ΓΙΑ ΤΑ 90 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ

 Συμπληρώθηκαν ενενήντα χρόνια από την έκδοση του 1ου τεύχους της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΚΟΜΕΠ), το Γενάρη του 1921. Ενενήντα χρόνια άρρηκτα συνδεδεμένα με την υπερενενηντάχρονη πορεία του ΚΚΕ, του οποίου η ΚΟΜΕΠ αποτέλεσε και αποτελεί θεωρητικό και πολιτικό όργανο.

Η έκδοση της ΚΟΜΕΠ ως οργάνου της ιδεολογικής πάλης καθορίστηκε από την ιστορική πορεία του ΚΚΕ. Διώξεις, παρανομία, σκληρή πάλη με την αστική ιδεολογία και διαπάλη με τον αναθεωρητισμό και τον οπορτουνισμό σημαδεύουν την πορεία της. Η έκδοσή της αναμετρήθηκε με αντικειμενικές δυσκολίες στο συσχετισμό δυνάμεων και υποκειμενικές αδυναμίες του κόμματος.

Η ιδεολογική πάλη ως πλευρά της ταξικής πάλης αφορά πρώτα απ’ όλα την αντιπαράθεση με την επίδραση της αστικής ιδεολογίας και των μικροαστικών εκφορών της στο εργατικό κίνημα, στο ίδιο το επαναστατικό εργατικό κόμμα. Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης από την αστική ιδεολογία σχετίζεται άμεσα με τη διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας στις γραμμές της. Η ανάγκη αυτή είχε ήδη συνειδητοποιηθεί από τους πρωτοπόρους εργάτες, σοσιαλιστές πρωτεργάτες, που πήραν μέρος στην ίδρυση του ΣΕΚΕ, μετέπειτα ΚΚΕ.

Το 1ο Εθνικό Συμβούλιο του ΣΕΚΕ με ειδική απόφασή του το Μάη του 1919 «…αναθέτει εις την Κεντρικήν επιτροπήν την φροντίδα της συγκεντρώσεως των εκδοτικών ενεργειών του Κόμματος προς εξασφάλισιν εκδόσεων βιβλιαρίων προπαγάνδας […], καλεί τα μέλη του Κόμματος να συνδράμουν ενεργώς προθύμως και αυτοπροαιρέτως, τας κατά τόπους οργανώσεις εις την διοργάνωσιν διαλέξεων, διάδοσιν βιβλίων και προκηρύξεων…»1.

Τον επόμενο χρόνο, τον Απρίλη του 1920, το 2ο συνέδριο του ΣΕΚΕ αποφάσισε την ίδρυση εκδοτικής εταιρίας. Με αυτή την απόφαση υλοποιούσε έναν από τους 21 όρους εισδοχής του κόμματος στην Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ), αυτόν που δέσμευε στην ανάπτυξη εκδοτικής δραστηριότητας για τη διάδοση των έργων του μαρξισμού.

Η πορεία «μπολσεβικοποίησης» του Κόμματος συνειδητοποιήθηκε και ως αναγκαιότητα ιδεολογικής ανάπτυξης των μελών του με ενίσχυση της εκδοτικής δραστηριότητας και της εσωκομματικής κομμουνιστικής μόρφωσης. Αποτυπώθηκε στην απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΚΚΕ, το Γενάρη 1925, με τίτλο «Οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής για τη Μορφωτική Εργασία»:

«Η παραμέληση της καλλιεργείας της μαρξιστικής θεωρίας και της διαδόσεως των θεμελιωδών αρχών του κομμουνιστικού προγράμματος και της κομμουνιστικής τακτικής, ο περιορισμός στον εμπειρισμό και στη στενή πρακτική προχειρότητα υπήρξε πάντοτε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της “δράσεως” των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και ένα φαινόμενο που πάντα συνώδευσε κάθε παραστράτημα από τη βασική γραμμή του επαναστατικού μαρξισμού […].

Τα θεμελιώδη διδάγματα της ρωσικής επαναστάσεως και του λενινισμού, του μαρξισμού δηλαδή της περιόδου καταρρεύσεως του καπιταλισμού και της προλεταριακής επαναστάσεως, πρέπει να γίνουν κτήματα όλων των αγωνιστών της εργατικής τάξεως και των φτωχών χωρικών. Η συστηματική μορφωτική λενινιστική εργασία είναι μια από τις προϋποθέσεις για τη μπολσεβικοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων»2.

Η Κομμουνιστική Επιθεώρηση, από την πρώτη έκδοσή της μέχρι το 1924, κυκλοφορούσε μηνιαία με τον τίτλο «Κομμουνιστική Επιθεώρησις - μηνιαίον θεωρητικόν όργανον του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος (Κομμουνιστικού)». Σε άρθρο του 1ου τεύχους της, υπογεγραμμένο από τον τότε Γραμματέα της ΚΕ του Κόμματος, Νίκο Δημητράτο, αναφέρονταν οι λόγοι έκδοσής της: «Με τον σκοπόν να κατευθύνη την σκέψιν και ενέργειαν του Κόμματος και ν’ αποβή μόνιμον αντιπροσωπευτικόν όργανον του αγώνος εκδίδεται από σήμερον η Κομμουνιστική Επιθεώρησις». Μετά τη μετονομασία του Κόμματος σε ΚΚΕ, τον τέταρτο χρόνο της κυκλοφορίας της (1924) ο τίτλος της έγινε «Κομμουνιστική Επιθεώρησις - μηνιαίον θεωρητικόν όργανον του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος».

Το 1925 κυκλοφόρησαν έξι τεύχη της ΚΟΜΕΠ, από το Γενάρη έως τον Ιούλη, οπότε και αναστάλθηκε η κυκλοφορία της, λόγω της Παγκαλικής δικτατορίας (25 Ιούνη 1925).

Η ΚΟΜΕΠ επανεκδόθηκε το Γενάρη του 1927 με τον τίτλο «Κομμουνιστική Επιθεώρηση - μηνιαίο πολιτικό-οικονομικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς)». Το ζήτημα της αναγκαιότητας της ενότητας επαναστατικής θεωρίας και πράξης στο χαρακτήρα του ΚΚΕ τίθεται σε κομματικές αποφάσεις εκείνης της περιόδου.

