ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Η ανάπτυξη της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΤΕΕ) αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της σύνδεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με την εκπαίδευση. Η ανάγκη για Τεχνική Εκπαίδευση ως συγκροτημένη εκπαιδευτική διαδικασία, όπου πιο καθαρά αποτυπώνονται οι προοπτικές του κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας για τα μέλη της κοινωνίας, γεννήθηκε τον 18ο αιώνα και γενικεύτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Είχε προηγηθεί το σταδιακό πέρασμα από την τυπική στην πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο (εκτοπισμός του ατομικού εμπορευματοπαραγωγού, σταδιακή απώλεια της μαστοριάς του εργάτη ως ικανότητας να έχει γνώση του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας, καθορισμός του ρυθμού της εργασίας από το κεφάλαιο μέσω της μηχανής, ο εργάτης γίνεται «εξάρτημα της μηχανής»).

Οι εξελίξεις στην ΤΕΕ πρέπει να αντιμετωπίζονται ως στοιχείο των γενικότερων αλλαγών-προσαρμογών του αστικού εκπαιδευτικού συστήματος στην καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Αντανακλούν τον άναρχο χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, την ανισόμετρη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Ετσι μπορούμε να κατανοούμε και τις όποιες «καθυστερήσεις» εμφανίζονται στη χώρα μας σε αυτό το ζήτημα σε σχέση με τις άλλες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης.

Οι ιστορικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα είχαν τη συνέπειά τους στο σύνολο της εκπαίδευσης και φυσικά στην έκταση και προσαρμογή των συστημάτων της ΤΕΕ. Μόλις το 1964 προωθήθηκε ένα πρώτο σύστημα κρατικής τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Κατά κύριο λόγο αποτελούσε διέξοδο για παιδιά προερχόμενα από την εργατική τάξη, που μέχρι τότε στρέφονταν στις ιδιωτικές τεχνικές σχολές, στις σχολές μαθητείας και σε τμήματα ταχύρρυθμης εργοστασιακής ή εξωεργοστασιακής κατάρτισης με προοπτική τη γρήγορη ένταξη στην παραγωγή με μεροκάματο ανώτερο του μέσου εκείνης της περιόδου.

Το σύστημα της δημόσιας γενικής εκπαίδευσης εκείνης της περιόδου διακρίνεται από ισχυρά ταξικά εμπόδια και φίλτρα. Παράδειγμα, οι προαγωγικές εξετάσεις σε όλη τη διάρκεια και κατά βαθμίδα (Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο), το μικρό δίκτυο σχολικών μονάδων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που κρατήθηκε ισχνό μέχρι και τη μεταπολίτευση, ιδιαίτερα στη λυκειακή του βαθμίδα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες από τις αστικές κυβερνήσεις για να ενταχθεί η τεχνική εκπαίδευση στις επίσημες δομές της εκπαίδευσης. Γενικά το περιεχόμενο της τεχνικής εκπαίδευσης είναι δεμένο με τους κρατικομονοπωλιακούς ομίλους στους τομείς ενέργειας, τηλεπικοινωνιών που αναπτύσσονται ήδη από τη δεκαετία του 1960 ή σε βασικούς κλάδους όπως η ναυτιλία, ο τουρισμός, η υγεία, οι κατασκευές. Η ΣΕΛΕΤΕ, η Σιβιτανίδειος, η Παπαστράτειος, ο Ηράκλειτος, οι τουριστικές σχολές κ.ά. δείχνουν ότι η τεχνική εκπαίδευση στη χώρα μας ακολουθούσε την ανάπτυξη των κλάδων της οικονομίας και οργανώθηκε με την άμεση παρέμβαση των καπιταλιστικών ομίλων και την στήριξη του αστικού κράτους. Παράλληλα αναπτύσσονται τα Κέντρα Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΚΑΤΕΕ), ανταποκρινόμενα στην ανάγκη να στηριχτούν νέοι κλάδοι της βιομηχανίας με δεδομένο ότι στην εικοσαετία 1950-1970 σημειώθηκε άνοδος κλάδων της βαριάς βιομηχανίας, π.χ. οικοδομικών υλικών, μεταλλουργίας, χημικών, παραγωγής μεταφορικών μέσων κ.ά., που απαιτούσαν ένα ανώτερα εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό.

Το 1985 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (με τη στήριξη της Διεθνούς Τράπεζας) παράλληλα με τα Τεχνικά Επαγγελματικά Λύκεια και τις Τεχνικές Επαγγελματικές Σχολές δημιούργησε τα Ενιαία Πολυκλαδικά Λύκεια (ΕΠΛ), που υποτίθεται ότι θα απαντούσαν στην ανάγκη αναβάθμισης της ΤΕΕ και θα ήταν οργανικά ενταγμένα μέσα στις δομές του δημόσιου σχολείου. Το πρόγραμμα των ΕΠΛ δεν κατάφερε να ανταποκριθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση. Σταδιακά αντικαταστάθηκε από τους δύο τύπους λυκείου, Γενικό και Επαγγελματικό, που συνιστούν για τη χώρα μας το διπλό κύκλωμα γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή του καταμερισμού της εργασίας και του ταξικού διαχωρισμού.

Είναι η ίδια περίοδος που και τα παλιά ΚΑΤΕΕ αντικαταστάθηκαν από τα διευρυμένα σε νέα γνωστικά αντικείμενα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ). Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ιδρύθηκαν και τα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), δημόσια και ιδιωτικά, τα οποία σηματοδοτούν την αμεσότερη διασύνδεση της μεταλυκειακής επαγγελματικής εκπαίδευσης με τους καπιταλιστές.

Με τη μεταπολίτευση, οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ επιδίωξαν να αναμορφώσουν την ΤΕΕ, να αντιστοιχήσουν τις αλλαγές σε αυτή με την κατάσταση που επέβαλε η είσοδος της χώρας στην τότε ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΕΕ, στους όρους της νομισματικής ενοποίησης, στις νέες δυνατότητες που έδινε η διεύρυνση και η εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, ενταγμένες πάντα στις ανάγκες κερδοφορίας των επιχειρήσεων.

Σε αυτή την περίοδο, στη χώρα μας το γενικευμένο αίτημα της καθολικής εκπαίδευσης συναντιέται και με τις νέες ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η διεύρυνση του δημόσιου τομέα, νέοι τομείς της οικονομίας που αναπτύσσονταν, ορισμένοι κάτω από τον έλεγχο του κράτους, έθεσαν επί τάπητος την ανάγκη ενός διευρυμένου προσωπικού γενικής μόρφωσης, ακόμη και επιστημονικά ειδικευμένου προσωπικού. Αυτό το προσωπικό στελέχωσε τις κρατικές λειτουργίες, κεντρικής και τοπικής διοίκησης, υπηρεσίες και τομείς που αναλαμβάνονταν σε πιο διευρυμένη βάση από το κράτος, ικανοποιώντας παραγωγικές ανάγκες του κεφαλαίου και ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Σε αυτά τα πλαίσια εξασφαλίζονταν και ορισμένες παροχές σε λαϊκά στρώματα (εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, ενέργεια, ύδρευση).

Η γενική λυκειακή εκπαίδευση γενικεύτηκε μετά τη μεταπολίτευση. Καταργήθηκαν οι εξετάσεις για το πέρασμα από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, καθιερώθηκε η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, διευρύνθηκε το κομμάτι των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που συνέχιζαν σπουδές στο Πανεπιστήμιο και στα ΤΕΙ.

Για τα στρώματα αυτά ισχύει ότι άλλαξε το επίπεδο διαβίωσής τους σε σχέση με αυτό της κοινωνικής τους αφετηρίας. Ενα διευρυμένο κομμάτι αυτών των στρωμάτων στελέχωσε από επιτελική θέση κρατικούς φορείς και διευθύνσεις, επιχειρήσεις δημόσιες ή ιδιωτικές, μηχανισμούς και επιτελεία των αστικών κομμάτων, διαμόρφωσε υλικές συνθήκες ζωής πιο κοντά στην αστική τάξη.

Ετσι, η γενική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση εμφανίζεται στο επίπεδο της συνείδησης για ευρύτερα εργατικά, λαϊκά στρώματα να είναι ο μοχλός αυτής της κοινωνικής διαδρομής και επιδιώκεται ως μέσο για την καλυτέρευση της ζωής των παιδιών τους. Η τάση αυτή ώθησε και συνεχίζει να ωθεί μεγάλα τμήματα μαθητών που προέρχονται από την εργατική τάξη να αποστρέφονται την Τεχνικοεπαγγελματική Εκπαίδευση ως εκπαίδευση που «παράγει εργάτες», ωθώντας παραπέρα στην αναζήτηση διεξόδου στην επιστημονική επαγγελματική εκπαίδευση, αντανακλώντας και την αντικειμενική υστέρηση της συλλογικής λαϊκής συνείδησης για το ουσιαστικό περιεχόμενο της σημερινής επιστημονικής εργασίας, διαχωρίζοντας δηλαδή τους επιστήμονες από την εργατική τάξη στη βάση της μορφής της δραστηριότητας τους και όχι του κοινωνικού περιεχομένου της. Ετσι παραγνωρίζεται ότι τμήματα του επιστημονικού δυναμικού ανήκουν στην εργατική τάξη και εντάσσονται σε αυτή με όλο και αυξανόμενο ρυθμό.

