτύσσεται η βιομηχανία γάλακτος χρησιμοποιώντας εισαγόμενη πρώτη ύλη (σκόνη γάλακτος). Ετσι εξηγείται να πέφτουν οι τιμές εκροών (που πωλούν) για τους αγροτοπαραγωγούς, ενώ αυξάνουν οι τιμές εισροών (σε αναλώσιμα μέσα και πάγιο κεφάλαιο), με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος, κυρίως για τα μικρά και σε αρκετές περιπτώσεις και για τα μεσαία νοικοκυριά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αναπαραγωγή τους και την κατανάλωση.

Στο ίδιο το κίνητρο του μέγιστου δυνατού κέρδους εμφανίζεται και η αντίφαση να διοχετεύεται η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου ως εξαγωγή σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη και βιομηχανικές ύλες, π.χ. από την Ελλάδα προς τις βαλκανικές και όχι στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή εργαλειομηχανών.

Αλλωστε η αντίφαση μεταξύ εξαγωγής κεφαλαίων από κατοίκους της Ελλάδας και ταυτόχρονα εισαγωγής κεφαλαίων για τις ανάγκες της κεντρικής κυβέρνησης και όχι μόνο είναι φαινόμενο του ελληνικού καπιταλισμού σχεδόν από τη γέννησή του. Είναι αποτέλεσμα των ιστορικών συνθηκών που διαμόρφωσαν τους πυρήνες της ελληνικής αστικής τάξης ή της ελληνικής ομογένειάς της στις διεθνείς μεταφορές, στο διεθνές εμπόριο και στις έμμεσες ξένες επενδύσεις (χρηματικές επενδύσεις σε ξένες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, κρατικά ομόλογα άλλων κρατών κλπ.).

Αυτές οι αντιφάσεις οξύνθηκαν με την ένταξη της Ελλάδας αρχικά στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην Ευρωζώνη. Μέρος αυτών των αντιφάσεων ήταν και η αύξηση του εισοδήματος μεσαίων στρωμάτων με κίνητρα καταστροφής της παραγωγής τους (π.χ. επιδότηση απόσυρσης αγροτικών προϊόντων). Η εξαγορά μέσω των κοινοτικών εισροών-προγραμμάτων επεκτάθηκε και σε τμήματα των μισθωτών, π.χ. των κρατικών επιχειρήσεων, καθώς και με τη διαμόρφωση πολυδαίδαλων μηχανισμών εξαγοράς των εκλεγμένων στα όργανα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

 

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΟΤΙ ΤΟ ΕΥΡΩ ΕΙΝΑΙ ΑΣΠΙΔΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΡΙΣΗΣ

 Κοντεύει μια δεκαετία από τη λειτουργία του ευρώ. Η ζωή επιβεβαίωσε τις προβλέψεις και εκτιμήσεις του ΚΚΕ. Το μερίδιο των μισθωτών εργαζομένων στην πίτα του παραγόμενου πλούτου έγινε μικρότερο, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις χώρες του σκληρού πυρήνα της ΕΕ. Ταυτόχρονα η ανισομετρία βάθυνε. Συρρικνώθηκε η εγχώρια παραγωγή που αφορά τις διατροφικές και άλλες λαϊκές ανάγκες, συρρικνώθηκαν οι τιμές παραγωγού των αγροτικών προϊόντων, ενώ αυξήθηκαν οι τιμές των αντίστοιχων βιομηχανικών προϊόντων.

