Ο ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΤΕΧΝΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Ο μαρξισμός-λενινισμός όχι μόνο θεμελιώνει θεωρητικά την ιστορική αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά και τις νομοτέλειες της επαναστατικής πάλης.

Η επαναστατική κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι η βασική νομοτέλεια της σοσιαλιστικής επανάστασης1, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Γι’ αυτό ο Λένιν τόνιζε ότι: «Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια της άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρά επιστημονική όσο και με την πρακτικά πολιτική σημασία αυτής της έννοιας»2.

Ο σωστός προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης είναι καθοριστικό ζήτημα, όμως δεν είναι αρκετό για να μπορεί το Κόμμα να έχει πραγματικά επαναστατική δράση. Οι μάζες της εργατικής τάξης προσελκύονται στην επαναστατική δράση, στην πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, μόνο στο βαθμό που πείθονται από την ίδια τους την πείρα γι’ αυτή την αναγκαιότητα.

Η κατάκτηση αυτής της πείρας είναι μια σύνθετη διαδικασία που αφορά την επίδραση αντικειμενικών εξελίξεων (επίδραση στη συνείδηση της εργατικής τάξης των εξελίξεων στην καπιταλιστική οικονομία αλλά και στο εποικοδόμημα) αλλά και της παρέμβασης του υποκειμενικού παράγοντα, με στόχο την αποκάλυψη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και την οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Τίθεται λοιπόν το ζήτημα πώς το Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚ) θα προετοιμάσει με την πολιτική του δράση ικανές δυνάμεις της εργατικής τάξης ώστε στις κατάλληλες συνθήκες η δράση των μαζών να ανέβει ως το επίπεδο της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού. Το πώς αυτή η προσπάθεια θα υπηρετείται ανεξάρτητα από το αν διανύουμε επαναστατικές ή μη επαναστατικές συνθήκες.

Σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης κινητοποιούνται μάζες εκατομμυρίων ανθρώπων, συγκρούονται και αλληλοεπηρεάζονται διαφορετικές ταξικές δυνάμεις, κόμματα και οργανώσεις. Σε αυτές τις περίπλοκες και αντιφατικές συνθήκες το ΚΚ, για να μπορέσει να σπρώξει τις εξελίξεις στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης, πρέπει να αντιμετωπίζει την επανάσταση ως επιστήμη, δηλαδή χρειάζεται να γνωρίζει τις νομοτέλειες της επαναστατικής πολιτικής και να ανταποκρίνεται με την πολιτική του δράση σε αυτές. Ταυτόχρονα θα πρέπει να αντιμετωπίζει την επανάσταση και ως τέχνη.

Ο Λένιν, τονίζοντας την ανάγκη το Κόμμα να κατέχει την τέχνη της επανάστασης, έγραφε: «Ακόμη και αν η επανάσταση έχει αρχίσει μέσα σε μια κατάσταση που δε φαίνεται και τόσο περίπλοκη, η ίδια η επανάσταση στην εξέλιξή της δημιουργεί πάντα εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση. Γιατί η επανάσταση, η πραγματική, η ριζική, η “λαϊκή”, σύμφωνα με την έκφραση του Μαρξ, επανάσταση είναι ένα αφάνταστα περίπλοκο και βασανιστικό προτσές απονέκρωσης του παλιού και γέννησης ενός νέου κοινωνικού συστήματος, νέου τρόπου ζωής δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Επανάσταση είναι η πιο έντονη, λυσσαλέα, απεγνωσμένη ταξική πάλη και εμφύλιος πόλεμος. Καμιά μεγάλη επανάσταση στην Ιστορία δεν έγινε χωρίς εμφύλιο πόλεμο. Και μόνο άνθρωποι κλεισμένοι στο καβούκι τους μπορούν να πιστέψουν πως ο εμφύλιος πόλεμος είναι νοητός χωρίς μια “εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση”. Αν δεν υπήρχε μια εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση, δεν θα υπήρχε και επανάσταση. Οποιος φοβάται τους λύκους, ας μην πηγαίνει στο δάσος»3.

Γι’ αυτό το λόγο το ΚΚΕ δίνει μεγάλο βάρος στην ανάγκη σωστής σύνδεσης της τακτικής με τη στρατηγική, έτσι ώστε να υπηρετείται σε κάθε φάση του κινήματος (είτε ανόδου είτε υποχώρησης) ο στρατηγικός στόχος του Κόμματος.

 

Α. ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ

 Μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση και την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τα εργατικά κόμματα είχαν χωρισμένο το πρόγραμμά τους σε «μίνιμουμ» και «μάξιμουμ». Το «μίνιμουμ» περιλάμβανε στόχους πάλης που η εργατική τάξη διεκδικούσε στο έδαφος του αστικού καθεστώτος και αφορούσε κυρίως αστικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. καθολικό δικαίωμα ψήφου κλπ.), ενώ το «μάξιμουμ» περιλάμβανε τα μέτρα που θα υλοποιούσε η σοσιαλιστική επανάσταση.

Η λενινιστική επεξεργασία της στρατηγικής οδήγησε στην άρση αυτού του διαχωρισμού. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, εποχή σοσιαλιστικών επαναστάσεων, το ζήτημα που μπαίνει είναι πώς η πολιτική δράση του κόμματος θα συμβάλει στην προετοιμασία του προλεταριάτου για την επιβολή της δικτατορίας του.

Μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, ιδιαίτερα από το 1919, ο Λένιν ανέδειξε θεωρητικά τις νομοτέλειες που διέπουν κάθε σοσιαλιστική επανάσταση, ανεξάρτητα από χρόνο ή τόπο εκδήλωσής της.

Ειδικά στο έργο του «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»4 ο Λένιν εξετάζει πώς εκφράζονται οι νομοτέλειες της ταξικής πάλης σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Επικεντρώνεται σε εκείνα τα χαρακτηριστικά της ρωσικής επανάστασης που έχουν καθολικό χαρακτήρα και διεθνή σημασία «…εννοώντας με τις λέξεις διεθνή σημασία, τη διεθνή σημαντικότητα της επανάστασής μας ή την ιστορική αναγκαιότητα να επαναληφθεί σε διεθνή κλίμακα αυτό που έγινε σε μας. Πρέπει να παραδεχτούμε πως τέτοια σημασία έχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της επανάστασής μας»5. Δηλαδή σε «ότι είναι γενικά υποχρεωτικό στην ιστορία και σύγχρονη τακτική του μπολσεβικισμού»6. Ετσι, από τη βασική νομοτέλεια της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας και εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου, αναφέρεται στην πολιτική συμμαχιών της εργατικής τάξης με τα φτωχά λαϊκά στρώματα, στον καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος στην αδιάλλακτη πάλη με τον οπορτουνισμό και την ανάγκη ήττας του στις γραμμές του εργατικού κινήματος, στον προλεταριακό διεθνισμό για τη διαμόρφωση διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων όσο το δυνατό πιο ευνοϊκών για τη νίκη της επανάστασης.

Οι Θέσεις και οι Αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στις οποίες συνέβαλε καθοριστικά ο Λένιν, θεωρούν τη δικτατορία του προλεταριάτου ως το βασικό καθήκον της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης, θέτοντας την αναγνώρισή της ως κριτήριο για τον επαναστατικό χαρακτήρα του προγράμματος ενός κόμματος. Το 2ο Συνέδριο τόνιζε ότι τα κόμματα δεν πρέπει να αναγνωρίζουν μόνο τυπικά τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά ότι χρειάζεται συνολική αναπροσαρμογή της δράσης τους σε αυτή την κατεύθυνση, με τη διαμόρφωση επαναστατικής τακτικής που θα υπηρετεί αυτό το στόχο. Για να μπορέσει το Κόμμα να αξιοποιήσει την επαναστατική κατάσταση, όταν αυτή διαμορφωθεί, πρέπει όλη του η τακτική (ανεξάρτητα από τις συνθήκες) να συγκεντρώνει την πάλη της εργατικής τάξης στο στόχο ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας. Καθήκον που απαιτεί μεγάλη θεωρητική και πρακτική προετοιμασία, αλλά και ικανότητα από το Κόμμα να δρα αποτελεσματικά σε συνθήκες εξαιρετικά πολύπλοκες και γρήγορα εξελισσόμενες.

Ο Λένιν γενικεύει την πείρα της ρωσικής επανάστασης σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα: τη στάση του κόμματος απέναντι στον οπορτουνισμό και τη Β΄ Διεθνή, τις συμμαχίες, τη δουλειά στα συνδικάτα, την εναλλαγή στις μορφές πάλης, τη στάση στο αστικό κοινοβούλιο και την αστική δημοκρατία, την εξωκοινοβουλευτική δράση κ.ά.