Ωστόσο δεν εξασφαλίστηκε η τακτική έκδοση της ΚΟΜΕΠ. Το 1929 κυκλοφόρησαν τρία τεύχη, από το Γενάρη μέχρι τον Απρίλη (το τρίτο τεύχος διπλό, Μάρτης-Απρίλης), οπότε και διακόπηκε πάλι η έκδοσή της εξαιτίας προβλημάτων, για να ξαναρχίσει το Μάη του 1931.

Στο 1ο τεύχος του 1931 (Μάης), το κύριο άρθρο με τίτλο «Η επανέκδοσή μας», εκτιμούσε ότι: «Η καθυστέρηση επανέκδοσής μας ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο για την πρόοδο του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας. […] Οι προσπάθειες της σύνταξης πρέπει να συναντήσουν όλες τις προσπάθειες των ενεργών αγωνιστών του κινήματος μας, για ν’ αποβεί το περιοδικό μας πραγματικό όργανο της πάλης. Κανένα μέλος του Κόμματος και της Κομμουνιστικής Νεολαίας χωρίς την “Κομμουνιστική Επιθεώρηση”. Πλατειά διάδοση του περιοδικού. Ετσι μοναχά η Κομμουνιστική Επιθεώρηση θα γίνει πραγματικός προπαγανδιστής και οργανωτής μαζών (Λένιν). Παρά κι ενάντια στην απαγόρευση των δορυφόρων του κεφαλαίου η “Κομμουνιστική Επιθεώρηση” θα εκπληρώσει τον προορισμό της σαν όργανο της πάλης του προλεταριάτου και των εργαζόμενων μαζών»3.

Και πάλι πραγματοποιήθηκαν άτακτα μόνο τρεις εκδόσεις, για να επανέλθει από το Γενάρη 1932 κανονικά η μηνιαία έκδοση της ΚΟΜΕΠ.

Από το 1933 μέχρι το 1936 η ΚΟΜΕΠ κυκλοφόρησε ως 15νθήμερο περιοδικό με τον τίτλο «Κομμουνιστική Επιθεώρηση - δεκαπενθήμερο οικονομικό- πολιτικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (ΕΤΚΔ)». Το 14ο τεύχος της 15ης Ιούλη ήταν το τελευταίο της περιόδου του μεσοπολέμου, καθώς η δικτατορία της 4ης Αυγούστου επέφερε τη διακοπή της έκδοσης για πέντε χρόνια.

Η επανέκδοση της ΚΟΜΕΠ και η κυκλοφορία της κανονικά σε μηνιαία βάση πραγματοποιήθηκε το Μάη του 1942 (αριθμ. φύλλου 1), ενώ είχε προηγηθεί ένα και μοναδικό τεύχος τον Οκτώβρη 1941 με τον τίτλο «ΛΑΪΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, θεωρητικό όργανο της ΚΕ (Ν) του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΕΤΚΔ)». Σε άρθρο της Σύνταξής του, με τίτλο «Η επανέκδοσή μας, το ιδεολογικό μας μέτωπο», αναφερόταν:

«Μέσα στο νεφέλωμα της παλλαϊκής εξέγερσης ο ηγετικός ρόλος του προλεταριάτου είναι καθορισμένος από την ιστορία την ίδια. Μα με τον κατηγορηματικό όρο να μπορέσει το προλεταριάτο να παρατάξει επικεφαλής την αποφασιστική φωτισμένη πρωτοπορία του το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και Κομμουνιστικό Κόμμα χωρίς ξεκαθαρισμένη γραμμή, χωρίς θεωρητική σιγουριά βασισμένη στη διαλεχτική και όχι δογματική μελέτη του μαρξισμού - λενινισμού δεν γίνεται».

Τα τεύχη 26-30 (Μάης - Σεπτέμβρης 1944) εκδόθηκαν στις περιοχές της «Ελεύθερης Ελλάδας», ενώ τα τεύχη 31-33 (Οκτώβρης - Δεκέμβρης 1944) στην απελευθερωμένη Αθήνα. Το 34ο τεύχος (Φλεβάρης 1945) εκδόθηκε στα Τρίκαλα. Από το 35ο τεύχος (Μάρτης 1945) η ΚΟΜΕΠ εκδιδόταν κανονικά κάθε μήνα στην Αθήνα. Στα τεύχη της Κατοχής και της Ελεύθερης Ελλάδας η ΚΟΜΕΠ προσδιοριζόταν ως «Πολιτικό, Οικονομικό και Φιλοσοφικό Οργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ», ενώ στα τεύχη της Αθήνας (μετά την απελευθέρωση) ως «Μηνιάτικο πολιτικο-θεωρητικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ».

Το 1946 κυκλοφόρησαν κανονικά 12 μηνιαία τεύχη (Γενάρης - Δεκέμβρης). Με αφορμή τα 25 χρόνια από την πρώτη έκδοση της ΚΟΜΕΠ, στο 1ο τεύχος του Γενάρη 1946 δημοσιεύτηκε άρθρο του Ν. Ζαχαριάδη με τίτλο «Ο Μαρξισμός - Λενινισμός στην Ελλάδα», το οποίο ανέφερε: «Στην προώθηση του μαρξισμού- λενινισμού στην Ελλάδα η “Κομεπ” στα 25 χρόνια της στάθηκε στην πρώτη γραμμή. Σήμερα πρέπει να συνεχίσει πιο έντονα, πιο θαρραλέα, πιο αποφασιστικά. Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι να δημιουργήσει, να διαμορφώσει κατά εκατοντάδες και χιλιάδες πρωτοπόρους σκαπανείς, της πιο πρωτοπόρας και μοναδικά επιστημονικής ιδεολογίας που γνώρισε σήμερα η ανθρωπότητα του Μαρξισμού - Λενινισμού - Σταλινισμού».

Στις 17 Οκτώβρη 1947 δημοσιεύτηκε ο νόμος «Περί Τύπου» που απαγόρευε την έκδοση των κομμουνιστικών εντύπων, αλλά και εκείνων του ΕΑΜ και άλλων οργανώσεων, ενώ την επόμενη ημέρα, στις 18 Οκτώβρη, η κυβέρνηση Σοφούλη με το νόμο 509/47, «Περί προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος», έθεσε εκτός νόμου το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη και έκλεισε το «Ριζοσπάστη». Η ΚΟΜΕΠ κυκλοφόρησε και το Νοέμβρη διότι βρισκόταν στο τυπογραφείο και η Ασφάλεια δεν είχε καταφέρει να την κατασχέσει. Ετσι το 1947 κυκλοφόρησαν 11 μηνιαία τεύχη (Γενάρης - Νοέμβρης). Εκτοτε μεσολάβησε μια μακρά χρονική περίοδος χωρίς ΚΟΜΕΠ.

