Της Σύνταξης

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το Μάη του 2010 καταγράφουν τις μεγάλες διαστάσεις της ανεργίας στην Ελλάδα, η οποία φτάνει στο 12%, αυξημένη κατά 3,5 μονάδες από τον προηγούμενο χρόνο. Βέβαια, το πραγματικό ποσοστό της ανεργίας είναι ακόμα μεγαλύτερο, αφού δεν καταγράφονται ως άνεργοι όσοι εργάστηκαν έστω και μια ώρα στην περίοδο που αναφέρεται η μέτρηση, αλλά και άλλες κατηγορίες ανέργων. Τα ποσοστά της ανεργίας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, είναι πολύ μεγαλύτερα σε περιοχές όπως η Ανατολική Μακεδονία - Θράκη (15,9%), καθώς και σε κατηγορίες του πληθυσμού όπως συνολικά στις γυναίκες (14,8%) και συνολικά στους νέους και νέες 15-24 ετών (32,5%).

Οι προβλέψεις (σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ) είναι δυσοίωνες, αφού προβλέπουν ότι η ανεργία θα αγγίξει το 20% στο πρώτο εξάμηνο του 2011, ενώ θα συρρικνωθεί το ΑΕΠ κατά 4-5%. Στο 20% είναι ήδη η ανεργία στην Ισπανία, κράτος-μέλος της ΕΕ. Αλλά και σε κράτη που έχουν παρουσιάσει κάποια ανάκαμψη από την κρίση (από τη φάση της ύφεσης), όπως στις ΗΠΑ, η ανεργία παρουσιάζει τάση αύξησης κι όχι μείωσης.

Η ανεργία είναι φαινόμενο σύμφυτο με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όχι μόνο σε φάση εκδήλωσης της κρίσης, αλλά και σε φάση αναζωογόνησης και ανάπτυξης, γιατί η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και το κίνητρο του κέρδους δεν επιτρέπουν τον κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής, επομένως και την κατανομή του εργατικού δυναμικού ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των μέσων παραγωγής και τις κοινωνικές ανάγκες.

Η καπιταλιστική ιδιοκτησία μπαίνει εμπόδιο στη γενική μείωση του χρόνου εργασίας και στην εξασφάλιση κοινωνικής εργασίας σε όλους τους ικανούς γι’ αυτήν. Η ανεργία πλήττει την εργατική και λαϊκή οικογένεια, περιορίζει απελπιστικά το εργατικό και λαϊκό εισόδημα, δημιουργεί συνθήκες εξαθλίωσης.

Η μελλοντική ένταξη στην παραγωγή για τους σημερινούς και αυριανούς μαθητές και φοιτητές θα γίνει με πολύ χειρότερους όρους σε σχέση με τους γονείς τους, γιατί ο καπιταλισμός χρειάζεται αντιδραστικούς «εκσυγχρονισμούς» για την επιβίωσή του. Ετσι ανατρέπονται εργατικές κατακτήσεις όπως οι συλλογικές συμβάσεις, μειώνονται οι μισθοί, συρρικνώνεται η κοινωνική ασφάλεια και πρόνοια. Η εκπαίδευση, ακόμα και η δημόσια, σε όλες τις βαθμίδες της συνδέεται άμεσα με τους σχεδιασμούς των μονοπωλίων.

Οι ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο επιβάλλουν τη δραστική μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης. Αυτή την ανάγκη υλοποιούν οι αναδιαρθρώσεις που πραγματοποιούνται στα πλαίσια της στρατηγικής της ΕΕ σε μια σειρά τομείς εδώ και πολλά χρόνια και επιταχύνονται στις σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά αντεργατικής καταιγίδας με το Μνημόνιο μεταξύ της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, του ΔΝΤ και της ΕΕ.

Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την εκτίμηση του Κόμματος μας ότι η περίοδος που η καπιταλιστική ανάπτυξη συνδυαζόταν με μια σχετική βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης δεν μπορούσε παρά να είναι προσωρινή, γιατί ανταποκρινόταν στις συγκεκριμένες συνθήκες και στο συσχετισμό μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης που διαμορφώνονται για την πλειοψηφία των εργαζομένων και ιδιαίτερα των νέων -και όχι μόνο σχετικής εξαθλίωσης που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζουν γενικά την καπιταλιστική ανάπτυξη- αποτελούν εκδήλωση της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της εργασίας και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της.