 

Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΟΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας διαμορφώθηκε, αναπτύχθηκε και απέσπασε νίκες μόνο σε αδιάλλακτη αντιπαράθεση με τον οπορτουνισμό. Η έκβαση της ρωσικής επανάστασης, με τη μετεξέλιξη της αστικοδημοκρατικής του Φλεβάρη του 1917 στη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917, κρίθηκε από τη διαπάλη με το μενσεβικισμό (οπορτουνισμό) στα Σοβιέτ που είχε προετοιμάσει και θωρακίσει το Κόμμα όλη την προεπαναστατική περίοδο. Οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν να μην παρασυρθούν από τη μικροαστική πλημμύρα που χαρακτήριζε την επανάσταση του Φλεβάρη ούτε να χειραγωγηθούν από την αστική τάξη. Ο Λένιν συμπυκνώνει αυτό το συμπέρασμα: «Χωρίς μια εξαιρετικά σοβαρή και ολόπλευρη προετοιμασία του επαναστατικού τμήματος του προλεταριάτου για την εξοστράκιση και τη συντριβή του οπορτουνισμού, είναι ανόητο και να σκέφτεται κανείς για δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτό το δίδαγμα της ρωσικής επανάστασης θα πρέπει να το καρφώσουν για τα καλά στο μυαλό τους οι ηγέτες της “ανεξάρτητης” γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, του γαλλικού σοσιαλισμού κτλ., που θέλουν τώρα να ξεγλιστρήσουν αναγνωρίζοντας στα λόγια τη δικτατορία του προλεταριάτου»7.

Την περίοδο από τον Απρίλη έως τον Οκτώβρη του 1917 εξελίσσεται η διαπάλη για την επικράτηση στα Σοβιέτ ανάμεσα στους μπολσεβίκους από τη μια μεριά και τους οπορτουνιστές μενσεβίκους και τους εσέρους από την άλλη, που εξέφραζαν το μικροαστισμό μέσα στο εργατικό κίνημα και τα μικροαστικά στρώματα (αγρότες) αντίστοιχα. Η ήττα του μενσεβικισμού και το κέρδισμα της πλειοψηφίας με τους μπολσεβίκους στα σημαντικότερα σοβιέτ που εκπροσωπούσαν την εργατική τάξη (Πετρούπολη, Μόσχα κ.α.) το Σεπτέμβρη του 1917, σήμανε την ώρα της τελικής επίθεσης για την κατάκτηση της εξουσίας.

Το ΚΚΕ σήμερα προβάλλει την ανάγκη ήττας του οπορτουνισμού ανεξάρτητα από την εκλογική δύναμη των πολιτικών του φορέων. Η οπορτουνιστική πολιτική γραμμή βάζει σήμερα εμπόδια στον απεγκλωβισμό δυνάμεων της εργατικής τάξης, αλλά και των συμμάχων της, από τη στήριξη της αστικής πολιτικής. Η γραμμή της «ενότητας στο πρόβλημα», της αντινεοφιλελεύθερης συμμαχίας με στόχο μια κεντροαριστερή ή μια αριστερή κυβέρνηση με τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι γραμμή ενσωμάτωσης. Η ήττα αυτής της γραμμής διευκολύνει ευρύτερες εργατικές μάζες να κρίνουν με ταξικά κριτήρια τα πολιτικά κόμματα, να αναγνωρίζουν τον ταξικό χαρακτήρα των προβλημάτων τους, να συνειδητοποιούν την ανάγκη πάλης για να αλλάξει ο χαρακτήρας της εξουσίας.

Η πάλη με τον οπορτουνισμό αφορά και τις συνθήκες που νέες μάζες μπαίνουν σε δράση αμφισβήτησης και διεκδίκησης απέναντι στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, σε συνθήκες εκδήλωσης οικονομικής κρίσης, πολύ περισσότερο σε συνθήκες αστικής πολιτικής αστάθειας και επαναστατικής ανόδου. Απαιτείται κατάλληλη ιδεολογική-πολιτική προετοιμασία, ώστε να εξουδετερώνονται οι παγίδες της αστικής τάξης που αξιοποιεί τον οπορτουνισμό. Στις σημερινές συνθήκες της Ελλάδας βλέπουμε ότι βολεύει την αστική εξουσία ο στόχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για «αναδιάταξη του χώρου της αριστεράς», προς όφελος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και σε βάρος της επιρροής του ΚΚΕ, για «ανάδειξή του σε τρίτη εκλογική δύναμη», για «συγκρότηση του τρίτου πόλου». Ταυτόχρονα όμως η αστική τάξη ενοχλείται και κατακρίνει την όποια «αντικαπιταλιστική» ρητορεία του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις και την ασυνέπειά της.

Το ΚΚ πρέπει με σταθερότητα και συνέπεια να αποκαλύπτει τις αντιφάσεις, τις ταλαντεύσεις και την τυχοδιωκτική προσαρμοστικότητα του οπορτουνισμού.

 

ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

 Η πολυπλοκότητα της διάρθρωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας θέτει την ανάγκη των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης και της διαμόρφωσης ανάλογης γραμμής συσπείρωσης, συνθημάτων ζύμωσης και δράσης. Ο Λένιν επισημαίνει: «Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός, αν το “καθαρό” προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους από τον προλετάριο ως τον μισοπρολετάριο (εκείνον που κατά το μισό βγάζει το ψωμί του, πουλώντας την εργατική του δύναμη), από τον μισοπρολετάριο ως τον μικροαγρότη (και τον μικροβιοτέχνη, τον χειροτέχνη, τον μικρονοικύρη γενικά), από τον μικρό ως τον μεσαίο αγρότη, κτλ. αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές, επαγγελματικές, κάποτε θρησκευτικές, κτλ. Και από όλα αυτά απορρέει εντελώς νομοτελειακά η ανάγκη, η απόλυτη ανάγκη για την πρωτοπορία του προλεταριάτου, για το συνειδητό του κομμάτι, για το κομμουνιστικό του κόμμα, να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυραίων. Ολο το πρόβλημα είναι να εφαρμόζεις αυτή την τακτική έτσι που να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για τον αγώνα και τη νίκη»8.

Η πολιτική καθοδήγηση του προλεταριάτου, που αντικειμενικά μόνο αυτή μπορεί να εκφράζει τα συνολικά συμφέροντα των εργαζομένων, μπορεί και πρέπει να συνενώσει στην πάλη κατά του κεφαλαίου σημαντικά τμήματα από τις σκόρπιες ταλαντευόμενες μάζες των φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων, να αφαιρέσει ή να εξουδετερώσει δυνάμεις και κοινωνικά στηρίγματα του αντίπαλου ταξικού στρατοπέδου.

Το ΚΚ οφείλει γι’ αυτό το λόγο να έχει επεξεργασμένη πολιτική συμμαχιών που να υπηρετεί το στρατηγικό του στόχο. Αυτό σημαίνει ξεκάθαρη αντίληψη για το ποιες δυνάμεις μπορούν να αποτελέσουν σύμμαχους της εργατικής τάξης με βάση την κοινωνική τους ένταξη, καθώς και σε ποια βάση μπορεί να διαμορφώνεται αυτή η συμμαχία.

Το ΚΚΕ σήμερα, σε συνθήκες μονοπωλιακού καπιταλισμού, προωθεί τη συγκέντρωση δυνάμεων σε αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, τη συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου ως κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τους μισοπρολετάριους, τους φτωχούς αγρότες, τους αυτοαπασχολούμενους της πόλης. Το Μέτωπο έχει κινηματικό χαρακτήρα, δηλαδή προωθείται με την κοινή δράση κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στα μονοπώλια, τις ενώσεις τους, τις κυβερνήσεις και τα κόμματα που τα εξυπηρετούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Είναι φυσικό να μην υφίσταται κοινή επαναστατική στόχευση για όλες τις δυνάμεις του Μετώπου, έστω και αν ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός αγώνας είναι πιο οργανικά συνδεδεμένος με τον αντικαπιταλιστικό, όσο και αν συνδέεται με το ζήτημα της εξουσίας, έστω και στον πιο ασαφή προσδιορισμό της ως «λαϊκής εξουσίας».

Για να είναι αποτελεσματική η επαναστατική τακτική του Κόμματος στη συγκέντρωση των κινητήριων δυνάμεων της επανάστασης κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης, πρέπει να εφαρμόζει δημιουργικά τους απαραίτητους συμβιβασμούς. Η ανάγκη συμβιβασμών προκύπτει από το γεγονός ότι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν έχουν πλήρη ταύτιση συμφερόντων, αφού τα φτωχά λαϊκά στρώματα ως μικροϊδιοκτήτες δεν προσανατολίζονται στην πλήρη κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Βεβαίως υπάρχει συμβιβασμός και συμβιβασμός. Ο Λένιν ανέδειξε ότι από θέση αρχών οι κομμουνιστές δεν απορρίπτουν τους αναγκαίους συμβιβασμούς, κάνοντας διαχωρισμό στους συμβιβασμούς που είναι εκδήλωση οπορτουνισμού και σε εκείνους που εξυπηρετούν την επαναστατική πάλη.

Το πλαίσιο των συμβιβασμών καθορίζεται από τη φάση στην οποία βρίσκεται κάθε φορά το κίνημα. Οι πολιτικοί στόχοι για Λαϊκή Εξουσία και Λαϊκή Οικονομία, που έχει θέσει το ΚΚΕ, έχουν ενοποιητικό συμβιβαστικό χαρακτήρα ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις που δεν μπορούν αντικειμενικά, λόγω της θέσης τους, να ταυτίζονται στο περιεχόμενο αυτών των στόχων. Το ΚΚΕ βεβαίως δεν παραιτείται από την προγραμματική του αυτοτέλεια, από την προώθηση του στόχου της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας, δεν κρύβει ότι στη δική του προγραμματική αντίληψη ταυτίζεται η Λαϊκή Εξουσία με την επαναστατική εργατική εξουσία για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η διάταξη των συμμάχων σε επαναστατικές συνθήκες εξελίσσεται, αφού εξελίσσεται γενικότερα ο συσχετισμός δυνάμεων. Η σωστή τακτική των κομμουνιστών εξαρτάται από την έγκαιρη αναγνώριση των ταλαντευόμενων διαθέσεων των μικροαστικών στρωμάτων, στην ικανότητά τους να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, σε στιγμές που έχει κλονιστεί η στήριξή τους προς την αστική τάξη. Γι’ αυτό απαιτούνται υποχωρήσεις απέναντι στα στοιχεία εκείνα που προσανατολίζονται προς το προλεταριάτο, παράλληλα με τον αγώνα ενάντια σε εκείνα που προσανατολίζονται στην αστική τάξη.

