Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΛΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΙΡΑ

 ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

Τους μήνες που προηγήθηκαν εκδηλώθηκαν σημαντικοί αγώνες με κλιμάκωση τις απεργιακές κινητοποιήσεις, την 48ωρη απεργία στις 27-28 Ιουνίου. Αναδείχθηκαν σοβαρές δυνατότητες αλλά και σημαντικές δυσκολίες, αποδείχθηκε η αναντιστοιχία που υπάρχει ακόμη ανάμεσα στην οργή, τη λαϊκή δυσαρέσκεια που συσσωρεύεται και την έκφρασή της σε οργανωμένη πάλη στο ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά κυρίως στην πάλη για την ανατροπή στο επίπεδο της εξουσίας.

Η κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα όλα τα προηγούμενα χρόνια, η απομάκρυνση εργατικών μαζών από τη συνδικαλιστική δράση, ιδιαίτερα νεότερων ηλικιών, ως αποτέλεσμα και της μακροχρόνιας κυβερνητικής χειραγώγησης και γραφειοκρατικοποίησής του αλλά και της μεγάλης ιδεολογικής υποχώρησης, δυσκολεύουν τη διαδικασία ανασύνταξης του εργατικού κινήματος. Αυτός ο στόχος απαιτεί βασανιστική δουλειά. Αποδεικνύεται ότι δε φτάνει μόνο η όξυνση των προβλημάτων για να έρθουν αποτελέσματα στην άνοδο της λαϊκής πάλης.

Δε γίνεται εύκολα κατανοητό ότι ο χώρος στον οποίο πρώτ’ απ’ όλα κρίνεται η σύγκρουση με την οικονομική κυριαρχία των μονοπωλίων και την πολιτική εξουσία τους είναι πρώτ’ απ’ όλα ο χώρος μέσα στον οποίο παράγεται ή ιδιοποιείται η υπεραξία, διαμορφώνεται το καπιταλιστικό κέρδος, είναι η κάθε καπιταλιστική βιομηχανική επιχείρηση, το εμπορικό κέντρο, το ιδιωτικό νοσοκομείο, η τράπεζα, η επιχείρηση μεγάλης συγκέντρωσης μισθωτών, ανεξάρτητα από την εξειδίκευση της εργασίας. Σε αυτούς τους χώρους κρίνεται η πάλη, όχι αποσπασματικά αλλά συνολικά, ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική. Μοναδικό κριτήριο για τη φερεγγυότητα οποιασδήποτε συνδικαλιστικής ή πολιτικής μορφής οργάνωσης είναι η στάση της απέναντι στην παραπάνω αναγκαιότητα, στην οργάνωση και επιτυχία της απεργίας κατά τόπο εργασίας. Δεν αρκούν οι διακηρύξεις χωρίς ανάλογες πράξεις οργάνωσης και περιφρούρησης των απεργιακών κινητοποιήσεων.

Αντίθετα, ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης κατάστασης αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης του κινήματος σε συνθήκες απότομης όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων, των κοινωνικών αντιθέσεων, βρήκαν πρόσφορο έδαφος μικροαστικού τύπου μορφές αντίδρασης και κυρίως συνθήματα που επικέντρωναν συλλήβδην στα κόμματα, το κοινοβούλιο, τους «κλέφτες» και «προδότες» πολιτικούς, στη διεκδίκηση της «άμεσης δημοκρατίας», θεωρώντας ότι υπάρχει πρόβλημα θεσμών αντιπροσώπευσης.

Η στάση αυτή ευρύτερων λαϊκών και εργατικών στρωμάτων που πρώτη φορά έβγαιναν στο δρόμο έχει αντικειμενική βάση, έρχεται ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης των όρων ζωής της εργατικής τάξης και των  λαϊκών στρωμάτων, της απώλειας θέσεων για ορισμένα μεσαία στρώματα που μέχρι πρότινος αποτελούσαν σύμμαχες δυνάμεις της αστικής εξουσίας. Μια τέτοια στάση που δε συνειδητοποιεί σε βάθος τις αιτίες της όξυνσης των εργατικών και λαϊκών προβλημάτων, αξιοποιείται έντεχνα από δυνάμεις της αστικής τάξης, ώστε να ενοχοποιείται τμήμα του πολιτικού προσωπικού του κεφαλαίου, αφήνοντας στο απυρόβλητο την ίδια την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την αντίστοιχη εξουσία που ευθύνεται για την κρίση, την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, την ανεργία κλπ.

Μέσα στο λεγόμενο «κίνημα των πλατειών» επιχειρήθηκε μια νέα μορφή χειραγώγησης των λαϊκών αντιδράσεων, επεξεργασμένη από κέντρα της αστικής τάξης, αξιοποιώντας τη συμβολή οπορτουνιστικών δυνάμεων. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί «υγειονομική ζώνη» ανάμεσα σε ένα τμήμα λαϊκών στρωμάτων που συμμετείχε σε αυτές τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, το ΠΑΜΕ, τις δυνάμεις της αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας και βεβαίως τη συσπείρωση με την πολιτική του ΚΚΕ. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος αξιοποιήθηκαν και προβοκατόρικες ενέργειες από δυνάμεις διαφόρων φανερών αλλά και κρυφών μηχανισμών του αστικού κράτους (είτε στο ρόλο του αναρχικού - αντιεξουσιαστή είτε του αγανακτισμένου - πατριώτη) με σκοπό να χτυπηθούν οι απεργιακές συγκεντρώσεις στις 27-28 Ιουνίου.

