ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΣΘΕΝΩΝ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

H Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ), σύμφωνα με το άρθρο 152 της Συνθήκης Ιδρυσής της, μπορεί να έχει μόνο επικουρικό ρόλο στα ζητήματα της Υγείας- Πρόνοιας. Η πρωταρχική ευθύνη και αρμοδιότητα ανήκει σε κάθε κράτος-μέλος χωριστά. Παρόλα αυτά η ΕΕ προωθεί συγκεκριμένη πολιτική και για τον τομέα της Υγείας - Πρόνοιας, συνδεδεμένη με την αντεργατική πολιτική που έχει για τον τομέα της Κοινωνικής Ασφάλισης. Οι κύριοι άξονες αυτής της πολιτικής είναι στη βάση της στρατηγικής της Λισσαβόνας και λειτουργούν προς όφελος του κεφαλαίου και της αύξησης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα η ΕΕ, μέσω των φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων των κρατών - μελών, προωθεί τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της Υγείας - Πρόνοιας και Συνταξιοδότησης. Παίρνονται μέτρα που από τη μία μεταφέρουν όλο και περισσότερο το οικονομικό βάρος για παροχές υγείας από το κράτος στα ασφαλιστικά ταμεία και από την άλλη τα ταμεία περικόπτουν όλο και περισσότερο τις παροχές τους. Τα ταμεία δεν πληρώνουν για πρόληψη, για φροντίδα υγείας και για διαγνωστικές εξετάσεις και επεμβάσεις με τα πιο σύγχρονα ιατροτεχνολογικά μέσα. Επιβάλλουν ή και αυξάνουν τις εισφορές στον κλάδο υγείας σε τμήματα μισθωτών και λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου (δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι του ΙΚΑ, αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι και ΕΒΕ). Ταυτόχρονα προωθείται η μείωση των κρατικών δαπανών για την Κοινωνική Ασφάλιση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρεται όλο και περισσότερο το οικονομικό βάρος στις εργατικές και λαϊκές οικογένειες, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω των ασφαλιστικών ταμείων. Ολα αυτά προωθούνται στο όνομα της βιωσιμότητας των ταμείων και των Συστημάτων Υγείας, ενώ το τελευταίο διάστημα, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, έχει ενταθεί και το επιχείρημα «του περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος». Επιπλέον ενισχύεται και άμεσα η κεφαλαιοκρατική δραστηριότητα στην Υγεία - Πρόνοια που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια με μεγάλη ταχύτητα σε μία σειρά από κράτη- μέλη της ΕΕ. Αλλωστε ο τομέας αυτός θεωρείται ιδιαιτέρα κερδοφόρος για το κεφάλαιο και έχει αυξανόμενη ζήτηση λόγω των διευρυμένων αναγκών. Αντίστοιχα προωθείται και η επιχειρηματική δράση στην ασφάλιση (ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και επαγγελματικά ταμεία).

Αυτή η πολιτική συνοδεύεται παραπλανητικά με διάφορες ανέξοδες διακηρύξεις περί «ισότητας», «αλληλεγγύης» και «ποιότητας» στην υγεία, μέσα από διάφορα σχετικά έγγραφα, εκθέσεις και «βίβλους» της ΕΕ. Χαρακτηριστικές είναι η «Λευκή Βίβλος», που αποτελεί τη στρατηγική της ΕΕ στο συγκεκριμένο τομέα, το «κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για τη Δημόσια Υγεία 2008- 2013», η «Ανανεωμένη Κοινωνική Ατζέντα» κ.ά. Επιπλέον η νέα πρόταση οδηγίας για την «εφαρμογή των δικαιωμάτων των ασθενών στη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» και η «Πράσινη Βίβλος για το ευρωπαϊκό υγειονομικό δυναμικό στην ΕΕ», τα οποία θα εξεταστούν παρακάτω, εντάσσονται στους στόχους της παραπάνω πολιτικής. Ειδικά τα δύο τελευταία κείμενα προχωρούν τους στρατηγικούς στόχους της ΕΕ ένα βήμα παραπέρα. Διαμορφώνουν πολύ καλυμμένα και προσεκτικά τους όρους για την άρση των όποιων εμποδίων υπάρχουν για την περαιτέρω «απελευθέρωση» της αγοράς υγείας και του εργατικού δυναμικού στην Υγεία, καθώς και για τη δημιουργία ενιαίων κριτηρίων λειτουργίας εσωτερικής αγοράς υγείας.

Μπροστά στις ευρωεκλογές, αυτή η αντιλαϊκή πολιτική της ΕΕ και στην Υγεία- Πρόνοια πρέπει να αποτελέσει κριτήριο ψήφου των εργαζομένων σε όλη την ΕΕ. Κριτήριο για να καταδικαστούν σε κάθε χώρα τα κόμματα του ευρωμονόδρομου και συνολικά η ΕΕ, αφού -εκτός των άλλων επιπτώσεων στα δικαιώματα των εργαζομένων- με την πολιτική της εμπορευματοποιεί και ιδιωτικοποιεί παραπέρα την Υγεία προς όφελος των μονοπωλίων, υπονομεύει το επίπεδο υγείας των λαών.

 

Α. ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ

 ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

 Με τον όρο «διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» η Ευρωπαϊκή Ενωση αναφέρεται:

  • Στις περιπτώσεις όπου ένας ασθενής μεταβαίνει για περίθαλψη σε άλλο κράτος-μέλος από αυτό στο οποίο είναι ασφαλισμένος.
  • Στην παροχή υπηρεσιών από το έδαφος ενός κράτους στο έδαφος ενός άλλου, για παράδειγμα τηλεϊατρική και συνταγογράφηση.
  • Στη μόνιμη ή προσωρινή παρουσία ενός «παρόχου υγειονομικής περίθαλψης»1.

Η προσωρινή ή μόνιμη μετακίνηση των «επαγγελματιών υγείας»2 ανάμεσα στα κράτη ονομάζεται «κινητικότητα επαγγελματιών υγείας», ενώ η μετακίνηση των ασθενών μεταξύ των κρατών καλείται «κινητικότητα των ασθενών»3. Αφορά περιπτώσεις ασθενών που η αγωγή δεν είναι διαθέσιμη στη χώρα τους ή δεν παρέχεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα ή ο συντομότερος τρόπος για να επιτευχθεί είναι σε άλλο κράτος-μέλος, όπως για παράδειγμα στις μεθοριακές περιοχές (π.χ. μπορεί να είναι πιο εύκολο - γρήγορο για έναν κάτοικο της Βουλγαρίας που κατοικεί στα σύνορα με την Ελλάδα, να μετακινηθεί για υγειονομική περίθαλψη στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης ή της Αλεξανδρούπολης, παρά να πάει στη Σόφια).

Το ποσοστό των κατοίκων στην ΕΕ που μετακινούνται για υγειονομική περίθαλψη σε άλλο κράτος-μέλος είναι σχετικά μικρό, περίπου 4% (3% για την Ελλάδα)4. Παρότι λοιπόν η διασυνοριακή περίθαλψη σήμερα αφορά πολύ μικρό ποσοστό ασθενών, έχει αναπτυχθεί μεγάλη συζήτηση από το 2003, μαζί με το ζήτημα της «κινητικότητας των υγειονομικών».

Εχουν εκδοθεί κατά καιρούς διάφορες εκθέσεις και αποφάσεις του Ευρωκοινοβουλίου σε όλα τα βασικά κείμενα της ΕΕ που αναφέρονται στην Υγεία - Πρόνοια.

Ολη η παραπάνω διαδικασία συζήτησης κατέληξε το 2008 σε πρόταση οδηγίας «για την εφαρμογή των δικαιωμάτων των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη», που ψηφίστηκε στις 23 Απριλίου του 2009 στο Ευρωκοινοβούλιο, με στόχο να γίνει οδηγία, δηλαδή υποχρεωτικός νόμος για όλα τα κράτη-μέλη.

Διευκρινίζεται ότι η οδηγία εφαρμόζεται για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης, ανεξαρτήτως αν ο φορέας είναι δημόσιος ή ιδιωτικός. Αφορά μόνο τους ασφαλισμένους και όχι τους ανασφάλιστους, άνεργους, μετανάστες κλπ. και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των μεταμοσχεύσεων.

Αναλυτικότερα η οδηγία καθορίζει ότι:

  • Οταν ένας ασθενής μετακινείται σε άλλο κράτος-μέλος για υγειονομική περίθαλψη, τα έξοδα περίθαλψης θα πρέπει να τα πληρώνει ο ίδιος. Η οδηγία δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη, αν το επιλέξουν, να αναλαμβάνουν με διακανονισμό μεταξύ τους την πληρωμή των εξόδων και όχι ατομικά οι ασθενείς.
  •  Το ασφαλιστικό ταμείο του ασθενή θα του επιστρέφει ποσό χρημάτων «ως το ποσό που θα είχε επιστραφεί αν η ίδια ή παρόμοια υγειονομική περίθαλψη είχε παρασχεθεί στο κράτος-μέλος ασφάλισης»5 με την προϋπόθεση ότι αυτή η θεραπεία καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενή. Τα υπόλοιπα έξοδα θα τα πληρώνει ο ίδιος ο ασθενής. Η οδηγία αναφέρει ότι «η επιλογή θεραπείας ή χώρας, όπου απαιτείται επιπλέον πληρωμή από τον ίδιο τον ασθενή, είναι ένα ρίσκο που παίρνει ο ίδιος».
  • Δε θα απαιτείται προέγκριση για την κάλυψη των εξόδων από τον ασφαλιστικό φορέα όταν κάποιος ασθενής θέλει να μετακινηθεί σε άλλο κράτος για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη (δηλαδή για υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας).
  • Για τη νοσοκομειακή περίθαλψη δυνητικά απαιτείται προέγκριση από τον ασφαλιστικό φορέα, στην περίπτωση που το κράτος-μέλος «μπορεί να αποδείξει ότι η εκροή ασθενών, που οφείλεται στην εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, μπορεί να υπονομεύσει σοβαρά την οικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης του εν λόγω κράτους-μέλους και το σχεδιασμό και τον εξορθολογισμό που εφαρμόζεται στο νοσοκομειακό τομέα».
  • Προβλέπεται η ανάπτυξη εθνικών σημείων επαφής για τη διασυνοριακή περίθαλψη σε κάθε κράτος-μέλος που θα έχουν αρμοδιότητα μόνο να συλλέγουν και να παρέχουν πληροφορίες στους ασθενείς σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες υγείας σε όλη την ΕΕ, τις τιμές, τους όρους και προϋποθέσεις παροχής κλπ. Αναφέρεται ότι έτσι θα «εξασφαλίζονται σαφείς πληροφορίες που καθιστούν δυνατό στα άτομα να επιλέγουν συνειδητά όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη».

