Της Σύνταξης

H ψήφος στο ΚΚΕ στις ευρωεκλογές, στις 7 Ιουνίου 2009, δεν αφορά μόνο όσους εργαζόμενους έχουν συνειδητοποιήσει την ανάγκη ρήξης και αποδέσμευσης από την ΕΕ, αλλά και όσους θέλουν να εκφράσουν την αντίσταση, την καταδίκη τους απέναντι στην πολιτική της.

Αφορά τις λαϊκές δυνάμεις που πρέπει να κάνουν το βήμα απεγκλωβισμού από τα κόμματα που εναλλάσσονται στις κυβερνήσεις του κεφαλαίου, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Δε θα πρέπει όμως να εγκλωβιστούν στην οπορτουνιστική πολιτική του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και την αντιδραστική λαϊκίστικη πολιτική του ΛΑ.Ο.Σ., που αποτελούν δυνάμεις του «ευρωμονόδρομου», στηρίγματα της πολιτικής του κεφαλαίου.

Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα πρέπει να βγάλουν συμπεράσματα από τις πολιτικές εξελίξεις. Το κεφάλαιο, στο όνομα της κρίσης, προωθεί μια σειρά αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις σε βάρος της εργατικής τάξης, που είχαν ήδη προαποφασιστεί στα πλαίσια της ΕΕ. Η κυβέρνηση της ΝΔ ακολουθεί απαρέγκλιτα αυτή την πολιτική, ενώ το ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά συναινεί, προσπαθώντας να αποπροσανατολίσει, να πείσει ότι για όλα φταίει η ΝΔ. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ έχουν συναινέσει στην ανάγκη από κοινού εργάτες και κεφάλαιο να συμφωνήσουν σε μέτρα διεξόδου από την κρίση.

Με τη σκανδαλολογία επιχειρείται μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού και συγκάλυψης της ουσιαστικής συναίνεσής τους στην πολιτική υπέρ του κεφαλαίου. Σκοπός τους βεβαίως δεν είναι να αποκαλυφθεί η αλήθεια για τα σκάνδαλα, αφού η διαφθορά και η σήψη είναι γέννημα θρέμμα του καπιταλιστικού συστήματος και της κυριαρχίας των μονοπωλίων, αλλά να αξιοποιηθούν στο δικομματικό τους καυγά, στις ενδοαστικές αντιθέσεις για τη διακυβέρνηση.

Στο όνομα της αύξησης της εγκληματικότητας εντείνονται τα μέτρα καταστολής, η προσπάθεια θωράκισης της αστικής εξουσίας απέναντι στο εργατικό κίνημα, ενώ στρώνεται και ιδεολογικά το έδαφος για αναγόρευση της επαναστατικής πάλης σε έγκλημα.

Ταυτόχρονα οξύνεται η αντικομμουνιστική επίθεση, τόσο γενικά, απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία, όσο και ειδικά, απέναντι στο φορέα της, στο ΚΚΕ. Στο στόχαστρο βρίσκονται η ιστορία του Κόμματος, η σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, η επαναστατική στρατηγική του Κόμματος. Φορείς της επίθεσης είναι τα συγκροτήματα του αστικού τύπου και όλα τα αστικά κόμματα, έχοντας το καθένα το δικό του ρόλο. Αυτή την περίοδο το ΠΑΣΟΚ και ο ΛΑ.Ο.Σ. κάνουν τη βρώμικη δουλειά, ενώ οι δυνάμεις του οπορτουνισμού, του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, έχουν τον ιδιαίτερο ρόλο της «αριστερής» κάλυψης της επίθεσης. Είναι αναμενόμενο αυτή η επίθεση να ενταθεί το επόμενο διάστημα. Οι κομμουνιστές, τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, οι Κνίτες, οι φίλοι του Κόμματος, πρέπει να αποκρούσουν αυτή την επίθεση, να προβάλουν επιθετικά την πολιτική του ΚΚΕ, να συμβάλουν στην οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης σε αντιμονοπωλιακή - αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, να διαδώσουν τις Αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου, ιδιαίτερα την Απόφαση για το σοσιαλισμό.

