Της Σύνταξης

Διανύοντας τον έβδομο μήνα της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, η επίθεση σε βάρος του συνόλου της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και υπέρ των συμφερόντων του κεφαλαίου έχει πάρει χαρακτήρα καταιγίδας. Επιβεβαιώνεται ακόμη μια φορά η εκτίμηση ότι η ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ προκρίθηκε από τους μονοπωλιακούς ομίλους, εκτιμώντας ότι με καλύτερο τρόπο θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται η ανάγκη η εργατική τάξη, τα παιδιά της και τα φτωχά λαϊκά στρώματα να καταδικάσουν πολιτικά τα αστικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ - ΝΔ που εναλλάξ εφαρμόζουν και ΛΑ.Ο.Σ. που στηρίζει) την αντιλαϊκή πολιτική. Να βγάλουν συμπεράσματα και να γυρίσουν την πλάτη στον οπορτουνισμό του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που καλλιεργεί αυταπάτες και σπέρνει ψευδαισθήσεις σχετικά με τη δυνατότητα φιλολαϊκής διεξόδου από την καπιταλιστική κρίση. Η ενίσχυση των δυνατοτήτων της εργατικής τάξης να αντεπιτεθεί αποτελεσματικά, σε συνθήκες όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, προϋποθέτει την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη με το ρεφορμισμό μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και βέβαια τη συνεχή αποκάλυψη του ρόλου του οπορτουνισμού ως παράγοντα που βάζει εμπόδια στη ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής συνείδησης.

Η αντεργατική επίθεση, που γίνεται στο όνομα της αντιμετώπισης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, έχει κοινά χαρακτηριστικά και στοχεύσεις σε όλες της χώρες της ΕΕ. Συνίσταται από μέτρα αποφασισμένα από τη «στρατηγική της Λισαβόνας» και την αναθεώρησή της για το 2020, με τη συμμετοχή όλων των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΕ. Εξυπηρετεί τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό σε συνθήκες όπου έχει εκδηλωθεί η φάση αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών με ανερχόμενα τα μερίδια κυρίως των ασιατικών χωρών στη διεθνή αγορά.

Το γεγονός ότι η εργατική δύναμη είναι φθηνότερη στις ασιατικές χώρες, οδηγεί το κεφάλαιο στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, τις κυβερνήσεις και τα διακρατικά όργανά τους (ΔΝΤ, ΕΕ κλπ.) να επιδιώκουν ανελέητα την απόλυτη μείωση μισθών και συντάξεων, εργατικού και λαϊκού εισοδήματος. Σήμερα, η υπεράσπιση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος αναπόφευκτα συνδέεται με την πάλη για αλλαγή του συσχετισμού για πολιτική και κοινωνική ανατροπή. Ορισμένες εργατικές κατακτήσεις στο β΄ μισό του 20ού αιώνα ήταν αποτέλεσμα ενός συσχετισμού δυνάμεων που έφερνε τη σφραγίδα των ανατροπών σε επίπεδο εξουσίας αρχικά στη Ρωσία με τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης το 1917 και στη συνέχεια σε ευρωπαϊκές, ασιατικές χώρες και στην Κούβα μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Τα τελευταία 20 χρόνια, στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες όλο και πιο αναιμικές ήταν οι φάσεις ανόδου της καπιταλιστικής παραγωγής στον κύκλο της κρίσης, όλο και μικρότερο ήταν το μερίδιο του εργατικού εισοδήματος στο αυξανόμενο παραγόμενο προϊόν. Παρ’ όλα αυτά, οι αστικές κυβερνήσεις ζητούσαν θυσίες και στη φάση αναζωογόνησης και ανόδου και στη φάση της ύφεσης, της συρρίκνωσης, επικαλούμενες το στόχο της «εθνικής ανάπτυξης» σε συνθήκες έντασης του διεθνούς ανταγωνισμού. Σήμερα υπάρχει εμπειρία ότι οι θυσίες της εργατικής τάξης δεν οδήγησαν σε μια κατάσταση γενικής κοινωνικής ευημερίας, αλλά σε ισχυροποίηση κάποιων κεφαλαιοκρατών, σε ισχυρότερα μονοπώλια. Υπάρχει γνώση ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη αναπόφευκτα οδηγεί σε οικονομική κρίση, ότι είναι συνειδητή απάτη η «αειφόρος ανάπτυξη» ή ότι η οικονομική κρίση αφορά επιλεκτικά κάποιες οικονομίες ή ότι σχετίζεται με τη διαχειριστική ικανότητα της μιας ή άλλης κυβέρνησης.