Αστοί αναλυτές και δημοσιολόγοι φτάνουν στο σημείο να μιλάνε ακόμα και για μια «χαμένη γενιά», αναφερόμενοι στο περιβάλλον ανεργίας, γενικότερης αβεβαιότητας για να αναπτύξουν οι νέοι και οι νέες τις ικανότητές τους. Τέτοιες επισημάνσεις όμως είναι άκρως υποκριτικές και αποπροσανατολιστικές, αφού αποσυνδέουν το φαινόμενο από την αιτία του, τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων.

Το ίδιο υποκριτικός είναι ο ισχυρισμός, π.χ. της ΝΔ, ότι «η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της», που στοχεύει στην κριτική επιμέρους πτυχών της αντιλαϊκής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον πυρήνα της, δηλαδή τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Καμιά μορφή αστικής διακυβέρνησης δεν μπορεί να εξαλείψει ούτε γενικά την ανεργία ούτε ειδικότερα την πολύ μεγαλύτερη ανεργία σε συνθήκες κρίσης.

Ο δρόμος για την εξασφάλιση του δικαιώματος στη μόρφωση - ειδίκευση - εργασία είναι η επαναστατική ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας και παραγωγής.

Η ΚΝΕ παλεύει για την προετοιμασία πρωτοπόρων νέων, αγοριών και κοριτσιών, σε αυτή την κατεύθυνση. Αυτό το στόχο αποτυπώνει και η πρόσφατη Απόφαση του 10ου Συνεδρίου της ΚΝΕ (Μάης 2010), η οποία δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

«Δεν κάνουμε αγώνα για τον αγώνα, δεν είμαστε μια οποιαδήποτε ριζοσπαστική αγωνιστική νεολαία. Είμαστε η νεολαία του ΚΚΕ, προετοιμάζουμε τα αυριανά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, οικοδομούμε τη στρατιά της επανάστασης. Θέλουμε όχι απλά να παλέψουμε για τη βελτίωση του ενός ή του άλλου όρου ζωής και εργασίας, μόρφωσης. Δε λείπουμε από κανέναν αγώνα για την ανακούφιση, για την απόσπαση ακόμα και της πιο μικρής κατάκτησης. Εχουμε, όμως, συνείδηση ότι δεν μετριάζονται η εκμετάλλευση και οι ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση, ούτε βελτίωση υπάρχει ουσιαστική, βιώσιμη, σε ένα σύστημα που έχει σαπίσει και η μία κρίση του θα διαδέχεται την άλλη. Οι όροι ζωής και το βιοτικό επίπεδο συνεχώς θα χειροτερεύουν. Θέλουμε να γίνει συνείδηση ότι η πραγματική αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο με την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας».

Η αντικειμενική δυσαρέσκεια που προκαλεί η αντιλαϊκή πολιτική από τα εναλλασσόμενα αστικά κόμματα εξουσίας δε σημαίνει και αυτόματη διοχέτευση της δυσαρέσκειας σε συνειδητό ταξικό αγώνα, πολιτική συνειδητοποίηση και ανάλογη δράση.

Η αστική κοινωνία έχει διαμορφώσει πολλά κανάλια διοχέτευσης της νεανικής αμφισβήτησης και ορμής σε ανώδυνα για το σύστημα κανάλια: την αδιέξοδη και καταστροφική «φυγή» στα ναρκωτικά, στο φανατισμό των ποδοσφαιρικών και άλλων ομάδων, στο λεγόμενο «εθελοντισμό», στην εκκλησία, ακόμα και σε «αντιεξουσιαστικές» οργανώσεις, στις οποίες «βάζει χέρι» με τον ένα ή άλλο τρόπο, αξιοποιεί για να προβοκάρει - ενοχοποιήσει εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, όπως συνέβη στις 5 Μάη 2010 με το «τυφλό» χτύπημα σε υποκατάστημα της Marfin.

