90 ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΜΕΠ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ (2)

«Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ,
Η ΑΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΟ Κ.Κ.Ε.»*

 Ο σ. Στάλιν μιλώντας στο 15ο Συνέδριο του Κομ. Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης τον Δεκέμβρη του 1927, για την μερική «σταθεροποίηση» του καπιταλισμού διεπίστωσε: «Απ’ αυτήν την σταθεροποίηση, απ’ το ότι η παραγωγή αυξάνει. απ’ τ’ ότι… το εμπόριο αυξάνει, απ’ τ’ ότι η τεχνική πρόοδος και οι παραγωγικές δυνατότητες αναπτύσσονται, ενώ, η παγκόσμια αγορά, οι διαστάσεις της αγοράς αυτής και οι σφαίρες επιρροής των ξεχωριστών ιμπεριαλιστικών ομάδων παραμένουν πολύ είτε λίγο σταθερές, ακριβώς απ’ αυτό ξεφυτρώνει η πιο βαθειά και η πιο οξεία κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού φορτωμένη με καινούργιους πολέμους και απειλούσα την ύπαρξη οποιασδήποτε σταθεροποίησης».

Υστερα από δυόμιση χρόνια τον Ιούνη του 1930 ο σ. Στάλιν πάλι, στο 16ο Συνέδριο του Κ.Κ. της Σοβ. Ενωσης στην έκθεση του έλεγε: «Πρέπει να παραδεχθούμε ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι η πιο σοβαρή και η πιο βαθειά κρίση απ’ όλες τις παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις που υπήρξαν ως τα σήμερα».

Ολη η πορεία των γεγονότων και η εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αποτελούν περίλαμπρη δικαίωση των διαπιστώσεων του σ. Στάλιν. Η μαρξιστική-λενινιστική σκέψη απόδειξε περίτρανα ότι είναι η μόνη επιστημονική σκέψη που πρόβλεψε και ανάλυσε την κρίση σ’ όλες τις λεπτομέρειες και σ’ όλα τα στάδια της εξέλιξής της.

Μα ταυτόχρονα αποδείχτηκε περίτρανα η χρεωκοπία και ο κομπογιαννιτισμός των διάφορων αστών και σοσιαλιστών θεωρητικών και οικονομολόγων που μπερδεμένοι μέσα στις αντιθέσεις της κρίσης στάθηκαν ανίκανοι να δώσουν μια σωστή διάγνωση.

Η χρεωκοπία αυτή της αστικής και σοσιαλφασιστικής1 θεωρητικής σκέψης εκδηλώθηκε ξεκάθαρα και στη χώρα μας, σ’ όλο το διάστημα απ’ την αρχή της κρίσης, απογυμνώθηκε όμως πέρα για πέρα τελευταία με την όξυνση της οικονομικής κρίσης και το πέρασμα της στην καινούργια της φάση την πιστωτική-νομισματική κρίση καθώς και την κρίση των δημόσιων οικονομικών. Απ’ την πιο πάνω παρέα δεν ξεφεύγει και ο τρικέφαλος ελληνικός τροτσκισμός με επί κεφαλής τον χειροτονηθέντα επίσημα απ’ τον Τρότσκυ αρχειοφασισμό2, που μια αρνιότανε πέρα για πέρα την κρίση και μια διεκήρυττε ότι πάει πια ο καπιταλισμός καταστράφηκε (!), υπόγραψε μόνος του την καταδίκη (!) κτλ. κτρ.

Πρέπει εδώ ακόμα μια φορά να τονισθεί ότι η πρώην διοίκηση του κόμματος όπως και σε ολόκληρη άλλη σειρά ζητημάτων, έτσι και στο ζήτημα της βαθειάς οικονομικής κρίσης που τραντάζει τα θεμέλια του ελληνικού καπιταλισμού, ιδεολογικά συνθηκολογούσε μπροστά στις διάφορες αντεπαναστατικές τροτσκιστικές θεωρίες.

 

* * *

Ο τελευταίος μήνας μας έφερε ολόκληρη σειρά από καινούργια γεγονότα που δείχνουν το παραπέρα βάθεμα κι όξυνση της κρίσης. Η οικονομική κρίση στην καινούργια της φάση κλονίζει βασικά ολόκληρο το πιστωτικό, νομισματικό και δημοσιονομικό σύστημα του ελληνικού καπιταλισμού. Η όξυνση και ο αντίχτυπος της παγκόσμιας κρίσης κάνουν τον κλονισμό αυτό πιο συνταραχτικό.

Στο επίσημο ανακοινωθέν που εκδόθηκε το βράδυ της 5 Δεκεμβρίου 1931, ύστερα απ’ τη συνομιλία Βενιζέλου-Μαξίμου, ανάμεσα στ’ άλλα λεγότανε: «Ο κ. Βενιζέλος, χωρίς να παραγνωρίζει την σοβαρότητα της διεθνούς οικονομικής καταστάσεως, νομίζει ότι υπάρχουν ακόμη ελπίδες επιτυχίας συνεννοήσεως μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η οποία θα επιτρέψει την συνέχισιν της δι’ εξωτερικών δανείων χρηματοδοτήσεως των παραγωγικών έργων τοιουτοτρόπως δε και το κάλυμμα θα διατηρηθή ακλόνητον εν συνδυασμώ μάλιστα, προς τα ληφθέντα περιοριστικά μέτρα και το εθνικόν εισόδημα, μετά την συμπλήρωσιν των παραγωγικών έργων θ’ αυξήση εις τρόπον ώστε να μη υπάρχει του λοιπού ουδείς κίνδυνος δια το ισοζύγιον των οικονομικών μετά της αλλοδαπής λογαριασμών μας».

Τι μας είπε ο ίδιος ο Βενιζέλος φεύγοντας στις 20 του Γενάρη για τη Λωζάννη; «…Οπωσδήποτε και αν συνέλθη η εν λόγω συνδιάσκεψις δεν φαίνεται πιθανόν ότι θα δυνηθή να φθάση εις οριστικήν λύσιν είναι δε πιθανόν να ληφθούν προσωρινά μέτρα, αναβαλλομένης επί τινας μήνας της οριστικής διευθετήσεως».

Οπως είνε γνωστό όχι μονάχα δεν πάρθηκαν «προσωρινά μέτρα» μα η συνδιάσκεψη της Λωζάννης ούτε καν συνήλθε, ναυάγησε πέρα για πέρα. Τι είνε εκείνο που ανάγκασε το Βενιζέλο ν’ αλλάξει τόσο μέσα σ’ ενάμισυ μήνα ώστε να γίνει «αγνώριστος»; Η αιτία βρίσκεται στα καινούργια στοιχεία που μας έφερε ο τελευταίος αυτός 1½ μήνας που δείχνουν όλο το βάθος της καινούργιας φάσης της οικονομικής κρίσης και δικαιώνουν πέρα για πέρα τη προοπτική του Κ.Κ.Ε. που απ’ το «Ριζοσπάστη» της 3 Νοέμβρη 1931 διακήρυττε: «Τι έχουμε σήμερα στην Ελλάδα; Εχουμε μια βαθειά οικονομική κρίση που ολοένα οξύνεται, που πέρασε πια σε καινούργια φάση της εξέλιξής της, στην πιστωτική-χρηματική κρίση και που προχωρεί γοργά και υποσκάφτει τα θεμέλια της δραχμής. Τα δημόσια οικονομικά κλονίζονται και βαδίζουν προς τη χρεωκοπία».

