ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ*

Ολα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων των κομμουνιστικών κομμάτων των καπιταλιστικών χωρών, θέτουν ως κύριο στόχο τη στρατολόγηση του μέγιστου αριθμού μελών στις γραμμές τους, την αύξηση της σύνθεσής τους, που δίνει τη δυνατότητα να διευρυνθούν οι δεσμοί με τις μάζες και να αυξηθεί η επιρροή σε αυτές. Πιθανά το δικό μας κόμμα να είναι το μόνο στην Κομμουνιστική Διεθνή, του οποίου η ιδιόμορφη θέση το αναγκάζει να εφαρμόζει ιδιαίτερη, διαφορετική από τα άλλα κόμματα, πολιτική στρατολόγησης, αύξησης των μελών και ρύθμισης της σύνθεσης του κόμματος. Το κόμμα μας είναι ήδη το κόμμα που διοικεί στη χώρα, που χαίρει της αμέριστης στήριξης των μαζών και που -βάσει της εξέλιξης των γεγονότων- απέκτησε το μονοπώλιο της επιρροής στις μάζες και της καθοδήγησής τους. Σε αυτές τις συνθήκες το κόμμα διαθέτει σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες αύξησης των μελών του, τις οποίες θα μπορούσε να υλοποιήσει ανά πάσα στιγμή. Ομως ο στόχος του κόμματος είναι να αντιστοιχεί η ποσοτική του αύξηση με τη δυνατότητα διατήρησης και βελτίωσης της ποιότητάς του ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, ως πραγματικού ηγέτη των μαζών των εργατών και των αγροτών. Αυτά τα κίνητρα καθορίζουν και τις προϋποθέσεις ένταξης στο κόμμα των μεν ή των δε, λιγότερο ή περισσότερο κοντινών στο κόμμα κοινωνικών στοιχείων, τις ιδιαίτερες μεθόδους ρύθμισης των διαδικασιών αύξησης των μελών και κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος.

Το κόμμα μας υπέστη καθοριστικές αλλαγές στις αρχές του 1924, όταν στη διάρκεια ορισμένων μηνών ενέταξε στη σύνθεσή του έως 200.000 κομματικά μέλη, πράγμα που άλλαξε σημαντικά το συσχετισμό των κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό του. Η πορεία για αύξηση των μελών του κόμματος, που αφομοιώθηκε από τις μέρες του Λένιν, συνεχίζεται και μετά το XIII συνέδριο. Η πανσοβιετική κομματική συνδιάσκεψη που επιβεβαίωσε αυτή την αύξηση, τον Απρίλη του 1925, έδωσε μια σειρά οδηγίες. Υπέδειξε «ότι πρέπει να ενισχυθούν οι κομματικές οργανώσεις του χωριού με τους καλύτερους, σταθερούς, επαναστατικά και πολιτικά προετοιμασμένους εργαζόμενους του χωριού, τους εργάτες γης, τους φτωχούς και τους μεσαίους [σ.μ. - αγρότες] που βρίσκονται πιο κοντά στο κόμμα». Ως γενική οδηγία στο ζήτημα της πολιτικής ρύθμισης της αύξησης των μελών του κόμματος έθεσε την ακόλουθη απαίτηση: «Στο ζήτημα της περαιτέρω αύξησης των μελών του κόμματος είναι απαραίτητο να καθοδηγούμαστε από το καθήκον περιφρούρησης του κόμματος ως πραγματικής κομμουνιστικής πρωτοπορίας του προλεταριάτου και γι’ αυτό στις δεδομένες συνθήκες να δίνουμε περισσότερη σημασία στη βελτίωση της ποιοτικής σύνθεσης του κόμματος, προβάλλοντας αντίστοιχες απαιτήσεις σε όλα τα μέλη που εντάσσονται στο κόμμα».

Πλησιάζει το XIV συνέδριο. Το κόμμα πρέπει να κάνει τον απολογισμό της δουλειάς του σε αυτόν τον τομέα, πρέπει να ξέρουμε τι φαινόμενα και διαδικασίες συντελέστηκαν στη σύνθεσή του την περίοδο από το XIII συνέδριο. Τι έχουμε σε αυτό τον τομέα;

Για την ώρα είναι αδύνατο να δώσουμε ακριβή αριθμητικά αποτελέσματα επειδή η κομματική στατιστική δεν τα διαθέτει ακόμη. Μπορούμε όμως να δώσουμε προσεγγιστικά το γενικό αριθμό της αριθμητικής σύνθεσης του κόμματος ως το Νοέμβρη του 1925. Ως τον Ιούλη του 1924 το κόμμα αριθμούσε στις γραμμές του 647.261 μέλη και δόκιμα μέλη. Σε ένα χρόνο, δηλαδή ως τον Ιούλη του 1925, λαμβάνοντας υπόψη τη συμπλήρωση και τη διαρροή, το κόμμα αυξήθηκε κατά 264.530 άτομα (κατά 40,9%) και αριθμούσε στις γραμμές του 911.791 άτομα, εκ των οποίων ως και το 55% ήταν μέλη του κόμματος. Το ποσοστό των γυναικών από 10% (τον Ιούλη του 1924) ανέβηκε ως τον Ιούλη του 1925 στο 11,8% ως αποτέλεσμα της ένταξης στο κόμμα 44.062 γυναικών σε ένα χρόνο.

Αν λάβουμε υπόψη το ρυθμό αύξησης των μελών του κόμματος την περίοδο από τον Ιούλη έως το Σεπτέμβρη του 1925 (44.854) και προσθέσουμε τον αριθμό των κομμουνιστών που βρίσκονται στον Κόκκινο Στρατό και το ναυτικό και δουλεύουν στα σύνορα, τότε το Νοέμβρη του 1925 θα έχουμε σχεδόν 1.050.000 άτομα. Ετσι, χωρίς υπερβολές, μπορούμε θαρρετά να ισχυριστούμε ότι το κόμμα μας ήδη ξεπέρασε αριθμητικά το ένα εκατομμύριο μέλη και δόκιμα μέλη.

Ωστόσο, αναλύοντας τα φαινόμενα που σχετίζονται με την αύξηση των μελών του κόμματος, δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε μόνο στα στοιχεία της γενικής αριθμητικής αύξησης της σύνθεσης του κόμματος. Είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τις αλλαγές στις ξεχωριστές κοινωνικές ομάδες στο κόμμα, τη διάθεση ένταξης που έχει εκδηλωθεί, το συσχετισμό των μελών και των δόκιμων μελών. Και εδώ περιοριζόμαστε από τις ατέλειες και την έλλειψη πληρότητας των δεδομένων της κομματικής μας στατιστικής. Γι’ αυτό κατά την εξέταση των ξεχωριστών πλευρών του ζητήματος είμαστε αναγκασμένοι να χρησιμοποιούμε δεδομένα έως την 1η Ιούλη και σε ορισμένες περιπτώσεις έως την 1η Σεπτέμβρη του 1925.

Καταρχήν ας σταθούμε στο ζήτημα της διάθεσης ένταξης στο κόμμα, που σε ένα βαθμό χαρακτηρίζει τη στάση ως προς το κόμμα των διαφορετικών στρωμάτων εργαζομένων και το βαθμό που αυτή η διάθεση ικανοποιήθηκε, δηλαδή το πώς γινόταν η ένταξη στο κόμμα.

Το πρώτο μισό του 1925 στο 73,4% του συνόλου των κομματικών οργανώσεων βάσης (δηλαδή περίπου στα 3/4) κατατέθηκαν 342.420 αιτήσεις για ένταξη στο κόμμα, εκ των οποίων: Εργάτες 50%, Υπάλληλοι 25%, Αγρότες 22%, Εργάτες γης 3%. Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν πως η διάθεση των εργατών για ένταξη στο κόμμα συνεχίζει να βρίσκεται σε σχετικά ψηλό επίπεδο, παρά το ότι η δραστήρια μάζα των εργατών είχε από καιρό ενταχθεί στο κόμμα. Αυτό σημαίνει πως οι εργάτες που έμειναν πίσω στην πολιτική ανάπτυξη προσεγγίζουν ενεργά το κόμμα μας. Είναι αρκετά υψηλό το ποσοστό των υπαλλήλων που επιδιώκουν να ενταχθούν στο κόμμα μας. Σε αντίθεση προς αυτούς τους δύο αριθμούς που αφορούν κυρίως τον πληθυσμό της πόλης, οι αριθμοί που απεικονίζουν τη διάθεση ένταξης των αγροτών και των εργατών γης στο κόμμα είναι τυπικοί και αναμφίβολα δεν απεικονίζουν την πραγματική τους διάθεση. Η πραγματική διάθεση των αγροτών και των εργατών γης για ένταξη στο κόμμα είναι αναμφισβήτητα πιο έντονη. Σε αυτό συνηγορούν μια σειρά από άλλα δεδομένα, αλλά συχνά αυτή η διάθεση δεν μπορεί να εκφραστεί τυπικά ως κατάθεση αίτησης με συστάσεις.

Αν δεχτούμε πως η διάθεση ένταξης στο κόμμα ήταν ίδια και στο υπόλοιπο 1/4 των ΚΟΒ που δεν παρέδωσαν στοιχεία, τότε κατά το πρώτο μισό του τρέχοντος έτους κατατέθηκαν στο κόμμα περίπου 430.000 αιτήσεις και εντάχθηκαν 188.000 άτομα, που αποτελεί τα 2/5 του συνόλου των αιτούντων. Ετσι δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του μεγαλύτερου μέρους των αιτούντων. Αυτό δείχνει την αρκετά μεγάλη προσοχή των κομματικών οργανώσεων κατά την ένταξη νέων μελών.