Στα χρόνια του αγώνα του ΔΣΕ και συγκεκριμένα από το Γενάρη 1948 μέχρι το Σεπτέμβρη 1949 εκδιδόταν το μηνιαίο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός», μηνιαίο Στρατιωτικό-Πολιτικό όργανο του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Μετά την ήττα του ΔΣΕ και με το ΚΚΕ παράνομο, από το Γενάρη μέχρι τον Ιούνη του 1950, εκδόθηκε το μηνιαίο περιοδικό «Νέος Κόσμος», με τον υπότιτλο «Επιλογή άρθρων από τον παγκόσμιο δημοκρατικό τύπο». Από τον Ιούλη του 1950 έως το Μάη του 1956, το μηνιαίο περιοδικό «Νέος Κόσμος» εκδιδόταν ως «Επιθεώρηση για τα ελληνικά και διεθνή προβλήματα», ενώ από τον Ιούνη του 1956 μέχρι το Νοέμβρη του 1974 ο «Νέος Κόσμος» εκδόθηκε ως «Μηνιαίο Πολιτικό Θεωρητικό Περιοδικό».

Ωστόσο οι εκδόσεις των περιοδικών «Δημοκρατικός Στρατός» και «Νέος Κόσμος» ως προς το χαρακτήρα και το περιεχόμενό τους δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν πλήρως την έλλειψη μιας θεωρητικής-πολιτικής περιοδικής έκδοσης ως οργάνου της ΚΕ του ΚΚΕ. Βέβαια αυτή η έλλειψη αντανακλούσε μια σειρά προβλημάτων: Προσαρμογή σε συνθήκες πολιτικής προσφυγιάς, παρανομία στην Ελλάδα, εσωκομματική διαπάλη μετά την ήττα και την οργανωμένη ανασύνταξη των δυνάμεων του ΔΣΕ στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, διάχυση των κομματικών δυνάμεων στις οργανώσεις της ΕΔΑ, κυριαρχία του οπορτουνισμού, κρίση και διάσπαση το 1968. Η οπορτουνιστική ομάδα της ΚΕ που αποσχίστηκε και λειτούργησε ως «ΚΚΕ εσωτερικού», αρχικά καπηλεύτηκε τον τίτλο «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», με τον οποίο έγιναν ορισμένες εκδόσεις στην περίοδο της δικτατορίας.

Μετά από 27 χρόνια, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, το Νοέμβρη του 1974, επανεκδόθηκε η ΚΟΜΕΠ ως μηνιαίο πολιτικό θεωρητικό περιοδικό, όργανο της ΚΕ του Κόμματος. Στο 1ο τεύχος, στο σημείωμα της συντακτικής επιτροπής σχετικά με την επανέκδοση της ΚΟΜΕΠ, αναφερόταν:

«Με την επανέκδοση της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης το κόμμα μας, όλο το λαϊκό κίνημά μας, αποκτούν ένα ισχυρό μέσο για την διάδοση του δημιουργικού μαρξισμού - λενινισμού, ένα βήμα για την επιστημονική μελέτη των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών προβλημάτων του τόπου, ένα όπλο εκλαΐκευσης της γενικής γραμμής, των επιτεύξεων και των καθηκόντων του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, ένα όργανο προβολής της στρατηγικής και τακτικής του κινήματός μας, όργανο μελέτης των πολιτικών, ιδεολογικών και οργανωτικών ζητημάτων, όργανο καταπολέμησης όλων των μορφών της αστικής ιδεολογίας και του οπορτουνισμού».

Η έκδοση της ΚΟΜΕΠ ως μηνιαίου Πολιτικού Θεωρητικού Περιοδικού - Οργάνου της ΚΕ του ΚΚΕ συνεχίστηκε έως το Δεκέμβρη του 1992, ενώ δυο φορές σε αυτό το διάστημα άλλαξε μορφή, τον Ιούλη του 1982 και το Μάη του 1990. Στο σημείωμα της Σύνταξης του τεύχους 1-2 της ΚΟΜΕΠ (Φλεβάρης του 1992), που κυκλοφόρησε μετά το 14ο Συνέδριο του Κόμματος, αναφέρεται:

«Η Κομμουνιστική Επιθεώρηση, το πολιτικό και θεωρητικό όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ, μετά τη ρύθμιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και την συγκρότηση νέας Συντακτικής Επιτροπής συνεχίζει την προσπάθεια που ξεκίνησε το καλοκαίρι του ’91 […]. Η ΚΟΜΕΠ φιλοδοξεί να συμβάλει, μαζί με τα άλλα Κομματικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης:

• στην όσο το δυνατό πληρέστερη αξιοποίηση των θεωρητικών επεξεργασιών, των πολιτικών αναλύσεων της ιδεολογικής επιτροπής της ΚΕ και των άλλων τμημάτων του Κόμματος.

• στην αφομοίωση εμβάθυνση της πολιτικής Απόφασης του 14ου συνεδρίου και άλλων αποφάσεων της ΚΕ.

• στην ανάπτυξη και σφυρηλάτηση της ιδεολογικής ενότητας του Κόμματος.

• στη συμβολή του ζωντανού διαλόγου που αναπτύσσεται σήμερα στους κόλπους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος».

Από το 1ο τεύχος (Γενάρης-Φλεβάρης) του 1993 η ΚΟΜΕΠ πήρε τη σημερινή της μορφή έκδοσης, ως δίμηνο περιοδικό, θεωρητικό-πολιτικό όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ.

Το 1994 κυκλοφόρησαν τέσσερα διμηνιαία τεύχη και ένα τετραμηνιαίο (Σεπτέμβρης - Δεκέμβρης). Η τακτική έκδοση της ΚΟΜΕΠ (Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1994) υπήρξε θύμα της καταστροφικής πλημμύρας που έπληξε το κτίριο της ΚΕ του ΚΚΕ, το αρχείο, τις εγκαταστάσεις της «Τυποεκδοτικής», του «Ριζοσπάστη» και του «902».

Από το Γενάρη του 1995 η ΚΟΜΕΠ κυκλοφορεί κάθε δίμηνο με 6 τεύχη το χρόνο και ορισμένα έκτακτα τεύχη, κυρίως σε προσυνεδριακές περιόδους.