Στην πορεία οι εξελίξεις του ελληνικού καπιταλισμού οδήγησαν στον περιορισμό των αναγκών για κρατικούς υπαλλήλους γενικής μόρφωσης, ενώ διεύρυναν τις ανάγκες για εκπαιδευμένους σε επαγγελματικές ειδικότητες. Ετσι περιορίστηκαν τα προηγούμενα περιθώρια πρόσβασης στη γενική μόρφωση και στο Πανεπιστήμιο. Επίσης εκδηλώθηκε με μεγαλύτερη ένταση η ταξικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ακόμη και όταν καθυστερούσε να αποτυπωθεί με θεσμικό τρόπο, γινόταν φανερή από την όλο και πιο διευρυμένη παρέμβαση του ιδιωτικού τομέα. Π.χ στη δεκαετία του 1980 διευρύνθηκαν τα φροντιστήρια που γενικεύτηκαν το 1990, ενώ παραπλήσια είναι και η περίπτωση με τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών.

Σε αυτό το διάστημα η ΤΕΕ στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παίρνει χαρακτηριστικά φτηνής ψευτοκατάρτισης. Η διεύρυνση γίνεται με υποβαθμισμένους όρους σπουδών, χωρίς εργαστήρια, υποδομές, κατάλληλα βιβλία, ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό. Η ΤΕΕ συνέχισε την ανάπτυξή της και εκτός των κρατικών δομών της εκπαίδευσης, συμβάλλοντας κατά καιρούς στη διαχείριση του ζητήματος της ανεργίας και εκφράζοντας τις νέες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής.

Οι πιο μακρόβιες ειδικότητες που υπηρετούνται μέσω δημοσίων σχολών της ΤΕΕ είναι αυτές που αφορούσαν βασικές ειδικεύσεις, ορισμένες από τις οποίες συνδέονταν και με τη δραστηριότητα αυτοαπασχολούμενων, βιοτεχνών, γενικότερα μεσαίων στρωμάτων της πόλης, π.χ. μηχανικοί και ηλεκτρολόγοι αυτοκινήτων, ξυλουργοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, οδοντοτεχνίτες, ψυκτικοί. Τη δεκαετία του 1990 οι ειδικότητες συμπληρώθηκαν με νέες, σχετιζόμενες με τομείς των υπηρεσιών, προσελκύοντας νέες γυναίκες. Αυτές οι νέες ειδικότητες ως ένα βαθμό αντανακλούσαν τους σχεδιασμούς του αστικού συστήματος και των επιχειρήσεων. Ενα μέρος τους μόνο μπόρεσε να δώσει καλύτερη διέξοδο στην εργασία σε σχέση με το πιστοποιητικό του Γενικού Λυκείου, π.χ. τουριστικά επαγγέλματα, χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών στην πρώτη φάση εκτεταμένης διάδοσης της χρήσης τους στη παραγωγή και τις υπηρεσίες, βοηθοί λογιστές, υγειονομικά επαγγέλματα. Ενα άλλο μέρος τους δεν αντανακλούσε υπαρκτές παραγωγικές ανάγκες ή τουλάχιστον το περιεχόμενό τους δεν προσδιορίστηκε κατάλληλα. Αυτό αφορά σημαντικό μέρος τμημάτων των ΤΕΙ και σχεδόν συνολικά τη βαθμίδα του Τεχνικού Λυκείου, των ΕΠΑΣ κλπ. Ιδιαίτερα σε αυτή τη βαθμίδα επιχειρίστηκε μεγάλη υποβάθμιση της γενικής μόρφωσης, που αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ετσι γρήγορα απαξιώθηκαν και έκλεισαν τμήματα ή και συνολικά αυτή η βαθμίδα.

Αυτή η εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι η ΤΕΕ και η κατάρτιση αναπτύχθηκαν πιο διευρυμένα μέσα από δημόσιες δομές στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχοντας ως στόχο ανάμεσα στα άλλα ν’ ανακόψουν την αυξημένη ροή στο Γενικό Λύκειο με ορίζοντα το Πανεπιστήμιο. Την ίδια περίοδο έγιναν και οι αλλαγές στο Λύκειο με τις αλλεπάλληλες αλλαγές στο εξεταστικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο η ΤΕΕ δεν κατάφερε να τραβήξει το ενδιαφέρον πλατιών στρωμάτων της μαθητικής νεολαίας. Η ταλάντευση που εμφάνισε όλο αυτό το διάστημα το αστικό σύστημα για το πού θα στρέψει το χαρακτήρα της ΤΕΕ, είχε να κάνει και με αυτό. Η ΤΕΕ εμφάνισε όλα τα χαρακτηριστικά του πιο ταξικού δικτύου στην εκπαίδευση, πρόβαλε ως η υποβαθμισμένη επιλογή των πιο φτωχών εργατικών λαϊκών οικογενειών.

 

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΕΕ
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΕ

 Σήμερα, στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δίνει νέα ώθηση στους κοινοτικά επεξεργασμένους σχεδιασμούς και στηριγμένους από τις προηγούμενες κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (Ν.2525/97 και Ν.2640/98, αλλαγές στο εξεταστικό και στην ΤΕΕ) για προσέλκυση στην ΤΕΕ της μαθητικής νεολαίας από τις λαϊκές-εργατικές οικογένειες.

Επιμένει στον προσανατολισμό στο Τεχνικό Λύκειο, σε διάκριση από το Γενικό Λύκειο. Τα αστικά κόμματα, οι φορείς άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής του αστικού κράτους, συμφωνούν στο κύριο: την επεξεργασία ενός σχεδίου ανακοπής του σχετικά εκτεταμένου αριθμού υποψηφίων (σε σύγκριση με τα άλλα κράτη της ΕΕ) για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, με στόχο «να εκλογικευτεί η εκπαίδευση» προβλέποντας λιγότερο μακροχρόνιες καταρτίσεις, να ανταποκριθεί περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς, την προώθηση της επαγγελματικής κατάρτισης ως εναλλακτικής της πανεπιστημιακής. Σε αυτό το μήκος κύματος συμφωνούν όλοι στο ότι πρέπει να «ενισχυθεί» η ΤΕΕ, ως χώρος στον οποίο θα διοχετεύεται το αυξημένο μαθητικό δυναμικό που δε θα καταφέρνει να προχωρήσει στη βαθμίδα του Γενικού Λυκείου.

Οι εξαγγελίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για το «νέο σχολείο», δίνουν προτεραιότητα στην ΤΕΕ. Τη συνδέουν με το λεγόμενο «νέο αναπτυξιακό μοντέλο και την πράσινη ανάπτυξη», «με την τοπική οικονομία και τις προτεραιότητες που τίθενται σε περιφερειακό επίπεδο». Η αναγγελλόμενη αναβάθμιση της ΤΕΕ συνδέεται άμεσα με την επιδίωξη ενίσχυσης της επιχειρηματικής δράσης, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, εκπαιδεύοντας και καταρτίζοντας το αναγκαίο φτηνό και ευέλικτο εργατικό δυναμικό. Το κεφάλαιο δείχνει άμεσο ενδιαφέρον για την εκπαίδευση και κατάρτιση της νέας γενιάς, με στόχο την αποτελεσματικότερη ένταξή της στην παραγωγή, αλλά και τη χειραγώγησή της.

Η τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ορίζεται ως το κυριότερο πεδίο της δια βίου μάθησης, με βάση τη στρατηγική της ΕΕ. Οι στόχοι «ελκυστικότητας και βελτίωσής» της έχουν συγκεκριμενοποιηθεί τον Ιούνη του 2009 (με τη θέσπιση του ευρωπαϊκού συστήματος πιστωτικών μονάδων - ECVET1), αποσκοπώντας στην εξυπηρέτηση «της ανταγωνιστικότητας» και «τις ανάγκες της αγοράς εργασίας». Διαμορφώνουν ένα ενιαίο πλαίσιο τυπικής, μη τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης με την ένταξη της οδηγίας 36/05 της ΕΕ στην ελληνική νομοθεσία που αναγνωρίζει και εξισώνει τα κολέγια με τα πανεπιστήμια, θεσπίζοντας ένα ευρύτερο πλαίσιο μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και η θέσπιση του εθνικού πλαισίου των επαγγελματικών προσόντων και πιστοποίησης. Ετσι ευθυγραμμίζεται η δομή και το περιεχόμενο του σχολείου στη στρατηγική της δια βίου μάθησης και επανασχεδιάζεται η ΤΕΕ, ώστε να δοθεί πιο μαζικά ώθηση στην πρόωρη επαγγελματική εκπαίδευση, να διαμορφώνεται μισοκαταρτισμένο φτηνό εργατικό δυναμικό γρήγορα και εναρμονισμένα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων.

Η ΕΕ, στη βάση των στρατηγικών επιδιώξεων της να βγει πιο ισχυρή στο πεδίο του ανταγωνισμού έναντι των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, σχεδιάζει πιο επιθετικά το μέτωπο των αναδιαρθρώσεων όπου υπάρχουν καθυστερήσεις. Στους μετρήσιμους στόχους της αναθεωρημένης Συνθήκης της Λισσαβόνας για το 2020, η εκπαίδευση εντάσσεται μέσα στους πέντε μετρήσιμους στόχους που πρέπει να «μετασχηματιστούν» σε εθνικούς στόχους.