Αυτή η σκέψη επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ανάμεσα στα νέα μέλη που εντάχθηκαν υπερτερούν φανερά οι εργάτες, κάτι που φαίνεται από τα δεδομένα σχετικά με τον ποσοστιαίο συσχετισμό των κοινωνικών ομάδων: Εργάτες 62,4%, αγρότες και εργάτες γης 22,5%, υπάλληλοι και λοιποί 15,1%. Οι τελευταίοι δύο αριθμοί δηλώνουν την έλλειψη αυστηρότητας και κριτικής επιλογής μεταξύ των υπαλλήλων και την υπερβολικά σκληρή στάση των κομματικών οργανώσεων κατά την ένταξη των αγροτών και των εργατών γης.

Ολοκληρώνοντας τη σύγκριση της διάθεσης ένταξης στο κόμμα κατά τη δεδομένη περίοδο, περνάμε στο χαρακτηρισμό της σύνθεσης όσων έγιναν δεκτοί στο κόμμα από το XIII συνέδριο. Από τον Ιούλη του 1924 έως το Σεπτέμβρη του 1925 έγιναν δεκτοί 354.132 υποψήφιοι, που κατανέμονται ως εξής βάση της κοινωνικής τους θέσης: Εργάτες 61,4%, αγρότες και εργάτες γης 24,3%, υπάλληλοι και λοιποί 14,3%

Αν συγκριθούν με τα στοιχεία του αριθμού αυτών που έγιναν δεκτοί στο κόμμα από την 1η Ιούνη του 1924 έως την 1η Ιούλη του 1925 (ως τότε μεταξύ αυτών που έγιναν δεκτοί στο κόμμα εργάτες ήταν το 63,1%, αγρότες το 22,4%, υπάλληλοι το 14,5%) θα δούμε πως η φυσικά αυξημένη έγκριση των αγροτών ως μελών του κόμματος έγινε σε βάρος της μη φυσικής μείωσης του ποσοστού των εργατών και της διατήρησης στο ίδιο επίπεδο του ποσοστού των υπαλλήλων. Σε δύο μήνες (Ιούλης, Αύγουστος) έγινε η τομή στην κατεύθυνση της αυξημένης έγκρισης των αγροτών: στους δύο μήνες αποτέλεσαν το 40% όσων έγιναν δεκτοί στο κόμμα, ενώ τους προηγούμενους μήνες κυμαίνονταν μεταξύ του 17% και του 28%. Αυτή η επιθυμητή και ορθή αύξηση της έγκρισης των αγροτών συνοδεύεται από μη επιθυμητά και λανθασμένα φαινόμενα: από τη μείωση του ποσοστού των εργατών και τη διατήρηση του ποσοστού των υπαλλήλων, ενώ το ποσοστό των τελευταίων αυξανόταν μήνα με το μήνα: Μάρτης 12,6%, Μάης-Ιούνης 18,4%, Ιούλης 18,3%, Αύγουστος 19,0%.  

Αν από τη σύνθεση όσων έγιναν δεκτοί στο κόμμα ξεχωρίσουμε τους εργάτες που ασχολούνται με σωματική εργασία, τους αγρότες που δουλεύουν στο δικό τους νοικοκυριό: οι πρώτοι είναι 54,6%, οι δεύτεροι 13,8%. Στο φως των τελευταίων οδηγιών του κόμματος αυτοί οι αριθμοί αποκαλύπτουν την αδυναμία στη δουλειά των κομματικών οργανώσεων να επιλέξουν για ένταξη στο κόμμα εργοστασιακούς εργάτες και αγρότες αρότρου. Διότι ο αριθμός αυτών των νεοενταγμένων στο κόμμα εργοστασιακών εργατών, σε σχέση με το σύνολο των εργοστασιακών εργατών μελών του κόμματος, αλλά και το σύνολο των εργατών της χειρωνακτικής εργασίας, υπέστη μηδαμινή αλλαγή το πρώτο μισό του 1925. Σε αυτό συνηγορεί ο ακόλουθος πίνακας: Κάπως διαφορετικά έχουν τα πράγματα με την άνοδο του ποσοστού των αγροτών αρότρου στο κόμμα. Στη σύνθεση των ΚΟΒ του χωριού αποτελούν σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα: 1η Γενάρη 1925: 38,4%,
1η Ιούλη 1925: 54,0%. Αναμφισβήτητα η αύξηση είναι σημαντική. Ομως για τη συγκεκριμένη κατηγορία κομμουνιστών, δεδομένου ότι στο χωριό βρίσκεται μόλις περίπου το 22% του συνόλου της κομματικής σύνθεσης, ότι το κόμμα έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στους δεσμούς με τη φτωχή και μεσαία μάζα των αγροτών, ότι το κόμμα εκδίδει ντιρεκτίβες για την ένταξη του στρώματος που υπερτερεί στο χωριό, πρέπει να θεωρηθεί και είναι ακόμη ανεπαρκής. Ετσι έχουμε τα εξής συμπεράσματα:

1. Η αύξηση των μελών του κόμματος συνοδεύεται από μια ασήμαντη, αλλά κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτη μείωση του ποσοστού των εργατών στο κόμμα. Στην ομάδα των εργατών οι εργοστασιακοί εργάτες αυξήθηκαν λίγο. Επομένως, αν και ο αριθμός των εργατών στο κόμμα αυξήθηκε και βελτιώθηκε η κοινωνική του σύνθεση, οι κομματικές οργανώσεις δεν έχουν εμπεδώσει αρκετά καλά και δεν εκτελούν την ντιρεκτίβα του XIII Συνεδρίου και της XIV Συνδιάσκεψης του κόμματος που λέει «στο κόμμα μας οι εργάτες που ασχολούνται άμεσα με την παραγωγή δεν πρέπει να είναι λιγότεροι από το 50%».

2. Η πολιτική των κομματικών οργανώσεων σχετικά με την ένταξη στο κόμμα υπαλλήλων σχεδόν δεν έχει αλλάξει ή άλλαξε μηδαμινά μετά το XIII Συνέδριο και τη XIV Συνδιάσκεψη, παρά τις επιτακτικές και κατηγορηματικές ντιρεκτίβες των τελευταίων σχετικά με το διεξοδικό επί της ουσίας έλεγχο των υπαλλήλων που εντάσσονται στο κόμμα.

 

Αναλύοντας τις ξεχωριστές πλευρές της αύξησης των μελών του κόμματος, αναφερθήκαμε συγκεκριμένα στο ζήτημα της ένταξης των αγροτών στο κόμμα και το εξετάσαμε από τη σκοπιά της κοινωνικής τους θέσης, ανεξάρτητα από το πού εντάχθηκαν αυτοί οι αγρότες στο κόμμα, στην πόλη ή στο χωριό. Ομως αυτό το στοιχείο έχει ουσιαστική σημασία, δεδομένου ότι το ζήτημα των οργανώσεων του χωριού, της αύξησης των μελών του κόμματος στο χωριό, είναι σημαντικότατο ζήτημα, όχι μόνο οργανωτικό αλλά και πολιτικό, που τη συγκεκριμένη περίοδο οξύνεται. Περνάμε στη λεπτομερή εξέτασή του.

Η στροφή της πολιτικής του κόμματος στο χωριό οδήγησε σε τμήμα των ΚΟΒ του χωριού σε κρίση που εκφράστηκε με διάφορες μορφές: απώλεια του γενικού προσανατολισμού, άρνηση της καθοδήγησης, παθητική αντίσταση στην πράξη στην πολιτική του κόμματος. Ολα αυτά δεν μπορούσαν να μην έχουν αντανάκλαση στη σύνθεση των κομματικών οργανώσεων του χωριού.

Η πολιτική των «κλειστών θυρών» που εφαρμοζόταν έως τις τελευταίες υποδείξεις και ντιρεκτίβες της ΚΕ οδήγησε μέσα σε δύο χρόνια στην απόλυτη μείωση (έως το 1924) και τη σχετική μείωση (έως το 1925) του αριθμού των κομμουνιστών του χωριού, που φαίνεται παραστατικά στον ακόλουθο πίνακα1:

 

Το ίδιο αφορά πλήρως και το δίκτυο των ΚΟΒ του χωριού που μειωνόταν συνεχώς από το 1923 έως την αρχή του 1925, τόσο στα πλαίσιά του όσο και σε σχέση με το γενικό αριθμό των ΚΟΒ του κόμματος.

Ιδού ο πίνακας2: Από αυτά τα στοιχεία ήδη μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι έως το 1925 δε συντελέστηκε τομή στην πολιτική της ρύθμισης της αύξησης του αριθμού των ΚΟΒ του χωριού. Ποια είναι τα τελευταία αποτελέσματα ως προς τη σύνθεση του κόμματος στο χωριό;

Ο ακόλουθος πίνακας απεικονίζει τις αλλαγές το τελευταίο ενάμιση χρόνο:

Με αυτό τον τρόπο οι κομματικές οργανώσεις του χωριού σε ενάμιση χρόνο, από την 1η Γενάρη του 1924 έως την 1η Ιούλη του 1925, αυξήθηκαν κατά 65.509 μέλη, δηλαδή κατά 47,8%, ενώ το σύνολο του κόμματος αυξήθηκε την ίδια περίοδο κατά 51,7%. Αυτά τα στοιχεία δηλώνουν ότι η αύξηση των μελών του κόμματος στο χωριό γι’ αυτή την περίοδο ήταν λίγο πίσω από τη γενική αύξηση των μελών του κόμματος. Αν όμως πάρουμε τα αντίστοιχα στοιχεία μόνο για το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους θα δούμε πως συντελέστηκε αύξηση των κομμουνιστών στο χωριό κατά 47.774, δηλαδή κατά 30,9% (κατά 17% των μελών και κατά 50,7% των δόκιμων μελών) σε σχέση με τη σύνθεση την 1η Γενάρη του 1925, ενώ η συνολική αύξηση των μελών του κόμματος εκείνη την περίοδο εκφράστηκε στο 23%. Αν πάρουμε τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της 1ης Σεπτέμβρη του 1925 (ως τότε το κόμμα στο χωριό αριθμούσε 224.411 κομμουνιστές) θα δούμε πως η αύξηση των μελών του κόμματος σε σχέση με την αρχή του 1925 εκφράζεται σε 69.480 άτομα, δηλαδή 44,9%. Ετσι το ποσοστό της αύξησης των μελών του κόμματος σε δύο μήνες γίνεται από 30,9% 44,9%. Επομένως, αυτή την περίοδο ήδη διαφάνηκε τομή στη ρύθμιση της ένταξης μελών στο κόμμα. Συνεπώς και η κατανομή των κομμουνιστών σε πόλη και χωριό υπέστη αλλαγές. Ο συσχετισμός, απολύτως φυσικά, πάντα ήταν υπέρ της πόλης. Ομως, ενώ στην αρχή του 1923 οι κομμουνιστές του χωριού αποτελούσαν το 35,1% του συνόλου του κόμματος, ενώ στην αρχή του 1924 αποτελούσαν το 30,7%, μετά την έκκληση στο όνομα του Λένιν για ένταξη στο κόμμα σε όλο το 1924 κυρίως των εργατών, το ποσοστό τους μειώθηκε έως το Γενάρη του 1925 στο 20,9%. Αυτός ήταν ο οριακός αριθμός της πτώσης. Η ένταξη στο κόμμα το πρώτο μισό του τρέχοντος έτους ανέβασε το ποσοστό των κομμουνιστών του χωριού στο κόμμα στο 22,2% τον Ιούλη του 1925 και στο 24,1% έως την 1η Σεπτέμβρη του 1925. Δε χωράει αμφιβολία ότι ως τώρα (το Νοέμβρη) ανέβηκε περισσότερο και θα συνεχίσει να ανεβαίνει για άλλο ένα διάστημα, χάρη στην άνοδο του ρυθμού της ένταξης των αγροτών στο κόμμα τους τελευταίους μήνες.

Από την άλλη πλευρά εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το ζήτημα του αριθμού των αγροτών για την κοινωνική κατάσταση στο κόμμα και ως προς την κατανομή τους μεταξύ χωριού και πόλης. Αξιοποιώντας τα στατιστικά δεδομένα που αποκτήθηκαν μέσω υπολογισμών και που πιθανά δεν εγγυώνται πλήρη αξιοπιστία, αλλά δίνουν ορισμένο προσανατολισμό, θα έχουμε την εξής εικόνα: την 1η Ιούλη του 1925 στο κόμμα υπήρχαν 202.505 αγρότες, δηλαδή 22,2% του συνόλου των μελών του κόμματος, εξ αυτών οι αγρότες του χωριού ήταν 139.525, δηλαδή το 15,2% του συνόλου των μελών του κόμματος ή το 68,9% όλων των κομμουνιστών του χωριού και οι αγρότες της πόλης ήταν 62.980, δηλαδή το 7% συνόλου των μελών του κόμματος ή το 31,1% όλων των κομμουνιστών αγροτών. Αυτά τα δεδομένα έχουν από μόνα τους μεγάλο ενδιαφέρον και συν τοις άλλοις δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των κομμουνιστών αγροτών βρίσκεται στο χωριό και ότι, αν συγκρίνουμε με τα δεδομένα στην αρχή του Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, έχουν αυξητική τάση.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό -και από μια σκοπιά καθοριστικό- το ερώτημα: βάσει ποιων στρωμάτων του χωριού αυξάνεται ο αριθμός των μελών του κόμματος στο χωριό;

Απάντηση σε αυτό και εικόνα για τη σύνθεση όσων εντάχθηκαν στο κόμμα το πρώτο μισό του 1925 (μια και σε αυτή την περίοδο αντιστοιχεί το μεγαλύτερο μέρος των ενταγμένων, 47.774) και την επίδραση στο συσχετισμό των κοινωνικών ομάδων στις κομματικές οργανώσεις του χωριού, δίνουν τα ακόλουθα δεδομένα, που χαρακτηρίζουν την αλλαγή από την 1η Γενάρη έως την 1η Ιούλη του 1925:

Μεταξύ αυτών:

   Ο επόμενος πίνακας δίνει ακριβή εικόνα για τη σύνθεση όσων έγιναν δεκτοί στο κόμμα το πρώτο εξάμηνο του 1925 στο χωριό:

Από εδώ φαίνεται πως η κυρίαρχη ομάδα στις οργανώσεις του χωριού ήταν και είναι οι υπάλληλοι, παρά το ότι το πρώτο εξάμηνο του 1925 η περαιτέρω ποσοτική τους αύξηση ήταν σημαντικά πίσω από την αύξηση στο κόμμα του αριθμού των εργατών γης και των αγροτών του αρότρου. Αυτή η αριθμητική κυριαρχία των υπαλλήλων καθόρισε την πρόσφατη μη ικανοποιητική εκτίμηση του κόμματος για τη σύνθεση των οργανώσεων του χωριού. Το ποσοστό των αγροτών που απασχολούνται στο ατομικό τους νοικοκυριό και που έγιναν δεκτοί στο κόμμα ανέβηκε μέσα σε δύο μήνες, από την 1η Ιούλη έως την 1η Σεπτέμβρη του 1925, από το 12,5% στο 13,8% σε σχέση με το σύνολο του κόμματος. Αναμφίβολα αυτός ο αριθμός αγροτών καλλιεργητών γης στο κόμμα απέχει πολύ από το να είναι ικανοποιητικός.

Η σύγκριση των δεδομένων της κομματικής στατιστικής που χαρακτηρίζουν την κατανομή των κομμουνιστών του χωριού με βάση την ενασχόληση την 1η Γενάρη και 1η Ιούλη του 1925 δίνει την ακόλουθη εικόνα:

Την 1η Γενάρη του 1925 στο χωριό υπήρχαν μόλις 154.731 κομμουνιστές εκ των οποίων:

  Την 1η Ιούλη του 1925 υπήρχαν 202.505 κομμουνιστές εκ των οποίων:

  Εκ των οποίων:

  Αναμφίβολα και αυτά τα αρκετά διαφοροποιημένα δεδομένα δεν αντανακλούν με ακρίβεια την πραγματική εικόνα. Ετσι, το ποσοστό των αγροτών που απασχολούνται αποκλειστικά στο ατομικό τους νοικοκυριό είναι στην πράξη χαμηλότερο του προαναφερομένου 41,8%. Αντίστοιχα, το ποσοστό των υπαλλήλων και των εργαζόμενων του χωριού στον κοινωνικό τομέα είναι στην πράξη πάνω από 45%. Γι’ αυτό, αν και δε διαθέτουμε δεδομένα ως το Νοέμβρη, μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι αλλαγές και οι μετατοπίσεις στη σύνθεση των οργανώσεων του χωριού συντελούνται με κάπως αργούς ρυθμούς. Βέβαια, δεν μπορούμε και να απαιτούμε από τις κομματικές οργανώσεις ριζικές μετατοπίσεις σε μία σχετικά σύντομη περίοδο, όπως το ένα έτος.

Το πρόσωπο των κομματικών οργανώσεων του χωριού μπορεί και να αλλάζει στην κατεύθυνση που όρισε το κόμμα, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη νομοτέλεια. Θα είναι σωστό αν αυτή η διαδικασία αναπτύσσεται τους αμέσως επόμενους μήνες με το ρυθμό που έχει κατακτηθεί τη δεδομένη στιγμή. Ομως ο ρυθμός ένταξης στο κόμμα, αν και σχετίζεται, δεν αντανακλά με ακρίβεια τη διάθεση ένταξης στο κόμμα στο χωριό και από την άλλη πλευρά δε χαρακτηρίζει αρκετά καθαρά τις μεθόδους ρύθμισης της έγκρισης των νέων μελών.

  Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 1925 οι αιτήσεις που κατατέθηκαν για ένταξη στο κόμμα κατανέμονται ως εξής:

Ανάμεσα στους ενταγμένους, όπως προαναφέρθηκε, οι αγρότες αποτελούν το 52%, οι υπάλληλοι το 34,6%, οι εργάτες γης το 13,4%.

Αυτά τα στοιχεία δεν αντανακλούν την πραγματική διάθεση ένταξης στο κόμμα στο χωριό, μιας και όσοι επιθυμούν να ενταχθούν στο κόμμα είναι ασύγκριτα περισσότεροι από αυτούς που κατέθεσαν αίτηση στην πράξη, δηλαδή που κατάφεραν να αποκτήσουν συστατικές επιστολές και να ανταποκριθούν στις δύσκολες για τις συνθήκες του χωριού τυπικότητες. Παρ’ όλα αυτά, τα παραπάνω στοιχεία μαρτυρούν ότι ενώ η προσέγγιση στους αγρότες είναι αρκετά σκληρή και μεγάλο μέρος τους απορρίπτεται, οι υπάλληλοι γίνονται δεκτοί χωρίς να αντιμετωπίζονται αρκετά κριτικά. Αν και αποτελούν το ένα πέμπτο από το σύνολο όσων κατέβαλαν αίτηση, αριθμούν πάνω από το ένα τρίτο αυτών που έγιναν δεκτοί.