Ολα τα παραπάνω χαρακτηρίζονται ως προσπάθεια διαμόρφωσης «ενός ειδικού πλαισίου για τη διασυνοριακή περίθαλψη που θα αποσαφηνίζει τα δικαιώματα των ασθενών για υγειονομική περίθαλψη».

Επίσης:

  •  Προβλέπεται η εφαρμογή «κοινών αρχών σε όλα τα συστήματα υγείας της ΕΕ». Καθορίζεται ότι το κράτος-μέλος, στο οποίο πραγματοποιείται η θεραπεία, είναι αρμόδιο για την οργάνωση και παροχή της περίθαλψης και για «τη συμμόρφωση με τις κοινές αρχές της ΕΕ σε ό,τι αφορά την παροχή της υγειονομικής περίθαλψης, σύμφωνα με σαφή πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας».
  • Προβλέπονται «μέσα προσφυγής των ασθενών, ανάπτυξη μηχανισμών καταγγελίας σε περιπτώσεις αμέλειας και διεκδίκησης αποζημίωσης σε περίπτωση που υποστούν βλάβη από υγειονομική περίθαλψη που έλαβαν».
  • Για την εξασφάλιση της συνέχειας της περίθαλψης μεταξύ των διαφορετικών επαγγελματιών και φορέων που εμπλέκονται στη θεραπεία προβλέπονται μέτρα, όπως η μεταφορά δεδομένων υγείας του ασθενή, η διασύνδεση και διαλειτουργικότητα των συστημάτων πληροφορικής στις υπηρεσίες υγείας σε όλη την ΕΕ, κοινοί κανόνες και μέθοδοι συνταγογράφησης και εκτέλεσης των συνταγών.

Ειδικά για τα φάρμακα αναφέρεται ότι αν ένα φάρμακο έχει άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (σύμφωνα με την οδηγία 2001/83/ΕΚ), απαγορεύεται ο περιορισμός της αναγνώρισης μεμονωμένης συνταγής μέσα στην ΕΕ, ανεξάρτητα από την πολιτική κάθε κράτους [π.χ. για την Ελλάδα από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΟΦ)]. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις κάποιων ειδικών φαρμάκων και όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την αυθεντικότητα της συνταγής.

Ολες οι παραπάνω προβλέψεις αιτιολογούνται ως «εξασφάλιση της τήρησης των αναγκαίων απαιτήσεων για υψηλής ποιότητας, ασφαλή και αποτελεσματική διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη».

Τέλος:

  • Προβλέπεται η ανάπτυξη «ευρωπαϊκών δικτύων αναφοράς», δηλαδή των ιατρικών κέντρων που θα παρέχουν διασυνοριακή περίθαλψη. Τα κέντρα αυτά επίσης θα αναπτύσσουν συνεργασία σε θέματα σπάνιων ασθενειών, επιμόρφωσης των επαγγελματιών υγείας, έρευνας, διάδοσης και αξιολόγησης των πληροφοριών. Αναφέρεται ότι: «Τα ευρωπαϊκά δίκτυα αναφοράς θα συμβάλλουν στην παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και με καλή σχέση κόστους - οφέλους σε ασθενείς που πάσχουν από ασθένειες για τις οποίες απαιτείται ειδική συγκέντρωση πόρων».
  • Προωθείται η συνεργασία κρατών-μελών για κοινή αξιολόγηση των νέων τεχνολογιών στην Υγεία για «να εξασφαλίζεται ότι τις αξιολογούν σωστά και τις χρησιμοποιούν με την καλύτερη δυνατή σχέση κόστους - οφέλους». Υποστηρίζεται γενικότερα ένα πιλοτικό ευρωπαϊκό δίκτυο για την αξιολόγηση των τεχνολογιών υγείας που ονομάζεται «EUnetHTA», το έργο του οποίου θα υποστηρίξει τις πολιτικές αποφάσεις (Υπουργείων Υγείας κλπ.) στον τομέα των τεχνολογιών υγείας.

Προωθείται η ανάπτυξη της e-health (ηλεκτρονικής υγείας) για δράσεις εξ αποστάσεως, όπως η παροχή εξειδικευμένης υποστήριξης από μεγάλα νοσοκομεία προς μικρότερες τοπικές υγειονομικές μονάδες, η ανάγνωση ιατρικών διαγνωστικών εικόνων και εξετάσεων, η παρακολούθηση χρόνιων νόσων, ο συντονισμός διαφόρων «παρόχων υγειονομικής περίθαλψης».

Ολα τα παραπάνω αποτελούν μέτρα για την «ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα την υπηρεσιών υγείας».

Χρειάζεται εδώ να τονιστεί ότι υφίστανται και σήμερα κοινοτικοί κανονισμοί, με βάση τους οποίους μπορεί ένας ασφαλισμένος που μετακινείται από ένα κράτος-μέλος σε άλλο να έχει υγειονομική περίθαλψη. Είναι ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου «περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας» και ο διάδοχός του 883/04 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας».

Σύμφωνα με αυτούς τους κανονισμούς, ο ασφαλισμένος που μεταβαίνει σε άλλο κράτος-μέλος για προγραμματισμένη περίθαλψη πρέπει να ζητήσει προέγκριση από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα (π.χ. ΙΚΑ). Χρησιμοποιείται γι’ αυτό το λόγο τυποποιημένο έντυπο (Ε112) και μετά την έγκριση της δαπάνης τα έξοδα καλύπτονται όλα σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν στη χώρα παροχής της περίθαλψης (δηλαδή όλο το ποσό που απαιτείται και όχι ως το ύψος που θα κόστιζε αν παρέχονταν η περίθαλψη στη χώρα του, όπως κάνει τώρα και η οδηγία). Ομως και σ’ αυτόν τον κανονισμό μπαίνει φραγμός, μιας και η προέγκριση χορηγείται εφόσον η θεραπεία περιλαμβάνεται στις παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους-μέλους στο οποίο κατοικεί ο ασφαλισμένος.

Για τη μη προγραμματισμένη - επείγουσα περίθαλψη χρησιμοποιείται η κάρτα ασφάλισης (που αντικατέστησε το έντυπο Ε111) και παρέχεται από το ασφαλιστικό ταμείο.

Η παρούσα οδηγία για τα δικαιώματα των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη δεν καταργεί τους υπάρχοντες κανονισμούς. Παρουσιάζεται από την ΕΕ ως «ένας εναλλακτικός μηχανισμός για τη διασυνοριακή περίθαλψη με βάση τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας», «μία επιπλέον επιλογή για διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη». Δηλαδή χρησιμοποιεί το «δικαίωμα» των ασθενών στην «ελεύθερη επιλογή» υπηρεσίας υγείας, προκειμένου να επιδεινώσει τους όρους για την κάλυψη των εξόδων περίθαλψης.

 

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΤΟΧΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

 Στην αιτιολογική έκθεση της οδηγίας αναφέρεται ως λόγος διαμόρφωσής της η ύπαρξη προσφυγών ασθενών από το 1998 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που ζητούσαν την κάλυψη των εξόδων τους μετά από την περίθαλψή τους σε άλλο κράτος της ΕΕ από αυτό που είναι ασφαλισμένοι. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναγνώρισαν στους ασθενείς το δικαίωμα επιστροφής εξόδων και εκδικάστηκαν αυτές οι προσφυγές των ασθενών στη βάση ότι οι «υπηρεσίες υγείας δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας» (άρθρο 95 της Συνθήκης της Ιδρυσης της ΕΕ σχετικά με την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς) και ότι ούτε «η ειδική φύση της υγειονομικής περίθαλψης, ούτε ο τρόπος που οργανώνεται η χρηματοδότηση σε κάθε κράτος-μέλος συνιστούν λόγους εξαίρεσης από τη θεμελιώδη αυτή αρχή»6.

Τονίζεται επίσης στην οδηγία ότι «η έλλειψη ενός σαφούς, κοινού νομοθετικού πλαισίου σχετικά με τα δικαιώματα των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη έχει επιφέρει διοικητικό κόστος στα συστήματα υγείας και ασφάλισης» και ότι «η αβεβαιότητα που υπάρχει σε σχέση με τη γενική εφαρμογή των δικαιωμάτων επιστροφής εξόδων, δημιουργεί στην πράξη εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των ασθενών και των υπηρεσιών υγείας γενικότερα». Γι’ αυτούς τους λόγους επιδιώκεται η νομική ρύθμιση.

Σε αυτά τα πλαίσια λοιπόν η οδηγία αναφέρει ότι αποσκοπεί «στην εξασφάλιση ενός σαφούς και διαφανούς πλαισίου για την παροχή διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης στο εσωτερικό της ΕΕ» και στην «ενθάρρυνση της κινητικότητας των ασθενών».

Δηλαδή η οδηγία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα «διοικητικού κόστους» που συνάντησε και που ενδεχομένως να συναντήσει και τώρα με την επιδιωκόμενη επέκταση της κινητικότητας ασθενών και εργαζομένων, η εφαρμογή της διασυνοριακής περίθαλψης. Τα προβλήματα «διοικητικού κόστους» που αναφέρονται από την ΕΕ είναι οι γραφειοκρατικές διαδικασίες έγκρισης από τα ασφαλιστικά ταμεία της κάλυψης των εξόδων, οι διαφοροποιήσεις στο είδος και το ύψος της κάλυψης από τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στο ίδιο κράτος, οι δυσκολίες στην επιλογή της κατάλληλης μονάδας υγείας και στην επικοινωνία μεταξύ των υγειονομικών που παρακολουθούν τον ασθενή κ.ά.

