Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

H σημασία που δίνει το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο στην εκπαίδευση φαίνεται ευθύς εξαρχής με την ίδρυση της ΕΕ και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) και στη συνέχεια με τη στρατηγική της Λισσαβόνας (2000), η οποία εξειδικεύει τις στοχεύσεις για την παιδεία με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ.

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) τα ζητήματα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης αποτελούν βασικούς άξονες άσκησης της κοινοτικής πολιτικής. Η ΕΕ εντάσσει την εκπαίδευση στις «υπηρεσίες» στα πλαίσια της ελεύθερης κίνησης των υπηρεσιών του Μάαστριχτ. Η εκπαίδευση προσαρμόζεται στην ενιαία στρατηγική των αναδιαρθρώσεων. Κάτω από την ομπρέλα της δια βίου μάθησης εντάσσονται εκπαίδευση και κατάρτιση.

Οι κατευθυντήριες γραμμές είναι ενιαίες, καθώς όλα τα κράτη-μέλη καλούνται να υλοποιήσουν και να εξειδικεύσουν την πολιτική αυτή, η οποία ελέγχεται με δείκτες, στόχους και χρονοδιαγράμματα (π.χ. μέχρι το 2010 και το 2020). Συγκεκριμένοι στόχοι είναι:

1. Η εκπαίδευση, συγκαταλεγμένη στις υπηρεσίες, εντάσσεται στην αγορά, ιδιωτικοποιείται, εμπορευματοποιείται, γίνεται πεδίο κερδοφορίας του κεφαλαίου.

2. Με κορμό τη στρατηγική της δια βίου μάθησης, η εκπαίδευση οφείλει να συμβάλει στην προώθηση της κινητικότητας των εργαζομένων μέσα από την ευελιξία των εργασιακών σχέσεων και την περιπλάνηση της απασχολησιμότητας. Η κεντρική κατεύθυνση της δια βίου μάθησης είναι η απόκτηση στοιχειωδών «δεξιοτήτων» (όπως ανάγνωση, γραφή, αριθμητική) και ευκαιριακών καταρτίσεων που προσαρμόζονται στις ανάγκες της αγοράς. Μια από τις κεντρικές ιδέες αυτής της στρατηγικής είναι η προώθηση της επιχειρηματικότητας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (από τη νηπιακή ηλικία κιόλας!) μέσα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα που εξελίσσονται συχνά-πυκνά (π.χ. «Ανοιξη της Ευρώπης», «αγωγή καταναλωτή» κλπ.).

Είναι χαρακτηριστικό ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο αποτυπώνει πιο καθαρά την αστική στρατηγική για την εκπαίδευση και λέει τα εξής: «με τη δια βίου μάθηση εξασφαλίζεται μεγαλύτερη ευελιξία στην είσοδο και έξοδο σε εκπαιδευτικές δομές, οι όποιες ελλείψεις μπορούν να καλυφθούν εκ των υστέρων και ενδεχομένως το πρόβλημα της εγκατάλειψης του σχολείου, ακόμα και της υποχρεωτικής βαθμίδας, να μην έχει σήμερα και πολύ περισσότερο να μην έχει στο μέλλον την ίδια σημασία και βαρύτητα»!

 

 Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΕ
ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΟΥ «ΕΥΡΩΜΟΝΟΔΡΟΜΟΥ»

 Οι βασικές κατευθύνσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ διαπερνούν το πρόγραμμα και την πολιτική της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ του ΣΥΝ και του ΛΑ.Ο.Σ. ως κομμάτων του ευρωμονόδρομου.

 

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΝΔ

 Με μια σειρά νόμους και παρεμβάσεις προωθεί την επιχειρηματική δράση και λειτουργία των ΑΕΙ-ΤΕΙ (νόμος πλαίσιο, συγγράμματα, μεταπτυχιακά και έρευνα, προώθηση συνταγματικής αναθεώρησης και άρθρο 16, νόμος για τα Κέντρα Ελευθερών Σπουδών, νόμος για την αξιολόγηση των ΑΕΙ).

Ο αριθμός των ιδιωτικών νηπιαγωγείων αυξήθηκε κατά 20,3 % μετά την καθιέρωση ετήσιας υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής χωρίς πρόβλεψη δημόσιων υποδομών. Το ίδιο θα επαναληφθεί και με το νόμο για την ειδική αγωγή.

Η κυβέρνηση ψήφισε το νόμο για τη συστηματοποίηση της δια βίου μάθησης (2005), όπου συστηματοποιείται η υπαγωγή (με ένα χρονικό ορίζοντα) της εκπαίδευσης στο σύστημα κατάρτισης που τελεί υπό τον έλεγχο των εργοδοτών. Ακολουθώντας το δρόμο του ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ έφερε το νόμο για τα ΣΔΙΤ με άμεση εισβολή των επιχειρήσεων στα ζητήματα υποδομών σχολείων και ΑΕΙ-ΤΕΙ.