Η εσφαλμένη «πολιτική» των κομματικών οργανώσεων «βγάζει μάτι» με τα στοιχεία που έχουν μαζικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, στην επαρχία του Νόβγκοροντ η ένταξη των υπαλλήλων στο κόμμα σε 8 μήνες βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με την ένταξη των αγροτών (βάσει της κοινωνικής τους θέσης οι πρώτοι είναι 25,5%, οι δεύτεροι 28,7%, ενώ βάσει της ενασχόλησής τους οι αγρότες είναι το 18% και οι υπάλληλοι 31,2%). Η μετατροπή των δόκιμων μελών σε τακτικά μέλη ανάμεσα στους υπαλλήλους ξεπερνά κατά πολύ την αντίστοιχη μεταξύ των αγροτών (βάσει της ενασχόλησης: έγιναν τακτικά μέλη από δόκιμα μέλη 161 υπάλληλοι και 20 αγρότες). Στην επαρχία του Αστραχάν σε 7 μήνες έγιναν τακτικά από δόκιμα μέλη 27 αγρότες και 228 υπάλληλοι. Στην αγροτική επαρχία του Γκόμελσκ σε 8 μήνες, από το σύνολο των 1.518 ατόμων που έγιναν τακτικά μέλη, αγρότες ήταν οι 16. Στην επαρχία Ακμολίνσκ από τα 810 άτομα που εντάχθηκαν στο κόμμα σε 6 μήνες αγρότες ήταν 46, ενώ υπάλληλοι 479. Σε άλλες οργανώσεις, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές, ο συσχετισμός μεταξύ των κομμουνιστών στην πόλη και στο χωριό δεν είναι σωστός. Ετσι, για παράδειγμα, στην περιφέρεια του Ντον από τους 12.217 κομμουνιστές, στο χωριό βρίσκεται μόνο το 12% (9,6% μέλη και 15,4% δόκιμα μέλη)3, ενώ στο σύνολο του κόμματος είναι δύο φορές περισσότεροι. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πληθώρα παρόμοιων στοιχείων.

Δεδομένης της επιείκειας ως προς τους υπαλλήλους είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την άκρως αυστηρή προσέγγιση ως προς τους αγρότες και τους εργάτες γης, που παρατηρείται π.χ. στην Ουκρανία και τη Σιβηρία.

Ιδού ο πίνακας που αφορά την Ουκρανία4:

  Ιδού τα δεδομένα για τη Σιβηρία5 που αντιστοιχούν σε 4 μήνες του 1925:

  Βάσει αυτών των δεδομένων, ακόμη κι αν δεν εξετάσουμε λεπτομερώς τη σύνθεση όσων κατέθεσαν αιτήσεις για ένταξη στο κόμμα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως η άρνηση ένταξης σε ένα τόσο μεγάλο ποσοστό αγροτών, όπως στην Ουκρανία, καθώς και εργατών γης σε Ουκρανία και Σιβηρία, αποτελεί «ρύθμιση» που συνορεύει με ανεπαρκή αφομοίωση των οδηγιών του κόμματος.

Πώς έχουν τα πράγματα με την προσέλκυση γυναικών στο κόμμα στα χωριά; Η αύξηση των γυναικών μελών του κόμματος την περίοδο 1η Γενάρη του 1924 με 1η Σεπτέμβρη του 1925 εκφράστηκε στο 108,6%, οδηγώντας σε αύξηση του ποσοστού των γυναικών από το 8,6% στο 12,4%. Αυτή η μεγάλη αύξηση των μελών του κόμματος χάρη στις γυναίκες στο χωριό ήταν κάπως πιο αδύναμη. Την 1η Γενάρη του 1925 στο χωριό υπήρχαν 6.311 κομουνίστριες, ενώ σε μισό χρόνο έγιναν 11.787, δηλαδή αυξήθηκαν κατά 86,8%. Παρ’ όλα αυτά η βελτίωση σε αυτό τον τομέα είναι αναμφισβήτητη αν και μακράν δεν είναι επαρκής.

Σε ό,τι αφορά το πέρασμα από δόκιμα σε τακτικά μέλη, τα στοιχεία που παρατέθηκαν επιβεβαιώνονται πλήρως και από τα γενικά δεδομένα όλου του κόμματος: ενώ το πρώτο μισό του 1925 έγιναν τακτικά μέλη του κόμματος 99.864 άτομα, που αποτελεί αύξηση των μελών κατά 24,9%, στο χωριό αυτό το πέρασμα αφορούσε 15.897 δόκιμα μέλη, δηλαδή ανέβασε τον αριθμό των μελών κατά 17,2%. Μεταξύ αυτών που έγιναν τακτικά μέλη από δόκιμα μέλη, οι αγρότες του αρότρου αποτελούν το 1/4 , ενώ οι εργάτες γης περίπου το 1/30. Βάσει δεδομένων είδαμε σε ποιο βαθμό αυτό αφορά τους γνήσιους αγρότες. Είναι φανερό πως το πέρασμα των δόκιμων μελών σε τακτικά μέλη στο χωριό είναι πολύ αδύναμο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους αγρότες και αυτό συμβαίνει ενώ υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν πως στο χωριό υπάρχουν υποψήφιοι από το 1917, δεκάδες υποψήφιοι από το 1918 και χιλιάδες από το 1920. Απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή από τις κομματικές οργανώσεις σε αυτό το ζήτημα και μεγαλύτερη αυστηρότητα κατά τη ρύθμιση του περάσματος διαφόρων κοινωνικών ομάδων στο κόμμα, ιδιαίτερα αυτής των υπαλλήλων.

 

 * * *

 Αναλύοντας την αύξηση των μελών του κόμματος στο χωριό και τη σύνθεση όσων έγιναν δεκτοί στο κόμμα βάσει διαφορετικών παραμέτρων, δίναμε παράλληλα οργανωτική εκτίμηση των διαδικασιών αύξησης των μελών του κόμματος που συντελούνταν στις οργανώσεις του χωριού. Εννοείται όμως πως αυτή η εκτίμηση είναι φανερά ανεπαρκής και κάπως επιφανειακή. Ο σοβαρός χαρακτηρισμός αυτών των διεργασιών, ο ρόλος των κομματικών οργανώσεων σε αυτές και η πραγματική οργανωτική εκτίμηση της αριθμητικής ενίσχυσης του κόμματος στο χωριό προϋποθέτει λεπτομερή και συγκεκριμένη εξέταση και απαιτεί βαθιά μελέτη και πλήρη ανάδειξη από τις κομματικές οργανώσεις, όχι μόνο της «στατιστικής όψης» του κόμματος στο χωριό, αλλά και του πολιτικού, κοινωνικού και καθημερινού της περιεχομένου.

Ποιος είναι ο χαρακτήρας των δυνητικών κινδύνων που σχετίζονται με την αύξηση των μελών του κόμματος χάρη στην αγροτιά; Αυτοί οι κίνδυνοι μπορούν να προκύψουν σε δύο βασικές γραμμές: Πρώτον, στη γραμμή της αλληλεπίδρασης των κομμουνιστών του χωριού με αυτούς της πόλης, δηλαδή στην κατεύθυνση της αντανάκλασης των υπαρκτών αντικειμενικών αντιθέσεων μεταξύ της πόλης και του χωριού. Δεύτερον, στη γραμμή του διαχωρισμού των κομμουνιστών του χωριού βάσει του ταξικού κριτηρίου, δηλαδή στην κατεύθυνση της αντανάκλασης των διαδικασιών της ταξικής διαφοροποίησης του χωριού. Δε χωρά αμφισβήτηση η σοβαρότητα αυτών των κινδύνων. Η αντικειμενική τους δυνατότητα επιβεβαιώνεται από την εμφάνιση σε ορισμένες κομματικές οργανώσεις μιας σειράς από άτυπα συμπτώματα, που σηματοδοτούν την περίοδο των διεργασιών, της ασυνείδητης αρχικής διαμόρφωσης.

Σημαίνει άραγε η διαπίστωση αυτών των βασικών κινδύνων, η υπόδειξή τους, ότι πρέπει να φρενάρουμε τη δουλειά της προσέλκυσης στο κόμμα των κοντινών προς εμάς στρωμάτων της αγροτιάς; Με κανένα τρόπο. Αυτό το συμπέρασμα θα ήταν παράλογο, μιας και θα αντέβαινε στους στόχους του κόμματος, που βασίζονται στη σύγχρονη κατάσταση του χωριού και στην προοπτική της ανάπτυξής του και που εκπορεύονται από την ανάγκη της βελτίωσης της καθοδήγησης του κόμματός μας στο χωριό και της ενίσχυσης των δεσμών της με την κύρια μάζα της αγροτιάς. Το κόμμα δεν μπορεί να θεωρεί εξασφαλισμένη την καθοδήγησή του στο χωριό αν κατά μέσο όρο αναλογούν ανά κομμουνιστή μερικές εκατοντάδες -και σε μερικές περιοχές και χιλιάδες- μη κομματικοί και ενώ μία ΚΟΒ του χωριού αναλογεί κατά μέσο όρο σε 20-25 οικισμούς (την 1η Σεπτέμβρη του 1925 οι ΚΟΒ έγιναν 15.549).

Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο για τη ρύθμιση της αύξησης των μελών του κόμματος αν οι κομματικές οργανώσεις μελετούσαν ολόπλευρα, από καιρό σε καιρό, το ένα ή το άλλο στρώμα εργαζομένων, από το οποίο το κόμμα αντλεί νέα μέλη για τις γραμμές του, για να είναι σε θέση να δώσει όσο το δυνατόν ακριβή, αντικειμενικό και γενικό χαρακτηρισμό του από πολιτική, κοινωνικο-ταξική, καθημερινή, οικονομική και πολιτιστική σκοπιά. Εν τω μεταξύ η ίδια κοινωνική ομάδα, για παράδειγμα οι εργάτες γης της κεντρικής Ρωσίας διαφέρουν ουσιαστικά από τους εργάτες γης του Βόρειου Καυκάσου και οι δυο τους διαφέρουν από τους εθνικούς εργάτες γης τόσο ως προς το ρόλο τους στην κοινωνική ζωή, όσο και ως προς τις ιδιαιτερότητές τους.