Ποια είνε τα τελευταία αυτά γεγονότα;

Παρ’ όλα τα περιοριστικά μέτρα η διαρροή συναλλάγματος στο εξωτερικό εξακολούθησε ακράτητη, πράγμα που επέφερε καινούργια πτώση των καλυμμάτων3 της δραχμής. Παρ’ όλη την πολιτική του περιορισμού των κυκλοφοριακών μέσων (στις 15/10/31, δηλαδή την επομένη του αγγλικού κραχ κυκλοφορούσαν 4.309,8 εκ. δρ. σε τραπεζογραμμάτια στις δε 23/1/32 3780,8, έχουμε δηλ. διαφορά 529 εκ. δρ. είτε 13%) που απέβλεπε στην εξασφάλιση του ποσοστού του καλύμματος πάνω απ’ τα 40% η διαρροή των καλυμμάτων εξακολούθησε πράγμα που ανάγκασε την κυβέρνηση και τη Τράπεζα της Ελλάδος να μειώσουν το ποσοστό του καλύμματος κάτω απ’ τα 40%. Ετσι ουσιαστικά η δραχμή έχασε τη χρυσή της βάση. Αυτό εκδηλώνεται και στην ελεύθερη αγορά όπου το δολλάριο έφτασε τις 98 δραχμές. Το γεγονός αυτό αποδείχνει όλη τη χρεωκοπία των κυβερνητικών μέτρων για τη «σωτηρία» της δραχμής. Πάντως απ’ το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να βγάλουμε εσφαλμένα συμπεράσματα. Ο Βενιζέλος μιλώντας στο γεύμα της Πλάκας στις 8 του Γενάρη είπε: «Τα πράγματα εξηλίσσοντο ομαλώς, μέχρις ότου η κατά Ιούνιον επίτασις της κρίσεως εν Γερμανία και η κατά Σεπτέμβριον απομάκρυνσις της λίρας από της χρυσής βάσεως, επέτειναν την παγκόσμιον οικονομικήν κρίσιν. Ητο φυσικόν η επίτασις της κρίσεως ταύτης να έχη ισχυρότατον και παρ’ ημίν αντίκτυπον».

Είναι ολοφάνερη η προσπάθεια που κάνει ο Βενιζέλος να ερμηνεύσει την κρίση στην Ελλάδα αποκλειστικά και μόνο με την πτώση της στερλίνας. Ετσι την κρίση δεν την βλέπει παρά μόνο στην ελάττωση των καλυμμάτων. Αν κατορθώσουμε να σταματήσουμε την ελάττωση των καλυμμάτων πάει την φάγαμε την κρίση! Ετσι το άπαντο της κρίσης περιορίζεται μέσα στα πλαίσια της πιστωτικής-χρηματικής κρίσης που οφείλεται βασικά σε εξωτερικά αίτια!

Μια πρόχειρη ανάλυση μερικών αριθμών θα μας πείσει πόσο εσφαλμένος και κομπογιαννίτικος είνε ο ισχυρισμός αυτός. Οταν άρχισε να δουλεύει η Τράπεζα της Ελλάδος τα καλύμματα ήσαν 3.963,9 εκ. δραχμές (κατάσταση 14/5/28). Η κατάσταση της 7/10/31 δηλ. της παραμονής του κραχ της στερλίνας παρουσιάζει καλύμματα 2.379,7 εκ. δρ. έχουμε δηλ. σ’ όλο αυτό το διάστημα πτώση κατά 1.584,2 εκ. δρ. δηλαδή 40%. Μετά την πτώση της στερλίνας η κατάσταση της 15/10/31 παρουσιάζει καλύμματα 2381,4 εκ. δρ. (αυτό μετά την ταχυδακτυλουργία με τα 5 εκατ. δολλάρια της Εθνικής) η δε κατάσταση της 23/1/32 1737,3. Εχουμε έτσι διαφορά μέσα στους τρεις τελευταίους μήνες κατά 645,1 εκ. δραχ. είτε πτώση κατά 28%. Η πτώση απ’ τις 14/5/28 ως τις 23/1/32 ανέρχεται σε 2.227,6 εκ. δρ. είτε 56%!

Οι αριθμοί λοιπόν αυτοί μας δείχνουν ότι η πτώση των καλυμμάτων, δηλ. των αποθεμάτων σε συνάλλαγμα της χώρας δεν οφείλεται στο κραχ της στερλίνας μα οφείλεται στην οξεία βιομηχανική και αγροτική κρίση που άρχισε στη χώρα μας απ’ το 1929 και κατά δεύτερο λόγο στην επίδραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Το αγγλικό κραχ δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επιταχύνει το ρυθμό της όξυνσης της κρίσης στη χώρα μας και του περάσματός της στην καινούργια της φάση την πιστωτική-χρηματική και νομισματική κρίση.

Η διαρροή συναλλάγματος στο εξωτερικό είναι γεγονός που συνόδευε πάντα την καπιταλιστική οικονομία της Ελλάδας στην εξέλιξή της και οφείλεται στο ότι η οικονομία αυτή ούτε ήταν πάντα ελλειμματική, το ισοζύγιον των πληρωμών της καπιταλιστικής Ελλάδος πάντα ήταν παθητικό. Τα κέρδη της ναυτιλίας, τα εμβάσματα των μεταναστών κτλ. και κυρίως ο ακράτητος δανεισμός απ’ το εξωτερικό καλύπτουν έτσι είτε αλλοιώς τα ελλείμματα αυτά. Μα ο δανεισμός αυτός με τις αυξανόμενες πάντα υποχρεώσεις που δημιουργεί για την πληρωμή των τοκοχρεωλυσίων αυτών, στους ξένους κατόχους των τίτλων των δανείων μας, σε ξένο συνάλλαγμα εις χρυσόν, αναπαρήγαγε ολοένα και πιο βαθειά τη βασική αυτή αντίθεση της ελλ. καπιταλιστικής οικονομίας.

Η οικονομική κρίση με το χτύπημα των εξαγωγών μας που σχετικά με τις εισαγωγές πέφτουν πιο γρήγορα, αν και σε απόλυτους αριθμούς οι εισαγωγές ελαττώθηκαν περισσότερο, με την ακινητοποίηση μεγάλου μέρους του εμπορικού μας στόλου, με την τεράστια ελάττωση των εμβασμάτων μεταναστών κτρ. κτρ., όξυνε στο ακρότατο όριο την παραπάνω αντίθεση και κατάφερε έτσι αποφασιστικό χτύπημα ενάντια στη δραχμή. Σύμφωνα με την κατάσταση της 23/1/32 της Τραπέζης της Ελλάδος η αναλογία των καλυμμάτων προς την κυκλοφορία, παρ’ όλη τη σοβαρή ελάττωση της τελευταίας όπως δείξαμε πιο πάνω, έφτασε τα 38,42%. Αυτά λέγει η επίσημη κατάσταση. Η ανεπίσημη, δηλ. αυτή που περνά στην ελεύθερη αγορά λέγει άλλα πούναι κατά πολύ χειρότερα. Η μείωση αυτή των καλυμμάτων ανάγκασαν την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος να περιορίσουν ακόμα πιο πολύ την παροχή συναλλάγματος για το εμπόριο. Τα μέτρα αυτά θα συντείνουν στην ακόμα πιο μεγάλη ένταση της κρίσης.

Αυτός είναι ένας απ’ τους λόγους που έκαναν «αγνώριστο» το Βενιζέλο μέσε σε ενάμισυ μήνα.

Η κατάσταση του εξωτερικού εμπορίου χειροτερεύει, η εύρυνση του ελλείμματος διαρκώς αυξάνει. Ο Αλ. Διομήδης μιλώντας στο λόγο του στο τεχνικό επιμελητήριο για το εξωτερικό εμπόριο είπε: «Ευτυχώς ότι η εισαγωγή δεικνύει μείζονα ακόμα ελάττωση». Στο περασμένο φύλλο της «Κομ. Επιθ.» (αρ. 3 Γενάρης 1932) αποδείχτηκε πόσο κομπογιαννίτικος είναι ο ισχυρισμός αυτός. Βέβαια μια και εξ αιτίας της κρίσης πέφτει το σύνολο του εξωτερικού εμπορίου, πέφτει σε απόλυτους αριθμούς και το έλλειμμά του. Μα σε σχετικούς αριθμούς το έλλειμμα αυτό αυξάνει γιατί η πτώση των εξαγωγών είναι μεγαλείτερη απ’ την πτώση των εισαγωγών. Ετσι η εξαγωγή στους 11 πρώτους μήνες του 1931 ελαττώθη κατ’ αξίαν κατά 27% ενώ η εισαγωγή μονάχα κατά 18%. Οι αριθμοί αυτοί είναι πολύ πιο πειστικοί απ’ τις σοφιστείες του Διομήδη.