Σε πρόσφατο κείμενο της ΕΕ (9.6.2010) με τίτλο «Μια νέα ώθηση για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση για τη στήριξη της στρατηγικής Ευρώπη 2020» μπαίνουν οι στόχοι: να ενισχυθεί η ελκυστικότητα της ΤΕΕ και η σχέση της με τα πανεπιστήμια μέσω ατομικών μονοπατιών μάθησης και πιστοποίησης μαθησιακών αποτελεσμάτων, να δημιουργηθούν στα πλαίσια της ΤΕΕ ευέλικτες «αλά καρτ» καταρτίσεις.

Από την άποψη της συμβολής της ΤΕΕ στη μείωση της σχολικής διαρροής, έχει σημασία η παρακάτω διαπίστωση (στο ίδιο κείμενο):

«Παραδείγματα από πολλές χώρες με υψηλή ποιότητα κατάρτισης και σχήματα μαθητείας δείχνουν ότι υπάρχει δυναμική για την ΤΕΕ να δώσει σε αυτούς που παρατάνε το σχολείο μια δυνατότητα να επιστρέψουν στη μάθηση. Η χρήση μιας μάθησης βασισμένης στο χώρο εργασίας, εκτός σχολικής τάξης με στενή σύνδεση με την τοπική αγορά εργασίας και ένταξη της μη τυπικής και άτυπης μάθησης, μπορεί να δώσει μια ελκυστική εναλλακτική λύση σε αυτούς που είναι λιγότερο προσανατολισμένοι ακαδημαϊκά».

Ετσι εξηγείται και το περιεχόμενο του στόχου της ΕΕ «να μειωθεί η πρόωρη εγκατάλειψη της σχολικής εκπαίδευσης σε ποσοστό 10% από το σημερινό 15%».

Από αυτή την αστική σκοπιά εξηγείται και η κριτική του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική της ΝΔ, γιατί δεν κατάφερε να αποτρέψει τη μείωση του μαθητικού δυναμικού στην ΤΕΕ, για τη συγκέντρωση υπεράριθμου εκπαιδευτικού προσωπικού, την κατανομή και κατάργηση ειδικοτήτων χωρίς μελέτη, την ανυπαρξία πρακτικής άσκησης, την αφαίρεση γενικών μαθημάτων που «δεν εκπαιδεύουν αλλά καταρτίζουν» και βάζουν φραγμούς στις «εκπαιδευτικές διαδρομές», τη γενικότερη, όπως λέει, «απαξίωση της ΤΕΕ στη συνείδηση των Ελλήνων πολιτών».

Αυτή ακριβώς η κριτική επιτρέπει να δούμε καλύτερα και τους στόχους που θέτει για την αναβαθμισμένη προσαρμογή της ΤΕΕ στις ανάγκες του κεφαλαίου. Στόχοι απόλυτα εναρμονισμένοι με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, ώστε: Τα προγράμματα της εκπαίδευσης και κατάρτισης να αντιστοιχηθούν τόσο στις τρέχουσες όσο και στις μελλοντικές ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς. Να ενισχύονται οι δεσμοί με τις επιχειρήσεις, να διευκολύνεται η είσοδος στην αγορά εργασίας μέσω της μαθητείας, η κινητικότητα σε κλάδους της οικονομίας, η λεγόμενη προσβασιμότητα μεταξύ επιπέδων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Να θεμελιώνεται «η κοινωνική συνοχή», καθώς και «η συμμετοχή και η σύμπραξη των πολιτών», δηλαδή η ενσωμάτωση εργατικών και λαϊκών οικογενειών και των παιδιών τους χωρίς ν’ αμφισβητούν συνολικά τις οικονομικές και κοινωνικές εκμεταλλευτικές σχέσεις.

Πιο συγκεκριμένα, η ΕΕ σε κείμενό της (σχετικά με βασικές ικανότητες για έναν κόσμο που αλλάζει-2010) τονίζει:

«Η υψηλής ποιότητας επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση είναι θεμελιώδης για να υπάρξουν νέοι επαγγελματίες», «νέες δεξιότητες για νέες θέσεις εργασίας», ενώ εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή στην επέκταση της μάθησης και των προγραμμάτων μαθητείας με βάση την εργασία. Τονίζει ακόμα ότι υπάρχει «ανάγκη περαιτέρω εκσυγχρονισμού των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές ικανότητες, προκειμένου, αφενός, να βελτιωθεί η ποιότητά τους και να καταστούν ελκυστικότερα στους νέους και αφετέρου να ανταποκρίνονται καλύτερα στις εξελισσόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας· θεωρεί ότι τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης πρέπει να βελτιώνουν τις «εγκάρσιες βασικές ικανότητες». Οι εγκάρσιες ικανότητες -μαθαίνω πώς να μαθαίνω, επιχειρηματικότητα, ιδιότητα του πολίτη, πολιτιστική γνώση- είναι το όχημα για την παρέμβαση και στη συνείδηση.

Στο ανακοινωθέν της συνάντησης των υπουργών παιδείας της ΕΕ με θέμα «Ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στην Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση (ΕΕΚ) 2008» τονίζεται: «Πρέπει η ΕΕΚ να αντιδρά στις ανάγκες της αγοράς εργασίας: αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναπτυχθούν τα εργαλεία που θα προβλέπουν τις ανάγκες σε νέες δεξιότητες. Να προλαβαίνουμε τον ταχύ ρυθμό των προσόντων που γίνονται απαρχαιωμένα. Πρέπει να αναπτυχθούν γέφυρες ανάμεσα στη γενική εκπαίδευση, την ΕΕΚ και την ανώτατη εκπαίδευση, να αναπτυχθούν ατομικά μονοπάτια εκπαίδευσης». Πιο συγκεκριμένα το 2010 (σχετικά με βασικές ικανότητες για έναν κόσμο που αλλάζει) αναφέρεται στην ανάγκη «να βελτιωθεί η μετάβαση από τη δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία διασφαλίζει προσόντα υψηλότερου επιπέδου».

Στη βάση αυτών των στόχων η κυβέρνηση μιλάει για την ΤΕΕ ως «διακριτή βαθμίδα», επιβεβαιώνοντας το ενδιαφέρον του κεφαλαίου σε σχέση με αυτή τη βαθμίδα και αναφέρεται «σε εκπαιδευτικές διαδρομές και προγράμματα» και όχι σε δομημένο πρόγραμμα που θα δίνει τίτλο σπουδών, με τον οποίο θα κατοχυρώνεται επάγγελμα. Κάνει σαφές ότι οι ειδικότητες και η πρακτική άσκηση θα είναι σε συνεργασία με τους «κοινωνικούς εταίρους» και τις ανάγκες της αγοράς, συνδέει τις αλλαγές στην ΤΕΕ με την προώθηση της διοικητικής αναδιάρθρωσης (Καλλικράτης). Το απολυτήριο της ΤΕΕ θα είναι ένα συμπλήρωμα στα προσόντα (τυπικά - άτυπα - μη τυπικά) που θα πιστοποιούνται από τους επαγγελματικούς φορείς. Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για ένα μέρος, δεν αίρει το γεγονός μιας βαθιάς ταξικά διαμορφωμένης διαδρομής.

Ολο το παρελθόν των αναδιαρθρώσεων στην ΤΕΕ, μαζί με τα ιδεολογήματα που επιστρατεύτηκαν για να τις ενισχύσουν, δίνουν τη δυνατότητα για να βγουν συμπεράσματα. Οι διακηρύξεις περί αναβάθμισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης διαψεύδονται από την πραγματικότητα. Και τι δεν υποσχέθηκαν οι αρμόδιοι υπουργοί, προκειμένου να κάνουν ελκυστικό το «νέο» τύπο επαγγελματικής εκπαίδευσης: «Εκπαίδευση υψηλού επιπέδου», «ισότιμη πρόσβαση στα ΑΕΙ», «εξασφάλιση απασχόλησης των νέων» και πολλά άλλα, για να συγκαλύψουν την αλήθεια. Πίσω από τις διακηρύξεις περί «ίσων ευκαιριών» και «ελεύθερης επιλογής» και ικανοποίησης των αναγκών των νέων βρίσκεται η προσαρμογή στις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας που σημαίνει πολιτική ταξικών φραγμών στη μόρφωση και στη δουλειά με δικαιώματα. Επαληθεύεται η εκτίμησή μας ότι το ΕΠΑΛ δεν παρέχει ούτε ολοκληρωμένη γενική παιδεία ούτε και ειδικότητα με επαγγελματικά δικαιώματα και διέξοδο στην εργασία, όπως αντίστοιχα και το Γενικό Λύκειο με το περιεχόμενό του δεν παρέχει τη σύγχρονη γενική παιδεία που έχει ανάγκη ο νέος, αλλά έχει μετατραπεί σε σχολείο προετοιμασίας για τα ΑΕΙ - ΤΕΙ.

