ΤΟ ΑΒΕΒΑΙΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ του Δεκέμβρη του 2010 και οι διεργασίες που προηγήθηκαν το προηγούμενο δίμηνο επιβεβαιώνουν την όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η δυσκολία ενός ουσιαστικού μεσοπρόθεσμου συμβιβασμού ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη διαφορετικής ισχύος, ακόμα και ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου στο ίδιο κράτος, καθιστά επισφαλή τη διατήρηση της ευρωζώνης στη σημερινή της μορφή, επιταχύνει διαδικασίες αναμόρφωσής της.

Η αστική ανάλυση των εξελίξεων εστίασε σε πολύ μεγάλο βαθμό στη διαχείριση της υπερχρέωσης ορισμένων κρατών-μελών και στις εναλλακτικές προτάσεις-σενάρια που κατατέθηκαν για το συγκεκριμένο ζήτημα. Οι περισσότερες σχετικές αστικές εκθέσεις εμφανίζουν σαν πυρήνα του προβλήματος τη λεγόμενη «κρίση-χρέους», αποκρύπτοντας τις ουσιαστικές αιτίες της σημερινής κατάστασης. Συσκοτίζεται καταρχήν ο πραγματικός χαρακτήρας της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ως κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, κρίσης του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Υποβαθμίζεται η ανισόμετρη ανάπτυξη και οι συνέπειές της στο εσωτερικό της ΕΕ.

Πέρα από υπαρκτές μεθοδολογικές συγχύσεις και λάθη διάφορων αστών αναλυτών, πρόκειται για συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης των εργαζομένων σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, με στόχο την εδραίωση κλίματος ταξικής συνεργασίας και συμπόρευσης με τη στρατηγική της άρχουσας τάξης. Προσπάθεια να συγκαλυφθεί το κοινό συμφέρον των μονοπωλιακών ομίλων απέναντι στην εργατική τάξη όλων των χωρών της ΕΕ και να στοιχηθεί το εργατικό κίνημα κάθε χώρας σαν ουρά στους διάφορους πόλους των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Προσπάθεια να εμφανιστεί η ενιαία συνολική κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης σαν εξωτερικό εισαγόμενο πρόβλημα σε κάθε χώρα και να αθωωθεί από τις ευθύνες της η εγχώρια αστική τάξη. Ετσι στην Ελλάδα αρκετές αναλύσεις προσδιορίζουν ως μοναδικό αντίπαλο την τρόικα και τη «γερμανική μπότα», ενώ στη Γερμανία χύνονται κροκοδείλια δάκρυα για τις θυσίες των εργαζόμενων-φορολογούμενων που άδικα πληρώνουν τις σπατάλες της διεφθαρμένης Ελλάδας.

Φυσικά η αναλυτική μελέτη του συνόλου των αντιθέσεων ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια ενός άρθρου κριτικής κωδικοποίησης της διαπάλης και των αποφάσεων της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής. Ωστόσο για να κατανοηθούν αυτές οι αποφάσεις πρέπει να ξεκινήσουμε από τη μεγάλη εικόνα των εξελίξεων που αφορούν τη διεθνή θέση και κυρίως τον εσωτερικό συσχετισμό της ΕΕ.

 

ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΕΣ ΚΑΙ ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΣΤΗΝ ΕΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

 Η ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση, σε όλη την ιστορική της πορεία, από την ΕΟΚ στην ΕΕ και στην ΟΝΕ-Ευρωζώνη, έχει ως βασικό στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας και τη μεγέθυνση των μονοπωλίων των κρατών-μελών της σε συνθήκες όξυνσης του ανταγωνισμού και ανακατατάξεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Αυτό το βασικό κίνητρο συγκρότησης της ΕΕ ως διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας καθόρισε και εξακολουθεί να καθορίζει ως κύρια συνεκτικά στοιχεία της τη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης σε σχέση με το εκάστοτε επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και την προώθηση της «απελευθέρωσης» των αγορών (ιδιαίτερα σε τομείς στρατηγικής σημασίας), ώστε να ανασχεθεί η τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους για ένα μέρος του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου.

Η ενιαία στόχευση των μονοπωλίων που εδρεύουν στα κράτη της ΕΕ ενάντια στην εργατική τάξη και στο λαό αποτελεί μέσα στον ιστορικό χρόνο το καθοριστικό κοινό στοιχείο που διαπερνά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τη στρατηγική της Λισσαβόνας και στη συνέχεια τη στρατηγική «Ευρώπη 2020 για την απασχόληση και την ανάπτυξη». Πρόκειται για την αστική στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που εξυπηρετεί την τάση σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης με πολιτικές που προωθούν αρνητικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, μείωση των μισθών σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις στους τομείς ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και μεταφορών, εμπορευματοποίηση των απαιτούμενων υπηρεσιών για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης στην παιδεία, στην υγεία, στην ασφάλιση.

Αυτή η στρατηγική δεν καθορίστηκε απ’ την εκδήλωση της πρόσφατης διεθνούς κρίσης ούτε απ’ την πορεία υπερχρέωσης ορισμένων κρατών-μελών της ΕΕ. Στοχεύει στην προσαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας μισθοδοσίας και ωραρίου εργασίας στις νέες συνθήκες της διεθνούς αγοράς εργατικής δύναμης, όπου έχει μειωθεί η αξία της με τη μαζική είσοδο σε αυτή φθηνότερης εργατικής δύναμης (από την Κίνα, την Ινδία, τη Ρωσία, άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής). Αυτή η κατάσταση διαμορφώθηκε στο ευνοϊκό για το μεγάλο κεφάλαιο έδαφος που δημιούργησε το αντεπαναστατικό πισωγύρισμα προς το τέλος του 20ού αιώνα. Σε αυτές τις συνθήκες έγινε δυνατό να μπει μαζικά στη σχέση μισθωτής εργασίας-κεφαλαίου εργατική δύναμη ήδη εξειδικευμένη στη βιομηχανική παραγωγή.

Οι κατευθύνσεις της συγκεκριμένης στρατηγικής βρίσκονται στο ίδιο το ιδρυτικό πλαίσιο της ΕΕ. Η συγκρότηση της Ευρωζώνης προωθήθηκε στη συνέχεια με τη διακρατική συμφωνία των κρατών-μελών που εντάχθηκαν σε αυτή για τα πλεονεκτήματα που προσέφερε το κοινό νόμισμα (το ευρώ) στο μεγάλο κεφάλαιο, όπως η συναλλαγματική και νομισματική σταθερότητα, η βελτίωση των χρηματοδοτικών και πιστοληπτικών όρων για τις ιδιωτικές και τις δημόσιες επενδύσεις σε κράτη της Ευρωζώνης, η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.