Και στη χώρα μας οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό, στις εργασιακές σχέσεις, στην υγεία, στην παιδεία, που μετακυλούν τα βάρη της κρίσης στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, στη νέα βάρδια της εργατικής τάξης και σε πιο ευάλωτα τμήματα όπως οι γυναίκες μισθωτές εργαζόμενες, όλα τα νέα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα δεν είναι ιδιαίτερα μέτρα εξαιτίας κάποιων ιδιαίτερων διαχειριστικών προβλημάτων (μεγαλύτερα δημόσια ελλείμματα).

Η κυβέρνηση και οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, στους οποίους συμμετέχει το ελληνικό αστικό κράτος, ανησυχούν και θωρακίζονται απέναντι στο ενδεχόμενο γενικευμένων και πολιτικά προσανατολισμένων αντιδράσεων ενάντια στην αστική εξουσία, που μπορεί απότομα να διογκωθούν από τη βάρβαρη πολιτική τους. Γι’ αυτό το λόγο εντείνουν τον ιδεολογικό αντικομμουνισμό, ενισχύουν το πλέγμα εκφοβισμού και καταστολής, παράλληλα με νέους μηχανισμούς ενσωμάτωσης.

Η δράση του λεγόμενου «Επαναστατικού Αγώνα», οι διασυνδέσεις με το οργανωμένο έγκλημα, σε μεγάλο βαθμό γεννήματα-θρέμματα των ίδιων κατασταλτικών μηχανισμών και της δυνατότητάς τους ν’ αποπροσανατολίζουν νέους και νέες, σήμερα χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση των εργαζομένων ο χαφιεδισμός, η αστυνομοκρατία, η κρατική καταστολή. Χρησιμοποιούνται για να συκοφαντηθεί το ταξικό περιεχόμενο της επαναστατικής βίας, για να υπάρχει άμβλυνση της εργατικής διάθεσης απέναντι στην κεφαλαιοκρατική βία. Ετσι τα δελτία ειδήσεων, οι τηλεοπτικές συζητήσεις και αναλύσεις περνούν από τη «σταλινική βία» και τον «αντιδημοκρατικό συμβολισμό του τείχους του Βερολίνου» στην «αντιδημοκρατικότητα πορειών, διαδηλώσεων», στον «καταχρηστικό χαρακτήρα» της απεργίας του ΠΑΜΕ και στη «δράση του ΚΚΕ στα όρια (ή και εκτός ορίων) της νομιμότητας».

Ο αντικομμουνισμός στην Ελλάδα βρίσκεται σε σύμπνοια με την αντικομμουνιστική εκστρατεία στην ΕΕ. Αναγορεύουν σε έγκλημα και χαρακτηρίζουν ως «στέρηση της ελευθερίας» την απαλλοτρίωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας από το κράτος της εργατικής τάξης και τη μετατροπή της σε κοινωνική ιδιοκτησία. Επιχειρείται η θεσμοθέτηση του αντικομμουνισμού, μέσα από μια σειρά ψηφισμάτων, μέρες μνήμης και το ξαναγράψιμο της Ιστορίας. Πρόσφατα προστέθηκε και η συγκρότηση ομάδας εργασίας του Ευρωκοινοβουλίου για τη «συμφιλίωση των ευρωπαϊκών ιστοριών», με στόχο την «επαρκή γνώση για τα κομμουνιστικά εγκλήματα» και τη διάχυσή της μέσω του αστικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Η αστική εξουσία φοβάται την εργατική λαϊκή αντεπίθεση και θωρακίζεται σε ιδεολογικό, πολιτικό επίπεδο. Επιστρατεύει όλα τα ιδεολογήματα περί «εθνικής ομοψυχίας για την έξοδο από την κρίση», περί «συντεταγμένης πολιτείας» για να διασωθεί η εθνική υπερηφάνεια στις ξένες επιρροές και δήθεν «πιέσεις». Προσπαθεί να κρύψει ότι τη μόνη πραγματική πίεση που φοβάται είναι αυτή του εργατικού - λαϊκού κινήματος.