Κάτω από τα συνθήματα του «ακομμάτιστου» και «ακηδεμόνευτου κινήματος», «όποιος έρθει στην πλατεία θα πρέπει να αφήσει πίσω την κομματική του ταμπέλα», τα οποία αναπαρήγαγαν και στήριζαν με τη στάση τους οπορτουνιστικές δυνάμεις (που κατά τα άλλα έχουν αναφορές στο μαρξισμό και το κομμουνιστικό κίνημα), ουσιαστικά επιχειρήθηκε η λαϊκή δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία να μπει κάτω από τη σημαία μιας αστικής «εναλλακτικής» πολιτικής με πυρήνα μια νεοκεϋνσιανή εκδοχή διαχείρισης της κρίσης.

Ανεξάρτητα από την αστική συζήτηση για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους -τη διαπραγμάτευση ή την πιο δυναμική διεκδίκηση παραγραφής μεγαλύτερου μέρους του- η βαθιά οικονομική κρίση στην Ελλάδα προκάλεσε και κρίση στα δύο αστικά κόμματα που επί 27 χρόνια εναλλάσσονται στη διακυβέρνηση. Για την αστική εξουσία ωρίμασε η ανάγκη αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, ενδεχομένως και του πολιτειακού, με στόχο την εκ νέου θεσμική θωράκισή του. Δεν είναι τυχαία όλη η συζήτηση περί άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, περί μείωσης του αριθμού των βουλευτών, αλλά και η συζήτηση για Συνταγματική αναθεώρηση που διεξάγεται επί χρόνια. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρόθεσή της για διεξαγωγή δημοψηφισμάτων ως «ανταπόκριση» στα «αιτήματα» της λαϊκής διαμαρτυρίας και ως βήμα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Πρόκειται βεβαίως για μέτρα που δε θα προσφέρουν τίποτα από τη σκοπιά της επίλυσης των λαϊκών προβλημάτων και της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών ή της αντιμετώπισης του φαινομένου της διαφθοράς που είναι σύμφυτο με την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Αντίθετα πρόκειται για μέτρα που εξυπηρετούν τη θωράκιση της δικτατορίας της αστικής τάξης, μέτρα που στρέφονται ενάντια στο εργατικό - λαϊκό κίνημα.

Σημειώνουμε ότι τέτοιου είδους μέτρα έχουν εφαρμοστεί ή εφαρμόζονται σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης. Αλλωστε προβλέπονται σε κείμενα Επιτροπών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως της Επιτροπής της Βενετίας. Τέτοιου είδους μέτρα έχουν αξιοποιηθεί έτσι ώστε να περιοριστεί η δράση των ΚΚ (π.χ. στην Πορτογαλία), να ενσωματωθούν ακόμη περισσότερο τα συνδικάτα στους αστικούς θεσμούς, να διασφαλιστεί η λαϊκή συναίνεση σε αντιλαϊκά μέτρα (π.χ. το εκβιαστικό δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στη FIAT στην Ιταλία, με το οποίο εγκρίθηκε η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων υπό την απειλή των απολύσεων), να αντιδραστικοποιηθεί περαιτέρω η λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Γι’ αυτό το λόγο είναι πολύ μεγάλη η ευθύνη των πολιτικών φορέων του οπορτουνισμού που μιλάνε για «λαϊκή μεταπολίτευση», για «μεταπολίτευση από τα κάτω», για «αριστερή» εκδοχή της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και μάλιστα με τα ίδια αστικά εργαλεία (συνταγματικές αλλαγές, καθιέρωση δημοψηφισμάτων κλπ.), σπέρνοντας ταυτόχρονα αυταπάτες ότι κάτι θετικό μπορεί να βγει από τέτοιου είδους διεργασίες.

Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά στην ιστορία που με πρωτοβουλία τμημάτων της αστικής τάξης προωθείται η αλλαγή στη μορφή της αστικής δικτατορίας (π.χ. στρατιωτική δικτατορία 1967 και μεταπολίτευση 1974 ) ή η θεσμική πολιτειακή μορφή της με τη διαμόρφωση νέου Συντάγματος, νέας κατανομής μεταξύ των κέντρων εξουσίας (π.χ. μεταξύ Προέδρου και κοινοβουλίου) και όχι μόνο με την αντικατάσταση παλιών αστικών κομμάτων με νέα (π.χ. στην Ιταλία 1989-1991). Τέτοιες εναλλαγές, αν και ήταν απαραίτητες στη λειτουργία του αστικού κράτους, δεν έλυσαν τις κοινωνικές αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο σήμερα δεν μπορούν να αντανακλούν έστω μια εισοδηματική βελτίωση για την εργατική τάξη και για τη μάζα των αυτοαπασχολούμενων, γιατί ο καπιταλισμός έχει χάσει τη δυναμική του και μάλιστα έχει υποχωρήσει το ανταγωνιστικό του πλεονέκτημα στις χώρες της Ευρώπης, στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία.

Αν και το ΚΚΕ σταθερά αποκαλύπτει τις προθέσεις των αστικών εκσυγχρονισμών, πολύ περισσότερο σταθερά παρεμβαίνει στην οργάνωση της ταξικής πάλης, ενισχύοντάς την με αποκαλύψεις από τη λειτουργία του αστικού κοινοβουλίου και του Ευρωκοινοβουλίου. Αν και σταθερά βρίσκεται στο στόχαστρο της αστικής εξουσίας, δέχεται και μια άλλου είδους επίθεση: εκδηλώνεται μια συστηματική προσπάθεια να προβληθεί το ΚΚΕ ως μέρος του σάπιου αστικού πολιτικού συστήματος, ως κόμμα συμβιβασμένο με το σύστημα, κρατικοδίαιτο κλπ.

Σκοπός αυτής της επίθεσης είναι να μπουν εμπόδια στην επαφή του ΚΚΕ με ευρύτερες εργατικές λαϊκές μάζες που για πρώτη φορά αντιδρούν, που για χρόνια διατηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στην πολιτική του ΚΚΕ, κυρίως στη θέση για ρήξη με την αστική εξουσία και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ενώ έχουν αυταπάτες ότι μπορεί να δοθεί φιλολαϊκή λύση εάν φύγει ένα τμήμα του αστικού πολιτικού συστήματος και αντικατασταθεί από κάποιο νέο.