Η μάχη των Ευρωεκλογών μπορεί να αξιοποιηθεί από τους κομμουνιστές ως μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τη μαζική ζύμωση του στόχου αποδέσμευσης από την ΕΕ, ζήτημα που συνδέεται με την προοπτική του «άλλου δρόμου» εξέλιξης της χώρας, σε σύγκρουση με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, του δρόμου της Λαϊκής Εξουσίας και Λαϊκής Οικονομίας.

Στη Διακήρυξη της ΚΕ, που δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 29.3.2009,επισημαίνεται ότι: «Η μάχη των Ευρωεκλογών πρέπει να γίνει αφορμή για τους κομμουνιστές, ώστε να ζυμώνουμε μαζικά την αντίληψή μας για το χαρακτήρα της ΕΕ, να απαντηθούν διάφορα ιδεολογήματα που προβάλλονται από την αστική προπαγάνδα και τον οπορτουνισμό. Να προβληθεί η ανάγκη και η ρεαλιστικότητα της ρήξης και αποδέσμευσης ως μονόδρομος για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, προοπτική που συνδέεται με την πάλη για Λαϊκή Εξουσία και Οικονομία. Η δυνατότητα για μια πλατιά ιδεολογικοπολιτική ζύμωση, συνδεδεμένη άμεσα με την πείρα που συγκεντρώνουν η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, τροφοδοτείται από τις εξελίξεις, την καπιταλιστική οικονομική κρίση».

Θεωρητικό θεμέλιο του ΚΚΕ για την εκτίμηση της ΕΟΚ παλιότερα και της ΕΕ τα τελευταία 18 χρόνια είναι η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, για τον καπιταλισμό στο ανώτατο μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξής του.

Η μετεξέλιξη της ΕΟΚ σε ΕΕ με τα χαρακτηριστικά μιας πιο προωθημένης συμμαχίας των καπιταλιστικών κρατών (ενιαίο νόμισμα, κατάργηση συνοριακών ελέγχων, διαμόρφωση ενιαίων πολιτικών σε μια σειρά ζητήματα κ.ά.), στο φόντο και της επικράτησης της αντεπανάστασης στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης και την ΕΣΣΔ το 1989-1991, ενίσχυσαν την αντίληψη ότι ο καπιταλισμός στην Ευρώπη προχωράει προς την «ολοκλήρωση», ότι επιτυγχάνεται η πλήρης εξάλειψη των διαφορών και των αντιθέσεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη.

Ο καπιταλισμός όμως αναπτύσσεται ανισόμετρα, δηλαδή συγκρίνοντας τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις (μονοπώλια) είτε του ίδιου κλάδου είτε διαφορετικών κλάδων, θα διαπιστώσουμε ότι έχουν διαφορετικό μέγεθος και ελέγχουν διαφορετικά μερίδια στην αγορά. Το ίδιο συμβαίνει και ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη. Εχουν διαφορετική οικονομική ανάπτυξη, πολιτική και στρατιωτική δύναμη, κατέχουν διαφορετικά μερίδια στη διεθνή αγορά και διαφορετική θέση στην πυραμίδα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Χαρακτηρίζονται επίσης και από διαφορετικούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης που συμβάλλουν στη διατήρηση ή στην αλλαγή της θέσης τους.

Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης είναι βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Εχει την αφετηρία του στον ίδιο το σκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, που οδηγεί κάθε μονοπώλιο στην προσπάθεια να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του από αυτή, να προσανατολιστεί σε πιο άμεσα κερδοφόρους κλάδους. Σε αυτή την προσπάθεια το κάθε μονοπώλιο προσπαθεί να συγκεντρώσει μεγαλύτερα κεφάλαια, να βελτιώσει την παραγωγικότητα της εργασίας, να εντείνει την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.

Ετσι κάποιοι μεγεθύνονται, κάποιοι μένουν στα ίδια, κάποιοι καταστρέφονται, κάποιοι αναπτύσσονται πιο γρήγορα, κάποιοι πιο αργά, κάποιοι αναβαθμίζονται, κάποιοι χάνουν την παλιά τους θέση.