Τα νέα βιβλία έχουν την κατεύθυνση των δεξιοτήτων για την εξυπηρέτηση της «δια βίου μάθησης» και χρηματοδοτήθηκαν από το Γ΄ ΚΠΣ, ενώ σχεδιάστηκαν από το ΠΑΣΟΚ. Η δήθεν καινοτομία των ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ αναπαράγει με βαθύτερους ταξικούς όρους το διπλό ανισότιμο σχολικό δίκτυο.

Εχοντας ως κεντρικό προσανατολισμό το στόχο της ΕΕ για διαμόρφωση εργατικού δυναμικού πιο άμεσα σνδεδεμένου με τις ανάγκες του κεφαλαίου και τη συγκάλυψη της μαθητικής διαρροής, αναβαθμίζουν την ΤΕΕ ως χώρο που υποδέχεται σε ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά τα παιδιά της λαϊκής οικογένειας που δεν μπορούν να συνεχίσουν -λόγω των ταξικών φραγμών- στο Γενικό Λύκειο. Αλλωστε, η αύξηση του ποσοστού των παιδιών που παρακολουθούν την ΤΕΕ είναι κεντρικός στόχος της ΕΕ.

Ο διάλογος στον οποίο συμμετέχει και το ΠΑΣΟΚ με άξονα το ζήτημα της πρόσβασης στα ΑΕΙ και το χαρακτήρα του Λυκείου έχει στόχο την όξυνση των ταξικών φραγμών και ευθυγραμμίζεται στις στοχεύσεις της ΕΕ για το σχολείο και το πανεπιστήμιο.

 

ΠΑΣΟΚ

 Το ΠΑΣΟΚ και ως κυβέρνηση και ως αντιπολίτευση προώθησε και στηρίζει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και μάλιστα πιο επιθετικά και προωθημένα.

Εφερε τους νόμους 2525/97 (νόμος Αρσένη) και 2640/98 (για την ΤΕΕ) που όξυναν τη διαρροή, την εγκατάλειψη του σχολείου. Εκανε την ψευτοανωτατοποίηση των ΤΕΙ (κάθε χωριό και ΤΕΙ), μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων προώθησε την ίδρυση τμημάτων σε ΑΕΙ και ΤΕΙ με γνωστικό (άρα ευκαιριακό) αντικείμενο, σε αντίθεση με το επιστημονικό αντικείμενο.

Δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την είσοδο της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και στην έρευνα.

Αντικατέστησε την επετηρίδα των εκπαιδευτικών με το διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, διεύρυνε το καθεστώς της ωρομισθίας, των συμβασιούχων.

Το ΠΑΣΟΚ προηγείται της ΝΔ στην επεξεργασία των αντιδραστικών εκπαιδευτικών θέσεων και η κριτική που της ασκεί γίνεται από τη σκοπιά ότι δεν τολμά να εφαρμόσει ακόμα πιο αντιδραστικά μέτρα. Στο πρόγραμμά του περιέχεται η πλήρης αυτοτέλεια και ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων. Επιδιώκει την είσοδο της επιχειρηματικής δράσης στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, την οποία σήμερα προσπαθεί εν μέρει να συγκαλύψει με τους όρους της «αυτοτέλειας και αυτοδιοίκησης για ΑΕΙ-ΤΕΙ» και με το σύνθημα του «ανοιχτού σχολείου σε στενή συνεργασία με γονείς και τοπική κοινωνία».

Η θέση του για προσαρμογή του προγράμματος του σχολείου και του πανεπιστημίου στις ατομικές ανάγκες του μαθητή και του φοιτητή είναι αντιδραστικές και εντάσσονται στην κεντρική του γραμμή για τη δια βίου μάθηση και την ταξική διαφοροποίηση. Μετατρέπει την εκπαίδευση σε ευκαιρία μάθησης και δεξιοτήτων, ντύνει την είσοδο των επιχειρήσεων στο πρόγραμμα και στη δομή της εκπαίδευσης και την εμφανίζει ως «κοινωνικό έλεγχο» και «κοινωνική λογοδοσία».