Η συγκεκριμένη οδηγία παρουσιάζεται από την ΕΕ ως λύση που θα «λυτρώσει» τους ασθενείς των κρατών-μελών από την ταλαιπωρία και την απόγνωση που προκαλούν οι μεγάλες αναμονές για διάγνωση και θεραπεία, τα προβλήματα των ελλείψεων - διαφόρων εξειδικευμένων και μη - υπηρεσιών υγείας που παρουσιάζονται σε πολλά συστήματα υγείας των κρατών - μελών. Ολα αυτά τα προβλήματα είναι βέβαια υπαρκτά, έχουν όμως δημιουργηθεί από τις πολιτικές που ακολουθεί η ΕΕ και οι αστικές κυβερνήσεις των κρατών-μελών.

Συμπερασματικά, αυτό που επιδιώκει κυρίως η ΕΕ μέσω αυτής της οδηγίας είναι να ρυθμίσει ορισμένα γραφειοκρατικά εμπόδια των ταμείων (π.χ. δυνατότητα κατάργησης προέγκρισης), για να απελευθερώσει παραπέρα τις διαδικασίες για την «ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών υγείας», τη μετακίνηση ασθενών, αλλά και του εργατικού δυναμικού για προγραμματισμένη νοσοκομειακή περίθαλψη σε άλλο κράτος - μέλος απ’ αυτό που είναι ασφαλισμένοι.

Ταυτόχρονα, επιδιώκει να μειώσει τις παροχές των ασφαλιστικών ταμείων για πληρωμή όλων των εξόδων υγειονομικής περίθαλψης που πραγματοποιεί ο ασφαλισμένος σε άλλο κράτος. Με άλλα λόγια επικαλείται η ΕΕ δήθεν παροχή επιπλέον «δικαιωμάτων» (όπως τιτλοφορείται η οδηγία) προς τους ασθενείς - εργαζόμενους, για να παραχωρήσει ουσιαστικά επιπλέον δικαιώματα, προνόμια στο κεφάλαιο για αύξηση των κερδών του, μειώνοντας τελικά τα δικαιώματα, περιορίζοντας τις ανάγκες των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για πραγματικά δημόσια και δωρεάν, πλήρως εκσυγχρονισμένη διασυνοριακή περίθαλψη για όλους όσοι την έχουν ανάγκη.

Στην πραγματικότητα η διασυνοριακή περίθαλψη της ΕΕ αξιοποιεί τα παραπάνω υπαρκτά προβλήματα για να:

  • Προωθήσει παραπέρα σε όλα τα κράτη-μέλη τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της Υγείας - Πρόνοιας, της Κοινωνικής Ασφάλισης, των εργασιακών σχέσεων των υγειονομικών, του Φαρμάκου, της Ερευνας, της Εκπαίδευσης, των νέων τεχνολογιών, ώστε να αφαιρεθούν τα εμπόδια που υπάρχουν για την ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών, εργαζομένων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Να προσαρμοστούν δηλαδή οι παραπάνω τομείς που σχετίζονται με την υγεία στις απαιτήσεις των ελευθεριών του Μάαστριχτ και να διαμορφωθούν ενιαίοι όροι για τη λειτουργία εσωτερικής αγοράς υγείας.
  • Εφαρμοστεί η οδηγία Μπόλκενσταϊν και στον τομέα της υγείας, ο οποίος είχε αρχικά εξαιρεθεί από αυτή.
  • Προωθήσει τον έλεγχο και τον περιορισμό των παροχών υγείας που προβλέπονται στις περιπτώσεις των μετακινήσεων και κατ’ επέκταση των κρατικών δαπανών για την υγεία. Το κόστος να μεταφερθεί στους εργαζόμενους, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τα ασφαλιστικά ταμεία. Περιορισμό των παροχών και δαπανών επιζητούν και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες.

Αναλυτικότερα οι πραγματικές στοχεύσεις της οδηγίας αφορούν στην:

 

 1. Περαιτέρω απελευθέρωση του τομέα υγείας και τη διαμόρφωση
ενιαίων κριτηρίων για τη λειτουργία εσωτερικής αγοράς.

Η ελεύθερη κίνηση του εργατικού δυναμικού σε όλη την ΕΕ προϋποθέτει την παροχή και πρόσβαση των εργαζομένων που μετακινούνται (προσωρινά και πιο μόνιμα) σε βασικές υπηρεσίες υγείας (απαραίτητος όρος για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης). Η ΕΕ προωθεί σταδιακά τους όρους για την «απελευθέρωση» της αγοράς υγείας και τη δημιουργία - λειτουργία κερδοφόρας εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών υγείας και αγοράς εργασίας των υγειονομικών. Γι’ αυτό και η οδηγία αντιμετωπίζει με κοινά κριτήρια τις ιδιωτικές και τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και όλες οι πολιτικές της ΕΕ προωθούν τη λειτουργία των δημόσιων συστημάτων υγείας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Η λειτουργία μιας εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών υγείας και εργασίας των υγειονομικών με ενιαία κριτήρια διευκολύνει τη διαχείριση των ελλείψεων στις υπηρεσίες υγείας και σε υγειονομικούς, με τη μεταφορά των ασθενών και των «πλεοναζόντων» υγειονομικών σε άλλες υπηρεσίες υγείας ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Ταυτόχρονα εξυπηρετεί το στόχο της μείωσης των κρατικών δαπανών, αφού με την απελευθέρωση της αγοράς δεν θα απαιτούνται αυξημένες κρατικές δαπάνες για να αναπτυχθούν πλήρη και ολοκληρωμένα συστήματα υγείας σε κάθε χώρα, με ποιοτική επάρκεια, αλλά θα γίνονται κοινές επενδύσεις (δημόσιων και ιδιωτικών φορέων) υγείας ανάμεσα στις χώρες, π.χ. για εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας, όπως σύνθετες περιπτώσεις καρκίνου, σπάνιες ασθένειες, εξειδικευμένες υπηρεσίες αποκατάστασης κλπ.

Δηλαδή προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με όρους ανταγωνιστικότητας τα προβλήματα που δημιουργεί η αναπόφευκτη ανισόμετρη ανάπτυξη στην ΕΕ, αλλά και η αντιλαϊκή πολιτική της ίδιας της ΕΕ στην υγεία - πρόνοια. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνονται «οικονομίες κλίμακας», όπως αναφέρουν. Στην ουσία επιδιώκουν να διαμορφώσουν συνθήκες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου για το εμπόρευμα - υγεία σε κλίμακα ευρωενωσιακή (σύμφωνα με την ορολογία της ΕΕ «καλύτερη απόδοση των συστημάτων υγείας συνολικά στην ΕΕ, με κριτήριο την καλή σχέση κόστους - οφέλους»). Σε αυτό το πλαίσιο προωθείται μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική που θα καλύπτει ζητήματα όπως η εκπαίδευση, οι προσλήψεις των υγειονομικών, η καλύτερη απόδοση των επενδύσεων, η αξιολόγηση των νέων τεχνολογιών υγείας.

Οπως όμως και σε άλλους τομείς στην ΕΕ (π.χ. γεωργική παραγωγή κλπ.), η «ενιαία» αγορά υγείας θα βαθύνει την ανισόμετρη ανάπτυξη των συστημάτων υγείας - εργασιών υγείας - δραστηριοτήτων υγείας ανάμεσα στα κράτη-μέλη και τους κλάδους (π.χ. Αγγλία - ογκολογία, σκανδιναβικά κράτη - αποκατάσταση κλπ.). Αντικειμενικά, τα μονοπώλια στον τομέα της υγείας θα στρέφονται σε εξειδικεύσεις που μπορούν να τους εξασφαλίσουν πιο άμεσο και μέγιστο κέρδος.

Η δημιουργία των «ευρωπαϊκών δικτύων αναφοράς» που προβλέπει η οδηγία, στα οποία εντάσσονται οι «πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης», ενισχύει τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στον τομέα. Η επιτροπή θα καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι «πάροχοι» για να μπορούν να πιστοποιηθούν και να ενταχθούν στα «δίκτυα», όπως π.χ. να διαθέτουν κατάλληλες υποδομές, πολυεπιστημονική προσέγγιση, ισχυρή συμβολή στην έρευνα, συνεργασία με ενώσεις ασθενών κ.ά. Αυτά τα κριτήρια αντικειμενικά κατευθύνουν τους ασθενείς σε συγκεκριμένα ιατρικά κέντρα, ενισχύοντας την ταξική διαφοροποίηση των μονάδων υγείας, όχι μόνο σε μια χώρα αλλά και συνολικά στο επίπεδο της ΕΕ. Ακόμη, τα «δίκτυα» αναλαμβάνουν την εκπαίδευση-επιμόρφωση και την αξιολόγηση-πιστοποίηση των υγειονομικών. Πρόκειται για προσπάθεια προσαρμογής της εκπαίδευσής τους στις ανάγκες του κεφαλαίου στον τομέα της υγείας, αποσύνδεσης του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα και ακόμη παραπέρα εμπορευματοποίησης και υποβάθμισης της παιδείας.

Η εμπορευματοποίηση, η ανισομετρία, η υπονόμευση των συστημάτων υγείας σε ό,τι αφορά την ποσοτική και ποιοτική επάρκεια σε υποδομές - εξοπλισμό - προσωπικό, σε όλες τις βαθμίδες φροντίδας και αποκατάστασης της υγείας σε κάθε κράτος-μέλος, θα επιδεινώσει τους όρους κάλυψης της πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων για τέτοιου είδους υπηρεσίες. Μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μεγάλων μητροπολιτικών κέντρων για συγκεκριμένες ασθένειες, που θα καλύπτουν ασθενείς από όλες τις χώρες της ΕΕ. Με αυτό τον τρόπο όμως ένα νοσοκομείο π.χ. σε μία επαρχιακή πόλη δε θα χρηματοδοτείται από το κράτος για ν’ αναπτύξει αυτόνομα όλες τις επιστημονικές του δραστηριότητες (νέα τμήματα, βελτίωση υλικοτεχνικών υποδομών, προσέκλυση εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού κλπ.), αφού οι ασθενείς θα παραπέμπονται στα υπάρχοντα «εξειδικευμένα» κέντρα, ανάλογα με την περίπτωση.

