ΓΙΑ ΤΟ «ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ, Β΄ ΤΟΜΟΣ, 1949-1968»

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 Υλοποιώντας σχετική απόφαση του 18ου Συνεδρίου (2009), πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουλίου 2011 η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ με θέμα «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ. Β΄τόμος, περίοδος 1949-1968. Αποκαταστάσεις».

Ο σχετικός τόμος που εγκρίθηκε από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» τον προσεχή Νοέμβρη, αφιερωμένος στα 93 χρόνια από την ίδρυση του Κόμματος.

Στην παρούσα έκδοση της ΚΟΜΕΠ προδημοσιεύονται ο Πρόλογος της ΚΕ του ΚΚΕ και η Εισαγωγή του Δοκιμίου.

Επίσης δημοσιεύονται οι τρεις Αποφάσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης που αφορούν:

1. Την κομματική αποκατάσταση του Νίκου Ζαχαριάδη.

2. Την κομματική αποκατάσταση του Νίκου Βαβούδη.

3. Την πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ, Β΄ ΤΟΜΟΣ, 1949-1968

Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ (18-22 Φεβρουαρίου 2009) αποφάσισε να γίνουν υπόθεση όλου του Κόμματος η τελική διαμόρφωση του Β΄ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ (1949-1968) και τα πολιτικά συμπεράσματα που θα προέκυπταν. Η Κεντρική Επιτροπή, εξειδικεύοντας την Απόφαση του Συνεδρίου, αποφάσισε να πραγματοποιηθεί Πανελλαδική Συνδιάσκεψη το πρώτο εξάμηνο του 2011, αφού προηγηθεί συζήτηση του Δοκιμίου στις Κομματικές Οργανώσεις Βάσης (ΚΟΒ).

Από την ιστορική έρευνα αυτής της περιόδου είχε γίνει φανερή η ανάγκη συλλογικής επανεκτίμησης αποφάσεων που αποτέλεσαν στροφή στην πορεία του Κόμματος. Πρόκειται για αποφάσεις, με κορυφαίες αυτές της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ το 1956, καθώς και των επόμενων Ολομελειών της ΚΕ (7ης και 8ης το 1957 και το 1958 αντίστοιχα), που είχαν καθοριστικές συνέπειες στην κομματική ζωή και στις συνθήκες διαβίωσης του Νίκου Ζαχαριάδη, ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ μέχρι το 1956. Επομένως έπρεπε όλο το Κόμμα να τοποθετηθεί για τα πολιτικά συμπεράσματα που προέκυπταν, καθώς και για την ανάγκη αποκατάστασης του Νίκου Ζαχαριάδη.

Ετσι, μετά το 18ο Συνέδριο, η ΚΕ επέλεξε και ακολούθησε την εξής διαδικασία:

Το Μάρτιο του 2010, σχέδιο του Β΄τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1974, δόθηκε στα καθοδηγητικά όργανα έως Αχτιδικές Επιτροπές στις ΚΟΑ, ΚΟΠ, ΚΟΘ και έως Νομαρχιακές Επιτροπές στις Οργανώσεις Περιοχών, καθώς και στο ΚΣ της ΚΝΕ και τα Συμβούλια Περιοχών. Το σχέδιο συζητήθηκε μέχρι το Σεπτέμβριο 2010. Τα πολιτικά συμπεράσματα του Δοκιμίου εγκρίθηκαν σχεδόν από το σύνολο των στελεχών.

Συγκεντρώθηκαν, μελετήθηκαν και εκτιμήθηκαν οι ερωτήσεις, παρατηρήσεις, προτάσεις των συντρόφων που δόθηκαν γραπτά ή προφορικά κατά την πραγματοποίηση δύο κύκλων συνεδριάσεων. Με βάση όλη αυτή τη διαδικασία συζήτησης η ΚΕ έκανε διορθώσεις-συμπληρώσεις στο Β΄τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, ενώ περιόρισε τη χρονική του περίοδο στα χρόνια 1949-1968.

Αλλωστε και στο πρώτο σχέδιο προς συζήτηση, η περίοδος 1968-1974 (4ο κεφάλαιο) αναφερόταν χωρίς αξιώσεις ιστορικής έρευνας σε ορισμένα σημαντικά γεγονότα δράσης του Κόμματος (π.χ. 9ο Συνέδριο). Στην Εισαγωγή ήδη διευκρινιζόταν ότι η περίοδος μετά το 1968 θα αποτελούσε αντικείμενο του Γ΄ τόμου.

Το διορθωμένο σχέδιο της ΚΕ δόθηκε στα κομματικά μέλη και στα στελέχη της ΚΝΕ μέχρι και Τομεακά Συμβούλια το Φεβρουάριο του 2011. Ακολούθησε 4μηνη διαδικασία για τη μελέτη παρουσίαση-συζήτηση του Β΄τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968.

Συγκεντρώθηκαν και πάλι, μελετήθηκαν και εκτιμήθηκαν οι ερωτήσεις, παρατηρήσεις, προτάσεις των συντρόφων που κατατέθηκαν στους δύο κύκλους συνεδριάσεων των ΚΟΒ. Το κείμενο εγκρίθηκε από τη συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία των κομματικών μελών.

Η ΚΕ επεξεργάστηκε διορθώσεις-συμπληρώσεις στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Β΄τόμος, 1949-1968», το οποίο έφερε για έγκριση στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, στις 16 Ιουλίου 2011.

Η όλη διαδικασία εσωκομματικής συζήτησης, συμπλήρωσης - διόρθωσης του Δοκιμίου κράτησε περίπου ενάμισι χρόνο. Πραγματοποιήθηκε σε περίοδο ταχύτατων οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων με όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, της ταξικής πάλης, με άνοδο της παρέμβασης του Κόμματος, αποδεικνύοντας ότι το Κόμμα μας μπορεί να ανταποκριθεί σε σύνθετα καθήκοντα.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη ενέκρινε τον παρόντα τόμο, καθώς και τρεις ξεχωριστές αποφάσεις: κομματικής αποκατάστασης του Νίκου Ζαχαριάδη και του Νίκου Βαβούδη και πολιτικής αποκατάστασης του Αρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα).

Ο Β΄τόμος εξετάζει την ιστορία του ΚΚΕ στο πλαίσιο των εσωτερικών κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, σε συνάρτηση με την εξέλιξη του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη στρατηγική του ΚΚΕ και σε εκείνη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Γι’ αυτό το λόγο προηγούνται δύο θεματικά Μέρη, καθένα από τα οποία καλύπτει όλη τη χρονική περίοδο που περιέχει ο Β΄τόμος.

Η Εισαγωγή στο Δοκίμιο αναφέρεται στη θεωρητική, ιδεολογική και μεθοδολογική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η συγγραφή του Β΄τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας.

Το Πρώτο Μέρος, όπως προσδιορίζει και ο τίτλος του, επικεντρώνει στις εξελίξεις που αφορούν το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, τμήμα του οποίου είναι και το ΚΚΕ. Από αυτή την άποψη δεν αποτελεί μια πλήρη ιστορική καταγραφή, ανάλυση και εκτίμηση όλων των διεθνών εξελίξεων.

Οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα αυτού του Μέρους, καθώς και των επόμενων, προκύπτουν από την παρούσα ιστορική μελέτη και δεν αποτελούν μεταφορά των εκτιμήσεων του Κόμματος ή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος εκείνης της περιόδου. Για παράδειγμα, κρίνεται η τότε εκτίμηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος για το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, που υπερτιμούσε την ενίσχυση των δυνάμεων του σοσιαλισμού και αντίστοιχα υποτιμούσε την ανασυγκρότηση του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Στο πρώτο κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους του Δοκιμίου αναφέρονται συγκεκριμένα ως παράγοντες που διαμόρφωσαν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και δεν αξιολογήθηκαν ανάλογα: Η επιβάρυνση της μεταπολεμικής σοσιαλιστικής ανάπτυξης της ΕΣΣΔ από την οικονομική και στρατιωτική βοήθειά της προς τις 8 χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για τη στερέωση της εξουσίας στις περισσότερες από αυτές και η ταυτόχρονη υποτίμηση της εγχώριας αντίδρασης αστικών και μικροαστικών δυνάμεων. Η αντίστοιχη επιβάρυνση από τη βοήθεια προς τις λεγόμενες αδέσμευτες χώρες, που συνοδεύτηκε με υπερτίμηση των δυνατοτήτων απόσπασής τους από το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Επιπλέον, η υποτίμηση της ενιαίας στρατηγικής του καπιταλισμού κατά των σοσιαλιστικών κρατών και του εργατικού κινήματος στα καπιταλιστικά κράτη κ.ά.