Αντίστοιχα, πολύ πριν ολοκληρωθεί το πόρισμα της επιτροπής του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) για την αποκέντρωση των σχολείων, το ΠΑΣΟΚ έχει δημοσιεύσει σχέδιο πρότασής του για το «Ανοικτό στην Κοινωνία Σχολείο». Στο κείμενο αυτό η διεκδίκηση για ίσα δικαιώματα στη μόρφωση αποκαλείται αυταπάτη και χίμαιρα και αντικαθίσταται με το αίτημα για «ίσες δυνατότητες και ίσες ευκαιρίες όχι μόνο στους ικανούς και προικισμένους, αλλά σε κάθε πολίτη σύμφωνα με τις δυνατότητες, τις κλίσεις και τις δεξιότητές του», σύνθημα που νομιμοποιεί τη μορφωτική και την κοινωνική ανισότητα στη βάση των χαρισμάτων που η Φύση μοιράζει ανισότιμα τάχα στους ανθρώπους. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ προβάλλει με πιο επιθετικό τρόπο το πνεύμα και το περιεχόμενο της Εκθεσης του ΕΣΥΠ, επιχειρώντας μάλιστα να συγκαλύψει τον πραγματικό χαρακτήρα της αποκέντρωσης με το μανδύα του κοινωνικού διαλόγου και της συμμετοχής.

 

ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ

 Οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ πρωτοστατούν στη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης αποδοχής της στρατηγικής της ΕΕ στην εκπαίδευση, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να ψαρέψουν στο χώρο της νεολαίας με άξονα της ζητήματα της παιδείας και να εμφανιστούν ως «πρωτοπορία του κινήματος».

Η στάση τους σε σχέση με τη στρατηγική της ΕΕ για την παιδεία είναι δεδομένη:

Ψήφισαν το Μάαστριχτ που είναι η κεντρική αφετηρία του ευρωενωσιακού οικοδομήματος και δεν την απαρνούνται.

Στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τη στρατηγική του ευρωμονόδρομου, αποκρύπτουν το ρόλο της ΕΕ και την ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική της στα ζητήματα της παιδείας και στρέφουν αποκλειστικά την όποια κριτική τους στις κυβερνήσεις είτε της ΝΔ σήμερα είτε του ΠΑΣΟΚ.

Εχουν αποδεχτεί και μάλιστα έχουν εγκαλέσει τις κυβερνήσεις για μη εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 89/48 και 36/05 που αναγνωρίζει τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων κολεγίων και ΚΕΣ.

Μέσα σε 28 μήνες (Οκτώβριος 2000-2003) μετρήσαμε ερωτήσεις του ΣΥΝ προς την Κομισιόν, προκειμένου να πιέσει την Ελλάδα να εφαρμόσει την Οδηγία 89/48. Περιχαρής ο Αλαβάνος μας ενημερώνει μέσω της ιστοσελίδας του, 29 Αυγούστου 2002 (αργότερα το εξαφάνισε): «Η Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο γιατί δεν αναγνωρίζει τους Πανεπιστημιακούς τίτλους Αλλοδαπής που παρέχουν τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών». Μάλιστα μια από τις ερωτήσεις του (Η-0728/01) απαντήθηκε μαζί με την ερώτηση του Χατζηδάκη (ΝΔ) (Η-0750/01) γιατί θεωρήθηκε από τον Επίτροπο ότι είναι όμοιες!

Στη συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο για κολέγια (Ιούλιος 2008) ο τότε υπουργός Παιδείας, αφού κατέθεσε στα πρακτικά της Βουλής στοιχεία για την όλη δράση του Αλ. Αλαβάνου υπέρ των ΚΕΣ και των ιδιωτικών πανεπιστημίων, τόνισε τα εξής: «Εγώ θέλω να καταλήξω κάνοντας μια δήλωση στο Τμήμα. Εμείς, επειδή σας παρακολουθούμε και δεν πρέπει να σας παραξενεύει αυτό - παρακολουθούμε με σεβασμό όλες τις πολιτικές δυνάμεις - την πολιτική που τόσα χρόνια υποδεικνύατε να κάνει η εκάστοτε κυβέρνηση, την κάνουμε πράξη. Τις υποδείξεις σας εφαρμόσαμε, αυτές που λέγατε στην τότε κυβέρνηση και δεν τις εφήρμοσε γιατί φοβόταν το πολιτικό κόστος. Τις υποδείξεις σας και την πολιτική που εξυφαίνεται όλο το προηγούμενο διάστημα σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο και ειλικρινά απορώ: Αυτές οι οβιδιακές μεταμορφώσεις σε τι συνίστανται;».

Τον τελευταίο καιρό επιχειρούν κριτική στις συμφωνίες της Μπολόνια και της Λισσαβόνας και επειδή δε θέλουν να αμφισβητήσουν τη στρατηγική της ΕΕ, αποδίδουν τις αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Γι’ αυτό και οι προτάσεις τους είναι διαχειριστικές, δεν αμφισβητούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα του κεφαλαίου. Κατέθεσαν κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων τροπολογίες στη βάση του νόμου πλαισίου της ΝΔ. Αποδέχονται τη λογική της «αυτοτέλειας» των ΑΕΙ, με αποκορύφωμα τη στάση τους μπροστά στις εκλογές οργάνων σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Είναι υπέρ της διαφοροποίησης και της αποκέντρωσης του σχολείου, των νέων βιβλίων και αναλυτικών προγραμμάτων. Αποδέχονται την επιχειρηματική δράση στην εκπαίδευση, την ύπαρξη του διπλού ανισότιμου σχολικού δικτύου.