Μέχρι το 3ο τεύχος του 2006 (Μάης-Ιούνης) η ΚΟΜΕΠ κυκλοφορούσε το τελευταίο δεκαήμερο των ζυγών μηνών του έτους. Από το διπλό τεύχος 4-5 του 2006 (Ιούλιος - Αύγουστος - Σεπτέμβρης - Οκτώβρης) η ΚΟΜΕΠ κυκλοφορεί στο πρώτο 15νθήμερο των μονών μηνών του έτους. Ετσι εξυπηρετείται καλύτερα η διαμόρφωση θεματικών ενοτήτων, στις οποίες τα επίκαιρα ζητήματα συσχετίζονται ιστορικά.

 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΕΠ ΣΤΟΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 Η έκδοση της ΚΟΜΕΠ εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί το θεωρητικό μέρος του ταξικού αγώνα, διαδίδοντας την κομμουνιστική ιδεολογία με τη δημοσίευση στην ελληνική γλώσσα έργων των θεμελιωτών της, των Μαρξ-Ενγκελς-Λένιν, παράλληλα με τη δημοσίευση επεξεργασιών του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος για τις εξελίξεις στο καπιταλιστικό σύστημα, στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στα εκάστοτε επίκαιρα ζητήματα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και διεθνώς.

Ως προς τη διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας είναι χαρακτηριστικό ότι στο 1ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ (Γενάρης 1921) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα το 1ο κεφάλαιο του έργου του Φρίντριχ Ενγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Η δημοσίευση του έργου πραγματοποιήθηκε σε συνέχειες και ολοκληρώθηκε στο 12ο τεύχος του ίδιου χρόνου.

Ανάμεσα στα έργα που δημοσιεύτηκαν στις σελίδες της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνονται τα έργα του Φρ. Ενγκελς «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής ιδεολογίας», «Αρχές Κομμουνισμού» και «Το αγροτικό ζήτημα στη Γαλλία και τη Γερμανία», καθώς και τα κείμενα του Β. Ι. Λένιν «Οικονομία και πολιτική της δικτατορίας του προλεταριάτου», «Αστική και προλεταριακή δημοκρατία».

Επίσης, στις σελίδες της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύτηκαν και εργασίες εκλαΐκευσης του Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού, της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας, της θεωρίας της σοσιαλιστικής επανάστασης, βοηθήματα για τη μελέτη θεμελιακών έργων του επιστημονικού κομμουνισμού.

Στα 90 χρόνια της ιστορίας της η ΚΟΜΕΠ διεξήγαγε μέσω της αρθρογραφίας της αποφασιστική πάλη ενάντια στην αστική ιδεολογία, τον εθνικισμό, αλλά και τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, πάλη ενάντια στην αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού και στα διάφορα οπορτουνιστικά πολιτικά ρεύματα.

Σε όλες τις περιόδους έκδοσής της πρόβαλλε τα ιστορικά επιτεύγματα της εργατικής τάξης, αρχικά στην ΕΣΣΔ και αργότερα στα άλλα κράτη της εργατικής εξουσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο 12ο τεύχος (Δεκέμβρης) του 1923 δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το έργο του Τζον Ριντ «10 ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο».

Στις δεκαετίες του 1920 και 1930 η ΚΟΜΕΠ αφιέρωνε ειδικές στήλες, όπου δημοσιεύονταν στοιχεία για τη ζωή των εργαζομένων στην ΕΣΣΔ, για τα μεγάλα βήματα στη βιομηχανική ανάπτυξή της. Με σταθερότητα υπερασπίστηκε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, σε αντιπαράθεση με τον καπιταλισμό, ανέπτυξε μέτωπο ενάντια στον αντικομμουνισμό και την αντισοσιαλιστική πολεμική, μέτωπο ενάντια στον «ευρωκομμουνισμό». Η σημασία αυτού του μετώπου δε μειώνεται από το γεγονός ότι προβλήματα και παρεκκλίσεις από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την κομμουνιστική προοπτική εξελίχθηκαν σε καθοριστικά στοιχεία ισχυροποίησης και νίκης της αντεπανάστασης.

Η ΚΟΜΕΠ δημοσίευσε ντοκουμέντα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (και ιδιαίτερα της Κομμουνιστικής Διεθνούς), όπως: Υλικά των Συνεδρίων της ΚΔ, της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, ομιλίες, εισηγήσεις και αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ, αλλά και ντοκουμέντα των συναντήσεων Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στις δεκαετίες 1970 και 1980. Επίσης δημοσιεύτηκε αρθρογραφία στελεχών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σχετικά με την εξέλιξη της ταξικής πάλης σε διάφορα καπιταλιστικά κράτη.

Η ΚΟΜΕΠ, από τα πρώτα ακόμη βήματά της, δεν περιορίστηκε μόνο σε άρθρα που αφορούσαν την ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση με βάση την επικαιρότητα. Η αρθρογραφία επεκτάθηκε σε θεωρητικά ζητήματα και στην ιδεολογική πάλη με επίκεντρο την οικονομία, αλλά και μέσα από άλλες κοινωνικές επιστήμες (π.χ. την Ιστορία, για την Επανάσταση του 1821, τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922), καθώς και μέσα από τις φυσικές επιστήμες. Ανέπτυξε την ιδεολογική πάλη μέσα από τις τέχνες, πρόβαλε λογοτεχνικά έργα που διαπνέονταν από τη διαλεκτική υλιστική κοινωνική θεώρηση. Ιδιαίτερης σημασίας είναι οι στήλες της βιβλιοκριτικής, όπου εκτός από την προβολή κομματικών εκδόσεων, εκδόσεων της κομμουνιστικής ιδεολογίας, δημοσιεύονταν και άρθρα κριτικής παρουσίασης οικονομικών, πολιτικών, λογοτεχνικών και άλλων κειμένων της αστικής ιδεολογίας και του αναθεωρητισμού.

Ολη η πορεία της ΚΟΜΕΠ είναι αναπόσπαστο στοιχείο της εκδοτικής δραστηριότητας του Κόμματος. Συνδέεται με την προσπάθειά του, από τη νηπιακή ηλικία του, να λειτουργήσει ως φορέας διάδοσης της επαναστατικής θεωρίας. Αυτή η προσπάθεια συνάντησε πολύ μεγάλες δυσκολίες, με χαρακτηριστικές αυτές της περιόδου από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τις αρχές του 1930, όταν ένας σημαντικός αριθμός έργων των κλασικών εκδιδόταν με πρωτοβουλίες φορέων ακόμα και εχθρικών προς το Κόμμα (όπως του αρχειομαρξισμού).