Το Δοκίμιο διερευνά την επίδραση εξελίξεων και κατευθύνσεων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο ΚΚΕ, στη σύνθεση της καθοδήγησής του, στη στρατηγική του, στην οργανωτική πολιτική του.

Το Δεύτερο Μέρος επικεντρώνει στις οικονομικές εξελίξεις, τις οποίες διαχωρίζει από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις μόνο για λόγους μεθοδολογικούς, δεδομένου ότι οι σταθμοί στην ιστορία του Κόμματος δε συμπίπτουν με σταθμούς της εξέλιξης της οικονομικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού. Δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο Σχέδιο Μάρσαλ και τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ, καθώς και στις ενδοαστικές διαφωνίες που προκάλεσαν. Τα συμπεράσματα από τη μελέτη των οικονομικών εξελίξεων έχουν μεγάλη σημασία για την ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων, την εκτίμηση των πολιτικών προβλέψεων και των στόχων του Κόμματος.

Το Τρίτο Μέρος, με τίτλο «Η δράση του ΚΚΕ από τον Οκτώβριο 1949 έως και τη 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (1968)», είναι το κύριο σώμα αυτής της ιστορικής μελέτης. Αντικείμενό του είναι η δράση του Κόμματος σε όλα τα επίπεδα: Η διαμόρφωση της γραμμής του, η ιδεολογικοπολιτική του δράση και η επίδρασή της στο κίνημα, καθώς και η οργανωτική πολιτική του. Η δράση του ΚΚΕ εξετάζεται παράλληλα και σε συνάρτηση με τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις.

Το Τρίτο Μέρος του Δοκιμίου Ιστορίας εκτιμά ότι το ΚΚΕ μπήκε σε μια νέα φάση της ιστορίας του μετά από τις μάχες του ΔΣΕ στο Γράμμο και στο Βίτσι και την υποχώρηση των δυνάμεών του στην Αλβανία. Ηταν υποχρεωμένο να μελετήσει την προηγούμενη δεκάχρονη δράση του και να βγάλει συμπεράσματα από αυτή.

Αν και χρονολογική αφετηρία του Β΄τόμου είναι η λήξη του αγώνα του ΔΣΕ (1949), περιλαμβάνει κρίσεις, εκτιμήσεις και συμπεράσματα που αφορούν όλη τη δεκαετία του 1940. Αυτό ήταν αναπόφευκτο, γιατί στην περίοδο 1949-1961 (8ο Συνέδριο) το Κόμμα εξέταζε επανειλημμένως, σε συνθήκες οξυμένης εσωτερικής διαπάλης, τη δράση του στη δεκαετία 1940, κατά την οποία ηγήθηκε στον αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Η εκτίμηση της έκβασης αυτών των δύο ένοπλων αγώνων πέρασε από διαφορετικές φάσεις: Αρχικά ατελών, ακόμα και αντιφατικών εκτιμήσεων την περίοδο 1945-1955. Στη συνέχεια (1956-1961) με οπορτουνιστική προσέγγιση, όπως αυτή εκφράστηκε με αποφάσεις - εκτιμήσεις στην 6η και στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ (1956 και 1957), καθώς και στο 8ο Συνέδριο (1961). Αυτά τα σώματα χαρακτήρισαν ως σεχταριστική τη μη συμμετοχή στις εκλογές του 1946, τη γενίκευση το 1947 του ένοπλου αγώνα 1946-1949 και τον προσδιορισμό (1949) της διεκδικούμενης εξουσίας ως σοσιαλιστικής.

Ο Β΄τόμος του Δοκιμίου εκτιμά ότι στην περίοδο 1949-1956, παρότι η ηγεσία του Κόμματος επιχείρησε να βγάλει συμπεράσματα, δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα που υπήρχαν σχετικά με τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης και της εξουσίας στη στρατηγική του Κόμματος και σχετικά με την αντικειμενική εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων κατά την εξέλιξη του απελευθερωτικού αγώνα (1941-1944). Δεν εντόπισε την αδυναμία της ηγεσίας του Κόμματος, το 1944, να κατευθύνει την πάλη στην κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, όταν διαμορφώθηκε επαναστατική κατάσταση και αντικειμενικά τέθηκε αυτό το ζήτημα. Τέτοιες συνθήκες διαμορφώθηκαν τις μέρες της απελευθέρωσης από τους Γερμανούς (Οκτώβριος 1944). Τότε δεν υπήρχε ακόμα αστική κυβέρνηση στην Ελλάδα και γενικά ο κρατικός μηχανισμός ήταν σμπαραλιασμένος. Ο βρετανικός στρατός δεν είχε έρθει ακόμα στην Ελλάδα και οι αστικές πολιτικές ηγεσίες είχαν χάσει τη δυνατότητα να χειραγωγούν πλατιές λαϊκές δυνάμεις. Ταυτόχρονα οι κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις ήταν στο έπακρο οξυμένες και το ΕΑΜ με τον ΕΛΑΣ κυριαρχούσαν σχεδόν στο σύνολο της χώρας.

Αλλά και στη συνέχεια, όταν η ταξική πάλη πήρε τη μορφή της ένοπλης αναμέτρησης (ΔΣΕ), το ΚΚΕ υστέρησε στο σχεδιασμό και σε πρακτικά ζητήματα της διεξαγωγής της.

Ο Β΄τόμος του Δοκιμίου εκτιμά ότι η ελλιπής και με αντιφάσεις προσπάθεια της ηγεσίας του Κόμματος, να βγάλει συμπεράσματα από την πάλη στη δεκαετία 1940, ανακόπηκε το 1956 με τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή. Από εκεί και πέρα οι δυνάμεις που κυριάρχησαν, αφού πρώτα προχώρησαν στη διάλυση των κομματικών οργανώσεων και στην ένταξη των κομματικών μελών στην ΕΔΑ, οδήγησαν το ΚΚΕ στο 8ο Συνέδριο (1961), ενώ η διαπάλη στις γραμμές του διαρκώς οξυνόταν, όχι μόνο λόγω της αντίδρασης κομματικών δυνάμεων στις αποφάσεις των 6ης, 7ης και 8ης Ολομελειών της ΚΕ (1956, 1957 και 1958 αντίστοιχα), αλλά και λόγω της ανάπτυξης νέων αναθεωρητικών και οπορτουνιστικών ρευμάτων. Αποκορύφωμα της σύγκρουσης ήταν η 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ το 1968. Σε αυτή, το λεγόμενο οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα επιλύθηκε θετικά και άρχισε η οργανωτική ανασυγκρότηση του ΚΚΕ, καθώς και μια νέα περίοδος στην ιστορία του.

Ο Α΄ τόμος του Δοκιμίου, αν και πραγματεύεται τη δεκαετία του 1940, δεν περιλαμβάνει ανάλογη εκτίμηση για τις αδυναμίες της ηγεσίας του Κόμματος στην εξέλιξη της στρατηγικής και της δράσης του και ιδιαίτερα την αδυναμία αντικειμενικής εκτίμησής τους στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος (1945).

Ο Α΄ τόμος του Δοκιμίου προσεγγίζει τη δεκαετία του 1940 περισσότερο αφηγηματικά, με αναφορές στις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που κυριάρχησαν στη συνέχεια σε κομματικά ντοκουμέντα, θέτοντας πολύ λιγότερο αυτές τις εκτιμήσεις στην ιστορική έρευνα.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την έκδοση του Α΄ τόμου, δημοσιεύθηκε πλήθος μονογραφιών και η συλλογική μελέτη του Κόμματος για το ΔΣΕ1. Το κυριότερο είναι ότι σε αυτά τα χρόνια το ΚΚΕ οργάνωσε μεγάλο μέρος του αρχείου του, απέκτησε νέες ιστορικές πηγές για τις σχέσεις του με το ΚΚΣΕ και άλλα ΚΚ, καθώς και για τις προγενέστερες σχέσεις του με την Κομμουνιστική Διεθνή και με κάθε μορφή συντονισμού των ΚΚ.

Οι αντεπαναστατικές ανατροπές υποχρέωσαν το Κόμμα μας να εξετάσει βαθύτερα τη δράση του, την ιστορία του. Υποχρεωθήκαμε από τα πράγματα να πάμε πιο βαθιά στην ιστορική αποτίμηση επιλογών και ενεργειών του Κόμματός μας.

