Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

 Σήμερα υπολογίζεται ότι οι αλλοδαποί υπερβαίνουν το 11% του πληθυσμού της Ελλάδας. Για το σύνολο του μεταναστευτικού πληθυσμού και ιδιαίτερα του μαθητικού, δεν υπάρχουν λεπτομερειακά δημογραφικά στοιχεία, ενώ λείπει μια πιστή εικόνα της ταξικής διαστρωμάτωσης των μεταναστών που ήδη ζουν και εργάζονται για πολλά χρόνια στη χώρα μας. Η κατανομή του μαθητικού πληθυσμού ακολουθεί αυτή της συγκέντρωσης των μεταναστών στα αστικά κέντρα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η νομοθεσία δε δίνει τη δυνατότητα εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου όπου διαμένουν στα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα από αλλοδαπούς γονείς (εκτός ΕΕ). Ετσι δεν μπορούν να πάρουν πιστοποιητικό γέννησης και δύσκολα καταγράφονται.

Υπάρχουν γενικά στοιχεία του 2005 που δίνει το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (Ι.ΜΕ.ΠΟ.) όπου αναφέρεται ότι το 71,5% των αλλοδαπών μαθητών είναι αλβανικής καταγωγής, ενώ οι μαθητές άλλων εθνικοτήτων ακολουθούν σε κατά πολύ μικρότερα ποσοστά (π.χ. 5,5% από Γεωργία, 5,2% από Ρωσία, 3% από Βουλγαρία κλπ.).

Τα στοιχεία του Ινστιτούτου Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (ΙΠΟΔΕ) δείχνουν ότι ο αριθμός των αλλοδαπών και παλιννοστούντων μαθητών ξεπερνάει τις 130.000, δηλαδή αγγίζει το 10% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού για το σχολικό έτος 2006-2007 (βλ. Πίνακα 1).

 Αν εξετάσουμε τη ροή του μαθητικού πληθυσμού των μεταναστών, βλέπουμε ότι, ενώ αποτελούν το 10% των μαθητών του Δημοτικού και του Γυμνασίου, στο Λύκειο αποτελούν περίπου το 6%, ενώ στην ΤΕΕ αποτελούν το 12%. Ενδεικτικό του ταξικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης και της κατώτερης θέσης των μεταναστών είναι ο αριθμός και ο προσανατολισμός στα ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ σε σχέση με το σύνολο των μαθητών. Οι αριθμοί αποτυπώνουν την ταξική εκμετάλλευση, τις διακρίσεις και τα εμπόδια που βάζει το κεφάλαιο γενικά στα παιδιά της εργατικής τάξης, πόσο μάλλον στα παιδιά των μεταναστών.

Το βάρος των μεταναστών στο σύνολο της εργατικής τάξης (11-12%) και αντίστοιχα η συμμετοχή τους στο σύνολο του μαθητικού πληθυσμού (<10%) επιβάλλει το εργατικό-επαναστατικό κίνημα να κάνει τα προβλήματα εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών ζήτημα οργάνωσης και πάλης των μεταναστών και των Ελλήνων εργαζομένων.

 

Η «ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ» ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

 Η εκπαιδευτική πολιτική της ΕΕ για τους μετανάστες εντάσσεται στο γενικότερο «κοσμοπολιτισμό» του κεφαλαίου, στην επιδίωξή του για τη μέγιστη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.

Το ιδεολόγημα της «πολυπολιτισμικότητας», «της ανοχής στο διαφορετικό», όπως διακηρύττουν, είναι η αστική αντίληψη που έρχεται δήθεν να αντιπαρατεθεί στο ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον εθνικισμό. Εκφράζει τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου και επιχειρεί να ενσωματώσει τους μετανάστες και να κρύψει ότι τα αίτια της μετανάστευσης και της προσφυγιάς βρίσκονται στο ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού, που φέρνει μαζί του τον πόλεμο και την καταλήστευση των φτωχών χωρών, την κίνηση εργατικού δυναμικού, την ταξική εκμετάλλευση ντόπιων και ξένων εργατών.

Από ιδεολογική σκοπιά αυτή η άποψη συμβάλλει ώστε οι εργαζόμενοι να μην «αυτοπροσδιορίζονται» με βάση την ταξική τους θέση, δηλαδή όχι με βάση την ουσιώδη σχέση τους απέναντι στο κεφάλαιο και την εκμετάλλευση. Η πολιτισμική, θρησκευτική, εθνική κοινότητα που προβάλλουν μέσω της φροντίδας για τη «διαπολιτισμικότητα» είναι σε διαταξική βάση, μέσα σε αυτή δεν τίθεται θέμα ταξικής πάλης ή τουλάχιστον αυτή δυσχεραίνεται. Δεν είναι άλλωστε τυχαία και η ιστορική διαδρομή της έννοιας της πολυπολιτισμικότητας.

Η έννοια της «πολυπολιτισμικότητας» κάνει την εμφάνισή της στο τέλος της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ κι αναπτύσσεται την ίδια περίοδο και αργότερα στις μεγάλες ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες. Οι παλιές αποικίες κατακτούν την ανεξαρτησία τους και πρέπει με «νέο τρόπο» οι παλιοί αποικιοκράτες να διαχειριστούν το εργατικό δυναμικό που προέρχεται από αυτές και συνεχίζει να είναι και αναγκαίο και φτηνό (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία κλπ.)