Μπροστά στον κίνδυνο μιας μεγαλύτερης απαξίωσης των αστικών κομμάτων που εναλλάσσονται στη διακυβέρνηση, τα αστικά επιτελεία προετοιμάζουν την ανανέωση του πολιτικού συστήματος, με σενάρια για αναδιάταξη του αστικού πολιτικού προσωπικού, με «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» ή για τη διαμόρφωση «κυβέρνησης πολιτικών υπεράνω κομμάτων». Η επικείμενη ψήφιση νέου εκλογικού νόμου αποσκοπεί στην καλύτερη θωράκιση της αστικής εξουσίας με ανάλογους εκσυγχρονισμούς στη διοικητική δομή.

Το σχέδιο «Καλλικράτης» για την αλλαγή της διοικητικής δομής της χώρας περιλαμβάνει και νέους θεσμούς λαϊκής ενσωμάτωσης: Τα συμβούλια διαβούλευσης σε περιφερειακό επίπεδο, στα οποία θα συμμετέχουν ο περιφερειάρχης, οι επικεφαλής των δημοτικών παρατάξεων, εκπρόσωποι ΜΚΟ, της λεγόμενης «κοινωνίας των πολιτών», των εργοδοτών, των εργαζομένων κλπ. Το λεγόμενο περιφερειακό Συνήγορο του Πολίτη και της επιχείρησης κ.ά.

Παράλληλα οι αστικές δυνάμεις προσαρμόζουν την τακτική τους στο κίνημα. Ετσι η κυβερνητική πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ ντουφεκάει και κάποια απεργία, κάτω από την πίεση του ΠΑΜΕ, χωρίς ουσιαστική στήριξη του εργατικού κινήματος ενάντια στην εργοδοσία και την κυβέρνησή της. Επιχειρούνται νέες θεσμικές παρεμβάσεις για τη χειραγώγηση των αγροτικών αγώνων, με άμεση ανάμειξη της κυβέρνησης στη δομή του αγροτικού κινήματος.

Ομως όλες οι παραπάνω ενέργειες της αστικής εξουσίας είναι η μία όψη των αντιφάσεών της. Αντανακλούν και την πίεση της λαϊκής πάλης, τις δυνατότητες για την ανασυγκρότηση του εργατικού-λαϊκού κινήματος στην κατεύθυνση της αντεπίθεσης για ανατροπές στο επίπεδο της εξουσίας, στο χαρακτήρα των σχέσεων ιδιοκτησίας και οργάνωσης της παραγωγής, των κοινωνικών υπηρεσιών, της κοινωνίας γενικότερα.

Αυτό που προέχει σήμερα είναι η επιτάχυνση στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα, ώστε να αντιδράσει αποτελεσματικά σε συνθήκες απότομης όξυνσης όλων των αντικειμενικών συνθηκών. Η θέση της Ελλάδας στην Ν.Α. Μεσόγειο, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και βεβαίως τα συμφέροντα της αστικής τάξης στην Ελλάδα μπορεί να αποτελέσουν παράγοντες όξυνσης.

Το ΚΚΕ επεσήμανε με παρέμβασή του τις επικίνδυνες εξελίξεις που διαγράφονται στο Αιγαίο σε σχέση με τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και τη διαπραγμάτευσή τους με την τουρκική αστική τάξη διαμορφώνοντας γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο. Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση, εκφράζοντας πιο ενεργά τμήματα του ελληνικού εφοπλιστικού και τραπεζικού κεφαλαίου, αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην προώθηση ιμπεριαλιστικών σχεδίων στην περιοχή, με προτεραιότητα σε επιλογές των ΗΠΑ. Επιχειρεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Σε αυτό το πλαίσιο δεν αποκλείεται να μεταβάλει τη στάση της στην αναγνώριση της ΠΓΔΜ, χωρίς να έχουν απαλειφθεί οι αλυτρωτικές διακηρύξεις στο Σύνταγμα των Σκοπίων. Προωθεί επίσης για πρώτη φορά σχέδια ενεργειακής συνεργασίας με την Αλβανία (π.χ. αγωγοί της λεγόμενης «τριπλής Εγνατίας»).

Οι εκκλήσεις περί «πατριωτισμού» για ανοχή και συναίνεση στην αντιλαϊκή πολιτική λόγω κρίσης δεν μπορούν να κρύψουν το βαθιά ταξικό περιεχόμενό τους, όταν η αστική τάξη και η κυβέρνησή της αντιμετωπίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα σαν ένα διαπραγματευτικό όπλο για την εδραίωση της κερδοφορίας της, της ανταγωνιστικότητάς της, της εξουσίας της.