Μετά από το 14ο Συνέδριο (18-21 Δεκεμβρίου 1991) και με διαδικασίες Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων το ΚΚΕ επεξεργάστηκε τη θέση του για την Ευρωπαϊκή Ενωση (10-11 Απριλίου 1993) και διαμόρφωσε πρώτες εκτιμήσεις για τις αιτίες της ανατροπής των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην ΕΣΣΔ και σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (15-16 Ιουλίου 1995). Σε αυτή τη βάση το ΚΚΕ κατάκτησε μια νέα στρατηγική αντίληψη στο 15ο Συνέδριο (22-26 Μαΐου 1996), ενώ στο 16ο (14-17 Δεκεμβρίου 2000) και στο 17ο Συνέδριο (9-12 Φεβρουαρίου 2005) επεξεργάστηκε παραπέρα το οικονομικό και πολιτικό περιεχόμενο της λαϊκής συμμαχίας, του αντιμονοπωλιακού μετώπου συσπείρωσης και πάλης. Δρομολόγησε τη διαδικασία γενίκευσης συμπερασμάτων από την εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και εμπλουτισμού της προγραμματικής αντίληψής του για το σοσιαλισμό, που αποτέλεσε απόφαση του 18ου Συνεδρίου (18-22 Φεβρουαρίου 2009).

Τα αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών και τα συμπεράσματά τους δεν υπήρχαν κατά τη συγγραφή του Α΄τόμου της Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1949, που εκδόθηκε το 1995 με μορφή Δοκιμίου και με την υπογραφή του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ. Παρόλα αυτά η έκδοση έδωσε τη δυνατότητα να συγκεντρωθεί πλήθος χρήσιμων παρατηρήσεων για την περαιτέρω επεξεργασία του, αλλά και για τη συγγραφή του Β΄τόμου, της περιόδου 1949-1968.

Η Κεντρική Επιτροπή θεωρεί δικαιολογημένη, εξηγήσιμη από ερευνητική άποψη, την ύπαρξη διαφοροποιήσεων μεταξύ Α΄και Β΄τόμου του Δοκιμίου. Τέτοιες διαφοροποιήσεις για παράδειγμα συνιστούν η εκτίμηση για το χαρακτήρα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, για τη στρατηγική του ΚΚΕ στα χρόνια του ΕΑΜ, η εκτίμηση για το 7ο Συνέδριο, για την αποχή από τις εκλογές του 1946, η εκτίμηση για τη στρατηγική της 5ης Ολομέλειας 1949 σχετικά με το χαρακτήρα της πάλης του ΔΣΕ κ.ά.

Κατά την περίοδο συγγραφής του Α΄τόμου δεν είχε προχωρήσει σημαντικά ούτε η διερεύνηση των παραγόντων που επέδρασαν στις επιλογές του ΚΚΕ, ιδιαίτερα της δεκαετίας του 1940, ούτε η ιδεολογική γενίκευση των συμπερασμάτων.

Η διαδικασία μελέτης της περιόδου 1949-1968 ήταν μακρόχρονη, αλλά κυρίως συλλογικότερη. Αποτυπώνει την πολύπλευρη συμβολή χιλιάδων μελών και στελεχών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, όλη τη διαδικασία της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης.

Ο Β΄τόμος του Δοκιμίου παρουσιάζει σύντομα και δεν επιχειρεί την εξειδικευμένη μελέτη επιμέρους πτυχών της κομματικής ιστορίας, όπως της ζωής των πολιτικών προσφύγων και των πολιτικών κρατουμένων, των μέσων προπαγάνδας (Τύπου, ραδιόφωνου κ.ά.) του Κόμματος, της επίδρασης του ΚΚΕ στην επιστημονική έρευνα και την τέχνη, στο κίνημα για τη χειραφέτηση της γυναίκας, για τον περιορισμό των ταξικών φραγμών στην παιδεία κ.ά.

Στη χρονολογική ροή καθενός κεφαλαίου περιλαμβάνονται και οι εξελίξεις στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, καθώς και οι εξελίξεις στο Κυπριακό, ένα όχι στενά εθνικό ζήτημα και καθαρά διεθνές εδώ και πολλά χρόνια. Επιλέχθηκε η τοποθέτησή του στο Τρίτο Μέρος, γιατί οι εξελίξεις στο Κυπριακό επιδρούσαν αμφίδρομα στην πολιτική των κυβερνήσεων και των αστικών κομμάτων στην Ελλάδα, αλλά και του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, το πολιτικό σχήμα μέσα από το οποίο δρούσε τότε το ΚΚΕ. Η ιστορική αναφορά στο Κυπριακό είναι σχετικά σύντομη, δεν αποτελεί ολοκληρωμένη ιστορική μελέτη, αλλά περιλαμβάνεται σε επιμέρους κεφάλαια, ακολουθώντας τη χρονική ροή του Τρίτου Μέρους. Επισημαίνεται ότι είναι ζήτημα ανοικτό στην ιστορική έρευνα, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η θέση του ΚΚΕ για «ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα».

Ο Επίλογος είναι κατά κάποιο τρόπο ένα προοίμιο του Γ΄τόμου της Ιστορίας του ΚΚΕ για την περίοδο 1968-1991 (14ο Συνέδριο ανασυγκρότησης του Κόμματος).

Η ΚΕ επισημαίνει ότι η εξομάλυνση των διαφοροποιήσεων μεταξύ των Α΄και Β΄τόμων του Δοκιμίου θα γίνει με την περαιτέρω έρευνα της ιστορικής περιόδου 1918-1949, με τη συμπλήρωση - διόρθωση του Α΄ τόμου. Στην περίοδο αυτή υπάρχουν σημαντικά θέματα ιστορικής μελέτης, όπως οι συνθήκες διαμόρφωσης της στρατηγικής του Κόμματος στην 6η Ολομέλεια του 1934 και κυρίως η ανάγκη να μελετηθεί η ιστορία του Κόμματος αυτή την περίοδο, σε σχέση με τη βαθύτερη ιστορική μελέτη της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Υπάρχει η ανάγκη ιστορικής έρευνας σχετικά με την επίδραση των πολιτικών επιλογών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στις επιλογές του ΚΚΕ. Επίσης, υπάρχουν σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως αποφάσεις οργάνων της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), καθώς και η αυτοδιάλυσή της, η μελέτη των οποίων έχει δρομολογηθεί με απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη επιβεβαίωσε ότι η επανεκτίμηση θέσεων και πολιτικών επιλογών, που προκύπτει από την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, δε συνιστά λαθολογία, δεν ανοίγει δρόμο στον αναθεωρητισμό και οπορτουνισμό. Οδηγεί σε επαναστατικού χαρακτήρα διόρθωση λαθών. Μηδενισμό και απογοήτευση παράγει η λαθολογία, δηλαδή η χρησιμοποίηση των λαθών για άρνηση της ηρωικής ιστορίας της ταξικής πάλης στην Ελλάδα με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, για εγκατάλειψη ιδεολογικών αρχών, για αιτιολόγηση οπορτουνιστικών επιλογών.

Ιούλιος 2011
Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. «Η τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ, 1946-1949», (συλλογικό) έκδ. «Ριζοσπάστης» - «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1998.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ,
Β΄ ΤΟΜΟΣ, 1949-1968

ΣΤΟΥΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ
Η ΥΠΕΡΕΝΕΝΗΝΤΑΧΡΟΝΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ, ΑΝΤΟΧΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ

 Το ΚΚΕ είναι το μοναδικό κόμμα στην Ελλάδα που θεωρεί ως ανάγκη και έχει τις προϋποθέσεις να μελετά επιστημονικά την ιστορία του. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο χαρακτήρα του ως Κόμματος της εργατικής τάξης, της τάξης που έχει ιστορική αποστολή να ηγηθεί στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η δυνατότητα και η ικανότητα ενός ΚΚ να μελετά την ιστορία του αποτελεί στοιχείο της ανάπτυξής του, εφόσον η μελέτη της συγκροτεί διαδικασία συνειδητοποίησης λαθών, των παραγόντων που οδήγησαν σε αυτά και εξαγωγής συμπερασμάτων, με σκοπό να γίνει πιο διεισδυτική και αποτελεσματική η δράση του ΚΚ στην οργάνωση της ταξικής πάλης για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Με αυτή την έννοια γίνεται διαδικασία έμπνευσης για συνειδητή ηρωική δράση, ιδιαίτερα από τις νέες γενιές των κομμουνιστών.

Θεωρητικά, αυτά τα χαρακτηριστικά αφορούν κάθε κομμουνιστικό κόμμα. Υπάρχουν εργατικά, κομμουνιστικά κόμματα που άντεξαν στη λαίλαπα της αντεπανάστασης 1989-1991. Ομως, πολλά έχασαν τη δυνατότητα να γίνουν οι μελετητές της ιστορίας τους, γιατί έχασαν τον επαναστατικό εργατικό χαρακτήρα τους, αυτοδιαλύθηκαν ή μεταλλάχθηκαν σε άλλου τύπου κόμματα, έκοψαν τη συνέχεια του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα τους, παρέδωσαν τα κομματικά αρχεία στον ταξικό εχθρό. Από την τρεμοσβήνουσα φλόγα, μέσα στις στάχτες τους, αναγεννιούνται νέα κομμουνιστικά κόμματα. Και αυτό, γιατί ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη υφίσταται αντικειμενικά και ανεξάρτητα από το συσχετισμό των δυνάμεων στην ταξική πάλη. Υφίσταται, ανεξάρτητα από την επαναστατική άνοδο ή υποχώρηση, από τη νίκη της αντεπανάστασης στο ιστορικά πρώτο εγχείρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα.