Παρόμοιοι κίνδυνοι στα συστήματα υγείας μπορούν να δημιουργηθούν από τη μεγάλη συρροή ασθενών σε κάποια χώρα (κυρίως λόγω του χαμηλού κόστους) και αντίστοιχα πιθανή συρρίκνωσή τους σε μια άλλη χώρα. Για παράδειγμα στην Ουγγαρία η οδοντιατρική περίθαλψη κοστίζει 30% φθηνότερα από ό,τι στη Γερμανία (έχουμε ήδη μετακίνηση και Ελλήνων στη Βουλγαρία για οδοντιατρική περίθαλψη). Επίσης μπορεί να υπάρξει διάκριση και ανισότιμη μεταχείριση ανάμεσα στους «ντόπιους» και «ξένους» ασθενείς, σχετικά με το ποιος έχει προτεραιότητα στη λήψη περίθαλψης. Τέλος υπονομεύεται και η δυνατότητα ανάπτυξης προληπτικής ιατρικής, επιδημιολογικών μελετών αλλά και ελέγχου, οργάνωσης, προγραμματισμού των δημόσιων συστημάτων υγείας σε τοπικό - εθνικό επίπεδο.

Ομως δεν είναι ρεαλιστική και δυνατή η μετακίνηση σε άλλο κράτος για υγειονομική περίθαλψη για την πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων που θα παραμείνουν με λίγες υποβαθμισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις ακριβοπληρωμένες υπηρεσίες υγείας.

Επίσης κίνδυνος για τη λειτουργία των συστημάτων υγείας και την κάλυψη των αναγκών υγείας των εργαζόμενων έχει εμφανιστεί ήδη από την ελεύθερη κυκλοφορία των υγειονομικών. Η «κινητικότητα των επαγγελματιών υγείας» οδηγεί σε φυγή εξειδικευμένων υγειονομικών, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη προς χώρες όπως η Μ. Βρετανία. Αλλά και από την Ελλάδα αναφέρεται ότι περίπου 350 Ελληνες γιατροί και οδοντίατροι εργάζονται στη Μ. Βρετανία τα τελευταία δύο με τρία χρόνια7. Είναι γνωστές οι επιπτώσεις της οδηγίας Μπόλκενσταϊν στους μετακινούμενους εργαζομένους, που εργάζονται με βάση τα δικαιώματα της χώρας προέλευσής τους και όχι με βάση αυτά που προβλέπονται για τους εργαζόμενους της χώρας υποδοχής. Ηδη υπάρχει εμπειρία από εργαζόμενους στο χώρο της υγείας που μετακινούνται (π.χ. στη Γαλλία από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Ρουμανία), οι οποίοι μπορεί να πληρώνονται με μεγαλύτερο μισθό απ’ ό,τι στην πατρίδα τους, αλλά αυτός είναι μικρότερος από τους Γάλλους συναδέλφους τους, αποτελώντας και πολιορκητικό κριό για την υπονόμευση των δικαιωμάτων και των Γάλλων υγειονομικών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι επίτροποι της ΕΕ αναφέρονται στην «αποδοτικότερη εκμετάλλευση του δυναμικού της εσωτερικής αγοράς». Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε έχει εκπονηθεί και η «Πράσινη Βίβλος για το ευρωπαϊκό υγειονομικό δυναμικό», στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Προωθείται συγκέντρωση υγειονομικού προσωπικού -ιδιαίτερα υψηλά ειδικευμένου- σε κάποια κέντρα, σε βάρος ολόκληρων χωρών ή περιφερειών χωρών.

Τέλος, ιδιωτικές μεσιτικές εταιρίες αξιοποιούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς για διασυνοριακή περίθαλψη, αναλαμβάνοντας τη διαδικασία της μεταφοράς τους, τη διευκόλυνση στην επικοινωνία, τη διαχείριση των γραφειοκρατικών διαδικασιών κλπ.

Η λειτουργία αγοράς υγείας υποστηρίζεται και με τη λειτουργία της «e-health», της ηλεκτρονικής διασυνοριακής συλλογής δεδομένων και μεταφοράς ατομικών φακέλων υγείας, συνταγών κλπ. Η χρήση των δυνατοτήτων αυτών μπορεί γενικά να συμβάλει στη διευκόλυνση και βελτίωση της παροχής φροντίδας υγείας και πρόληψης. Στο πλαίσιο όμως μιας καπιταλιστικής αγοράς υγείας, όπου τα ιατρικά ατομικά δεδομένα μπορεί να γίνουν εμπορεύματα, θα υπάρχει πάντα η πιθανότητα στρεβλής, ανεπαρκούς, ακόμη κι επικίνδυνης αξιοποίησή τους. Ειδικότερα ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραβίασης των προσωπικών και ιατρικών δεδομένων των ασθενών, τα οποία συλλέγονται, μεταφέρονται ηλεκτρονικά και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως, κύρια από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες και τους εργοδότες.

Ολους τους παραπάνω κινδύνους η ΕΕ δεν μπορεί να τους αγνοήσει και κάνει κάποια αναφορά σε αυτούς. Υποβαθμίζεται όμως το μέγεθός τους και οι πραγματικές αιτίες τους. Παρουσιάζεται ως δικλείδα προστασίας για τη μη υπονόμευση των συστημάτων υγείας η προέγκριση των εξόδων μετακίνησης. Γίνονται γενικές υποδείξεις για «μη διάκριση» των ασθενών. Επικαλούνται τη «χάρτα των δικαιωμάτων» των ασθενών και το κοινοτικό δίκαιο για την προστασία των ιατρικών δεδομένων. Ολα αυτά όμως δεν μπορούν να αποτελέσουν ασπίδα προστασίας, αφού η τάση είναι ο περιορισμός των κρατικών υπηρεσιών υγείας, η εμπορευματοποίηση, ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και η ενίσχυση με διάφορα μέσα των κατασταλτικών μηχανισμών.

Το εγχείρημα της εναρμόνισης των κριτηρίων για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς υγείας σχετίζεται και με τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Υπάρχουν όμως πολλοί παράγοντες που δυσκολεύουν αυτό το εγχείρημα, όπως οι διαφορές ανάμεσα στα συστήματα Κοινωνικής Ασφάλισης (Υγείας, Πρόνοιας, Συνταξιοδότησης) των χωρών, η συνθετότητα και ιδιαιτερότητα στην παροχή φροντίδας υγείας και πρόληψης (καταναλώνεται εκεί που παράγεται), η ανάγκη των αστικών κυβερνήσεων να διατηρούν κάποιες κοινωνικές παροχές για λόγους περιορισμού της λαϊκής διαμαρτυρίας, οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα συμφέροντα των μονοπωλίων και των διάφορων συντεχνιών στο χώρο της υγείας κ.ά. Αυτές οι δυσκολίες εκφράζονται από κάποιες πολιτικές δυνάμεις που τοποθετήθηκαν σχετικά με την οδηγία, αλλά και διεθνικά μονοπώλια στο χώρο της υγείας που δείχνουν διστακτικότητα ως προς την οδηγία και τα οφέλη που μπορεί να έχουν από την εφαρμογή της.

 

2. Αλλαγή των όρων πληρωμής των υπηρεσιών υγείας σε βάρος του λαϊκού εισοδήματος

Η ΕΕ με αυτή την οδηγία στην πραγματικότητα δε διευθετεί νομικά την «επιστροφή εξόδων» για υγειονομική περίθαλψη, αλλά την αύξηση των πληρωμών. Με το μέτρο της προπληρωμής από τους ασθενείς και της μερικής επιστροφής των εξόδων οδηγεί στην εξίσωση προς τα κάτω των παροχών υγείας από όλα τα ασφαλιστικά ταμεία για τους ασφαλισμένους σε όλη την ΕΕ. Τα έξοδα που θα καλύπτονται αναφέρονται ως τα «πραγματικά έξοδα της υγειονομικής περίθαλψης», χωρίς να διευκρινίζεται τι σημαίνει αυτό. Δεν αφορά έξοδα αεροπορικά, διαμονής, συνοδού κλπ.

Η ΕΕ με αυτά τα μέτρα ευτελίζει την έννοια του «δικαιώματος», γιατί οι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης εντείνουν και επεκτείνουν την ανισοτιμία πέρα από τα όρια του εθνικού - κρατικού επιπέδου, αφού το ασφαλιστικό ταμείο του κράτους προέλευσης του ασθενή μπορεί να μην καλύπτει θεραπείες που παρέχονται σε άλλα κράτη και οι ασθενείς να αναγκάζονται να πληρώνουν εξ ολοκλήρου για την περίθαλψη. Επίσης το «δικαίωμα» καταργείται όταν επιβάλλεται η προέγκριση, που ουσιαστικά οδηγεί σε «διαλογή - περιορισμό» των ασθενών που θα μετακινούνται σε άλλο κράτος-μέλος για περίθαλψη, επικαλούμενο το κράτος «τον κίνδυνο υπονόμευσης του σχεδιασμού και εξορθολογισμού του νοσοκομειακού τομέα». Το γεγονός ότι στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη -Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ)- δεν προβλέπεται προέγκριση, αφορά τη μικρή σχετικά μετακίνηση από τους εργαζόμενους, τα λαϊκά στρώματα γι’ αυτές τις υπηρεσίες.

Εκτός από τη μερική κάλυψη των εξόδων, η υποβάθμιση και ο περιορισμός των παροχών υγείας επιχειρείται από την οδηγία και με τη δημιουργία καταλόγων θεραπειών και φαρμάκων, για τα οποία θα καλύπτονται τα έξοδα. Και με αυτό τον τρόπο προωθείται η μείωση κρατικών δαπανών για την υγεία.

Η εμπορευματοποίηση της υγείας, η υποβάθμιση των δημόσιων συστημάτων υγείας σε όλες τις χώρες της ΕΕ, μαζί με την επίθεση στα κοινωνικο-ασφαλιστικά δικαιώματα και τον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης, στερεί στοιχειώδεις και εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας από μεγάλο μέρος των εργαζόμενων, των ανασφάλιστων - μεταναστών και των οικογενειών τους σε πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ. Αυτή η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των επιδιώξεων του κεφαλαίου και των κομμάτων της πλουτοκρατίας να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους.