Αρα αποκαλύπτεται ο μύθος ότι το ευρώ είναι ασπίδα για τις υποδομές της εγχώριας παραγωγής και για το λαϊκό εισόδημα. Π.χ. με την ένταξη στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην Ευρωζώνη συρρικνώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό η κτηνοτροφική παραγωγή, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης σε βοδινό και χοιρινό κρέας να γίνεται από αντίστοιχες εισαγωγές. Αλλά και στη γεωργική παραγωγή υπάρχει το «παράδοξο» να εισάγονται λάδια, οπωροκηπευτικά και άλλα προϊόντα. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΕΕ είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει αρνητικό το ισοζύγιο εξαγωγών - εισαγωγών αγροτικών προϊόντων, να διαμορφωθεί ελλειμματικό εμπόριο αγροτικών προϊόντων.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι το ευρώ δίνει σχετικά μεγαλύτερη θωράκιση στην ελληνική οικονομία, λένε αλήθεια όσον αφορά τους κεφαλαιοκράτες της Ελλάδας. Το ευρώ διευκόλυνε την εξαγωγή κεφαλαίων από την Ελλάδα και επέφερε μεγάλη αύξηση εισαγωγής εμπορευμάτων και ανατιμήσεων που σε τελική ανάλυση επέδρασαν αρνητικά στο βιοτικό επίπεδο της λαϊκής πλειοψηφίας, γιατί αυτή πληρώνει μέσω της φορολογίας όλων των ειδών τα ελλείμματα.

Τόσο από τη ΝΔ όσο και από το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζεται ότι το ευρώ θωράκισε την ελληνική οικονομία από τις επιθέσεις υποτίμησης του νομίσματός της (δραχμής) σε συνθήκες ύφεσης. Και αυτό είναι μια πλευρά της πραγματικότητας. Η άλλη πλευρά, που εξίσου αναδεικνύεται από αστούς οικονομόλογους, είναι ότι με πιο φθηνό νόμισμα (με ευελιξία στην άσκηση νομισματικής πολιτικής) θα γινόντουσαν τα εγχώρια εμπορεύματα πιο ανταγωνιστικά, θα μειωνόταν το εμπορικό έλλειμμα που και αυτό είναι πηγή της αρνητικής διεθνούς επενδυτικής θέσης της ελληνικής οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση αυτές είναι αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανισομετρίας και ανταγωνιστικότητας. Για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σημασία έχει ότι το ευρώ έγινε αιχμή επίθεσης σε κατακτημένα δικαιώματα ότι συνδέεται με αντεργατική - αντιλαϊκή πολιτική, στο πλαίσιο της στρατηγικής της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας που ονομάζεται ΕΕ. Η γραμμή ρήξης - αποδέσμευσης από την Ευρωζώνη και την ΕΕ δεν είναι αντίθεση στη μορφή του χάρτινου ή μεταλλικού νομίσματος. Είναι αντίθεση στι σχέσεις ιδιοκτησίας, στο χαρακτήρα της οικονομίας, στο χαρακτήρα της εξουσίας. Δεν είναι αντίθεση στη συνεργασία και επικοινωνία των λαών, αλλά στη συνεργασία των εκμεταλλευτών τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επομένως συμφέρον του εργατικού και λαϊκού κινήματος είναι να σπάσει την αλυσίδα της Ευρωζώνης. Σε όποιο σημείο της και αν προηγηθεί το σπάσιμο θα είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας εκμετάλλευσης των μισθωτών, ανεξάρτητα από εθνική προέλευση, γλώσσα, ιστορικές και πολιτιστικές παρακαταθήκες.

 

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Η σημερινή κρίση επιβεβαιώνει τη μαρξιστική θέση και πολιτική τοποθέτηση του ΚΚΕ ότι η καπιταλιστική παραγωγή και γενικότερα η καπιταλιστική οικονομία ούτε ήταν ούτε είναι τόσο δυναμική και με ικανότητα να ξεπερνά τις αντιθέσεις της, όπως την παρουσίασαν οι ιδεολογικοί - πολιτικοί εκπρόσωποι του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και οι όψιμοι απολογητές του στην περίοδο νίκης της αντεπανάστασης (1989-1991) στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Παραμένει αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι στη μεγάλη ύφεση της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας την περίοδο 1929-1932 η ΕΣΣΔ είχε μεγάλες κατακτήσεις στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, με ασύλληπτους ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγής, της παραγωγικότητας της εργασίας και της ανάπτυξης του βιοτικού επιπέδου.