Ο επαναστατικός χαρακτήρας κάθε κομμουνιστικού κόμματος επιβεβαιώνεται σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, στο βαθμό που κατορθώνει να αναπτύσσει τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία και να επεξεργάζεται πολιτική, με γνώση των νομοτελειών της κοινωνικής εξέλιξης και θεμελίωση πάνω σε αυτές. Το ΚΚΕ έδωσε σκληρή μάχη στην παραπάνω κατεύθυνση σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Σε αυτό το γεγονός οφείλεται η διαχρονικότητα και η μακροβιότητά του.

Το ΚΚΕ στην 93χρονη πορεία του επέδειξε σταθερή προσήλωση σε θεμελιώδεις αρχές για ένα επαναστατικό εργατικό, κομμουνιστικό κόμμα, όπως την αναγνώριση του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη και της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας ως επαναστατικής θεωρίας για την επαναστατική πολιτική δράση. Δεν αποκήρυξε ποτέ την ταξική πάλη, τη σοσιαλιστική επανάσταση, τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Το ΚΚΕ άντεξε στη δίνη της νίκης της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ενωση και στα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ευρώπη και στην Ασία. Αυτή η αντοχή δεν είναι τυχαία. Σφυρηλατήθηκε με ιστορικούς δεσμούς αίματος με την εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του.

Από το 1918 το ΚΚΕ έδωσε πολιτικό περιεχόμενο στους εργατικούς αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, με τίμημα πολλούς νεκρούς, βασανισμένους και διωκόμενους. Πρωτοστάτησε στον ένοπλο αγώνα ενάντια στην ξένη Κατοχή με την Αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, δύο φορές, το Δεκέμβρη του 1944 και στην τρίχρονη πάλη (1946-1949) του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), το εργατικό κίνημα με επικεφαλής το ΚΚΕ και το σύμμαχο αγροτικό κίνημα συγκρούστηκαν ένοπλα με την αστική εξουσία, την οποία στήριξαν με άμεση στρατιωτική ιμπεριαλιστική επέμβαση η Μ. Βρετανία αρχικά και οι ΗΠΑ στη συνέχεια.

Η πάλη του ΚΚΕ κατά τη δεκαετία 1940-1949, με τον ένοπλο αγώνα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, το Δεκέμβρη του 1944 και το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (1946-1949), αποτελεί τη μεγαλύτερη προσφορά του Κόμματός μας στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, καθώς και τη μεγαλύτερη συμβολή του στη δράση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος κατά τον 20ό αιώνα.

Προσφορά μεγάλου μεγέθους, πολιτικής και ηθικής σημασίας, συνιστά η ηρωική πάλη του ΚΚΕ, πριν και μετά από το 1949, στα στρατοδικεία, στα εκτελεστικά αποσπάσματα, στις φυλακές και στους τόπους εξορίας, στην παρανομία. Σε συνθήκες ανείπωτων διωγμών το ΚΚΕ διατήρησε ζωντανούς τους δεσμούς του με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου. Αυτό ισχύει για όλη τη μακροχρόνια περίοδο της παρανομίας 1949-1974.

Παρά τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή με την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (1956), το ΚΚΕ δεν έγινε τμήμα του λεγόμενου «ευρωκομμουνισμού». Βρήκε τη δύναμη να διαχωριστεί από αυτόν και να ανοίξει πολύχρονο μέτωπο ενάντιά του, στη βάση της υπεράσπισης των γενικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού. Η διαπάλη με τον δεξιό αναθεωρητισμό κρίθηκε αποφασιστικά στη 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (1968). Ο διαχωρισμός βασικών δυνάμεων του Κόμματος από τις «ευρωκομμουνιστικές» δυνάμεις, που συγκρότησαν στη συνέχεια το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού», έδωσε στο ΚΚΕ τη δύναμη να προχωρήσει αποφασιστικά στη δημιουργία παράνομων κομματικών οργανώσεων, να ιδρύσει το 1968 την Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας (ΚΝΕ), να δράσει ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία 1967-1974 και να επιβάλλει την ανοιχτή δράση του πριν από τη θεσμική νομιμοποίησή του κατά την περίοδο αποκατάστασης του αστικού κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα.

Οι τόσο βαθιές ιστορικές ρίζες του εξηγούν γιατί το ΚΚΕ στην κρίση του 1991 κατόρθωσε να εξασφαλίσει την ιστορική του συνέχεια, παρά την αποχώρηση μεγάλου μέρους των δυνάμεών του. Είχε προηγηθεί η εκδήλωση της εσωκομματικής κρίσης (1989) με την αποχώρηση ορισμένων μελών της ΚΕ που είχε εκλεγεί από το 12ο Συνέδριο (12-16 Μαΐου 1987) και τη διάσπαση της ΚΝΕ. Καθώς έφτανε στο απόγειο η αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο ΚΚΕ κορυφώθηκε η διαπάλη και η κρίση με την ολόπλευρη αναθεωρητική ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική επίθεση. Σε αυτήν ηγήθηκε σημαντικό τμήμα μελών της ΚΕ που εκλέχθηκε από το 13ο Συνέδριο (19-24 Φεβρουαρίου 1991) και αποχώρησε από το ΚΚΕ (10η Ολομέλεια της ΚΕ, 23 Ιουνίου 1991).

Το ΚΚΕ στάθηκε όρθιο και μπόρεσε στη συνέχεια να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του, καθώς και την ΚΝΕ. Αρχισε μια νέα περίοδος στην πολυκύμαντη διαδρομή του.

ΘΕΜΕΛΙΑΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

 Από την ιστορική έρευνα επιβεβαιώθηκαν θεμελιακές θέσεις και αναδείχθηκαν συμπεράσματα για τη στρατηγική ενός Κομμουνιστικού Κόμματος:

Α. Η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αφού ο καπιταλισμός έχει μπει στο αντιδραστικό στάδιό του εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Πέρασε δίχως επιστροφή η εποχή των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων, που έδιναν ώθηση στην κοινωνική πρόοδο ανατρέποντας την εξουσία των φεουδαρχών και καταργώντας τα υπολείμματα των φεουδαρχικών σχέσεων παραγωγής.

Ιστορικό προοίμιο της εποχής μας αποτέλεσε η Παρισινή Κομμούνα (1871). Ο χαρακτήρας της εποχής, που ο καπιταλισμός μπήκε στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, τεκμηριώθηκε θεωρητικά από τον Β. Ι. Λένιν και επιβεβαιώθηκε στην πράξη με την πραγματοποίηση της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917), καθώς και με την εκδήλωση σοσιαλιστικών επαναστάσεων στη συνέχεια, ανεξάρτητα από τη νικηφόρα ή όχι έκβασή τους. Η ανατροπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με την επικράτηση της αντεπανάστασης δεν αναιρεί αυτή την επαναστατική κοινωνική-πολιτική κίνηση ως αναγκαιότητα, επικαιρότητα και προοπτική.

Β. Ο χαρακτήρας της επανάστασης, ως το κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής ενός Κομμουνιστικού Κόμματος που δρα σε συνθήκες καπιταλιστικής εξουσίας, δεν προσδιορίζεται με κριτήριο τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων, αλλά από την ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό. Η τελευταία καθορίζει την αναγκαιότητα και την επικαιρότητά του. Ο ελάχιστος αναγκαίος βαθμός ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων υπάρχει και όταν η εργατική τάξη αποτελεί μειοψηφική δύναμη ως ποσοστό στον Οικονομικά Ενεργό Πληθυσμό, από τη στιγμή που αυτή αποκτά συνείδηση της ιστορικής της αποστολής με τη συγκρότηση του Κόμματός της. Η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα και κάθε μορφή πολιτικής έκφρασής της πρέπει να εξυπηρετεί την προσέγγιση του στρατηγικού στόχου της εργατικής εξουσίας, που εκφράζει τα συμφέροντα της λαϊκής πλειοψηφίας.

Γ. Ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, επομένως δεν μπορεί να υπάρχει και κάποιος ενδιάμεσος τύπος εξουσίας. Ο χαρακτήρας της εξουσίας θα είναι ή αστικός ή εργατικός (προλεταριακός). Η άποψη - θέση για τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης ενδιάμεσης εξουσίας δεν επιβεβαιώθηκε σε καμία χώρα.