Η καπιταλιστική αναπαραγωγή συντελείται σε συνθήκες αναρχίας, ενώ ο σχεδιασμός του αστικού κράτους σε εθνικό ή διακρατικό επίπεδο είναι αδύνατο να αντιμετωπίσει την ανισομετρία, αφού αποσκοπεί στη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Επίσης, οι περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής, που είναι αναπόφευκτες στον καπιταλισμό, επιταχύνουν τις ανακατατάξεις στην καπιταλιστική οικονομία σε διεθνές ή περιφερειακό επίπεδο. Το πέρασμα από τη φάση της κρίσης στη φάση της αναζωογόνησης και της ανόδου αποτυπώνει μια νέα πιο βαθιά ανισομετρία.

Οι συμμαχίες και οι συμφωνίες που συντελούνται ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη σε περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο, ακόμη κι αν είναι μακρόχρονες και προωθημένες, δεν είναι ικανές να οδηγήσουν στο ξεπέρασμα των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών ανάμεσά τους ούτε είναι αιώνιες και αδιάρρηκτες. Στη βάση της διαπίστωσης αυτών των νομοτελειών και της ανάλυσης για τον ιμπεριαλισμό, ο Λένιν απέρριψε τις θέσεις όσων απολυτοποιούσαν το «ενωτικό» στοιχείο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο -όπως η θεωρία του «υπεριμπεριαλισμού» του Κάουτσκι- και οδηγούσαν τελικά στο συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός έχει προοδευτικό χαρακτήρα και θα οδηγήσει βαθμιαία, εξελικτικά στο σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα απέρριψε και τις θέσεις όσων στο όνομα της αντιδραστικότητας του ιμπεριαλισμού προέτασσαν την επιστροφή σε ένα μη μονοπωλιακό καπιταλισμό, σ’ έναν «μικροαστικό παράδεισο», όπως ο ίδιος σημείωνε. Θεωρούσε ότι το «σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», που προβαλλόταν από μια σειρά δυνάμεις στο εργατικό κίνημα, δε θα έπρεπε να υιοθετηθεί από τα εργατικά κόμματα. Γιατί είτε αυτό το σύνθημα θα έπρεπε να κατανοείται συγχωνευμένο με το σοσιαλισμό, δηλαδή ως σύνθημα που προβάλλει την ένωση των σοσιαλιστικών κρατών της Ευρώπης, είτε θα ήταν ένα σύνθημα αποπροσανατολιστικό και επικίνδυνο. Η θέση αυτή του Λένιν βασιζόταν στην εκτίμηση ότι οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» στο έδαφος του καπιταλισμού θα ήταν αντιδραστικές ή απραγματοποίητες και ότι ως σύνθημα αποπροσανατόλιζε από τη δυνατότητα να σπάσει η αλυσίδα του ιμπεριαλισμού στον πιο αδύνατο κρίκο της, να νικήσει ο σοσιαλισμός σε μια χώρα ή σε μια ομάδα χωρών.

Παρά το γεγονός ότι διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις την αμφισβητούν και θεωρούν ότι αυτή δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις εξελίξεις που έχουν συντελεστεί, οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τη λενινιστική τοποθέτηση.

Η μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση αντιμετωπίζει την ΕΕ ως μια προωθημένη συμμαχία ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη στο μονοπωλιακό στάδιο ανάανάπτυξης του καπιταλισμού. Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία, όπως υποστηρίζουν ορισμένες οπορτουνιστικές δυνάμεις, η κατεύθυνση της οποίας καθορίζεται από τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης. Αυτή η θέση είναι προέκταση της αναθεωρητικής αντίληψης που αντιμετωπίζει το κράτος -συνεπώς και τις διακρατικές ενώσεις- ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών κι έτσι θεωρεί δυνατή την αλλαγή του ταξικού τους περιεχομένου, αν αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης. Επίσης δεν πρόκειται για μια διαδικασία ξεπεράσματος της εθνοκρατικής συγκρότησης και μετάβασης σ’ ένα νέο στάδιο εξέλιξης του καπιταλισμού, όπως υποστηρίζουν όσοι αναβιώνουν τις υπερ-ιμπεριαλιστικές αντιλήψεις.