Αν πάρουμε όμως το εξωτερικό μας εμπόριο όχι στις δραχμές μα στα εμπορεύματα έχουμε εικόνα που είνε ακόμα χειρότερη.

Οι αριθμοί αυτοί παρουσιάζουν την παρακάτω κατάσταση:

Ετσι οι εισαγωγές σε είδη παρουσιάζουν στο 1931 σχετικά με το 1930 αύξηση έστω και ελάχιστη. Ολότελα αντίθετη εικόνα παρουσιάζουν οι εξαγωγές:

Η πτώση λοιπόν των εξαγωγών σε είδη στο 1931 σε σύγκριση με το 1930 είναι σοβαρώτατη και δείχνει όλο το βάθος και την ένταση της κρίσης. Το γεγονός ότι η διαφορά δεν παρουσιάζεται τόσο έκδηλη όταν συγκρίνουμε την εξαγωγή και εισαγωγή σε δραχμές οφείλεται στο ότι η πτώση των τιμών των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι μεγαλείτερη απ’ την πτώση των τιμών των εμπορευμάτων που εξάγουμε.

Εχοντας υπόψη μας ότι, τόσο πριν, πολύ όμως περισσότερο σήμερα με το σταμάτημα παροχής δανείων απ’ το εξωτερικό, την τεράστια ελάττωση των αδήλων πόρων κλπ. οι εξαγωγές μας αποτελούσαν το σπουδαιότερο παράγοντα εξασφάλισης συναλλάγματος μπορούμε να καταλάβουμε τη σοβαρότητα που έχει για τον ελληνικό καπιταλισμό το ζήτημα της αύξησης των εξαγωγών, της ισοσκέλισης του εμπορικού μας ισοζυγίου, της ελάττωσης των εισαγωγών κτλ.

Αυτού ψάχνει να βρει ο Ελληνικός καπιταλισμός τη «λύση» του προβλήματος του ισοζυγίου των πληρωμών.

Οι λογαριασμοί μας με το εξωτερικό παρουσιάζουν στην τετραετία 1928-1931, σύμφωνα με τους αριθμούς που έδωσε ο Διομήδης στη διάλεξή του στο τεχνικό επιμελητήριο, την παρακάτω κατάσταση:

Σύμφωνα με τους ίδιους αριθμούς το έλλειμμα καλύφθηκε με τα δάνεια που γίνηκαν στο διάστημα αυτό και που ανέρχονται σε 20.500.000 λίρες, με 5.500.000 λίρες απ’ τα σε χρυσό καλύμματα της δραχμής που ελαττώθηκαν κατά το ποσό αυτό στο διάστημα απ’ το 1928-1931 και με 73 άλλα εκ. λίρες που προέρχονται απ’ τα κέρδη της ναυτιλίας, τα εμβάσματα των μεταναστών, τοποθετήσεις ξένων κεφαλαίων, απ’ τις επανορθώσεις κτλ.

Βλέπουμε λοιπόν ότι επί συνόλου υποχρεώσεων προς το εξωτερικό από 160 εκ. λίρες οι εξαγωγές μας δεν κάλυψαν παρά τα 61 εκ. δηλ. τα 38% μονάχα. Ο Διομήδης για να σκεπάσει την πραγματική σημασία των αριθμών αυτών, μας δίνει την τετραετία συνολικά και όχι ανάλυση συγκριτική για τον κάθε χρόνο. Εχοντας όμως υπ’ όψει μας τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της ελάττωσης των εμβασμάτων, του σταματήματος παροχής δανείων απ’ το εξωτερικό, της επίσπευσης του ρυθμού της ελάττωσης των καλυμμάτων κτλ. μπορούμε να είμεθα βέβαιοι ότι το παραπάνω έλλειμμα δεν μοιράζεται ίσα στα τέσσερα χρόνια, μα αυξάνει προοδευτικά από χρόνο σε χρόνο.

Αυτό το γεγονός ξεσκεπάζει πέρα για πέρα την ουτοπία των σχεδίων για τη λύση του προβλήματος ισοζυγίου των πληρωμών με την αύξηση της εξαγωγής, ελάττωση της εισαγωγής κτλ. Στην καλλίτερη περίπτωση μόνο ωρισμένες ασήμαντες βελτιώσεις μπορούν να επιτευχθούν χωρίς να μεταβάλουν την ουσία των πραγμάτων. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε καλλίτερα όταν έχουμε υπ’ όψει μας ότι ενώ οι εξαγωγές μας αποτελούνται κυρίως από είδη όχι πρώτης ανάγκης (εκλεκτά καπνά, σταφίδα, κρασιά, φρούτα κτλ.), πληρώνουμε κάθε χρόνο σχεδόν 10 εκατ. λίρες χρυσές για την εισαγωγή ειδών πρώτης ανάγκης. Δεν θα επιμείνουμε περισσότερο στο σημείο αυτό της αύξησης των εξαγωγών κτλ. γιατί ξαίρουμε ότι η παγκόσμια οικονομ. κρίση το πρόβλημα αυτό το έθεσε αποφασιστικά μπροστά σ’ όλα τα καπιταλιστικά κράτη, που κι αυτά όπως και η Ελληνική μπουρζουαζία, προσπαθούν να το λύσουν το ένα σε βάρος του άλλου, με την όξυνση του δασμολογικού πολέμου κτλ. που οδηγούν στην όξυνση των αναμεταξύ των ανταγωνισμών.

Αλλη πλευρά της νέας φάσης της κρίσης μας παρουσιάζει η συνεχιζόμενη διαρροή των καλυμμάτων που άρχισε αμέσως μετά τη σταθεροποίηση μα που τελευταία επιταχύνθηκε πολύ. Παίρνονται απελπιστικά μέτρα και μέσα σ’ αυτά είναι και η από μέρους της Τραπέζης της Ελλάδος αύξηση του προεξοφλητικού τόκου από 11 σε 12%.

Αυτό παράλληλα με την ένταση των απαγορευτικών για το συνάλλαγμα μέτρων καταφέρει καίρια χτυπήματα ενάντια στη βιομηχανία και το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο. Η βιομηχανική παραγωγή θα πέσει ακόμα πιο κάτω γιατί δε θα μπορεί να βρει φτηνές και μπόλικες πιστώσεις, το εμπόριο για τους ίδιους λόγους θα νεκρώσει περισσότερο· υπάρχει και ολόκληρη σειρά άλλων λόγων. Ολοι αυτοί αποτελούν διάφορες πλευρές ενός και του αυτού φαινομένου, που η κάθε μια επιδρά πάνω στην άλλη και υφίσταται την επίδρασή της, την οξύνει και οξύνεται απ’ αυτή.