Προβάλλουν την εκπαίδευση σαν εργαλείο αντιμετώπισης της κρίσης και ως φωτεινά παραδείγματα τη Φινλανδία και την Ιρλανδία (το «κέλτικο θαύμα» που κατέρρευσε…), που έχουν προωθήσει ταχύτατα την επιχειρηματική λειτουργία της εκπαίδευσης, τη διαφοροποίηση, την ένταση των ταξικών φραγμών.

Και στην Ελλάδα, οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο αποδέχτηκαν τη γραμμή των αναδιαρθρώσεων αλλά έβαλαν πλάτη στην αποφασιστική προώθησή τους, π.χ. μπήκαν μπροστά στη συγγραφή των νέων σχολικών βιβλίων αλλά και στην υπεράσπισή τους. Αποτελούν τους πιο ένθερμους οπαδούς των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στην εκπαίδευση. Κάνουν κριτική στην πρόχειρη απορρόφησή τους, κρύβοντας τις στρατηγικές στοχεύσεις που προωθούνται μέσα από αυτά. Αποδέχονται τη στρατηγική επιλογή της δια βίου μάθησης και την αστική επιχειρηματολογία για τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την «κοινωνία της γνώσης».

Ο ΣΥΝ έχει υπερψηφίσει στο ευρωκοινοβούλιο σημαντικά ντοκουμέντα υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση, όπως:

  • Ευρωπαϊκό Ετος Δημιουργικότητας και Καινοτομίας (2009), στο οποίο -πέρα από τις αναφορές σε προηγούμενα ντοκουμέντα της ΕΕ- μερικοί από τους ειδικούς του στόχους είναι: «δ) Ευαισθητοποίηση όσον αφορά τη σημασία της δημιουργικότητας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας για την προσωπική ανάπτυξη, καθώς και για την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση_ τόνωση του επιχειρηματικού πνεύματος, ιδίως μεταξύ των νέων, μέσω της συνεργασίας με τον επιχειρηματικό κόσμο, ε) προώθηση της εκπαίδευσης σε βασικές και προωθημένες δεξιότητες στον τομέα των μαθηματικών, των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας, με στόχο την τεχνολογική καινοτομία».
  •  Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών, όπου ο ρόλος του εκπαιδευτικού εντάσσεται στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και «θεωρεί ότι κάθε σχολείο έχει μοναδική σχέση με την τοπική κοινότητα και ότι οι επικεφαλής των σχολείων πρέπει να έχουν μεγαλύτερες αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές προκλήσεις και τις διδακτικές απαιτήσεις του περιβάλλοντός τους, σε συνεργασία με γονείς και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς της τοπικής κοινότητας», προτείνεται «καθιέρωση ανταγωνιστικών διαδικασιών επιλογής στη διαδικασία πρόσληψης των εκπαιδευτικών».

 

 ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ, ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ

 Από το 1992 και μετά όλες οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, έχουν υλοποιήσει τις κατευθύνσεις της ΕΕ και έχουν ενσωματώσει τις κοινοτικές πολιτικές που αφορούν την εκπαίδευση.

  • Το κόστος από τη μη ικανοποίηση των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών που τελικά πληρώνει η λαϊκή οικογένεια ήταν 4,5 δισ. ευρώ για το 2008.
  • Η πολιτική ενίσχυσης της κερδοφορίας, της παιδείας ως χώρου ιδιωτικής κερδοσκοπίας, έχει ως συνέπεια: ιδιωτική δαπάνη για ξένες γλώσσες 431 εκατ. ευρώ, για φροντιστήρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης 567 εκατ. ευρώ, για ιδιωτικές επαγγελματικές σχολές-ιδιωτικά ΙΕΚ 129 εκατ. ευρώ.

Οι ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση των παιδιών της λαϊκής οικογένειας έχουν ως αποτέλεσμα:

  • 4 στους 10 Ελληνες χωρίς βασική εκπαίδευση. Κάθε χρόνο εγκαταλείπουν το Δημοτικό σχολείο 8000 παιδιά. Το 14% των νέων εγκαταλείπει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Η ταξική διαφοροποίηση στην εκπαίδευση είναι ολοφάνερη:

  • Στα βόρεια προάστια της Αττικής πάνω από 40% έχει πτυχίο ΑΕΙ-ΤΕΙ και πάνω. Το 45 % των φοιτητών της Ιατρικής έχουν γονείς επιστήμονες ή στελέχη. Την ίδια στιγμή το 60% των σπουδαστών στα ΤΕΙ εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους. Περίπου ένας στους δυο σπουδαστές των ΤΕΙ εγκαταλείπει τις σπουδές του.