Οι ταξικές ανισότητες στην υγεία θα οξυνθούν και το επίπεδο υγείας της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων θα υποβαθμιστεί περισσότερο και με αυτά τα μέτρα. Σε αυτά τα πλαίσια μόνο υποκριτικά και προκλητικά μπορούν να θεωρηθούν όσα αναφέρονται στην οδηγία ως προς τη «μη διάκριση των ασθενών», «τη διασφάλιση των αρχών της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης», οι διακηρύξεις της ΕΕ για τις αρχές της «καθολικότητας», της «ισότητας» και της «πρόσβασης σε περίθαλψη υψηλής ποιότητας».

 

3. Γενίκευση της πολιτικής περί ατομικής ευθύνης των ασθενών
και των υγειονομικών σε βάρος της υγείας ως κοινωνικό αγαθό

Με τις προβλέψεις της οδηγίας για τη «δημιουργία των εθνικών σημείων επαφής» που παρέχουν πληροφορίες στους ασθενείς, υλοποιείται η παραπάνω βασική πολιτική της ΕΕ στην υγεία. Οι υποχρεώσεις των κρατών-μελών περιορίζονται στη διασφάλιση μηχανισμών πληροφόρησης σχετικά με «τα δικαιώματα» και τις υπάρχουσες υπηρεσίες. Στόχος στην ουσία είναι να δεσμεύεται ο ασθενής ότι ήταν ενήμερος για το είδος, το κόστος, την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και ότι ο ίδιος κάνει τις επιλογές. Μπορεί μόνο να υποβάλει παράπονα και να αναζητήσει αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης. Μάλιστα προωθούνται ειδικοί «εξωδικαστικοί» μηχανισμοί για τη διαπραγμάτευση. Ιδιαίτερα έντονα προβάλλεται η ευθύνη των υγειονομικών, για τους οποίους δημιουργούνται «μητρώα καλών επαγγελματιών», πειθαρχικό καθεστώς, θεσμοθετούνται «μέσα ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή εγγύησης». Οι υγειονομικοί φορτώνονται την ευθύνη για όλες τις ανεπάρκειες και τα προβλήματα των υπηρεσιών υγείας όταν τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από την μετατροπή της υγείας σε εμπόρευμα.

Ηδη μια ολόκληρη βιομηχανία λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση, προς όφελος των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, αφού επιβάλλεται στους γιατρούς (του ιδιωτικού τομέα και στην Ελλάδα) να ασφαλίζονται σε αυτές για κάλυψη της αστικής ευθύνης σε περίπτωση «επαγγελματικού λάθους». Επιπλέον πολλά δικηγορικά γραφεία «εξειδικεύονται» σε αυτά τα «λάθη». Πρόκειται δηλαδή για μεταφορά της ευθύνης ατομικά στον υγειονομικό και ταυτόχρονα εμπορευματοποίηση και του δυνητικού λάθους.

 

4. Διαχείριση των διασυνοριακών απειλών

Σε όλες τις εκθέσεις και τα έγγραφα της ΕΕ τονίζεται η αναγκαιότητα αντιμετώπισης των διασυνοριακών απειλών και θεωρείται ότι η διασυνοριακή συνεργασία των υπηρεσιών υγείας μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστική είναι για παράδειγμα η συνεργασία της 5ης Διοικητικής Υγειονομικής Περιφέρειας (ΔΥΠΕ) της Μακεδονίας με τη FYROM για την κοινή αντιμετώπιση υγειονομικών προβλημάτων στη διασυνοριακή περιοχή (Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα InterregII). Γενικότερα παρατηρείται πιο έντονη και γρήγορη «διεθνοποίηση» κάποιων ασθενειών, των οποίων η διαχείριση -σε επίπεδο ΕΕ- απαιτεί τη συνεργασία και το συντονισμό των υπηρεσιών υγείας, όπως οι πανδημίες, η βιοτρομοκρατία, η φυματίωση, το AIDS ή το πρόσφατο παράδειγμα της νόσου των χοίρων στο Μεξικό, που είχε κρούσματα στις ΗΠΑ, τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά αλλά και την ΕΕ. Επιχειρείται η αντιμετώπιση υπαρκτών διασυνοριακών απειλών και πιθανών υγειονομικών κρίσεων, χωρίς βέβαια να αντιμετωπίζονται οι πλευρές που σχετίζονται με την καπιταλιστική κερδοφορία. Αντίθετα η αντιμετώπιση της βιοτρομοκρατίας αποτελεί αφορμή για λαϊκή καταστολή.

 

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Υγείας, Β. Ριζάς, στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων και της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ελληνικής Βουλής (στις 8 Οκτωβρίου), ανέφερε ότι «η Ελλάδα αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στην υλοποίηση της οδηγίας και ότι θα επηρεάσει καταλυτικά τη λειτουργία του ΕΣΥ». Θα χρειαστεί «…προσαρμογή του συστήματος υγείας για την εξυπηρέτηση των υπηκόων των άλλων κρατών-μελών που θα επιλέξουν να έρθουν στη χώρα για να αντιμετωπίσουν προβλήματα υγείας». Θα χρειαστούν αλλαγές «…στην οργάνωση και διαχείριση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας… αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως η δημιουργία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος για τη διαχείριση και την ηλεκτρονική διακίνηση των φακέλων υγείας, η ορθολογική και διαφανής διαχείριση της λίστας αναμονής των νοσοκομείων, η αναθεώρηση της τιμολογιακής πολιτικής στα νοσήλια, η κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων, η μελέτη των οικονομικών επιπτώσεων για το ΕΣΥ και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από την εφαρμογή της οδηγίας».

Ενα μεγάλο μέρος των μέτρων που έχουν προωθηθεί στον τομέα της υγείας - πρόνοιας στην Ελλάδα από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, άλλα που δρομολογούνται και με τη στήριξη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και του ΛΑ.Ο.Σ., αφορούν τα παραπάνω προβλήματα και την ανάλογη προσαρμογή του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα.

Ειδικότερα διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για να συμμετέχει και η Ελλάδα στην παροχή διασυνοριακής περίθαλψης με τους όρους που αναφέρονται στην οδηγία. Ετσι για παράδειγμα προχωρεί η θέσπιση της ηλεκτρονικής κάρτας υγείας, του πιστωτικού ορίου και των «πρωτοκόλλων» ιατρικών πράξεων και φαρμάκων, η εισαγωγή των πληροφοριακών συστημάτων στα νοσοκομεία, η ανακοστολόγηση των ιατρικών πράξεων και διαγνωστικών εξετάσεων, η πολιτική για την ΠΦΥ, η δυνατότητα δημιουργίας αλυσίδας ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων (μετά την αναθεώρηση του Π.Δ 84/01), η πιστοποίηση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και υπηρεσιών ΠΦΥ ως προς την ποιότητά τους (60 φορείς υπάρχουν σήμερα που πιστοποιούν δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία στη χώρα), η ενίσχυση των υποδομών σε διασυνοριακές περιοχές και νησιά, η ενίσχυση της τεχνολογικής καινοτομίας του ιδιωτικού τομέα, η απελευθέρωση επαγγελμάτων όπως η φαρμακοποιοί, οδοντίατροι κλπ., η εφαρμογή της οδηγίας της Μπολόνια στην εκπαίδευση.

Παράλληλα έχει ήδη προχωρήσει η συγκεντροποίηση κεφαλαίου στον τομέα της υγείας που αφορά τη διασυνοριακή περίθαλψη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η λειτουργία του ιδιωτικού Διαβαλκανικού Κέντρου του ομίλου «Ιατρικό» του Αποστολόπουλου στη Θεσσαλονίκη, που δέχεται ασθενείς από όλα τα Βαλκάνια για εξειδικευμένες και μη υπηρεσίες υγείας. Ο σχεδιασμός για τη δημιουργία (μέσω ΣΔΙΤ) Διεθνούς Μεταμοσχευτικού Κέντρου με στόχο να εξυπηρετήσει όλα τα Βαλκάνια, τις χώρες της Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, δηλαδή χώρες που βρίσκονται στο στόχαστρο των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων.

Επίσης η ενίσχυση του ιατρικού τουρισμού στην Ελλάδα που προϋποθέτει την κινητικότητα των ασθενών. Πιο ειδικά, για την περίπτωση του ιατρικού τουρισμού στον αναπτυξιακό νόμο (2007), προβλέπονται κίνητρα και επιδότηση από 25-60% για την ίδρυση, επέκταση και εκσυγχρονισμό κέντρων τουρισμού υγείας: Κέντρων αναζωογόνησης και αποκατάστασης (spa), αδυνατίσματος και διαιτολογίας, πλαστικής χειρουργικής, υπηρεσιών ψυχικής υγείας, οφθαλμολογίας, αιμοκάθαρσης, τεχνητής γονιμοποίησης κ.ά. Τέτοιες δραστηριότητες αναπτύσσονται στην Ελλάδα, όπως π.χ. στην Κρήτη το «Μεσογειακό Κέντρο Διακοπών Αιμοκάθαρσης» που υποδέχεται 1.500 αλλοδαπούς νεφροπαθείς το χρόνο. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αγορά του ιατρικού τουρισμού είναι ιδιαίτερα δυναμική. Εκτιμάται ότι το 2012 ο κλάδος θα έχει τζίρο 65 δισ. ευρώ παγκοσμίως. Σε αυτή την αγορά η Ελλάδα και συνολικά η ΕΕ διεκδικούν μερίδια. Παράλληλα ενισχύονται οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης και οι ιδιωτικές επενδύσεις για ΚΥ, δομές ψυχικής υγείας, ΠΦΥ και νοσοκομεία σε δημοφιλής προορισμούς για τουρίστες υψηλών εισοδημάτων, κύρια μέσω του Γ΄ ΚΠΣ και του ΕΣΠΑ (Κέρκυρα, Κω, Ρόδο, Κρήτη, Χαλκιδική Θεσσαλονίκη, Πρέβεζα, Ιωάννινα κλπ.).

Τέλος η διαμόρφωση των όρων για τη διασυνοριακή περίθαλψη σχετίζεται με εκτίμηση της ΕΕ για αυξανόμενες μετακινήσεις μεγαλοσυνταξιούχων ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, κύρια από τη Βόρεια Ευρώπη, που επιλέγουν να κατοικήσουν για μεγάλο μέρος του χρόνου σε μεσογειακές χώρες όπως η Ελλάδα. Η επιχειρηματική «αξιοποίηση» αυτών των μετακινήσεων προϋποθέτει και την ανάλογη υποδομή στον τομέα της υγείας, γιατί αυτές οι ομάδες πληθυσμού έχουν αυξημένες ανάγκες υγείας.