Η 52χρονη πορεία της ΕΟΚ, η 18χρονη πορεία της ΕΕ, αλλά και οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων και ιδιαίτερα η σύγχρονη καπιταλιστική οικονομική κρίση, δίνουν στοιχεία για την ανατροπή μυθευμάτων, ιδεολογημάτων της αστικής τάξης και του οπορτουνισμού, βοηθούν να βγουν ολοκληρωμένα συμπεράσματα για το χαρακτήρα της ΕΕ.

Σήμερα μπορούμε ακόμα καλύτερα να διακρίνουμε αυτή την αντιφατική πορεία συμμαχίας και διαπάλης ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη με ανισότιμη οικονομική, πολιτική και στρατιωτική δύναμη, γεγονός που δεν μπορεί να «κουκουλώσει» ούτε η ύπαρξη κοινού νομίσματος (ευρώ) ούτε μια σειρά συμφωνίες και συνθήκες.

Τα ευρωπαϊκά μονοπώλια συμμαχούν με στόχο την από κοινού ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στις χώρες τους και την από κοινού αντιμετώπιση των αντιπάλων τους σε διεθνές επίπεδο. Ανάμεσά τους όμως εκδηλώνεται ανταγωνισμός, διαμορφώνονται λιγότερο ή περισσότερο σταθεροί άξονες και αντι-άξονες. Η καπιταλιστική οικονομική κρίση, που έχει εκδηλωθεί σε όλη την ΕΕ, αντικειμενικά οξύνει τις αντιθέσεις στους κόλπους της.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ συνέβαλε στην επιτάχυνση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, στην ισχυροποίηση ορισμένων μονοπωλίων με έδρα την Ελλάδα και στη βελτίωση της θέσης της Ελλάδας κυρίως στη βαλκανική αγορά. Αυτό όμως δεν άλλαξε τη θέση της στην Ευρωζώνη των 15 κρατών-μελών, η οποία παραμένη προτελευταία. Αντίθετα, αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται με αντιφατικό τρόπο, έτσι ώστε ταυτόχρονα να οξύνεται η ανισομετρία. Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη στην ΕΕ, στην Ελλάδα εξελίσσεται φέρνοντας μακροπρόθεσμα και αλλαγές στο συσχετισμό.

Το δυνάμωμα των μονοπωλίων, η βελτίωση της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού, ουδεμία σχέση έχουν με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Το μεγάλωμα της «πίττας», όπως ήταν φυσικό, έγινε σε βάρος της εργατικής τάξης (ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικές εργασιακές σχέσεις, συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης κ.ά.) και καρπώθηκε από τα μονοπώλια.

Στις Θέσεις της ΚΕ, που ενέκρινε το 18ο Συνέδριο, δίνονται αναλυτικά οι σημαντικότερες εξελίξεις στην ΕΕ.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε στις χώρες της ΕΕ αποδείχτηκε ότι δεν είναι -ούτε άλλωστε θα μπορούσε να είναι- «αειφόρος» (δηλαδή: αδιάκοπη κερδοφορία), ακόμα και με τα καπιταλιστικά κριτήρια, αφού καπιταλιστική ανάπτυξη σημαίνει συσσώρευση κεφαλαίου, η οποία οδηγεί αντικειμενικά και αναπόφευκτα στην οικονομική κρίση. Ας θυμηθούμε την προπαγάνδα για το «ιρλανδικό θαύμα» κι ας δούμε σήμερα το πόσο βαθιά έχει χτυπήσει η κρίση την Ιρλανδία, όταν σύμφωνα με εκτιμήσεις φαίνεται να έχει απώλεια 11 χρόνων ανάπτυξης.

Η επιχειρηματολογία του οπορτουνισμού, του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, του ΚΕΑ στην ΕΕ, ότι για την κρίση και για την αντιλαϊκή πορεία της ΕΕ ευθύνεται ο νεοφιλελευθερισμός, είναι αποπροσανατολιστική και επικίνδυνη. Παρόμοιες αντιλήψεις προβάλλουν και οι κλασικές δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, παρόλο που οι κυβερνήσεις τους πρωτοστάτησαν στην εφαρμογή των αναδιαρθρώσεων.