Η πολιτική των ελαστικών σχέσεων εργασίας στην εκπαίδευση μεγεθύνεται:

  • Περίπου το 20% των εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση απασχολούνται ως ωρομίσθιοι και αναπληρωτές. Στα ΑΕΙ το ποσοστό των συμβασιούχων καθηγητών είναι 30% ενώ στα ΤΕΙ είναι 77%!

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

 ΤΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΚΟΝΔΥΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

 Προβάλλεται η άποψη απ’ όλα τα αστικά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ), αλλά και από τις δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ότι τα κοινοτικά κονδύλια που διοχετεύονται στην εκπαίδευση είναι σημαντικά χρηματικά ποσά και ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Τα κοινοτικά κονδύλια διοχετεύονται μέσα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και τα Επιχειρησιακά Προγράμματα για την Εκπαίδευση και την Αρχική Επαγγελαμτική Κατάρτιση (ΕΠΕΑΕΚ) και έχουν χρονική διάρκεια 7 χρόνων. Μέσα από τα προγράμματα αυτά υλοποιείται ένα σημαντικό μέρος των αναδιαρθρώσεων από τον κεντρικό φορέα άσκησης της αστικής εκπαιδευτικής πολιτικής, την κυβέρνηση. Για παράδειγμα στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση» για την περίοδο 2007-2013 εντάσσονται όλοι οι κεντρικοί στόχοι των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση όπως: αλλαγές στο περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων, στις μεθόδους διδασκαλίας, αποκέντρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, παρέμβαση των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση κ.ά. Τα προηγούμενα ΕΠΕΑΕΚ, ανάμεσα στα άλλα, επιχορήγησαν την ίδρυση νέων τμημάτων σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και μεταπτυχιακών προγραμμάτων, αμφίβολου επιστημονικού αντικειμένου, χρηματοδότησαν τη συγγραφή των νέων βιβλίων σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.

Τα ποσά των ΚΠΣ αντικειμενικά έχουν το ρόλο της προώθησης και υλοποίησης των αναδιαρθρώσεων και δεν προορίζονται για την επίλυση πάγιων αναγκών, ελλείψεων κλπ. Για παράδειγμα, για την επταετία 2007-2013 το ποσό του ΕΠΕΑΕΚ είναι 1,4 δισ. ευρώ, όταν ακόμα και αυτός ο κουτσουρεμένος κρατικός προϋπολογισμός για την παιδεία δίνει για ένα χρόνο 8 δισ. ευρώ.

Αμεσα ενταγμένα στα κοινοτικά κονδύλια είναι και τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Μέσα από τα προγράμματα αυτά, με πρόσχημα το ζωντάνεμα του σχολείου, δηλαδή τη σύνδεσή του με τη ζωή και το άνοιγμά του στην κοινωνία, επιχειρείται μια πιο άμεση, ευλύγιστη στην ενσωμάτωση νέων δεδομένων και πιο αποτελεσματική προπαγάνδιση των κυρίαρχων μονοπωλιακών επιλογών και των καπιταλιστικών προτύπων ζωής και «αξιών», όπως η επιχειρηματικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η ευρωπαϊκή ιδέα κ.ά.

Οι ασυνάρτητες αυτές μαθήσεις υπονομεύουν την ενότητα και τον όποιο ενιαίο και κοινό χαρακτήρα των αναλυτικών προγραμμάτων της εκπαίδευσης, ενώ ταυτόχρονα στο όνομα της «σύνδεσης του σχολείου με την κοινωνία και την παραγωγή» ενθαρρύνεται η άμεση εμπλοκή των επιχειρήσεων στα σχολικά πράγματα. Δεν έλειψαν μάλιστα και οι περιπτώσεις που οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου (ΣΕΒ) ανέλαβαν το ρόλο του δασκάλου (π.χ. στα ΤΕΕ στο μάθημα «εργασιακό περιβάλλον»).

