ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Σήμερα, σε συνθήκες εκδήλωσης βαθιάς καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και γενικευμένης επίθεσης του κεφαλαίου στη ζωή και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, όλων των μισθωτών και των λαϊκών στρωμάτων και ιδιαίτερα νέων τμημάτων τους, η συστηματική αντιπαράθεση με τον αστικό ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό και ο απεγκλωβισμός δυνάμεων από την επιρροή τους αποτελεί κρίσιμο καθήκον. Στο χώρο της εκπαίδευσης επιταχύνονται οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στη δομή και το περιεχόμενό της, ενώ για τους εκπαιδευτικούς δημιουργούνται συνθήκες για βαθύτερες ανατροπές στους όρους εργασίας, αφαίρεση δικαιωμάτων, αλλά και διαμορφώνονται νέοι μηχανισμοί ενσωμάτωσης. Ταυτόχρονα διαμορφώνεται αντικειμενικά το έδαφος για ενίσχυση της πίεσης για ενσωμάτωση που αποτελεί και το ενοποιητικό στοιχείο της οπορτουνιστικής πολιτικής ανεξάρτητα από διαφοροποιήσεις.

Οπως θα δείξουμε στη συνέχεια, το οπορτουνιστικό ρεύμα, δηλαδή η στήριξη πλευρών της αστικής πολιτικής με «αριστερά» συνθήματα ακόμα και φιλοσοσιαλιστικά, οξύνει την κριτική του στη σοσιαλδημοκρατία, συγκεκριμένα στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε συνθήκες μεγάλης λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στις συνέπειές της. Ετσι, αναπροσαρμόζεται προκειμένου να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά ως ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση συνειδήσεων σε αντιμονοπωλιακή, τελικά αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Η ανάγκη να αντιμετωπιστεί συνολικά το φάσμα του οπορτουνισμού στην εκπαίδευση καθίσταται ακόμα πιο αναγκαία, διότι στο χώρο αυτό υπάρχει αντικειμενικό έδαφος για την ανάπτυξή του και δεν αφορά μόνο τους συνδικαλιστικούς συσχετισμούς.1 Ως Κόμμα έχουμε επισημάνει τα εξής σχετικά με τους εκπαιδευτικούς:

«Διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης των νέων και από αυτή την άποψη αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα η ποσοτική και ποιοτική ενδυνάμωση του Κόμματος στο χώρο αυτόν […] Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του βασικού ιδεολογικού μηχανισμού του καπιταλιστικού συστήματος.

Έχουν άμεση σχέση με διαμόρφωση κοινωνικής και, κατ’ επέκταση, πολιτικής συνείδησης»2. Αντικειμενικά έρχονται πιο κοντά στη νεολαία και τη λαϊκή οικογένεια.

Στο παρόν κείμενο εξετάζουμε τη δράση και τις θέσεις των δυνάμεων του «ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ», των συνδικαλιστικών φορέων που εντάσσονται στον πολιτικό φορέα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την πολιτική-συνδικαλιστική τους διαδρομή στους χώρους της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πρέπει να γίνει σαφές ότι, όταν αναφερόμαστε στον οπορτουνισμό, δεν εννοούμε απλώς πολιτικές δυνάμεις (κόμματα, ομάδες κλπ.) που δρουν στο κίνημα και έχουν διαφορετικές και αντίθετες θέσεις, τακτική και στρατηγική από το ΚΚΕ, αλλά δυνάμεις που προέκυψαν μέσα από το ίδιο το επαναστατικό εργατικό κίνημα, το κομμουνιστικό κίνημα. Οι δυνάμεις αυτές, αν και εμφανίζονται ως ιδεολογικά συγγενείς προς το ΚΚΕ, είναι δυνάμεις συγκροτημένες σε γραμμή πολεμικής εναντίον του, σε αντιπαράθεση με την αυτοτελή ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική του υπόσταση και αυτοτέλεια. Αντικειμενικά δρουν ενάντια στα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Ο οπορτουνισμός είναι φορέας της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα και έχει τις ρίζες του στην ίδια την καπιταλιστική εξέλιξη. Η ιστορική του εμφάνιση στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συνδέεται με το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Ο Λένιν έδειξε την ειδική σχέση που συνδέει τον οπορτουνισμό με τον ιμπεριαλισμό, το μονοπωλιακό καπιταλισμό. Τα μονοπώλια και μάλιστα αυτά που κάνουν εξαγωγή κεφαλαίων, που εξασφαλίζουν πρόσθετο κέρδος από πολύ πιο φτηνή εργατική δύναμη άλλης χώρας, απέκτησαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ένα μέρος της υπεραξίας που αποσπούν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης για την εξαγορά ενός τμήματός της. Ετσι διαμορφώνεται το στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας που γίνεται το κοινωνικό στήριγμα του ιμπεριαλισμού.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη φάση του μεταπολεμικού κύκλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης επέφερε σημαντικές αλλαγές στην ταξική διαστρωμάτωση των καπιταλιστικών κρατών. Περιορίστηκαν τα αγροτικά στρώματα και αυξήθηκε ο πληθυσμός των αστικών κέντρων. Η απόλυτη και ποσοστιαία αύξηση και συγκέντρωση της εργατικής τάξης συνοδεύτηκε με αλλαγές στη διαστρωμάτωσή της. Ετσι εκδηλώθηκε τάση μείωσης παραδοσιακών βιομηχανικών κλάδων, εμφανίστηκαν νέοι κλάδοι που συγκέντρωναν εργάτες με γενική μόρφωση και ανεβασμένη επαγγελματική ειδίκευση, αυξήθηκε η εργατική τάξη στους τομείς του εμπορίου, εντάχθηκαν τμήματα της νέας γενιάς εργαζομένων που δεν έχουν παράδοση εργατική, συνδικαλιστική και πολιτική πείρα, διευρύνθηκε το τμήμα των μισθωτών στους τομείς της υγείας, της παιδείας, της πρόνοιας, του τουρισμού - επισιτισμού, λογιστικών - τεχνικών - νομικών εργασιών. Παράλληλα σημειώθηκαν αλλαγές στη διάρθρωση των μεσαίων στρωμάτων, αυξήθηκαν οι ελευθεροεπαγγελματίες επιστήμονες, ενώ αντίστοιχα περιορίστηκαν αυτά τα στρώματα στους κλάδους της μεταποίησης. Σε αυτή την αντικειμενική βάση στέριωσαν οπορτουνιστικές θεωρίες για την απώλεια του επαναστατικού ρόλου της εργατικής τάξης σε σχέση με το αναπτυσσόμενο επιστημονικό δυναμικό στην παραγωγή.