Ο Λένιν ανέδειξε διεξοδικά την τακτική των μπολσεβίκων την παραμονή της επανάστασης, πώς μέσα από ελιγμούς, συμφωνίες και συμβιβασμούς κατόρθωσαν να υπερισχύσουν των μενσεβίκων, αδυνάτισαν το αντεπαναστατικό μέτωπο των οπορτουνιστών και της αστικής κυβέρνησης, αποσπώντας τη μάζα της φτωχής και σ’ ένα βαθμό της μεσαίας αγροτιάς: «Τη στιγμή ακριβώς της Οχτωβριανής Επανάστασης πραγματοποιήσαμε έναν όχι επίσημο, μα πολύ σπουδαίο (και πολύ πετυχημένο) πολιτικό συνασπισμό με τη μικροαστική αγροτιά, δεχτήκαμε στο ακέραιο, χωρίς καμιά αλλαγή, το αγροτικό πρόγραμμα των εσέρων, δηλ. κλείσαμε έναν αναμφισβήτητο συμβιβασμό για να αποδείξουμε στους αγρότες πως δεν θέλουμε καθόλου να τους επιβληθούμε, αλλά να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ταυτόχρονα προτείναμε (και πραγματοποιήσαμε γρήγορα) έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό με συμμετοχή στην κυβέρνηση στους “αριστερούς εσέρους”, που διέλυσαν το συνασπισμό αυτό ύστερα από την υπογραφή της ειρήνης του Μπρεστ και κατόπιν έφτασαν ως την ένοπλη εξέγερση εναντίον μας τον Ιούλη του 1918 και αργότερα ως τον ένοπλο αγώνα εναντίον μας»9.

Η 7η Πανρωσική Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ, τον Απρίλιο του 1917, έθεσε ως όρο για τη νίκη της επανάστασης την επίτευξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τη φτωχή αγροτιά, στην οποία ηγετικό ρόλο θα είχαν οι εργάτες. Η έκβαση της επανάστασης, αναφέρει η απόφαση για το αγροτικό ζήτημα, εξαρτάται από το «αν θα κατορθώσει το προλεταριάτο της πόλης να πάρει μαζί του το προλεταριάτο της υπαίθρου και να συνενώσει μ’ αυτό τη μάζα των μισοπρολετάριων του χωριού»10.

Ομως για να κατορθώσει η εργατική τάξη να συσπειρώσει άλλες κοινωνικές δυνάμεις, πρέπει η ίδια να αποτινάξει πλήρως κάθε μικροαστική επιρροή. Εδώ επανέρχεται η πιο θεμελιώδης απαίτηση, που πρώτος ο Μαρξ υπογράμμισε με βάση την επαναστατική εμπειρία της εποχής του: Πλήρη αυτοτέλεια της εργατικής τάξης από την αστική και μικροαστική επιρροή, που σημαίνει κατ’ αρχήν πλήρη (πραγματική και όχι τυπική) ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚ.

Το ζήτημα που έθετε ο Λένιν ως καθήκον στη Συνδιάσκεψη ήταν: «…συσπείρωση των προλεταρίων, απαλλαγμένων στην πράξη και όχι στα λόγια από την επιρροή των μικροαστών…»11 και σημείωνε: «…Εκείνος που ξεχωρίζει τώρα κιόλας, αμέσως και αμετάκλητα, τα προλεταριακά στοιχεία των Σοβιέτ (δηλαδή το προλεταριακό, κομμουνιστικό κόμμα) από τα μικροαστικά, αυτός εκφράζει σωστά τα συμφέροντα του κινήματος»12.

Η συμμαχία λοιπόν, όχι μόνο δεν αποκλείει τη διαπάλη στους κόλπους της, αλλά την προϋποθέτει. Η διαπάλη είναι απαραίτητη, ώστε η συμμαχία να μην ενσωματωθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα, αλλά να μπορέσει την κρίσιμη στιγμή να μετατραπεί σε επαναστατική συμμαχία. Αλλωστε όλες οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στην αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης δεν την κατανοούν ουσιαστικά και ως αντικαπιταλιστική.

Στο 16ο Συνέδριο του ΚΚΕ αναφέρεται ότι το ΑΑΔ Μέτωπο «σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης μπορεί να πάρει χαρακτηριστικά επαναστατικού μετώπου». Το ΚΚΕ βεβαίως δεν κρύβει ότι αυτό θα επιδιώξει.

Η ιστορική πείρα του ΚΚΕ και ιδιαίτερα από τον αγώνα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, έδειξε ότι το ΚΚ πρέπει να έχει σωστή στρατηγική επεξεργασία, ικανότητα αντικειμενικής εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων και στην κοινωνία και μέσα στη συμμαχία, συνεχή πάλη με τον οπορτουνισμό στις γραμμές του.

 

Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΝΟΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ

 Η εξασφάλιση της υποστήριξης της πλειοψηφίας του εργαζόμενου πληθυσμού είναι βασικός όρος για τη νίκη της επανάστασης. Πώς όμως θα πρέπει να κατανοείται αυτό το καθήκον;

Η συγκέντρωση αποφασιστικών δυνάμεων της φτωχολογιάς με το μέρος της επανάστασης και κάτω από την ηγεσία του προλεταριάτου, ως όρος για τη νίκη της επανάστασης, δε σημαίνει το 50% +1 των ψήφων.

Η επανάσταση και η πολιτική δεν είναι απλή αριθμητική αλλά άλγεβρα, έλεγε ο Λένιν. Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδειξε πως η κατάκτηση της πλειοψηφίας γίνεται μέσα στη δυναμική της επανάστασης με την εκδήλωσή της και τις πρώτες πράξεις της νέας εξουσίας που σταθεροποιούν την επιρροή του (μειοψηφικού τότε) προλεταριάτου πάνω στην εργαζόμενη φτωχολογιά (κυρίως αγροτιά στην Ρωσία του 1917).

Η λενινιστική θεωρία για την επανάσταση απορρίπτει κάθε είδους σχολαστικισμό που αναζητά σε τυπικά σχήματα «μειοψηφίας» και «πλειοψηφίας» έξω από τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων, ο οποίος δεν εκδηλώνεται πάντα και επακριβώς σε μια ψηφοφορία, αλλά είναι ζήτημα της ικανότητας του Κόμματος στις κρίσιμες στροφές της ταξικής πάλης, όταν η συνείδηση των μαζών αλλάζει απότομα και με ραγδαίους ρυθμούς, να εκτιμά αντικειμενικά αυτό το συσχετισμό σε συνδυασμό με την πολιτική κατεύθυνση της πάλης:

«Το προλεταριάτο διεξάγει την ταξική του πάλη, ανατρέποντας την αστική τάξη, χωρίς να περιμένει να διενεργηθεί γι’ αυτό καμιά προκαταρκτική ψηφοφορία (από την αστική τάξη, κάτω από το ζυγό της), συνάμα το προλεταριάτο ξέρει πολύ καλά πως για την επιτυχία της επανάστασης του, για την επιτυχή ανατροπή της αστικής τάξης πρέπει να έχει οπωσδήποτε τη συμπάθεια της πλειοψηφίας των εργαζομένων (και συνεπώς και της πλειοψηφίας του πληθυσμού)»13.

Απαντώντας στις κατηγορίες των οπορτουνιστών της Β΄ Διεθνούς, ότι οι μπολσεβίκοι παραβίασαν τους νόμους της επανάστασης, ότι πραγματοποίησαν «εξέγερση μιας μειοψηφίας», ο Λένιν υποστήριζε:

«Αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική ποτέ δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν οι προδότες, οι χοντροκέφαλοι και σχολαστικοί της Β΄ Διεθνούς: το προλεταριάτο δεν μπορεί να νικήσει αν δεν κατακτήσει με το μέρος του την πλειοψηφία του πληθυσμού. Αλλά να περιορίζεις ή να εξαρτάς την κατάκτηση αυτή από την απόκτηση της πλειοψηφίας των ψήφων στις εκλογές μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης σημαίνει αθεράπευτη βλακεία ή καθαρή εξαπάτηση των εργατών. Το προλεταριάτο, για να κατακτήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού με το μέρος του, πρέπει, πρώτο, να ανατρέψει την αστική τάξη και να πάρει την κρατική εξουσία στα χέρια του. Πρέπει, δεύτερο, να εγκαθιδρύσει τη Σοβιετική εξουσία κάνοντας θρύψαλα τον παλιό κρατικό μηχανισμό, υποσκάπτοντας έτσι με μιας την κυριαρχία, το κύρος, την επιρροή της αστικής τάξης και των μικροαστών συμφιλιωτιστών μέσα στις μη προλεταριακές εργαζόμενες μάζες. Πρέπει, τρίτο, να εξαλείψει την επιρροή της αστικής τάξης και των μικροαστών συμφιλιωτιστών στην πλειοψηφία των μη προλεταριακών εργαζόμενων μαζών, ικανοποιώντας επαναστατικά τις οικονομικές τους ανάγκες σε βάρος των εκμεταλλευτών»14.