Αλλά και η οργανωμένη παρέμβαση των οργανώσεων -πολιτικών ή συνδικαλιστικών- νεολαίας των αστικών κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ιδιαίτερα στα σχολεία και στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, μεθοδεύεται με στόχο τον αποπροσανατολισμό και την εκτόνωση, παράλληλα με το στόχο της ενσωμάτωσης, με υποσχέσεις-διλήμματα-εκφοβισμό. Συγχύσεις και αναχώματα στη συνείδηση και στον προσανατολισμό της δράσης προκαλούν και οι ψευτοαριστερές παρεμβάσεις, αυτές που δεν τσιγκουνεύονται σε κολακείες προς τους νέους, σε κούφιες επικρίσεις του συστήματος, χωρίς φερεγγυότητα και συνέπεια σε λόγους και δράσεις, αυτές που εύκολα συναντιούνται σε κοινά αντι-ΚΚΕ μέτωπα, ακόμα και με φιλοκυβερνητικές δυνάμεις.

Ετσι, οι σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης δε διαμορφώνουν μονοσήμαντα προϋποθέσεις συμμετοχής νέων από τις εργατικές και λαϊκές οικογένειες σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες προς όφελός τους με προοπτική. Το γεγονός αυτό αυξάνει τις απαιτήσεις στη δράση των μελών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, στην ιδεολογικοπολιτική ζύμωση, στην ενημέρωση-έμπνευση πρωτοπόρων νέων για δράση μέσα από αντιμονοπωλιακούς πόλους συσπείρωσης, όπως το Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών (ΜΑΣ) στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, το Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων Αθήνας (ΣΑΣΑ), της εργατικές επιτροπές και τα σωματεία του ΠΑΜΕ κλπ. Η είσοδος νέων μισθωτών στο κίνημα της εργατικής τάξης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης είτε θα συμβάλει υπό την επίδραση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στην ανανέωση του εργατικού κινήματος σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση είτε αντίθετα, στη βάση της χαμηλής κοινωνικής και πολιτικής πείρας, η είσοδος νέων μισθωτών στο κίνημα της εργατικής τάξης θα αξιοποιηθεί για ενίσχυση ρεφορμιστικών και αντιδραστικών προσανατολισμών.

Απαιτείται ένταση της ιδεολογικής-πολιτικής πάλης όπου βρίσκεται και δραστηριοποιείται η νεολαία, προκειμένου πιο μαζικά ν’ απεγκλωβιστούν πρωτοπόρα τμήματά της από την αστική και οπορτουνιστική επιρροή, να εκφραστεί αυτό και στην επικείμενη πολιτική μάχη των περιφερειακών και τοπικών εκλογών, με την αποφασιστική ενίσχυση των ψηφοδελτίων της «Λαϊκής Συσπείρωσης», απορρίπτοντας την αποχή ή τα ψευτοανεξάρτητα ψηφοδέλτια.

Η ζωή επιβεβαιώνει τις -πριν πέντε χρόνια- εκτιμήσεις του ΚΚΕ, διατυπωμένες στην Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψής του για τη δουλειά του Κόμματος στην νεολαία και τη στήριξη της ΚΝΕ:

«Η διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης της νεολαίας, των νέων ηλικιών, γενικά, είναι πολύ πιο σύνθετη υπόθεση στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Σε κάθε φάση και περίοδο, κάποιος ή κάποιοι παράγοντες, αντικειμενικοί και υποκειμενικοί, ασκούν μεγαλύτερη επίδραση, ενώ άλλοι μπορεί να υποχωρούν ή να περνάνε σε δεύτερη μοίρα, ανάλογα και με το συσχετισμό δυνάμεων. Δύο παράγοντες σήμερα έχουν διαμορφώσει νέες συνθήκες στη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης της νεολαίας και η επενέργειά τους είναι πολύ βαθιά: Η νίκη της αντεπανάστασης και οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Γι’ αυτό και απαιτείται, και μετά την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, να συνεχιστεί η προσπάθεια για πιο βαθιά μελέτη της επίδρασής τους, παίρνοντας υπόψη ότι από τη μια μεριά θέτουν εμπόδια στην πολιτικοποίηση της νεολαίας, από την άλλη όμως οξύνουν τα προβλήματα, φέρνουν στην επιφάνεια τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού».