 

Β. ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
Υ
ΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ

 Προωθεί τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις, στον εργάσιμο χρόνο, στην εκπαίδευση των υγειονομικών στην ΕΕ και την άρση των εμποδίων για την ελεύθερη κυκλοφορία τους σε αυτή. Εστιάζεται κύρια στα προβλήματα που προκύπτουν σε όλη την ΕΕ από το συνδυασμό έλλειψης υγειονομικού προσωπικού που παρουσιάζεται σε κάποια κράτη-μέλη και ανεργίας που παρουσιάζεται σε άλλα. Για παράδειγμα στη Μ. Βρετανία υπάρχει έλλειψη γιατρών και νοσηλευτών, ενώ στην Ελλάδα ανεργία. Δεν αναφέρεται στις πραγματικές αιτίες των δύο φαινόμενων, απλά παρουσιάζονται τα δεδομένα. Οι ελλείψεις και η ανεργία είναι φαινόμενα σύμφυτα με την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και της κοινωνίας και έχουν την αντανάκλασή τους και στον τομέα της υγείας. Το σύνολο της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα της υγείας δημιουργεί τους όρους για την εμφάνιση αυτού του συνδυασμού (ελλείψεων και ανεργίας) στους υγειονομικούς ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Χαρακτηριστικές πολιτικές σε αυτή την κατεύθυνση αποτελούν η μείωση των προσλήψεων, η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί, οι αντιλαϊκές ανατροπές στην κοινωνική ασφάλιση που οδηγούν σε αποχώρηση προσωπικού (π.χ. Αγγλία, Ελλάδα), η ενίσχυση της κατάρτισης στα εκπαιδευτικά συστήματα σε βάρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που μαζί με τις άσχημες συνθήκες εργασίας έχουν οδηγήσει σε μείωση της προσέλευσης στις υγειονομικές σχολές (π.χ. γιατροί στη Γερμανία), η ενίσχυση της μετανάστευσης προσωπικού (π.χ. ανατολική Ευρώπη, Αφρική και Ασία) προς χώρες με καλύτερες απολαβές (π.χ. Αγγλία).

 

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

 Οι λύσεις που προτείνονται για αυτά τα προβλήματα (κύρια του συνδυασμού έλλειψης - ανεργίας υγειονομικών) είναι στην κατεύθυνση της δημιουργίας φτηνού, ευέλικτου, συνεχώς μετακινούμενου υγειονομικού δυναμικού μέσα στην ΕΕ, στην προσέλκυσή του από χώρες εκτός της ΕΕ, στην κατάρτιση μη υγειονομικού προσωπικού για την κάλυψη ορισμένων βοηθητικών υπηρεσιών.

Συγκεκριμένα:

  • Προώθηση της «κυκλικής διακίνησης προσωπικού». Αφορά προσωπικό που μετακινείται σε άλλη χώρα για σκοπούς κατάρτισης ή και απόκτησης εμπειρίας και στη συνέχεια επιστρέφει στη χώρα του με πρόσθετες γνώσεις και δεξιότητες.
  • Απασχόληση στον τομέα υγείας εργαζομένων άνω των 55 ετών και αυτών που δεν έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις.
  • Προώθηση - στήριξη της επιχειρηματικής δράσης στην υγεία. Προτείνεται η ενθάρρυνση περισσότερων επιχειρηματιών στον τομέα της υγείας, ώστε να δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις εργασίας (αναφέρουν κύρια τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις).
  • Διαχείριση της τάσης εξόδου από τα επαγγέλματα υγείας ή τις αντίστοιχες σχολές και επαναπροσέγγισης όσων έχουν αποχωρήσει από αυτά τα επαγγέλματα. Αναφέρονται στη διαχείριση των εργασιακών προβλημάτων, όπως οι αλλαγές στα ωράρια εργασίας, η χρήση νέων τεχνολογιών, η επαγγελματική κινητικότητα, η ισορροπία εργασίας - οικογενειακής ζωής.
  • Αλλαγή των όρων πρόσληψης και των εργασιακών σχέσεων με μεγαλύτερη ευελιξία. Αναφέρονται στην εφαρμογή «κατευθυντήριων αρχών προσλήψεων από τρίτες χώρες», «διεθνή κώδικα δεοντολογίας για προσλήψεις», «διμερών συμφωνιών κυκλικής διακίνησης εργαζομένων», «επίτευξη μεγαλύτερης κοινωνικής και εθνοτικής πολυμορφίας στις προσλήψεις». Δεν εξειδικεύουν παραπάνω σε αυτόν τον τομέα.
  • Κεντρικότερος προγραμματισμός της παραγωγής και του καταμερισμού του υγειονομικού προσωπικού. Αναφέρονται μέτρα όπως συλλογή δεδομένων για τις τρέχουσες και μελλοντικές ανάγκες υγείας, εναρμόνιση δεικτών υγειονομικού προσωπικού, συστήματα παρακολούθησης κ.ά.

Σε ό,τι αφορά την ενιαία προσαρμογή της εκπαίδευσης - κατάρτισης των υγειονομικών στις νέες ανάγκες της αγοράς και του κεφαλαίου, στην ουσία αφορά την εφαρμογή της συνθήκης της Μπολόνια, την κοινή αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και την υλοποίηση της δια βίου εκπαίδευσης σε όλα τα κράτη-μέλη.

Τα προβλήματα που αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν, εκτός της μη προσέλευσης στις σχολές, είναι η μεγάλη ποικιλία στην εκπαίδευση και στη γλώσσα που δεν επιτρέπουν την υλοποίηση της κυκλικής διακίνησης (ουσία της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς), η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην υγεία που απαιτεί συνεχή κατάρτιση του προσωπικού. Ακόμη η εμφάνιση νέων και η επανεμφάνιση παλιών απειλών για την υγεία, η γήρανση του πληθυσμού και οι αυξημένες ανάγκες του για φροντίδα υγείας απαιτούν εκπαίδευση - κατάρτιση των υγειονομικών, ώστε να τα διαχειρίζονται στη λογική του «κόστους - οφέλους», με στόχο τη μείωση των κρατικών δαπανών για την υγεία κ.ά. Πουθενά βέβαια δεν αναφέρονται σε δωρεάν επιμόρφωση του προσωπικού.

Μπορεί να γίνει φανερό ότι αυτή η Πράσινη Βίβλος υπονομεύει το σύνολο των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο κλάδο υγείας. Αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζομένων, οδηγεί στη διαχείριση της ανεργίας του υγειονομικού προσωπικού, στην επιδείνωση των όρων πρόσληψης, των συνθηκών και όρων εργασίας, στην υπονόμευση της μονιμότητας στο δημόσιο τομέα -όπου υπάρχει- και των συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών. Στην αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας, στην υποβάθμιση των σπουδών και των πτυχίων, την παραπέρα σύνδεση της έρευνας και εκπαίδευσης με τις ανάγκες των μονοπωλίων στην υγεία, στην ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της παιδείας και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

 

Γ. Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ
ΟΔΗΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟ

 Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και προηγούμενα του ΠΑΣΟΚ έχουν συμφωνήσει και εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις ΕΕ για την υγεία, στο πνεύμα και της συγκεκριμένης οδηγίας και βίβλου.

Στηρίζουν και υλοποιούν μέτρα όπως η συρρίκνωση της κοινωνικής ασφάλισης προς όφελος της ιδιωτικής, η μείωση των κρατικών δαπανών, η εμπορευματοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας που οδηγούν στις αναμονές, την ταλαιπωρία, τις ελλείψεις προσωπικού κλπ. Στηρίζουν και ενισχύουν την επιχειρηματική δράση στον τομέα υγείας, τις ΣΔΙΤ, τις προσπάθειες ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού, την πολιτική αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζόμενων στον κλάδο της υγείας. Φρόντισαν το σύστημα υγείας να μην είναι προσανατολισμένο στην πρόληψη των αιτιών των ασθενειών και γι’ αυτό δεν αναπτύχθηκαν παρά ελάχιστες δημόσιες υπηρεσίες υγείας στην ΠΦΥ. Αλλωστε και η συγκεκριμένη οδηγία αφορά μόνο την υγειονομική περίθαλψη και πουθενά δε γίνεται λόγος για πρόληψη.

Ευθύνη φέρουν και ο ΣΥΝ και ο ΛΑ.Ο.Σ. που δεν αμφισβητούν (όπως και η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ) την πολιτική της ΕΕ, τη συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υγείας, τις πληρωμές από τα ταμεία. Διαμαρτύρονται (ΣΥΝ, ΛΑ.Ο.Σ.) για τις επιπτώσεις αυτών των πολιτικών και τον τρόπο υλοποίησής τους στην Ελλάδα, όπως π.χ. το ότι οι ιδιωτικές δαπάνες που επιφορτίζονται οι εργαζόμενοι για υπηρεσίες υγείας είναι πολύ μεγάλες. Σπέρνουν την αυταπάτη ότι μπορούν να ικανοποιούνται ταυτόχρονα οι ανάγκες υγείας των εργαζομένων και η κερδοφορία των επιχειρηματιών υγείας.