Ο Λένιν απαντούσε και σε αυτούς που υποτιμούσαν τη σημασία το ΚΚ να αποσπάσει την υποστήριξη των μαζών κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αναφέροντας στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ιούνιος 1921):

«Νικήσαμε στη Ρωσία γιατί μαζί μας δεν ήταν μόνο η αναμφισβήτητη πλειοψηφία της εργατικής τάξης (στις εκλογές του 1917 η συντριπτική πλειοψηφία ήταν μαζί μας και ενάντια στους μενσεβίκους), αλλά και επειδή ο μισός στρατός αμέσως και τα 9/10 της αγροτικής μάζας μέσα σε μερικές βδομάδες μετά την κατάληψη της εξουσίας πέρασαν με το μέρος μας»15.

Ανέλυε ότι η έννοια μάζες αποκτά και διαφορετικό περιεχόμενα ανάλογα με τις συνθήκες της πάλης: «Στη διάρκεια των επαναστάσεων μας, υπήρχαν περιπτώσεις που μερικές χιλιάδες εκπροσωπούσαν την μάζα […] Οταν η επανάσταση είναι πια αρκετά προετοιμασμένη, τότε η έννοια της “μάζας” γίνεται διαφορετική: μερικές χιλιάδες δεν αποτελούν πλέον μάζα […] με τη λέξη αυτή εννοούν την πλειοψηφία και μάλιστα όχι την απλή πλειοψηφία των εργατών αλλά την πλειοψηφία όλων των εκμεταλλευομένων»16.

Είναι λοιπόν μεγάλη αυταπάτη ότι το ΚΚ μπορεί να κερδίσει σταθερά και αταλάντευτα την πλειοψηφία των εργαζομένων, εκφρασμένη κοινοβουλευτικά σε συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης.

Σε περιόδους ανόδου της ταξικής πάλης ή ακόμα και επαναστατικής κατάστασης δε σημαίνει ότι η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα θα οδηγηθούν οπωσδήποτε σε συνεπή επαναστατική πάλη. Μπορεί η κινητικότητά τους να εκτονωθεί σε ακίνδυνα για το σύστημα κανάλια ή να ενσωματωθεί σε αντιδραστική κατεύθυνση. Γι’ αυτό το λόγο η δραστηριότητα του ΚΚ από πολύ πριν, σε μη επαναστατικές συνθήκες, θα πρέπει να συμβάλλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων που θα διευκολύνουν το τράβηγμα των μαζών στην επαναστατική κατεύθυνση. Βασική προϋπόθεση είναι η οργάνωση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων σε γραμμή πάλης που θα ευνοεί την ανάπτυξη αντικαπιταλιστικής συνείδησης. Το ΚΚΕ συμβάλλει στην οργάνωση της εργατικής τάξης, τη συσπείρωσή της γύρω από ένα ενιαίο πλαίσιο αντιιμπεριαλιστικών - αντιμονοπωλιακών στόχων πάλης, σε αντίθεση με το συμβιβασμό ή με στόχους πάλης προσαρμοσμένους στη στρατηγική του κεφαλαίου. Θέτει, με βάση και την απόφαση του 18ου Συνεδρίου, το στόχο της ανασύνταξης του εργατικού και ευρύτερου λαϊκού κινήματος.

 

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ ΩΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 Η οργανωμένη, συστηματική δράση και πολιτική ζύμωση των κομμουνιστών εκεί που συσπειρώνονται οι μάζες (συνδικάτα, συνεταιρισμοί, νεολαιίστικες, γυναικείες οργανώσεις, πολιτιστικοί σύλλογοι κ.α.) είναι βασικό καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος για τη σύνδεση με τις μάζες, για τη διαπαιδαγώγησή τους στον πολιτικό αγώνα, στην πάλη για την εξουσία.

Το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς υπογράμμιζε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η τελειότερη πραγματοποίηση της κυριαρχίας όλων των εργατών και «όλων εκείνων που τους εκμεταλλεύεται, τους καταπιέζει, τους αποκτηνώνει, τους τρομοκρατεί τους σκορπίζει, τους κοροϊδεύει η αστική τάξη»17 και γι’ αυτό η προετοιμασία της προλεταριακής δικτατορίας «πρέπει ν’ αρχίσει παντού και αμέσως, εκτός των άλλων και με τα ακόλουθα μέσα: Σ’ όλες ανεξαιρέτως τις οργανώσεις-συνδικάτα, ενώσεις, κλπ. - πρώτα τις προλεταριακές και έπειτα τις μη προλεταριακές, των τάξεων που εργάζονται και υποφέρουν (είτε είναι πολιτικές, είτε επαγγελματικές, στρατιωτικές, συνεργατικές, σχολικές, αθλητικές, κλπ.) πρέπει να σχηματιστούν όμιλοι ή πυρήνες κομμουνιστικοί, κατά προτίμηση φανερά, αλλά, αν είναι ανάγκη, κρυφά (πράγμα που γίνεται αναγκαίο κάθε φορά που υπάρχει φόβος να τεθούν εκτός νόμου και να φυλακιστούν τα μέλη τους), οι όμιλοι αυτοί, συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο και συνδεδεμένοι με το κέντρο του Κόμματος, κάνοντας γνωστά ο ένας στον άλλο τα αποτελέσματα της πείρας τους, ασχολούμενοι με την προπαγάνδα και την οργάνωση, προσαρμόζονται σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, σ’ όλες τις μορφές και σ’ όλες τις υποδιαιρέσεις της εργαζόμενης μάζας και με την πολλαπλή τους εργασία μέλλουν να συντελέσουν στη μόρφωσή τους, στη μόρφωση του Κόμματος, της εργατικής τάξης και της μάζας. [...] Πρέπει να ξέρουμε να πλησιάζουμε τις μάζες με υπομονή και προφύλαξη, για να καταλάβουμε την ιδιαίτερη ψυχολογία κάθε υποδιαίρεσης, κάθε επαγγέλματος, κάθε ομάδας της μάζας αυτής»18.

Ο Λένιν, εξηγώντας τη σχέση κομμουνιστών και συνδικάτων, υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα συνδικάτα ήταν μια γιγάντια πρόοδος της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, συνέβαλαν στο ξεπέρασμα του κατακερματισμού των εργατών και στη δημιουργία πρώτων στοιχείων ταξικής συνένωσης. Οταν όμως άρχισε να αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής οργάνωσης και εργατών, το Κόμμα, τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα «...μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάπου συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κτλ. Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του Κόμματος της εργατικής τάξης. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο είναι ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρος του προλεταριάτου, σαν τάξης, και το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να διαπαιδαγωγήσει ακόμα πιο πολύ και με καινούριο τρόπο, κι όχι μόνο με τον παλιό, τα συνδικάτα κι ακόμη να τα καθοδηγεί και να μην ξεχνά παράλληλα ότι τα συνδικάτα μένουν και θα μείνουν πολύ καιρό το απαραίτητο “σχολείο του κομμουνισμού” και το προπαρασκευαστικό σχολείο για τους προλετάριους για να πραγματοποιήσουν τη δικτατορία τους...»19.

Στις σημερινές συνθήκες, που σημαντικό μέρος των συνδικαλιστικών ηγεσιών είναι εξαγορασμένες και ενσωματωμένες στο σύστημα, ανίκανες ακόμη για τη συνεπή διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων της εργατικής τάξης, οι κομμουνιστές έρχονται σε σύγκρουση με αυτές της ηγεσίες, αποκαλύπτουν το ρόλο και το χαρακτήρα τους. Η δράση αυτή εξασφαλίζεται μέσω του ταξικού πόλου στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας, του ΠΑΜΕ. Γίνεται όλο και πιο αναγκαίο η δουλειά στα συνδικάτα να συμβάλει στο ανέβασμα της συνείδησης των εργατών από το επίπεδο του οικονομικού αγώνα στο επίπεδο της επαναστατικής πολιτικής πάλης. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, πέρα από τη γενική πολιτική ζύμωση, οι κομμουνιστές προβάλλουν στόχους πάλης που συνιστούν ένα συνεκτικό διεκδικητικό πλαίσιο, έρχονται σε σύγκρουση με την κερδοφορία του κεφαλαίου και αναδεικνύουν τα όρια του καπιταλιστικού συστήματος.

Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές πρωτοστατούν στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της κοινής δράσης ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα προς τους μετανάστες, τους ανέργους και τις γυναίκες.

Οι κομμουνιστές αντιπαρατίθενται με τα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύματα στο συνδικαλιστικό κίνημα, το ρεφορμισμό και τον εργοδοτικό- κυβερνητικό συνδικαλισμό που μετατρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα σε στήριγμα της κερδοφορίας των μονοπωλίων, αφού παραιτείται ακόμα και από την πάλη για στοιχειώδεις οικονομικές διεκδικήσεις.