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

 Αποτελεί σημαία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθειά του να αποκρύψει τις ευθύνες της ΕΕ. Η άποψη ότι η ΕΕ δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική για την εκπαίδευση που να υποχρεώνει τα κράτη-μέλη είναι επί της ουσίας ψευδής και αποπροσανατολιστική. Καταρχήν ήδη από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ αλλά και τη Συνθήκη του Αμστερνταμ (όπου τα ίδια άρθρα μπαίνουν σε άλλη αρίθμηση και δεν αλλάζουν καθόλου) γίνεται λόγος για ενιαίους στόχους και κοινά επιδιωκόμενα αποτελέσματα με δυνατότητα διαφοροποιήσεων στην υλοποίησή τους. Συγκεκριμένα στο άρθρο 189 της συνθήκης ξεκαθαρίζεται ότι οι κανονισμοί, οι οδηγίες έχουν γενική ισχύ και δεσμευτικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι κοινό για όλα τα κράτη, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Αρα όποιος υπερασπίζεται την αρχή της επικουρικότητας αποδέχεται στην πραγματικότητα την κοινή γραμμή, τη στρατηγική της ΕΕ στην εκπαίδευση.

Παραπέρα, η άποψη ότι η ΕΕ έχει κοινή πολιτική για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση αλλά όχι για την εκπαίδευση είναι αποπροσανατολιστική. Καταρχήν όλα τα τελευταία κείμενα της ΕΕ δεν ξεχωρίζουν την εκπαίδευση από την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση. Ακόμα και η διαδικασία της Μπολόνια, η οποία ξεκίνησε εκτός ΕΕ, έχει ενσωματωθεί στην ευρωενωσιακή πολιτική, ενώ σε πρόσφατη σύνοδο των υπουργών παιδείας για την επαγγελματική κατάρτιση προτείνεται η δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου επαγγελματικής κατάρτισης. Μόνο το γεγονός ότι σε πολλά ντοκουμέντα της ΕΕ διαβάζουμε ότι: «Πρέπει να αναπτυχθούν γέφυρες ανάμεσα στη γενική εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και την ανώτατη εκπαίδευση, να αναπτυχθούν ατομικά μονοπάτια εκπαίδευσης», αποδεικνύει ότι η ΕΕ δε χωρίζει με σινικά τείχη τις διάφορες βαθμίδες και χώρους.

Τέλος, με αφορμή το ζήτημα της επικουρικότητας και της λειτουργίας των ΚΕΣ, αναφέρουμε ότι ακόμα και η περίφημη αρχή της επικουρικότητας δεν έχει καμία εφαρμογή στις εκπαιδευτικές υπηρεσίες που παρέχονται μέσω συμφωνιών δικαιόχρησης. Ταυτόχρονα η αρχή αυτή, σε συνδυασμό με άλλα άρθρα της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ,είναι κενό γράμμα. Ολα τα αρμόδια όργανα της ΕΕ έχουν ξεκαθαρίσει ότι στην περίπτωση των ιδρυμάτων-επιχειρήσεων που παρέχουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες με συμφωνίες δικαιόχρησης ισχύει αποκλειστικά το νομικό πλαίσιο του κράτους καταγωγής, του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το εκπαιδευτικό ίδρυμα που χορηγεί τον τίτλο σπουδών. Καμιά αρμοδιότητα σε ζητήματα παροχής διδασκαλίας και εκπαίδευσης δεν έχει το κράτος υποδοχής παρά μόνο να εξετάσει την ύπαρξη και τη γνησιότητα της συμφωνίας.

 

Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 Η αξιολόγηση προβάλλεται ως λύση από τις αστικές δυνάμεις, ενώ ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για «ακαδημαϊκή αξιολόγηση». Η αξιολόγηση είναι εργαλείο πιο στενής σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η πολιτική της ΕΕ πάνω στο ζήτημα της αξιολόγησης ή αλλιώς διασφάλισης της ποιότητας είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις για δήθεν ακαδημαϊκά κριτήρια. Το κείμενο «Διασφάλιση της ποιότητας στα πανεπιστήμια» (2005) αναφέρεται στα κριτήρια της αξιολόγησης: «στην προμετωπίδα των διαδικασιών της εξωτερικής διασφάλισης της ποιότητας βρίσκονται τα συμφέροντα των σπουδαστών και των άλλων εμπλεκομένων, όπως των εκπροσώπων της αγοράς εργασίας». Προβλέπεται επίσης η απαγόρευση των ιδρυμάτων να απονέμουν πτυχία και η στέρηση της χρηματοδότησής τους στην περίπτωση που δεν αξιολογηθούν από κάποια εταιρία του ευρωπαϊκού μητρώου. Για τις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η αξιολόγηση θα επιφέρει αναπόφευκτα την κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων και την ανάπτυξη διαφοροποιημένων προγραμμάτων και -με δεδομένη την υποχρηματοδότηση- θα οδηγήσει στην αναζήτηση πόρων από την προβολή και τη διαφήμιση του «προϊόντος» και την επιχειρηματική δραστηριότητα των σχολείων.