Στην αρχή συνδέθηκε με τη διαμορφούμενη σύνθεση των κοινωνιών αυτών εκείνη την περίοδο και την ανάγκη του κεφαλαίου για τη διευρυμένη αξιοποίηση της «ξένης» εργατικής δύναμης, για να περάσει αργότερα στο πεδίο της αγωγής και της εκπαίδευσης με τον όρο «πολυπολιτισμική» ή «διαπολιτισμική» αγωγή και εκπαίδευση. Σκοπός από την αρχή ήταν να συγκαλυφτεί η αιτία της κοινωνικής ανισότητας, να μείνουν στο απυρόβλητο οι κοινωνικές αιτίες της μετανάστευσης, της άγριας εκμετάλλευσης ντόπιων και μεταναστών εργατών.

Στην εποχή μας, εποχή βαθέματος των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης, η ΕΕ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα αυξανόμενα ποσοστά μετανάστευσης, αναμένοντας όπως λέει να αυξηθούν και στο μέλλον. Με γοργούς ρυθμούς προχωράει στο μοντέλο της «επιλεκτικής μετανάστευσης», η οποία συμπυκνώνεται στη λογική της μηδενικής ανοχής στην «ανοργάνωτη» είσοδο μεταναστών και διαμορφώνει σαφή αντιμεταναστευτική πολιτική. Παράλληλα εξειδικεύει πολιτική ενσωμάτωσης και χειραγώγησης των «νόμιμων» μεταναστών, συνδέει την εκπαίδευση των μεταναστών με την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, στοχοποιώντας τους μετανάστες ως πηγή εγκληματικότητας (Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, 23 Απρίλη 2009) και φυσικά είναι παρόν το ενδιαφέρον του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου «να μη χάνεται κανένα ταλέντο», μέσα σ’ ένα «νέο πρόγραμμα ενσωμάτωσης των μεταναστών». Η ΕΕ, ανάλογα με τη συγκυρία και τις ανάγκες του κεφαλαίου, προσαρμόζει την πολιτική της απέναντι στο μεταναστευτικό ρεύμα και τις αντίστοιχες εκπαιδευτικές πολιτικές που ξετυλίγει. Με οδηγό τη λεγόμενη πολιτική της «πολυπολιτισμικότητας», η ΕΕ κόβει και ράβει το κοστούμι για την άγρια εκμετάλλευση των μεταναστών. Αξιοποιώντας τη μετανάστευση, η ΕΕ και οι αστικές κυβερνήσεις των κρατών-μελών χτυπάνε συνολικά την τιμή της εργατικής δύναμης.

Οι πολιτικές στο θέμα της εκπαίδευσης των μεταναστών, τόσο της σημερινής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ όσο και προηγούμενα της ΝΔ, είναι εναρμονισμένες με τις κατευθύνσεις της ΕΕ για τη μεταναστευτική πολιτική και οργανικά ενταγμένες στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που ξετυλίγονται στις εργασιακές σχέσεις και την παιδεία με αφετηρία τη συνθήκη του Μάαστριχτ, τους στόχους της Λισαβόνας, τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα στην ΕΕ, με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, το άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς εργασίας, καθώς και της ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλες χώρες και της κινητικότητας που αυτό συνεπάγεται, υπάρχει έντονος σχεδιασμός πάνω στο θέμα της εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών.

Η χρήση του όρου της «διαπολιτισμικής εκπαίδευσης» στην ΕΕ συναντιέται με τη στρατηγική των αναδιαρθρώσεων. Παράλληλα με τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου να χτυπήσει συνολικά την τιμή της εργατικής δύναμης, επιδιώκει να προλάβει κοινωνικές εντάσεις, να προσαρμόζεται και ο μετανάστης ως εργατική δύναμη, και μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, στις εναλλασσόμενες ανάγκες του κεφαλαίου με στόχο πάντα τη μεγάλη σε ένταση και έκταση κερδοφορία του.

Στον άξονα της «Διαπολιτισμικής αγωγής και εκπαίδευσης» οι πολιτικές που ξεδιπλώνονται από την ΕΕ είναι σε κατεύθυνση ενσωμάτωσης, καμουφλάροντας αντιθέσεις, με κύρια την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας που θεμελιώνεται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Ο όρος της «διαπολιτισμικής εκπαίδευσης» επιδιώκει να θεμελιώσει από τη μεριά του κεφαλαίου, της ΕΕ, των αστικών και μικροαστικών κομμάτων του ευρωμονόδρομου το πρόβλημα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας ως ένα ιδεολογικό αναχρονισμό μεν, που δεν έχει ως κοινωνική βάση αυτήν της εκμετάλλευσης και της ταξικής κοινωνίας, αλλά είναι θέμα ανοχής και αποδοχής του διαφορετικού, ζήτημα δηλαδή αγωγής και εκπαίδευσης. Στη βάση αυτής της αντίληψης, η κοινωνικοποίηση και η ένταξη τάχα των μεταναστών θα λυθεί μέσα από την ανάπτυξη των κατάλληλων διδακτικών στρατηγικών. Ομως προβλήματα που προκύπτουν από την κοινωνικοοικονομική ένταξη των ανθρώπων δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με παιδαγωγικά μέσα, θα λύνονται με βάση το συμφέρον της τάξης που είναι στην εξουσία.