Αυτές οι εξελίξεις στο έδαφος και θεωρητικών αδυναμιών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος οδήγησαν στο να κυριαρχήσει σε μια σειρά ΚΚ η οπορτουνιστική γραμμή που περιλάμβανε και πολιτική συμμαχιών κομμουνιστικών κομμάτων με τμήματα της αστικής τάξης, ιδιαίτερα στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με την οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και με την άμβλυνση του μετώπου απέναντι σε οπορτουνιστικές αντιλήψεις που δρούσαν στα πλαίσια των κομμουνιστικών κομμάτων.

Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 Η ανασυγκρότηση του αστικού κράτους μεταπολεμικά στην Ελλάδα συνδέεται ιστορικά με τη διεύρυνση της γενικής εκπαίδευσης και την πιο άμεση ανάληψη ευθύνης για τη λειτουργία της από αυτό, με τις ανάγκες ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής και συσσώρευσης, με τις ανάγκες προσαρμογής σε συνθήκες ένταξης στην ΕΟΚ μετά τη μεταπολίτευση.

Σε αυτές τις συνθήκες αυξήθηκαν οι εκπαιδευτικοί ως κρατικοί υπάλληλοι, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν οι μισθωτοί εκπαιδευτικοί συγκεντρωμένοι κυρίως στην τεχνική εκπαίδευση, στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, συμπληρωματικής μαθησιακής διαδικασίας κλπ.

Παράλληλα επεκτάθηκαν γενικότερα οι μισθωτοί επιστήμονες αλλά και οι μισθωτοί τεχνικής εκπαίδευσης σε κρατικές επιχειρήσεις, οργανισμούς, υπηρεσίες κρατικής και τοπικής διοίκησης. Διαμορφώθηκαν νέοι όροι ενσωμάτωσής τους μέσω διαφόρων ειδών επιδοματικές πολιτικές, με πλαστές υπερωρίες αλλά και με πιο πρόσφατους θεσμούς κοινωνικού εταιρισμού, όπως κοινοτικά προγράμματα αμειβόμενης επιμόρφωσης για συνδικαλιστικά στελέχη και άλλους εργαζόμενους. Διαμορφώθηκαν υλικοί όροι συμμαχίας ανάμεσα στην αστική τάξη και δυνάμεις όπως οι κρατικοί υπάλληλοι, που αποτέλεσαν βασικό στήριγμα συνδικαλιστικών ηγεσιών συνειδητά στρατευμένων με την αστική στρατηγική.

Στην εκπαίδευση, ως στοιχείο του εποικοδομήματος, εμφανίζεται σχετικά συγκαλυμμένη η ταξική αντίθεση και η σχέση του σχολείου με την οικονομία. Ο γενικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία δίνει μια επίφαση ουδετερότητας και απόσπασης από την καθαυτή οικονομική εκμεταλλευτική λειτουργία. Το γεγονός ότι στα πλαίσια του εκπαιδευτικού συστήματος όλων των βαθμίδων, παρά τους ταξικούς διαχωρισμούς και τη διαφοροποιημένη ποιότητα, συντελείται μια διαδικασία απόκτησης γνώσης, συγκαλύπτει το γεγονός ότι ταυτόχρονα συντελείται και ιδεολογική ενσωμάτωση στο εκμεταλλευτικό σύστημα, διδάσκονται ως διαχρονικές οι νομοτέλειες και αξίες του καπιταλισμού.