Εθνικισμός και κοσμοπολιτισμός εναλλάσσονται για να εξυπηρετηθούν οι εκάστοτε επιλογές της αστικής τάξης. Με φόβητρο τον πόλεμο, εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ με την πατριδοκαπηλία συνεχίζει τους εξοπλισμούς, υπηρετώντας ανάγκες του ΝΑΤΟ. Η στάση της είναι επικίνδυνη τόσο για τη διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, όσο και για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή

Οι κατευθύνσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ στις 6-7 Μάρτη 2010, με θέμα τη δουλειά στην Εργατική Τάξη και στο Συνδικαλιστικό Κίνημά της, δείχνουν το δρόμο της δράσης για την ανασύνταξη, για την ετοιμότητα και επαγρύπνηση του εργατικού κινήματος, για τη λαϊκή αντιμονοπωλιακή συμμαχία.

Οι αποφάσεις της Συνδιάσκεψης προσδιορίζουν την αναγκαιότητα, το περιεχόμενο, την κατεύθυνση και τις προϋποθέσεις για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Καθορίζουν τα αντίστοιχα καθήκοντα και προσαρμογές στην κομματική καθοδήγηση προς τις ΚΟΒ και τις Κομματικές Ομάδες στη μαζική δράση, τα ανάλογα οργανωτικά μέτρα διάταξης και συγκέντρωσης δυνάμεων, ώστε να ισχυροποιηθεί η επιρροή και η δύναμη του Κόμματος και του ταξικού κινήματος σε όλους τους βασικούς κλάδους παραγωγής και υπηρεσιών, στους μεγάλους τόπους δουλειάς.

Στις 21 και 22 Απρίλη πραγματοποιήθηκε η 48ωρη απεργία που κήρυξαν, οργάνωσαν και περιφρούρησαν οι ταξικές δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Απεργία που αποτέλεσε ένα ακόμα αποφασιστικό βήμα - συνέχεια της συνολικής δράσης του ΠΑΜΕ, των πρωτοβουλιών οργάνωσης αγώνων με αφετηρία την προκήρυξη της απεργίας στις 17 Δεκέμβρη 2009, με στόχο να αντιστοιχηθεί η απάντηση της εργατικής τάξης στην επίθεση που δέχεται, αλλά και στην προοπτική πολιτικής διεξόδου για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών της. Αυτή η απεργία που οργανώθηκε και περιφρουρήθηκε σε αντιπαράθεση με τον εργοδοτικό -κρατικό συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ, σε σύγκρουση με κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, με την αστική δικαιοσύνη (κήρυξη παράνομης της 48ωρης απεργίας των ναυτεργατών), τροφοδότησε νέους ανάλογους απεργιακούς αγώνες, προετοίμασε την Πρωτομαγιάτικη απεργιακή κινητοποίηση από τις ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, ως κλιμάκωση απέναντι στην αντιλαϊκή λαίλαπα.

Οι απαιτήσεις της σύγχρονης πάλης βάζουν στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της οργάνωσης της δράσης των εργαζομένων σε ταξική κατεύθυνση, αλλά και την ανάγκη θυσίας και αυτοθυσίας σε αυτή την πάλη. Ζητούμενο σε αυτές τις συνθήκες είναι η αντιστοίχηση λόγων και έργων, καταρχήν του κάθε κομμουνιστή στο χώρο δράσης του, αλλά και των πιο πρωτοπόρων εργαζομένων. Αυτή η στάση αποτελεί παράδειγμα και για τους υπόλοιπους εργαζόμενους, αυξάνει το κύρος και την επιρροή του κομμουνιστή στο χώρο του, αποτελεί απαραίτητο όρο για την ανάπτυξη της πάλης σε αυτές τις συνθήκες, για τη συγκρότηση Επιτροπών Αγώνα, για την προώθηση της απεργίας ως ουσιαστικό μέσο ταξικής πάλης των εργαζομένων, ανεξάρτητα από την τυπική κάλυψη με βάση τη νομοθεσία.