Η αστική παιδαγωγική που δεν αμφισβητεί το δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, απεναντίας είναι αρωγός της, υιοθετεί αποπροσανατολιστικές αρχές αναφορικά με τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων των μεταναστών. Αρχές όπως «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι», «ισότητα ευκαιριών για όλους», «όχι σε κάθε είδους διακρίσεις», «όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι», είναι συνθήματα της ΕΕ που προβάλλονται κατά κόρον από ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και «αντιρατσιστικό χώρο». Πρόκειται για εκκλήσεις σε μια κοινωνία που είναι βαθιά διαιρεμένη και βαθιά ταξική, οι οποίες φυσικά δε δίνουν λύση στους μετανάστες, όπως δε δίνουν και στον ντόπιο εργάτη.

Ο κοσμοπολιτισμός δεν έχει καμία σχέση και συγγένεια με το διεθνισμό της εργατικής τάξης. Το περιεχόμενο της αγωγής καθορίζεται, σε τελική ανάλυση, από τις σχέσεις ανάμεσα σε τάξεις. Η διαφορά ανάμεσα στην αστική και την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση εδράζεται στο ότι ο σοσιαλισμός έχει στο κέντρο της προσοχής του τις ανθρώπινες ανάγκες, ενώ ο καπιταλισμός στο κέντρο της προσοχής του έχει τα κέρδη των μονοπωλιακών επιχειρήσεων και την κυριαρχία της αστικής τάξης.

Ο Μαρξ και ο Ενγκελς έγραφαν: «Η τάξη που κατέχει τα μέσα της υλικής παραγωγής, χάρις σε αυτά τα μέσα κατέχει και τα μέσα της πνευματικής παραγωγής. Τα άτομα που αποτελούν την άρχουσα τάξη κατέχουν, ανάμεσα στ’ άλλα, και συνείδηση και χάρις σε αυτή τη συνείδηση σκέφτονται. Γι’ αυτό όσο αυτά τα άτομα βρίσκονται στην εξουσία σαν τάξη και καθορίζουν την έκταση και τους ορίζοντες μιας εποχής είναι αυταπόδεικτο πως το κάνουν αυτό σ’ όλους τους τομείς, έτσι κυριαρχούν σαν στοχαστές, σαν παραγωγοί ιδεών και κανονίζουν την παραγωγή και διανομή των ιδεών της εποχής τους. Κι αυτό σημαίνει πως οι ιδέες τους είναι αυτές που κυριαρχούν στη δοσμένη εποχή»1.

Στη σοβιετική παιδαγωγική συναντάμε τον όρο «διεθνική διαπαιδαγώγηση» που εμπεριέχει την καλλιέργεια στους μαθητές της φιλίας, της συλλογικότητας, του σεβασμού των εθνικών διαφορών, της ετοιμότητας να βοηθήσουν τους άλλους λαούς, την άρνηση της έχθρας, της βίας του ενός απέναντι στον άλλους λαούς, τη γνώση των βασικών στοιχείων του πολιτισμού των λαών που κατοικούσαν στην ΕΣΣΔ όσο και σε άλλα κράτη. Η διεθνική διαπαιδαγώγηση άρχιζε από το νηπιαγωγείο γιατί εμπεριέχεται στην κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση του εργατικού κράτους. Διαφέρει από την αστική διαπαιδαγώγηση, τόσο από άποψη και των σκοπών της όσο και των μεθόδων. Η κομμουνιστική και κατ’ επέκταση διεθνική διαπαιδαγώγηση είναι άρρηκτα δεμένη με την πολιτική συνειδητοποίηση, το νέο τύπο ανθρώπου που γνωρίζει τους νόμους ανάπτυξης της κοινωνίας και γι’ αυτό μπορεί να την οδηγεί προς τα εμπρός.

 

Η ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ευρωπαϊκησ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

 Στους κόλπους της ΕΕ η «διαπολιτισμική» εκπαίδευση συγκροτείται με σχεδιασμό, οι κατευθύνσεις που τίθενται είναι ενιαίες και συναρθρώνονται με την πολιτική και τα συμφέροντα των κρατών-μελών, υλοποιούνται με συγκεκριμένες πολιτικές.

Στη χώρα μας η «διαπολιτισμική εκπαίδευση» αναπτύχτηκε παράπλευρα και έξω από το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα (ΜΚΟ, Νομαρχίες κλπ.), πάντα όμως υπό την αιγίδα του αστικού κράτους. Αυτή η πραγματικότητα καθόρισε τις δυνατότητες και τα όρια των συγκεκριμένων ρυθμίσεων που κατά καιρούς ήρθαν. «Ειδικά σχολεία», «τάξεις υποδοχής και φροντιστηριακές» που φθίνουν σε μία πορεία ή και δε λειτούργησαν ποτέ, θεσμική εναπόθεση της εκμάθησης της μητρικής γλώσσας των παιδιών των μεταναστών στην αρμοδιότητα και την ευχέρεια της Νομαρχίας (πρόγραμμα που ποτέ δεν υλοποιήθηκε από την θέσπιση του) κλπ. Ο χαρακτήρας και η ποιότητα των προγραμμάτων προδιαγράφονταν από τις κατευθύνσεις, τις προϋποθέσεις έγκρισης και τους εμπλεκόμενους φορείς που προβλέπουν οι κατευθύνσεις της ΕΕ.

Τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά προγράμματα που ξεδιπλώθηκαν τροφοδότησαν ένα διευρυμένο δίκτυο μελετών και μελετητών για τη «Διαπολιτισμικότητα», πλήθος μεταπτυχιακών περί «ετερότητας και ανοχής του διαφορετικού», πλήθος ΜΚΟ και «μη κερδοσκοπικές εταιρίες». Ενσωμάτωσαν και ποδηγέτησαν κοινότητες και συλλόγους μεταναστών και φυσικά δεν έχουν δώσει ούτε το ελάχιστο σε δομές εκπαίδευσης για τα μεταναστόπουλα.

Η επιτροπή πολιτισμού και παιδείας του Ευρωκοινοβουλίου αναγνωρίζει κύριο ρόλο στην «κοινωνία των πολιτών» που «παράλληλα με το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να έχει καθοριστική συμβολή σε τομείς όπως η διδασκαλία της γλώσσας υποδοχής», όπως λέει.

Οι πολιτικές στην εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών ρυθμίζονται στη βάση προγραμμάτων, όπως τα προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ-SOCRATES, που συνδέονται με τις γενικότερες αλλαγές στην εκπαίδευση και προωθούν τη δια βίου μάθηση, την προσαρμογή της παιδείας στις ανάγκες της αγοράς, την προώθηση της κατάρτισης και των δεξιοτήτων, την ένταξη της «ευρωπαϊκής διάστασης» στις διαδικασίες και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, για να διαμορφώνεται η συνείδηση του «Ευρωπαίου πολίτη», του χειραγωγήσιμου εργατικού δυναμικού.

Ιδιαίτερη συνέπεια και αφοσίωση στους άξονες της «πολυπολιτισμικότητας» και τις αντίστοιχες στοχεύσεις στην εκπαίδευση δείχνουν οι μικροαστικές δυνάμεις του οπορτουνισμού, που είτε δρουν στο κίνημα των εκπαιδευτικών και γενικότερα στο χώρο της εκπαίδευσης συνολικά είτε στο πλαίσιο ΜΚΟ ή των λεγόμενων μη κερδοσκοπικών εταιριών. Είναι εκείνες οι δυνάμεις που ονειρεύονται ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, που δε θέλουν να αμφισβητήσουν τα βάθρα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας και βλέπουν το μετανάστη και τα προβλήματά του ως το «φολκλορικό στοιχείο» ενός κόσμου που δήθεν «είναι εφικτό να βάλει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη».

Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε τις εξελίξεις στο θέμα του εκπαιδευτικού ζητήματος των παιδιών των μεταναστών και στη χώρα μας.

Οι πρώτες τάξεις υποδοχής λειτούργησαν σύμφωνα με το νόμο 1894/90 ως τμήματα ενταγμένα στο κανονικό δημόσιο σχολείο και αφορούσαν την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και τη διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού για μαθητές που δεν είχαν ως μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Οι τάξεις εκμάθησης της ελληνικής υλοποιούνται κεντρικά από το Υπουργείο και υποδείχνονται από το σύλλογο διδασκόντων και το σχολικό σύμβουλο.

Στοιχεία του ΙΠΟΔΕ γι’ αυτά τα τμήματα δίνονται μέχρι και το 2006 (Πίνακας 2), που σημαίνει ότι στην πορεία ατόνησαν, αφού δε στηρίχτηκαν με το κατάλληλο προσωπικό, ενώ στην πράξη διαμορφώθηκε μια νέα πραγματικότητα. Η χώρα και το σχολείο κατά κύριο λόγο δεν υποδέχεται πια νέες φουρνιές παιδιών μεταναστών που έρχονται με τις οικογένειές τους, σήμερα αναδεικνύεται ως κυρίαρχο το πρόβλημα εκπαίδευσης και προσαρμογής των παιδιών που γεννιούνται ή έρχονται σε μικρή ηλικία στη χώρα μας.

Met2Από το 1994 με υπουργική απόφαση δόθηκε στις Νομαρχίες η δυνατότητα να διδάσκονται η γλώσσα και ο πολιτισμός των χωρών προέλευσης των μαθητών με την πρόσληψη ωρομίσθιων δασκάλων, πρόγραμμα που ποτέ δεν ξεκίνησε.

Το 1999 έγιναν νέες ρυθμίσεις για τις τάξεις υποδοχής και τα φροντιστηριακά τμήματα με στόχο την «ομαλότερη» ένταξη των αλλοδαπών και παλιννοστούντων μαθητών. Για την επίτευξη του στόχου αξιοποίησαν τη λεγόμενη «ευέλικτη ζώνη» στη ζωή του σχολείου.

Σε αυτή την υπουργική απόφαση επανήλθε το θέμα της διδασκαλίας της γλώσσας και του πολιτισμού της χώρας προέλευσης αλλά το μέτρο αφέθηκε και πάλι στην πρωτοβουλία και τη θέληση του κάθε νομάρχη.