Ας δούμε πώς κωδικοποιεί συνοπτικά τα πλεονεκτήματα ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας, Laurent Fabius σε ομιλία του στην Αθήνα, τον Οκτώβρη του 2009:

«Το ευρώ έχει επιτύχει. […] έχει επιτύχει επειδή το ένα τρίτο του εξωτερικού εμπορίου διεκπεραιώνεται πλέον εντός των συνόρων της ευρωζώνης έναντι του ενός τετάρτου δέκα χρόνια πριν, έχει επιτύχει επειδή το ένα τρίτο των συνολικών επενδύσεων της Ευρώπης γίνεται σήμερα στο εσωτερικό της Ευρωζώνης έναντι μόλις ενός πέμπτου δέκα χρόνια πριν. Και κάτι ακόμη σημαντικό: το ευρώ είναι το δεύτερο αποθεματικό νόμισμα και η αυξητική τάση, που παρουσιάζει στα πλαίσια των διεθνών αποθεματικών νομισμάτων, είναι συνεχής. Βρισκόταν στο 17,5% το 1999 και σήμερα αγγίζει το 27%. Σήμερα, λοιπόν, δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του, και δέκα χρόνια δεν είναι τίποτα αν τα υπολογίσουμε στην κλίμακα των μεγάλων διεθνών ανακατατάξεων, το ένα τέταρτο των εμπορικών συναλλαγών και περίπου οι μισές διεθνείς υποχρεώσεις διεκπεραιώνονται σε ευρώ»1.

Το ΚΚΕ είχε έγκαιρα επισημάνει ότι οι κοινές στοχεύσεις του μεγάλου κεφαλαίου -που καθορίζουν τη συγκρότηση της ΕΕ ως διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας- δεν αναιρούν την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της, την εθνοκρατική οργάνωση πάνω στην οποία στηρίζεται η καπιταλιστική συσσώρευση και κατά συνέπεια τον ανταγωνισμό και τις αντιθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Επίσης έγκαιρα είχε αναδείξει ότι το ευρώ αποτέλεσε νομισματική συγκόλληση οικονομιών κρατών-μελών που όχι μόνο δε θα άμβλυνε τις βαθιές ανισομετρίες στην ανάπτυξη και διάρθρωση των βιομηχανικών κλάδων, επομένως και στην παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά τους, αλλά θα τις όξυνε. Πολύ πριν την εκδήλωση της πρόσφατης διεθνούς κρίσης το ΚΚΕ τόνιζε ότι η πορεία του ευρώ θα δοκιμαζόταν από την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης και την ένταση του ανταγωνισμού της ΕΕ με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.2

Στην προηγούμενη δεκαετία η Γερμανία υπήρξε η μεγάλη ωφελημένη από τη συγκρότηση της Ευρωζώνης. Από τη μια διατήρησε ισχυρό το ευρώ ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα και από την άλλη έδωσε διέξοδο στις εξαγωγές της στο εσωτερικό της ευρωζώνης, διαμορφώνοντας μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, τη στιγμή που αντίστοιχα διευρύνονταν τα ελλείμματα σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, ακόμη και στη Γαλλία.

Η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας εξαρτάται πολύ περισσότερο από ό,τι άλλων μεγάλων οικονομιών της ΕΕ (Γαλλίας, Ιταλίας, Βρετανίας) από τις εξαγωγές της. Οπως αναφέρουν και οι Financial Times «τα 2/3 της γερμανικής ανάπτυξης στην περίοδο 2000-2008 οφείλονταν στην αύξηση των εξαγωγών. Το 47% της συνολικής της ζήτησης προέρχεται από εξαγωγές, έναντι μέσου όρου στις άλλες τρεις μεγάλες οικονομίες 28%»3.

Συγκριτικά με το μάρκο, το ευρώ διασφαλίζει σταθερότερες ισοτιμίες, μικρότερες διακυμάνσεις και βοηθά τις εμπορικές συναλλαγές της Γερμανίας. Ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης το μάρκο θα οδηγούσε σε υψηλότερες ισοτιμίες και θα είχε αρνητική επίδραση στις γερμανικές εξαγωγές.

Επίσης, σύμφωνα με τη βάση μακροοικονομικών δεδομένων της ΕΕ (AMECO), το 60% του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας οφείλεται στις συναλλαγές της εντός της ευρωζώνης. Αλλά και η εξαγωγή κεφαλαίων με τη μορφή δανείων στο εσωτερικό της ευρωζώνης ήταν συμφέρουσα για τους γερμανικούς τραπεζικούς ομίλους πριν την εκδήλωση της κρίσης.

Ικανοποιητική κερδοφορία, σύμφωνα με το εγκυρότερο γερμανικό ινστιτούτο IFO, παρουσίασε συνολικά η εξαγωγή κεφαλαίου στην ευρωζώνη.4 Το ινστιτούτο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, εξετάζοντας τη δεκαετία λειτουργίας της ευρωζώνης συγκριτικά με την κατάσταση που προϋπήρχε στη λεγόμενη «ζώνη επιρροής του μάρκου», η οποία περιλάμβανε εκτός της Γερμανίας, την Αυστρία και την Ολλανδία.

Τα παραδείγματα της εισόδου στην Ελλάδα της Deutsche Telekom στις τηλεπικοινωνίες, της Hochtief στο αεροδρόμιο των Σπάτων και της Siemens σε μια σειρά κλάδους είναι χαρακτηριστικά και επιβεβαιώνουν αυτό το γενικό συμπέρασμα.

Η μεταβολή του συσχετισμού δύναμης υπέρ της Γερμανίας στο εσωτερικό της ΕΕ, ως αποτέλεσμα της επίδρασης του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, προϋπήρξε της εκδήλωσης της κρίσης. Ωστόσο η βαθιά κρίση της ΕΕ συνέβαλε στη μεταβολή του συσχετισμού δύναμης ακόμα και μέσα στον ηγετικό σκληρό πυρήνα της ΕΕ και όξυνε τις αντιθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της.

Η όξυνση της ανισομετρίας εκφράζεται μεταξύ των κρατών-μελών με την αύξηση της διαφοράς στο επίπεδο της παραγωγικότητας, του όγκου των εξαγωγών τους, των εκροών για άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου σε άλλες χώρες. Φυσικά αντανακλάται και στη διαφορετική δημοσιονομική κατάσταση των κρατών-μελών της ΕΕ.

Ομως πίσω από τη διόγκωση του δημόσιου χρέους ορισμένων κρατών-μελών βρίσκονται η βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, η επίδρασή της στην ένταση της ανισομετρίας μεταξύ των χωρών της ΕΕ, το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους που οδηγεί στον εξής «ανορθολογισμό»: μια αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία να μεταφέρει την παραγωγή της σε χώρες με φθηνότερη εργατική δύναμη και να εισάγει εμπορεύματα.

Το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε έκθεσή του αναφέρει ότι «το δημόσιο χρέος των αναπτυγμένων οικονομιών από 75% πριν την κρίση αναμένεται να φθάσει στο 110% το 2014». Επισημαίνει μάλιστα ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης οφείλεται στη μείωση των κρατικών εσόδων λόγω της κρίσης και στα κρατικά πακέτα διάσωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η αυξανόμενη δυσκολία της αστικής πολιτικής να διαχειριστεί την κρίση γίνεται όλο και πιο ορατή. Ολες οι βασικές εκδοχές της αστικής διαχείρισης έχουν αντιλαϊκό χαρακτήρα, δεν μπορούν να εξαλείψουν τις νομοτέλειες και τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η επεκτατική πολιτική (με τα μεγάλα κρατικά πακέτα ενίσχυσης των μονοπωλιακών ομίλων) οδηγεί τελικά σε διόγκωση του δημόσιου χρέους και εμποδίζει την απαραίτητη απαξίωση κεφαλαίου, τη χρεοκοπία ζημιογόνων εταιριών, ώστε να ξεκινήσει η διευρυμένη αναπαραγωγή. Η περιοριστική πολιτική της μείωσης των κρατικών δαπανών οξύνει άμεσα τις συνέπειες της κρίσης. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαία η απαισιοδοξία που χαρακτηρίζει τις αστικές προβλέψεις για το μέλλον της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας. Η πρόσφατη εξαμηνιαία έκθεση του ΟΟΣΑ προβλέπει για το 2011 επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, ουσιαστική στασιμότητα στην Ευρωζώνη (2,2% και 1,7% αντίστοιχα). Επισημαίνει ότι συνολικά «για τις οικονομίες του ΟΟΣΑ η ανάπτυξη δε φαίνεται να μπορεί να ξαναβρεί σύντομα το ρυθμό που παρατηρήθηκε στην αντίστοιχη φάση ανάκαμψης κατά τους προηγούμενους κύκλους της κρίσης». Οι περισσότερες διεθνείς εκθέσεις συγκλίνουν στην πρόβλεψη για ασταθή, αναιμική ανάκαμψη σε ΗΠΑ και ΕΕ, που θα οδηγήσει σε βαθύτερη κρίση.