Η περιοδικότητα και το περιεχόμενο των εκδόσεων της ΚΟΜΕΠ αντανακλούν τη θεωρητική και ιδεολογική-πολιτική στάθμη του Κόμματος σε κάθε περίοδο της ιστορίας του. Στις σελίδες της δημοσιεύτηκαν πρωτοπόρες εργασίες στην εποχή τους, όπως η συζήτηση για τα χαρακτηριστικά της εργατικής αριστοκρατίας ως κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού, που περιλάμβαναν τα τεύχη των χρόνων 1934 και 1935. Βέβαια δημοσιεύτηκαν και αναλύσεις αντιφατικές που αντανακλούν γενικότερα προβλήματα θεωρητικής ωρίμανσης του ΚΚΕ και προβλήματα διαπάλης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Τέτοια προβλήματα αφορούν την εκτίμηση των οικονομικών εξελίξεων και το χαρακτηρισμό του κράτους στην Ελλάδα, σε σχέση με τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Τα προβλήματα παρέκκλισης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, στη σοσιαλιστική οικοδόμηση της ΕΣΣΔ κι αλλού, αντανακλώνται στο περιεχόμενο της ΚΟΜΕΠ στην περίοδο επανέκδοσής της από το 1974 έως την κορύφωση της αντεπανάστασης στα 1989-1991 και την εκδήλωση κρίσης στο ΚΚΕ.

Μετά το 14ο Συνέδριο του Κόμματος (Δεκέμβρης 1991), βασανιστικά αλλά επίμονα η ΚΟΜΕΠ μπαίνει σε νέα περίοδο, εκφράζοντας την πορεία της ιδεολογικής, στρατηγικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του Κόμματος.

Την τελευταία 20ετία η ΚΟΜΕΠ γενικά ανταποκρίθηκε στην ανάγκη θεωρητικού, ιδεολογικοπολιτικού εξοπλισμού, στις νέες απαιτήσεις της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τις αντεπαναστατικές ανατροπές στην ΕΣΣΔ, σε κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, της Ασίας, με τη βαθιά κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Οι δημοσιεύσεις της ΚΟΜΕΠ εκφράζουν τις προσπάθειες της ΚΕ και των Τμημάτων της στη μελέτη των εξελίξεων στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στις άλλες ηπείρους, δίνοντας έμφαση στις οικονομικές εξελίξεις, στις νομικές-θεσμικές εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, στη διαμόρφωση και εξέλιξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, όπως της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, στο νέο συσχετισμό δυνάμεων που προέκυψε με την καπιταλιστική παλινόρθωση σε σειρά χωρών της Ευρώπης και της Ασίας. Στις σελίδες των εκδόσεών της είναι συγκεντρωμένες όλες οι συλλογικές επεξεργασίες και αποφάσεις του Κόμματος.

Ολα αυτά τα χρόνια η ΚΟΜΕΠ αναμετρήθηκε με σύνθετα καθήκοντα, σε νέες συνθήκες που απαιτούσαν έρευνα για τις αιτίες νίκης της αντεπανάστασης και της πρωτόγνωρης ιδεολογικής υποχώρησης που προκάλεσε. Σε αυτό το χρονικό διάστημα δημοσιεύτηκαν ογδόντα δύο άρθρα μαρξιστών επιστημόνων και στελεχών των κομμουνιστικών κομμάτων των πρώην σοσιαλιστικών κρατών, ντοκουμέντα του ΚΚ της ΕΣΣΔ, άρθρα και κείμενα ηγετικών στελεχών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως του Τσε Γκεβάρα, του Β. Μόλοτοφ, του Α. Ζντάνοφ, του Ι. Β. Στάλιν κ.ά. Η θεματολογία επικεντρώθηκε σε θεωρητικά ζητήματα σοσιαλιστικής οικονομίας, στους παράγοντες ανάπτυξης και κυριαρχίας του οπορτουνισμού, που τελικά οδήγησε σε εκφυλισμό κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονταν στην εξουσία και στη μετατροπή τους σε προδοτική αντεπαναστατική δύναμη. Το υλικό αυτό συνέβαλε στη μελετητική δουλειά, στην προετοιμασία της εσωκομματικής συζήτησης, η οποία οδήγησε στην Απόφαση για το σοσιαλισμό, στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ (2009).

Την ίδια περίοδο η αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ αντιμετώπισε σύγχρονα αστικά ιδεολογήματα ερμηνείας του σύγχρονου κόσμου, των διεθνών εξελίξεων, όπως για την «παγκοσμιοποίηση», τη «σύγκρουση πολιτισμών», την «αμερικανική αυτοκρατορία», το «τέλος της εργατικής τάξης, της ταξικής πάλης και της ιστορίας». Αναλύθηκαν οι σημερινές διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά των οικονομικών και πολιτικών φαινομένων σε σύγκριση με τα αντίστοιχα σε όλο τον 20ό αιώνα, ακόμα και στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Αποδείχθηκε η κοινή ρίζα τους, επιβεβαιώθηκε η μαρξιστική ανάλυση για τις αιτίες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, για την εγγενή προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τάση διεύρυνσης του διεθνούς εμπορίου, για τον παρασιτικό χαρακτήρα της μετοχικής σύνθεσης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της αγοραπωλησίας μετοχών αλλά και παραγώγων τους. Επιβεβαιώθηκε η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, για την τάση ενίσχυσης των εξαγωγών κεφαλαίου και συγκεντροποίησης της παραγωγής, του εμπορίου και της κυκλοφορίας του χρηματικού κεφαλαίου σε μονοπωλιακούς ομίλους. Σε αυτή τη βάση αποκαλύφτηκε η σχέση μεταξύ των αστικών και των οπορτουνιστικών ιδεολογημάτων, πάνω στα οποία στηρίχτηκαν σχήματα ενσωμάτωσης λαϊκών -ιδιαίτερα νεότερης ηλικίας- δυνάμεων, όπως τα λεγόμενα «κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης» και τα «Κοινωνικά Φόρα», που δρούσαν σε γραμμή υπονόμευσης οργανωμένων δομών του κινήματος της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και ιδιαίτερα της νεολαίας τους. Αποκαλύφθηκε επίσης ο οπορτουνιστικός χαρακτήρας του συνθήματος του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα».