Χαρακτηριστικά για το θέμα της διασυνοριακής περίθαλψης, στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει την πρόταση οδηγίας «νεοφιλελεύθερο πείραμα» και όχι αναγκαία πολιτική της ΕΕ για την ισχυροποίηση του κεφαλαίου. Αναφέρει ότι πρόκειται για οδηγία Μπόλκενσταϊν στην Υγεία και ζητάει εξαίρεση των υπηρεσιών υγείας. Κρύβει το γεγονός ότι η οδηγία Μπόλκενσταϊν είναι υλοποίηση της συνθήκης του Μάαστριχτ, την οποία ψήφισε ο ΣΥΝ. Τη συγκεκριμένη πρόταση οδηγίας ο ΣΥΝ την καταψήφισε στη βάση της παραπάνω διαχειριστικής λογικής. Η στάση του όμως είναι για άλλη μια φορά αντιφατική, αφού μαζί με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ έχουν στηρίξει στο ευρωκοινοβούλιο το ψήφισμα για την «κινητικότητα ασθενών και τις μελλοντικές εξελίξεις στην υγειονομική περίθαλψη στην ΕΕ», το οποίο αποτελεί πρόδρομο της οδηγίας και κομμάτι της πολιτικής περαιτέρω «απελευθέρωσης» του τομέα υγείας. Στην ψηφοφορία στην Ευρωβουλή για τη συγκεκριμένη οδηγία η ΝΔ ψήφισε υπέρ, το ΠΑΣΟΚ ψήφισε λευκό και ο ΛΑ.ΟΣ. δε συμμετείχε στην ψηφοφορία, ενώ το ΚΚΕ καταψήφισε την οδηγία. Ψηφοφορία για την «Πράσινη Βίβλο για το ευρωπαϊκό υγειονομικό δυναμικό» δεν έχει γίνει ακόμη.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σε σχέση με τη συγκεκριμένη οδηγία, αλλά και γενικότερα για τα θέματα των πληρωμών, όλα τα υπόλοιπα κόμματα ισχυρίζονται ότι δήθεν υπερασπίζονται το δικαίωμα των εργαζόμενων στη δωρεάν υγεία. Αυτό όμως είναι τεράστιο ψέμα γιατί στο σύνολό τους, με την έννοια «δωρεάν» υγεία εννοούν την πληρωμή για φροντίδα υγείας και πρόληψη από τα ασφαλιστικά ταμεία και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό. Συγκαλύπτουν το γεγονός ότι στα ασφαλιστικά ταμεία, που έχουν φορτωθεί όλο το βάρος των παροχών υγείας, οι ασφαλισμένοι πληρώνουν κάθε μήνα με τις εισφορές τους για την υγεία και δεν είναι δωρεάν, ενώ ταυτόχρονα οι εργοδότες εισφοροδιαφεύγουν. Οι εργαζόμενοι στην πραγματικότητα πληρώνουν για τη «δωρεάν» υγεία πολλαπλά, με τη δουλειά τους, μέσα από την άμεση και έμμεση φορολογία, τις εισφορές στα ταμεία, τα επιπλέον χαράτσια στα δημόσια νοσοκομεία και άμεσα απ’ την τσέπη τους στον ιδιωτικό τομέα.

Απ’ όλα τα άλλα κόμματα στην Ελλάδα, σε συζήτηση που έγινε στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών υποθέσεων της ελληνικής Βουλής, αλλά και στις εκθέσεις των διάφορων ευρωπαϊκών επιτροπών (απασχόλησης, γυναικών κλπ.) της Ευρωβουλής, εκφράζονται κάποιες αμφιβολίες σχετικά με την ενιαία ρύθμιση των συστημάτων υγείας με ειδική νομοθεσία-οδηγία για όλη την ΕΕ και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εφαρμογή της οδηγίας. Στην ουσία εκφράζονται αντιρρήσεις που έχουν σαν βάση τις αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, την προστασία των προνομίων του κεφαλαίου στην υγεία σε κάθε ξεχωριστή χώρα και τη δυνατότητα να ρυθμίζει η κάθε κυβέρνηση τα ζητήματα υγείας στη χώρα (αναφέρεται ως θέμα σεβασμού των εθνικών ιδιαιτεροτήτων των συστημάτων υγείας). Δε ζητούν όμως να μην εφαρμοστεί, δεν καταδικάζουν την εμπορευματοποίηση της υγείας, τη μείωση των παροχών, τις μεθοδεύσεις ενίσχυσης του κεφαλαίου. Απλά προσπαθούν να στρογγυλέψουν τις πολύ οξείες γωνίες.

 

Δ. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

 Για το ΚΚΕ οποιαδήποτε συζήτηση και πρακτική για ουσιαστική και όχι υποκριτική διασφάλιση των δικαιωμάτων των ασθενών και γενικότερα του λαού κάθε χώρας στην υγεία πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένα πολύ βασικά κριτήρια, όπως ότι:

  •  Η κατάσταση της υγείας δεν περιορίζεται στη διατήρηση της ικανότητας για εργασία, αλλά αφορά την κατάκτηση της πλήρους σωματικής, ψυχικής, πνευματικής υγείας του ανθρώπου, έτσι ώστε να μπορεί να αναπτύσσει δημιουργικά όλες τις ικανότητές του στην ατομική και κοινωνική του ζωή.
  • Ολοι οι άνθρωποι να απολαμβάνουν δωρεάν, ισότιμες και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας, σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια φροντίδα υγείας), ανεξάρτητα από την οικονομική, ασφαλιστική, εργασιακή τους κατάσταση και εθνική καταγωγή.
  • Οι υπηρεσίες υγείας να εξειδικεύονται ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, το χώρο εργασίας, τον τόπο κατοικίας κλπ.
  • Οι υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας να καλύπτουν τις ανάγκες γρήγορα, να βρίσκονται κοντά στην κατοικία, το χώρο εργασίας, εκπαίδευσης, αθλητισμού, αναψυχής κλπ.
  • Κύρια κατεύθυνση των υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας και όλων των παρεμβάσεων υγείας πρέπει να είναι η πρόληψη των ασθενειών και όχι η διαχείριση των προβλημάτων υγείας.
  • Ολα τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα και η έρευνα που αναπτύσσεται και παράγεται στο χώρο της υγείας να μπαίνουν στην υπηρεσία της κάλυψης των αυξανόμενων εργατικών και λαϊκών αναγκών σε υπηρεσίες υγείας.
  • Οι εργαζόμενοι στον κλάδο της υγείας να έχουν πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, συνεχή και δωρεάν επιμόρφωση με ευθύνη του κράτους, ώστε να μπορούν να παρέχουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες και να συμβάλλουν στην έρευνα και αντιμετώπιση νέων και παλιών κινδύνων για την υγεία.

Η υλοποίηση όλων των παραπάνω βασικών κριτηρίων για την προστασία και προαγωγή της υγείας των λαών σε κάθε χώρα δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα σύστημα όπου η υγεία αντιμετωπίζεται σαν εμπόρευμα, ως πηγή κερδοφορίας του κεφαλαίου και όπου οι ασθενείς και οι οικογένειές τους αντιμετωπίζονται ως «πελάτες» μιας ενιαίας αγοράς υγείας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ολόκληρη την ΕΕ η τάση είναι οι εργαζόμενοι να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, που η πολιτική της ΕΕ τα δημιουργεί και τα επιδεινώνει.

Για την επίτευξη αυτών των κριτηρίων προτάσσουμε την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της λειτουργίας σε κάθε χώρα ενός ενιαίου, καθολικού, αποκλειστικά δημόσιου, δωρεάν συστήματος υγείας- πρόνοιας, με κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης και κατάργηση της χρηματοδότησης από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ενα τέτοιο σύστημα υγείας - πρόνοιας, που την ευθύνη για τη σχεδιασμένη ανάπτυξη και λειτουργία του την έχει το κράτος, με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες, με χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και τους εργοδότες, μπορεί να συμβάλει στην ουσιαστική διασφάλιση ποσοτικής και ποιοτικής επάρκειας υπηρεσιών και υγειονομικού προσωπικού. Σήμερα μπορούν να καλυφθούν στο μέγιστο βαθμό οι ανάγκες υγείας των λαϊκών οικογενειών στην ίδια τους τη χώρα, κάνοντας μη απαραίτητη αλλά και «παράλογη» τη μετακίνηση σε άλλη χώρα για υπηρεσίες υγείας, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις.

Με αυτό τον προσανατολισμό αντιμετωπίζουμε όλες τις ελλείψεις που υπάρχουν σήμερα στα συστήματα υγείας των χωρών, τις ανισότητες, το περιεχόμενο και τη μορφή των επιστημονικών συνεργασιών, την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών κλπ.

Αυτό που προωθεί η ΕΕ μέσα από αυτή την οδηγία και την Πράσινη Βίβλο είναι μια διαχειριστική λύση στα προβλήματα των ελλείψεων υπηρεσιών και προσωπικού σε βάρος των υγειονομικών και των εργαζομένων συνολικότερα προς όφελος των μονοπωλίων, με τη δημιουργία ενιαίων κριτηρίων αγοράς υγείας. Είναι αναδιανομή του προσωπικού, των υπηρεσιών υγείας, ακόμη και των επιστημονικών γνώσεων και πρακτικών, ανάλογα με τις ανάγκες του κεφαλαίου, στο έδαφος των αντιθέσεων και της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Δεν πρέπει βέβαια να υποτιμηθεί το γεγονός ότι στα πλαίσια των σημερινών συστημάτων υγείας προκύπτουν ανάγκες των λαϊκών οικογενειών για μετακίνηση σε άλλη χώρα για υγειονομική περίθαλψη, η οποία συνοδεύεται από ταλαιπωρία και οικονομική αφαίμαξη. Είναι ανάγκη ν’ αναπτυχθεί άμεσα, κυρίως από το εργατικό αλλά και από το γενικότερο λαϊκό κίνημα, η πάλη για τη λειτουργία αποκλειστικά δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών υγείας - πρόνοιας σε κάθε χώρα, που να καλύπτουν το σύνολο των αναγκών. Ταυτόχρονα όμως απαιτείται να αντιπαλευτεί η πολιτική εμπορευματοποίησης της υγείας, μείωσης των παροχών και της ανάθεσης των πληρωμών στα ασφαλιστικά ταμεία και στους ασθενείς. Να παλευτεί η πλήρης κάλυψη όλων των εξόδων από το κράτος και όχι από τα ασφαλιστικά ταμεία (όχι μόνο της περίθαλψης, αλλά και της διαμονής, του συνοδού και ό,τι άλλο χρειάζεται) σε περιπτώσεις μετακίνησης. Η απλούστευση όλων των γραφειοκρατικών διαδικασιών, η μείωση της καθυστέρησης για τη μετακίνηση, η παροχή βοήθειας σε όλα τα ζητήματα που περιλαμβάνει η μετακίνηση σε άλλη χώρα για υγειονομική περίθαλψη (διαμονή, γλώσσα, επιστημονική βοήθεια, καθοδήγηση κλπ.), αποτελούν ευθύνη του κράτους και πρέπει να παρέχονται δωρεάν.