Συσκοτίζουν το γεγονός ότι οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις (απελευθέρωση αγορών, ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων κ.ά.) δεν είναι αποτέλεσμα ορισμένων «νεοφιλελεύθερων δοξασιών» και «δογματισμών», αλλά της ανάγκης του καπιταλισμού να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες διευρυμένης αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου σε μια νέα φάση ανάπτυξής του. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε υλοποιήθηκαν και απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις, κεντροδεξιές ή κεντροαριστερές.

Ηταν αναπόφευκτο ότι αυτές οι κατευθύνσεις δε θα μπορούσαν να αποτρέψουν την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Αυτό που αναδεικνύεται ως συμπέρασμα είναι το ξεπερασμένο όχι μιας μορφής διαχείρισης του καπιταλισμού, αλλά των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και η αναγκαιότητα ανατροπής τους.

Το σύνθημα της «αντι-νεοφιλελεύθερης» Ευρώπης συσκοτίζει τον καπιταλιστικό - ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ και αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από την ανάγκη ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων και της αστικής εξουσίας, από το στόχο αποδέσμευσης από την ΕΕ.

Η ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ είναι η μόνη προοπτική προς όφελος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, είναι στόχος άμεσα συνδεδεμένος με την πάλη για την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, για το σοσιαλισμό.

Η αντίσταση στη σημερινή πολιτική που χαράζουν τα κράτη της ΕΕ ενάντια στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, για να μπορεί πραγματικά να αμφισβητεί αυτές τις πολιτικές, θα πρέπει να έχει αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, να συνδέεται με το στόχο της αποδέσμευσης.

Η υπεράσπιση των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων δεν μπορεί να γίνει παρά σε σύγκρουση με το βαθιά ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ -ως ένωσης καπιταλιστικών κρατών- και με αυτό το κριτήριο η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της να σταθούν απέναντί της. Η απόρριψη της «αντι-νεοφιλελεύθερης γραμμής» είναι προϋπόθεση για τη ριζοσπαστικοποίηση των διαθέσεων τμημάτων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που στέκονται σήμερα κριτικά απέναντι στην ΕΕ.

Η αποδέσμευση από την ΕΕ δε σημαίνει απομόνωση, όπως διατείνονται οι διάφοροι αστοί και οι οπορτουνιστές απολογητές της ΕΕ. Σημαίνει σίγουρα αλλαγή των διακρατικών σχέσεων της Ελλάδας, αφού κριτήριο δε θα είναι το συμφέρον των μονοπωλίων, η καπιταλιστική κερδοφορία, αλλά οι ανάγκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Η αποδέσμευση από την ΕΕ και απ’ όλους τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θα δώσει ώθηση και στην προοπτική της πάλης των εργαζομένων, θα συνοδευτεί από άνοδο του εργατικού κινήματος σε μια σειρά χώρες της ΕΕ. Η ισότιμη συνεργασία ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης, ανάμεσα σε κράτη όπου η εξουσία θα βρίσκεται στα χέρια της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, η Ευρώπη του σοσιαλισμού, που θα προκύψει ως αποτέλεσμα της ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων σε κάθε χώρα, είναι η μόνη μορφή διακρατικής συνεργασίας που συμφέρει την εργατική τάξη.

Η ύλη του 3ου τεύχους του 2009 της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» επιδιώκουμε να συμβάλει στις ανεβασμένες απαιτήσεις της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης και οργάνωσης της πάλης της εργατικής τάξης, καθώς και στις ανάγκες της μάχης για τις ευρωεκλογές στις 7 Ιουνίου.