Ο Βενιζέλος λοιπόν ξαναγλύφοντας αυτού πούφτυνε αφού έστειλε πρώτα το τσιράκι τον Τσουδερό τσάρκα στην Ευρώπη έφυγε κι αυτός. Πάει για δάνειο. Το παληό μας βιολί. Η αποτυχία του όμως είναι παραπάνω από βεβαία. Η αγγλική αγορά είνε κλειστή, δεν μπορεί ούτε τον εαυτό της να σώσει. Η Γαλλία δεν θα δώσει δάνειο παρά μόνο αν ο Βενιζέλος δηλώσει πλέρια υποταγή στην πολιτική του γαλλικού ιμπεριαλισμού στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, ενάντια στη Σοβ. Ενωση. Παράλληλα ο Νιμάγιερ καταπλέει στην Ελλάδα για να εξετάσει όλη την οικονομική της κατάσταση. Απ’ αυτόν θα εξαρτηθεί αν θα της παραχωρηθεί προσωρινό χρεωστάσιο, είτε ωρισμένες «διευκολύνσεις» για την πληρωμή των προς το εξωτερικό χρεών της.

Το βέβαιο είνε ότι «το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκκαλο». Ο κίνδυνος οικονομικής χρεωκοπίας της Ελλάδος είναι άμεσος και ξεπροβάλλει από κάθε γωνιά. Οποια πέτρα σηκώσεις θα τον βρεις από κάτω. Μπαίνει τότε το ερώτημα γιατί δεν κηρύττει χρεωστάσιο μόνη της η Ελληνική μπουρζουαζία όπως έκανε τελευταία η Ουγγαρία και όπως έκαναν πριν πολλές χώρες; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Το ζήτημα είναι ότι και με το χρεωστάσιο ακόμα χωρίς μια άμεση ενίσχυση απ’ το εξωτερικό πάλι δεν επέρχεται καμμιά ουσιαστική μεταβολή. Γι’ αυτό η καπιταλιστική Ελλάδα δεν μπορεί να δράσει «αποφασιστικά». Μόνο να ζητιανέψει μπορεί. Και αυτό που της επιτρέπουν αυτό κάνει. Ενας άλλος λόγος που εξηγά γιατί ένα μέρος της Ελληνικής μπουρζουαζίας (γύρω απ’ τη Δημ. Ενωση κτλ.) είναι υπέρ της άμεσης κήρυξης χρεωστασίου ενώ οι μεγάλοι καρχαρίες αντιστέκονται είναι ότι οι τελευταίοι αυτοί κρατούν στα χέρια των τοποθετημένο στο εξωτερικό μεγάλο ποσό ελληνικών χρεωγράφων. Κάθε λοιπόν κήρυξη χρεωστασίου θα τους έπληττε σοβαρά.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι τα χτυπήματα που καταφέρνει η οικονομική κρίση είναι τόσο πολυάριθμα και πολυποίκιλα που η σύγχιση μέσα στο στρατόπεδο της κεφαλαιοκρατίας όλο ένα και αυξάνει. Μόλις άρχισε στο εξωτερικό να ψιθυρίζεται η μεγάλη χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδος η Αμερική διέκοψε τις διαπραγματεύσεις για την παροχή σταριού με πίστωση. Οι καταθέσεις των τραπεζών στο 1931 ελαττώθηκαν κατά 1.700 εκατ. δρ. Αν σ’ αυτό προσθέσουμε και τις παγιωμένες πιστώσεις των που οι διάφοροι έμποροι και βιομήχανοι αδυνατούν να τις επιστρέψουν εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης θα καταλάβουμε τα αίτια της πιστωτικής κρίσης και τις δυσκολίες που τραβάν οι τράπεζες. Στο 1931 τα διαθέσιμα της Τραπέζης της Ελλάδος ελαττώθηκαν κατά 5 σχεδόν φορές και έφτασαν τα 213.000.000 δρ. Κατώτερο ποσό δεν είχε σημειωθεί ποτέ. Δεν θάχουμε άδικο λοιπόν αν μιλήσουμε για σοβαρώτατες δυσκολίες της Τραπέζης της Ελλάδος. Οι εισπράξεις των σιδηροδρόμων πέφτουν συνεχώς και είναι γνωστές οι προσπάθειες του κράτους για να τους σώσει. Μετά το σταμάτημα των παραγωγικών έργων και των έργων οδοποιίας, τελευταία το υπουργείο Συγκοινωνίας διέταξε τους νομομηχανικούς να σταματήσουν κάθε δημόσιο έργο που δεν έχει σχετική πίστωση. Η Αγροτική Τράπεζα περνά πολύ δύσκολες μέρες και κρατιέται μονάχα χάρις στην καταλήστευση των αγροτών απ’ τους οποίους αρπάζει και την τελευταία μπουκιά των. Η κατανάλωση καπνού σύμφωνα με ανακοινώσεις του Υπουργείου των Οικονομικών πέφτει. Η κλωστοϋφαντουργία περνά σήμερα τις πιο δύσκολες μέρες… Μα δεν υπάρχει σωσμός.

 

* * *

Πώς αναλύουν την οικονομική κρίση, πώς την εξηγούν και τι μέτρα προτείνουν οι αστοί θεωρητικοί και οικονομολόγοι;

Πρέπει να ξανατονίσουμε εδώ ότι, κατά πρώτον, πριν το κραχ της στερλίνας δεν έβλεπαν ούτε και ανέφεραν πουθενά για κρίση και δεύτερον, όταν άρχισαν να μιλάν για κρίση την απέδιδαν ολοκληρωτικά στην επίδραση της παγκόσμιας κρίσης. Ολοι τους συμφωνούσαν σ’ αυτό έχοντας επί κεφαλής το Βενιζέλο.

Να λόγου χάρη τι μας λέγει ο Α. Διομήδης:

«Η κυριωτέρα αιτία της κρίσεως πρέπει ν’ αναζητηθή εις την μεταπολεμικήν ιδίως πληθωρικήν χρήσιν και κατάχρησιν της πίστεως» (διάλεξη του Α. Διομήδη στο τεχνικό επιμελητήριο «Ελ. Βήμα» 17-1-1932).