 

ΤΟ «TΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ» ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

 Το περιεχόμενο της πρότασης του ΠΑΣΟΚ ανακυκλώνει όλα τα ιδεολογήματα, όλες τις αντιφάσεις και όλους τους φραγμούς του ταξικού διπλού δικτύου εκπαίδευσης (γενικής - επαγγελματικής). Στόχοι του Τεχνολογικού Λυκείου, σύμφωνα με την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, είναι οι απόφοιτοί του να μπορούν: να ασκήσουν με επιτυχία ένα επάγγελμα, να έχουν δυνατότητα συνέχισης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και να μπορούν να «παρακολουθούν τις τεχνολογικές και εργασιακές εξελίξεις αλλά και προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης». Τα ίδια επιχειρήματα επαναλαμβάνονται σε κάθε αλλαγή στην ΤΕΕ χωρίς όμως να έχουν δοθεί ποτέ -για την ακρίβεια δεν υπάρχουν- λύσεις στο πλαίσιο του δρόμου της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του διπλού ταξικού σχολείου.

Το Τεχνολογικό Λύκειο που προτείνει το ΠΑΣΟΚ έχει την εξής δομή: Tο πρώτο έτος είναι κοινό για τους μαθητές, όπως και στα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ). Στη Β΄ τάξη ο μαθητής καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κύκλους (διετούς διάρκειας ο καθένας). Ο Α΄ κύκλος, στον οποίο ο μαθητής επιλέγει ειδικότητα από την αρχή (Β΄ τάξη) οδηγεί στο πτυχίο επιπέδου 2. Στον κύκλο αυτό θα υπάρχουν και κάποια μαθήματα γενικής παιδείας (σε αυτό διαφοροποιείται από τις Επαγγελματικές Σχολές, ΕΠΑΣ), χωρίς όμως καμιά διέξοδο προς την Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εδώ αναφέρεται ως δυνατότητα ότι ο πτυχιούχος του Α΄ κύκλου μπορεί να εγγραφεί στη Γ΄ τάξη του Β΄ κύκλου, στο «πρόγραμμα γενικής παιδείας», για ν’ αποκτήσει δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις για ΑΕΙ - ΤΕΙ.

Ο Β΄ κύκλος περιλαμβάνει στη Β΄ τάξη τομείς όπως στα ΕΠΑΛ και τα παλιά ΤΕΛ, η Γ΄ τάξη διασπάται, επίσης όπως στα παλιά ΤΕΛ, στα δυο: στο «πρόγραμμα ειδικότητας», που οδηγεί στο πτυχίο επιπέδου 2 και στα ΤΕΙ μετά από ειδικές εξετάσεις και στο «πρόγραμμα γενικής παιδείας» που οδηγεί στο απολυτήριο και με εξετάσεις στα ΑΕΙ - ΑΤΕΙ (δε διευκρινίζεται, αλλά προφανώς οι εξετάσεις θα είναι κοινές με το Γενικό Λύκειο).

Στην πρόταση περιλαμβάνεται και η ίδρυση «μεταδευτεροβάθμιων τμημάτων τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης διάρκειας ενός έτους», που θα χορηγούν πτυχίο επιπέδου 3, σύμφωνα με την οδηγία 36/2005 (με βάση την πρόταση μόνο όσοι έχουν πτυχίο Β΄ κύκλου θα πηγαίνουν σε αυτά).

Δύο πράγματα κάνει το ΠΑΣΟΚ: το πρώτο, ενσωματώνει στο Τεχνολογικό Λύκειο τις ΕΠΑΣ και τα ΕΠΑΛ ως δύο παράλληλους - διακριτούς «κύκλους» και επαναφέρει τα γνωστά από το 1985 ΤΕΛ. Η επαναφορά των ΤΕΛ, που καταργήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ το 1997 ως αποτυχημένα και η ενσωμάτωση στο Τεχνολογικό Λύκειο των ΕΠΑΣ, που επίσης, σύμφωνα και με το ΠΑΣΟΚ, είναι αποτυχημένες, αποκαλύπτουν τη συνέχεια μιας πολιτικής με ανακύκλωση των ίδιων υλικών ενταγμένων, όμως σήμερα πιο οργανικά και αποφασιστικά στη στρατηγική των κατευθύνσεων της ΕΕ.

Η νέα αναμόρφωση της ΤΕΕ σηματοδοτεί νέα επίθεση στα δικαιώματα των νέων που ωθούνται σε αυτή. Η αντικειμενική σύνδεση της ΤΕΕ με την καπιταλιστική οικονομία επιβάλλει μόνο αντιδραστικές λύσεις. Επιτάσσει να λυθεί ο γόρδιος δεσμός της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ

 Το Τεχνολογικό Λύκειο του ΠΑΣΟΚ μαζί με το 4ο έτος ειδίκευσης είναι σήμερα αυτούσια η θέση της πλειοψηφίας της ΟΛΜΕ. Αλλωστε και το σημερινό ΕΠΑΛ ήταν θέση της ΟΛΜΕ (ΠΑΣΟΚ - ΣΥΝ - ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ) και του ΣΥΝ ως κόμματος (διαφωνούσαν μόνο με τις ΕΠΑΣ).

Ο ΣΥΝ προτείνει την ένταξη της ΤΕΕ στη λυκειακή βαθμίδα. Η θέση αυτή αναπαράγει την πρόωρη διχοτόμηση της εκπαίδευσης σε Γενική - Τεχνική στο εσωτερικό του Λυκείου και δεν αλλάζει στο παραμικρό τις ταξικές στοχεύσεις του διπλού - παράλληλου σχολικού δικτύου, ανεξάρτητα από μορφές.

Οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ στην ΟΛΜΕ (με κύρια δύναμη ΜΛ-ΚΚΕ) σε επίπεδο διακηρύξεων παρακολουθούν και αντιγράφουν τις θέσεις μας για την εκπαίδευση. Επειδή όμως η πράξη επιβεβαιώνει τη θεωρία, στο κίνημα η τακτική τους και σε αυτό το ζήτημα είναι σε σύμπλευση με τη σοσιαλδημοκρατία και πάντα διαμορφώνουν και υπογράφουν τις πλειοψηφούσες θέσεις στην ΟΛΜΕ.

Η στάση αυτή επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι οι δυνάμεις του «αριστερού» και δεξιού οπορτουνισμού στο χώρο της εκπαίδευσης αποδέχονται τις κυρίαρχες κατευθύνσεις του κεφαλαίου και των κομμάτων του και κάνουν επιμέρους κριτική ή «εποικοδομητικές προτάσεις». Συμβάλλουν ώστε το κίνημα των εκπαιδευτικών να μένει ενσωματωμένο στα πλαίσια της κυρίαρχης πολιτικής, αφού η γραμμή που προβάλλουν βάζει εμπόδια στη ριζοσπαστικοποίηση, εναντιώνεται στο βασικό ζήτημα, στη σύνδεση της πάλης των εκπαιδευτικών με την πάλη για το ζήτημα της εξουσίας, γι’ αυτό η παρέμβασή τους εξαντλείται στα πλαίσια των συντεχνιακών συμφερόντων, του «ρεαλισμού», του «εφικτού», των αντοχών του συστήματος.

 

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΕ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ

Σήμερα στα ΕΠΑΛ λειτουργούν 11 τομείς στη Β΄ τάξη με 18 ειδικότητες στη Γ΄ τάξη. Στις ΕΠΑΣ λειτουργούν 30 ειδικότητες. Στα ΤΕΕ ιδρύθηκαν 17 τομείς, αλλά λειτούργησαν 15 και συνεχώς οι 14. Στον Α΄ κύκλο ιδρύθηκαν 68 ειδικότητες και λειτούργησαν οι 43. Στο Β΄ κύκλο ιδρύθηκαν 82 ειδικότητες, αλλά λειτούργησαν οι 43.

Σε όλη αυτή την περίοδο απασχολεί έντονα το ζήτημα των τίτλων σπουδών και των επιπέδων. Οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ - ΝΔ έπαιζαν με την αγωνία ενός κόσμου με υποσχέσεις για Προεδρικά Διατάγματα που δήθεν θα κατοχύρωναν την πρόσβαση στην εργασία και συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Για μια σειρά ειδικότητες ισχύει η νομοθεσία των δεκαετιών 1940, 1950 και 1960 και για όσες ειδικότητες έχουν εκδοθεί Προεδρικά Διατάγματα κατοχυρώνουν τον κατακερματισμό της επαγγελματικής ειδικότητας με «άδειες» που αντιστοιχούν σε δεξιότητες - εξειδικεύσεις και καταρτίσεις. Ακόμη και γι’ αυτές τις απλές άδειες δεξιοτήτων απαιτείται προϋπηρεσία με ένσημα από 1-4 χρόνια και για τις πιο ουσιαστικές άδειες (όχι βοηθού) απαιτούνται μαζί με την προϋπηρεσία και εξετάσεις στον ΟΕΕΚ ή στη Νομαρχία, που κοστίζουν. Γύρω από τις εξετάσεις στη Νομαρχία έχει αναπτυχθεί ένα διευρυμένο κύκλωμα εκμετάλλευσης και εμπορίου, βιβλία, θέματα κλπ. Αρα ο τίτλος του απόφοιτου της δευτεροβάθμιας, ακόμα και της τριτοβάθμιας, επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν κατοχυρώνει από μόνος του κανένα ουσιαστικό επαγγελματικό δικαίωμα και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να διασφαλίσει το δικαίωμα στην εργασία.