Μπροστά στο 36ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, η ΚΟΜΕΠ, θεωρητικό - πολιτικό όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ, αφιερώνει την παρούσα έκδοσή της σε θέματα που σχετίζονται με τη νεολαία: θέματα Εκπαίδευσης-Οικονομίας, Παιδαγωγικής, Ιστορίας, καθώς και στο μεγάλο κοινωνικό ζήτημα της ανισοτιμίας - διπλής καταπίεσης της γυναίκας.

Δύο κείμενα που δημοσιεύονται στην ενότητα «Παιδεία - Οικονομία» αναφέροναι στις εξελίξεις που αφορούν τους όρους προετοιμασίας για ένταξη των αυριανών εργαζόμενων στην παραγωγή. Το πρώτο κείμενο, με τίτλο «Για τα επαγγελματικά δικαιώματα και την “απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων”», αναλύει τους στόχους της λεγόμενης «απελευθέρωσης» των επαγγελμάτων, αναδεικνύει το καθεστώς εργασιακών σχέσεων στο οποίο θα ενταχθεί το μεγαλύτερο μέρος νέων αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ, αυτό της μισθωτής εργασίας. Στο κείμενο αναδεικνύεται η γραμμή πάλης για την υπεράσπιση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά και η κατοχύρωσή τους στη σοσιαλιστική οικονομία.

Στην ίδια ενότητα δημοσιεύεται κείμενο με τίτλο «Η κατάσταση και οι εξελίξεις στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση. Η δράση του ΚΚΕ». Αναλύει τις εξελίξεις στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση (ΤΕΕ), ερμηνεύοντας τόσο τον αντικειμενικό όσο και τον ταξικό εκμεταλλευτικό χαρακτήρα των νέων ρυθμίσεων. Παρουσιάζει πώς το αστικό κράτος επιχειρεί να οργανώσει την ΤΕΕ εξυπηρετώντας τις ανάγκες του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, υλοποιώντας την κατεύθυνση της στενότερης σύνδεσης της ΤΕΕ με τις ανάγκες του κεφαλαίου, ώστε η ΤΕΕ να περιορίζεται σε μια στενή κατάρτιση στα πλαίσια της λεγόμενης «ευελιξίας», στην προετοιμασία «μισοειδικευμένης» φτηνής εργατικής δύναμης. Η διαδικασία αυτή αποτελεί αντιδραστική απάντηση σε μια προοδευτική τάση, αφού έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες δυνατότητες για τη διαμόρφωση ειδικευμένου τεχνικού εργατικού δυναμικού, ενεργητικού και όχι παθητικού στη διαδικασία της κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών.

Το κείμενο που δημοσιεύεται στην ενότητα «Παιδαγωγική» παρουσιάζει το έργο και το βιβλίο του Α. Σ. Μακάρενκο «Παιδαγωγικό Ποίημα», το οποίο επανεκδόθηκε από τη «Σύγχρονη Εποχή» μέσα στο 2010. Το κείμενο αναφέρεται στην παιδαγωγική προσπάθεια των πρώτων χρόνων της σοβιετικής εξουσίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε μέσα από την πρακτική δράση αλλά και τις θέσεις του Α. Σ. Μακάρενκο. Δεν περιορίζεται μόνο στην ανάδειξη των σημαντικών κατακτήσεων που πραγματοποιήθηκαν σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά προβάλλει και ορισμένες θεωρητικές απόψεις του Α. Σ. Μακάρενκο -εάν και όπως σημειώνεται, δεν υπήρξε θεωρητικός της παιδαγωγικής- που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους φοιτητές και νέους επιστήμονες της παιδαγωγικής και της ψυχολογίας.