Το κρίσιμο πρόβλημα που αδυνατεί να αντιμετωπίσει η αστική πολιτική αφορά την προσπάθεια να ελέγξει την έκταση της απαξίωσης-καταστροφής κεφαλαίου που έχει υπερσυσσωρευθεί και οδηγεί σε μείωση του ποσοστού κέρδους. Πάνω σε αυτό το έδαφος οξύνεται και η διαπάλη διαφορετικών τμημάτων του κεφαλαίου για τον επιμερισμό των βαρών της κρίσης (απαξίωση κεφαλαίων με τη μορφή εμπορευμάτων, κατανομή ζημιών και απαξίωση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα κλπ.). Η διαπάλη αφορά επίσης το μέγεθος του δημόσιου τομέα, το ύψος και την κατανομή των κρατικών ενισχύσεων στους διάφορους κλάδους της οικονομίας.

Στις επίσημες φθινοπωρινές προβλέψεις της η ΕΕ εκτιμά αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,7% το 2010 και προβλέπει επίσης 1,7% για το 2011 και 2% το 2012, επισημαίνοντας όμως ότι αυτή η υποτονική ανάκαμψη είναι ανομοιογενής και πολλά κράτη-μέλη διανύουν δύσκολη περίοδο προσαρμογής. Γίνονται επίσημες αναφορές στους κινδύνους εξασθένισης της παγκόσμιας ζήτησης, στην εύθραυστη κατάσταση των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών κρατικών ομολόγων.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία μπορούμε σήμερα να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες στο εσωτερικό της σημερινής ευρωζώνης και της ΕΕ (βλ. Πίνακες 1 και 2, καθώς και Πίνακες Παραρτήματος).

 

Στην πρώτη κατηγορία βρίσκονται κράτη που έχουν επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, παρουσιάζουν θετικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αυξητική πορεία των επενδύσεων και σχετικά καλή δημοσιονομική κατάσταση. Σε αυτή την κατηγορία μπορούμε να ομαδοποιήσουμε τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, τη Φιλανδία και φυσικά τη Σουηδία.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει κράτη όπως η Γαλλία και η Ιταλία (καθώς και η Βρετανία εκτός ευρωζώνης) που έχουν συγκριτικά χαμηλότερη παραγωγικότητα, παρουσιάζουν αναιμικό ρυθμό ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ (κάτω από 2%), αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και σχετικά υψηλό δημόσιο χρέος.

Στην τρίτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι ασθενέστερες οικονομίες, μεταξύ των οποίων οι αδύναμοι κρίκοι της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, αλλά και η Ισπανία. Πρόκειται για καπιταλιστικές οικονομίες που βρίσκονται σε κρίση ή ασταθή αναιμική ανάκαμψη και παρουσιάζουν ιδιαίτερα αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και υπερχρέωση του κράτους.

Η ανάκαμψη της βιομηχανικής παραγωγής στην ΕΕ είναι επίσης ανομοιογενής. Η Γερμανία και η Ολλανδία βρίσκονται σε φάση ανόδου της βιομηχανικής παραγωγής. Αντίθετα σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, η ανάκαμψη είναι αναιμική, με τα επίπεδα της παραγωγής να υπολείπονται σημαντικά του αντίστοιχου του 2005 και με πορεία μείωσης τους τελευταίους μήνες (σε σχέση με τη μέγιστη επίδοση του 12μηνου). Ομως και η γερμανική βιομηχανία υπολείπεται ακόμα κατά 17% από το προ κρίσης επίπεδο. Αυτό επισημαίνει σχετική μελέτη της Deutsche Bank (2/6/2010), η οποία δείχνει ότι το βάθος της συρρίκνωσης στη βιομηχανία ήταν πολύ μεγαλύτερο στην πρόσφατη κρίση συγκριτικά με τις προηγούμενες του 2001 και του 1992, όπως φαίνεται και στο σχετικό διάγραμμα του Παραρτήματος.

Ανομοιογένεια καταγράφεται και στη μεταβολή εισροών και εκροών των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) για τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ως γενική τάση καταγράφεται κάμψη που συμβαδίζει με την αντίστοιχη παγκόσμια τάση την περίοδο 2007-2009, λόγω της διεθνούς κρίσης (βλ. Πίνακες Παραρτήματος).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανισόμετρης και αβέβαιης ανάκαμψης καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η εφαρμογή σχεδίων ενιαίας οικονομικής διακυβέρνησης και πολύ περισσότερο σχεδίων πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ. Η αστική τάξη κάθε κράτους-μέλους, με βάση τη διαφορετική θέση και τα ιδιαίτερα συμφέροντά της, μετέχει στη διαπάλη για το μέλλον της ευρωζώνης, το οποίο γίνεται όλο και πιο επισφαλές στη σημερινή μορφή του. Πρόκειται για εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση αν συνυπολογίσει κανείς τη διαπάλη ισχυρών τμημάτων της άρχουσας τάξης στο εσωτερικό κάθε χώρας, ιδιαίτερα των ισχυρών δυνάμεων της ΕΕ, καθώς και τη γενικότερη όξυνση των αντιθέσεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Η προσπάθεια των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας να περιορίσουν το ζήτημα στην αποτελεσματική διαχείριση της υπερχρέωσης ορισμένων κρατών της ευρωζώνης αμφισβητείται από τις πιο έγκυρες αστικές αναλύσεις. Ο επικεφαλής του Τμήματος για τις Στρατηγικές Ανάπτυξης στη Διαρκή Σύνοδο του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), Χάινερ Φλάσμπεκ, δηλώνει χαρακτηριστικά:

«Παρ’ όλο που στις Βρυξέλλες μαζί με τους κανόνες για τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων συζητιούνται με υψηλή προτεραιότητα οι μακροοικονομικές ισορροπίες, δεν υπάρχει ως τώρα κανένα σχέδιο το οποίο να εξηγεί ότι μπορούν να εξαλειφθούν οι εξωτερικές ανισορροπίες που δημιουργήθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια στις αγορές»5.

 

Ο ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

 Οι συνέπειες της κρίσης στην ανισομετρία και στη διόγκωση του δημόσιου χρέους σε κράτη-μέλη της ευρωζώνης οδηγούν τη γερμανική και τη γαλλική αστική τάξη σε σοβαρά διλήμματα σχετικά με το μέλλον της ευρωζώνης.