Δεν είναι λιγότερο σημαντική και η μελέτη της σύνθεσης όσων έγιναν δεκτοί στο κόμμα. Εδώ αντιμετωπίζουμε ένα εμπόδιο που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί, μιας και οι κομματικές οργανώσεις δεν έχουν ακόμη μελετήσει σε βάθος όσους έγιναν δεκτοί στο κόμμα. Είναι όμως προφανώς αναγκαίο και απαραίτητο να γίνει. Ορισμένες οργανώσεις, συνειδητοποιώντας το, θέτουν μπροστά τους αυτό το καθήκον. Ετσι, η επιτροπή περιφέρειας του Κουμπάν6 μιλάει για την αναγκαιότητα «να καταγραφούν με μεγαλύτερη πληρότητα σε όλες τις οργανώσεις οι διαθέσεις ένταξης στο κόμμα στο χωριό, καθώς και η σύνθεση των μόλις ενταγμένων αγροτών και Κοζάκων (του αρότρου)».

Ορισμένες οργανώσεις, εξάγοντας τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της ένταξης στο κόμμα, εκτιμούν ως μη ικανοποιητική τη σύνθεση των νέων μελών: «Στις οργανώσεις όλο και περισσότερο εισρέουν ακατέργαστα-κομματικά στοιχεία»7, λέει η επιτροπή περιφέρειας της Κριμαίας. «Η αύξηση των μελών του κόμματος είναι βέβαια ικανοποιητική, σαν να είναι τα 66 άτομα ικανοποιητικός αριθμός για 17 ΚΟΒ, αλλά αν κοιτάξουμε τη σύνθεση, δεν είναι ικανοποιητική», έλεγε ο γραμματέας μιας από τις επιτροπές περιοχής του Κουμπάν. Η επιτροπή περιφέρειας του Σβερντλόβσκ διεξήγαγε πιο σοβαρή και βαθιά εξέταση της σύνθεσης των δόκιμων μελών ανάμεσα στους αγρότες που εντάχθηκαν το 1925 και στην απόφαση που συνοψίζει τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς λέει8:

1. Διαπιστώνεται πως η συντριπτική πλειοψηφία των δόκιμων μελών μεταξύ των αγροτών ασχολείται με την αγροτική παραγωγή.

2. Διαπιστώνεται πως τα δόκιμα μέλη ανάμεσα στους αγρότες που εντάχθηκαν το 1925 ανήκουν στην πλειοψηφία τους στους φτωχούς αγρότες. Περίπου το 1/3 ανήκει στους μεσαίους και το υπόλοιπο ασήμαντο μέρος αντιστοιχεί στους πιο εύπορους αγρότες.

3. Διαπιστώνεται η τεχνική καθυστέρηση στην αξιοποίηση των κατακτήσεων του τρόπου επεξεργασίας της γης στα νοικοκυριά των δόκιμων μελών, πράγμα που τους τοποθετεί σε ένα επίπεδο με την καθυστερημένη αγροτιά.

4. Σημειώνεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία, πέρα από την ενασχόληση με την αγροτική οικονομία, έχει εισόδημα πέρα από αυτό από την επεξεργασία της γης.

5. Σημειώνεται ότι οι αγρότες δόκιμα μέλη έχουν σχεδόν όλοι τεχνικές γνώσεις. Ταυτόχρονα διαπιστώνεται η αδύναμη γενική ανάπτυξή τους.

6. Παράλληλα με την αδύναμη γενική ανάπτυξή τους να σημειωθεί το μεγάλο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν ως προς την ανάγνωση εφημερίδων και βιβλίων.

7. Ως προς τη γενική πολιτική ανάπτυξή τους διαπιστώνεται η φανερή τους καθυστέρηση, ιδιαίτερα ως προς την αφομοίωση των καθηκόντων του κόμματος στο χωριό και ως προς τις αποφάσεις της XIV συνδιάσκεψης.

8. Παράλληλα σημειώνεται πως οι αγρότες δόκιμα μέλη εντάσσονται πάρα πολύ αδύναμα στην τοπική κοινωνική δουλειά.

9. Σχετικά με τη στάση ως προς τις κομματικές υποχρεώσεις και την πειθαρχία διαπιστώνεται αδύναμη κομματική πειθαρχία και τυπική στάση ως προς την υλοποίηση των κομματικών αποφάσεων από τα δόκιμα μέλη σε μια σειρά από περιπτώσεις.

10. Σημειώνεται πως αρκετά μεγάλο μέρος των δόκιμων μελών δεν έχει κύρος ανάμεσα στους αγρότες.

Αυτά είναι τα πιο σοβαρά αποτελέσματα που παρέχουν μια σειρά από συγκεκριμένα διδάγματα. Παράλληλα με τους θετικούς χαρακτηρισμούς των νέων κομμουνιστών (σημεία 2, 6 και εν μέρει το 5), επιφέρει χτύπημα στη συνείδηση η θανατηφόρα εκτίμηση: δεν έχει κύρος ανάμεσα στον πληθυσμό, δεν κατανοεί τα καθήκοντα και την πολιτική του κόμματος στο χωριό, κρατά τυπική στάση ως προς τα κομματικά καθήκοντα. Τα παραπάνω είτε μηδενίζουν τη δουλειά που έγινε με σκοπό την προσέλκυση μελών στο κόμμα, είτε -και αυτό είναι το σωστό- προϋποθέτει τεράστια προσπάθεια από όλη την οργάνωση για τη διαπαιδαγώγηση εκ νέου αυτών των δόκιμων μελών, ώστε να προσεγγίσουν το κόμμα, την ιδεολογία και τους στόχους του. Γενικά, μιλώντας για την περιουσιακή πλευρά των αγροτών που έρχονται στο κόμμα, μπορούμε να πούμε πως το ποσοστό των μεσαίων που ήρθαν στην οργάνωση του Σβερντλόβσκ είναι σχεδόν τυπικό για τις κομματικές οργανώσεις με τάση μείωσης σε ορισμένες περιοχές. Παντού οι οργανώσεις βγάζουν το συμπέρασμα ότι αν και η διάθεση ένταξης στο κόμμα είναι γενικά μεγάλη, οι μεσαίοι «δε βιάζονται να ενταχθούν στο κόμμα». Να μια σειρά από λόγους που δυσκολεύουν την προσέγγιση του κόμματος από τους αγρότες σύμφωνα με τους ίδιους:

Ενας 30χρονος αγρότης λέει: «Οι αγρότες δεν εντάσσονται στο κόμμα διότι ορισμένοι φοβούνται πως αν μπει κανείς στο κόμμα, αυτό θα τον τραβολογάει μια σε κομματικές συνελεύσεις, μια αλλού και δε θα ’χουν χρόνο για το νοικοκυριό».

Ενας 60χρονος αγρότης λέει: «Μου φαίνεται πως στο κόμμα εντάσσονται όσοι θέλουν να πάρουν μια θέση στις επιτροπές φτωχών χωρικών ή θέλουν να πάρουν κάτι δωρεάν».

Ενας 45χρονος αγρότης δηλώνει: «Υποθέτω πως φταίει η ΚΟΒ που διεξήγε τη δουλειά με κλειστό τρόπο και ο αγρότης δεν ήξερε τι συζητάει η ΚΟΒ».

Εκτός από αυτούς υπάρχουν και άλλοι λόγοι, που επίσης επικαλούνται αγρότες:

Ενας 65χρονος αγρότης λέει: «Οι αγρότες κατά τη γνώμη μου δεν εντάσσονται στο κόμμα γιατί αν πρέπει να είναι κανείς κομμουνιστής, πρέπει να μάθει να μελετά το πρόγραμμα, το καταστατικό, να γνωρίζει τους στόχους και τα καθήκοντα του κόμματος και να είναι σταθερός».

Ενας 40χρονος αγρότης λέει με ειλικρίνεια: «Οι αγρότες δε γνωρίζουν τους κανόνες και πώς να ενταχθούν στο κόμμα, τι πρέπει να κάνουν για να ενταχθούν στο κόμμα».

Εχει ενδιαφέρον ο χαρακτηρισμός της διάθεσης ένταξης στο κόμμα, που δόθηκε από το γραμματέα της ΚΟΒ της περιφέρειας του Βίννιτσκ: «Ο πραγματικός χωρικός φοβάται να έρθει σε μας, νιώθει ξένος, είμαστε ακόμη γραφειοκράτες».

Ολα τα παραπάνω δείχνουν την ανάγκη να δώσουμε ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απ’ ό,τι τώρα στις κομματικές οργανώσεις. Εννοείται πως ότι η αύξηση της προσοχής δε σημαίνει απαραίτητα ενίσχυση της μηχανικής πίεσης για μεγαλύτερα ποσοτικά αποτελέσματα ως προς την ένταξη των αγροτών, έστω και των αγροτών του αρότρου. Αντίθετα, είναι απαραίτητο να έχουμε συνεχώς υπόψη μας τους κινδύνους που σχετίζονται με την αύξηση των μελών του κόμματος και να δουλεύουμε βάσει των μεθόδων της ενεργούς προσέλκυσης στο κόμμα όσων αυτό χρειάζεται και όχι μόνο αυτών που έρχονται μόνοι τους, καθώς και ατομική διαλογή των καλύτερων ανάμεσα στα στρώματα του χωριού, με τα οποία επιδιώκει να διαμορφώσει δεσμούς το κόμμα. Μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση η σύνθεση των οργανώσεων του χωριού θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του κόμματός μας, ιδιαίτερα σε μια τέτοια υπεύθυνη στιγμή σαν αυτή που ζούμε τώρα.

 

 * * *

 Η υγιής αύξηση των μελών του κόμματός μας το κάνει ακόμη πιο μαζικό προλεταριακό κόμμα που σχετίζεται με την πλειοψηφούσα στον πληθυσμό μάζα, την αγροτιά.