Ο ρόλος του Κόμματος, όπως πραγματώνεται μέσα από τη δράση των μελών του, των μελών της ΚΝΕ, ακόμα και των οπαδών, αποτελεί θεμελιώδες κεφάλαιο. Σε αυτό το θέμα αφιερώνεται η κεντρική ενότητα του παρόντος τεύχους της ΚΟΜΕΠ, με τίτλο «Κομμουνιστικό Κόμμα». Στην ενότητα δημοσιεύονται άρθρα που αναδεικνύουν τρεις πτυχές των επαναστατικών χαρακτηριστικών του ΚΚ. Το πρώτο άρθρο, με τίτλο «Για τη σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος με τη διανόηση», αναφέρεται στη διαλεκτική σχέση επιστημονικότητας και ταξικότητας του ΚΚ, στα χαρακτηριστικά και στο ρόλο των κομμουνιστών επιστημόνων, διανοουμένων, καλλιτεχνών. Αναδεικνύει το ρόλο του σύγχρονου ΚΚ στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας. Περιλαμβάνονται ορισμένοι προβληματισμοί και σκέψεις για τα κριτήρια ταξικής ένταξης των επιστημόνων και καλλιτεχνών, για τους υλικούς όρους που επιδρούν στη συνείδηση και στη στάση ζωής τους, αλλά και για τους όρους ριζοσπαστικοποίησης και κομμουνιστικής συνειδητοποίησης τμημάτων τους. Αναδεικνύεται η πολιτική συμμαχιών της αστικής τάξης απέναντι στους επιστήμονες - καλλιτέχνες που ανήκουν στα μεσαία στρώματα, ακόμα και στους μισθωτούς. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους επιστήμονες που εργάζονται στην παιδεία, με αναφορές στις εργασιακές σχέσεις τους. Ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ριζοσπαστικοποίησης των εκπαιδευτικών, του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, αναδεικνύεται η εκ μέρους τους συνειδητοποίηση της ανάγκης μετώπου για το διαχωρισμό της μετάδοσης της γνώσης από την άκριτη αφομοίωση των αστικών αξιών, της συμβολής τους στο να δίνεται γνωστικά η ιστορία της ταξικής πάλης. Αναδεικνύεται ακόμα η υλική βάση της πολιτικής του ΚΚ για λαϊκή συμμαχία, πώς και γιατί περιλαμβάνει λαϊκές δυνάμεις επιστημόνων και καλλιτεχνών, ανεξάρτητα αν ανήκουν ή όχι στην εργατική τάξη. Τέλος θίγονται ορισμένα ζητήματα για τα κριτήρια επιστημονικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας των κομμουνιστών και κομμουνιστριών με στόχο την εξυπηρέτηση της ταξικής πάλης, του επαναστατικού εργατικού κινήματος.

Το δεύτερο άρθρο της ενότητας έχει τίτλο «Ρύθμιση της αύξησης των μελών και της κοινωνικής σύνθεσης του Κόμματος» που αφορά το ΚΚΡ (μπ) και δημοσιεύθηκε στο ρωσικό περιοδικό «Μπολσεβίκ», τεύχος 23-24 του 1925. Στην πηγή δημοσίευσής του υπογράφεται με το ψευδώνυμο «Τσιόρνι». Η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ δεν έχει εξακριβώσει τα ακριβή στοιχεία του συγγραφέα, όμως και με αυτή την έλλειψη αποτελεί ντοκουμέντο της εποχής, το οποίο αποτυπώνει προβλήματα της περιόδου, αλλά κυρίως την κατεύθυνση και τη μέριμνα για τη βελτίωση της ταξικής σύνθεσης και την άνοδο της ιδεολογικοπολιτικής στάθμης του Κόμματος. Δημοσιεύεται με στόχο να συμβάλει στην ανάπτυξη του σημερινού προβληματισμού για τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του ΚΚ, με αναφορά στην ταξική του σύνθεση, αλλά και στη συνέχιση της μελέτης της πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε ζητήματα εποικοδομήματος.