Στην πορεία προς τη Σύνοδο Κορυφής, ινστιτούτα και έγκυρα αστικά περιοδικά παρουσίασαν διαφορετικά σενάρια, μεταξύ των οποίων είναι η αλλαγή των κανόνων λειτουργίας της ευρωζώνης με τη διευκόλυνση των πιο χρεωμένων κρατών μέσω ευρωενωσιακού μηχανισμού, η αποπομπή των υπερχρεωμένων κρατών από τη σημερινή ευρωζώνη και η αναμόρφωσή της με πιο ομοιογενείς οικονομίες, ακόμα και η διαμόρφωση δύο διαφορετικών ζωνών νομισμάτων.

Τα σενάρια και οι προτάσεις αντανακλούν σ’ ένα βαθμό διαφορετικά συμφέροντα τμημάτων της γερμανικής και της γαλλικής αστικής τάξης, καθώς και την παρέμβαση άλλων ιμπεριαλιστικών κάντρων, κυρίως των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Ρωσίας, ακόμα και της Κίνας.

Η κυρίαρχη τάση της γερμανικής άρχουσας τάξης, που εκφράζει η καγκελάριος Αγγελα Μέρκελ, θέτει ως προτεραιότητα τη θωράκιση του ευρώ, τη νομισματική σταθερότητα, θεωρεί επικίνδυνη την ανάληψη από το γερμανικό κράτος μεγάλου βάρους σχετικά με τη διαχείριση της υπερχρέωσης κρατών-μελών της ευρωζώνης και κυρίως υποστηρίζει τη μεγαλύτερη εμπλοκή των πιστωτών στη διαδικασία απαξίωσης κεφαλαίου.

Ο αναλυτής του IFO Κ. Κάρστενσεν διατυπώνει συνοπτικά το συγκεκριμένο ζήτημα: «Μια πλήρης εγγύηση των κρατικών ομολόγων από την ΕΕ, θα υπονομεύει τη σταθερότητα της Ευρωζώνης και των χρηματοπιστωτικών αγορών και αυτό διότι καμιά χώρα, ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία μαζί, δεν έχουν την οικονομική δύναμη να συμβάλουν για κάθε τυχόν απειλή χρεοκοπίας. Το τέλος της νομισματικής ένωσης σε μια ακόμα πιο σοβαρή κρίση θα έχει προγραμματιστεί εκ των προτέρων»6.

Στον αντίποδα βρίσκονται τμήματα της γερμανικής αστικής τάξης που έχουν ιδιαίτερα συμφέροντα στα υπερχρεωμένα κράτη, όπως γερμανικές τράπεζες που θα χάσουν σε περίπτωση απαξίωσης-αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, μονοπωλιακοί όμιλοι που εξάγουν κυρίως καταναλωτικά εμπορεύματα, όμιλοι με σημαντικές επενδύσεις σε αυτό το τμήμα της ευρωζώνης. Η πλευρά αυτή, εκτός από τον κίνδυνο των απωλειών της, προβάλλει το πραγματικό επιχείρημα ότι η Γερμανία δανείζει με υψηλό επιτόκιο τις υπερχρεωμένες χώρες και, άρα, θα έχει πρόσθετο όφελος από τη μεγαλύτερη εμπλοκή της.

Ομως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις τμημάτων της γερμανικής άρχουσας τάξης αντανακλούν διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές προτεραιότητες. Συγκεκριμένα:

α) Οι εξαγωγές της Γερμανίας στις υπερχρεωμένες χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία) αναλογούν μόνο στο 5% των γερμανικών εξαγωγών εμπορευμάτων.7 Η βαθιά κρίση σε αυτές τις χώρες δεν εμπόδισε τη σημαντική αύξηση των γερμανικών εξαγωγών το 2010. Για τη γερμανική βιομηχανία κεφαλαιουχικών αγαθών αυτές οι χώρες έχουν σχετικά μικρή οικονομική σημασία.

β) Οι πραγματικές δυνατότητες παρέμβασης της Γερμανίας είναι περιορισμένες σε σχέση με τη σημερινή έκταση του προβλήματος που δεν αφορά μόνο τις 4 προαναφερόμενες χώρες, αλλά μπορεί να επεκταθεί στην Ιταλία, στο Βέλγιο, ακόμα και στην ίδια τη Γαλλία. Επίσης η γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει ότι η διόγκωση του χρέους θα συνεχιστεί, αφού δεν εξαλείφονται οι αιτίες του προβλήματος. Μάλιστα σχετικές αστικές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όταν το δημόσιο χρέος μιας χώρας υπερβεί το 80% του ΑΕΠ στις σημερινές συνθήκες, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η ουσιαστική μείωσή του (π.χ. αυξήσεις επιτοκίων, ασφάλιστρων κινδύνου).8

γ) Το περιβόητο «συμβούλιο σοφών της γερμανικής οικονομίας» προτείνει αυτή την περίοδο αύξηση των επενδύσεων στο εσωτερικό της Γερμανίας για να δοθεί μεγαλύτερη ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη.9

δ) Θεωρείται επίσης σκόπιμο να επωμισθούν ένα μέρος των βαρών της υπερχρέωσης οι τραπεζικοί όμιλοι που έχουν δανείσει τα συγκεκριμένα κράτη. Εκτιμάται ότι η έκθεση των γερμανικών τραπεζών σε περιπτώσεις όπως της Ελλάδας είναι μικρότερη από αυτή των γαλλικών ομίλων που αποτελούν ένα σημαντικό ανταγωνιστή τους. Στον Πίνακα 3 αποτυπώνεται η έκθεση των τραπεζικών ομίλων των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στους αδύναμους κρίκους της ευρωζώνης.

 

 Παράλληλα η γερμανική αστική τάξη πρέπει να λάβει υπόψη της τα διακριτά συμφέροντα άλλων ισχυρών κρατών που συμβαδίζουν σε αυτή τη φάση με τις στρατηγικές επιλογές της.

Η διατήρηση της ευρωζώνης στη σημερινή της μορφή έχει μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τη Γαλλία και την Ολλανδία, συγκριτικά με τη Γερμανία. Η Ολλανδία έχει εμπορικό πλεόνασμα 10,6% του ΑΕΠ με την ευρωζώνη, ενώ με τον υπόλοιπο κόσμο εμπορικό έλλειμμα 6,7% του ΑΕΠ. Η Γερμανία παρουσιάζει μικρότερο εμπορικό πλεόνασμα με την Ευρωζώνη 2,1% του ΑΕΠ, αλλά διατηρεί εμπορικό πλεόνασμα 1,4% του ΑΕΠ και με τον υπόλοιπο κόσμο.

Σκληρή διαπάλη διεξάγεται επίσης στο εσωτερικό της γαλλικής αστικής τάξης σχετικά με τη στάση απέναντι στις γερμανικές προτάσεις. Εδώ υπάρχουν όμιλοι του χρηματιστικού κεφαλαίου που έχουν άμεσα πληγεί από τη γερμανική υπεροχή σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας. Δεν πρόκειται φυσικά για καινούργιο φαινόμενο στη Γαλλία. Αρκεί να θυμηθούμε σε πολιτικό επίπεδο την αντιπαράθεση Πετέν - Ντε Γκολ την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ταυτόχρονα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στη διαμόρφωση της γερμανικής πρότασης επιδρούν και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις σε διεθνές επίπεδο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ πιέζει τη Γερμανία να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για τη στήριξη των υπερχρεωμένων κρατών της ευρωζώνης και να τονώσει την εσωτερική της κατανάλωση συγκριτικά με τις εξαγωγές της. Η Ρωσία της προτείνει μια εναλλακτική διέξοδο με τη δημιουργία Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου από τη Λισσαβόνα ως το Βλαδιβοστόκ.

Συνυπολογίζοντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, διαμορφώθηκαν τα δυο βασικά σκέλη της πρότασης συμβιβασμού Γερμανίας-Γαλλίας, η οποία συμφωνήθηκε ουσιαστικά σε διμερή συνάντηση στη Ντοβίλ και στη συνέχεια εγκρίθηκε στη Σύνοδο Κορυφής. Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής10 περιλαμβάνει δυο βασικά σκέλη:

1. Τη συγκρότηση μόνιμου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που θα διασφαλίζει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του συνόλου της ευρωζώνης. Ο Μηχανισμός Σταθερότητας θα ενεργοποιηθεί μετά τον Ιούνη του 2013 και θα αντικαταστήσει το σημερινό Μηχανισμό (EFSM) και το σχετικό Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Το νομικό πλαίσιο θα εξειδικευτεί στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής το Μάρτη του 2011.

Σύμφωνα με την απόφαση, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα ενεργοποιείται μόνο με αμοιβαία συμφωνία όλων των κρατών-μελών και μόνο αν κριθεί απαραίτητο για τη διάσωση μιας χώρας. Τα νέα κρατικά ομόλογα θα συνοδεύονται από μια ρήτρα συλλογικής δράσης, με βάση την οποία, σε περίπτωση που μια χώρα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, οι ιδιώτες πιστωτές θα δέχονται υποχρεωτικές αλλαγές στους όρους αποπληρωμής του δημόσιου χρέους (επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, αναδιάρθρωση και περικοπή του ύψους τους χρέους κλπ.). Οι προαναφερόμενοι όροι οδηγούν σε αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου για τις υπερχρεωμένες χώρες. Αν μια χώρα αδυνατεί να αποπληρώσει συνολικά τα χρέη της, αποκτούν σειρά προτεραιότητας για εξόφληση ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός και το ΔΝΤ, έναντι των ιδιωτών πιστωτών. Η «βοήθεια» θα συνοδεύεται από εφαρμογή «αυστηρού προγράμματος οικονομικής και δημοσιονομικής προσαρμογής» κι έτσι υποβοηθείται η επιτάχυνση στην εφαρμογή των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων επίθεσης στην εργατική τάξη. Πρόκειται για ένα συμβιβασμό διαφορετικών συμφερόντων σε μια κατεύθυνση διασφάλισης της σημερινής ευρωζώνης από κερδοσκοπικές επιθέσεις που αφορούν το κόστος δανεισμού κρατών-μελών της, με δεδομένη την υπάρχουσα ασυμμετρία μεταξύ των κρατών.

Ταυτόχρονα οι τραπεζικοί όμιλοι της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, που αποτελούν τους δανειστές των αδύναμων κρίκων του Μεσογειακού Νότου και της Ιρλανδίας, αφενός θα διασφαλίσουν ένα μέρος των κερδών τους και αφετέρου θα επωμισθούν ένα τμήμα των αναμενόμενων απωλειών.

2. Το δεύτερο σκέλος της απόφασης της Συνόδου Κορυφής αφορά την επιτάχυνση των βημάτων της «ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης». Οι κυβερνήσεις δεσμεύτηκαν να αναλάβουν δράση σε μια σειρά κατευθύνσεις (με βάση προηγούμενα αρχικά πλαίσια συμφωνιών), όπως:

• Τη συνεπή τήρηση των δημοσιονομικών στόχων για το 2010 και το 2011.

• Την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» με αιχμή το ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό και βασικό στόχο τη διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης.

• Την εφαρμογή του νέου πλαισίου μακροοικονομικής εποπτείας και ενίσχυσης του Συμφώνου Σταθερότητας που περιλαμβάνει την επιβολή κυρώσεων (οικονομικών προστίμων, περικοπή επιδοτήσεων κλπ.).

• Την πλήρη στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ώστε να διευκολυνθεί η πολύμορφη χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων.

Στο σχόλιό της για την απόφαση της Συνόδου, η Deutsche Welle αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Στον τομέα της εναρμόνισης οικονομικής πολιτικής τα πράγματα θα είναι δύσκολα. Εναρμόνιση δε σημαίνει μόνο δημοσιονομική εξυγίανση αλλά και θυσία πολλών εθνικών ιερών αγελάδων, όπως είναι η φορολογία, οι συντάξεις, η εργατική νομοθεσία. Ποιο θα είναι το κριτήριο αυτής της διαδικασίας; Οχι η αναζήτηση μιας χρυσής τομής, αλλά η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωζώνης»11.

Η δυνατότητα εναρμόνισης αυτών των πολιτικών προσκρούει καταρχήν στη διαφορετική θέση κάθε κράτους-μέλους στην ευρωενωσιακή, αλλά και στη διεθνή αγορά και στη διαφορετική φάση που βρίσκονται σε σχέση με τον καπιταλιστικό κύκλο της κρίσης. Παράλληλα η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης δημιουργεί ρωγμές στο κλίμα ταξικής συνεργασίας και συνεχούς υποχώρησης που είχε επιβληθεί στο εργατικό κίνημα με ευθύνη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού του ΚΕΑ. Η προβολή της πολιτικής ενοποίησης ως μέσου προώθησης της φιλολαϊκής ρύθμισης της καπιταλιστικής αγοράς αρχίζει να ξεθωριάζει. Ηδη ξεσπούν μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις σε ορισμένες χώρες (Γαλλία, Ιρλανδία, Ισπανία) που παρ’ ότι έχουν αμυντικό, θολό ρεφορμιστικό περιεχόμενο, ωστόσο σπάνε την προηγούμενη κατάσταση. Αυξάνουν αντικειμενικά οι δυνατότητες αποκάλυψης της ΕΕ ως διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

Οι αντιπαραθέσεις και επιφυλάξεις που εξέφρασαν κορυφαίοι αστοί πολιτικοί σχετικά με το πλαίσιο Μέρκελ-Σαρκοζί, το οποίο αποφασίστηκε στη Σύνοδο Κορυφής, δεν αφορούν κάποια εναλλακτική φιλολαϊκή διαχείριση. Αποτελούν προτάσεις για τη θωράκιση της σημερινής σύνθεσης της ευρωζώνης. Η βασική επιφύλαξη των Γιούνκερ, Τρισέ, Μπαρόζο, Στρος Καν αφορά την απουσία σαφούς γαλλογερμανικής δέσμευσης δανεισμού κρατών του μεγέθους της Ισπανίας, της Ιταλίας, του Βελγίου. Αφορά επίσης διαφορετικές στοχεύσεις για τον επιμερισμό των βαρών ανάμεσα στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, στην ΕΚΤ και σε τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Οι δυο βασικές εναλλακτικές προτάσεις, τις οποίες απέρριψε η Γερμανία ήταν:

α) Η πρόταση του προέδρου της ευρωζώνης Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ για την έκδοση ενός κοινού ευρωομολόγου, με το οποίο υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να δανείζονται με διαφοροποιήσεις όλα τα κράτη της ευρωζώνης. Η γερμανική επιφύλαξη αφορά αφενός το φθηνότερο κόστος δανεισμού που έχει σήμερα διασφαλίσει το γερμανικό κράτος και αφετέρου το ύψος των μελλοντικών δανείων που προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά. Ωστόσο η πρόταση επαναδιατυπώνεται ώστε να διασφαλίσει πιο αποτελεσματικά τα γερμανικά συμφέροντα, π.χ. με δέσμευση ότι σημαντικό μέρος των ευρωομολόγων θα έχει ως αντικείμενο την υλοποίηση μεγάλων έργων πανευρωπαϊκής κλίμακας, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο θα έχουν αντικειμενικά οι γερμανικοί όμιλοι. Ενα πρώτο σχετικά πείραμα υλοποιείται ήδη στην Ιταλία όπου η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αγοράζει μικρές ποσότητες ομολόγων, με στόχο την ολοκλήρωση δυο ενεργειακών επενδυτικών σχεδίων.