Η πιστοποίηση σήμερα στη χώρα μας και οι αναμενόμενες νέες νομοθετικές ρυθμίσεις που αναμένουμε ευθυγραμμίζονται με την στρατηγική της ΕΕ με κεντρικό άξονα τον καθορισμό του Ενιαίου Πλαισίου Επαγγελματικών Προσόντων (ΕΠΕΠ).

Το ΕΠΕΠ αποτελεί ένα βήμα παραπέρα στην προσαρμογή των τίτλων σπουδών στις ανάγκες του κεφαλαίου σε σχέση με την οδηγία 35/06. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα 8 επίπεδα που προβλέπει, συνδέονται με τα μαθησιακά αποτελέσματα της τυπικής αλλά και της άτυπης ή ανεπίσημης μάθησης. Σημασία δεν έχουν οι εκπαιδευτικοί τίτλοι, αλλά τι μπορείς να κάνεις, με βάση πρότυπα που καθορίζονται από την αγορά εργασίας. Με όχημα τα μαθησιακά αποτελέσματα και τους δείκτες που ορίζουν τα επίπεδα (γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες) αχρηστεύονται παραπέρα τα πτυχία, τροποποιείται το περιεχόμενο της εκπαίδευσης και διευκολύνεται η πιστοποίηση της ανεπίσημης και άτυπης μάθησης. Το ΕΠΕΠ είναι ένα εργαλείο ενίσχυσης της κινητικότητας και αξιολόγησης - ταξινόμησης των πτυχίων-διπλωμάτων, περιβεβλημένο με τον ψευδεπίγραφο στόχο της Δια Βίου Μάθησης.

Ως προς την αναλογία ανάμεσα σε Γενικό Λύκειο και ΤΕΕ μπορούμε να πούμε ότι η επιδίωξη όλων των κυβερνήσεων να γίνει στροφή της πλειοψηφίας των μαθητών προς την ΤΕΕ δεν επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα στα ποσοστά που επεδίωκαν. Συνολικά από τα σχολικά έτη 1997-1998 έως 2008-2009, η αναλογία κυμάνθηκε μεταξύ 65%-35% και 75%-25%.

Πρέπει δε να τονιστεί ότι στους μαθητές των ΤΕΛ, ΤΕΣ, ΤΕΕ, ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ ένα ποσοστό πάνω από 20% είναι απόφοιτοι του Γενικού Λυκείου, στοιχείο που αν προστεθεί στις χιλιάδες των νέων που πάνε στα διαφορά ΙΕΚ (δημόσια- ιδιωτικά) αναδείχνει ως άμεση, ρεαλιστική και επίκαιρη την πρότασή μας για δημόσιες επαγγελματικές σχολές μετά το 12χρονο ενιαίο σχολείο, για αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, χωρίς να αποβαίνει σε βάρος της γενικής μόρφωσης.

Ως προς την πρόσβαση των αποφοίτων της ΤΕΕ σε ΑΕΙ - ΤΕΙ, που είναι ένα από τα κύρια στοιχεία της εκάστοτε κυβερνητικής προπαγάνδας για να γίνει η ΤΕΕ πιο ελκυστική, επισημαίνουμε ότι στις πανελλαδικές εξετάσεις του Ιούνη 2009, που συμμετείχαν για πρώτη φορά οι απόφοιτοι του ημερήσιου ΕΠΑΛ (των εσπερινών ξεκίνησαν φέτος), παρατηρήθηκαν τα εξής: Από τους 16.413 μαθητές της Γ΄ τάξης ΕΠΑΛ: α) για ΤΕΙ (ομάδα Α΄) συμμετείχε στις εξετάσεις 58% και εισήχθησαν 30,8% επί των συμμετεχόντων δηλαδή το 17,8% του συνόλου των μαθητών. β) Στις εξετάσεις για ΑΕΙ - ΤΕΙ (ομάδα Β΄) συμμετείχαν μόνο 235 (1,43%) και εισήχθησαν 109 ή ποσοστό 0,66% επί του συνόλου των μαθητών. Από τους 109 μόνο οι 20 εισήχθησαν σε ΑΕΙ!

 

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΕΕ

 Η διαφοροποίηση της εκπαίδευσης σε Γενική - Επαγγελματική αποτυπώνει την πολιτική των ταξικών διακρίσεων στην εκπαίδευση. Τα κοινωνικοοικονομικά και εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά του οικογενειακού περιβάλλοντος των μαθητών της ΤΕΕ είναι αποκαλυπτικά, σύμφωνα με σχετική έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Το 42,5% των μαθητών του Β΄ κύκλου ΤΕΕ εργάζεται και το 50% από αυτό εργάζεται σε εργασία που είναι άσχετη με την ειδικότητα που παρακολουθεί στο ΤΕΕ. Το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων είναι: Απόφοιτοι Δημοτικού 44,5% πατέρας, 47,2% μητέρα (για το ΓΕΛ είναι 23,6% και 23,5% αντίστοιχα), απόφοιτοι Γυμνασίου 25,8% πατέρας, 24,6% μητέρα (για το ΓΕΛ είναι 21% και 16,8% αντίστοιχα). Σύμφωνα με μια άλλη κατάταξη στην ίδια έρευνα το 70,2% των γονέων των μαθητών των ΤΕΕ έχουν χαμηλή εκπαίδευση έναντι 41,3% των γονέων των μαθητών του ΓΕΛ, το 25,2% μεσαία εκπαίδευση έναντι 34,5% και το 4,6% υψηλή εκπαίδευση έναντι 24,2%. Η έρευνα δεν μας δίνει στοιχεία για την κοινωνική θέση των γονέων.

Η αστική προπαγάνδα προσπαθεί να θεμελιώσει και μέσω των στατιστικών ερευνών ότι ο ρόλος και το επίπεδο της εκπαίδευσης είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τη φτώχια των νοικοκυριών και τη μεταβίβασή της από γενιά σε γενιά, να κρύψει το αυτονόητο, ότι το επίπεδο σπουδών έχει ως αφετηρία και βάση του την ταξική καταγωγή.

Με βάση και τα στοιχεία της ΕΣΥΕ (2010) μόλις το 16% του φτωχού πληθυσμού έχει τελειώσει το Λύκειο, το 7% ΤΕΙ, ΑΕΙ, Μεταπτυχιακό και το 0% Διδακτορικό.

Τα παραπάνω στοιχεία υπογραμμίζουν την ταξική βάση της διαφοροποίησης της εργασίας σε πνευματική και χειρωνακτική. Δεν μπορούν να συγκαλύψουν ότι στην ΤΕΕ συγκεντρώνονται κατά κύριο λόγο τα παιδιά των πιο φτωχών εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, τα οποία εργάζονται ενώ δεν έχουν ολοκληρώσει βασική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση.

 

Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 Ενας από τους βασικούς μύθους, για να παρουσιαστεί σαν αναγκαιότητα το διπλό σχολικό δίκτυο Γενικής- Επαγγελματικής εκπαίδευσης, είναι η δήθεν πρόσβαση στην αγορά εργασίας των αποφοίτων της ΤΕΕ. Πρόκειται για προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας, ότι η ανεργία είναι σύμφυτη του εκμεταλλευτικού συστήματος. Ούτε οι δικές τους έρευνες δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους.

Ας δούμε όμως πώς έχει η πραγματικότητα μέσα από δύο έρευνες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (ΠΙ) το 1998 και το 2007.

Η δεύτερη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου αφορούσε τους αποφοίτους του Β΄ Κύκλου των ΤΕΕ και του Ενιαίου Λυκείου (ΕΛ) του έτους 2000-2001 ως προς την εργασιακή τους κατάσταση, 6½ χρόνια μετά την αποφοίτησή τους (φθινόπωρο 2007). Δίνει χρήσιμα στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι η επαγγελματική εκπαίδευση δε μπορεί να δώσει διέξοδο στην εργασία.

Στα 6½ αυτά χρόνια άλλαξαν 3-4 εργασίες και έμειναν άνεργοι για το 40% του χρονικού αυτού διαστήματος (31 μήνες). Ανασφάλιστο δήλωνε το 8%, με προσωρινή απασχόληση εργαζόταν το 28,3% των μισθωτών και με μερική απασχόληση το 13,2%.

Τα παραπάνω στοιχεία αναδείχνουν την ανάγκη να διευρύνουμε το πλαίσιο πάλης στο χώρο αυτό περιλαμβάνοντας αιτήματα για το δικαίωμα στην δουλειά, για τα δικαιώματα στην ασφάλιση και την υγεία, το επίδομα ανεργίας, κατάργηση της μαθητείας, πρακτική άσκηση ενταγμένη οργανικά στο πρόγραμμα σπουδών με ασφάλιση, που προσμετριέται στα συντάξιμα χρόνια, πλήρη κάλυψη αναγκών υγείας, 6ωρο/5ημερο/30ωρο, όλο το πλαίσιο αιτημάτων που αφορά τη ζωή και την επιβίωση των νέων εργαζομένων.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΕΕ
ΣΤΙΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ

Στη Σοβιετική Ενωση και στα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δόθηκε μεγάλο βάρος στην Τεχνική Επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Αποτελούσε βασικό στόχο αφού συνέβαλε στην ανάπτυξη της βασικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, δηλαδή της ικανότητας της ανθρώπινης εργασίας για τη διεξαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας σε ανώτερο επίπεδο. Ανεξάρτητα από τις παραλλαγές ή τις διαφοροποιήσεις στη διάρκεια των σπουδών στις διάφορες περιόδους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, βασικό μέλημα από τα πρώτα χρόνια εγκαθίδρυσης της εργατικής εξουσίας ήταν η διασφάλιση υψηλού επιπέδου γενικής μόρφωσης σε όλους τους νέους. Η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής , ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας, η κατανομή του εργατικού δυναμικού στα πλαίσια του κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής που είχε σκοπό την ικανοποίηση των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών, διαμόρφωσαν συνθήκες ώστε η τεχνική εκπαίδευση να εξασφαλίζει αυτό το επίπεδο που θα επέτρεπε στους τεχνικούς να συμβάλλουν και να προσαρμόζονται στην ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, στην ανάπτυξη της τεχνογνωσίας.