Από τη μελέτη της περιόδου με την οποία ασχολείται ο παρών τόμος επιβεβαιώνεται ότι η εργατική τάξη με τους συμμάχους της μισοπρολετάριους, φτωχούς αγρότες και αυτοαπασχολούμενους των πόλεων, πρέπει να αγωνιστεί μέχρι την τελική λύση του προβλήματος της εξουσίας, την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας με την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Αποδείχθηκε στην πράξη ότι ήταν λάθος η υιοθέτηση, από το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, «ενδιάμεσου» στόχου εξουσίας, που χαρακτηριζόταν είτε ως «επαναστατική εξουσία αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα» ή «Λαϊκή Δημοκρατική Κυβέρνηση», είτε ως «αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή εξουσία» ή ως «αντιμονοπωλιακή διακυβέρνηση».

Η αναγνώριση του παραπάνω λάθους και η ανάλογη διόρθωση της στρατηγικής θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα, αλλά και στην ιδεολογική και πολιτική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Είναι ζήτημα προς ιστορική μελέτη, σε ποιες συνθήκες και γιατί δεν κυριάρχησε σε όλη τη διάρκεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς η θετική πείρα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία, αλλά αντίθετα γενικεύτηκε προγενέστερη στρατηγική επεξεργασία του Κόμματος των Μπολσεβίκων και του Λένιν, που αφορούσε την περίοδο 1905 έως το Φεβρουάριο του 1917, μέχρι τότε δηλαδή που υπήρχε ακόμα στη Ρωσία φεουδαρχική πολιτική εξουσία με τη μορφή της τσαρικής απολυταρχίας.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Λένιν είχε προσδιορίσει έναν ενδιάμεσο στόχο ανάμεσα στη φεουδαρχική και την εργατική και όχι ανάμεσα στην αστική και την εργατική εξουσία. Εναν ενδιάμεσο στόχο με τη μορφή της «Επαναστατικής Δημοκρατικής Δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» ή μιας «προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης», κυρίως των αγροτών - μικροαστών, στην οποία δεν απέκλειε, υπό όρους, τη συμμετοχή εκπροσώπων (πληρεξουσίων) του Κόμματος των Μπολσεβίκων. Η επανάσταση του Φλεβάρη έφερε στην εξουσία μια αστική κυβέρνηση, ενώ διατηρούνταν η επαναστατική κατάσταση, με την εργατική τάξη και την αγροτιά ένοπλα οργανωμένες στα σοβιέτ.

Με τις «Θέσεις του Απρίλη» (1917) ο Λένιν έθεσε άμεσα το στόχο της εργατικής εξουσίας, έτσι ώστε το Κόμμα των Μπολσεβίκων να προετοιμάσει και να πραγματοποιήσει με επιτυχία τη Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία. Ο Λένιν αξιοποίησε την άρνηση-αδυναμία της αστικής κυβέρνησης, από το Φεβρουάριο 1917 και στη συνέχεια, να αντιμετωπίσει οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα, όπως του πολέμου και της επιβίωσης εκατομμυρίων φτωχών αγροτών και εργατών. Η επαναστατική εργατική εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου -και όχι κάποια ενδιάμεση εξουσία- έλυσε τα προβλήματα της ειρήνης, της γης στους αγρότες, της ισοτιμίας των γυναικών, των εθνοτήτων, γενικά τα λεγόμενα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Αργότερα, αυτή η γραμμή αντιπαρατέθηκε με την τροτσκιστική, που απέρριπτε τη δυνατότητα εδραίωσης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία με την προσέλκυση των ατομικών εμπορευματοπαραγωγών, κυρίως των αγροτών, χωρίς τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε χώρες της Ευρώπης.

Στην περίοδο 1941-1944 η προβληματική στρατηγική των σταδίων στο ΚΚΕ στηρίχθηκε στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ (1934) και σε αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του 6ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (1935). Εκφράστηκε επίσης στη στρατηγική γραμμή της 2ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης (1942) και στην Προγραμματική Διακήρυξη «Λαοκρατία και Σοσιαλισμός» (1943). Σε αυτή τη βάση πραγματοποιήθηκαν οι λαθεμένες πολιτικές επιλογές των Συμφωνιών του Λιβάνου και της Καζέρτας από την ηγεσία του ΚΚΕ, που είχαν επιπλέον το στοιχείο του συμβιβασμού με τις αστικές δυνάμεις.

Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ υπογράμμισε στο κλείσιμο της συζήτησης του δεύτερου θέματος, ότι δεν πρέπει να συγχέεται ο χαρακτήρας της εξουσίας με τις μεταβατικές «στιγμές» του ιστορικού χρόνου και επανέλαβε την προγραμματική θέση του 15ου Συνεδρίου για τις μεταβατικές «στιγμές»:

«“Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται ή θα την χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της”.

Για το Κόμμα μας είναι καθαρό ότι ο χαρακτήρας της εξουσίας είναι η Δικτατορία του Προλεταριάτου, χωρίς να μπερδεύεται σε ενδιάμεσες μορφές εξουσίας.

Είναι άλλο ζήτημα εκ των υστέρων, δηλαδή από την ιστορική έρευνα, να διαπιστωθεί η πολυμορφία που μπορεί να δώσει η διαδικασία κατά την οποία δεν έχει ακόμα ανατραπεί η αστική εξουσία αλλά έχει ξεκινήσει η αποδυνάμωσή της, ο κλονισμός της. Είναι ζήτημα ιστορικής έρευνας οι μορφές που παίρνουν σε κάθε ιστορική περίπτωση οι διαβαθμίσεις στον κλονισμό της αστικής εξουσίας.

Π.χ., οι πρώτες κυβερνήσεις που διαμορφώθηκαν από τα αντιφασιστικά μέτωπα στις χώρες που απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό, δεν ήταν επαναστατικές εργατικές εξουσίες (Δικτατορία του Προλεταριάτου), συμμετείχαν και αστικές δυνάμεις. Γι’ αυτό γρήγορα αναπτύχθηκε πάλη για το «ποιος - ποιον» και λύθηκε, στις περισσότερες περιπτώσεις, με κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας (Δικτατορία του Προλεταριάτου). Η πορεία των πραγμάτων δεν πρέπει να αποσπάται από την ύπαρξη των δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού.

Παρεμφερές είναι το ζήτημα σχετικά με τη Μογγολία. […] Αλλά και στην περίπτωση της Κουβανέζικης Επανάστασης δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία και ενδιάμεσος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός. Κρίκος έναρξης της επαναστατικής διαδικασίας υπήρξε ο εθνικο-ανεξαρτησιακός ένοπλος αγώνας που καταστάλαξε και αντικειμενικά έλυσε το πρόβλημα με τη μετατροπή του σε σοσιαλιστικό.

Η ΠΕΕΑ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ενδιάμεση εξουσία, αλλά όντως είναι μια “μεταβατική στιγμή” σε μια διαδικασία που τελικά κατέληξε σε ισχυροποίηση της αστικής εξουσίας.

Ούτε η “δυαδική εξουσία” στη Ρωσία επαληθεύει ενδιάμεση εξουσία»1.

Δ. Από την ίδια οπτική, της επαναστατικής στρατηγικής, το Δοκίμιο αντιμετωπίζει και τις σχέσεις του ΚΚΕ με το ΚΚΣΕ και τα άλλα ΚΚ εξουσίας.

Κρίνεται η γραμμή αυτών των ΚΚ που επέδρασαν στην ισχυροποίηση και επικράτηση οπορτουνιστικών δυνάμεων στο ΚΚΕ, στο χαρακτήρα της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1956), και όχι οι στενοί ή ακόμα και άτυποι οργανωτικοί δεσμοί έκφρασης αυτής της σχέσης. Γι’ αυτό το λόγο το Δοκίμιο, αναφερόμενο στην πρωτοβουλία των 6 ΚΚ να συγκαλέσουν την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ, υιοθετεί τον όρο «παρέμβαση» και όχι «επέμβαση».