β) Η δεύτερη πρόταση ήταν του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, που πρότεινε να αγοράσει κρατικά ομόλογα όχι μόνο η ΕΚΤ, αλλά και το προσωρινό Ευρωπαϊκό Ταμείο Στήριξης. Και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε από τη Γερμανία.

Παρά την επιβολή της στο εσωτερικό της ΕΕ και της ευρωζώνης, η γαλλογερμανική ηγεσία γνωρίζει ότι ο δρόμος που προτείνει είναι ταυτόχρονα αντιλαϊκός και αδιέξοδος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του αδιεξόδου, που η αστική προπαγάνδα παρουσιάζει ως μονόδρομο σωτηρίας, είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας.

Η Ιρλανδία υπήρξε για μια δεκαπενταετία -πριν την εκδήλωση της διεθνούς οικονομικής κρίσης- ο πιο καλός μαθητής στην εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Προώθησε τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τη μερική απασχόληση, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Συγκράτησε το δημόσιο χρέος της χώρας και ταυτόχρονα δημιούργησε ένα φορολογικό παράδεισο για το μεγάλο κεφάλαιο, με ιδιαίτερα χαμηλό συντελεστή φορολόγησης των κερδών 12,5%, για να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις των μονοπωλιακών ομίλων.

Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν πράγματι ένα θαύμα για την αύξηση των κερδών των μονοπωλιακών ομίλων και για τη διατήρηση των υψηλότερων ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ μέσα στην ΕΕ. Ενα «θαύμα» που κατά τη διάρκειά του επιδεινώθηκε η θέση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το συγκεκριμένο «θαύμα» δεν απέτρεψε την εκδήλωση της ύφεσης στη βιομηχανική παραγωγή, ιδιαίτερα στον τομέα των κατασκευών. Οι ιρλανδικές τράπεζες, που το προηγούμενο διάστημα χορηγούσαν φθηνά, επισφαλή στεγαστικά δάνεια, βρέθηκαν επίσης σε προβληματική κατάσταση. Η κρίση οδήγησε στη διόγκωση του δημόσιου χρέους στην Ιρλανδία και όχι το αντίστροφο. Πέρα από τη μείωση των κρατικών εσόδων, που συνοδεύει τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, το ιρλανδικό κράτος αύξησε τις δαπάνες του για τη στήριξη των εγχώριων τραπεζικών ομίλων. Ταυτόχρονα, από το 2008, κλιμάκωσε την επίθεσή του στα δικαιώματα και στο εισόδημα των Ιρλανδών εργαζόμενων, πριν καταφύγει στο δανεισμό από την ΕΕ.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ G-20 ΣΤΗ ΣΕΟΥΛ:
ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

 Οι επιλογές της γερμανικής και της γαλλικής αστικής τάξης λαμβάνουν υπόψη τις ευρύτερες αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Πρόκειται για μακροχρόνιες αλλαγές που έγιναν εμφανέστερες λόγω της πρόσφατης κρίσης και αφορούν τη ραγδαία βελτίωση της θέσης της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας και άλλων αναδυόμενων δυνάμεων (π.χ. της Βραζιλίας), συγκριτικά με την υποχώρηση του μεριδίου των ΗΠΑ και της Ευρωζώνης στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν.12

Η Κίνα και η Ινδία αποτελούν τις μόνες ισχυρές δυνάμεις με πραγματικά υψηλό ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ την τελευταία δεκαετία. Αν εξετάσει κανείς συνολικά την πορεία εισροών-εκροών των ΑΞΕ την τελευταία πενταετία, θα διαπιστώσει επίσης τη δυναμική της Κίνας, της Ινδίας και της Ρωσίας συγκριτικά με την κάμψη των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γερμανίας (Πίνακες Παραρτήματος). Αυτές οι αλλαγές αντανακλώνται και στις τελευταίες συνόδους του G20. Η προηγούμενη σύνοδος του G20 στο Τορόντο (Ιούνης 2010) κατέληξε σ’ ένα ευχολόγιο που καλούσε τις αστικές κυβερνήσεις από τη μία να ενισχύσουν με κρατικούς πόρους την ανάκαμψη και από την άλλη να διατηρήσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα. Υπήρχε επίσης η γνωστή έκκληση στις δυναμικές οικονομίες με μεγάλα πλεονάσματα εξωτερικού εμπορίου να ενισχύσουν την εγχώρια κατανάλωσή τους.

Στην τελευταία Σύνοδο του G20 στη Σεούλ η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ήταν πιο φανερή. Οι γενικόλογες διακηρύξεις προς τα ιμπεριαλιστικά κέντρα να «απόσχουν από οποιαδήποτε ανταγωνιστική υποτίμηση νομισμάτων» και να μην εγκαταλείψουν την προσπάθεια για «κοινές συντονισμένες λύσεις» δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Αυτό που επιβεβαιώθηκε είναι η αλλαγή συσχετισμού δύναμης υπέρ της Κίνας και σε βάρος των ΗΠΑ

Στο ζήτημα του εξωτερικού εμπορίου δεν έγινε δεκτή ούτε από την Κίνα, ούτε από τη Γερμανία η πρόταση των ΗΠΑ για διεθνή μηχανισμό ελέγχου ελλειμμάτων-πλεονασμάτων (από -4% έως +4%).

Στο ζήτημα των νομισματικών ισοτιμιών επίσης δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική συμφωνία. Η Γερμανία και η Κίνα άσκησαν κριτική για την απόφαση της FED να διοχετεύσει στην αγορά 600 δις. δολάρια και να επιτρέψει παράλληλα τη διολίσθηση του δολαρίου. Στην ουσία απέτυχαν οι πιέσεις των ΗΠΑ προς τη Κίνα να ανατιμήσει το γουάν.

Στο ζήτημα του ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος υπήρξαν πάλι μόνο γενικόλογες διακηρύξεις.

Υπήρξε καταρχήν επικύρωση του νέου συσχετισμού δυνάμεων στο μηχανισμό λήψης αποφάσεων του ΔΝΤ με αναβάθμιση της Κίνας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας και σχετική υποβάθμιση της ΕΕ.

Η διαπάλη στο επίπεδο του G20 φέρνει στο επίκεντρο τις προτάσεις για αναβάθμιση μέτρων προστατευτισμού κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και στην ΕΕ. Τώρα είναι η σειρά της Κίνας να υψώσει τη σημαία του «ελεύθερου εμπορίου».