Η προσπάθεια να περάσει στη λαϊκή συνείδηση το ΚΚΕ ως «συστημικό» κόμμα γίνεται με διαστρέβλωση -στα όρια του γκαιμπελισμού- της πολιτικής στάσης και των θέσεών του.

Το ΚΚΕ δεν απομονώνει την ευθύνη συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων, δεν επικεντρώνει σε «κλέφτες πολιτικούς που τα έφαγαν», σε «διεφθαρμένους», χωρίζοντας ουσιαστικά το αστικό πολιτικό σύστημα σε τίμιους και μη. Αναδεικνύει το ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης της πολιτικής με την οικονομία, του πολιτικού προσωπικού με το μεγάλο κεφάλαιο και τα μονοπώλια, θέση που κάθε άλλο παρά σημαίνει συγκάλυψη συγκεκριμένων ατομικών πολιτικών ευθυνών, σκανδάλων κλπ.

Το ΚΚΕ δεν αποδέχτηκε το λεγόμενο «ακομμάτιστο» και «ακηδεμόνευτο» κίνημα, ανέδειξε ότι με αυτό τον τρόπο γίνεται προσπάθεια να συγκαλυφθεί ότι υπάρχει διαπάλη γραμμών μέσα στο εργατικό - λαϊκό κίνημα για την πολιτική κατεύθυνση της λαϊκής δυσαρέσκειας και αγανάκτησης: αν θα μείνει ενσωματωμένη στην υπάρχουσα αστική εξουσία ή θα χειραφετηθεί ριζοσπαστικά από αυτή. Η στάση αυτή επίσης διαστρεβλώθηκε στο ότι το ΚΚΕ φοβάται και αντιτίθεται σε ό,τι δεν ελέγχει, ό,τι δε γίνεται με δική του πρωτοβουλία.

Το ΚΚΕ δεν έπαιξε το παιχνίδι των προβοκατόρικων μηχανισμών. Εθεσε το ζήτημα της ανάγκης οργανωμένου, περιφρουρημένου λαϊκού αγώνα σύγκρουσης με την αστική εξουσία με κλιμάκωση, ώστε ο συσχετισμός δυνάμεων να επιτρέπει την νικηφόρα ανατροπή. Η στάση αυτή διαστρεβλώθηκε, υποστηρίζοντας ότι «οι διακηρύξεις του ΚΚΕ για σύγκρουση και ρήξη είναι μόνο λόγια για κατανάλωση, ενώ στην πραγματικότητα απλώς επιδιώκει την κοινοβουλευτική ενδυνάμωσή του». Με τον ίδιο τρόπο έγινε προσπάθεια να διαστρεβλωθεί η θέση του ΚΚΕ για εκλογές ως απάντηση στα σχεδιαζόμενα από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποπροσανατολιστικά δημοψηφίσματα. Και βέβαια το ΚΚΕ δεν έχει αυταπάτες ότι μέσω του κοινοβουλίου θα αλλάξει ο χαρακτήρας της αντιλαϊκής εξουσίας, ότι μπορεί να αναδειχθεί μια φιλολαϊκή διακυβέρνηση. Η απαίτηση του λαϊκού κινήματος για έκτακτες εκλογές σημαίνει παρεμπόδιση στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, στο βαθμό που αυτές αξιοποιηθούν για πλατιά επικοινωνία με τις λαϊκές μάζες, για αύξηση της συσπείρωσης με το ΚΚΕ, με παράλληλη ένταση της ταξικής πάλης.

Η συκοφάντηση του ΚΚΕ είναι μέρος της προσπάθειας αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και της θεσμικής θωράκισης της αστικής εξουσίας γιατί το ΚΚΕ αντικειμενικά αποτελεί τον πολιτικό φορέα του ταξικού της αντιπάλου.

Η ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ
ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

 Το ΚΚΕ παλεύει ενάντια στην αστική εξουσία από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του, γιατί πρώτα απ’ όλα εκφράζει αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα με αυτά του κεφαλαίου που εκπροσωπούν τα αστικά κόμματα. Εχει πολιτική γραμμή που δε χωράει στο αστικό πολιτικό σύστημα, αφού θέτει ως στόχο να οργανωθούν ευρύτερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, συνειδητοποιώντας ότι η όποια φιλολαϊκή διέξοδος δε θα έρθει μέσα από το αστικό κοινοβούλιο, μέσα από την όποια θεσμική μεταρρύθμιση του αστικού πολιτεύματος, αλλά μόνο μέσα από την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Αυτό το σκοπό υπηρετεί ο στόχος για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, για ανάπτυξη της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα.

Αν και σήμερα το ΚΚΕ με μεγαλύτερη ιδεολογική επάρκεια και πολιτική ικανότητα αντιμετωπίζει τα ιστορικά του καθήκοντα, αξιοποιώντας τη θετική και αρνητική πείρα όλης της υπερενενηντάχρονης πορείας του, ωστόσο και στο ιστορικό του παρελθόν απέδειξε ότι δεν εξαγοράστηκε από το αστικό σύστημα. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτα απ’ όλα από την ηρωική σύγκρουση με την αστική εξουσία στον αγώνα του ΔΣΕ, 1946-1949. Παρά τα λάθη στρατηγικής που επέδρασαν και στην τελική έκβαση αυτής της σύγκρουσης, αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Παρά την ήττα, τις μεγάλες απώλειες και θυσίες, το αντικομμουνιστικό θεσμικό πλαίσιο και τις διώξεις που συνόδευσαν αυτή το μεγάλο αγώνα, υπό το βάρος του η αστική τάξη υποχρεώθηκε -επειδή απειλήθηκε να χάσει την εξουσία της- να προχωρήσει σε ορισμένες παραχωρήσεις που αφορούσαν τους όρους εργασίας, συνταξιοδότησης, διαβίωσης.

Αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν, την τελευταία εικοσαετία, το ΚΚΕ έβαλε εμπόδια στις προσπάθειες αναβάπτισης του αστικού συστήματος, αρνούμενο να δώσει άλλοθι σε κεντροαριστερή διακυβέρνηση, να στηρίξει τη συνεργασία με την εκμεταλλεύτρια τάξη. Σταθερά αποκάλυπτε τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της εναλλαγής των δύο αστικών κομμάτων στην διακυβέρνηση. Αντίθετα άλλες δυνάμεις, αυτές του οπορτουνισμού, ήταν που πρόβαλλαν ως θετική διέξοδο για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα τη συγκρότηση κεντροαριστερών κυβερνήσεων σε συνεργασία με τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας και ουσιαστικά έβαλαν φρένο στη ριζοσπαστικοποίηση, έσπειραν αυταπάτες για εναλλακτικές κυβερνήσεις, παλιότερα με συνθήματα όπως «κάτω η χούντα του Καραμανλή», σήμερα «κάτω η κυβέρνηση Παπανδρέου» κλπ.

Σήμερα τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα εάν το ΚΚΕ δεν είχε τέτοια πολιτική γραμμή την προηγούμενη εικοσαετία, την περίοδο δηλαδή που ξεδιπλώθηκε σε πρώτη φάση η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων μέσα σε ένα πολύ αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων και με βαριά ήττα και υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος, μετά τα αντεπαναστατικά γεγονότα του 1990-1991. Δεν υπάρχει ριζοσπαστικό σκίρτημα που να μην έχει τη συμβολή του ΚΚΕ, με αποτελέσματα στη συγκρότηση του ταξικού πόλου στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, το ΠΑΜΕ, σε αντιπαράθεση με τις ενσωματωμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Επίσης συνέβαλε στη συγκρότηση αντιιμπεριαλιστικών και αντιμονοπωλιακών πόλων στους ΕΒΕ, τους φτωχούς αγρότες, τους φοιτητές-σπουδαστές, με τη σταθερή προβολή της γραμμής αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, από κάθε είδους ιμπεριαλιστική συμμαχία και συνασπισμό.

Ενα ΚΚ μπορεί να γίνει «συστημικό», να ενσωματωθεί δηλαδή στο αστικό πολιτικό σύστημα, μόνο στο βαθμό που μεταλλαχθεί, χάσει το σκοπό ίδρυσής του ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας του οπορτουνισμού στις γραμμές του. Παραδείγματα τέτοια υπάρχουν δυστυχώς σε μια σειρά καπιταλιστικά κράτη, ειδικά στο χώρο της ΕΕ, όπου ΚΚ μεταλλάχθηκαν σε νεοαριστερά, σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ με τη συγκρότηση του «Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς» επιτεύχθηκε ουσιαστικά η ενσωμάτωση αυτών των κομμάτων και στο θεσμικό πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.

Βεβαίως το ΚΚΕ κινδύνεψε να ενσωματωθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα από λάθη και οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις που επικράτησαν στις γραμμές του, ως αποτέλεσμα υποχώρησης απέναντι στην αστική πολιτική και στην πίεση του αντιπάλου, αλλά και υπό την επίδραση ιδεολογικοπολιτικών αδυναμιών και προβλημάτων στρατηγικής που υπήρχαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Τέτοια παραδείγματα είναι η διάλυση των κομματικών οργανώσεων, η διάχυση στην ΕΔΑ, η πολιτική συμμαχίας με τμήμα της αστικής τάξης -το λεγόμενο πατριωτικό- και κατά συνέπεια η στήριξη της Ενωσης Κέντρου στη δεκαετία 1960, το προγραμματικό πλαίσιο συνεργασίας και συμμετοχής του στο «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Η οπορτουνιστική πίεση δεν είναι ένα φαινόμενο που αφορά μόνο συγκεκριμένη στάση προσώπων που δεν αντέχουν το βάρος της ταξικής πάλης, είναι ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα - προϊόν της ιστορικής εποχής του σύγχρονου καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού. Η υλική του βάση βρίσκεται στη δυνατότητα εξαγοράς τμημάτων της εργατικής τάξης από τα μονοπώλια μέσα από πολυποίκιλους μηχανισμούς ενσωμάτωσης και εξαγοράς, στη διεύρυνση της εργατικής τάξης με τμήματα που έχουν μικροαστικές καταβολές. Γι’ αυτό η πάλη με τον οπορτουνισμό, όπως το έθετε και ο Λένιν, είναι σύμφυτο στοιχείο της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, αφού ανεξάρτητα από προθέσεις των φορέων του λειτουργεί ως εμπόδιο στην πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης από την αστική πολιτική και αντιστρατεύεται την ιδεολογικοπολιτική αυτοτέλεια του εργατικού κινήματος.

Η πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό δεν εξαρτάται από το εάν αυτός είναι συγκροτημένος ή όχι σε ξεχωριστό πολιτικό φορέα, από την κοινοβουλευτική ή συνδικαλιστική του επιρροή, δεν είναι ένα καθήκον χωριστό, δευτερεύον ή επί μέρους από το καθήκον πάλης με την αστική πολιτική σε όλες τις παραλλαγές και εκδοχές της. Ειδικά σε περιόδους όπως αυτή που διανύουμε, με αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία, υπάρχει ο κίνδυνος εγκλωβισμού σε κάποια από τα εναλλακτικά σενάρια της αστικής διαχείρισης. Η προσπάθεια ριζοσπαστικοποίησης και απεγκλωβισμού εργατικών και λαϊκών μαζών από την αστική πολιτική προϋποθέτει την ανοικτή πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό.