 

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

 Ο Λένιν, γενικεύοντας την πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917, αλλά και του 1905, διατύπωσε την επαναστατική τακτική του Κόμματος απέναντι στο αστικό κοινοβούλιο. Η συμμετοχή του Κόμματος στις αστικές εκλογές και η παρουσία στο κοινοβούλιο πρέπει να υπηρετούν την εξωκοινοβουλευτική του δράση, τη στρατηγική του: «…η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές και στην πάλη από το βήμα της βουλής είναι υποχρεωτική για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου ακριβώς για να διαπαιδαγωγήσει τα καθυστερημένα στρώματα της τάξης του, ακριβώς για να ξυπνήσει και να διαφωτίσει τις καθυστερημένες, κακομοιριασμένες και αμόρφωτες μάζες του χωριού. Οσο καιρό δεν θα έχετε τη δύναμη να διαλύσετε το αστικό κοινοβούλιο και οποιοδήποτε άλλο αντιδραστικό ίδρυμα άλλου τύπου, είστε υποχρεωμένοι να δουλεύετε μέσα σ’ αυτά ακριβώς γιατί εκεί μέσα υπάρχουν ακόμη εργάτες που τους έχουν αποβλακώσει οι παπάδες και η αποπνικτική ατμόσφαιρα των απομακρυσμένων χωριών»20.

Σκοπός της συμμετοχής των κομμουνιστών στις αστικές εκλογές και στο αστικό κοινοβούλιο είναι η αξιοποίησή τους για τις ανάγκες προπαγάνδας και ζύμωσης ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου, τις κυβερνήσεις και τα πολιτικά του κόμματα, καθώς και τα οπορτουνιστικά.

Η συμμετοχή των κομμουνιστών στο κοινοβούλιο δεν πρέπει να καλλιεργεί αυταπάτες για το ρόλο του, αλλά αντίθετα να τον αποκαλύπτει ως όργανο της εξουσίας του κεφαλαίου.

Για αυτό το λόγο και το 2ο Συνέδριο της ΚΔ προέτρεπε τα ΚΚ να θέτουν στο κοινοβούλιο όχι προτάσεις με κριτήριο την ψήφισή τους (δηλαδή προσαρμοσμένες στη ρεαλιστικότητα της καπιταλιστικής κερδοφορίας), αλλά προτάσεις σε αντίθεση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, γι’ αυτό και θα καταψηφίζονταν, επισημαίνοντας ότι οι κομμουνιστές βουλευτές δεν είναι νομοθέτες αλλά προπαγανδιστές.

Ετσι το ΚΚΕ έχει καταθέσει μια σειρά προτάσεις νόμων που αποδεικνύουν ότι το αστικό κοινοβούλιο ούτε μπορεί ούτε θέλει να πάρει μέτρα υπέρ της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη πρόταση νόμου για την κατάργηση του ΦΠΑ για είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης και των διοδίων, η οποία απορρίφθηκε από τα αστικά κόμματα γιατί πλήττει την καπιταλιστική κερδοφορία.

Σε καμία όμως περίπτωση το Κόμμα δεν πρέπει να περιορίζει την ταξική πάλη στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού ή πολύ περισσότερο να θεωρεί την πάλη μέσα στη βουλή σαν την ανώτατη, την αποφασιστική μορφή πάλης, στην οποία υποτάσσονται οι άλλες, γιατί όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι «περνά στην πραγματικότητα με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο»21.

Για το ζήτημα της συμμετοχής ή της αποχής από τις αστικές εκλογές, σε περιόδους επαναστατικής κατάστασης, ο Λένιν γράφει:

«Ο αντικειμενικός συσχετισμός των τάξεων, ο ρόλος τους (οικονομικός και πολιτικός) έξω από τα αντιπροσωπευτικά σώματα του δοσμένου τύπου και μέσα σ’ αυτά, το φούντωμα ή η ύφεση της επανάστασης, ο συσχετισμός των εξωκοινοβουλευτικών και των κοινοβουλευτικών μέσων πάλης - αυτά είναι τα κυριότερα, τα βασικά αντικειμενικά στοιχεία, που πρέπει να παρθούν υπόψη για να καταλήξουμε στην τακτική της αποχής ή της συμμετοχής όχι αυθαίρετα, όχι ανάλογα με τις “συμπάθειές” μας, αλλά κρίνοντας μαρξιστικά»22.

 

Β. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΤΕΧΝΗ

 Δεν αρκεί το ΚΚ να έχει μόνο ένα επαναστατικό πρόγραμμα και μια επαναστατική τακτική για την προετοιμασία της επανάστασης. Ακόμα δεν αρκεί ούτε η έγκαιρη αντικειμενική εκτίμηση της ύπαρξης επαναστατικής κατάστασης, της στάθμης του υποκειμενικού παράγοντα, του συσχετισμού των δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και διεθνώς. Χρειάζεται επιστημονική γνώση των νομοτελειών και η τέχνη για την πραγματοποίηση της αποφασιστικής εξέγερσης. Ο Λένιν σημείωνε ότι οι κομμουνιστές οφείλουν να αντιμετωπίζουν την εξέγερση ως τέχνη.

 

Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΕΝΑΛΛΑΓΗΣ ΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΠΑΛΗΣ

 Σε κάθε φάση του αγώνα το ΚΚ οφείλει να επιλέγει τις κατάλληλες μορφές πάλης. Πολύ περισσότερο σε επαναστατικές συνθήκες πρέπει να αποκτάει την ικανότητα εναλλαγής μορφών και μεθόδων πάλης, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, με στόχο την επιτυχή έκβαση της εξέγερσης. Το πέρασμα στην ανώτερη μορφή πάλης, την ένοπλη, είναι αναπόφευκτο στα πλαίσια της εξέγερσης. Σε μη επαναστατικές συνθήκες τα ΚΚ δε χρησιμοποιούν ένοπλες μορφές πάλης, όμως δεν περιορίζονται μόνο σε νόμιμες μορφές. Οι μορφές πάλης πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο της πάλης. Η όξυνση της ταξικής πάλης πρέπει αντικειμενικά να συνοδεύεται από πιο ανεβασμένες μορφές.

Ο Λένιν στο έργο του «Ο Παρτιζάνικος πόλεμος» ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αναγκαιότητα το Κόμμα να κατέχει την τέχνη της εναλλαγής των διαφορετικών μορφών πάλης και την ικανότητα να προετοιμάζει την εργατική τάξη σε αυτή: «Ποιες βασικές απαιτήσεις πρέπει να προβάλει κάθε μαρξιστής κατά την εξέταση του ζητήματος των μορφών πάλης; Πρώτο, ο μαρξισμός διαφέρει απ’ όλες τις πρωτόγονες μορφές σοσιαλισμού κατά το ότι δεν δεσμεύει το κίνημα με μια οποιαδήποτε καθορισμένη μορφή πάλης. Παραδέχεται τις πιο διαφορετικές μορφές πάλης, όμως δεν τις “επινοεί”, αλλά μόνο γενικεύει, οργανώνει, προσδίνει συνειδητότητα σε εκείνες τις μορφές πάλης των επαναστατικών τάξεων που εμφανίζονται μόνες τους στην πορεία του κινήματος. Ο μαρξισμός που αναμφισβήτητα είναι εχθρός κάθε αφηρημένης διατύπωσης, κάθε δογματικής συνταγής, απαιτεί να μελετάμε προσεκτικά τη διεξαγόμενη μαζική πάλη, που με την ανάπτυξη του κινήματος, με το ανέβασμα της συνειδητότητας των μαζών, με την όξυνση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων γεννά συνεχώς όλο και νέους, όλο και πιο ποικίλους τρόπους άμυνας και επίθεσης. Γι’ αυτό ο μαρξισμός δεν απορρίπτει καμιά μορφή πάλης. […]

Δεύτερο, ο μαρξισμός απαιτεί αναμφισβήτητα την ιστορική εξέταση του ζητήματος των μορφών πάλης. [...] Στις διαφορετικές στιγμές της οικονομικής εξέλιξης, σε εξάρτηση από τους διαφορετικούς όρους πολιτικούς, εθνικοπολιτιστικούς, βιοτικούς, κλπ., οι διαφορετικές μορφές πάλης προωθούνται στην πρώτη γραμμή, γίνονται οι κύριες μορφές πάλης, και σε συνάρτηση μ’ αυτό, αλλάζουν με τη σειρά τους και οι δευτερεύουσες οι επικουρικές μορφές πάλης»23.

Αντλώντας διδάγματα από την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά και την ένοπλη καταστολή των επαναστάσεων της Γερμανίας και της Ουγγαρίας, υπογράμμιζε το 1920 ότι: «Η ιστορία έδειξε ότι χωρίς επαναστατική βία δεν μπορεί να επιτευχθεί νίκη. Χωρίς την επαναστατική βία που να στρέφεται ενάντια στους άμεσους εχθρούς των εργατών και των αγροτών, είναι αδύνατο να τσακιστεί η αντίσταση των εκμεταλλευτών αυτών»24.

Το εύρος και οι μορφές της επαναστατικής βίας εξαρτώνται από το συσχετισμό δυνάμεων και κυρίως την αντίδραση της αστικής τάξης κατά τη σύγκρουση, τα μέσα που θα είναι σε θέση να αντιπαραθέσει, καθώς και το διεθνή συσχετισμό.

Είναι σίγουρο ότι η αστική τάξη μπορεί να «ανέχεται» την κομμουνιστική προπαγάνδα. Σε καμία όμως περίπτωση δεν ανέχεται την πάλη για υλοποίηση των προγραμματικών στόχων του ΚΚ, που προϋποθέτει την ανατροπή της εξουσίας της. Αυτό έχει αποδειχτεί σε όλη την ιστορία της επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης, από την Κομμούνα του Παρισίου μέχρι σήμερα.