Η τάση ενίσχυσης του προστατευτισμού, όπως είναι φυσικό, ισχυροποιείται στις ΗΠΑ όπου αυτή η επιλογή προβάλλεται ως αναγκαίος όρος για να αποδώσουν ορισμένα νεοκευνσιανά μέτρα κρατικής ενίσχυσης της ζήτησης προς όφελος της εγχώριας παραγωγής. Αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το ρυθμιστικό πλαίσιο του παγκόσμιου εμπορίου και τη φορολογία της κυκλοφορίας του χρηματικού κεφαλαίου.

Οι μεταβολές του συσχετισμού δύναμης αντανακλώνται και στο συσχετισμό εντός του ΔΝΤ. Στις αρχές Νοέμβρη, το Εκτελεστικό Συμβούλιο (Executive Board) του ΔΝΤ ενέκρινε τις προτάσεις για τη 14η Γενική Αναθεώρηση των μεριδίων (ποσοστώσεων - quotas) των χωρών μελών και απομένει να υιοθετηθούν από το (ανώτερο) Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ. Το μερίδιο (quota) ενός μέλους του ΔΝΤ καθορίζει τη συνδρομή που πρέπει να πληρώνει, το βάρος της ψήφου του, την πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις από το ΔΝΤ και το μερίδιό του σε Special Drawing Rights (Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα).

Οι αποφάσεις σχεδιάζεται να μπουν σε ισχύ από το Γενάρη του 2011. Ως αποτέλεσμα της ανακατανομής μεριδίων προκύπτουν σε γενικές γραμμές τα εξής:

Η Κίνα γίνεται η 3η μεγαλύτερη δύναμη του ΔΝΤ (προσπερνάει πλέον τις Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία, Σαουδική Αραβία).

Σημειώνουμε ότι η τελική πρόταση προς το ΔΣ του ΔΝΤ μειώνει κι άλλο τα μερίδια ΗΠΑ, Γερμανίας, Γαλλίας, Ην. Βασιλείου, Ιταλίας.

Τα μερίδια καθορίζουν και το συσχετισμό στο ΔΣ του ΔΝΤ. Αυτό αποτελείται από 24 μέλη, 5 από αυτά διορίζονται από ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γερμανία, Γαλλία, Ην. Βασίλειο. Τα υπόλοιπα 19 εκλέγονται με τους ψήφους ενός αριθμού χωρών. Η Κίνα, η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία στο υπάρχον ΔΣ μπορούσαν να εκλέξουν μόνοι τους χωρίς τις ψήφους άλλης χώρας στο ΔΣ. Οι αντιπρόσωποι αυτοί, με βάση τις ψήφους που έχει κάθε χώρα, έχουν μια ισχύ στη σύνοδο του ΔΣ (π.χ. οι ΗΠΑ έχουν έναν αντιπρόσωπο που κατέχει 371.743 ψήφους ή το 16,74% ενώ η Κίνα επίσης με έναν αντιπρόσωπο κατέχει 81.151 ψήφους ή 3,65%). Με τις αλλαγές από το Γενάρη του 2011 θα αλλάξει ο συσχετισμός των 2.221.085 ψήφων και των μελών του Εκτελεστικού Συμβουλίου. Στον Πίνακα 4 αποτυπώνεται η μεταβολή των ψήφων υπέρ της Κίνας και σε βάρος των ΗΠΑ και Γερμανίας.

 

Αυτές οι μεταβολές στο συσχετισμό δυνάμεων επιδρούν στη γενικότερη πολιτική της ΕΕ. Η γενική τάση είναι η ενδυνάμωση των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα. Σε αυτή την κατεύθυνση πρωταγωνιστεί ισχυρό τμήμα της γερμανικής αστικής τάξης. Πρόκειται για τους ομίλους παραγωγής κεφαλαιουχικών προϊόντων και εμπορευμάτων πολυτελείας (π.χ. αυτοκινήτων Mercedes), καθώς και για μεγάλους εμπορικούς ομίλους που εισάγουν στην Ευρώπη κινεζικά καταναλωτικά εμπορεύματα. Αυτό το τμήμα του γερμανικού κεφαλαίου στηρίζει την Κίνα να αντισταθεί στις πιέσεις των ΗΠΑ για ανατίμηση του γουάν έναντι του δολαρίου. Στον αντίποδα, άλλα τμήματα του γερμανικού, του γαλλικού, του ιταλικού κεφαλαίου, που ανταγωνίζονται με ομοειδή κινέζικα εμπορεύματα, συμπορεύονται με τις ΗΠΑ.

Η ΕΕ αποτελεί σήμερα το πρώτο προορισμό των κινεζικών εξαγωγών. Οι εισαγωγές εμπορευμάτων της ΕΕ από τη Κίνα φτάνουν τα 280 δις. δολάρια σε σύνολο εισαγωγών 1,5 τρις. δολάρια. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές προς τη Κίνα φτάνουν τα 106 δις. δολάρια σε σύνολο εξαγωγών 1,4 τρις. δολάρια. Αυτό το ύψος των εμπορικών συναλλαγών εξηγεί σε ένα βαθμό τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού εμπορίου της Κίνας Τσεν Ντεμίνγκ και του αντιπροέδρου της κινεζικής κυβέρνησης Γουάνκ Κισάν για τη στήριξη των μέτρων που έλαβε η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ. Οι δηλώσεις αυτές πρέπει να συσχετιστούν και με την πρόσφατη συμφωνία Ρωσίας - Κίνας να καταργήσουν το δολάριο στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές και να προωθήσουν ένα «καλάθι νομισμάτων», στο οποίο θα μετέχουν το ρούβλι και το γουάν.

Αντίστοιχα η ΕΕ δυναμώνει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, αφού αποτελεί προορισμό για το 45% των ρωσικών εξαγωγών. Η Ρωσία προμηθεύει σήμερα το 40% του φυσικού αερίου και το 30% του πετρελαίου που χρειάζεται η Γερμανία. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας 26ης Συνόδου ΕΕ - Ρωσίας υπογράφηκε μνημόνιο άρσης των αντιρρήσεων της ΕΕ για είσοδο της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) μετά από διαπραγματεύσεις 17 ετών. Παράλληλα ο Ρώσος πρωθυπουργός Πούτιν, με άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα «Sueddeutsche Zeitung» (25 Νοέμβρη), πρότεινε τη δημιουργία Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ Ρωσίας και ΕΕ, από τη Λισσαβόνα μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Η πρόταση εστίασε στη διαμόρφωση κοινής βιομηχανικής πολιτικής, εταιρικής σχέσης στο επίπεδο της έρευνας και ενεργειακής συνεργασίας, που θα επιτρέψει σημαντικές ρωσικές επενδύσεις μέσα στην ΕΕ.

Αυτές οι εξελίξεις αυξάνουν την ανησυχία των ΗΠΑ για πιθανή αποστασιοποίηση της Γερμανίας από το διαμορφωμένο ευρωατλαντικό πλαίσιο. Οι πρόσφατες αναλύσεις της γνωστής επιθεώρησης «Stratfor» εστιάζουν στη γερμανική εξωτερική πολιτική προσέγγισης με τη Μόσχα και το Πεκίνο και στη σχετική ανησυχία των ΗΠΑ. Η διαφαινόμενη μετατόπιση του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος της Γερμανίας προς την Ανατολή διαμορφώνει νέα δεδομένα για τον έλεγχο της Ευρασίας. Αυτές οι εξελίξεις θα επιδράσουν καθοριστικά στο αβέβαιο μέλλον της Ευρωζώνης.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗΣ

 Το βέβαιο είναι ότι η εργατική τάξη σε όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης θα βρεθεί σε δυσμενέστερη κατάσταση, για τους λόγους που ήδη αναπτύξαμε: απαξίωσή της στη διεθνή αγορά, προοπτική νέας εκδήλωσης οικονομικής κρίσης, ίσως και πριν από την ουσιαστική άνοδο. Ετσι, μεγαλύτερα τμήματα της εργατικής τάξης θα έρθουν σε αντίθεση με τις αστικές διαχειριστικές λύσεις που προσπαθούν να ελέγξουν την έκταση απαξίωσης κεφαλαίου, καθώς και την κατανομή της ζημιάς στα διάφορα τμήματά του. Πιο εύκολα μπορεί πλέον να γίνει κατανοητό ότι η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα θα υποστούν θυσίες διαρκείας για να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων της ΕΕ.