Με το αγγλικό κραχ έκλεισε για τη χώρα μας και η τελευταία πόρτα για δάνεια και πιστώσεις, για τα παραγωγικά έργα κ.τ.λ. Κατά το Διομήδη λοιπόν, οι βιομηχανικές, εμπορικές και τραπεζιτικές επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν χάρη στην «κατάχρηση της πίστεως» και όχι πάνω σε «υγιείς βάσεις» μόλις ύστερα απ’ το αγγλικό κραχ άρχισαν να δυσκολεύονται στο να βρουν πιστώσεις για τη συνέχιση των εργασιών βρέθηκαν σε κατάσταση κρίσης! Αυτό βέβαια είναι πολύ απλή και πολύ εύκολη λύση που σκεπάζει όμως πολύ άτεχνα τους βαθύτερους λόγους που έχει ο Διομήδης να διαλαλεί την πολιτική του της με κάθε θυσία διατήρησης της πίστης μας στο εξωτερικό, της αντιπληθωρικής πολιτικής, του περιορισμού των πιστώσεων κτλ. Είναι η πολιτική που ακολουθεί η Τράπεζα της Ελλάδος, η κυβέρνηση, το τραπεζικό κεφάλαιο γενικά. Η με κάθε θυσία διατήρηση της πίστης μας στο εξωτερικό, η μη δηλαδή κήρυξη χρεωστασίου οφείλεται στους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω. Οι τράπεζες κρατάν τεράστια ποσά των ομολογιών των εθνικών δανείων και πληρώνονται σε χρυσό. Λόγου χάρη η Εθνική Τράπεζα έχει ομολογίες εθνικών δανείων αξίας 1.662.596.819 δραχμ. Κάθε λοιπόν κήρυξη χρεωστασίου θα τις χτυπούσε σοβαρά. Αντιπληθωρική επίσης πολιτική ακολουθεί το τραπεζικό κεφάλαιο και η κυβέρνηση γιατί α) εφ’ όσον το χρέος μας στο εξωτερικό είναι σε χρυσό ο πληθωρισμός απ’ την άποψη αυτή δεν θα ωφελούσε διόλου, β) οι τράπεζες είναι επίσης κατά της εγκατάλειψης της χρυσής βάσης γιατί τότε κινδυνεύουν να χάσουν τις τεράστιες πιστώσεις που έχουν δώσει στο εμπόριο και τη βιομηχανία. Το «Ελεύθερο Βήμα» εκπροσωπούν κυρίως τους πιο πάνω κύκλους γράφει στο άρθρο του της 7-1-32: «Εκείνοι οι οποίοι διά νέου πληθωρισμού ζητούν να θεραπεύσουν την κατάστασιν ευρίσκονται εις πλάνην. Θα θεραπεύσουν μόνον διά του μέσου τούτου ολίγους ιδιώτας και ιδρύματα». Απεναντίας η βιομηχανία και το εμπόριον κερδίζουν σοβαρά μια και ο πληθωρισμός τους δίνει τη δυνατότητα να απαλλαγούν από ένα μέρος του χρέους τους προς τις τράπεζες. Γι’ αυτό και ο Χαρίλαος με τον Ευλαμπίου, ως πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών κάτω από διάφορα προσχήματα κηρύσσονται υπέρ του πληθωρισμού. Ετσι ο Ευλαμπίου διαπιστώνων ότι η περιστολή παροχής πιστώσεων προς τη βιομηχανία και το εμπόριο εσταμάτησε επί εν τρίμηνον την ζωήν της χώρας κηρύσσεται ανοιχτά υπέρ της αυξήσεως της κυκλοφορίας πράγμα που θα επιτρέψει την αύξηση των πιστώσεων και υπέρ του πληθωρισμού: «Εκ των άνω σκέψεων ορμώμενος άγομαι εις το συμπέρασμα ότι εν Ελλάδι εις τας στιγμάς τας οποίας διερχόμεθα, η συνέχισις της σμικρύνσεως της κυκλοφορίας εσταμάτησε την κανονικήν λειτουργίαν των πιστωτικών μας ιδρυμάτων. Θα μας αντείπει τις: “Εάν προσετίθεντο 500 εκατομμύρια εις την κυκλοφορίαν, δεν θα κατήρχετο το κάλυμμα κάτω των 40%;”. Εις απάντηση λέγω ότι εις τοιαύτας στιγμάς πρωτοφανούς κρίσεως… δεν προσέχει τις εις τους τύπους, αλλά αγωνίζεται δια την ουσίαν». Και παραπάνω: «Δεν ήμην ποτέ θιασώτης της πληθωρικής κυκλοφορίας… Διανύομεν τότε περίοδον, καθ’ ην αι τράπεζαι αντηγονίζοντο αλλήλας εις την χορήγησιν πιστώσεων. Αυτήν την στιγμήν εξ άλλου βαδίζομεν επί αντιθέτου πορείας». (Ε.Σ. Ευλαμπίου. «Εστία» 28-12-1931).

Τα πράγματα είναι ολοφάνερα: οι τράπεζες που έχουν τεράστια ποσά και παγιωμένα (ακινητοποιημένα) στις πιστώσεις τους προς το εμπόριο και τη βιομηχανία διέρχονται σήμερα δύσκολες στιγμές. Η πιστωτική κρίση πλήττει κυρίως αυτές. Γι’ αυτό περιορίζουν τις πιστώσεις και αυξάνουν τον προεξοφλητικό τόκο. Ο περιορισμός των πιστώσεων ελαττώνει το ποσό του λειτουργούντος βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου, χτυπά σοβαρά την παραγωγή και το εμπόριο. Ετσι η πιστωτική κρίση οξύνει τη βιομηχανική και εμπορική κρίση. Για να μη χάσουν τα χορηγηθέντα σε πιστώσεις ποσά οι τράπεζες είναι κατά του πληθωρισμού. Παράλληλα η προσπάθεια για τη διατήρηση της χρυσής βάσης επιβάλλει με τη συνεχή πτώση των καλυμμάτων, τον περιορισμό των κυκλοφοριακών μέσων. Απεναντίας βιομήχανοι και έμποροι στον πληθωρισμό βλέπουν πολύ ώφελος: απαλλαγή των από μέρος των χρεών των, αύξηση των κυκλοφοριακών μέσων και κατά συνέπεια των πιστώσεων, πτώση του προεξοφλητικού τόκου που έφτασε, όπως λέει ο Χαρίλαος, ο επίσημος τα 15% και ο ανεπίσημος τα 25% και έτσι διευκόλυνσή των, φτήνεμα των εργατικών χεριών και αύξηση των συναγωνιστικών ικανοτήτων κτλ.

Βέβαια αυτού θα πρέπει να αποφύγουμε κάθε μηχανικό χειρισμό και αντιπαράθεση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου όπως κάνουν οι λικβινταριστές και αρχειοφασίστες. Πρέπει να δώσουμε μια σωστή ανάλυση των φαινομένων. Το βέβαιο είναι όπως λέει και ο Μαρξ ότι στην περίοδο των κρίσεων οι αλληλοσυναγωνιζόμενοι «αδελφοί» καπιταλιστές προσπαθούν να φορτώσουν ο ένας στον άλλο τις ζημιές. Αυτή η πάλη για το αλληλοφόρτωμα των ζημιών της κρίσης σήμερα στην εποχή της σημερνής οικονομικής κρίσης παίρνει εξαιρετικές μορφές. Βέβαια είναι βασικά εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι απ’ την κρίση το ίδιο με το προλεταριάτο πάσχει και η μπουρζουαζία. Αυτό το πράγμα είναι εσφαλμένο γιατί κρύβει τα προτσές εκείνα που στην πραγματικότητα λαβαίνουν χώρα μέσα στη μπουρζουαζία και δεύτερο σκεπάζει το γεγονός ότι η κεφαλαιοκρατία με όλες της τις δυνάμεις προσπαθεί τα βάρη της κρίσης να τα φορτώσει στο προλεταριάτο και στις εργαζόμενες μάζες. Πάντως είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η κρίση σημαίνει και δεν μπορεί να μη σημαίνει ελάττωση του όγκου της υπεραξίας που η κεφαλαιοκρατία βγάζει απ’ την εργατιά. Αυτό εκδηλώνεται στη μεγάλη πτώση του όγκου και της νόρμας του κέρδους.