Αλλωστε, η πρακτική της «παρέμβασης» του ΚΚΣΕ και άλλων αδελφών ΚΚ στο ΚΚΕ ήταν νομιμοποιημένη στη συνείδηση της ηγεσίας και των μελών του ΚΚΕ, ως μια άτυπη οργανική σχέση συνέχειας των προγενέστερων οργανικών σχέσεων που χρονολογούνταν από την ένταξη του Κόμματος στην Κομμουνιστική Διεθνή.2 Εξάλλου γι’ αυτό δεν αμφισβητήθηκε από το καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος, αρχικά ούτε από το ΓΓ της ΚΕ Ν. Ζαχαριάδη, ούτε από τα μέλη του ΠΓ. Επιπλέον αυτή η σχέση ενισχυόταν από το γεγονός ότι χιλιάδες μαχητές, μαχήτριες και στελέχη του ΔΣΕ, αλλά και η ηγεσία του ΚΚΕ, ζούσαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Βεβαίως, το πώς υλοποιείται η σχέση του προλεταριακού διεθνισμού ανάμεσα σε κόμματα διαφορετικών χωρών, σχετίζεται με την ιδεολογική - θεωρητική κατεύθυνση κάθε ΚΚ και γενικότερα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Ως ουσιαστικές κομμουνιστικές σχέσεις, που ανταποκρίνονται στην ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, θεωρούμε την ιδεολογική-στρατηγική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, με ενιαίους στόχους πάλης συνολικά απέναντι στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την έκφρασή της με οργανικούς δεσμούς που εξασφαλίζουν και ουσιαστικές διμερείς και πολυμερείς συζητήσεις κριτικής και αυτοκριτικής. Κάθε ΚΚ οφείλει να συμβάλλει στην ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να διαμορφώνει επαναστατικό πρόγραμμα για τη χώρα του και παλεύοντας τις αναθεωρητικές και οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις. Η υποχρέωση στην τεκμηριωμένη δημιουργική κομμουνιστική κριτική και η ικανότητα αποδοχής της αφορά κάθε ΚΚ, ανεξάρτητα από το εύρος της επιρροής στη χώρα του, ανεξάρτητα από το ρόλο που διαδραματίζει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ε. Το Δοκίμιο εξετάζει τον οπορτουνισμό ως ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα που έχει κοινωνική βάση. Σημαντική πηγή του οπορτουνισμού αποτελούν τα μικροαστικά στρώματα που συμπιέζονται ή και καταστρέφονται από τη διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, την επέκταση των μονοπωλιακών ομίλων. Ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, τα μικροαστικά στρώματα, ενώ αγανακτούν και εναντιώνονται στην κυβερνητική πολιτική, επιζητούν τη διατήρηση της οικονομικής τους θέσης με την επιστροφή σε προηγούμενη, ξεπερασμένη πια, ιστορική περίοδο του καπιταλισμού, στο προμονοπωλιακό του στάδιο, που επέτρεπε σε μεγαλύτερο βαθμό την επιβίωσή τους. Γίνονται φορείς μιας ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής που ουτοπικά επιδιώκει είτε να αμβλύνει το μονοπωλιακό ανταγωνισμό, είτε να στρέψει τη φορά του καπιταλισμού προς τα πίσω. Αυτά τα στρώματα, προσεγγίζοντας την εργατική τάξη ή και εντασσόμενα σε αυτήν μετά από την καταστροφή τους, πιέζουν το εργατικό κίνημα να υιοθετήσει θέσεις «εξανθρωπισμού» του καπιταλισμού.

Αλλά και η εργατική τάξη δεν είναι ομοιόμορφη. Την αποτελούν τμήματα διαφορετικού μεγέθους εισοδήματος, καθώς και διαφορετικής πολιτικής και ταξικής εμπειρίας, αφού η διεύρυνση της εργατικής τάξης γίνεται με τη συνεχή επέκταση της καπιταλιστικής μισθωτής εργασίας σε νέους και παλιούς κλάδους.

Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί το στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας, δηλαδή το ενσωματωμένο και εξαγορασμένο από το καπιταλιστικό σύστημα τμήμα της εργατικής τάξης, το οποίο επίσης συγκροτεί μία βασική πηγή του οπορτουνιστικού φαινομένου, γιατί αποτελεί το φορέα της ταξικής συνεργασίας στο εργατικό κίνημα.

Ο αναθεωρητισμός και ο πολιτικός οπορτουνισμός εκδηλώνονται μέσα στο πολιτικό εργατικό κίνημα, στα ίδια τα ΚΚ. Αναπαράγονται, όχι μόνο από πολιτικούς φορείς του οπορτουνισμού που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της διάσπασης του ΚΚ, π.χ. το «ΚΚΕ εσωτερικού» μετά από τη διάσπαση του 1968 ή ο Συνασπισμός με την ενσωμάτωση σε αυτόν των δυνάμεων που αποσχίστηκαν το 1991 από το ΚΚΕ. Αναπαράγονται και με την εκ νέου επίδραση του συμβιβασμού στο εσωτερικό των ΚΚ. Η μη έγκαιρη και συνεπής αντιμετώπιση του οπορτουνισμού είναι δυνατό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να μεταλλάξει πλήρως ένα κομμουνιστικό κόμμα, να το μετατρέψει σε αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου.

Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις συχνά ενισχύονται στις απότομες στροφές της ταξικής πάλης, είτε στην άνοδο είτε στην υποχώρησή της. Με το μεγάλο κύμα της αντεπανάστασης της τελευταίας 20ετίας, η πίεση της αστικής ιδεολογίας εκφράστηκε με γενικευμένη αναθεώρηση θεμελιωδών θέσεων της κομμουνιστικής ιδεολογίας και οπορτουνιστική προσαρμογή στο σύστημα.

Ομως η ιστορία του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δείχνει ότι η λαθεμένη στρατηγική επιλογή ενός ΚΚ δεν οφείλεται πάντοτε σε διάθεση συμβιβασμού με το σύστημα. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση η μη έγκαιρη διόρθωση του λάθους δίνει έδαφος στην ενίσχυση του οπορτουνισμού.

Η καταδίκη της πάλης του ΔΣΕ ως σεχταριστικής ήταν οπορτουνιστικού χαρακτήρα στάση προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Επίσης οπορτουνιστική επιλογή, και μάλιστα διαλυτική, ήταν η απόφαση για τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων στην Ελλάδα και τη διάχυση των κομματικών μελών στην ΕΔΑ.

Ομως, σε διάκριση προς τα παραπάνω, υπήρξαν και λάθη που δεν οφείλονταν σε συμβιβαστική διάθεση και πολιτική πρακτική, αλλά σε αδυναμία αντικειμενικής εκτίμησης του συσχετισμού των δυνάμεων εσωτερικά και διεθνώς, π.χ. λάθη που αφορούσαν την καθυστέρηση στο ξεκίνημα του ΔΣΕ.

Για να εκτιμηθεί αν κάποια επιλογή με αρνητικές συνέπειες στον αγώνα της εργατικής τάξης συνιστά παρέκκλιση εξαιτίας θεωρητικής και πρακτικής αδυναμίας ή οπορτουνιστική επιλογή συμβιβασμού, χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση των παραγόντων που οδήγησαν σε αυτή.

Η δράση του ΚΚ περικλείει τόσο περισσότερο τη δυνατότητα λαθεμένων επιλογών, μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας, όσο πιο νεαρό είναι το κόμμα, όπως ήταν το ΚΚΕ μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με περιορισμένη εμπειρία και γνώση.

Ωστόσο το κόμμα κρίνεται και από την ικανότητά του να διορθώνει τα λάθη του τεκμηριωμένα και αποφασιστικά, έγκαιρα και με συλλογικές διαδικασίες. Σε αντίθετη περίπτωση τα λάθη γίνονται καθοριστικά στην έκβαση της ταξικής πάλης.

Στο συγκεκριμένο μέγεθος και το χαρακτήρα των λαθών, στον εντοπισμό και τη διόρθωσή τους ή όχι, αποτυπώνεται η ωριμότητα-ικανότητα του ΚΚ, καθώς και ο ρόλος των ηγετικών προσώπων που η επίδρασή τους στην επιτάχυνση (ή επιβράδυνση) της γενικής πορείας της ανάπτυξης είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το γενικό επίπεδο του κόμματος.

Η συγγραφή της ιστορίας του Κόμματος σε κάθε περίπτωση έχει ταξική αφετηρία και περιεχόμενο, αφού εξετάζει την εξέλιξη της στρατηγικής του, την εξέλιξη όλης της πολιτικής του δράσης, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Διερευνά την επίδραση του Κόμματος στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, με κριτήριο την κατεύθυνσή της προς το στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης και μάλιστα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Αναδεικνύει διαχρονικά συμπεράσματα από τη σκοπιά της προσέγγισης του στόχου της εργατικής εξουσίας. Οδηγεί σε βαθύτερη γνώση της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο.

Συνοψίζοντας, επισημαίνονται τα εξής διαχρονικά αναγκαία για κάθε ΚΚ:

• Η αυτοτελής ιδεολογική-πολιτική δράση του Κόμματος σε οποιεσδήποτε συνθήκες, η αυτοτελής θεωρητική δουλειά του, η έγκαιρη, με επιστημονικά δεδομένα και διαλεκτική - υλιστική ανάλυση των εγχώριων και διεθνών οικονομικών εξελίξεων, της επίδρασής τους στις κοινωνικές δυνάμεις και των προσαρμογών που προκαλούν στο εποικοδόμημα. Αναδεικνύεται ως συμπέρασμα ότι καθυστέρηση ή λάθη σε θεωρητικό επίπεδο οδηγούν σε λάθη στρατηγικής, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά της ταξικότητας, της επαναστατικής διάθεσης και στάσης της ηγεσίας του Κόμματος, ανεξάρτητα δηλαδή από τη γενική αποδοχή και διακήρυξη της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού.