Από καλύτερες θέσεις μπορούμε επίσης σήμερα να αποδείξουμε ότι η ΕΕ με την ενιαία εσωτερική αγορά και η ευρωζώνη δεν αποτελούν μια συνεκτική και σταθερή διαδικασία. Η αύξηση της ανισομετρίας στην ΕΕ και ο αντιδραστικός της χαρακτήρας δυσκολότερα μπορεί να συσκοτιστεί.

Ο κοινοτικός ιμπεριαλισμός και ιδιαίτερα η γερμανική αστική τάξη βρίσκεται σήμερα μπροστά σε σταυροδρόμι. Θα επιλέξει μια στενότερη και πιο συμπαγή νομισματική ένωση, σε συνδυασμό με ένα πιο αυτοτελές άνοιγμα στη Ρωσία και στην Κίνα ή θα επιχειρήσει βήματα εναρμόνισης πολιτικών για το σύνολο της σημερινής ευρωζώνης;

Η απάντηση δεν καθορίζεται μόνο από τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, γιατί οι αντιθέσεις έχουν τη δική τους δυναμική. Οποιαδήποτε επιλογή της αστικής διαχείρισης σε κάθε κράτος-μέλος της ευρωζώνης θα έρχεται σε σύγκρουση με τα εργασιακά και λαϊκά συμφέροντα. Αυτό αφορά τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις από την πιο ισχυρή καπιταλιστική οικονομία της ένωσης, τη Γερμανία, μέχρι την πιο αδύναμη. Επομένως το ζητούμενο είναι η ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος από τις επιλογές του κεφαλαίου σε κάθε χώρα και συνολικά στην ΕΕ.

Καθοριστικό ζήτημα είναι να διαμορφωθεί επαναστατική στρατηγική από κάθε κομμουνιστικό κόμμα στη δική του χώρα, να δώσει τη μάχη με τον οπορτουνισμό που σπρώχνει σε «πολιτική ουράς», στήριξης πολιτικής «εξανθρωπισμού» της ΕΕ, με σημαιοφόρο το ΚΕΑ.

Η θέση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ σε οποιαδήποτε σύνθεση και μορφή της, για την αποδέσμευση από αυτή ως πράξη ρήξης και ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, για απελευθέρωση από την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, αφορά το εργατικό κίνημα και τις συμμαχίες του σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, ισχυρότερο ή πιο αδύναμο.

Εχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί ότι οι ανισότιμες σχέσεις και η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι σύμφυτες με το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Να προβληθεί η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων ως αναγκαίος όρος για να λειτουργήσει η αποδέσμευση από την ΕΕ ή η διαγραφή του δημόσιου χρέους υπέρ του λαού. Να γίνει αντιληπτή η συνευθύνη όλων των αστικών τάξεων στην κλιμάκωση της επίθεσης στην εργατική τάξη, αλλά και ο ρόλος των οπορτουνιστικών αντιλήψεων που στοχοποιούν επιλεκτικά και αποπροσανατολιστικά μόνο το ΔΝΤ, την τρόικα, τη Γερμανία κλπ. Να διαλυθεί η αυταπάτη ότι μια καπιταλιστική Ελλάδα ή άλλη καπιταλιστική χώρα εκτός ευρωζώνης μπορεί να διασφαλίσει τη λαϊκή ευημερία. Τα παραδείγματα της Βρετανίας, της Δανίας, της Σουηδίας δείχνουν ότι παντού εντείνεται η καπιταλιστική επίθεση με στόχο να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης και να ανασχέσει την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Το σύνθημα που μπορεί να συσπειρώσει σε επαναστατική κατεύθυνση τους λαούς στους αδύναμους κρίκους είναι: «Αποδέσμευση από την ΕΕ και διαγραφή του χρέους, με λαϊκή εξουσία».

Ο στόχος για αποδέσμευση από την ΕΕ, ενταγμένος σε γραμμή ανατροπής, πρέπει να αποτελέσει στόχο πάλης όλων των ευρωπαϊκών λαών και όχι μόνο στους αδύναμους κρίκους της. Αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη συγκέντρωση δυνάμεων απέναντι στο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Στο βαθμό που το εργατικό-λαϊκό κίνημα στα κράτη της Ευρώπης θα δυναμώνει με προσανατολισμό ενάντια στα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και τις εθνικές κυβερνήσεις τους, στο βαθμό που θα εκμεταλλεύεται τις ρωγμές λόγω των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, θα αδυνατίζει η πολιτική ισχύς κάθε αστικής διακυβέρνησης, αλλά και στο σύνολό της, θα αυξάνονται οι δυνατότητες ανατροπής στο επίπεδο της εξουσίας. Η ίδια η ζωή κατέρριψε τον εκβιασμό της «απομόνωσης». Η ζωή θα καταρρίψει και τον εκβιασμό ότι «οι λαοί δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το σημερινό συσχετισμό». Είναι ζήτημα ταξικής πάλης. Νέα όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων θα είναι αντικειμενικός παράγοντας για νέο επίπεδο ριζοσπαστικοποίησης των συνειδήσεων.

Το ΚΚΕ πιο ώριμο, διδαγμένο από τη θετική και την αρνητική του πείρα συμβάλλει ήδη με όλες του τις δυνάμεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο για να εκπληρώσει η εργατική τάξη την ιστορική της αποστολή, για να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες ανάγκες του λαού. Θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας.

1. Laurent Fabius κ.ά.: «Μετά από δέκα χρόνια: η δυναμική του Ευρώ», εκδ. «Παπαζήσης», Αθήνα, 2010, σελ. 46.

2. Βλ. αφιέρωμα για την ΕΕ, ΚΟΜΕΠ, τ. 2/2004.

3. Martin Wolf: «Germans are wrong: the eurozone is good for them», «The Financial Times», 7 Σεπτέμβρη 2010.

4. Hans Werner Sinn: «Rescuing Europe», CES/IFO Forum (Αύγουστος 2010).

5. Περιοδικό «Strategist», 4 Δεκέμβρη 2010.

6. Περιοδικό «Strategist», 4 Δεκέμβρη 2010.

7. Relph Atkins: «Fall in German exports signals slower growth», «The Financial Times», 8 Σεπτέμβρη 2010.

8. Keneth Rogoff - Carmen Remhart: «This time is different: Eight centuries of financial folly», εκδ. «Princeton University Press».

9. Wolfgang Franz: «A Euro Rescue Plan».

10. ΕυρωπαϊκόΣυμβούλιο, 16-17 Δεκέμβρη 2010, «Συμπεράσματα» (EUG 30/10).

11. Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 20 Δεκέμβρη 2010.

12. Βλ. ΚΟΜΕΠ 3/2009 και 5/2009

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