Πάντως και η πάλη αυτή των διαφόρων καπιταλιστικών ομάδων είναι σχετική. Στην περίοδο του ιμπεριαλισμού οι τράπεζες παίζουν ολότελα καινούργιο ρόλο. Διαθέτουν αυτές όλο το κεφάλαιο της τάξης των καπιταλιστών και τα κυριώτερα μέσα παραγωγής. Πολλές φορές οι καταθέσεις των τραπεζών κατά πολλές φορές ξεπαιρνούν το κεφάλαιό τους. Λόγου χάρη η Εθνική Τράπεζα έχει κεφάλαιο 1.205 εκατ. δρ. και καταθέσεις 7.305 εκ. δρ. Δηλαδή ξεπερνούν οι καταθέσεις το κεφάλαιο σχεδόν 7 φορές! Αν βάλουμε και το κεφάλαιο των βιομηχανικών και λοιπών επιχειρήσεων που ελέγχει τότε θα ξεπεράσουν τις 20 και 30 φορές. Αυτό δημιουργεί στην Εθνική Τράπεζα όπως και στις άλλες την υποχρέωση να «σώζουν» τις βιομηχανικές και άλλες επιχειρήσεις απ’ τις δυσκολίες και τις χρεωκοπίες σε περιόδους κρίσης σαν τη σημερινή δίνοντας καινούργιες πιστώσεις για να «σώσουν» έτσι και τις προηγούμενες. Ετσι αυξαίνουν τα «παγιωμένα» κεφάλαιά τους και τους κινδύνους που διατρέχουν οι ίδιες. Ετσι μπορούμε να εξηγήσουμε και το γεγονός ότι ενώ όλες οι άλλες τράπεζες στο 1931 ελάττωσαν κατά πολύ την παροχή πιστώσεων η Εθνική Τράπεζα τις αύξησε. Αυτό δείχνει όχι τη δύναμη μα την αδυναμία της Εθνικής. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ακόμα ότι πολλές τράπεζες στηρίζονται κυρίως στην κερδοσκοπία είναι κι αυτές υπέρ του πληθωρισμού που τις ευκολύνει στις δουλιές τους. Πάντως το συμπέρασμα που θα πρέπει να βγάλουμε απ’ τα αμέσως πιο πάνω είναι ότι σειρά ολόκληρη αστών πολιτικών και οικονομολόγων βλέπουν και προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα της κρίσης απ’ την πλευρά του χρηματικού και πιστωτικού συστήματος και ξεπροβάλλουν ολόκληρη σειρά σχεδίων και κόντρα σχεδίων. Ετσι άλλοι προτείνουν τον πληθωρισμό που θάχει για συνέπεια την ελάττωση των χρεών τους, την ύψωση των ονομαστικών τιμών κτλ. Παράλληλα είτε ξεχωριστά προτείνουν τον πιστωτικό πληθωρισμό για την παροχή μέσων στη βιομηχανία και το εμπόριο για να ξανακινηθούν. Αλλοι προτείνουν τον αντιπληθωρισμό, τον περιορισμό των πιστώσεων γιατί όπως λέει το «Ελ. Βήμα» της 7/1/32: «Ο υπερδανισμός κρατών και ιδιωτών έφθασεν εις το απροχώρητον και εγέννησεν αδυναμίαν προς κανονικήν εξόφλησιν των χρεών τούτων». Αυτό εννοείται αφορά μόνο τους ιδιώτας γιατί το «Ελ. Βήμα» υποστηρίζει και υπερθεματίζει το Βενιζέλο στις προσπάθειές του να βρει δάνειο.

Ετσι κατά τους αστούς αυτούς οικονομολόγους και πολιτικούς το άπαντον της κρίσης είναι η χρηματική-πιστωτική κρίση.

Για το Μαρξ η πιστωτική κρίση δεν είναι παρά μονάχα «μια στιγμή των βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων» («Κεφάλαιο», τόμος Ι).

Σε άλλο μέρος έτσι ο Μαρξ ορίζει την πιστωτική κρίση:

«Εφ’ όσον το προτσές της αναπαραγωγής διεξάγεται ομαλά, και έτσι η επιστροφική ροή του κεφαλαίου είναι εξησφαλισμένη, η πίστωση αυτή στέκεται στέρεα και ευρύνεται, όμως η εύρυνσή της στηρίζεται πάνω στην εύρυνση του ίδιου του προτσές της αναπαραγωγής. Μόλις όμως πιάσει απραξία, τότε σαν συνέπεια της επιβραδυνθείσης επιστροφικής ροής του κεφαλαίου, των παραγιομάτων αγορών, των ελαττωθεισών τιμών, αποκαλύπτεται περίσσια βιομηχανικού κεφαλαίου, μα σε τέτοια μορφή στην οποία το κεφάλαιο αυτό δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις λειτουργίες του. Υπάρχει μάζα εμπορευματικού κεφαλαίου, μα δεν υπάρχουν αγοραστές γι’ αυτό. Μάζα βασικού κεφαλαίου, μα χάρι στην απραξία της αναπαραγωγής αυτό κατά το μεγαλείτερο μέρος βρίσκεται χωρίς δουλιά. Η πίστωσις ελαττώνεται: 1) γιατί το κεφάλαιο αυτό δεν είναι απασχολημένο, δηλαδή σταμάτησε σε μια απ’ τις φάσεις της αναπαραγωγής του γιατί δεν μπορεί να εχτελέσει τις μεταμορφώσεις του, 2) γιατί υποσκάφθηκε η εμπιστοσύνη στη διαρκή ροή του προτσές της αναπαραγωγής, 3) γιατί ελαττώνεται η ζήτηση εμπορικής πίστωσης» («Κεφάλαιο», ΙΙΙ τόμος, 2 μέρος). Η κανονικότητα του προτσές της παραγωγής διαταράχθηκε απ’ τη βιομηχανική και αγροτική κρίση που μπήκε στον τρίτο της χρόνο. Ετσι διαταράχτηκε και η ομαλή πορεία της επιστροφικής ροής του κεφαλαίου. Οι αποθήκες και τα μαγαζιά είναι γιομάτα από εμπορεύματα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει όγκος πολύς, κεφαλαίου σε εμπορεύματα, μα αγοραστές γι’ αυτό δεν υπάρχουν. Ετσι έχουμε τη μόνη σωστή εξήγηση και ανάλυση της χρηματικής πιστωτικής κρίσης που δεν είνε παρά «μια στιγμή των βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων». Ετσι η πιστωτική κρίση δεν είνε κάτι το αυτοτελές μα κάτι το παράγωγο. «Η επιπολαιότητα της πολιτικής οικονομίας αποκαλύπτεται ανάμεσα στα άλλα και στο ότι την εύρυνση είτε την ελάττωση των πιστώσεων, που είνε απλά συμπτώματα των εναλλασσομένων περιόδων του βιομηχανικού κύκλου, τις παραδέχεται σαν αιτίες (των περιόδων)» («Κεφάλαιο» Ι τόμος). Ετσι ξεσκεπάζεται και όλη η ανικανότητα των μέτρων που προτείνουν οι αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί της χώρας μας για τη λύση των προβλημάτων της οικονομικής κρίσης.

Υπάρχουν όμως και άλλες συνταγές για την «αντιμετώπιση» της κρίσης. Λόγου χάρη ο Λ. Μακκάς και ο Δημ. Φουντούλης («Εστία» 24 και 16-1-1932) προτείνουν τον καταρτισμό μακρόχρονων οικονομικών σχεδίων, την πραγματοποίηση, αν και δεν το λεν ανοιχτά του κρατικού καπιταλισμού. Το Σοσιαλιστικό «πεντάχρονο» της Σοβ. Ενωσης δεν τους αφίνει σε ησυχία. Η ιδέα άλλως τε δεν είναι δική τους. Στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ιαπωνία και άλλοι έκαναν παρόμοιες προτάσεις.

Η ουτοπία των προτάσεων αυτών είναι ολοφάνερη. Στη Σοβιετική Ενωση η πραγματοποίηση μιας οικονομίας που βασίζεται πάνω σε σχέδια είναι δυνατή γιατί το προλεταριάτο ανέτρεψε την κεφαλαιοκρατία, εγκαθίδρυσε τη διχτατορία του, συγκέντρωσε στα χέρια του κράτους όλα τα διευθυντικά οικονομικά πόστα της χώρας (βιομηχανία, τράπεζες, μεταφορές, γη κτλ.) και παράλληλα κατάργησε κάθε είδος εκμετάλλευσης.

Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν αυτά στην καπιταλιστική Ελλάδα της ατομικής ιδιοκτησίας, της παραγωγής για το κέρδος κτλ.;

Στη Σοβ. Ενωση η επιτυχία της σχεδιοποίησης και η διαρκής, τεράστια, άγνωστη για τον καπιταλισμό, αύξηση της παραγωγής στηρίζεται πάνω στην διαρκή καλλιτέρευση των υλικών και πνευματικών συνθηκών ζωής των εργαζομένων κατοίκων.

Η πραγματοποίηση μιας οικονομίας σχεδίου στην Ελλάδα προϋποθέτει κατάργηση των θεμελίων του καπιταλισμού, κατάργηση του ίδιου. Μια τέτοια οικονομία μονάχα το προλεταριάτο μπορεί να την πραγματοποιήσει, ανατρέποντας με την επανάσταση τους εκμεταλλευτές του.

Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι το κράτος στην καπιταλιστική Ελλάδα συγκεντρώνει στα χέρια του σύμφωνα με την πρόταση του Λ. Μακκά όλη την παραγωγή, κίνηση κτλ. αυτό θα σήμαινε στην ουσία ακόμα μεγαλύτερη κυριαρχία των μονοπωλίων, των τραπεζών, και του χρηματιστικού κεφαλαίου, τελειωτική υποδούλωση και υπερεκμετάλλευση του εργαζόμενου λαού. Η «πραγματοποίηση» του σχεδίου αυτού μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής Ελλάδος όχι μονάχα δεν θα ωδηγούσε στην υπερνίκηση της κρίσης μα απεναντίας θα την όξυνε ακόμα περισσότερο, γιατί η υπερεκμετάλλευση του λαού θα στένευε περισσότερο ακόμα την αγοραστική του δύναμη, θα βάθαινε τη βιομηχανική και αγροτική κρίση, θα αύξαινε πιο πολύ την ανεργία κτλ.

Μα και η πιο πάνω πρόταση μας δείχνει το αδιέξοδο, τη στειρότητα και τη χρεωκοπία της αστικής θεωρητικής σκέψης που θέλει να δανειστεί απ’ τη Σοβιετική Ενωση τα μέσα της «σωτηρίας» του καπιταλισμού.

Εκεί όμως που φανερώνεται η χρεωκοπία αυτή σ’ όλη της τη λαμπρότητα είναι στην πρόταση που κάνει η αρτηριοσκληρωτική «Εστία» της 26-1-1932: «Και έχουν απολύτως δίκαιο οι Αγγλοι εκείνοι, οι οποίοι εξανίστανται κατά της ιδέας της ιδρύσεως νέων ρασιοναλιστικών εργοστασίων και οι οποίοι ήγειραν το μέγα ζήτημα της αμύνης του ανθρώπου κατά της μηχανής. Είναι καιρός, επί τέλους, να επαναστατήσει ο άνθρωπος κατά του τυράννου αυτού, όπως εξειλίχθη επ’ εσχάτων η μηχανή!!».

Ποτέ ακόμα πιο ολοφάνερα δεν αποκαλύφθηκε η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ιδιωτικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Ποτέ στην ιστορία της ανάπτυξης του καπιταλισμού οι παραγωγικές δυνάμεις και η ανάπτυξή τους δεν ήρθαν σε τόσο οξεία σύγκρουση με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία. Στη Σοβιετική Ενωση όπου η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου έθεσε τέρμα στην αντίθεση αυτή και άνοιξε απεριόριστο πεδίο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, δεν υπάρχει κρίση και ανεργία, η παραγωγή έφτασε το τριπλάσιο της παραγωγής του 1913 ενώ στις καπιταλιστικές χώρες κυλά πίσω και έφτασε είτε φτάνει το επίπεδο του 1890. Οι μηχανές στη Σοβιετική Ενωση δεν είναι τύραννοι των εργατών, μα τους επιτρέπουν να δουλεύουν 7ωρο και 6ωρο και να καλλιτερεύουν διαρκώς την υλική και πνευματική τους ζωή. Δεν φταιν οι μηχανές μα το καπιταλιστικό σύστημα που τις μετατρέπει σε τυράννους της εργατιάς.

Αναφέραμε πιο πάνω μερικά παραδείγματα της χρεωκοπίας της αστικής σκέψης στο ζήτημα της διάγνωσης και της θεραπείας της κρίσης.

Μα θάταν λάθος μεγάλο αν πιστεύαμε ότι τα μέτρα των αρχουσών τάξεων περιορίζονται στα πιο πάνω. Δεν θα αναπτύξουμε εδώ τα μέτρα που παίρνει η κεφαλαιοκρατία και το κράτος της με τη βοήθεια των οργάνων τους σοσιαλφασιστών, αντεπαναστατών τροτσκιστών και αγροτοφασιστών για το φόρτωμα των βαρών της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων μαζών. Η ένταση της επίθεσης κεφαλαίου και κράτους και το δυνάμωμα των φασιστικών μεθόδων καταπίεσης και κατάπνιξης του κινήματος των μαζών πήραν τελευταία αφάνταστες διαστάσεις.

Θα αναλύσουμε εδώ κάτι άλλο, επίσης καινούργιο, για την ανάπτυξη της κρίσης.

Ο Α. Διομήδης στο λόγο του στο τεχνικό επιμελητήριο τελειώνοντας έτσι χαράσσει τη γραμμή που θα πρέπει ν’ ακολουθήσει η ελληνική κεφαλαιοκρατία για να ξεπεράσει την κρίση.

«Προσπάθεια ανοίγματος και νέων αγορών… περιορισμός της εισαγωγής…».

Ο Χαρίλαος στο λόγο του στο εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο στις 20-1-1932 προτείνει:

«Μείωσις της εισαγωγής εις τα τρόφιμα κατά 30% και εις τα λοιπά 50-70%…» «αύξησις της εξαγωγής».

Ο Μ. Ευλάμπιος («Εργασία» 23-1-1931):

«… η εισαγωγή πρέπει να κατέλθη εις επίπεδον περί τα 10 εκ. λιρών χρυσών. Που θα επιτευχθή εάν εις μεν τα τρόφιμα φθάσωμεν εις τα 70%, εις δε τα λοιπά είδη εις τα 30%… δια τα είδη διατροφής θα έφθανα μέχρι δελτίου».

Ο Βουρλούμης (δηλώσεις του 24-1-1932):

«Η πολιτική μας είναι σαφής. Επιδιώκομεν την αύξησιν των εξαγωγών μας…».

Οπως μπορεί να δει ο καθένας, όλοι τους είναι σύμφωνοι. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι πιο ειλικρινής απ’ όλους τους είναι ο Α. Διομήδης. Το λέει καθαρά: «Προσπάθεια ανοίγματος και νέων αγορών». Αυτό είναι το καινούργιο. Αυτό γίνεται σήμερα η βασική, η αποκλειστική κατεύθυνση της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας. Δηλαδή η ελληνική μπουρζουαζία ετοιμάζεται στο επίπεδο αυτό να περάσει στην άμεση δράση.

Είναι γνωστό ότι κατά τα τελευταία χρόνια ο στρατηγικός σκοπός της ελληνικής μπουρζουαζίας ήταν το ζήτημα της εξασφάλισης της αυταρκείας της χώρας. Το σύνθημα της αυταρκείας αποτελούσε όμως μονάχα τη μια πλευρά, την εσωτερική, του σκοπού αυτού, που έκρυβε πίσω της, κάλυπτε την άλλη πλευρά την εξωτερική, την επιθετική, της εδαφικής επέκτασης για την οποία η ελληνική κεφαλαιοκρατία ετοιμαζότανε και ετοιμάζεται πυρετώδικα. Αλλως τε το ζήτημα της αυταρκείας έχει και αυτό για τον ελληνικό καπιταλισμό τεράστια στρατηγική σημασία μια και η Ελλάδα ένα πολύ μεγάλο μέρος των ειδών διατροφής τα εισάγει απ’ το εξωτερικό. Αυτό σε περίπτωση πολέμου την βάζει σε πολύ μειονεχτική και δύσκολη θέση.

Η τεράστια όμως οικονομική κρίση έθεσε τέρμα στην ουτοπία της αυτάρκειας, σταμάτησε την εκτέλεση των παραγωγικών έργων που θα εξασφάλιζαν την αυτάρκεια και ξεσκεπάζει, προβάλλει στην πρώτη γραμμή, στο εξωτερικό μέτωπο, την επιθετική πλευρά.