Τα διδάγματα από την Ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος αποτελούν ανεκτίμητο εφόδιο για το παρόν και το μέλλον του Κομμουνιστικού Κόμματος, γνώση και δύναμη στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση της ΚΝΕ. Σε τέτοια ζητήματα αναφέρεται το κείμενο που δημοσιεύεται στην ενότητα «Ιστορία» με τίτλο «Η στάση των κομμουνιστών στη δικτατορία: πείρα κομμουνιστικού ατσαλώματος». Πρόκειται για ομιλία σε εκδήλωση της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας το 2009 με θέμα τη δράση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας. Αναφέρεται στη δράση του Κόμματος και της ΚΝΕ στις δύσκολες συνθήκες της δικτατορίας, επιβεβαιώνοντας πολύτιμα συμπεράσματα σε σχέση με την ανάγκη το Κόμμα να δρα σε όλες τις συνθήκες. Διαχρονικό συμπέρασμα αποτελεί ότι παρανομία δε σημαίνει εγκατάλειψη της μαζικής δράσης, αλλά οργάνωση της σε νέα βάση, σε νέες συνθήκες. Αναδεικνύει επίσης το στοιχείο της αταλάντευτης κομμουνιστικής επαναστατικής στάσης απέναντι στον ταξικό εχθρό, είτε αυτή έρχεται αντιμέτωπη με την απόλυση από το χώρο δουλειάς είτε έρχεται σε σύγκρουση με τους θεσμούς και τις διαδικασίες του αστικού πανεπιστημίου και σχολείου είτε αντιμετωπίζει τα βασανιστήρια και την απειλή ενάντια στην ίδια τη ζωή.

Στην ίδια ενότητα δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μέσα από τα σχολικά βιβλία», που αναφέρεται στην επιχειρούμενη διαστρέβλωση της Ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τα σχολικά βιβλία του Γυμνασίου και του Λυκείου. Το άρθρο αντικρούει με υλιστική-διαλεκτική μεθοδολογία και επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση την επιχειρηματολογία της αστικής ιστοριογραφίας σε σχέση με το χαρακτήρα του φασισμού-ναζισμού, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρόλου της ΕΣΣΔ, καθώς και των σύμμαχων δυνάμεων σε αυτόν.

Κοινωνικό-πολιτικό ζήτημα μεγάλης ιστορικής σημασίας αποτελεί η ανισότιμη κοινωνική θέση της γυναίκας, η ταξική προέλευση του προβλήματος και οι μακρόχρονες επιβιώσεις των ιδιαίτερων διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας, ακόμα και ανάμεσα στα φύλα της ίδιας τάξης.

Παρά τις αστικές κατακτήσεις, η ανισοτιμία διατηρείται για τις γυναίκες που άμεσα εντάσσονται ως εργαζόμενες στην εργατική τάξη, γιατί αποτελούν πηγή αύξησης της εκμετάλλευσης. Αναπαράγονται νέας μορφής διακρίσεις, νέου τύπου αποκλεισμοί από την κοινωνική παραγωγή, νέες μορφές αιτιολόγησης της εκμετάλλευσης στο όνομα της «ισοτιμίας» των δύο φύλων. Σε αυτή τη βάση εκσυγχρονισμού, παλιές θεωρίες που αποκόπτουν το πρόβλημα της ανισοτιμίας της γυναίκας από την ταξική του διάσταση ή που -στον αντίποδα των θεωριών- αιτιολογούν όλες τις κοινωνικές σχέσεις με τις βιολογικές διαφορές, αναπτύσσονται θεωρίες που πλήρως τις αρνούνται, θεωρώντας τες «πολιτισμικά» (βλέπε σωστότερα ιδεαλιστικά) κατασκευάσματα. Διάφορες ιδεαλιστικές ή αντιδιαλεκτικές υλιστικές θεωρίες για την ανισοτιμία των φύλων προβάλλονται και μέσα από το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η διαπάλη του μαρξισμού με φεμινιστικές και νεοφεμινιστικές αντιλήψεις αφορά άνδρες και γυναίκες, σπουδαστές και εργαζόμενους και από αυτή τη σκοπιά βρίσκει τη θέση του στο παρόν τεύχος που αφιερώνεται στη νεολαία, στην ενότητα «Γυναικείο ζήτημα» το άρθρο με τίτλο «Μαρξιστικό μέτωπο στις φεμινιστικές και νεοφεμινιστικές αντιλήψεις».

Στο παρόν τεύχος 5 της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 24.6.2010 έως 15.8.2010.