Δημοσιεύτηκαν άρθρα και κείμενα που αναφέρονται στην κατάσταση της σύγχρονης εργατικής τάξης, στις σημερινές της ανάγκες, στην κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματός της, στην πάλη με τον κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό, στη διεύρυνση του φαινομένου εισροής μεταναστών στην Ελλάδα. Επίσης δημοσιεύτηκαν άρθρα προβληματισμού σε θεωρητικά θέματα για τα κριτήρια ένταξης και σύνθεσης της εργατικής τάξης, με δεδομένη την επέκταση των σχέσεων μισθωτής εργατικής δύναμης - κεφαλαίου σε νέους κλάδους, καθώς και τη διεύρυνση της σχέσης δημοσίου υπαλλήλου και σε ανειδίκευτη και μη επιτελική εργασία.

Αποκαλύφτηκαν οι στρατηγικές επιλογές του ελληνικού αστικού κράτους και της ΕΕ σε κρίσιμους κλάδους, π.χ. της υγείας-πρόνοιας, παιδείας, στην αγροτική πολιτική, ο αντιδραστικός χαρακτήρας των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις, αλλά και άλλων μεταρρυθμίσεων, όπως σε τμήματα του κρατικού μηχανισμού (Περιφερειακής και Τοπικής Διοίκησης, Δικαστικές Αρχές, Ενοπλες Δυνάμεις).

Στις σελίδες της ΚΟΜΕΠ της τελευταίας 20ετίας δημοσιεύτηκαν κείμενα του ΠΓ, τμημάτων της ΚΕ σχετικά με νέες τάσεις και εξελίξεις στην ελληνική οικονομία που ανέδειξαν την ενίσχυση του ιμπεριαλιστικού, μονοπωλιακού χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, μελέτες και άρθρα που συνέβαλαν στην ενίσχυση των επεξεργασιών του Κόμματος από το 15ο Συνέδριο και μετά, των αποφάσεων των 16ου, 17ου και 18ου Συνεδρίων. Στα κείμενα αυτά επιχειρήθηκαν προβλέψεις για τις τάσεις - εξελίξεις της καπιταλιστικής οικονομίας στην Ελλάδα και διεθνώς και αναλύθηκαν οι θέσεις του ΚΚΕ για μια σειρά κλάδους σε καθεστώς λαϊκής οικονομίας και εξουσίας.

Με την αρθρογραφία της η ΚΟΜΕΠ σταθερά αποκάλυψε το χαρακτήρα της ΕΕ ως ιμπεριαλιστικής διακρατικής ένωσης, ανέδειξε τις εκτιμήσεις του ΚΚΕ για φυγόκεντρες και κεντρομόλες τάσεις στο εσωτερικό της, για συνύπαρξη της τάσης ενίσχυσης των αντιθέσεων μεταξύ των κρατών-μελών της, αλλά και της τάσης συνεργασίας και συμβιβασμού με κοινό στόχο την επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη.

Η αρθρογραφία της συνέβαλε στο ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία και το σύγχρονο οπορτουνισμό. Αποκάλυψε τη λεγόμενη «ενότητα της αριστεράς» ως γραμμή ενσωμάτωσης και εκτόνωσης από την αντιλαϊκή πολιτική. Ανοιξε μέτωπο με αναρχοαυτόνομα και οπορτουνιστικά ρεύματα που δρουν ιδιαίτερα σε χώρους νεολαίας. Αποκάλυψε το ρόλο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς ως φορέα αποκομμουνιστικοποίησης και σοσιαλδημοκρατικοποίησης ΚΚ της Ευρώπης.

Επίσης, η αρθρογραφία κριτικής αποτίμησης ιστορικών γεγονότων και περιόδων της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και διεθνώς συνέβαλε ώστε πιο ολοκληρωμένα να προσεγγιστούν ζητήματα της ιστορίας του Κόμματος και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, να αντικρουστεί η παραχάραξη της ιστορίας του ΚΚΕ, του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρόλου της ΕΣΣΔ και των λαϊκών μετώπων σε αυτόν, παραχάραξη που διαδίδεται συστηματικά και από όλο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Το μέτωπο απέναντι στην αστική ιδεολογία στα θέματα της ιστορίας δεν αφορά στενά το παρελθόν. Αποτελεί πηγή ιστορικής γνώσης, ιδεολογικής θωράκισης, άντλησης πολιτικών συμπερασμάτων αναγκαίων για τη διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες που η εξέλιξη της κρίσης ενισχύει τη συνύπαρξη τάσεων ρεφορμισμού αλλά και ριζοσπαστικοποίησης, που διαπλέκονται με ενδοιασμούς απέναντι στη γραμμή ρήξης, με φόβους απέναντι στη λεγόμενη «κοινωνική αναταραχή», αλλά ταυτόχρονα και με μικροαστική ανυπομονησία. Η κατανόηση των δυνατοτήτων αλλά και των δυσκολιών στη σημερινή φάση ανάπτυξης της ταξικής πάλης είναι προϋπόθεση για ιδεολογικοπολιτική ετοιμότητα και μαχητικότητα για την ανταπόκριση σε συνθήκες μη ευθύγραμμης ανόδου της ταξικής πάλης. Η ιδεολογική πάλη οπλίζει με αντοχή, αλλά χωρίς επανάπαυση, κάνει κατανοητό το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα σε σχέση με τις αντικειμενικές συνθήκες, την ανάγκη να προηγείται η ολόπλευρη δουλειά για την ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα πριν τη διαμόρφωση πανεθνικής καπιταλιστικής κρίσης, επαναστατικής κατάστασης.

Κατά περίπτωση, η ΚΟΜΕΠ ανταποκρίθηκε σε ειδικότερες ανάγκες της ιδεολογικής πάλης, με θεματικά αφιερώματα και άρθρα για τη νεολαία, το γυναικείο ζήτημα, το αγροτικό ζήτημα, τα ιδεολογικά ρεύματα στην τέχνη και τον πολιτισμό, την εκπαίδευση.

Σε αρκετά τεύχη της ΚΟΜΕΠ φιλοξενήθηκαν κείμενα από ΚΚ με μαρξιστικό-λενινιστικό προσανατολισμό, αλλά και αναλύσεις για τις διεθνείς εξελίξεις σε μια σειρά περιοχές του κόσμου (π.χ. στη Ρωσία, στη Λατινική Αμερική, στην Κίνα κ.α.), ενώ επίσης δημοσιεύτηκαν κριτικές παρατηρήσεις για τις θέσεις και επεξεργασίες μιας σειράς ΚΚ.