• Αναγκαιότητα είναι η οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚ σε όλες τις συνθήκες, νόμιμης-ημινόμιμης ή παράνομης δράσης, άτυπης ή πιο συγκροτημένης συμμαχίας με άλλες δυνάμεις. Αναγκαιότητα της πάλης για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων είναι και η δράση για τη ντε φάκτο κατοχύρωση της ανοιχτής δημόσιας δράσης του Κόμματος, όταν βρίσκεται σε συνθήκες ολικής ή μερικής κρατικής απαγόρευσης.

Αναγκαιότητα είναι η οργανωτική του συγκρότηση να στηρίζεται στην εργατική τάξη, να υπάρχουν ΚΟΒ και ενδιάμεσα καθοδηγητικά όργανα σε κάθε περίπτωση, εξασφαλίζοντας σε συνθήκες παρανομίας την περιφρούρηση και την ευελιξία στη λειτουργία τους.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 Θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα στην ανάλυση του Κόμματος για τον ελληνικό καπιταλισμό, σε συνδυασμό με αποφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αποτέλεσαν τη γνωσιολογική βάση στη λαθεμένη επιλογή του ΚΚΕ να προτάξει του γενικού στόχου για το σοσιαλισμό ένα αστικοδημοκρατικό στάδιο εξουσίας, ως αναγκαίο για να ωριμάσουν οι υλικές προϋποθέσεις του περάσματος στο σοσιαλισμό, καθώς και οι υποκειμενικές που αφορούσαν τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα πολυπληθή αγροτικά στρώματα. Αυτά τα προβλήματα αφορούσαν το επίπεδο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, τη θέση του στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και το χαρακτήρα της εξουσίας.

Ενα από τα συμπεράσματα που προκύπτει από την ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων της περιόδου που εξετάζει ο Β΄τόμος, είναι ότι στα προβλήματα στρατηγικής του ΚΚΕ επέδρασαν και προγενέστερα προβλήματα αναλύσεών του, όσον αφορά την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού.

Επίσης την περίοδο αυτή οι εκτιμήσεις του Κόμματος επηρεάζονταν από τη διαπάλη που διεξαγόταν ανάμεσα στα τμήματα της αστικής τάξης και ρεύματα της αστικής ιδεολογίας, τα οποία είχαν τη ρίζα τους στην περίοδο του Μεσοπολέμου, κάποια και πριν από το Μεσοπόλεμο. Αυτές οι επιδράσεις κατά κύριο λόγο αφορούσαν τον ταξικό χαρακτήρα της εκβιομηχάνισης, του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα, των σχέσεων εξάρτησης του ελληνικού κράτους από ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Το ελληνικό κράτος είχε από τη γέννησή του πολύ περιορισμένη έκταση και κυρίως περιορισμένο πληθυσμό, περιορισμένη εσωτερική αγορά, που ήταν παράγοντας καθυστέρησης της εσωτερικής κεφαλαιακής συσσώρευσης. Τα πιο σημαντικά αστικά κέντρα, όπου υπήρχε ελληνόφωνος πληθυσμός (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη), έμειναν έξω από αυτό, ενώ καθυστέρησε η ένταξη της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων.

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα η αστική εξουσία επιδίωκε να επεκτείνει την επικράτειά της αποσπώντας εδάφη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εξασφαλίζοντας συμμαχίες με ηγετικές καπιταλιστικές δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία). Η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας την καθιστούσε αντικείμενο του ενδιαφέροντος ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Η σχετική καθυστέρηση και η μικρή πολιτική και στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας είχαν ως συνέπεια να διαμορφωθούν εξαρχής ισχυροί δεσμοί πολιτικής-στρατιωτικής και οικονομικής εξάρτησης από ηγετικές δυνάμεις του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος. Ενα στοιχείο αυτών των εξαρτήσεων ήταν και ο θεσμός της βασιλείας, που εγκαθιδρύθηκε και ενσωματώθηκε στο ελληνικό αστικό κράτος με την παρέμβαση ξένων δυνάμεων.

Ωστόσο, αν και η καταγωγή του θεσμού της βασιλείας ανάγεται σε προγενέστερο σύστημα, η βασιλεία είχε ενσωματωθεί εξαρχής στο ελληνικό καπιταλιστικό κράτος, έστω και με αντιθέσεις. Ηταν οργανικό στοιχείο του αστικού πολιτικού συστήματος. Οι αντιθέσεις της βασιλείας με αστικά πολιτικά κόμματα ήταν ενδοαστικού χαρακτήρα και όχι αντιθέσεις ανάμεσα στις αστικές και στις φεουδαρχικές δυνάμεις, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσαν και αντανάκλαση διεθνών καπιταλιστικών ανταγωνισμών. Παράδειγμα η σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση που συγκρότησε ο Ελ. Βενιζέλος το 1916 στη Θεσσαλονίκη και στη βασιλική κυβέρνηση της Αθήνας. Δυνάμεις του πρώτου, με τη βοήθεια γαλλικού στρατού, βομβάρδισαν τον Πειραιά και έφτασαν μέχρι το Ζάππειο, γιατί η κυβέρνηση της Αθήνας ήθελε την Ελλάδα ουδέτερη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεγονός που ευνοούσε τη Γερμανία. Αποτέλεσμα των ίδιων αιτιών ήταν και οι συμμαχίες της βασιλείας, όχι μόνο με τα λεγόμενα βασιλικά, αλλά και με τα φιλελεύθερα κόμματα. Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι οι στρατιωτικές δικτατορίες και τα αποτυχημένα πραξικοπήματα είχαν και φιλελεύθερη προέλευση (Πλαστήρας, Κονδύλης, Πάγκαλος, Βενιζέλος κ.α.) και βασιλική (Κονδύλης, ως μετέπειτα βασιλικός, Μεταξάς κ.ά.).

Το σύνολο των αντιθέσεων δεν ερμηνεύθηκε πάντοτε αντικειμενικά από το ΚΚΕ, γεγονός που επέδρασε και στη στρατηγική του.

Οσον αφορά τα τμήματα της αστικής τάξης που είχαν έδρα τη Σύρο, την Υδρα, την Πάτρα, τη Χίο και που ασχολούνταν με τη ναυτιλία και το εμπόριο, ήδη ήταν αρκετά διεθνοποιημένα. Στρέφονταν περισσότερο στην εξωτερική παρά στην εσωτερική αγορά, επειδή εκεί απομυζούσαν μεγάλα κέρδη. Το ίδιο και τα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης που είχαν εγκατασταθεί στην Οδησσό, στην Αλεξάνδρεια3, στο Λίβερπουλ, σε παραδουνάβιες πόλεις και αλλού.

Το ελληνικό κράτος άσκησε πολιτική συντήρησης των αγροτών μικρών εμπορευματοπαραγωγών (διανομή μικρού κλήρου, επιδότηση ορισμένων καλλιεργειών κλπ.). Στη δεκαετία του 1920 βασικά ολοκληρώθηκε η τελευταία αγροτική μεταρρύθμιση, με το μοίρασμα τσιφλικιών σε ακτήμονες. Από την άλλη, το μεγαλύτερο ποσοστό (πάνω από 80%) των εκτάσεων που δόθηκαν στους πρόσφυγες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923), ως αποτέλεσμα της αναγκαστικής ανταλλαγής των πληθυσμών που προέβλεπε η Συνθήκη, ήταν εκτάσεις που μέχρι τότε καλλιεργούσαν Τούρκοι και Βούλγαροι, οι οποίοι μετεγκαταστάθηκαν στην Τουρκία και στη Βουλγαρία αντίστοιχα. Από το 1917 είχε ιδρυθεί ειδικό Υπουργείο Γεωργίας, ενώ το 1929 ιδρύθηκε η Αγροτική Τράπεζα.

Από την ιστορική μελέτη του Δοκιμίου αναδεικνύονται τα εξής ζητήματα ως προς τη σχέση οικονομίας - πολιτικής:

1. Στην Ελλάδα ενισχύθηκε η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου κατά τις δεκαετίες του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού, η ελληνική καπιταλιστική κοινωνία παρέμενε σε χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης συγκριτικά με άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως αυτές της Δυτικής Ευρώπης.

Στον παρόντα τόμο αναδεικνύεται πώς διαπλεκόταν η μεταπολεμική ανασυγκρότηση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας με στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ, αλλά και καπιταλιστικών κρατών της Δυτικής Ευρώπης.