Η πολιτική που προωθεί η ΕΕ για την παραπέρα απελευθέρωση του τομέα της Υγείας οδηγεί στη μείωση της κρατικής ευθύνης για χρηματοδότηση για κοινωνικές και υγειονομικές παροχές, στην παραπέρα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της Υγείας, τελικά στην ενίσχυση του κεφαλαίου. Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη στην ΕΕ, ο ανταγωνισμός και οι αντιθέσεις για τη διασφάλιση όλο και μεγαλύτερου κέρδους από τις επιχειρήσεις υγείας και τις φαρμακευτικές εταιρίες, στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, αυξάνουν τις ανισότητες στην Υγεία ανάμεσα και μέσα στα κράτη-μέλη. Τελικά αυξάνουν για τους εργαζόμενους τα προβλήματα των ελλείψεων, της επάρκειας και της ποιότητας που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας, με συνέπεια την αύξηση της ταξικότητάς τους.

Επιπλέον είναι καθαρή απάτη το γεγονός ότι στις σημερινές συνθήκες, που η επιστημονική γνώση και πρακτική στον τομέα της υγείας έχουν αναπτυχθεί σε αξιόλογο βαθμό, που τα τεχνολογικά επιτεύγματα μπορούν να λύσουν πολλά προβλήματα υγείας, η ΕΕ «ψάχνει» τρόπους και φορείς να διαδώσει τις επιστημονικές γνώσεις και πρακτικές. Ενα εμπόδιο υπάρχει για να γίνουν άμεσα κτήμα όλων των επιστημόνων, όλων των χωρών, οι έρευνες και οι καλές πρακτικές και θεραπείες που ανακαλύπτονται και χρησιμοποιούνται στις υγειονομικές μονάδες και στα ερευνητικά κέντρα, όχι μόνο της ΕΕ αλλά και παγκόσμια. Το εμπόδιο αυτό είναι ότι τα αποτελέσματα της κοινωνικής εργασίας στην επιστημονική έρευνα και τεχνολογία αποτελούν ατομική ιδιοκτησία των μονοπωλίων. Είναι εμπορεύματα από τα οποία πλουτίζουν τα μονοπώλια φαρμάκου, ιατροτεχνολογικών προϊόντων και τα διάφορα ιατρικά κέντρα. Τα μονοπώλια «κρύβουν τα μυστικά της επιτυχίας τους» στη διάγνωση, στη θεραπεία, ανταγωνίζονται μεταξύ τους ώστε να κερδίζουν «πελατεία» από τη φήμη τους και το επιστημονικό τους «κύρος».

Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, η διάδοση όλων των επιστημονικών γνώσεων και επιτευγμάτων προς όφελος των λαών, η δήθεν σύγκλιση των δικαιωμάτων και παροχών στην υγεία μέσα στην ΕΕ, η δήθεν εναρμόνιση των υπηρεσιών υγείας στα πλαίσια της αγοράς και το ότι ο δήθεν υγιής ανταγωνισμός θα ενισχύσει την ποιότητα των υπηρεσιών και θα μειώσει τις τιμές, είναι όλα απάτη. Είναι κατασυκοφάντηση, διαστρέβλωση, ακόμα και των θετικών εννοιών που έχουν οι λέξεις «δικαίωμα», «ποιοτικές παροχές υγείας» κλπ. Η εμπειρία της χώρας μας από άλλους τομείς της οικονομίας (εργασιακά, κοινωνική ασφάλιση κλπ.) είναι ενδεικτική. Η τάση σε όλες τις χώρες της ΕΕ και στις περισσότερο καπιταλιστικά αναπτυγμένες, είναι το χτύπημα των δικαιωμάτων και η μείωση των παροχών, η αύξηση των τιμών σε διάφορα εμπορεύματα (ενέργεια, νερό, τρόφιμα κλπ.). Αλλωστε όχι μόνο δεν υπήρξε, αλλά ούτε και θα μπορούσε να υπάρξει «σύγκλιση» στα πλαίσια της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για την ΕΕ και τα κόμματα του ευρωμονόδρομου, η όποια δυνατότητα σχεδιασμού και η ανάπτυξη των συστημάτων υγείας - πρόνοιας γίνονται με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η όποια κάλυψη των αναγκών υγείας των εργατικών και λαϊκών οικογενειών αποτελεί απλώς ένα επισφαλές, συνεχώς αμφισβητούμενο από το κεφάλαιο, «παράπλευρο όφελος» της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Η πραγματική διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των οικογενειών τους στην ΕΕ, όχι μόνο στη διασυνοριακή περίθαλψη αλλά γενικότερα στην υγεία - πρόνοια, είναι αδύνατη χωρίς την πάλη ενάντια στη συνολική πολιτική της ΕΕ, (στην Υγεία - Πρόνοια, την Κοινωνική Ασφάλιση, τις Εργασιακές Σχέσεις, την Παιδεία, την Ερευνα κ.ά.). Ενάντια στην πολιτική της μείωσης των κρατικών παροχών στην υγεία, στην εφαρμογή της οδηγίας Μπόλκενσταϊν, στην απελευθέρωση της αγοράς και στην Υγεία. Αντιμονοπωλιακό αγώνα ενάντια σε κάθε νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση που εμπορευματοποιεί και ιδιωτικοποιεί παραπέρα την Υγεία και δεν επιτρέπει την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης και των τεχνολογικών επιτευγμάτων προς όφελος των εργαζόμενων.

Η πραγματική διασφάλιση, προστασία και προαγωγή της δημόσιας - δωρεάν υγείας απαιτεί πάλη για την κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης, κατάργηση της εισφοράς των εργαζομένων στον κλάδο υγείας, όπως και κάθε πληρωμής στα δημόσια νοσοκομεία, των ΣΔΙΤ και της λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Για τη δημιουργία κρατικού φορέα έρευνας, παραγωγής και εισαγωγής, αποθήκευσης και δωρεάν διανομής φαρμάκων και προϊόντων βιοϊατρικής τεχνολογίας. Για την υπεράσπιση και διεύρυνση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των επαγγελματιών υγείας, τη δημόσια εκπαίδευση, μετεκπαίδευση και επιμόρφωσή τους, με την πλήρη απεξάρτηση της επιστημονικής έρευνας και διάδοσης των αποτελεσμάτων της από το κεφάλαιο, τους μηχανισμούς του, τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η πραγματική λύση δεν είναι στο δρόμο της «εμβάθυνσης και ενοποίησης» της ΕΕ και στην αγορά Υγείας - Πρόνοιας, αλλά στην απειθαρχία, ρήξη και -στην πορεία- αποδέσμευση από την ΕΕ, στον άλλο δρόμο ανάπτυξης, το σοσιαλιστικό. Η λαϊκή εξουσία, κοινωνικοποιώντας τα βασικά μέσα παραγωγής, σχεδιάζοντας κεντρικά την οικονομία και τις υπηρεσίες υγείας, με τον εργατικό - κοινωνικό έλεγχο και συμμετοχή, μπορεί να δημιουργήσει το αποκλειστικά δημόσιο - δωρεάν ισότιμο, ενιαίο και καθολικό σύστημα υγείας με ποσοτική και ποιοτική επάρκεια υπηρεσιών για όλο το λαό. Σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να επιτευχθεί πραγματικά αμοιβαία και ισότιμη επιστημονική συνεργασία μεταξύ των χωρών προς όφελος των λαών και τέτοια παραδείγματα έχουμε και από την Κούβα σήμερα και την ΕΣΣΔ και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη στο παρελθόν. Σε αυτό το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, ο κεντρικός σχεδιασμός σε κάθε χώρα μπορεί να λειτουργεί για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού και την απορρόφηση όλων των πτυχιούχων των επαγγελμάτων υγείας, με καταγραφή των αναγκών, με απορρόφηση στο λαϊκό σύστημα υγείας όλων των σημερινών αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων υγείας (γιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί, ψυχολόγοι, φυσιοθεραπευτές, λογοθεραπευτές κλπ.).

Η εργατική τάξη όλων των χωρών της ΕΕ, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι νέοι, η φτωχή αγροτιά, οι μισθωτοί επιστήμονες και οι εργαζόμενες γυναίκες έχουν χρέος απέναντι στη ζωή τους και στη ζωή της επόμενης γενιάς, να δώσουν αυτή τη μάχη ενάντια στο χαρακτήρα και στην πολιτική της ΕΕ (ως διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας), ενάντια στα μονοπώλια. Να συμβάλουν στην ανασύνταξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος, στην πορεία συγκρότησης του ΑΑΔΜ μετώπου με στόχο την τελική σοσιαλιστική νίκη. Ολες οι μάχες σε αυτή την κατεύθυνση, όπως και αυτή των Ευρωεκλογών, μπορούν να δώσουν σημαντικά αποτελέσματα, παρακαταθήκες για το κίνημα και τη νικηφόρα προοπτική του.

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Η Κατερίνα Μιχαλιού είναι μέλος του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Ως πάροχος υγειονομικής περίθαλψης ορίζεται από την οδηγία κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει νόμιμα υγειονομική περίθαλψη σε άλλο κράτος μέλος.

2. Ως επαγγελματίας υγείας ορίζεται από την οδηγία ο ιατρός, νοσηλευτής που είναι υπεύθυνος για τη γενική περίθαλψη, ο οδοντίατρος, ο φαρμακοποιός, η μαία ή άλλος επαγγελματίας που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, η οποία περιορίζεται σε ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, όπως ορίζεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α) της οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

3. Παράδειγμα αποτελεί η κινητικότητα στην ευρωπεριφέρεια (Euregio) Maas-Ρήνου μεταξύ Βελγίου, Κάτω Χωρών και Γερμανίας ή οι διευθετήσεις που έχουν γίνει για παραπομπή ασθενών μεταξύ Μάλτας και Ηνωμένου Βασιλείου για διάγνωση και θεραπεία από ειδικούς.

4. Flash Eurobarometer 210-The Gallup Organization «Cross-border health services in the EU» Analytical report June 2007.

5. Ολα τα αποσπάσματα που παρατίθενται στο Α΄ κεφάλαιο του κειμένου αφορούν την πρόταση οδηγίας COM (2008) 414 της ημερομηνίας 2/7/2008 και την αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει.

6. Ως ιδιαιτερότητες της υγειονομικής περίθαλψης αναφέρονται η τεχνική της πολυπλοκότητα, το γεγονός ότι πληρώνεται από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης στις περισσότερες χώρες κ.ά.

7. Εφημερίδα «Το Βήμα», 2007.