Η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ συμμετέχει στην πρωτοβουλία έκδοσης της «Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», που συγκροτήθηκε το Φλεβάρη του 2009, ως συνεργασία θεωρητικών περιοδικών ΚΚ, στην κατεύθυνση συγκρότησης διακριτού Κομμουνιστικού Πόλου.

 

ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΜΕΠ ΚΑΘΕ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ,
ΚΑΘΕ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΝΕ,
ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΤΗΣ ΜΑΖΩΝ
ΣΤΗΝ ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

 Η συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο των εκδόσεων της ΚΟΜΕΠ, ιδιαίτερα στην περίοδο από το 1992 έως σήμερα, γίνεται με σκοπό να συνειδητοποιηθεί ότι η μελέτη της δεν εξαντλείται στο δίμηνο της κυκλοφορίας του κάθε τεύχους της. Η προμήθεια και αξιοποίηση όλων των τευχών της ΚΟΜΕΠ είναι απαραίτητη για τα μέλη και στελέχη του Κόμματος και της ΚΝΕ, καθώς και η διάδοσή της στους φίλους του Κόμματος, σε κάθε καλοπροαίρετο ριζοσπάστη μελετητή-ερευνητή.

Στην Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ επισημαίνεται η μεγάλη σημασία της ιδεολογικής παρέμβασης του Κόμματος:

«H πάλη των ιδεών πρέπει να διαποτίζει την πρακτική δράση και σε ορισμένες περιπτώσεις να αποκτά και προτεραιότητα με ειδικές πλατιές καμπάνιες και οργανωμένες προσπάθειες ανοικτού διαλόγου στη βάση, πρώτα απ' όλα με τους μισθωτούς εργαζόμενους, με κατάλληλες μορφές που προσελκύουν, στο χώρο δουλειάς και κατοικίας, κατά κλάδο και τομέα. H μάχη των ιδεών είναι προϋπόθεση οργάνωσης των εργατικών, των λαϊκών μαζών. H ιδεολογική αντεπίθεση παίζει σήμερα, περισσότερο από πριν, ρόλο οργανωτικού παράγοντα στην αφύπνιση λαϊκών μαζών, πριν απ' όλα εργατοϋπαλλήλων, μισθωτών, της νέας βάρδιας της εργατικής τάξης, της νεολαίας. Ανάλογες απαιτήσεις αφορούν στο αγροτικό κίνημα, ιδιαίτερα στους μικρομεσαίους αγρότες και γενικότερα στους αυτοαπασχολούμενους…»4.

Επίσης τονίζεται:

«…Να γίνει συνείδηση και τρόπος δουλειάς η ενότητα επαναστατικής θεωρίας και πράξης, σε όλη την κλίμακα της Κομματικής Οργάνωσης, κατακτώντας όσο γίνεται πιο υψηλό θεωρητικό επίπεδο που συμβάλλει στην αφομοίωση και δημιουργική εφαρμογή της στρατηγικής, στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης όλο και περισσότερων εργαζομένων. Η ανάπτυξη της κυκλοφορίας του “Ριζοσπάστη”, της ΚΟΜΕΠ, του πολιτικού βιβλίου, είναι βασικό βήμα, σε συνδυασμό με την πιο πλατιά ανάπτυξη της εσωκομματικής μόρφωσης και της αυτομόρφωσης σε όλα τα επίπεδα έως την ΚΟΒ και την ΟΒ της ΚΝΕ»5.

Στις σημερινές συνθήκες, για να μπορέσουν οι κομμουνιστές να αναδειχτούν σε οργανωτές μαζών, σε καθοδηγητές της ταξικής πάλης στην κατεύθυνση της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, πρέπει να αφομοιώνουν σε βάθος την επαναστατική κοσμοθεωρία, να συμμετέχουν στην ανάπτυξή της, μεταξύ των άλλων μελετώντας και την ΚΟΜΕΠ.

Δύο χρόνια μετά το 18ο Συνέδριο, οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και παγκόσμια επιβεβαιώνουν ότι μέσα στο εργατικό κίνημα, στη σχέση του με το αγροτικό και το κίνημα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις, θα αναμετρηθούν δύο τάσεις: Από τη μια η ρεφορμιστική ως τάση χειραγώγησης των εργατικών και λαϊκών αντιδράσεων και εγκλωβισμού τους σε μια αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητείται η εξουσία του κεφαλαίου. Από την άλλη η τάση μαζικού απεγκλωβισμού από παλιές και νέες μορφές συνδικαλιστικού και πολιτικού αποπροσανατολισμού, πραγματικής ριζοσπαστικοποίησης σε κατεύθυνση οργανωμένης αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής πάλης και πολιτικής συνειδητοποίησης για αγώνες στην κατεύθυνση ανατροπής της αστικής εξουσίας.

Από την έκβαση αυτής της αναμέτρησης θα κριθεί ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων, αν θα αρχίσει η διαδικασία αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων, ώστε από τη σημερινή ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία των δυνάμεων του κεφαλαίου στην εργατική τάξη να περάσουμε στην αμφισβήτησή της, σ’ εκείνη την «ισορροπία δυνάμεων» που προηγείται μιας βαθιάς και γενικευμένης πολιτικής κρίσης για να πραγματοποιηθεί εξέγερση ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, αυτό που χρειάζονται τα εκατομμύρια των μισθωτών, συνταξιούχων, αυτοαπασχολούμενων και των οικογενειών τους σε αντίθεση με τη μειοψηφία των καπιταλιστών και των ανώτερων τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων.

Αυτή η αναμέτρηση θα κριθεί σε κάθε τόπο δουλειάς, ιδιαίτερα στους χώρους μεγάλης συγκέντρωσης μισθωτών, στα εργοστάσια, στα νοσοκομεία, στις σχολές μαθητείας και εκπαίδευσης, θα κριθεί στους χώρους εργασίας των κλάδων στρατηγικής σημασίας, όπως είναι της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των μαζικών μεταφορών, του τραπεζικού κλάδου απ’ όπου διεκπεραιώνεται μεγάλο μέρος μισθών, συντάξεων κλπ.

Η αναμέτρηση θα κριθεί άτομο το άτομο, σε κάθε τμήμα των παραπάνω χώρων εργασίας, σωματείο το σωματείο, σπάζοντας γραφειοκρατικούς και εκφυλιστικούς φραγμούς, δημιουργώντας νέες μορφές μαζικής συμμετοχής και αγώνα.