Οι πρώτες επαγγελματικές σχολές στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) άνοιξαν τις πύλες τους το φθινόπωρο του 1945 με πρώτους δασκάλους τους αρχιεργάτες των επιχειρήσεων της λαϊκής ιδιοκτησίας. Το 1947 μπήκαν οι νομικές βάσεις ώστε ο κάθε νέος που είχε αποπερατώσει την επαγγελματική του μόρφωση να προσλαμβάνεται σε αντίστοιχη δουλειά. Το 1949 θεσπίστηκαν νέες αρχές για την επαγγελματική εκπαίδευση. Αυτές οι αρχές αφορούσαν την άμεση επιρροή της εργατικής τάξης στη διαπαιδαγώγηση των νεαρών εργατών, την ενότητα ανάμεσα στην επαγγελματική μόρφωση και την παραγωγή, καθώς και στην ενότητα ανάμεσα στην επαγγελματοθεωρητική και επαγγελματοπρακτική εκπαίδευση.

Αυτές οι απαιτήσεις διαμορφώθηκαν παραπέρα το 1960 με το νόμο για την παιδεία και ανανεώθηκαν το 1974 με νέο νόμο και πιο συγκεκριμένα για την επαγγελματική εκπαίδευση το 1976. Το 1974 η εκμάθηση ενός επαγγέλματος διαρκούσε κατά μέσο όρο 3½ χρόνια και το 1978 είχε διαμορφωθεί ο μέσος όρος σε 2 χρόνια. Στη ΓΛΔ τα επαγγέλματα που διδάσκονταν μεταξύ των χρόνων 1957 - 1968 - 1977 μειώνονται (αντίστοιχα οι αριθμοί είναι 972 - 455 - 316). Σε αυτή την πορεία διαμορφώθηκε το βασικό επάγγελμα, δηλαδή επαγγέλματα πλατιάς φυσιογνωμίας που αφορούσαν περισσότερους κλάδους και τομείς και υπήρχαν ορισμένες ειδικεύσεις.

Το 1978 η επαγγελματική ειδίκευση στις επαγγελματικές σχολές ακολουθούσε μετά το ενιαίο υποχρεωτικό δεκάχρονο σχολείο της γενικής μόρφωσης. Στη συνέχεια ακολουθήθηκε η ανώτερη τεχνική σχολή και η ανώτατη. Η άλλη διέξοδος μετά το δεκάχρονο σχολείο ήταν τα δύο χρόνια στο λύκειο που η αποφοίτηση έδινε το δικαίωμα για την εγγραφή σε ανώτατη σχολή.

Τη σημασία της επαγγελματικής εκπαίδευσης για το σοσιαλιστικό κράτος την αποτυπώνει το εξής στοιχείο: Το 1980 έμπαινε ως στόχος το 84% απ’ όλους τους επαγγελματικά απασχολούμενους να έχουν τελειώσει μια επαγγελματική ή άλλη σχολή.            

Μετά τον 6ο και τον 7ο χρόνο του δεκάχρονου ξεκινούσε η προετοιμασία για το επάγγελμα με το Πολυτεχνικό μάθημα, σε τρεις ενότητες: α) μια ημέρα στην επιχείρηση, όπου οι μαθητές μάθαιναν τις διάφορες φάσεις της παραγωγής, β) τεχνικό σχέδιο και γ) το θεωρητικό μέρος με μάθημα περί «εισαγωγής στη σοσιαλιστική παραγωγή», που περιλάμβανε την ενημέρωση για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, τις βασικές επιχειρήσεις, τα βασικά επαγγέλματα και ακολουθούσε ο ειδικός επαγγελματικός προσανατολισμός υπό τη διεύθυνση των κέντρων επαγγελματικού προσανατολισμού κάθε περιοχής (συμμετείχαν ειδικοί παιδαγωγοί, εκπρόσωποι των επιχειρήσεων). Τον επαγγελματικό προσανατολισμό τον φρόντιζαν το σχολείο, οι επιχειρήσεις, οι κοινωνικές οργανώσεις.

Οι Επαγγελματικές σχολές ήταν: 1) εργοστασιακές, 2) κοινοτικές, π.χ. στο εμπόριο, αγροτική οικονομία κτλ., 3) κεντρικές, π.χ. συγκεντρώνονταν απ’ όλη τη χώρα χρυσοχόοι, κατασκευαστές μουσικών οργάνων κλπ.

Τα αναλυτικά προγράμματα ήταν κρατικά, με εσωτερική αναλογία 1/3 θεωρία και 2/3 πρακτική εξάσκηση. Η θεωρία διαφοροποιούνταν μέχρι και 50%, ανάλογα με τη συνθετότητα του επαγγέλματος, τα αναλυτικά προγράμματα τα επεξεργάζονταν οι Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων του Επαγγέλματος (ειδικοί των κλάδων, επιστήμονες -της τεχνικής, της οικονομίας- παιδαγωγοί της επαγγελματικής εκπαίδευσης, εκπρόσωποι κοινωνικών οργανώσεων, με γνωμάτευση των συνδικάτων). Ταυτόχρονα, συμβόλαιο μαθητείας με την επιχείρηση (από την αρχή της 10ης τάξης) καθόριζε, εκτός από τις υποχρεώσεις της επιχείρησης και του μαθητευομένου και το βαθμό ειδίκευσης, την έναρξη και το τέλος της μαθητείας, αμοιβή, άδεια επαγγέλματος. Προσδιόριζε ακόμα το δικαίωμα στη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, στην ασφάλιση, σε βασική άδεια ανάπαυσης, διακοπές, αμοιβή, επιδόματα, οικοτροφεία, τροφή, συγκοινωνίες.

Εξη μήνες πριν τη λήξη του συμβολαίου μαθητείας είχε υποδειχτεί στον ειδικευόμενο δουλειά σε επιχείρηση αντίστοιχη με το επάγγελμά του, με συμβόλαιο εργασίας, ενώ στον ένα χρόνο απολάμβανε προστασία από απόλυση.

Η δομή της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην ΕΣΣΔ πήρε μια ολοκληρωμένη μορφή τη δεκαετία του 1930 με βασικό στόχο: «Οι σπουδαστές αφομοιώνουν τις ιδιαίτερες πράξεις και τρόπους της επαγγελματικής δραστηριότητας και μετά τις συνολικές εργασίες που απαιτεί η επαυξημένη πολυπλοκότητα της εργασίας»2.

Η επαγγελματική εκπαίδευση αντικειμενικά βασιζόταν όλο και περισσότερο στην υποχρεωτική εκπαίδευση.

Το 1966 ανασυστάθηκαν οι επαγγελματικές σχολές, οι οποίες έδιναν στους μαθητές και μεσαία γενική μόρφωση.

Το 1972 το Σοβιετικό Εκπαιδευτικό Σύστημα είχε ένα ενιαίο υποχρεωτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα μέχρι το 15ο έτος των μαθητών και στη συνέχεια διακλαδιζόταν σε τρεις διετείς κύκλους (σε γενικό πολυτεχνικό κύκλο, σε εξειδικευμένο δευτεροβάθμιο κύκλο και σε επαγγελματική εκπαίδευση).

«…Το σοβιετικό σύστημα εκπαίδευσης άρχισε να διαμορφώνεται ως ολοκληρωμένο σύστημα κάπου στα 1927.

Στο σχολικό έτος 1927-1928 το Λαϊκό Επιτροπάτο Διαφώτισης επικύρωσε για όλα τα σχολεία ενιαία, υποχρεωτικά ενιαιοποιημένα μαθητικά σχέδια. Στα 1931 και 1932 η ΚΕ του ΠΚΚ (μπ) στις αποφάσεις “Για το βασικό και το μέσο σχολείο” και “Για τα μαθησιακά προγράμματα και το καθεστώς στο βασικό και μέσο σχολείο” αναδείκνυε τις επιτυχίες που υπήρχαν στην κατεύθυνση δημιουργίας του ενιαίου εργασιακού πολυτεχνικού σχολείου, καθώς και μια σειρά αδυναμιών. Τελικώς, η διαμόρφωση του ενιαίου συστήματος εκπαίδευσης ολοκληρώθηκε στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’30.

Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν την αρχή της αντίστροφης πορείας στην ανάπτυξη της Σοβιετικής Ενωσης. Το σύστημα εκπαίδευσης βρέθηκε σε αδιέξοδο και χρειαζόταν αλλαγές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν άμεσα. Ομως αντί να ακολουθήσουν το δρόμο του πολυτεχνικού σχολείου, την ανάπτυξη του συστήματος της εργασιακής διαπαιδαγώγησης, την κοινωνικοποίηση του σχολείου εξ ολοκλήρου, επιλέχθηκε άλλος δρόμος, ο καπιταλιστικός δρόμος ειδίκευσης της μέσης εκπαίδευσης…»3.