Το γενικό συμπέρασμα των αποτελεσμάτων της αύξησης των μελών του κόμματος είναι πως σε ορισμένες οργανώσεις με ιδιαίτερα ορμητική αύξηση είναι θεμιτό να μειωθεί ελάχιστα ο ρυθμός αύξησης. Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως πρέπει να σταματήσει η ένταξη στο κόμμα παντελώς. Σημαίνει πως πρέπει να αλλάξουν πολύ οι μέθοδοι ρύθμισης της αύξησης των μελών του κόμματος και της δουλειάς που γίνεται για την ένταξη στο κόμμα, στην κατεύθυνση της προκαταρκτικής προετοιμασίας των ενδιαφερόμενων και όσων χρειάζεται το κόμμα και της κομματικής διαπαιδαγώγησης των νέων συναγωνιστών μας.

Το καθήκον της προσέλκυσης των αγροτών στο κόμμα, που παραμένει και για το μέλλον, προϋποθέτει τη συνέχιση και ενδεχόμενα και την ενίσχυση της δουλειάς για ένταξη των εργοστασιακών εργατών, με στόχο την υλοποίηση της οδηγίας του XIII Συνεδρίου για 50% εργοστασιακών εργατών στο κόμμα. Μεταξύ άλλων σε αυτή τη δουλειά έχει σημασία να μη χάνεται από τον ορίζοντα η ανάγκη εξάπλωσης της δουλειάς μεταξύ των ειδικευμένων εργατών, που δεν καλύπτονται αρκετά από το κόμμα, καθώς και η ιεράρχηση της δουλειάς ανάμεσα στους νέους εργάτες που πρόσφατα ήρθαν στα εργοστάσια και τις φάμπρικες από τα χωριά. Η κύρια οπτική γωνία, βάσει της οποίας πρέπει να διεξάγεται αυτή η δουλειά, πρέπει να είναι η τάση προσέλκυσης στις γραμμές του κόμματος των πιο σταθερών και αυτοκυριαρχούμενων προλεταρίων με τη μεγαλύτερη επιρροή στα εργοστάσια και τις φάμπρικες.

Αυτά τα συμπεράσματα σχετικά με την ένταξη στο κόμμα εργατών είναι εμφανή από την ανάλυση της αύξησης των μελών του κόμματος που κάναμε στη βάση αριθμητικών και άλλων δεδομένων που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες διαδικασίες μέσα στο κόμμα. Σε αυτές τις συνθήκες η επινόηση νέων καθηκόντων, που διαφέρουν ριζικά από τα καθήκοντα που έθεσε το 13ο Συνέδριο και η 14η Συνδιάσκεψη και που εξάγονται από αρκετά καλά αλλά αφηρημένα σχήματα και σχέδια, η προσπάθεια ολοκληρωτικής αλλαγής της γραμμής του κόμματος σε αυτό τον τομέα δεν είναι μόνο άκαρπη αλλά και βλαβερή ενασχόληση. Πραγματικά. Εχουμε μια πολύ γλαφυρή, από αυτή την άποψη, τοποθέτηση ορισμένων συντρόφων από το Λένινγκραντ, των Σάρκις και Γκλάντνεβα από την «Πράβντα του Λένινγκραντ». Δε γίνεται να προσπεράσουμε αυτές τις τοποθετήσεις που αποτελούν κατά ένα τρόπο «φωνές από τους χώρους» και που θέτουν το ζήτημα προς συζήτηση.

Ας σταθούμε στο άρθρο του σ. Σάρκις «Για την οργάνωση της πλειοψηφίας του βιομηχανικού προλεταριάτου στις γραμμές του ΚΚΡ(μπ)»9.

Επιχειρώντας να αποδείξει τη θεωρητική δυνατότητα της οργάνωσης στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου της πλειοψηφίας και κατόπιν και όλης της εργατικής τάξης στο κόμμα, ο συγγραφέας θέτει ενώπιον του κόμματος δύο καθήκοντα:

«Το κόμμα κατά την περαιτέρω δουλειά του για ρύθμιση της αύξησης των μελών του και της κοινωνικής σύνθεσής του πρέπει να επιδιώκει μέσα στα επόμενα χρόνια να οργανώσει το 50-60% όλων των βιομηχανικών εργατών στις γραμμές του ΚΚΡ(μπ)».

Το δεύτερο: «Το κόμμα μας πρέπει να θέσει για τον εαυτό του το στόχο της προσέλκυσης των βιομηχανικών και αγροτικών εργατών στο κόμμα, ώστε στα αμέσως επόμενα χρόνια να ανεβάσει το ποσοστό των εργατών στο κόμμα ως το 90% της σύνθεσής του».

Θεωρητικολογώντας σε κάμποσες πλατιές στήλες εφημερίδας πάνω στο θέμα της δυνατότητας οργάνωσης της πλειοψηφίας του προλεταριάτου στις γραμμές του κόμματος, ο σ. Σάρκις μόλις που αναφέρθηκε στο ζήτημα του κατά πόσο αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο τη δεδομένη περίοδο. Εν τω μεταξύ μάλλον εντόπισε αυτή την αναγκαιότητα, σκεπτόμενος το «ρόλο του κόμματος στη δικτατορία του προλεταριάτου σε χώρα όπου κυριαρχεί ο αγροτικός πληθυσμός, με ραγδαία ανάπτυξη της οικονομίας και ανοδική δραστηριοποίηση και διάθεση των μαζών να οργανωθούν»10. Το ζήτημα της σκοπιμότητας αυτού του μέτρου δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Μάταια. Μάταια, διότι ο ίδιος αφελώς αναφέρει τα λόγια του Λένιν που μεμιάς καταρρίπτουν όλους τους συλλογισμούς, τις σκέψεις και τα συμπεράσματα του σ. Σάρκις.

«Κόμμα είναι το συνειδητό, πρωτοπόρο τμήμα της τάξης, η πρωτοπορία της. Η δύναμη της πρωτοπορίας αυτής είναι δέκα, εκατό και πάνω φορές μεγαλύτερη από την αριθμητική της δύναμη»11.

Είναι περίεργο που ο σ. Σάρκις δεν κατάλαβε τη σημασία και τον προορισμό αυτών των λέξεων. Στοχεύει στην αριθμητική διεύρυνση του κόμματος, της πρωτοπορίας της τάξης. Εν τω μεταξύ όμως η δύναμη, η επιρροή, ο καθοδηγητικός ρόλος της πρωτοπορίας -ο βασικός προορισμός της πρωτοπορίας- ως γνωστόν, δεν καθορίζεται τόσο από την αριθμητική της δύναμη, το μέγεθός της ως προς το σύνολο, όσο από την οργάνωσή της, τη συσπείρωση, την επιλογή όχι τυχαίων εργατών, αλλά πρωτοπόρων στοιχείων, που μοιράζονται την άποψη της υπεράσπισης των συμφερόντων της τάξης συνολικά στη βάση της ιδεολογίας της τάξης και του κόμματος.

Σε όλο το άρθρο του σ. Σάρκις λείπει η λενινιστική, μπολσεβίκικη αντίληψη του κόμματος ως πρωτοπορίας της τάξης. Και αντί της δικής μας αντίληψης, όλες οι προτάσεις και τα συμπεράσματα προτείνουν μια ερμηνεία του κόμματος που συμπίπτει αντικειμενικά (όπως σωστά ειπώθηκε πάνω σε αυτό το ζήτημα στο άρθρο «Εργατικοποίηση του κόμματός μας» στην εφημερίδα «Πράβντα»)12 με το «ευρύ εργατικό κόμμα στο πνεύμα του μενσεβίκου Ακσελρόντ ή με το ρεφορμιστικό κόμμα του τύπου Μακντόναλντ». Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ανομοιογένεια της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στη χώρα μας με τη «ραγδαία αναπτυσσόμενη οικονομία», που ζει τη διαδικασία της συσπείρωσης, της άντλησης από το χωριό νέας αγροτικής εργατικής δύναμης, που φέρνει στις φάμπρικες και τα εργοστάσια την καθυστέρηση, την αναρχία και την ανοργανωσιά του χωριού μας. Αυτοί οι νέοι εργάτες θα πρέπει για πολύ καιρό ακόμη να μελετούν στο ταξικό σχολείο (στα συνδικάτα και τις άλλες εργατικές οργανώσεις). Αυτοί οι ενδοιασμοί δεν αφορούν μόνο τους νέους εργάτες, αλλά και την πλειοψηφία όσων έχουν ορισμένη εργασιακή εμπειρία. Και ανάμεσά τους υπάρχουν διαφόρων ειδών στρώματα, καθένα από τα οποία βρίσκεται πολιτικά, οργανωτικά και πολιτιστικά σε διαφορετική απόσταση από το κόμμα.

Ποια η ιδιαίτερη αναγκαιότητα την «ιστορική περίοδο που διανύουμε» να είναι όλα ή σχεδόν όλα τα στρώματα των εργατών στο κόμμα; Ποια τα πρόσθετα επιχειρήματα υπέρ αυτού, εκτός του ότι το κόμμα μας είναι εργατικό κόμμα και ότι είναι απαραίτητο και θεμιτό να υπάρχουν σε αυτό περισσότεροι εργάτες; Γιατί γίνεται επίκαιρο αυτό το ζήτημα; Τι άλλαξε από τότε που η 14η Συνδιάσκεψη εξέδωσε τις αποφάσεις της για τα οργανωτικά κομματικά ζητήματα που να αξίζει (σύμφωνα με την απαίτηση του σ. Σάρκις) να αναθεωρηθούν ριζικά οι αποφάσεις της σε αυτό τον τομέα; Μήπως είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η προλεταριακή καθοδήγηση του κόμματος που έχει ατονήσει ή να ανέβει το μειούμενο ποσοστό των εργατών στο κόμμα; Μήπως βρέθηκαν απειλές για τη διατήρηση της καθοδήγησης του κόμματος από την εργατική τάξη; Ή μήπως εμφανίστηκαν κάποιοι καινούργιοι, ιδιαίτεροι κίνδυνοι για το καθοδηγητικό ρόλο του προλεταριάτου ως προς την αγροτιά; Ο σ. Σάρκις δε μοιράστηκε τις σκέψεις του για τα παραπάνω. Εμείς δε γνωρίζουμε για την ύπαρξη ιδιαίτερων αλλαγών στην κατάσταση, που να μας ανάγκαζαν σε μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος.