 Με τον υπ’ αριθ. 2413/99 νόμο «Η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό, η διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις», γίνεται πανηγυρική είσοδος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, σύμφωνα με τις επιταγές του Μάαστριχτ και τις προτάσεις του ΟΟΣΑ και θεσπίζεται το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο για την αθρόα ίδρυση ινστιτούτων και ακαδημιών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 5, 40, 41, 63 κλπ.). Σ’ αυτό το πνεύμα νομοθετείται η ίδρυση του «Ινστιτούτου Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης» (ΙΠΟΔΕ), ως επιτελικού οργάνου μελέτης ζητημάτων παιδείας των μεταναστών στην Ελλάδα αλλά και των ζητημάτων της παιδείας των Ελλήνων μεταναστών και ορίζεται ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με οικονομική «αυτοτέλεια», δηλαδή θεσμοθετείται η είσοδος των χορηγών και των επιχειρήσεων και φυσικά η αδιαμφισβήτητη πολιτική τους επιρροή.

Με το νόμο 2413/96 δημιουργήθηκαν ειδικά διαπολιτισμικά σχολεία (δημόσια ή ιδιωτικά) για την εκπαίδευση ατόμων με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ή μορφωτικές ανάγκες. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 25 διαπολιτισμικά σχολεία: 13 δημοτικά, 7 γυμνάσια, 4 λύκεια και 1 μεικτό, επί συνόλου 15.174 σχολικών μονάδων (από τη βαθμίδα του νηπιαγωγείου ως τα λύκεια και ΤΕΕ). Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, τα σχολεία αυτά έχουν μετατραπεί σε σχολεία αλλοδαπών γιατί οι Ελληνες γονείς τα εγκατέλειψαν, φοβούμενοι ότι οι δυσκολίες ένταξης των μεταναστόπουλων επηρεάζει αρνητικά το επίπεδο μάθησης.

Στην περίοδο 1997-2000 και 2001-2004 λειτούργησαν επίσης δύο προγράμματα μεγάλης κλίμακας, τα Επιχειρησιακά Προγράμματα Εκπαίδευσης και Αρχικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΚ) που αφορούν την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και τη βελτίωση των επιδόσεων των παιδιών των Τσιγγάνων, των Αλλοδαπών και των Παλιννοστούντων, που είχαν εθνικό ορίζοντα δράσης, καθώς και των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας που επικεντρώθηκε στην περιφέρεια της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Στις παραπάνω ρυθμίσεις μπορεί κανείς να διακρίνει ότι με αφορμή την εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών, το περιεχόμενο και η δομή του σχολείου σταθερά προσαρμόζεται στις νέες αντιδραστικές αλλαγές που έχει ανάγκη η καπιταλιστική ανάπτυξη και φυσικά δεν απαντά στα οξυμμένα προβλήματα εκπαίδευσης και μόρφωσης των παιδιών των μεταναστών.

Αυτό αποτυπώνεται πιο ολοκληρωμένα σήμερα στις εξαγγελίες της κυβέρνησης για το «νέο σχολείο» και τις ραγδαίες αλλαγές που φέρνει ο «Καλλικράτης». Σύμφωνα με αυτές, σπάει ο ενιαίος χαρακτήρας του σχολείου και διαφοροποιείται το πρόγραμμά του (βλ. πιλοτικά ολοήμερα σχολεία και οι λεγόμενες Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας).

Για τις επιδόσεις των αλλοδαπών και παλιννοστούντων μαθητών στα ελληνικά σχολεία δεν υπάρχουν στοιχεία (ποσοτικά και ποιοτικά). Κάποιοι αλλοδαποί μαθητές αριστεύουν, αλλά αυτοί φυσικά είναι ένας πολύ μικρός αριθμός μπροστά στο σύνολο του αλλοδαπού και ντόπιου μαθητικού πληθυσμού. Οι περισσότερες μελέτες σημειώνουν τις μη ικανοποιητικές σχολικές επιδόσεις των αλλοδαπών.

Στη φάση της υποδοχής των παιδιών των μεταναστών, μελέτες διαπιστώνανε το αυτονόητο, ότι τα προβλήματα ήταν εντονότερα στους μαθητές που εντάχθηκαν στο ελληνικό σχολείο στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού ή στο γυμνάσιο, ενώ οι μαθητές που παρακολούθησαν το ελληνικό σχολείο από τις πρώτες δύο τάξεις είχαν καλύτερες επιδόσεις και στην εκμάθηση της γλώσσας και γενικά.

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΜΑΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

 Κρίσιμο στοιχείο που δείχνει την πρόθεση της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας να ενσωματώσει και να κρατήσει τους μετανάστες στην εκμετάλλευση και στην απομόνωση, λεία στους σχεδιασμούς του κεφαλαίου ενάντια στο σύνολο της εργατικής τάξης, είναι η ανυπαρξία κάθε σχεδιασμού για την εκμάθηση της μητρικής τους γλώσσας, οργανικά ενταγμένης στο επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα.