Επιβεβαιώνεται η πρόβλεψη του ΚΚΕ ότι η έξοδος από την ύφεση 1997-2000 που αγκάλιασε σταδιακά την Ιαπωνία, τις «Ασιατικές Τίγρεις», χώρες της Λατινικής Αμερικής, τις ΗΠΑ, νομοτελειακά θα οδηγούσε σε μια βαθύτερη και γενικευμένη κρίση υπερπαραγωγής στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Επιβεβαιώθηκε η εκτίμηση του ΚΚΕ και για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, όταν όλοι, εκπρόσωποι της ΝΔ και προηγούμενα του ΠΑΣΟΚ, υπερηφανεύονταν για τους μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης.

Επιβεβαιώθηκε η πρόβλεψη του ΚΚΕ για τις αρνητικές συνέπειες της ένταξης στην Ευρωζώνη στην εγχώρια βιομηχανική και αγροτική παραγωγή και το λαϊκό εισόδημα σε αντίθεση με την αύξηση των κερδών και της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Οι εξελίξεις αποκαλύπτουν τη διπροσωπία του ΣΥΝ, με θέσεις που να προσφέρουν αριστερό άλλοθι στην ένταξη στην Ευρωζώνη (περί αναγκαιότητας του ευρώ) και στην ΕΕ, στον φιλομονοπωλιακό εκφυλισμό της ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και όχι μόνο, στη δυσφήμηση των απεργιακών και άλλων κινητοποιήσεων που τις χαρακτήριζε ως «επαναστατική γυμναστική», στην ανοχή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων και στην προώθησή τους μέσω των ΟΤΑ, σε συνεργασία με δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, ακόμη και του ΛΑ.Ο.Σ.

Αυτά τα συμπεράσματα έχουν πολύ μεγάλη σημασία για το εργατικό κίνημα, για τα κινήματα των λαϊκών τμημάτων μεσαίων στρωμάτων, όπως της αγροτιάς και των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις, για τα ριζοσπαστικά τμήματα κινημάτων στο χώρο της νεολαίας, μαθητικό - φοιτητικό - σπουδαστικό, των γυναικών.

Οι εργατικές και λαϊκές μάζες δεν είναι ούτε παρατηρητές σε συνθήκες εξέλιξης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης ούτε επαίτες «ψίχουλων επιβίωσης» από το κράτος των καπιταλιστών ούτε «σύμμαχοι» των καπιταλιστών για την εξεύρεση «κοινής» συνταγής ανώδυνης εξόδου της καπιταλιστικής κερδοφορίας από την κρίση. Είναι γενική αρχή της καπιταλιστικής κίνησης «η φτώχια και η εξαθλίωσή σου είναι η ζωή μου» για το κεφάλαιο απέναντι στη μισθωμένη εργατική δύναμη. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σε συνθήκες κρίσης, όταν η τάξη του κεφαλαίου νιώθει είτε ατομικά (ομαδικά στις μετοχικές εταιρίες) είτε συλλογικά, είτε σ’ εθνικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο (ευρωζώνη) είτε διεθνώς να απαξιώνεται μέρος του πλούτου που έχει συσσωρεύσει. Οταν βλέπει να κλονίζονται μηχανισμοί που διευκόλυναν αυτή τη συσσώρευση, γενικότερα να τρίζει το εποικοδόμημα της κυριαρχίας της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Αυτόν τον κλονισμό δεν πρέπει να φοβούνται οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Το αντίθετο, με τη συνειδητή, σχεδιασμένη πάλη τους πρέπει να τον βαθύνουν, να τον μετατρέψουν σε ορμητική βία ανατροπής των νόμων, των θεσμών, των μηχανισμών εξουσίας των σημερινών εκμεταλλευτών. Αυτή πρέπει να είναι η επιδιωκόμενη διέξοδος για το εργατικό κίνημα και τη λαϊκή συμμαχία του. Στη σημερινή φάση της ύφεσης πρέπει να τεθούν τα θεμέλια αυτής της προοπτικής, ώστε στον επόμενο κύκλο, στην επόμενη εκδήλωση της κρίσης να είναι οργανωμένη και προετοιμασμένη η στρατιά των επαναστατικών ανατροπών, του σοσιαλισμού.