Σήμερα η αντικομμουνιστική επίθεση εστιάζει στο γενικό αφορισμό της βίας, της επαναστατικής πάλης, της πάλης για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Μια σειρά οπορτουνιστές επίσης υποστηρίζουν ότι πέρασε η εποχή των επαναστάσεων, με την έννοια της ανατροπής της αστικής εξουσίας. Ακόμη υποστήριζαν ότι σήμερα μπορούν να υπάρξουν εξεγέρσεις, έστω και βίας, που θα εκφράζουν την αντίδραση, τη δυσαρέσκεια και θα πιέζουν για μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του καπιταλισμού.

 

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ

 Η ένοπλη εξέγερση είναι η πιο κρίσιμη και αποφασιστική στιγμή στην πορεία της επαναστατικής πάλης. Στην αφετηρία της επαναστατικής διαδικασίας είναι αδύνατο να γνωρίζει το Κόμμα εκ των προτέρων και με ακρίβεια χιλιοστού ολόκληρη την πορεία, τις μορφές οργάνωσης και πάλης, την τελική κορύφωση και έκβαση της επανάστασης. Ομως αυτό που κρίνει την επαναστατικότητά του, τον ίδιο το χαρακτήρα του, είναι η ικανότητά του να προετοιμάζεται το ίδιο και η εργατική τάξη για την ένοπλη σύγκρουση. Η ένοπλη εξέγερση βασίζεται σε επεξεργασμένο στρατιωτικό σχέδιο ως κορυφαία εκδήλωση του εμφυλίου πολέμου. Αποτελεί δηλαδή συνέχιση της ταξικής πάλης με ένοπλο τρόπο. Ο στόχος της εξέγερσης δεν μπορεί να είναι άλλος από την κατάληψη της εξουσίας και διέπεται από αρχές για την επιτυχή έκβαση:

«Η ένοπλη όμως εξέγερση είναι ένα ιδιαίτερο είδος πολιτικού αγώνα, που υπάγεται σε ιδιαίτερους νόμους, νόμους που πρέπει να τους μελετήσει κανείς προσεκτικά. Την αλήθεια αυτή τη διατύπωσε εξαιρετικά ανάγλυφα ο Καρλ Μαρξ, που έγραφε ότι η “ένοπλη εξέγερση, όπως και ο πόλεμος είναι τέχνη”.

Από τους κύριους κανόνες αυτής της τέχνης, ο Μαρξ τόνισε τους εξής:

1) Ποτέ να μην παίξουμε με την εξέγερση, μα από τη στιγμή που θα την αρχίσουμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι πως πρέπει να τραβήξουμε ως το τέλος.

2) Να πραγματοποιούμε μεγάλη υπεροχή δυνάμεων στο αποφασιστικό σημείο και στην αποφασιστική στιγμή, γιατί διαφορετικά ο εχθρός που έχει καλύτερη προετοιμασία και οργάνωση, θα εξοντώσει τους εξεγερμένους.

3) Από τη στιγμή που θα έχει αρχίσει η εξέγερση, πρέπει να δρούμε με τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και απαραίτητα, οπωσδήποτε, να περνάμε στην επίθεση. “Η άμυνα είναι ο θάνατος της ένοπλης εξέγερσης”.

4) Να προσπαθούμε να αιφνιδιάσουμε τον εχθρό, να συλλάβουμε τη στιγμή που τα στρατεύματά του θα είναι ακόμη σκόρπια.

5) Να προσπαθούμε να έχουμε καθημερινά, έστω και μικρές επιτυχίες (μπορούμε να πούμε: κάθε ώρα, αν πρόκειται για πόλη), διατηρώντας με κάθε θυσία την “ηθική υπεροχή”.

Ο Μαρξ συνόψισε τα διδάγματα όλων των επαναστάσεων σχετικά με την ένοπλη εξέγερση με τα λόγια του Νταντόν, “του μεγαλύτερου αριστοτέχνη της επαναστατικής τακτικής που γνώρισε η ιστορία: τόλμη και πάλι τόλμη”»25.

Συνοψίζοντας την πείρα από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Λένιν σημείωνε για τη σημασία της στρατιωτικής προετοιμασίας και της σωστής αξιοποίησης των νομοτελειών της εξέγερσης: «Οι μπολσεβίκοι είχαν με το μέρος τους όχι μόνο την πλειοψηφία του προλεταριάτου, όχι μόνο την ατσαλωμένη μέσα στη μακρόχρονη και πεισματική πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου. Είχαν αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε τη στρατιωτική ορολογία, μια “δύναμη κρούσης” στις πρωτεύουσες. Να έχεις στην αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο συντριπτική υπεροχή δυνάμεων - αυτός ο “νόμος” των πολεμικών επιτυχιών είναι επίσης νόμος και της πολιτικής επιτυχίας, ιδίως σε ένα τέτοιο σκληρό, έντονο πόλεμο των τάξεων, που λέγεται επανάσταση»26.

Η ιστορική πείρα του ΚΚΕ επιβεβαιώνει αυτές τις αρχές. Η ταλάντευση στον ένοπλο αγώνα, ο οποίος αποτελεί μορφή πάλης για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου του Κόμματος, οδηγεί συνήθως σε ταλάντευση ως προς τον ίδιο το στόχο.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της πείρας του Δεκέμβρη του 1944. Το Κόμμα είχε αποδεχτεί απαράδεκτους συμβιβασμούς, έχοντας αυταπάτες για τη στάση της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, υποκύπτοντας σε πιέσεις των συμμάχων του, όπως οι συμφωνίες της Καζέρτας και του Λιβάνου. Ετσι η στρατιωτική δράση του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας δεν ακολούθησε τους παραπάνω κανόνες, με αποτέλεσμα να ηττηθεί από τις αποφασισμένες αστικές δυνάμεις με τη στήριξη των Αγγλων. Η ένοπλη σύγκρουση δεν πήρε χαρακτηριστικά πάλης για την εξουσία, κάτι που επιβεβαιώθηκε και με την επαίσχυντη συμφωνία της Βάρκιζας.

 

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΕΦΟΔΟΥ

 Η ένοπλη εξέγερση είναι πολεμική επιχείρηση που θα πρέπει να κατευθύνεται στην κατάληψη της εξουσίας. Χρειάζεται όχι μόνο έγκαιρη εκτίμηση συνθηκών επαναστατικής κατάστασης, αλλά και σωστή εκτίμηση της πιο κατάλληλης στιγμής, όταν ο αντίπαλος βρίσκεται σε μεγαλύτερη αδυναμία, όταν είναι αποδυναμωμένος από εσωτερικούς και εξωτερικούς συμμάχους.

Η στιγμή της τελικής σύγκρουσης πρέπει να επιλεχτεί προσεχτικά, «χτες ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά» σημείωνε ο Λένιν παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ποια είναι τα κριτήρια της πλήρους ωριμότητας της επαναστατικής κατάστασης και της ετοιμότητας των επαναστατικών δυνάμεων για την ένοπλη εξέγερση; Ο Λένιν απαντούσε:

«Εδώ πρέπει να βάλεις στον εαυτό σου όχι μόνο το ερώτημα αν έχουμε πείσει την πρωτοπορία της επαναστατικής τάξης, αλλά ακόμη και το ερώτημα αν οι ιστορικά ενεργητικές δυνάμεις όλων των τάξεων, όλων απολύτως των τάξεων μιας δοσμένης κοινωνίας, χωρίς καμία εξαίρεση, είναι διαταγμένες έτσι, ώστε η αποφασιστική μάχη να είναι πια εντελώς ώριμη - έτσι ώστε (1) όλες οι εχθρικές προς εμάς ταξικές δυνάμεις να τα έχουν αρκετά χαμένα, να έχουν αρκετά φαγωθεί αναμεταξύ τους, αρκετά εξασθενίσει από έναν αγώνα ανώτερο από τις δυνάμεις τους, έτσι ώστε (2) όλα τα ταλαντευόμενα, διστακτικά, ασταθή, ενδιάμεσα στοιχεία, δηλαδή η μικροαστική τάξη, η μικροαστική δημοκρατία σε διάκριση από την αστική τάξη, να έχουν αρκετά ξεσκεπαστεί μπροστά στο λαό, να έχουν αρκετά ρεζιλευτεί με τη χρεοκοπία τους στην πράξη, έτσι ώστε (3) στο προλεταριάτο να έχει αρχίσει και να αναπτύσσεται εντατικά μια μαζική τάση για υποστήριξη πιο αποφασιστικών, απεριόριστα τολμηρών, επαναστατικών ενεργειών ενάντια στην αστική τάξη. Τότε η επανάσταση θα είναι πιο ώριμη, τότε η νίκη μας, αν έχουμε υπολογίσει σωστά όλους τους όρους που σημειώσαμε και περιγράψαμε σύντομα παραπάνω και αν έχουμε διαλέξει σωστά τη στιγμή, η νίκη μας είναι εξασφαλισμένη»27.

Ο Λένιν απέδειξε τις ριζικές διαφορές που υπάρχουν στη μαρξιστική προσέγγιση του ζητήματος από αυτή των μπλανκιστών και αναρχικών στοιχείων, που ξεκόβουν την εξέγερση από την επαναστατική πάλη των μαζών, τη θεωρούν ζήτημα συνωμοσίας μιας μικρής ομάδας επαναστατών.

Για τη νίκη όμως της επανάστασης δεν αρκεί μόνο η επαναστατική δράση της πρωτοπορίας της, αλλά απαιτείται και η υποστήριξη ευρύτερων εργατικών, ακόμη και άλλων λαϊκών δυνάμεων που θα δώσουν την αποφασιστική μάχη. Η πολιτική εμπειρία, γονιμοποιημένη από τη δράση του Κόμματος, θα πρέπει να τις έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από την ένοπλη εξέγερση, να έχει γκρεμίσει σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι σε αυτή.