Στην ενότητα με τίτλο «Καπιταλιστική Οικονομική κρίση» δημοσιεύεται το άρθρο «Η διεθνής οικονομική κρίση και η ταξική πάλη», που αναδεικνύει τις βασικές πλευρές της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, σε αντιπαράθεση με τις διάφορες ερμηνείες των αστικών και οπορτουνιστικών ρευμάτων σχετικά με το χαρακτήρα της κρίσης και τη διέξοδο από αυτή. Στο άρθρο γίνεται εκτίμηση της πορείας της διεθνούς οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, της εκδήλωσής της στην Ελλάδα, της επίδρασής της στο συσχετισμό μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων, των κλάδων, αλλά και στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Στην ίδια ενότητα περιλαμβάνεται αρχειακό υλικό που αποτελεί έκθεση προς το Γραφείο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας με ημερομηνία 21.2.1927, σχετικά με τη δράση του ΚΚΕ σε συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Στο εισαγωγικό σημείωμα που το συνοδεύει αναδεικνύονται τα διαχρονικά συμπεράσματα που βγαίνουν και από αυτό το υλικό σε σχέση με την πολιτική δράση του Κόμματος.

Στην ενότητα με τίτλο «Εργατική Τάξη» δημοσιεύεται κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Η σύγχρονη εργατική τάξη και το κίνημά της», που αντιμετωπίζει βασικά επίκαιρα ζητήματα της ιδεολογικής πολιτικής πάλης σχετικά με την εργατική τάξη και το κίνημά της, με βάση και τις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Σκοπός του κειμένου είναι ν’ αξιοποιηθεί με τη μορφή διάλεξης σε συζητήσεις στις ΚΟΒ και σε κομματικές ομάδες, με σκοπό την ισχυροποίηση του ιδεολογικού μετώπου στην αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της «συνεργασίας των τάξεων», του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Στην ενότητα «Ευρωπαϊκή Ενωση» περιλαμβάνονται δύο άρθρα που αναφέρονται στην πολιτική της ΕΕ στους τομείς της Υγείας και της Παιδείας, τα οποία δίνουν σημαντικό υλικό επιχειρημάτων για τις ευρωεκλογές.

Το πρώτο άρθρο με τίτλο «Κινητικότητα ασθενών και υγειονομικών στην ΕΕ» αναδεικνύει μια σειρά εξελίξεις που αφορούν τη λεγόμενη «διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» και την «Πράσινη Βίβλο για το υγειονομικό δυναμικό». Πρόκειται για πολιτικές κατευθύνσεις περαιτέρω προώθησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στο χώρο της Υγείας, με σκοπό τη διαμόρφωση ενιαίου χώρου αγοράς υγείας στην ΕΕ, τη διευκόλυνση της κερδοφόρας δράσης των μονοπωλίων στον τομέα της Υγείας.

Το δεύτερο άρθρο με τίτλο «Η εκπαιδευτική πολιτική της ΕΕ και η θέση των κομμάτων» είναι κείμενο του Τμήματος Παιδείας, που κωδικοποιεί μια σειρά ζητήματα της πολιτικής της ΕΕ στην Παιδεία, της στάσης των άλλων πολιτικών κομμάτων και των θέσεων του ΚΚΕ.

Συνεχίζοντας τη δημοσίευση των Ντοκουμέντων του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, σε αυτό το τεύχος δημοσιεύουμε την Πολιτική Απόφαση με τίτλο: «Για τα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το 19ο Συνέδριο».

Στο παρόν τεύχος της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» παρουσιάζονται δύο νέες εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής». Η πρώτη είναι μία συλλογή με τίτλο «Για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση», που περιλαμβάνει επιλεγμένα κείμενα του Β. Ι. Λένιν από τις πρώτες ημέρες της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης μέχρι το θάνατό του, που αναφέρονται στα καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η δεύτερη αφορά κείμενο του Ι. Β. Στάλιν με τίτλο «Η δεξιά παρέκκλιση στο ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ», όπου αναδεικνύεται η διαπάλη στους κόλπους του ΚΚ της ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν πραγματοποιούνταν στροφή από την πολιτική της ΝΕΠ στην πολιτική της κολεκτιβοποίησης και της πλήρους εξάλειψης των καπιταλιστικών σχέσεων. Πρόκειται για δύο εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής» που μπορούν ν’ αξιοποιηθούν στη μελέτη της απόφασης του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, αλλά και στην παραπέρα διερεύνηση των ζητημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου από 6.3.2009 έως 30.4.2009.