Αυτή η αναμέτρηση απαιτεί κάθε μέλος του Κόμματος και της ΚΝΕ, κάθε συνοδοιπόρος στο Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ), στην Πανελλήνια Αντιμονοπωλιακή Συσπείρωση Επαγγελματοβιοτεχνών Ελλάδας (ΠΑΣΕΒΕ), στην Παναγροτική Αγωνιστική Συσπείρωση (ΠΑΣΥ), στο Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών (ΜΑΣ), στην Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ) ν’ αναδειχτεί σε ηγέτη στο χώρο του, να σπάσει το φράγμα προκαταλήψεων που έχτισαν στους συναδέλφους τους οι αστικές αλλά και οι οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις. Απαιτεί θέληση και αντοχή που κερδίζεται με τη βαθιά συνείδηση του αναγκαίου, του μοναδικού και του δίκαιου στον ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στα μονοπώλια, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, στα κόμματα και στις κυβερνήσεις τους. Προϋποθέτει γνώση για να εξουδετερωθεί η ιδεολογική οπισθοχώρηση που έφεραν οι αντεπαναστατικές ανατροπές.

Το ανέβασμα της ιδεολογικοπολιτικής στάθμης του Κόμματος και της ΚΝΕ αποτελεί προϋπόθεση για να εξουδετερωθεί η ιδεολογική παρέμβαση του αντιπάλου, που σήμερα είναι πιο σύνθετη και πολύμορφη, αξιοποιεί την προσωρινή κρίση και υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος μαζί με τον εκβιασμό για νέα αδιέξοδα και νέα αφαίρεση κατακτήσεων, καλλιεργεί και ρεφορμιστικές αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει επιστροφή στο καπιταλιστικό παρελθόν των εκτεταμένων ΔΕΚΟ και των σχετικά καλύτερων όρων εργασίας στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.

Δεν αρκεί η αυθόρμητη λαϊκή αγανάκτηση και αντίδραση στη σημερινή και χθεσινή κυβερνητική πολιτική για να εξουδετερωθούν απατηλές ελπίδες ότι μια ενδεχόμενη φάση ανάκαμψης μπορεί ν’ ανακόψει την επίθεση στο εργατικό και λαϊκό εισόδημα, να οδηγήσει σε κάποιες κοινωνικές κατακτήσεις και εργατικά δικαιώματα.

Χρειάζεται συστηματική δουλειά από τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, δουλειά ιδεολογικού αγώνα για να γίνουν κατανοητές οι ιστορικές συνθήκες, ο διεθνής συσχετισμός που είχε οδηγήσει σε τέτοιες κατακτήσεις, για να συνειδητοποιηθούν τόσο οι κατακτήσεις όσο και οι σημερινές απώλειες στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ο κοινός χαρακτήρας των προβλημάτων των εργαζομένων σε αυτές τις χώρες και των εργαζομένων σε χώρες που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.

Το περιεχόμενο της ΚΟΜΕΠ δίνει πλήθος επιχειρημάτων, πληροφόρησης, γνώσης, που ακόμα δεν έχει αξιοποιηθεί από το μεγαλύτερο μέρος όχι μόνο των κομματικών δυνάμεων, αλλά και των στελεχών.

Δεν επαναπαυόμαστε σε ό,τι μέχρι σήμερα έχει κατακτηθεί. Γνωρίζουμε ότι χρειάζονται σημαντικές βελτιώσεις και στην ΚΟΜΕΠ. Χρειάζεται να υπερνικηθεί κάθε είδος υποτίμησης της ανάγκης ν’ αναπτυχθεί η θεωρία για το επαναστατικό κόμμα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αναπτυχθεί προβληματισμός στα ζητήματα κομματικής οικοδόμησης, στη γενίκευση της πείρας από τη σχέση των ΚΟΒ με τις μάζες, από τις πρωτοβουλίες οργάνωσης των μαζών και ιδεολογικοπολιτικής πάλης μέσα στις μαζικές οργανώσεις. Ν’ αναπτυχθεί προβληματισμός ως ζήτημα καθοδήγησης. Επίσης, μέσα από τις σελίδες της ΚΟΜΕΠ ν’ αναπτυχθεί πιο ζωντανό ιδεολογικό μέτωπο στην αστική παρέμβαση μέσω της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, να βελτιωθεί η εκλαΐκευση στην προβολή των θεμάτων.

Γνωρίζουμε ότι είναι δικό μας καθοδηγητικό ζήτημα η διακίνηση και αξιοποίηση της ΚΟΜΕΠ που έχει τις δικές της οργανωτικές απαιτήσεις, με ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος και της ΚΝΕ. Απαιτείται συγκεκριμένος καταμερισμός στα κομματικά όργανα και σχεδιασμός αυτής της προσπάθειας. Σχεδιασμός που να περιλαμβάνει στόχους αύξησης της κυκλοφορίας, της διακίνησης μέσω των οργανώσεων, αλλά και των συνδρομητών, που αφορά ακόμα και στελέχη του Κόμματος και της ΚΝΕ σε όλες τις βαθμίδες. Απαιτείται σχεδιασμός για την ουσιαστική μελέτη των κειμένων της ΚΟΜΕΠ, με τη διαμόρφωση ανάλογου κλίματος συλλογικής συζήτησής τους στα όργανα και τις Κομματικές Οργανώσεις Βάσης, στα διάφορα επίπεδα κομματικών σχολών, σε ανοιχτές εκδηλώσεις και συσκέψεις.

Το ΠΓ, η Γραμματεία και συνολικά η ΚΕ μπορούν και πρέπει να ανταποκριθούν σε αυτό το καθήκον. Να θέσουμε ως στόχο να γίνει η 90χρονη επέτειος από την έκδοση της ΚΟΜΕΠ αφορμή για άνοδο της κυκλοφορίας της, για βελτίωση του περιεχομένου και για αξιοποίησή της. Να ξαναβάλουμε στην επικαιρότητα το σύνθημα που υιοθετήθηκε το Μάη του 1931 στο 1ο τεύχος επανέκδοσης της ΚΟΜΕΠ:

«Κανείς κομμουνιστής, κανένα μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας χωρίς την ΚΟΜΕΠ».

Γενάρης 2011

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 1ος, 1918-1924, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1974, σελ. 34.

2. Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τ. 2ος, 1925-1928, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 14.

3. Αρχείο ΚΚΕ - ΚΟΜΕΠ, τ. 1ο (Μάης), 1931, σελ. 1.

4. ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2009, σελ. 131-132.

5. ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2009, σελ. 142.