Η οξυνόμενη οικονομική κρίση που υποσκάφτει και γκρεμίζει σήμερα αυτά τα θεμέλια του Ελληνικού καπιταλισμού, το πιστωτικό, νομισματικό και δημοσιονομικό του σύστημα, βάζει μπροστά με οξύτητα και επιταχτικότητα την ανάγκη της εύρυνσης στο έπακρο της εξαγωγής και του περιορισμού της εισαγωγής. Η πάλη για την κατάχτηση των αγορών κατανάλωσης παίρνει κολοσσιαίες διαστάσεις σ’ όλον τον κόσμο. Αυτό επιβάλλεται όχι μονάχα απ’ την ανάγκη της διάθεσης των εμπορευμάτων μα και απ’ το γεγονός της μη εξεύρεσης δανείων στο εξωτερικό και της τεράστιας πτώσης των αδήλων πόρων που καθιστά ακόμα πιο επιταχτική την εύρυνση της εξαγωγής και την ελάττωση των εισαγωγών για την εξασφάλιση του ισοζυγίου των πληρωμών. Αυτή η πολιτική των υψηλών δασμών και της ενίσχυσης των εξαγωγών που εφαρμόζεται σήμερα απ’ όλα τα καπιταλιστικά κράτη οξύνει τους ανταγωνισμούς τους και την κρίση. Οι πόλεμοι και ειδικώτερα η επέμβαση ενάντια στην Ε.Σ.Σ.Δ. για τη λύση της κρίσης καταχτά ολοένα έδαφος. Ηδη στη Μαντζουρία και στη Σαγκάη ο γιαπωνέζικος ιμπεριαλισμός με την ενίσχυση της Κ.Τ.Ε.4 εφαρμόζει αυτόν τον τρόπο της λύσης της κρίσης. Ο διεθνής ιμπεριαλισμός μαζύ με τον γιαπωνέζικο προσπαθεί με το διαμελισμό της Κίνας, το τσάκισμα του επαναστατικού κινήματος των κινέζων εργατοαγροτών και με τη στρατιωτική επέμβαση ενάντια στην Ε.Σ.Σ.Δ. προσπαθεί να πετύχει δυο σκοπούς: να ρίξει πίσω για πολλά χρόνια το επαναστατικό κίνημα συντρίβοντας την Ε.Σ.Σ.Δ. και να βγει απ’ την κρίση με την κατάχτηση των απεράντων αγορών της Κίνας και της Σοβ. Ενωσης.

Την ίδια κατεύθυνση ακολουθούν και οι προσπάθειες του Ελληνικού ιμπεριαλισμού, στη συμμετοχή, κυρίως και πρώτιστα, στην επέμβαση ενάντια στη Σοβ. Ενωση.

Ο αστικός τύπος της χώρας μας συνεχίζει και δυναμώνει καθημερινά τη συκοφαντική του εκστρατεία ενάντια στη Σοβ. Ενωση, το «Ελ. Βήμα» παρουσιάζει τη Σοβ. Ενωση και τον Κόκκινο Στρατό σαν το κυριώτερο και μοναδικό εμπόδιο στην πραγματοποίηση του αφοπλισμού, ο Βενιζέλος πρόσφερε επίσημα απ’ τη Βουλή τις στρατιωτικές υπηρεσίες της Ελλάδος στην Αγγλία προτείνοντας για αντάλλαγμα το μοίρασμα της Κύπρου. Τις ίδιες μηχανορραφίες εξακολουθεί και τώρα στο Λονδίνο και στην Ευρώπη. Στη Βαρσοβία, το εχθρικώτερα διακείμενο κατά της Ε.Σ.Σ.Δ. καπιταλιστικό κέντρο, στάλθηκαν οι αξιωματικοί του επιτελείου συνταγματάρχης Χ. Σαμαράς και οι λοχαγοί Α. Δασκαρόλης και Ε. Καρλύρας «επί ειδική αποστολή» ο Βουρλούμης απ’ την «Εργασία» της 16/1/32, απειλεί έμμεσα την καταγγελία της εμπορικής σύμβασης με την Ε.Σ.Σ.Δ. κτλ. κτρ.

Τα γεγονότα αυτά μιλούν καθαρά. Στις εσωτερικές μεθόδους ξεπεράσματος της κρίσης σε βάρος των εργαζομένων μαζών με την άγρια επίθεση του κεφαλαίου κατά των μαζών αυτών και την ένταση της φασιστικοποίησης (χαρακτηριστική, απ’ την άποψη αυτή, είναι και η πρόταση που κάνει το Γενικό Επιτελείο Στρατού για την οργάνωση της φυσικής εξόντωσης με δολοφονίες κλπ. των κομμουνιστών ηγετών) ανταποκρίνεται η αύξουσα επιθετικότητα του ελληνικού ιμπεριαλισμού στο εξωτερικό μέτωπο και κυρίως ενάντια στη Σοβ. Ενωση.

 

* * *

Ενα μονάχα πρέπει να προστεθεί: Φτάνουν πια οι «υψηλές διατυπώσεις» και «ακαδημαϊκές συζητήσεις» για το ότι έχουμε άνοδο του επαναστατικού κινήματος και οξεία κρίση του καπιταλισμού. Τις διαπιστώσεις αυτές πρέπει να τις συνοδεύει η πιο έντονη, ακούραστη, καθημερινή, συστηματική δουλειά για την οργάνωση και καθοδήγηση των μαζών, για την οργάνωση της ανατροπής του καπιταλισμού, της επαναστατικής εξόδου απ’ την κρίση.

«Διαρκείς κρίσεις δεν υπάρχουν», λέει ο Μαρξ στο βιβλίο του η «Θεωρία της υπεραξίας». «Απόλυτα αδιέξοδοι καταστάσεις για τη μπουρζουαζία δεν υπάρχουν», έλεγε ο Λένιν στο ΙΙ Συνέδριο της Κομμ. Διεθνούς.

Το δε IV Συνέδριό της στην απόφασή του λέει:

«Οι κυκλικές κρίσεις συνοδεύουν τον καπιταλισμό απ’ τη μέρα της γέννησής του ως το τέλος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μεταπολεμικά οι κυκλικές αυτές κρίσεις λαβαίνουν χώρα πάνω στη βάση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού».

Ετσι δεν υπάρχει ούτε είναι δυνατή η αυτόματη πτώση του καπιταλισμού. Μονάχα η ταξική πάλη του προλεταριάτου, που συγκεντρώνει γύρω του και κάτω απ’ την καθοδήγησή του όλες τις εκμεταλλευόμενες μάζες της πόλης, του κάμπου και των εθνικών μειονοτήτων, μπορεί ν’ ανατρέψει τον καπιταλισμό. Οι τύχες του καπιταλισμού αποφασίζονται όχι μονάχα απ’ τους αριθμούς που δείχνουν την πτώση της παραγωγής και του εμπορίου, την αύξηση της ανεργίας, τις χρεωκοπίες, την πτώση της δραχμής, των αξιών κτλ., μολονότι όλα αυτά έχουν μεγάλη σημασία.

Οι τύχες του καπιταλισμού κρίνονται απ’ την ταξική πάλη. Για την πάλη αυτή το Κ.Κ.Ε. διαπαιδαγωγεί, οργανώνει και καθοδηγεί το προλεταριάτο, και κάτω απ’ την ηγεμονία του προλεταριάτου όλους τους εργαζόμενους.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 (Φλεβάρης) της ΚΟΜΕΠ του 1932. Δημοσιεύεται με βάση τη γραφή, την ορθογραφία και τη σύνταξη του πρωτότυπου.

1. Σημ. Σύνταξης: Εννοεί τη σοσιαλδημοκρατία. Η έννοια σοσιαλφασισμός χρησιμοποιόταν από τα ΚΚ για να δείξει το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην ενίσχυση των φασιστικών κινημάτων στις δεκαετίες 1920 και 1930.

2. Σημ. Σύνταξης: Εννοεί τον αρχειομαρξισμό.

3. Σημ. Σύνταξης: Εννοεί αποθέματα σε συνάλλαγμα.

4. Σημ. Σύνταξης: Εννοεί «Κοινωνία των Εθνών».