Το κύριο πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι ποσοτικό ζήτημα για να αντιμετωπιστεί με δείκτες και θεσμούς αξιολόγησης. Ο λαϊκός έλεγχος, προγραμματισμός και απολογισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας εξαρτάται ουσιαστικά από τον έλεγχο και το είδος της κρατικής εξουσίας και της πολιτικής της, από τους ταξικούς σκοπούς της που εκφράζονται και στην εκπαιδευτική πολιτική.

 

Η ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ

 Είναι στοιχείο της πολιτικής όλων των κομμάτων του ευρωμονόδρομου. Η αποκέντρωση, όπως κάθε αστική κρατική κατεύθυνση, δεν είναι γενικά και αόριστα μια παραχώρηση αρμοδιοτήτων, αλλά μια ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης μέσα από τους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στην περίπτωση της Παιδείας, αποκέντρωση σημαίνει διευκόλυνση της εισόδου του κεφαλαίου στην εκπαίδευση, μεταφορά της ευθύνης και του κόστους στη λαϊκή οικογένεια και όξυνση της ταξικής διαφοροποίησης. Μέτρα αποκέντρωσης της εκπαίδευσης ήδη εφαρμόζονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Δημοτικό), τα οποία σύμφωνα με σχετική Εκθεση της επιτροπής του ΕΣΥΠ για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Γυμνάσιο, Λύκειο) προβλέπεται να συστηματοποιηθούν και να γενικευτούν σε όλη τη σχολική εκπαίδευση. Ανάλογες προτάσεις έχει τόσο το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κάνει λόγο για μια «εκπαιδευτική μονάδα με ευελιξία, λόγο και ευθύνη στη διαχείριση πόρων», όσο και ο ΣΥΝ που αποδέχεται την αποκέντρωση, αλλά κάνει λόγο για ανεπαρκή κονδύλια. Την τελευταία περίοδο ο ΣΥΝ επικεντρώνει την κριτική του στην «αποκέντρωση», στη δήθεν μεταβίβαση της ευθύνης για το σχολείο στο Δήμο, ενώ είναι γνωστό ότι η κυβερνητική πολιτική ρίχνει το βάρος στην αυτόνομη-ανταγωνιστική λειτουργία του σχολείου με εμπλοκή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεων.

Η αστική στρατηγική και για την εκπαίδευση είναι ενιαία και αδιαίρετη. Από αυτή την άποψη, αποκέντρωση δεν μπορεί να υπάρξει σε καμία κοινωνία όπου το κράτος ως εκφραστής των συλλογικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης ασκεί την εκπαιδευτική πολιτική. Οποιος κρίνει την αποκέντρωση ως εγχείρημα που μπορεί να έχει και θετικά, φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, θέτει εμπόδια στην κατανόηση της ταξικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και οδηγεί το λαό, το κίνημα στην αγκαλιά εναλλακτικών προτύπων διαχείρισης της αστικής εξουσίας.

 

Η ΠΑΙΔΕΙΑ «ΜΟΧΛΟΣ» ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 Είναι κοινή η άποψη (όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων και του οπορτουνισμού) ότι η εκπαίδευση στο πλαίσιο του καπιταλισμού μπορεί να γίνει μοχλός ανάπτυξης που θα συμφέρει και την εργατική τάξη και τα μονοπώλια. Η άποψη αυτή συνιστά αποδοχή της κεντρικής στρατηγικής της Λισσαβόνας για συμβολή της Παιδείας στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Οταν οι αστοί πολιτικοί κάνουν λόγο για αναβάθμιση της Παιδείας, δεν εννοούν την κάλυψη των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών για τα παιδιά της λαϊκής πλειοψηφίας. Αντίθετα η παιδεία θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων όρων εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Μάλιστα, σε συνθήκες που εξελίσσεται η καπιταλιστική κρίση, προβάλλεται η άποψη ότι η εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει εργαλείο διεξόδου από αυτή.

Το Συμβούλιο της ΕΕ το Φεβρουάριο του 2009, σε κείμενό του με θέμα «Εκπαίδευση και ο δρόμος προς την ανάρρωση» (δηλαδή από την κρίση), τονίζει: «Απαντώντας στις προκλήσεις που θέτει η παγκόσμια οικονομική κρίση, πλήρης εκτίμηση πρέπει να δοθεί στην ουσιαστική συμβολή που η εκπαίδευση και η κατάρτιση μπορούν να έχουν προς την αποκατάσταση». Σε αυτή την προοπτική συμφωνεί και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου, σε ομιλία του για την παιδεία (5 Απριλίου 2009), υποστήριξε:

«Θα μας ρωτήσει κανείς: μα εν μέσω κρίσης, θα κάνετε εσείς επένδυση στην παιδεία; Η απάντηση είναι απλή. Ακριβώς επειδή είμαστε μέσα σε μια κρίση, χρειάζεται επένδυση στην παιδεία, χρειάζεται επένδυση στον άνθρωπο. […] Και δεν είμαστε μόνοι. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία επενδύουν σήμερα, εν μέσω κρίσης, ως μέρος του πακέτου τόνωσης της οικονομίας, όπως ονομάζεται, τεράστια ποσά στην κατάρτιση και στην παιδεία».

Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλ. Τσίπρας, σε συνέντευξη τύπου (9 Μαρτίου 2009), δήλωσε:

«Εμείς έχουμε ένα διαμετρικά αντίθετο σχέδιο και πρόγραμμα. Πιστεύουμε ότι η ενίσχυση της παιδείας είναι μια από τις απαραίτητες εκείνες κινήσεις που μπορούν να διασφαλίσουν τους πολίτες απέναντι στην κρίση αλλά και μπορεί να αποτελέσει όχημα για την υπέρβαση της κρίσης και την προστασία της κοινωνίας», ενώ ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Αλαβάνος, έχει φέρει τη Φινλανδία ως παράδειγμα αξιοποίησης της εκπαίδευσης για έξοδο από την κρίση, εννοώντας σαφώς τη σύνδεση των πανεπιστήμιων με τις επιχειρήσεις.

Η άποψη ότι η εκπαίδευση είναι εργαλείο αντιμετώπισης της κρίσης σηματοδοτεί τη συμφωνία αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων για επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

 

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ - ΤΑΞΙΚΟΤΕΡΗ ΓΙΝΕΤΑΙ, ΦΙΛΟΛΑΪΚΗ ΟΧΙ!

 Η διαχωριστική γραμμή στα συμφέροντα των μονοπωλίων από τη μια και της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων από την άλλη εκφράζεται με τους δυο δρόμους ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και στον τομέα της εκπαίδευσης.

Λέμε όχι στην ΕΕ και στα κόμματα του ευρωμονόδρομου γιατί έρχονται σε αντίθεση με τις σύγχρονες λαϊκές μορφωτικές ανάγκες, γιατί:

  • Το αίτημα για ενιαίο, καθολικό, αποκλειστικά δημόσιο, δωρεάν σύστημα εκπαίδευσης και για κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης στην Παιδεία έρχεται σε αντίθεση με την ευρωενωσιακή πολιτική της λειτουργίας του σχολείου, των ΑΕΙ-ΤΕΙ με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, της ακόμα πιο στενής σύνδεσης εκπαίδευσης και κεφαλαίου.
  • Το αίτημα για δημόσια - δωρεάν - υποχρεωτική δίχρονη προσχολική αγωγή έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική της σχολειοποίησης, της υποχρεωτικότητας, που χωρίς τη δημιουργία σύγχρονων δημόσιων και δωρεάν υποδομών οδηγούν στην ιδιωτικοποίηση και φορτώνουν νέα βάρη στη λαϊκή οικογένεια.
  • Το αίτημα για ενιαίο δημόσιο - δωρεάν δωδεκάχρονο σχολείο έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική της διαφοροποίησης, της «αποκέντρωσης», της σύνδεσης με τους επιχειρηματίες, της υποβάθμισης της μόρφωσης και της μετατροπής του σχολείου σε χώρο που παρέχει δεξιότητες για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου.
  • Η ανάγκη για ενιαία δημόσια - δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση έρχεται σε αντίθεση με την ανταγωνιστική λειτουργία των ΑΕΙ, με την παρέμβαση των επιχειρήσεων.
  • Το αίτημα για πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα στο πτυχίο έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική των «επαγγελματικών προσόντων», των πιστωτικών μονάδων.
  • Το αίτημα για δημόσιες και δωρεάν επαγγελματικές σχολές μετά το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο, που θα παρέχουν επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση, έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική της ΕΕ που αναπαράγει το διπλό ανισότιμο σχολικό δίκτυο μέχρι τα 18, που βλέπει την επαγγελματική κατάρτιση ως λύση για την «απορρόφηση κραδασμών» από τη μαθητική διαρροή και ως φθηνό, ευέλικτο εργατικό δυναμικό.
  • Η ανάγκη για υποχρεωτική αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Ειδική Αγωγή έρχεται σε αντίθεση με την ευρωενωσιακή πολιτική της εκποίησης και του μαρασμού των κρατικών δομών που ανοίγει διάπλατα την πόρτα στις επιχειρήσεις και σε διάφορους «φιλάνθρωπους» φορείς για να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των αναπηριών των ΑμΕΑ και που ενισχύει την περιθωριοποίησή τους.