Το βασικό χαρακτηριστικό της ΤΕΕ στα σοσιαλιστικά κράτη ήταν ότι υπηρετούσε την ανύψωση της παραγωγικότητας της εργασίας και ότι συνδεόταν με την παραγωγική εργασία της σοσιαλιστικής παραγωγικής μονάδας. Στην εξέλιξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης η δομή της επαγγελματικής εκπαίδευσης βασίστηκε στο ενιαίο βασικό υποχρεωτικό πολυτεχνικό σχολείο που η διάρκειά του ήταν ανάμεσα σε οκτώ έως δέκα έτη. Γενικό χαρακτηριστικό των εξελίξεων στην Επαγγελματική Εκπαίδευση στο σοσιαλισμό ήταν οι συνεχείς προσαρμογές της στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της ανάγκης κατανομής της εργατικής δύναμης, στη βάση των καθηκόντων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η κοινωνικοταξική σύνθεση του χώρου της Τεχνικής Εκπαίδευσης εκτός από δυνατότητες έχει και σύνθετες δυσκολίες (δουλειά και σχολείο, τάσεις παραίτησης από το δικαίωμα στη μόρφωση, αδυναμία βοήθειας από το σπίτι κ.ά.). Από αυτή την άποψη απαιτείται να εντείνουμε την ιδεολογική μας παρέμβαση, τη ζύμωση συνολικά της πολιτικής πρότασης του ΚΚΕ, τη στοχευμένη δράση για ανάπτυξη της ΚΝΕ, την εξειδικευμένη και σχεδιασμένη δουλειά του ΠΑΜΕ μέσω των εκπαιδευτικών και των ταξικών συνδικάτων των αντίστοιχων κλάδων, της ΠΑΣΕΒΕ σε κάποιες περιπτώσεις.

Πρόσθετο στοιχείο για το σχεδιασμό της παρέμβασής μας είναι ότι στα ΕΠΑΛ - ΕΠΑΣ συγκεντρώνεται ένα μεγάλο τμήμα από παιδιά μεταναστών. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία τα μεταναστόπουλα αποτελούν το 11% του μαθητικού πληθυσμού στην ΤΕΕ, με μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις λαϊκές συνοικίες.

Πρακτικά βήματα σε μια τέτοια κατεύθυνση θα είναι να εδραιωθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο πάλης που θα συνδυάζει τις βασικές σύγχρονες ανάγκες στη μόρφωση και στη δουλειά με τα ιδιαίτερα ζητήματα του χώρου. Η ενημέρωση για τις εξελίξεις στους κλάδους που συνδέονται με την ειδικότητα, το πλαίσιο πάλης των κλαδικών συνδικάτων που θα διευρύνεται και με τα αιτήματα των σπουδαστών και θα γίνεται αντικείμενο συζήτησης τους, η εγγραφή τους στα σωματεία, θα στεριώνει την αλληλεγγύη και θα προετοιμάζει τα νέα παιδιά να μπαίνουν στο μεροκάματο με ψηλά το κεφάλι.

Το ΠΑΜΕ εκπαιδευτικών πρέπει να σχεδιάσει συγκεκριμένη παρέμβαση στην ΤΕΕ στον άξονα εκπαιδευτικοί - μαθητές - ταξικά συνδικάτα. «Η συγκέντρωση υπεράριθμου αριθμού εκπαιδευτικών» στην ΤΕΕ που εντοπίζει η κυβέρνηση σημαίνει ότι θα επακολουθήσουν μέτρα και ότι δεν μπορεί να αποκλείονται αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς, ακόμα και απολύσεις σε μια πορεία, ιδιαίτερα για τους εκπαιδευτικούς των εργαστηρίων.

Οι δυνάμεις του Κόμματος, το ΠΑΜΕ στους εκπαιδευτικούς, μπορούν και πρέπει να αναδείξουν την ανάγκη θεμελίωσης της βασικής γνώσης ως προϋπόθεση και της επαγγελματικής εκπαίδευσης, να ενισχύσουν το μέτωπο των σπουδαστών για μόρφωση και δουλειά. Το αίτημα για επαγγελματικές σχολές μετά το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο αντικειμενικά αναβαθμίζει την ίδια την ΤΕΕ, την αντιστοιχίζει στις σύγχρονες δυνατότητες της παραγωγής, αναβαθμίζει και σιγουρεύει το ρόλο του εκπαιδευτικού σε αυτή, συνδέεται με την ανάγκη του άλλου δρόμου ανάπτυξης, της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας ως ώριμη δυνατότητα της εποχής μας. Σε αυτή την κατεύθυνση, ένα διεκδικητικό πλαίσιο πάλης περιλαμβάνει τους εξής στόχους:

• Κατάργηση κάθε ιδιωτικής - επιχειρηματικής δράση στην εκπαίδευση.

• Ενιαίο δημόσιο δωρεάν δωδεκάχρονο υποχρεωτικό σχολείο για όλους. Κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου.

• Κατάργηση των ΙΕΚ και των ΚΕΣ.

• Επαγγελματικές σχολές δημόσιες και δωρεάν μετά το δωδεκάχρονο.

• Κατάργηση κάθε είδους πιστοποίησης, επαγγελματικών εξετάσεων, το πτυχίο η μόνη προϋπόθεση για το επάγγελμα. Αυτό το αίτημα (μαζί με την άμεση κατάργηση των διδάκτρων για τα ΙΕΚ) αφορά ιδιαίτερα τους σπουδαστές των δημόσιων και ιδιωτικών ΙΕΚ που βιώνουν άμεσα την εμπορευματοποίηση της ανάγκης για δουλειά και επάγγελμα. Το αίτημα αυτό μπορεί να συμβάλει σε κοινό πλαίσιο δράσης ΜΑΣ - συλλόγου σπουδαστών ΙΕΚ, πολεμώντας τις αντιπαραθέσεις που τροφοδοτούν οι ιδιώτες σχολάρχες με τις προκλητικές απαιτήσεις τους. Συνδέεται με τον άμεσο στόχο κατάργησης της προϋπόθεσης των ενσήμων για τις επαγγελματικές εξετάσεις.

• Οργανική ένταξη στο δημόσιο σχολείο της εκμάθησης της μητρικής γλώσσας και πολιτισμού για τα παιδιά των μεταναστών.

• Κατάργηση της μαθητείας, πρακτική άσκηση ενταγμένη οργανικά στη μάθηση, ασφάλιση και πληρωμή με βάση το κατώτερο μεροκάματο του ανειδίκευτου εργάτη.

• Μόνιμη και σταθερή δουλειά σε όλους.

• 6ωρο/5μερο/30ωρο για όσους μαθητές εργάζονται, διευκόλυνση με άδεια και αποδοχές στην περίοδο των εξετάσεων.

• Κάλυψη υγείας και πρωτοβάθμιας περίθαλψης για όλους τους μαθητές, με την κάρτα του μαθητή, ανεξάρτητα αν έχουν ένσημα οι γονείς τους.

• Εργαστήρια σύγχρονα χωρίς την εμπλοκή εταιριών και ιδιωτών, βιβλία σύγχρονα με την ευθύνη του κράτους. Μείωση των μαθητών ανά τάξη και εργαστήριο (δύο εκπαιδευτικούς ανά 10 μαθητές). Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών να είναι ευθύνη του κράτους, χωρίς καμία εμπλοκή των επιχειρήσεων.

• Ιδιαίτερη μέριμνα για δυνατότητα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.

• Καμία παρέμβαση της τοπικής διοίκησης και των επιχειρήσεων στη δομή και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης.

• Ενταξη στα κοινωνικά προγράμματα της εργατικής εστίας (βιβλία, θέατρο, κοινωνικός τουρισμός) των μαθητών των σχολών της ΤΕΕ.

• Ανεμπόδιστη είσοδο των συνδικάτων στις σχολές για ενημέρωση σε συνεργασία με το σύλλογο διδασκόντων.

• Εναντίωση στο ρατσισμό και το φασισμό που βρίσκει έδαφος σε αυτούς τους χώρους. Μέτωπο στη χρήση ναρκωτικών και στον αλκοολισμό. Είναι παράγοντες συμβιβασμού της νεολαίας, απομάκρυνσής της από την ταξική πάλη.

Απαντάμε και με το προσωπικό παράδειγμα (που σε αυτούς τους χώρους αποτελεί αναντικατάστατο όπλο) για το πραγματικό περιεχόμενο της ελευθερίας, της αυτοπεποίθησης της νεολαίας, της αυριανής εργατικής βάρδιας.

• Μέτωπο στον αυταρχισμό της διοίκησης που στηρίζεται από τους κρατικούς μηχανισμούς και συχνά είναι σε ανοιχτή διασύνδεση με επιχειρήσεις διοχετεύοντας φτηνή μαθητεία και διαμορφώνοντας αγορά για τα εργαστήρια.