Η ιστορική πείρα βεβαίως έχει αποδείξει ότι η γέννηση και ανάπτυξη του οπορτουνισμού μέσα στο ΚΚ δεν είναι έργο μιας πράξης. Παράγοντες ισχυροποίησης του οπορτουνισμού προοπτικά είναι και θεωρητικές αδυναμίες, τα λάθη σε επίπεδο στρατηγικών επεξεργασιών που δεν εντοπίζονταν και δε διορθώνονταν, αλλά και οι αντιφάσεις εκ μέρους ηγεσιών που αποδεδειγμένα δε διαπνέονταν από διάθεση προσαρμογής, συμβιβασμού και υποταγής στην αστική τάξη, αλλά αντίθετα καθοδήγησαν ακόμη και την ένοπλη αναμέτρηση με τον ταξικό αντίπαλο.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η μη έγκαιρη σύγκρουση με τον οπορτουνισμό οδηγεί σε εκφυλισμό του Κόμματος, σε σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξή του, στην απώλεια της ιστορικής του συνέχειας. Αυτό συνέβη σε ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης, π.χ. στη Γαλλία, στην Ιταλία κ.α. Αντίθετα η σύγκρουση με τον οπορτουνισμό εξασφάλισε τη συνέχεια στο κομμουνιστικό χαρακτήρα του ΚΚΕ. Η σύγκρουση που εκδηλώθηκε στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1968 οδήγησε στην αποχώρηση της αναθεωρητικής ομάδας που επιδίωκε ουσιαστικά τη μετατροπή του Κόμματος σε «ευρωκομμουνιστικό» μόρφωμα, εξασφάλισε την οργανωτική ανασυγκρότηση του Κόμματος, οδήγησε στην ίδρυση της ΚΝΕ. Ωστόσο δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει ή να θέσει προς αντιμετώπιση το βασικό πρόβλημα που ήταν το ζήτημα της στρατηγικής του Κόμματος, γεγονός που επέδρασε σε μεταγενέστερη ανάπτυξη του οπορτουνισμού στις γραμμές του.

Από την άλλη, η κρίση στο Κόμμα το 1990-91 που διεξήχθη σε συνθήκες βαριάς ήττας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και η πορεία της ανασυγκρότησής του μετά τη διάσπαση, επέβαλαν στο Κόμμα να δει πιο αυτοκριτικά την πορεία του, να μελετήσει ζητήματα, όπως η θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και η σχέση της με το χαρακτήρα της επανάστασης και της εξουσίας, οι αιτίες της αντεπαναστατικής ανατροπής της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών της Ευρώπης, να εμπλουτίσει την προγραμματική του αντίληψη.

Σημαντικό βήμα στην εξαγωγή διαχρονικών συμπερασμάτων από τη δράση του Κόμματος αποτέλεσε η ολοκλήρωση της συζήτησης του Β΄τόμου Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ (1949-1968) και η έγκρισή του στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη τον περασμένο Ιούλιο. Και πριν την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας και την έκδοση του τόμου είχαμε μια πρόγευση της υποδοχής του από τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού. Ενοχλεί η προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων από τη σκοπιά της ενίσχυσης του επαναστατικού ταξικού αγώνα, η γενίκευση πείρας χρήσιμης για τη σημερινή περίοδο της πάλης. Κάθε βήμα ιδεολογικής και πολιτικής ωρίμανσης του ΚΚΕ εξαγριώνει τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και τον κάνει ευέλικτο στη χρησιμοποίηση αποστατών, αναχωρητών από τις γραμμές του ΚΚΕ. Σε αυτή την κατεύθυνση διαδίδονται διάφορες αυθαίρετες ερμηνείες και διαστρεβλώσεις (περί υιοθέτησης τροτσκιστικών θέσεων σε αντιπαράθεση προς τις λενινιστικές, σεχταρισμού κλπ.) με σκοπό να δημιουργηθεί σύγχυση σε μέρος της κομματικής επιρροής, πολύ περισσότερο να εμποδιστούν εργάτες και γενικότερα μισθωτοί να προσεγγίσουν σωστά τα σημαντικά συμπεράσματα που αφορούν την ιστορία του Κόμματος και τα διδάγματά της για το σήμερα.

Ως κρίσιμα συμπεράσματα από την υπερενενηντάχρονη πορεία του ΚΚΕ, όχι μόνο για να εξηγήσει το παρελθόν του αλλά για να φωτίσει το δρόμο του στο σήμερα και στο μέλλον, μπορούμε να κωδικοποιήσουμε τα εξής:

• Την ανάγκη επαναστατικής στρατηγικής, βασισμένης στην αντικειμενική εκτίμηση της αντιδραστικής ιστορικής εποχής του καπιταλισμού σε συνδυασμό με την ανάλυση των κοινωνικο-οικονομικών εξελίξεων της κάθε χώρας, ώστε να προσδιοριστεί σωστά πρώτ’ απ’ όλα ο στόχος εξουσίας. Τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικού και κυρίως την απαλλαγή από αυταπάτες για ενδιάμεσου τύπου εξουσία (αντιμονοπωλιακή, πατριωτική, αντιμνημονιακή κλπ.) μεταξύ αυτής του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης. Τη συνειδητοποίηση του πραγματικού σημερινού ταξικού διλήμματος που είναι είτε εξουσία της εργατικής τάξης σε συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα είτε εξουσία του κεφαλαίου, των μονοπωλίων.

• Την ανάγκη η πολιτική συμμαχιών να εδράζεται στη σωστή εκτίμηση των συμφερόντων και της θέσης των κοινωνικών δυνάμεων στην καπιταλιστική κοινωνία, να υπηρετεί τη γραμμή απόσπασης λαϊκών στρωμάτων από την επιρροή της αστικής τάξης και τη συσπείρωσή τους με την εργατική τάξη στο στόχο αλλαγής στο χαρακτήρα της εξουσίας κι όχι την εναλλαγή κομμάτων στην αστική διακυβέρνηση. Δηλαδή την ανάγκη διαμόρφωσης κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας σύγκρουσης με την οικονομική κυριαρχία των μονοπωλίων, την πολιτική τους εξουσία, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις τους. Αυτή είναι η βάση απόρριψης των πιέσεων για πολιτική συνεργασία με αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις με πρόγραμμα απατηλής «εξυγίανσης» του συστήματος.