«Με μόνη την πρωτοπορία δεν μπορούμε να νικήσουμε. Θα ήταν όχι απλώς ανοησία, αλλά και έγκλημα να ρίξουμε μόνη την πρωτοπορία στην αποφασιστική μάχη, προτού όλη η τάξη, προτού οι πλατιές μάζες να έχουν πάρει θέση ανοικτής υποστήριξης της πρωτοπορίας, ή τουλάχιστον ευμενούς ουδετερότητας απέναντί της και να έχουν δείξει ότι είναι εντελώς ανίκανες να υποστηρίξουν τον αντίπαλό τους […]. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η πολιτική πείρα των ίδιων των μαζών. Τέτοιος είναι ο βασικός νόμος όλων των μεγάλων επαναστάσεων, που τον επιβεβαίωσε τώρα με καταπληκτική δύναμη και παραστατικότητα όχι μόνο η Ρωσία, αλλά και η Γερμανία»28.

Απαντώντας στην κατηγορία των οπορτουνιστών της Β΄ Διεθνούς, ότι οι μπολσεβίκοι «παραβιάζουν την ιστορία» και ότι υιοθετούν το μπλανκισμό, ο Λένιν έγραφε: «Η εξέγερση για να πετύχει δεν πρέπει να στηρίζεται σε συνωμοσία, ούτε σ’ ένα κόμμα, αλλά στην πρωτοπόρα τάξη. Αυτό είναι το πρώτο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται στην επαναστατική άνοδο του λαού. Αυτό είναι το δεύτερο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται σε τέτοιο σημείο στροφής στην ιστορία της αναπτυσσόμενης επανάστασης, όταν στις πρωτοπόρες γραμμές του λαού παρατηρείται η μεγαλύτερη δραστηριότητα, όταν οι ταλαντεύσεις στις γραμμές των εχθρών και στις γραμμές των αδύνατων, μεσοβέζικων, αναποφάσιστων φίλων της επανάστασης είναι μεγαλύτερες από κάθε άλλη φορά. Αυτό είναι το τρίτο. Και μ’ αυτούς τους τρεις όρους στην τοποθέτηση του ζητήματος της εξέγερσης ξεχωρίζει ο μαρξισμός από το μπλανκισμό»29.

Κάθε απόπειρα να οργανωθεί η εξέγερση όταν δεν υπάρχουν το σύνολο των προϋποθέσεων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Η τακτική των μπολσεβίκων στο διάστημα Απρίλη - Οκτώβρη 1917 αποτελεί σπουδαίο παράδειγμα εξαγωγής γενικότερων συμπερασμάτων στο ζήτημα της εξέγερσης. Την 1η Ιούλη του 1917, 500 χιλιάδες λαού κατέβηκαν στους δρόμους της Πετρούπολης. Η συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών κρατούσε σημαίες και πανό που υιοθετούσαν τα μπολσεβίκικα συνθήματα: «Κάτω ο πόλεμος!», «Να φύγουν οι υπουργοί καπιταλιστές», «Ολη η εξουσία στα σοβιέτ». Ξέσπασε πολιτική κρίση στις γραμμές του αστικού κυβερνητικού συνασπισμού, που κορυφώθηκε με τη συμμετοχή 7 συνταγμάτων του στρατού της πρωτεύουσας στις διαδηλώσεις. Ομως ακόμη τα σοβιέτ ήταν υπό τον έλεγχο των μενσεβίκων - εσέρων, το σύνολο του στρατού και η επαρχία (δηλαδή οι αγρότες) στήριζαν τον οπορτουνιστικό συνασπισμό και δε θα υποστήριζαν την ανατροπή της προσωρινής αστικής κυβέρνησης. Οπως σημείωνε ο Λένιν, το ταξικό μίσος της εργατικής τάξης δεν είχε φτάσει σε αυτό το σημείο ώστε να στρέφεται όχι μονάχα ενάντια στους καπιταλιστές, αλλά και ενάντια στα οπορτουνιστικά στηρίγματά τους που συμμετείχαν στην αστική κυβέρνηση.

Η εξέγερση δεν είναι ένα ξέσπασμα που χαρακτηρίζεται από πράξεις τυφλής βίας, εκδήλωση αγανάκτησης ή και μόνο δυναμικής διαμαρτυρίας, όπως χαρακτήρισαν διάφορα αστικά και οπορτουνιστικά κέντρα τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 στην Ελλάδα, με αφορμή τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή. Το ΚΚΕ δέχτηκε λυσσαλέα επίθεση επειδή απέρριψε αυτές τις ερμηνείες, πολύ περισσότερο γιατί απέρριψε την άμεση ή έμμεση στήριξη της δράσης των κουκουλοφόρων και της τυφλής βίας, την αιτιολόγησή τους ως μέρος ενός αναπτυσσόμενου κινήματος. Το ΚΚΕ κατηγορήθηκε ως «συστημική» (καθεστωτική) δύναμη επειδή υποστήριξε το μαζικό, οργανωμένο και περιφρουρημένο ταξικό αγώνα.

Είναι γνωστό ότι διάφοροι μηχανισμοί του αστικού κράτους καταφέρνουν να διεισδύσουν σε αναρχοαυτόνομες ομάδες, αξιοποιούν οποιαδήποτε ευάλωτη μορφή αντίδρασης προκειμένου να προβοκάρουν τις οργανωμένες και αποτελεσματικές μορφές του ταξικού αγώνα.

Αν και αναφερόμαστε σε τελείως διαφορετικές συνθήκες έχει σημασία να δούμε την τακτική των μπολσεβίκων στη διαδήλωση του Ιούλη του 1917 στη Πετρούπολη.

Η ΚΕ των μπολσεβίκων κάλεσε την εργατική τάξη της Πετρούπολης να μην προχωρήσει σε ένοπλη διαδήλωση - εξέγερση, όμως οι μάζες κατέβηκαν στους δρόμους και οι μπολσεβίκοι μπήκαν επικεφαλής του κινήματος για να του δώσουν οργανωμένο και ειρηνικό χαρακτήρα και κυρίως να διασφαλίσουν τη συντεταγμένη υποχώρηση των μαζών μπροστά στην ένοπλη καταστολή του κινήματος, όπως και πραγματικά έγινε.

Μπορεί να αποβεί εξίσου μοιραίο λάθος και η εξέγερση που δεν έχει ωριμάσει και η καθυστέρησή της όταν έχει ωριμάσει. Ο Λένιν στις 13 Σεπτέμβρη του 1917, όταν πλέον υπήρχαν οι όροι της εξέγερσης, υποστήριζε:

«Μια όμως και υπάρχουν οι όροι, το ν’ αρνείσαι να βλέπεις την εξέγερση σαν τέχνη, σημαίνει να προδίνεις το μαρξισμό, να προδίνεις την επανάσταση.

Για να αποδείξουμε για ποιον ακριβώς λόγο η στιγμή που ζούμε είναι στιγμή που το Κόμμα πρέπει υποχρεωτικά να παραδεχθεί ότι η πορεία των αντικειμενικών γεγονότων έβαλε την εξέγερση στην ημερήσια διάταξη και να βλέπει την εξέγερση σαν τέχνη, για να το αποδείξουμε αυτό, το καλύτερο απ’ όλα θα είναι ίσως να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο της σύγκρισης και να αντιπαραθέσουμε τις 3 και 4 του Ιούλη στις μέρες του Σεπτέμβρη»30.

Τις κρίσιμες στιγμές, λίγα 24ωρα πριν την έναρξη της εξέγερσης στις 25 Οκτώβρη του 1917, σε μια σειρά επείγοντα γράμματα προς την ΚΕ του Κόμματος, ο Λένιν κατέκρινε την ολιγωρία της και τη διστακτικότητά της να οργανώσει και να διατάξει όλες τις δυνάμεις του Κόμματος με βάση το σχέδιο της εξέγερσης, να λάβει όλα τα απαραίτητα τεχνικά και πρακτικά μέτρα. Αναδείκνυε όχι μόνο την κρισιμότητα του σωστού υπολογισμού της στιγμής για την έναρξη της εξέγερσης, αλλά και της διαμόρφωσης ενός πλήρους πολιτικο-στρατιωτικού σχεδίου δράσης και ενός πολιτικο-στρατιωτικού επιτελείου της επανάστασης: «Και για να αντικρίσουμε την εξέγερση μαρξιστικά, δηλαδή σαν τέχνη, πρέπει ταυτόχρονα, χωρίς να χάνουμε ούτε λεπτό, να οργανώσουμε το επιτελείο των εξεγερμένων τμημάτων, να κατανείμουμε τις δυνάμεις, να κινήσουμε τα πιστά συντάγματα στα πιο σπουδαία σημεία, να κυκλώσουμε την Αλεξαντρίνκα, να καταλάβουμε την Πετροπάβλοβκα, να συλλάβουμε το Γενικό επιτελείο και την κυβέρνηση, να στείλουμε ενάντια στους ευέλπιδες και στην άγρια μεραρχία τμήματα έτοιμα να πέσουν, παρά να αφήσουν τον εχθρό να κινηθεί προς τα κέντρα της πόλης. Πρέπει να κινητοποιήσουμε τους ένοπλους εργάτες, να τους καλέσουμε σε αποφασιστική, ύστατη μάχη, να καταλάβουμε αμέσως το τηλεγραφικό και τηλεφωνικό κέντρο, να εγκαταστήσουμε το δικό μας επιτελείο της εξέγερσης κοντά στο τηλεφωνικό κέντρο, να συνδέσουμε τηλεφωνικά το επιτελείο με όλα τα εργοστάσια, με όλα τα συντάγματα, με όλα τα σημεία του ένοπλου αγώνα κλπ.