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟ - ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

 Οι βασικοί λόγοι που επιλέγει κάποιος μαθητής την ΤΕΕ είναι δύο: ένα ποσοστό 47-49% απαντάει «Πίστευα ότι δε θα μπορούσα να τα καταφέρω στο ενιαίο Λύκειο» και ένα ποσοστό 40% συνδέει την επιλογή του με τη δυνατότητα να σπουδάσει κάτι και την προσδοκία να βρει δουλειά.

Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι η ΤΕΕ έχει πιο έντονο το στοιχείο του εξαναγκασμού, που εκφράζεται και με τη χαμηλή βαθμολογία στο σχολείο, αλλά κυρίως λόγω της ανάγκης να βγουν τα παιδιά της λαϊκής οικογένειας γρήγορα στην αγορά εργασίας.

Οι διαφορετικές δυνατότητες είναι συνάρτηση της κοινωνικής καταγωγής. Η παρότρυνση και των γονέων που έχουν πιστέψει ότι τα παιδιά τους «δεν παίρνουν τα γράμματα» και πως καλύτερα είναι να μάθουν μια τέχνη, ένα επάγγελμα, είναι συνέχεια αυτής της πραγματικότητας. Τους ταξικούς φραγμούς για τα παιδιά των εργατικών και φτωχών λαϊκών στρωμάτων τους αναπαράγει το ίδιο το σχολείο, οι αντιλήψεις, οι διδακτικές πρακτικές των δασκάλων, οι οποίοι, ως φορείς της αστικής ιδεολογίας, σπρώχνουν τα παιδιά -στο όνομα και του επαγγελματικού προσανατολισμού- στην πρώιμη επαγγελματική κατάρτιση. Στους στόχους της ΚΝΕ είναι ν’ ανοίξει μέτωπο με την πρόωρη παραίτηση από την οργανωμένη μορφωτική διαδικασία, ν’ αναπτύξει μορφωτικές πρωτοβουλίες σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς κλπ.).

Είναι συμβιβασμός με τον αποκλεισμό από τη γενική μόρφωση η αντίληψη ότι τάχα «δεν παίρνουν όλοι τα γράμματα», ότι «από μικρός πρέπει κάποιος να πάει για τέχνη για να πιάνουν τα χέρια του». Σημασία έχει να ανοίγουμε μέτωπο για τον ταξικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της και για τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα των εργασιακών σχέσεων, της αντίθεσης μισθωτής εργασίας - κεφαλαίου.

Σε αυτή τη βάση να κατανοείται από τους νέους και τις νέες ότι και για την εκπαιδευτική τους υστέρηση ευθύνεται η κοινωνική ανισότητα, η αστική πολιτική και τα κόμματα που την υπηρετούν, η τάξη που βρίσκεται στην εξουσία και διαφεντεύει τον πλούτο και τη γνώση που παράγουν τα χέρια και το μυαλό του εργάτη. Να απορρίπτονται οι ταξικές θεωρίες για «ανθρώπους που παίρνουν και ανθρώπους που δεν παίρνουν τα γράμματα», περί φυσικών χαρισμάτων και επαγγελμάτων του χεριού, να μην παραιτούνται τα παιδιά από το δικαίωμα στη ζωή και στη μόρφωση.

Θέλουμε να δημιουργήσουμε ρεύμα ανυπακοής και αυτοπεποίθησης στους μαθητές της ΤΕΕ. Την αυτοπεποίθηση του νέου εργάτη (σημερινού ή αυριανού) που γνωρίζει ποιοι του στερούν το δικαίωμα στη ζωή και τη μόρφωση, ποιοι τον στέλνουν στο μεροκάματο από νωρίς, ποιοι τον θέλουν φτηνό, χειραγωγούμενο εργατικό δυναμικό. Να διεκδικήσουν το δικαίωμα στο επάγγελμα μόνο με το πτυχίο, χωρίς προϋπηρεσία-ένσημα και εξετάσεις. Ταυτόχρονα να κατανοούν ότι η οποιαδήποτε άδεια άσκησης επαγγέλματος τους δοθεί, δε θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα, γιατί το ίδιο το αστικό σύστημα είναι συνυφασμένο με την ανεργία και την εκμετάλλευση, την αναρχία στην παραγωγή, σχεδιάζει με βάση το κέρδος των επιχειρήσεων και όχι με βάση τις κοινωνικές ανάγκες.

«Στον τομέα της Παιδείας εκδηλώνονται όλες οι αντιθέσεις και αντιφάσεις που είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα. Από τη μια πλευρά το καπιταλιστικό σύστημα ωθεί στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής, άρα ωθεί και προς την άνοδο του πολιτιστικο-τεχνικού επιπέδου των εργαζομένων σε σχέση με το παρελθόν. Από την άλλη, όμως, λειτουργεί ανασταλτικά σε όλα τα παραπάνω όσο ανεβαίνει η παραγωγικότητα της εργασίας, ως αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων, τόσο ανεβαίνει ο βαθμός εκμετάλλευσης των εργαζομένων»4.

Ετσι,    η σύγχρονη τεχνολογία, που εισάγεται σ’ όλα τα επαγγέλματα, απαιτεί αντικειμενικά υψηλότερο επίπεδο γνώσεων απ’ ό,τι στο παρελθόν, για να ανταποκριθεί κάποιος στις απαιτήσεις του επαγγέλματος. Δημιουργούνται οι υλικές προϋποθέσεις ώστε ο σύγχρονος τεχνικός να δουλεύει περισσότερο με το μυαλό και λιγότερο με τα χέρια, να γνωρίζει καλά τη γλώσσα του, να έχει καλές βάσεις σε Μαθηματικά, Φυσική και βέβαια πρέπει να διδαχτεί και μαθήματα (π.χ. Ιστορία) που τον μορφώνουν, αναπτύσσουν την κρίση του, απαραίτητη στη δημιουργικότητά του, στην αντίληψή της για να είναι κοινωνική εξέλιξη.

Σήμερα, δε νοείται επαγγελματίας - τεχνικός χωρίς βασικές γνώσεις της θεωρίας, χωρίς γνώση της αρχής λειτουργίας των τεχνολογικών εφαρμογών. Οι δυνατότητες που γεννιούνται στις σύγχρονες συνθήκες του καπιταλισμού (ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής) για την ανάπτυξη της ΤΕΕ μπορούν να πραγματωθούν μόνο στα πλαίσια του κεντρικού σχεδιασμού και του εργατικού - λαϊκού ελέγχου. Αυτές τις αντικειμενικές δυνατότητες δεν μπορεί να τις πραγματώσει και να τις ικανοποιήσει ο καπιταλισμός. Είναι άρρηκτα δεμένες με την πάλη για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης, τη λαϊκή εξουσία, το σοσιαλισμό και η νέα βάρδια της εργατικής τάξης θα παίξει τον αποφασιστικό ρόλο για αυτό.

Η Επαγγελματική μόρφωση, όπως κάθε μόρφωση, στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής κοινωνίας που στο κέντρο της έχει τις διευρυμένες λαϊκές ανάγκες, παίρνει τον πρωτεύοντα ρόλο της και γίνεται οργανικό στοιχείο της ανάπτυξής της. Στο πλαίσιό της ο καθένας αναπτύσσει τις ικανότητες και τα ταλέντα του για την ευημερία του συνόλου της κοινωνίας. Εξασφαλίζεται εγγυημένη δουλειά με βάση το επιστημονικό και επαγγελματικό αντικείμενο για όλους και όλες, πριν ακόμα πάρουν το πτυχίο τους. Το διασφαλίζουν αυτό οι σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, που στηρίζονται στην από κοινού και με βάση σχεδίου χρησιμοποίηση όλων των μέσων παραγωγής. Ο σοσιαλισμός απαιτεί την ειδικευμένη συμβολή του καθενός στη δουλειά και στη λήψη των αποφάσεων. «Ο Κεντρικός Σχεδιασμός σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση στοχεύει στη γενικευμένη ανάπτυξη της ικανότητας για εξειδικευμένη εργασία, αλλά και εναλλαγών στον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας, στη γενικευμένη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της μείωσης του εργάσιμου χρόνου, στην προοπτική εξάλειψης της διαφοράς μεταξύ εκτελεστικής και επιτελικής εργασίας, μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής»5.

Σε αυτή την προοπτική οι δρόμοι της εκπαίδευσης και της μόρφωσης δεν κλείνουν. Κανείς δεν περισσεύει! Ο άνθρωπος, η πιο σημαντική παραγωγική δύναμη δεν απαξιώνεται, η συνεχής άνοδος στη μόρφωση του ανθρώπου γίνεται αναγκαιότητα της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που, επειδή είναι απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, καθορίζει με βάση το σχεδιασμό την επαγγελματική και την επιστημονική μόρφωση, λύνει το πρόβλημα της ανεργίας και θέτει την πλήρη αξιοποίηση του παραγωγικού και ειδικότερα του ανθρώπινου δυναμικού για την ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. ECVET: Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς Πιστωτικών Μονάδων Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης.

2. Ντ. Π. Κιριένκο: «Η κρίση της σχολικής εκπαίδευσης στην ΕΣΣΔ», ΚΟΜΕΠ τ. 4/2004.

3. Ντ. Π. Κιριένκο: «Η κρίση της σχολικής εκπαίδευσης στην ΕΣΣΔ», ΚΟΜΕΠ τ. 4/2004.

4. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ «Πανελλαδική καμπάνια για την Παιδεία», 2007.

5. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 95.