• Την ασίγαστη ιδεολογική και πολιτική πάλη με τον οπορτουνισμό, ανεξάρτητα από τις μεταμφιέσεις του, τις μεταμορφώσεις και προσαρμογές του στις φάσεις της ταξικής πάλης και των αλλαγών στο συσχετισμό δυνάμεων. Η θετική και αρνητική εμπειρία του πώς εξελίχθηκε η στάση απέναντι στο φορέα του οπορτουνισμού, άλλοτε με οξυμένη ιδεολογικοπολιτική πάλη, άλλοτε με επιλογή εκλογικών (π.χ. «Ενωμένη Αριστερά» 1974, δημοτικές εκλογές τη δεκαετία του 1980) ή πιο μακρόπνοων συνεργασιών («Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» 1988), επιβεβαιώνει ότι: Η συνεργασία με τον οπορτουνισμό, δηλαδή με το τμήμα του κομμουνιστικού κινήματος που αποκήρυξε, αναθεώρησε θεμελιώδεις βασικές αρχές της επαναστατικής πάλης, προσαρμόστηκε στην αστική πολιτική, σε τελευταία ανάλυση οδηγεί σε ανοχή της αστικής πολιτικής. Αξιοποιείται με σκοπό τη διάβρωση και μετάλλαξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, γι’ αυτό άλλωστε υποστηρίζεται σθεναρά από την αστική τάξη και τα επιτελεία της. Η αντίθεση με τον οπορτουνισμό αφορά την αντιπαράθεση μαζί του για την κατεύθυνση της οργάνωσης των μαζών, για την κατεύθυνση της λαϊκής πάλης, για το περιεχόμενο των συμμαχιών. Αυτό το χαρακτήρα έχει η απορριπτική στάση του ΚΚΕ απέναντι στις οπορτουνιστικές εκκλήσεις για «ενότητα της αριστεράς», «ενότητα στο πρόβλημα», «αντινεοφιλελεύθερη πάλη», σήμερα για «αντιμνημονιακή ενότητα» κλπ.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ως Κόμμα έχουμε διαπιστώσει ότι σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων διαμορφώνονται αντιφατικές τάσεις, ριζοσπαστικοποίησης αλλά και ρεφορμιστικού συμβιβασμού. Είναι σίγουρο ότι το επόμενο διάστημα θα γίνουν ακόμα πιο εμφανείς οι επιπτώσεις όχι μόνο της κρίσης αλλά κυρίως των συνεπειών των αντιλαϊκών και αντεργατικών αναδιαρθρώσεων. Νέα τμήματα μισθωτών και μεσαίων στρωμάτων θα νιώσουν απώλειες στο εισόδημα και στα δικαιώματά τους. Αντικειμενικά θα κλονιστούν οι αυταπάτες ότι μπορεί οι ρυθμίσεις και διαπραγματεύσεις που γίνονται στην ΕΕ να εξασφαλίσουν έστω κάποια ανακούφιση, ότι μια ορισμένη ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας θα φέρει βελτίωση της ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων ή τουλάχιστον θα επαναφέρει τους όρους διαβίωσης στο επίπεδο που ήταν πριν την καπιταλιστική κρίση.

Σε αυτό το φόντο τροφοδοτούνται τα σενάρια ανασύνθεσης και ανασύνταξης του αστικού πολιτικού συστήματος, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη σταθερότητα, να μην οδηγήσει σε πολιτική κρίση η προβλεπόμενη διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση.

Οι αδυναμίες και οι αντιθέσεις στη διαχείριση της κρίσης για τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ (όχι μόνο Ελλάδας-Πορτογαλίας, αλλά και Ισπανίας, Ιταλίας) ενισχύουν τις κεντρόφυγες δυνάμεις της ΕΕ. Μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού και με αφορμή τις αστικές ανησυχίες για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, τις αντιδράσεις των αγορών, ενισχύθηκαν όχι μόνο οι αστικές φωνές για την αναποτελεσματικότητα του «Μνημονίου» και του «Μεσοπρόθεσμου» για την Ελλάδα, αλλά και οι αστικές φωνές ανά τον κόσμο (π.χ. στη Γερμανία, στη Βρετανία) για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.

Ενα μέρος αυτών των αστικών φωνών επενδύεται με ένα δήθεν «αναπτυξιακό» - «φιλολαϊκό» περίβλημα και «αριστερή» φιλολογία. Προσαρμόζει στις σημερινές συνθήκες τις παλιές κεϋνσιανές συνταγές: αναδιαπραγμάτευση του χρέους, παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με στήριξη των επενδύσεων, εθνικοποίηση ή κρατικό έλεγχο βασικών τραπεζών, έξοδο από την ΟΝΕ ή φιλολαϊκή μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης κλπ.