Αν όμως όλοι αυτοί οι «φόβοι και οι τρόμοι» όντως υπήρχαν, μπορεί άραγε να ληφθεί ως συνταγή, μέσο και μέθοδος πάλης η πρόταση του σ. Σάρκις;

Ο σ. Σάρκις αεροβατεί, θεωρητικολογεί, παίζει με αφηρημένα μεγέθη («πλειοψηφία», «σχεδόν όλοι», «όλοι»), μη βλέποντας, μη γνωρίζοντας τη συγκεκριμένη σύνθεση του κόμματος τη δεδομένη στιγμή, το ποιοτικό του επίπεδο, μη γνωρίζοντας ή μη θέλοντας να ξέρει ότι και ανάμεσα στους εργάτες που έχουν ήδη ενταχθεί στο κόμμα είναι πολλοί που έχουν χαμηλό επίπεδο, που θέλουν ακόμη τεράστια δουλειά για να διαπαιδαγωγηθούν ως μέλη του κόμματος! Ο σ. Σάρκις υπερβάλλει στην εκτίμησή του για την ετοιμότητα του κόμματος να αφομοιώνει και να διαπαιδαγωγεί νέους ανθρώπους που εντάσσονται στο κόμμα, ενώ το κόμμα δεν κατάφερε ακόμη να διαπαιδαγωγήσει και να αλλάξει σημαντικά αυτούς που ήδη εντάχθηκαν, μεταξύ αυτών και τους εργάτες. Η δουλειά σε αυτή την κατεύθυνση προχωράει πολύ πιο αργά και με μικρότερη επιτυχία απ’ ό,τι θα ήθελε ο σ. Σάρκις κι εμείς.

Δεν είναι κατανοητό ποια βασική ιδέα, ποιος στόχος, ποια αναγκαιότητα έσπρωχνε τον σ. Σάρκις όταν πρόβαλε αυτές τις προτάσεις. Μήπως η ιδέα της ενίσχυσης του εργατικού πυρήνα στο κόμμα; Πράγματι, είναι τόσο αγράμματος και δεν καταλαβαίνει ότι μια τέτοια «ενίσχυση» αντικειμενικά θα οδηγήσει στην άμβλυνση της εργατικής σύνθεσης του κόμματος, στο τσάκισμα της ραχοκοκαλιάς του κόμματος; Πράγματι, θα πρόσφερε κακή υπηρεσία!

Μήπως σκέφτεται την αναγκαιότητα να βρει διέξοδο για την «αυξανόμενη δραστηριοποίηση» και «τη διάθεση των μαζών για οργάνωση»; Ομως λίγες είναι οι εργατικές κοινωνικές οργανώσεις που έχουμε (χωρίς να αναφερθούμε στα συνδικάτα), όπου ο εργάτης μπορεί να εκφραστεί, να βρει διέξοδο για την ενέργειά του; Και από πότε το κόμμα έγινε χώρος όπου κατευθύνουν την ανερχόμενη, δήθεν περίσσεια, ενέργεια και ικανοποιούν τη διάθεση οργάνωσης; Το επιχείρημα δεν είναι πειστικό. Πράγματι, ο ζήλος υπερβαίνει τη λογική.

Ομως τα περισσότερα από τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στην «Πράβντα» δεν έχουν επίδραση πάνω στο σ. Σάρκις. Παραμένει πιστός στην ιδέα που σκέφτηκε μόνος του. Στο «γράμμα προς τη συντακτική επιτροπή» της «Πράβντα»13 επιμένει:

«Είναι εμφανές στον καθένα πως στην τρίτη πρότασή μου προβάλλω το σύνθημα: Ως το 15ο Συνέδριο του κόμματός μας, στην υπόθεση της προσέλκυσης εργατών στις γραμμές μας να επιδιώξουμε ώστε στην κοινωνική σύνθεση του κόμματός μας το 90% να είναι εργοστασιακοί εργάτες και 10% οι υπόλοιποι. Δηλαδή προτείνω για παράδειγμα εκ των 1.000.000 μελών και δόκιμων μελών του κόμματος οι 900.000 να είναι εργάτες και 100.000 οι υπόλοιποι. Μπορούμε να συζητήσουμε για το αν θα τα καταφέρουμε ως το 15ο Συνέδριο του κόμματος να εντάξουμε εκ των 2.500.000 εργατών τόσους, ώστε το ποσοστό των εργοστασιακών εργατών στην κοινωνική σύνθεση του κόμματος να αποτελεί το 90% ως προς τη συνολική σύνθεση του κόμματος. Επαναλαμβάνω πως μπορούμε να το συζητήσουμε».

Δεν πρέπει να διαφωνήσουμε, μα να γελάσουμε με τέτοιες αφηρημένες, αποκομμένες από τη ζωή και την υπάρχουσα σύνθεση του κόμματος γελοίες προτάσεις.

Τι απορρέει από την πρόταση του σ. Σάρκις; Τώρα στο κόμμα έχουμε ήδη ένα εκατομμύριο μέλη και δόκιμα μέλη: εργάτες έως 60%, αγρότες έως 25%, οι υπόλοιποι είναι υπάλληλοι. Ο σ. Σάρκις διατάζει: να εκδιωχθούν από το κόμμα 250.000 αγρότες και 170.000 «λοιποί»! Να «επανδρωθεί» με 900.000 βιομηχανικούς προλετάριους! Αντε και να παραμείνουν καμιά εκατοστή χιλιάδες …λοιποί (πρώην εργάτες, αγρότες, διανοούμενοι, χειροτέχνες, εργάτες γης)… Πρόκειται κυριολεκτικά για προσταγή, μιας και προτεινόταν όλα αυτά να γίνουν σε ένα χρόνο έως το 15ο Συνέδριο.

Τι σημαίνει αυτό, εάν το πάρουμε στα σοβαρά; Σημαίνει «επανάσταση» στο κόμμα, ένα τέτοιο τρελό τράνταγμα (προφανώς με μεθόδους εκκαθαρίσεων και κομματικών εβδομάδων;) του κόμματος, που δε γνώρισε κανένα κόμμα στην ιστορία του και που θα απειλούσε το κόμμα και την επανάστασή μας με αμέτρητα δεινά.

Ο σ. Σάρκις παίζει ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. «Αυτός που αρέσκεται να χειρίζεται ποσοστά», όπως σωστά και εύστοχα χαρακτηρίστηκε από την «Πράβντα», δε σκέφτεται καν τι πολιτικό και οργανωτικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να έχει το παιχνίδι του με τα ποσοστά.

Προκαλεί έκπληξη και είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι είναι πιο εμφανές σε αυτές τις προτάσεις και τους συλλογισμούς, σε όλη αυτή την τοποθέτηση του ζητήματος: η φτηνή αγάπη προς τους εργάτες, η απερισκεψία ή η δημαγωγία;

Αφού δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί ακόμη και ένας μετριοπαθής στόχος, ακόμη και στα «επόμενα χρόνια», μιας και βρισκόμαστε στην κατεύθυνση της ανοδικής ανάπτυξης της βιομηχανίας και επομένως της αδιάκοπης αριθμητικής αύξησης της εργατικής τάξης, πίσω από την οποία δεν μπορεί και δεν πρέπει να προφταίνει η αριθμητική αύξηση του κόμματος, μιας και τότε το κόμμα θα έπρεπε να «καταπίνει», να τραβάει τους εργάτες στις γραμμές του σε τέτοιες μερίδες που θα οδηγούσαν στην ποιοτική μείωση της εργατικής σύνθεσης, επομένως και όλου του κόμματος. Δεδομένου ότι αν και ο σ. Σάρκις μουρμούρισε στο τέλος του άρθρου του κάτι συγκεχυμένο για την ποιότητα, τον «αμφίπλευρο» χαρακτήρα του καθήκοντος που προέβαλε, το έκανε περισσότερο… για να είναι «καθώς πρέπει». Μιας και ο καθένας καταλαβαίνει ότι η μέγιστη ποσοτική αύξηση των μελών του κόμματος δε συμβιβάζεται με την προσεκτική υψηλά ποιοτική διαλογή για ένταξη στο κόμμα. Και από την άλλη πλευρά, από ποιους να διαλέξει κανείς, όταν οι μισοί, σχεδόν όλοι ή όλοι οι εργάτες πρέπει να ενταχθούν στο κόμμα; Πρέπει οπωσδήποτε -μιας και τα σχέδια του σ. Σάρκις δεν υπολογίζουν τα δεδομένα που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη διάθεση των εργατών για ένταξη στο κόμμα, το βαθμό και το μέγεθος της οικειοθελούς διάθεσής τους- να ενταχθούν στο κόμμα. Τι σχέση έχει η οικειοθελής διάθεση; Του Σάρκις καρφάκι δεν του καίγεται!

Ετσι, ακόμη κι εκείνη η σωστή γενική κομματική σκέψη για τη μεγαλύτερη προσέλκυση εργατών στο κόμμα που παρέθεσε στο άρθρο του ο σ. Σάρκις, χάρη στην αφηρημένη-τυπική-«λογική» ανάπτυξή της οδήγησε σε παράλογο. Δεν είναι άραγε παράλογο το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο σ. Σάρκις με την αυστηρή επαναστατικότητά του ξέχασε εντελώς το χωριό, την αναγκαιότητα ενίσχυσης των δεσμών του κόμματος με την αγροτιά και επομένως της προσέλκυσης του καλύτερου τμήματος της αγροτιάς στο κόμμα; Να η πραγματική υποτίμηση της αγροτιάς!