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Η Κίνα και η Ινδία κατατάσσονται ακόμα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, λόγω του χαμηλού κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους.

2. Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2008, σελ. 79.

3. Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2008, σελ. 36.

4. Eurostat Statistics in Focus, 18/2009.

5. Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2008, σελ. 36.

6. Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2008, σελ. 67.

7. Η γενική κυβέρνηση περιλαμβάνει και τους δημόσιους οργανισμούς.

8. Πρόκειται κυρίως για το συγκριτικά μικρότερο μερίδιο προστιθέμενης αξίας της Μεταποίησης στο ΑΕΠ σε σύγκριση με οικονομίες της Ευρωζώνης με ανάλογο πληθυσμιακό μέγεθος και αντίστοιχο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε αντίθεση με το μεγάλο μερίδιο των κατασκευών.

9. Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σελ. 157.

10. Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 15 Μαρτίου 2009.

11. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», στις 24 Μαρτίου 2009, με τίτλο «Καιρός για παγκόσμια δράση», ο Μπ. Ομπάμα υποστήριξε:
«Οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να αναλάβουν ηγετικό ρόλο και καλούμε όλους τους εταίρους μας να συνεργαστούν μαζί μας [...] Θα δράσουμε με τόλμη για την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας και θα μεταρρυθμίσουμε τη ρυθμιστική δομή και αυτές οι πράξεις θα ενισχυθούν από συμπληρωματική δράση στο εξωτερικό [...] Η προσπάθεια περιλαμβάνει και ειλικρινή θεώρηση ισολογισμών των μεγάλων μας τραπεζών και θα οδηγήσει σε απευθείας δανεισμό [...] Στήριξη, οικονομική και ηθική, αυτών που κινδυνεύουν (άλλων κρατών, λαών), γιατί η δική μας ανάκαμψη θα καθυστερήσει επειδή οι αγορές για διάθεση των προϊόντων μας θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο και θα χαθούν πιο πολλές αμερικάνικες θέσεις εργασίας […] Στήριξη από το G20 του ΔΝΤ να παρέχει χρηματοδοτήσεις σε επείγουσες καταστάσεις και να βοηθήσει τις τράπεζες περιφερειακής ανάπτυξης να επιταχύνουν το δανεισμό. […] Να θέσουμε ένα τέρμα στην επικίνδυνη κερδοσκοπία και τις δαπάνες πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες, στο κακό πιστωτικό σύστημα, στις τράπεζες μεγάλης επιρροής και απουσίας εποπτικών μηχανισμών […] Μέτρα ισχυρά κατά των υπεράκτιων φορολογικών παραδείσων και ξεπλύματος χρήματος […] Η Αμερική φέρει το δικό της μερίδιο ευθύνης για το χάος που όλοι αντιμετωπίζουμε. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε ανάμεσα σ’ έναν αυστηρό καπιταλισμό και μια καταπιεστικά ελεγχόμενη από την κυβέρνηση οικονομία».

12. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», την 1 Απριλίου 2009, ο Ν. Σαρκοζί υποστηρίζει ότι κάθε διαχειριστής, θεσμός ή προϊόν της οικονομίας πρέπει να περάσει στον έλεγχο ρυθμιστικής αρχής. Αυτός ο κανόνας να εφαρμοσθεί σε εταιρείες χρηματοπιστωτικής αξιολόγησης, σε κερδοσκοπικά funds, σε φορολογικούς παραδείσους. Επίσης τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης του ΔΝΤ.

13. Εκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σελ. 78.