Αυτή η πολιτική γραμμή από ένα τμήμα του οπορτουνισμού προβάλλεται ως μεταβατικό πλαίσιο πάλης, το οποίο μάλιστα μπορεί ν’ ανοίξει το δρόμο για το σοσιαλισμό, δίνοντάς του αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο. Ταυτόχρονα ενσωματώνονται και προτάσεις για θεσμικές συνταγματικές αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν στο παρόν κοινοβουλευτικό σύστημα, εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή και τον έλεγχο. Προβάλλεται ως πολιτική που θα ασκηθεί από το μπλοκ των «αντιμνημονιακών» και «αριστερών» δυνάμεων και θα οδηγήσει σε αλλαγή συσχετισμών υπό τον έλεγχο του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Προπαγανδίζεται ως πολιτική «αντισυστημική», που έρχεται δηλαδή σε σύγκρουση με το σάπιο αστικό πολιτικό σύστημα, πολιτική εν δυνάμει αντικαπιταλιστική γιατί θα συμβάλλει σε ρήξεις. Οι πολιτικές δυνάμεις που την υποστηρίζουν, ιδιαίτερα του οπορτουνισμού, εγκαλούν το ΚΚΕ ότι βάζοντας ως «μαξιμαλιστικό» στόχο τη Λαϊκή Εξουσία και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, στην πράξη εμποδίζει τη διαμόρφωση άμεσων, ρεαλιστικών στόχων, παραπέμποντας τα πάντα στο σοσιαλισμό, ότι «παίζει το χαρτί» της κυβέρνησης και των δυνάμεων που στηρίζουν το μνημόνιο.

Η ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα και διεθνώς είναι γεμάτη από αρνητικά αποτελέσματα της παγίδευσης εργατικών και λαϊκών δυνάμεων σε τέτοια πολιτική γραμμή, από την παγίδευση πρώτ’ απ’ όλα ΚΚ. Πρόκειται για πολιτική που δεν έρχεται σε αντίθεση με το στρατηγικό χαρακτήρα των αναδιαρθρώσεων, που συνειδητά ή ασυνείδητα συγκαλύπτει το στρατηγικό χαρακτήρα τους για το κεφάλαιο, ο οποίος δε συσχετίζεται άμεσα με τις φάσεις του κύκλου της κρίσης ή με δημοσιονομικά προβλήματα. Είναι πολιτική επικίνδυνη, πολιτική ξεγελάσματος των λαϊκών δυνάμεων.

Η πολιτική κρατικοποίησης ορισμένων τραπεζών ή κρατικού ελέγχου τραπεζών μήπως σημαίνει ότι θα οδηγήσει σε άτοκο δανεισμό των μικρών ΕΒΕ και των αγροτών; Ή μήπως ο κρατικός έλεγχος των ΔΕΚΟ θα εξασφαλίσει φτηνές υπηρεσίες με βάση τις λαϊκές ανάγκες σε συνθήκες απελευθέρωσης των αντίστοιχων αγορών;

Τι θα προσφέρει η λεγόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση κλάδων της βιομηχανίας στην εργατική τάξη, με διακηρυγμένη τη θέληση των βιομηχάνων στην Ελλάδα, αλλά και στις κραταιές Γερμανία και Γαλλία, για μείωση μισθών και εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, για περεταίρω ελαστικοποίηση του ωραρίου εργασίας χωρίς υπερωρίες κλπ.; Στο μόνο που συναινούν εντός και εκτός ΕΕ είναι είτε οι εργαζόμενοι να δουλεύουν σε καθεστώς γαλέρας είτε να είναι άνεργοι.

Κρύβουν την πικρή αλήθεια ότι έξοδος από την Ευρωζώνη με καπιταλισμό είναι η άλλη όψη του σημερινού αντιλαϊκού μνημονίου κυβέρνησης - ΕΕ - ΔΝΤ. Η αλήθεια είναι ότι οποιαδήποτε στάση πληρωμής του δημόσιου χρέους κι επαναδιαπραγμάτευσή του, δηλαδή μια άμεση και μεγαλύτερη απαξίωση κεφαλαίου, θα συνοδευτεί από πολύ μεγαλύτερη απαξίωση μισθών-συντάξεων.

Αυτή την πολιτική δεν την επιλέγουν πρόσωπα, λιγότερο ή περισσότερο σκεπτόμενα και για τις λαϊκές ανάγκες, αλλά την απαιτούν οι ανάγκες του κεφαλαίου, του ανταγωνισμού του διεθνώς. Θα «υποχρεωθεί» να την εφαρμόσει οποιαδήποτε «καλοπροαίρετη» φιλολαϊκή κυβέρνηση, εφόσον δεν προκύψει ως σύγκρουση των κεφαλαιακών σχέσεων. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη ζωή, δυστυχώς και για εκείνες τις κυβερνήσεις που προκάλεσαν ελπίδες, όπως στη Βενεζουέλα.

Το ίδιο ισχύει και για τις προβαλλόμενες λύσεις στο δημόσιο χρέος, ανάλογες της περίπτωσης του Ισημερινού. Η πολιτική που ακολούθησε στον Ισημερινό η «αριστερή», «πατριωτική» κυβέρνηση του Ραφαέλ Κορέα, ο οποίος σημειώνουμε ότι υπήρξε οικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης Γκουτιέρες και υπουργός οικονομικών της προηγούμενης κυβέρνησης Παλάσιο, ήταν πολιτική αναδιαπραγμάτευσης της συμφωνίας με το ΔΝΤ σε σχέση με την αναδιάρθρωση του χρέους που είχε γίνει το 2000. Η κυβέρνηση του Κορέα ενίσχυσε το κεφάλαιο με ιδιωτικοποίηση της εταιρίας ύδρευσης, του τομέα των ορυχείων και της εξόρυξης πετρελαίου. Η πολιτική αυτή την έφερε σε αντιπαράθεση με κινήματα ιθαγενών, την αντίσταση των οποίων κατέπνιξε με σκληρά κατασταλτικά μέτρα. Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και σε άλλα κράτη της Λ. Αμερικής, όπως στη Βραζιλία.

Η πείρα της καπιταλιστικής εξέλιξης και της ταξικής πάλης επιβεβαιώνει ότι το ζητούμενο είναι να αλλάξει όχι η διακυβέρνηση αλλά η τάξη που βρίσκεται στην εξουσία.

Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΑΝΑΝΕΩΝΕΙ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΠΑΛΑΙΩΜΕΝΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΤΟΥ

Παράλληλα με τις «εκκλήσεις» διάφορων οπορτουνιστικών δυνάμεων για «ενότητα» των αριστερών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που απευθύνονται και στο ΚΚΕ, εμφανίζονται και νέες μορφές οπορτουνιστικής κατεύθυνσης. Πρόκειται για τις παρεμβάσεις «κριτικής στήριξης» του ΚΚΕ, που δήθεν αναγνωρίζουν ότι αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης, με ιστορικά δικαιωμένο παρελθόν, που αντικειμενικά μπορεί να καθοδηγήσει την ταξική πάλη, αλλά εμποδίζεται από τη μη εφαρμογή ακόμα και της προγραμματικά διαμορφωμένης στρατηγικής του.

Μάλιστα σε μια σειρά κείμενα που διακινούνται στο διαδίκτυο ως «φιλικά προσκείμενα» στο ΚΚΕ, υποστηρίζεται ότι δεν είναι αναγκαίο το ΚΚΕ να εγκαταλείψει τη διακηρυγμένη στρατηγική του, η υλοποίηση της οποίας (διαστρεβλωμένα) απαιτεί τη συγκέντρωση δυνάμεων μέσω ενός άμεσου στόχου διακυβέρνησης. Υποστηρίζουν ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ δεν έχει γραμμή συγκέντρωσης δυνάμεων, αφού ενώ παραδέχεται ότι δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για άμεση επαναστατική εξέγερση, δε θέτει έναν άμεσο στόχο διακυβέρνησης, π.χ. πτώση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, μέτωπο αντιμονοπωλιακής κυβέρνησης, που θα γινόταν εφαλτήριο για την επαναστατική ωρίμανση. Ετσι, το ΚΚΕ κατηγορείται για υπερεπαναστατικό βερμπαλισμό που τελικά το οδηγεί στην περιχαράκωση και το συμβιβασμό, το μετατρέπει σε κόμμα καθεστωτικό.

Σε τελευταία ανάλυση ο πολιτικός στόχος του οπορτουνισμού παντού και πάντα είναι η «μεταρρύθμιση» ή αλλιώς «εξυγίανση» του καπιταλισμού. Ομως το κάθε συγκεκριμένο πρόγραμμα και τα επιχειρήματά του προσαρμόζονται στην εκάστοτε συγκυρία, στο συσχετισμό δυνάμεων ανά χώρα κλπ. Εμφανίζεται και με τη μορφή του (συμβιβαστικού) ρεύματος που παλεύει για την «ενότητα» των «αριστερών» δυνάμεων, δηλαδή ενότητα των επαναστατικών δυνάμεων με τις οπορτουνιστικές. Ετσι, τα σημερινά ρεύματα του οπορτουνισμού στην Ελλάδα δεν εμφανίζονται με τα συνθήματα της ανανέωσης του 1990-1991. Σήμερα, κάνοντας επιλεκτικές αναφορές στην ιστορία του, εγκαλούν το Κόμμα ότι την εγκαταλείπει.

Η πάλη του ΚΚ με τον οπορτουνισμό δεν είναι αναγκαία για στενά κομματικούς λόγους, αλλά γιατί αυτή επιδρά στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Οπου στα ΚΚ κυριάρχησε ο οπορτουνισμός, τελικά αυτά μεταλλάχθηκαν και το εργατικό κίνημα παρέλυσε επί δεκαετίες, βρέθηκε αφοπλισμένο απέναντι σε νέες ισχυρές επιθέσεις του κεφαλαίου.

Αντίθετη είναι η πορεία στην Ελλάδα, όπου το ΚΚΕ συγκρούστηκε με το φραξιονιστικά οργανωμένο οπορτουνισμό πριν 20 χρόνια, το 1991, δηλαδή συγκρούστηκε με εκείνες τις δυνάμεις του Κόμματος που στο όνομα της «ενότητας των αριστερών δυνάμεων» υποστήριζαν τη διάχυση των κομματικών μελών μέσα στο «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου», τον εξωραϊσμό της ΕΟΚ και στη συνέχεια της ΕΕ, την άρνηση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης, μιλώντας για νέα υποκείμενα της κοινωνικής προόδου, ουσιαστικά την άρνηση της αντίθεσης κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας, προβάλλοντας «νέες» κοινωνικές αντιθέσεις έξω και πάνω από το χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Η διαπάλη το 1989-1991 και η θετική έκβασή της για το ΚΚΕ, παρά τις μεγάλες απώλειες που είχε σε οργανωμένες δυνάμεις, έδωσε ώθηση στην ιδεολογικοπολιτική ανασυγκρότηση του Κόμματος και της ΚΝΕ.

Η εξασφάλιση της ιστορικής συνέχειας επιτεύχθηκε με την ιδεολογικοπολιτική ανάπτυξη του Κόμματος, με την εξασφάλιση ισχυρών αγωνιστικών δεσμών με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, την οργάνωση της θεωρητικής δουλειάς για την ερμηνεία συσσωρευμένων εξελίξεων, μεταξύ των οποίων και της πορείας της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Σήμερα το ΚΚΕ αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις, σε μια φάση που τείνει να κυοφορήσει αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων. Το Κόμμα έχει επεξεργασμένες θέσεις για τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, για τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Διεξάγει ιδεολογικό-πολιτικό αγώνα αυτοτελή και μέσα σε κάθε εργατική και λαϊκή οργάνωση για να συνειδητοποιηθεί ότι η ρεαλιστικότητα στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών είναι ζήτημα κοινωνικής-πολιτικής κίνησης προς τα εμπρός, είναι ζήτημα ανατροπών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης και της εξουσίας της. Κάθε επιμέρους αγώνα, από τη μάχη για βουλευτικές εκλογές μέχρι την απεργία, τον διεξάγει ενταγμένο στον παραπάνω στόχο, για να διαμορφωθεί το μαζικό, ορμητικό ποτάμι της επαναστατικής ανατροπής, της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, του σοσιαλισμού.