Στην εξέλιξη του Σχεδίου Μάρσαλ αποτυπώνονται όλη η πορεία και οι αντιφάσεις της ξένης επέμβασης ενάντια στο λαϊκό κίνημα για τη σταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού. Παρόλο που αρχικά προβλεπόταν η στήριξη της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης στρατιωτικά και οικονομικά, με μια ορισμένη εκβιομηχάνιση, τελικά στηρίχθηκε κυρίως η στρατιωτική ανασυγκρότηση. Βασικός στόχος του Σχεδίου ήταν να τσακιστεί το λαϊκό κίνημα και παράλληλα να εξασφαλιστούν τα γενικότερα συμφέροντα του αγγλοσαξωνικού ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, να γίνει η Ελλάδα προχωρημένο φυλάκιο κατά των σοσιαλιστικών κρατών.

Τελικά η εκβιομηχάνιση πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο που εξετάζεται, κυρίως μέσω της εσωτερικής συσσώρευσης κεφαλαίου, όπως δείχνει χαρακτηριστικά και το γεγονός ότι μετά το 1949 υπήρξε σημαντική περικοπή της λεγόμενης ξένης βοήθειας προς την Ελλάδα.

Στο ουσιαστικό ζήτημα της στρατηγικής του ΚΚΕ, δηλαδή τον προσδιορισμό του στόχου εξουσίας ως επαναστατικής εργατικής, δικτατορίας του προλεταριάτου, με την οποία συνδέεται και η επίλυση των ιμπεριαλιστικών εξαρτήσεων, το ΚΚΕ έχει τοποθετηθεί με προγραμματικές και άλλες επεξεργασίες, με αφετηρία το 15ο Συνέδριο (1996). Εχει αναδείξει στην πορεία τις αλλαγές στη θέση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα με πιο ενεργητική ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΕ, στο αναδομημένο ΝΑΤΟ.

2. Στην περίοδο 1941-1944 υπήρξε ξένη κατοχή, αναστολή της εθνοκρατικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Το ζήτημα της ανεξαρτησίας αφορούσε και την εργατιά - αγροτιά, αλλά και την αστική τάξη και το Παλάτι, από τη σκοπιά της θέσης που είχαν στη νομή της αστικής εξουσίας.

Η δράση κατά της ξένης κατοχής ήταν συνυφασμένη με το ταξικό συμφέρον κάθε κοινωνικής δύναμης. Από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της η πάλη για απαλλαγή από την ξένη κατοχή μπορούσε και έπρεπε να γίνει κρίκος για την ανάπτυξη των επαναστατικών δυνάμεων. Ο απελευθερωτικός αγώνας ή θα συνδεόταν με τον αγώνα κατάκτησης - εδραίωσης της εργατικής εξουσίας και των συμμάχων της, οπότε θα καταργούνταν γενικά οι σχέσεις ανισοτιμίας και εξάρτησης ή θα οδηγούσε στην εδραίωση της αστικής εξουσίας με νέους, καλύτερους ή χειρότερους, όρους στη θέση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Ο Β΄τόμος του Δοκιμίου Ιστορίας αναδεικνύει ότι με τη λήξη της ξένης Κατοχής, επιδεινώθηκε η θέση της Ελλάδας σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο, ενισχύθηκαν οι ανισότιμοι όροι εξάρτησης για μια δεκαετία περίπου με απευθείας ανάμιξη της ξένης συμμαχικής καπιταλιστικής δύναμης, των ΗΠΑ, στους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους. Αυτή η ανάμιξη ήταν απόλυτα αναγκαία στην εγχώρια αστική τάξη και το πολιτικό της σύστημα, προκειμένου να σταθεροποιήσει την εξουσία της, που κινδύνευσε. Βέβαια ήταν αναγκαία και για τις ΗΠΑ, προκειμένου να εδραιώσουν τα δικά τους συμφέροντα.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η ιστορία του ΚΚΕ είναι η ιστορία της ιδεολογικής, οργανωτικής και πολιτικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα από την αστική. Γι’ αυτό στην υπερενενηντάχρονη πορεία του δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται την αντικομμουνιστική επίθεση με όλες τις μορφές: Την πιο ωμή κρατική βία-φυλακίσεις, εξορίες, θανατικές ποινές και εκτελέσεις για δήθεν εθνική προδοσία - τη συκοφάντηση της προσφοράς του στον απελευθερωτικό αγώνα με τη διαστρέβλωση γεγονότων, με το «ξαναγράψιμο της ιστορίας της Αντίστασης 1941-1944» και την απαξίωση της ιστορίας του ΔΣΕ και του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, που συνδέθηκαν με περιόδους ανόδου της ταξικής πάλης.

Κάθε βήμα ιδεολογικής και πολιτικής ισχυροποίησης του ΚΚΕ στις σύγχρονες συνθήκες εξαγριώνει τον ταξικό αντίπαλο και ταυτόχρονα τον κάνει πιο ευέλικτο στη χρησιμοποίηση αποστατών, αναχωρητών, οπορτουνιστών προερχόμενων από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Ασπίδα του Κόμματός μας είναι η ίδια η εργατική τάξη, οι πρωτοπόροι νέοι και νέες εργατικής και λαϊκής καταγωγής, οι συνειδητοί επιστήμονες και επιστημόνισσες, γιατί επιστήμη σημαίνει αλήθεια, γιατί αλήθεια για την κοινωνική πρόοδο σημαίνει σοσιαλιστική - κομμουνιστική προοπτική.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 2009, σελ. 151-152.

2. Το Α΄ Εθνικόν Συμβούλιον του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος (ΣΕΚΕ) που έγινε από τις 31 Μαΐου έως 5 Ιουνίου 1919 (18 -23 Μαΐου με το παλιό ημερολόγιο), αποφάσισε να αποχωρήσει το ΣΕΚΕ από τη Β΄ Διεθνή και να προπαρασκευάσει το έδαφος για την προσχώρηση στην Γ΄ Διεθνή. Το Β΄ Συνέδριο του ΣΕΚΕ 18-25 Απριλίου 1920 (5-12 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο) αποφάσισε την οργανική προσχώρηση του ΣΕΚΕ στη Γ΄ Διεθνή. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1974, σελ. 31 και 62.

3. Ενα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί η ελληνική παροικία της Αιγύπτου. Οι εκεί Ελληνες καπιταλιστές συμμετείχαν ή ίδρυσαν πολυάριθμες εταιρείες (αποκλειστικής ευθύνης και εκμετάλλευσης της ποτάμιας ναυσιπλοΐας, ασφαλιστικές, κτηματικές, τουριστικές, ύδρευσης - άρδευσης κ.α.), συνολικά 197 εταιρίες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το 1872 οι Κωνσταντίνος Σαλβάγος, Εμμανουήλ Μπενάκης και Ιωάννης Χωρέμης ίδρυσαν την Τράπεζα Αλεξάνδρειας. Το 1898 ο Σαλβάγος πρωτοστάτησε στη συγκρότηση της National Bank of Egypt με 25.000 μετοχές. Στο ΔΣ συμμετείχαν οι Αμβρόσιος Ζερβουδάκης, Εμμανουήλ Μπενάκης και Αμβρόσιος Ράλλης. Ολοι είχαν ισχυρούς δεσμούς με το εγγλέζικο χρηματιστικό κεφάλαιο. Οι ίδιοι ίδρυσαν το 1899 την ελληνοαιγυπτιακή βιομηχανική επιχείρηση The Egyptian Salt & Soda Co. Ltd., με κεφάλαιο 485.347 λίρες Αγγλίας και ομολογίες 82.290 λίρες Αγγλίας. Το 1901 ιδρύθηκε το Ελληνικό Εμπορικό Επιμελητήριο Αλεξάνδρειας με πρωτοβουλία του Εμμανουήλ Μπενάκη. Από το 1901 έως το 1912 ο εμπορικός οίκος Χωρέμη - Μπενάκη πραγματοποιούσε το 1/7 των συνολικών αιγυπτιακών εξαγωγών.
Το 1910 ο Εμμανουήλ Μπενάκης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και τον ίδιο χρόνο εκλέχθηκε βουλευτής Αττικοβοιωτίας με το βενιζελικό κόμμα. Το 1911 έγινε υπουργός Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Το 1914 εκλέχθηκε δήμαρχος Αθηναίων. Κατηγορήθηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Ιωνα Δραγούμη (1920), στη διαπάλη βενιζελικών-βασιλικών. Ματούλας Τομαρά - Σιδέρη: «Αλεξανδρινές Οικογένειες Χωρέμη - Μπενάκη - Σαλβάγου», εκδ. «ΚΕΡΚΥΡΑ», Αθήνα 2007, 2η έκδοση.