Η γλώσσα είναι η άμεση πραγματικότητα της σκέψης, έκφραση της συνείδησης του ατόμου, με αυτή σκέπτεται, με αυτή οργανώνει σε σύνολο την αντίληψή του για τον κόσμο, κινητοποιεί τη βούλησή του. Το περιεχόμενο της γλώσσας είναι ιστορικά οριοθετημένο και έχει μοναδικότητα (μητρική γλώσσα). Εχει γι’ αυτό ιδιαίτερη σημασία η γνώση της μητρικής γλώσσας, της Ιστορίας και του πολιτισμού της πατρίδας. Είναι προϋπόθεση για τη σωστή γνώση της ελληνικής γλώσσας, την κοινωνικοποίησή τους, την ένταξή τους στη ζωή και την κοινωνική πάλη. Τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν και για τη χώρα μας. Το πρόβλημα του χειρισμού και της γνώσης της ελληνικής γλώσσας συνεχίζει να είναι ένα από τα κύρια εμπόδια για τη συνέχεια των σπουδών για τα μεταναστόπουλα και συνδέεται με την αδυναμία να κατακτηθεί η βαθύτερη γνώση της μητρικής γλώσσας. Αν το παιδί δε συστηματοποιήσει τη γνώση της μητρικής του γλώσσας, τότε θα είναι φτωχό και στη γλώσσα της χώρας υποδοχής.

Η εργατική οικογένεια του μετανάστη, κυνηγώντας την επιβίωση, με την απειλή του καθεστώτος μη νομιμότητας, δύσκολα αντιλαμβάνεται αυτή την ανάγκη. Περιορίζει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις σε όρια βολικά για το σύστημα, βάζοντας άθελά του ένα ακόμη εμπόδιο στη δυνατότητα επιστροφής στην πατρίδα του.

Η εκμάθηση της μητρικής γλώσσας των μεταναστών πρέπει να είναι ενταγμένη οργανικά στο ενιαίο δημόσιο δωρεάν σχολείο. Η θέση ότι το μεταναστόπουλο πρέπει να εκπαιδεύεται σε «εθνικά σχολεία», λύση που έχουν επιλέξει κάποιες κοινότητες, π.χ Πολωνική κ.ά., κρατάει τα παιδιά μακριά από την κοινωνική πραγματικότητα, τα γκετοποιεί, δυσκολεύει την κοινωνικοποίησή τους συνολικά, ακόμη και αν επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Εχει σημασία να σημειώσουμε ότι στα λεγόμενα «εθνικά» σχολεία στέλνουν τα παιδιά τους κατά κύριο λόγω τα πιο εύπορα τμήματα των μεταναστών.

Η αντίληψη του ΚΚΕ γι’ αυτό το θέμα διαμορφώθηκε σε μια μακριά διαδρομή πάλης για τα ζητήματα μόρφωσης των Ελλήνων μεταναστών σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, των πολιτικών προσφύγων στα σοσιαλιστικά κράτη και επιβεβαιώνεται από επιστημονική άποψη.

 

 ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΠΑΛΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥΣ

Το ΚΚΕ παλεύει για την εκπαίδευση και τη μόρφωση των παιδιών των μεταναστών, όπως παλεύει για την εκπαίδευση και απρόσκοπτη μόρφωση όλων των παιδιών της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων. Οι μετανάστες όμως έχουν και ιδιαίτερα προβλήματα και αυτά πρέπει να ενταχθούν στις διεκδικήσεις του μαζικού εργατικού-λαϊκού κινήματος.

Στα άμεσα ζητήματα πάλης που έχουμε καταθέσει ως Κόμμα, επαναφέρουμε σε τούτη την ενότητα της εκπαίδευσης την ανάγκη να ανοίξει ο δρόμος εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για τους ενήλικες μετανάστες. Να ανοίξει ο δρόμος της ένταξής τους για όσους το επιθυμούν και το μπορέσουν να συνεχίσουν στις δημόσιες δωρεάν εκπαιδευτικές δομές. Να δημιουργηθούν τα πολύγλωσσα δημόσια κέντρα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, για τη γνωριμία με τις ιστορικές παραδόσεις και αγώνες του ελληνικού λαού, να σπάσει το εμπόδιο της επικοινωνίας, να μπορέσουν στη συνέχεια να στηρίξουν την ομαλή κοινωνικοποίηση των παιδιών τους. Αυτή η ευθύνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί σε καμία περίπτωση στις διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τα ταξικά συνδικάτα πρέπει να μπουν μπροστά πιο αποφασιστικά στη διεκδίκηση αυτών των αιτημάτων.

Η υπόθεση της μόρφωσης των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ήταν και είναι ένα από τα σπουδαιότερα μέτωπα πάλης του Κόμματος μας. Το ΚΚΕ, έχοντας σαν γνώμονα το συμφέρον των παιδιών των μεταναστών, την ανάγκη δημιουργίας προϋποθέσεων για την ολόπλευρη ανάπτυξή τους σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες, που θα μπορούν να διεκδικήσουν μελλοντικά με ίσους όρους μια θέση στην κοινωνία, τόσο της χώρας της σημερινής διαμονής των γονέων τους, όσο στη χώρα καταγωγής τους. Παλεύει με ένα συνεκτικό διεκδικητικό πλαίσιο, με στόχο αυτό να υιοθετείται από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, της νεολαίας, των μεταναστών:

• Αποκλειστικά δημόσιο δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα. Δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγής. Ενιαίο 12χρονο σχολείο γενικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης για όλους, χωρίς ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Επαγγελματική εκπαίδευση, ενταγμένη στο δημόσιο δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα μετά το ενιαίο 12χρονο σχολείο. Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση.