Το άρθρο με τίτλο «Για το έργο του Β. Ι. Λένιν “Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός”», που δημοσιεύεται στην ίδια ενότητα, είναι αφιερωμένο στα 140 χρόνια από τη γέννηση του Β. Ι. Λένιν (22 Απρίλη 1870). Παρουσιάζει τις βασικές θέσεις του έργου του Λένιν, προτρέποντας -ιδιαίτερα το νέο κομμουνιστή και τη νέα κομμουνίστρια- στη μελέτη του έργου. Η επιλογή ένταξης αυτού του κειμένου σε αυτή την ενότητα δεν είναι τυχαία. Υπενθυμίζουμε ότι το έργο γράφτηκε το 1908, στο φόντο της ήττας της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία που «έσπρωχνε» στην άρνηση της αντικειμενικότητας των νομοτελειών της ιστορικής κίνησης,στην αναγωγή της εμπειρίας ως θεμέλιο της γνώσης. Ο Λένιν και με αυτό το έργο υπερασπίστηκε με θεωρητική αυστηρότητα το «μαχόμενο υλισμό» και ανέπτυξε την υλιστική φιλοσοφική αντίληψη ως θεωρητικό υπόβαθρο για τη διαμόρφωση ενός κόμματος με επαναστατική πολιτική γραμμή, ικανό να δρα επαναστατικά τόσο στις συνθήκες της επίθεσης όσο και υποχώρησης του κινήματος.

Το παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ αφιερώνει ορισμένες σελίδες του σε ιδιαίτερα προβλήματα ενός τμήματος της εργατικής τάξης, των μεταναστών στην Ελλάδα. Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και οι πόλεμοι, η όξυνση των αντιθέσεων, η καπιταλιστική εκμετάλλευση γεννούν και εντείνουν τα προβλήματα των προσφύγων και των μεταναστών. Οπως αναφέρει η Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ για την εργατική τάξη, το ΚΚΕ αντιμετωπίζει την παρέμβασή του στους μετανάστες από τη σκοπιά της ενότητάς της στη χώρα μας, ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή - φυλή - γλώσσα - θρησκεία, απέναντι στον κοινό εχθρό, δηλαδή το κεφάλαιο. Αυτή η οπτική βρίσκεται στον αντίποδα της πολιτικής του κεφαλαίου και των κομμάτων του, που προσεγγίζει το ζήτημα από τη σκοπιά της ενσωμάτωσης των μεταναστών με στόχο τη μεγαλύτερη εκμετάλλευσή τους. Επίσης βρίσκεται σε αντίθεση με την πολιτική δυνάμεων του οπορτουνισμού και του «αντιρατσισμού», που προσεγγίζουν το θέμα αποκλειστικά ως ζήτημα αλληλεγγύης και «ανοχής στη διαφορετικότητα». Σε αυτή την ενότητα, με τίτλο «Μετανάστες», δημοσιεύονται δύο κείμενα: το ένα με τίτλο «Η εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών. Οι θέσεις του ΚΚΕ» και το άλλο με τίτλο «Ζητήματα υγείας - πρόνοιας των μεταναστών». Τα κείμενα αναδεικνύουν τα πρόσθετα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες σε αυτούς τους τομείς, καθώς και τους στόχους που προβάλλει το ΚΚΕ για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων στην εκπαίδευση και στην υγεία-πρόνοια του σημαντικού αυτού τμήματος της εργατικής τάξης στη χώρα μας.

Η ενότητα με τίτλο «Ιστορία» είναι αφιερωμένη στην αντιπαράθεση με τον αντικομμουνισμό σε ζητήματα Ιστορίας, με αφορμή και τα 65 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη. Περιλαμβάνει άρθρο με τίτλο «Η παραχάραξη της ιστορίας του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας». Ο αγώνας του ΔΣΕ προέκυψε ως αναγκαστική κορύφωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, που προκλήθηκε από την ιμπεριαλιστική επέμβαση της Βρετανίας και των ΗΠΑ για να διασώσουν την αστική εξουσία στην Ελλάδα, αλλάζοντας το συσχετισμό που είχε διαμορφωθεί με τον απελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, με πυρήνα το ΚΚΕ, στα χρόνια 1941-1944. Το άρθρο αντικρούει τα επιχειρήματα της αστικής και οπορτουνιστικής ιστοριογραφίας που διαστρεβλώνουν σημαντικές πλευρές του αγώνα του ΔΣΕ.

Στην ίδια ενότητα δημοσιεύεται και η Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 65 χρόνια από τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών, 9 Μάη 1945».

Τέλος, δημοσιεύονται Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου 25.2.2010 -29.4.2010. Προτάσσεται η Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ με θέμα «Η δουλειά του ΚΚΕ στην Εργατική Τάξη και στο Συνδικαλιστικό της Κίνημα» και το «Πλαίσιο κοινής δράσης για την κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τη φτωχή αγροτιά και τους αυτοαπασχολούμενους.