Αυτά όλα τα λέμε φυσικά σαν παράδειγμα μόνο, για να δείξουμε παραστατικά ότι στις στιγμές που ζούμε δε μπορεί να μείνει κανείς πιστός στο μαρξισμό, να μείνει πιστός στην επανάσταση, χωρίς να βλέπει την εξέγερση σαν τέχνη»31.

Ηδη από τις 29 Σεπτέμβρη του 1917, στο γράμμα με τίτλο «Η κρίση ωρίμασε», ο Λένιν απαντάει επιθετικά σε εκείνους τους μπολσεβίκους, Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ, Τρότσκι, που με διάφορα προσχήματα (πρώτα να γίνει το 2ο Συνέδριο των Σοβιέτ και εκεί να ληφθεί η απόφαση για εξέγερση) κρατούσαν επιφυλακτική ή αρνητική στάση απέναντι σε αυτή.

«…Υπάρχει ένα ρεύμα ή μια γνώμη υπέρ της αναμονής του συνεδρίου των Σοβιέτ κατά της άμεσης κατάληψης της εξουσίας, κατά της άμεσης εξέγερσης. Πρέπει να κατανικηθεί αυτό το ρεύμα ή αυτή η γνώμη. Διαφορετικά, οι μπολσεβίκοι θα εξευτελιστούν μια για πάντα και θα εκμηδενιστούν σαν κόμμα. Γιατί το να αφήσουμε να χαθεί μια τέτοια στιγμή και να “περιμένουμε” το συνέδριο των Σοβιέτ είναι ολοκληρωτική κουταμάρα, ολοκληρωτική προδοσία […].

“Να περιμένουμε” το συνέδριο των Σοβιέτ είναι ολοκληρωτική κουταμάρα, γιατί αυτό σημαίνει πως αφήνουμε να περνούν βδομάδες και βδομάδες, ακόμη και οι μέρες κρίνουν τώρα το παν»32.

Την παραμονή της Οκτωβριανής Επανάστασης, στις 24 Οκτώβρη του 1917, σε γράμματα προς τα μέλη της ΚΕ, ο Λένιν καλούσε το Κόμμα να ηγηθεί με αποφασιστικότητα και τόλμη της ένοπλης εξέγερσης: «Είναι ολοκάθαρο ότι πραγματικά, τώρα πια, κάθε καθυστέρηση της εξέγερσης ισοδυναμεί με θάνατο […]. Η ιστορία δεν θα συγχωρέσει την καθυστέρηση στους επαναστάτες που θα μπορούσαν να νικήσουν σήμερα (και σίγουρα θα νικήσουν σήμερα), αλλά που θα κινδύνευαν να χάσουν πολλά αύριο, θα κινδύνευαν να τα χάσουν όλα.

Παίρνοντας την εξουσία σήμερα, την παίρνουμε όχι ενάντια στα Σοβιέτ αλλά για τα Σοβιέτ.

Η κατάληψη της εξουσίας είναι έργο της εξέγερσης, ο πολιτικός της σκοπός θα διευκρινισθεί ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας.

Θα ήταν καταστροφή ή προσκόλληση στους τύπους, να περιμένουμε την επισφαλή ψηφοφορία της 25 του Οκτώβρη, ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να λύνει παρόμοια ζητήματα όχι με ψηφοφορίες αλλά με τη βία, ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση στις κρίσιμες στιγμές της επανάστασης να κατευθύνει τους εκπροσώπους του, ακόμα και τους καλύτερους εκπροσώπους του κι όχι να τους περιμένει […]. Η κυβέρνηση κλονίζεται. Πρέπει να την αποτελειώσουμε με κάθε θυσία!

Η καθυστέρηση της δράσης ισοδυναμεί με θάνατο»33.

Είναι γεγονός ότι η εξέγερση συνοδεύεται από έναν εμφύλιο πόλεμο (μακροχρόνιο ή σύντομο), γεγονός που εξαρτάται από τη στάση της αστικής τάξης, δηλαδή έναν ανοικτό πόλεμο ανάμεσα σε δύο ένοπλες αντιμαχόμενες δυνάμεις: την εργατική τάξη και τους συμμάχους της ενάντια στην αστική τάξη και τα στηρίγματα της. Σε αυτές τις συνθήκες το ΚΚ πρέπει να αναπροσαρμόζει όλη τη λειτουργία του.

«Την εποχή του εμφυλίου πολέμου ιδανικό του κόμματος του προλεταριάτου είναι το μαχόμενο κόμμα. Αυτό είναι απόλυτα αδιαφιλονίκητο […]. Τους ισχυρισμούς ότι ο παρτιζάνικος πόλεμος αποδιοργανώνει το κίνημα, πρέπει να τους βλέπουμε κριτικά. Κάθε νέα μορφή πάλης, συνδεδεμένη με νέους κινδύνους και νέες θυσίες “αποδιοργανώνει” αναπόφευκτα τις οργανώσεις που δεν έχουν προετοιμαστεί γι’ αυτή τη νέα μορφή πάλης. Τους παλιούς μας ομίλους προπαγανδιστών τους αποδιοργάνωνε το πέρασμα στη ζύμωση. Τις επιτροπές μας τις αποδιοργάνωνε συνέχεια το πέρασμα στις διαδηλώσεις. Κάθε πολεμική επιχείρηση σ’ ένα οποιοδήποτε πόλεμο προκαλεί μια ορισμένη αποδιοργάνωση στις γραμμές των μαχόμενων. Από ’δω δε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν πρέπει να πολεμάμε. Από ’δω πρέπει να συμπεράνουμε ότι πρέπει να μάθουμε να πολεμάμε»34.

Η 3χρονη ηρωική εποποιία του ΔΣΕ (1946-1949), που αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, επιβεβαιώνει αυτή τη λενινιστική παρακαταθήκη. Το ΚΚΕ έγινε «μαχόμενο κόμμα», προσαρμοζόμενο στις ανάγκες της καθοδήγησης της ένοπλης πάλης. Παρά τις αδυναμίες, τα λάθη και την τελική έκβαση, ο ΔΣΕ ήταν αναγκαιότητα επιβεβλημένη από την όξυνση της ταξικής πάλης. Ηταν μαχητική απάντηση στην επίθεση του ταξικού αντιπάλου, εγχώριου και ξένου. Αυτή η μαχητική στάση καταγράφηκε ως παρακαταθήκη στις σχέσεις του ΚΚΕ με την εργατικές και λαϊκές μάζες, στην υπεράσπιση των άμεσων και γενικότερων αναγκών και δικαιωμάτων τους, αγώνας επιβεβλημένος και δικαιωμένος.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1. Β. Ι. Λένιν: «Θέσεις για τα βασικά καθήκοντα του δεύτερου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 41, σελ. 188-197.

2. Β. Ι. Λένιν: «Οι εκλογές για τη συντακτική συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 40, σελ. 10-24.

3. Β. Ι. Λένιν: «Ο μαρξισμός και η εξέγερση», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 34, σελ. 242-247.

4. Β. Ι. Λένιν: «Οι συμβουλές ενός που λείπει», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 34, σελ. 382-384.

5. Β. Ι. Λένιν: «Γράμμα προς την ΚΕ», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 34, σελ. 435-436.

6. Β. Ι. Λένιν: «Ο “αριστερισμός” παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

7. Β. Ι. Λένιν: «Θέσεις και εισήγηση για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου, 4 του Μάρτη», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 37, σελ. 491-509.

8. Β. Ι. Λένιν: «Θέσεις της εισήγησης για την τακτική του ΚΚ Ρωσίας», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 44, σελ. 3-12.

9. Β. Ι. Λένιν: «Ο παρτιζάνικος πόλεμος», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 14, σελ. 1-12.

10. Β. Ι. Λένιν: Παραλλαγή άρθρου: «Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ. 36, σελ. 130-132 (κεφάλαιο V, VI).

 

 

ΣHMEIΩΣEIΣ:

1. Βλ. Διαλέξεις της ΙΕ της ΚΕ: «Θεωρητικά ζητήματα για τις προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης», ΚΟΜΕΠ, 2/2008 και «Η θεωρητική θεμελίωση της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου», ΚΟΜΕΠ, 3/2008.

2. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 133.

3. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 321.

4. Γράφτηκε το 1920, για τις ανάγκες του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ιούνης 1920), όταν ο κύκλος της επαναστατικής ανόδου στις χώρες της Ευρώπης και αλλού δεν είχε κλείσει.

5. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 3.

6. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 30.

7. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 6.

8. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 58-59.

9. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 56-57.

10. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 426.

11. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 140.

12. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 141.

13. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 219.

14. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 14.

15. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 44, σελ. 30.

16. Β. Ι Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 44, σελ 31-32.

17. Η Κομμουνιστική Διεθνής, 2ο Συνέδριο, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 54.

18. Η Κομμουνιστική Διεθνής, 2ο Συνέδριο, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 54-55.

19. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 33-34.

20. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 42.

21. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 21.

22. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 259-260.

23. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 14, σελ. 1-2.

24. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 117.

25. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 382-383.

26. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 6.

27. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 79.

28. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 77-78.

29. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 242-243.

30. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 243.

31. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 247.

32. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 283.

33. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 435-436.

34. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 14, σελ. 9.