• Εξασφάλιση δωρεάν όλων των προϋποθέσεων για την ανεμπόδιστη φοίτησή τους, όπως σίτιση, παροχή βιβλίων και όλων των εκπαιδευτικών μέσων.

• Ειδικά μέτρα για την αυτόματη και χωρίς όρους εγγραφή των παιδιών των μεταναστών στους παιδικούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία (μέτρο ιδιαίτερα σημαντικό και για τη φυσιολογική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας).

• Να δοθούν στα παιδιά των μεταναστών ίσες δυνατότητες με τα ελληνόπουλα, για σωστή και αποδοτική παρακολούθηση όλων των μαθημάτων και για επιτυχή πορεία των σπουδών τους σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης .

• Αρση όλων των εμποδίων που έχουν σχέση με το καθεστώς νομιμότητας των μεταναστών (νομιμοποίηση, απλούστευση ανανεώσεων, εγγραφή στα Δημοτολόγια).

• Για τα παιδιά που φοιτούν στο σχολείο και στο Πανεπιστήμιο και αναγκάζονται να εργάζονται, άδεια με αποδοχές όταν έχουν εξετάσεις. Να έχουν ασφάλεια και δωρεάν υγεία. Να μην τους καταλογίζονται αδικαιολόγητες απουσίες όταν είναι αναγκασμένα να πάνε στις διάφορες υπηρεσίες.

• Ενταξη όλων των αλλοδαπών μαθητών στα κανονικά σχολεία. Να παρθούν ειδικά μέτρα για την ομαλή ένταξή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς διακρίσεις και μειονεκτήματα.

• Ειδική βοήθεια για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και στήριξη στα καθημερινά μαθήματα με κατάλληλα ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό στήριξης.

• Κατάργηση των διαπολιτισμικών σχολείων, των τάξεων υποδοχής και των φροντιστηριακών τμημάτων.

• Διαχωρισμός της θρησκείας από την εκπαίδευση.

• Πρόσληψη και ειδίκευση κοινωνικών λειτουργών στα προβλήματα αλλοδαπών μαθητών και του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, ώστε να αντιμετωπίζεται από την αρχή τυχόν εγκατάλειψη του μαθήματος και κατ’ επέκταση του σχολείου και άλλα προβλήματα.

• Να καθιερωθεί στα σχολεία που φοιτούν αλλοδαποί μαθητές το μάθημα της μητρικής τους γλώσσας, που θα διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες και θα μπορεί να παρακολουθείται και από μαθητές άλλων εθνικοτήτων.

• Το μάθημα να περιλαμβάνει γλώσσα, λογοτεχνία, στοιχεία πολιτισμού και Ιστορία. Τα βιβλία να έχουν σαν βάση τους την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας και να παίρνουν υπ’ όψιν τους την πραγματικότητα της χώρας προέλευσης κι όχι μόνο την Ιστορία της.

• Να ενταχθεί στο επίσημο, ωρολόγιο πρόγραμμα. Να περιλαμβάνει 5-7 ώρες τη βδομάδα και να αναγνωρίζεται σαν βαθμολογίσιμο μάθημα.

• Να διδάσκεται και από αλλοδαπούς εκπαιδευτικούς, ενταγμένους στο διδακτικό προσωπικό του σχολείου με διακρατικές συμφωνίες, μέχρι να ιδρυθούν τα αντίστοιχα τμήματα σπουδών στο Πανεπιστήμιο. Σήμερα είναι και ώριμο και αναγκαίο να προχωρήσουν τέτοιες συμφωνίες με την Αλβανία και άλλα κράτη όπως Ρωσία, Γεωργία, Βουλγαρία κ.ά. Μπορούν να αξιοποιηθούν εκπαιδευτικοί που ζουν ως μετανάστες χρόνια στη χώρα μας με ανάλογες διακρατικές ρυθμίσεις. Θα πρέπει να είναι με πληρότητα καταρτισμένοι στον τομέα των νέων καθηκόντων τους, με σύγχρονες εκπαιδευτικές αντιλήψεις και πρακτικές.

• Οπου χρειάζεται θα μπορεί να υπάρξουν τμήματα συνδιδασκαλίας μαθητών από περισσότερες τάξεις. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ποσοστώσεις μεταναστών μαθητών στο όνομα να μην γκετοποιούνται δήθεν τα σχολεία, το μόνο όριο είναι τα προσδιορισμένα γεωγραφικά όρια της κάθε σχολικής μονάδας.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις τα ξεχωριστά «εθνικά» σχολεία δεν έχουν καμία θέση.

Μας είναι καθαρό πως η άρχουσα τάξη της χώρας είναι διατεθειμένη να κάνει εκείνα μόνο τα απαραίτητα έξοδα για την παιδεία και τις πολιτιστικές ανάγκες των εργαζομένων της που είναι εντελώς απαραίτητα για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (φυσικά και αυτής των μεταναστών) και τη διαιώνιση της κυριαρχίας της.