Ολοκληρώνοντας την εξέταση αυτής της τοποθέτησης, δεν τη θεωρούμε διόλου τυχαίο προσωπικό σφάλμα του σ. Σάρκις. Αυτή η τοποθέτηση έχει κοινωνικές και άλλες ρίζες στην οργάνωση του Λένινγκραντ. Φαίνεται τόσο από τις τοποθετήσεις στην 22η κομματική συνδιάσκεψη περιοχής, όσο και στην απόφασή της γι’ αυτό το ζήτημα, αν είναι να εννοηθεί με τον τρόπο που την ερμηνεύει ο σ. Σάρκις, σαν να αποφασίζει πάνω στο ζήτημα για όλο το κόμμα και όχι μόνο την οργάνωση του Λένινγκραντ. Στην απόφαση σημειώνεται: «Σύνθημά μας πρέπει να είναι να πετύχουμε ώστε κατά τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς το 80-90% της οργάνωσης να αποτελούν εργοστασιακοί εργάτες». Ωστόσο, αντίθετα με το σ. Σάρκις, υποθέτουμε πως η συνδιάσκεψη δεν υιοθέτησε αυτή την οδηγία για όλο το κόμμα (μιας και η απόφαση της ΚΕ πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι διαφορετική), αλλά για τη δική της οργάνωση.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από αυτό, θεωρούμε πως μεταξύ αυτού του λάθους και του προσανατολισμού προς τη φτωχή αγροτιά στο αγροτικό ζήτημα, που εμφανίστηκε σε μια σειρά από τοποθετήσεις στη συνδιάσκεψη του Λένινγκραντ, αναμφίβολα υπάρχει αντικειμενική σχέση.

Οταν ο σ. Ουγκλάνοφ τοποθετήθηκε στην «Πράβντα» (της 29ης Νοέμβρη του 1925) ενάντια σε παρόμοιες παρορμήσεις και προτάσεις, ο σ. Γκλάντνεφ του απάντησε στην «Πράβντα του Λένινγκραντ» με το κύριο άρθρο με τίτλο: «Η εργατοποίηση του κόμματος, εγγύηση της εσωκομματικής δημοκρατίας» που απλοποιεί εξαιρετικά το πρόβλημα, χωρίς να καταφέρει να συνδέσει αυτά τα δύο ζητήματα και να προβλέψει τις σημαντικότερες πλευρές του ζητήματος. Στο άρθρο ο σ. Ουγκλάνοφ κατηγορείται για σκόπιμο φόβο απέναντι στις μάζες. Η φράση «φόβος απέναντι στις μάζες» είναι πολύ πιασάρικη και ειπώθηκε εύστοχα τις ημέρες του Λένιν, αλλά πρέπει να ξέρει κανείς να τη χρησιμοποιεί κι όχι να την επαναλαμβάνει μηχανιστικά. Να μην την προφέρει μάταια, όταν ξέρει ότι το κόμμα έχει φτάσει το ένα εκατομμύριο, μεγάλωσε κατά 50%, όταν το κόμμα πρέπει να φροντίσει να καθορίσει τα όριά του, να διαμορφώσει τις κομματικές οργανώσεις, να τις προστατέψει από τον κίνδυνο της διάχυσής τους στο μη κομματικό περίγυρο. Σε αυτές τις συνθήκες είναι πολύ βάσιμο να πούμε ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για φόβο απέναντι στις μάζες, αλλά για κολακεία ορισμένων προς στις μάζες. Γι’ αυτό, κάνοντας πέρα τα φόβητρα, πρέπει να πούμε ότι δεν πρόκειται για φόβο απέναντι στις μάζες. Χαλαρώστε σύντροφοι!

Η δουλειά, δηλαδή η μελέτη και η εξαγωγή συμπερασμάτων για την αύξηση των μελών του κόμματος και την κατεύθυνσή της θα διεξάγεται -και ήδη διεξάγεται όπως είδαμε- από τις κομματικές συνδιασκέψεις που πραγματοποιούνται. Είναι απαραίτητο οι κομματικές οργανώσεις να μελετούν και να λαμβάνουν υπόψη την πείρα τους υπό το πρίσμα των γενικών αποτελεσμάτων του κόμματος.

Θεωρούμε άκρως σημαντικό και χρήσιμο αυτό το ζήτημα να απασχολήσει ειδικά τις ΚΟΒ, ως πρώτους χώρους ένταξης στο κόμμα, από τη σωστή πολιτική και τη δουλειά των οποίων εξαρτώνται πολλά. Ας ελέγξουν οι ΚΟΒ τη δουλειά υπό την καθοδήγηση των κομματικών επιτροπών στο φόντο των γενικών αλλαγών που συντελέστηκαν στο κόμμα, ας λάβουν υπόψη τα αποτελέσματα του ελέγχου και τη σχέση αυτών των αποτελεσμάτων με αυτά της επαρχίας και του κόμματος γενικά. Ετσι θα είναι σε θέση και θα μπορέσουν να αφομοιώσουν καλύτερα και πιο συγκεκριμένα την ουσία των σχετικών οδηγιών του κόμματος, καθώς και των αποφάσεων που θα ληφθούν από το επικείμενο 14ο Συνέδριο του κόμματος. Αυτό θα βοηθήσει πολύ το κόμμα να εκπληρώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια και συνέπεια τις οδηγίες των ανώτερων οργάνων.

Αναμφίβολα αυτό το ζήτημα θα απασχολήσει το 14ο Συνέδριο του κόμματος. Το συνέδριο δεν μπορεί να προσπεράσει το γεγονός ότι το κόμμα υπερέβη ένα τόσο σημαντικό όριο, όπως είναι το ένα εκατομμύριο μέλη και δόκιμα μέλη και θα πρέπει να δώσει μια σειρά από βασικές οδηγίες για την πολιτική σχετικά με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον που αυτό αποκτάει πρόσθετη βαρύνουσα σημασία, διότι όλη αυτή η δουλειά των κομματικών οργανώσεων πρέπει να διεξάγεται σε συνθήκες ευρείας υλοποίησης της εσωκομματικής δημοκρατίας, πράγμα που αναμφίβολα ανοίγει τη δυνατότητα εμφάνισης νέων κινδύνων. Δε χωρά αμφιβολία ότι οι μέθοδοι της εσωκομματικής δημοκρατίας πρέπει να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν στο χαρακτήρα της ρύθμισης της αύξησης των μελών του κόμματος.

Το 14ο Συνέδριο θα δώσει καθοδηγητικές οδηγίες πάνω σε αυτά τα ζητήματα, λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της δουλειάς που υλοποίησε το κόμμα, την τωρινή οικονομική και πολιτική άνοδο της χώρας, καθώς και το γεγονός της ορισμένης συσπείρωσης της εργατικής τάξης.

Αναμφίβολα το συνέδριο θα απορρίψει τις λανθασμένες προτάσεις, σαν αυτές που αναλύσαμε, που είναι αποκομμένες από την πραγματικότητα και είναι καρποί της προσπάθειας πρωτοτυπίας, άκαρπου μεγαλεπήβολου σχεδιασμού και δημαγωγίας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Μπολσεβίκ», θεωρητικό όργανο της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβίκοι), τεύχος 23-24 του 1925, που περιλαμβάνεται στο αρχείο του ΚΚΕ.Το άρθρο υπογράφεται με ψευδώνυμο. Η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ δε γνωρίζει την ταυτότητα του συγγραφέα, αλλά εκτιμά ότι πρόκειται για ηγετικό στέλεχος του Κόμματος. Αποτελεί ντοκουμέντο με σημαντικά στοιχεία που βοηθούν στο να διαμορφωθεί ορισμένη αντίληψη για τα προβλήματα της κομματικής οικοδόμησης εκείνη τη χρονική περίοδο. Αναδεικνύει θέματα προβληματισμού ιδιαίτερα για την έκφραση των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών στο κόμμα, σε σχέση με την κοινωνική του σύνθεση σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Θέματα που αφορούν τη συνέχιση της μελέτης του ρόλου του υποκειμενικού παράγοντα στην εμπειρία της ΕΣΣΔ. Τροφοδοτούν τη μαρξιστική σκέψη στην ανάπτυξη της θεωρίας για το Κομμουνιστικό Κόμμα, τη σχέση της εργατικής τάξης με σύμμαχες κοινωνικές δυνάμεις, θέματα που και σήμερα μας απασχολούν και θίγονται στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

1. «Το κόμμα σε αριθμούς», 1925. σελ. 27.

2. «Το κόμμα σε αριθμούς», 1925. σελ. 26.

3. «Απολογισμός της Επιτροπής Περιφέρειας του Ντον του ΡΚΚ», Ι/Χ 1924 - Ι/Χ 1925, Παράρτημα, πίνακας 3.

4. «Ειδήσεις της ΚΕ του ΚΚ (μπ) Ουκρανίας», 1925, Νο 9, σελ. 10.

5. «Ειδήσεις της Επιτροπής μεθοριακής περιοχής της Σιβηρίας του ΡΚΚ», 1925, Νο 4-5, σελ. 58.

6. «Υλικά της 2ης Σύσκεψης», σελ. 43.

7. «Απολογισμός της περιφερειακής επιτροπής Κριμαίας του ΚΚΡ(μπ) και της 11ης κομματικής συνδιάσκεψης της περιφέρειας», σελ. 23.

8. «Πρωτόκολλο του γραφείου της επιτροπής περιφέρειας του Σβερντλόφ του ΚΚΡ(μπ)», 10/IX 1925, Νο 38, §3. Τσιτάτο με διατήρηση του στυλ. (Τσ.)

9. «Πράβντα του Λένινγκραντ», Νο 277, 3/XII 1925.

10. «Πράβντα του Λένινγκραντ», Νο 277.

11. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 24, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 35.

12. «Πράβντα», Νο 278, 5 Δεκέμβρη 1925.

13. «Πράβντα», Νο 281, 9 Δεκέμβρη 1925.