Οι θέσεις μας δεν μπορούν να υλοποιηθούν ολοκληρωμένα παρά μόνο σε συνδυασμό με την πάλη Ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων για ριζική κοινωνικοοικονομικη αλλαγή, με την πάλη για αλλαγή στο επίπεδο της οικονομίας και της εξουσίας, για τη λαϊκής εξουσία, το σοσιαλισμό. Μέσα από την κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης (Ελλήνων-μεταναστών) και των άλλων καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων με στόχο τον άλλο δρόμο ανάπτυξης που έχει στο κέντρο του ενδιαφέροντός του τον άνθρωπο και τις συνεχώς διευρυμένες ανάγκες του.

 

Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Η ΕΣΣΔ -το πρώτο κράτος των εργατών- έλυσε το πρόβλημα της εκπαίδευσης των διαφόρων εθνοτήτων στη βάση της ισότητάς τους στα πλαίσια του προλεταριακού κράτους, που ο σκοπός της ύπαρξής του είναι η ικανοποίηση των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών. Ανάμεσα στα μέτρα που αξίζει να αναφέρουμε είναι: καταγραφή και δημιουργία αλφαβήτου για γλώσσες που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο προφορικά, μέτρα διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού κάθε λαού. Αλλά και συμπληρωματικά μέτρα, όπως χαμηλότερη βάση εισαγωγής στα ΑΕΙ για πολλές εθνότητες.

Είναι χρήσιμη η πείρα από την εκπαίδευση των παιδιών των πολιτικών προσφύγων στις χώρες του σοσιαλισμού μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Οι χώρες του σοσιαλισμού, κάτω από αντίξοες και γι’ αυτές συνθήκες, υποδέχτηκαν και μόρφωσαν 25 χιλιάδες ελληνόπουλα. Ας αναλογιστούμε ότι η μεν ΕΣΣΔ έβγαινε από τις τεράστιες καταστροφές που προξένησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ οι άλλες χώρες μόλις τότε μπαίνανε στο δρόμο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Για περίπου δύο χρόνια τα ελληνόπουλα φοιτούσαν σε καθαρά ελληνικά σχολεία. Πολύ γρήγορα η Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ) διαπίστωσε ότι ο δρόμος αυτός δεν ήταν σωστός και κατάρτισε το εξής πρόγραμμα:

• Ενταξη των ελληνικών σχολείων στο εκπαιδευτικό σύστημα της κάθε Λαϊκής Δημοκρατίας.

• Τα Μαθηματικά, η Φυσική, η Χημεία, τα τεχνικά μαθήματα κλπ. διδάσκονταν από τους εκπαιδευτικούς των Λαϊκών Δημοκρατιών στη γλώσσα της κάθε χώρας.

• Η ΕΒΟΠ και οι εκπαιδευτικές επιτροπές των χωρών επιδόθηκαν απερίσπαστες στο έργο της διδασκαλίας του μαθήματος των Ελληνικών. Το μάθημα αυτό συμπεριλάμβανε, γλώσσα και λογοτεχνία, ιστορία, γεωγραφία .

• Στην ΕΣΣΔ και με τη βοήθεια πρωτοπόρων κομμουνιστών εκπαιδευτικών εκδόθηκαν 115 τίτλοι ελληνικών βιβλίων που ακολουθούσαν τις απαιτήσεις των αναλυτικών προγραμμάτων του ενιαίου σχολείου. Στοιχεία μέχρι το 1965 κάνουν αναφορά για 107 εξωσχολικά βιβλία που μόνο 2 ήταν από μεταφράσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία2, το 1974 ο συνολικός αριθμός των πολιτικών προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες καταγραφόταν σε 56.200. Το σύνολο των εργαζόμενων πολιτικών προσφύγων την ίδια χρονιά ήταν 32.790, εκ των οποίων την Ανώτατη Εκπαίδευση, το Λύκειο, Τεχνικές και επαγγελματικές σχολές είχαν τελειώσει 19.414, δηλαδή το 59% των εργαζομένων. Το 1979 το ποσοστό3 των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης ανέρχονταν στο 18,23% του συνόλου των εργαζομένων.

Ενα θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί ίσως πολλά και θα άξιζε να μελετηθεί και να ερευνηθεί πιο συγκεκριμένα από το κόμμα μας, αφού δίνει όχι μόνο ιστορική πείρα από την οικοδόμηση σοσιαλισμού που γνωρίσαμε και λαμπρές σελίδες διεθνισμού για το κίνημά μας, αλλά, το κυριότερο, υπογραμμίζει τις ανεξάντλητες δυνατότητες της κοινωνίας να απαντάει στις προκλήσεις της ζωής, όταν οργανώνεται και σχεδιάζεται από την τάξη που παράγει τον πλούτο.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Κ. Μαρξ: «Η γερμανική ιδεολογία», τ. 1, εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 48.

2. Θ. Μητσόπουλου: «Μείναμε Ελληνες. Τα σχολεία των Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες», εκδ. «Οδυσσέας», 1979.

3. ΕΣΥΕ, Ερευνα εργατικού δυναμικού 1998-2009.