Ο βαθμός αντίστασης του εκπαιδευτικού στη διαπλοκή της μαθησιακής λειτουργίας με τη λειτουργία της ιδεολογικής χειραγώγησης και ενσωμάτωσης ποικίλλει από περίοδο σε περίοδο, ανάλογα με το γενικότερο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας αλλά και σε διεθνές επίπεδο, την κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό, στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Αυτοί οι παράγοντες αντανακλούνται και στην ισχυροποίηση ανάλογων τάσεων στους εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα, σε περιόδους ανόδου του κινήματος, επιτυχιών στην ΕΣΣΔ και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες και ανάλογα σε δραματική υποχώρησή της στην περίοδο της αντεπαναστατικής νίκης και ήττας του εργατικού κινήματος.

Στις πρώτες δεκαετίες μετά την ήττα και την οπισθοχώρηση του ΔΣΕ κυριαρχεί στην εκπαίδευση ο ωμός αντικομμουνισμός, ο διοικητικός αυταρχισμός, η θρησκοληψία και άλλα. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης υποχωρούν τα παραπάνω, αλλά ενισχύονται οι μηχανισμοί και οι ιδέες της ταξικής συνεργασίας, η αστική και η οπορτουνιστική θέση περί ουδετερότητας του σχολείου, η άρνηση του ρόλου του ως ιδεολογικού μηχανισμού της κυρίαρχης τάξης. Προβάλλεται απολυτοποιημένα ο παιδαγωγικός ρόλος του σχολείου, ο ρόλος του στην κοινωνική κινητικότητα, η υπεράσπιση προηγούμενων κατακτήσεων με ταυτόχρονη αδυναμία εξήγησης των κεφαλαιοκρατικών αναγκών για εκσυγχρονισμό σε δομές, προγράμματα, λειτουργία, σ’ ένα πιο γενικευμένο πέρασμα από το δημόσιο στο ιδιωτικό σχολείο, όσο προχωρεί από την κατώτερη στην ανώτερη εκπαιδευτική βαθμίδα. Συσκοτίζεται έτσι ο κεντρικός ρόλος του κράτους ως οργάνου ταξικής κυριαρχίας, ως «συλλογικού καπιταλιστή» που οργανώνει και περιφρουρεί τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής και συνακόλουθα του εποικοδομήματος που αναπτύσσεται πάνω σε αυτές, μέρος του οποίου είναι και η εκπαίδευση.

Η αναβαθμισμένη θέση του οπορτουνισμού στην εκπαίδευση συνδέεται λοιπόν και με τη γενίκευση της εκπαιδευτικής διαδικασίας μεταπολεμικά και στις δεκαετίες 1970-1980 και το άνοιγμα των πυλών των πανεπιστημίων σε νέες μάζες που προέρχονταν πια και από μεσαία, αγροτικά και εργατικά στρώματα. Απορροφήθηκαν απόφοιτοι Λυκείου σε κρατικές υπηρεσίες, τράπεζες κλπ., πολύ περισσότερο πτυχιούχοι ΑΕΙ. Ετσι θεμελιώθηκε το σοσιαλδημοκρατικό ιδεολόγημα περί «κοινωνικής κινητικότητας» και γενικεύτηκαν οι αυταπάτες για δυνατότητα άρσης των ταξικών αντιθέσεων μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Ενα ακόμη στοιχείο που κάνει το χώρο της εκπαίδευσης προνομιακό έδαφος για τον οπορτουνισμό είναι ότι σε αυτόν συγκεντρώνεται ένα στελεχικό δυναμικό του αντιδικτατορικού αγώνα και του φοιτητικού κινήματος της μεταπολίτευσης, που ωρίμασε πολιτικά σε μια περίοδο που ο ρεφορμισμός στο κίνημα εδραιώθηκε και πολιτικά εκφράστηκε στην ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση.3

Σε αυτό πρέπει να προστεθεί ότι στα χρόνια που ακολούθησαν τις αντεπαναστατικές αλλαγές στα σοσιαλιστικά κράτη και τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1991, ισχυρές δυνάμεις του Κόμματος στο χώρο της εκπαίδευσης πέρασαν με τον οπορτουνισμό και του έδωσαν μια σχετικά ισχυρή οργανωτική βάση για ανάπτυξη στις νέες δυσμενείς συνθήκες που προέκυψαν για το κίνημα.

Στη δεκαετία του 1990 εκδηλώθηκαν καθαρά οι νέες τάσεις στις ανάγκες του κεφαλαίου: επέκταση της επιχειρηματικής δράσης σε παιδεία - υγεία - πρόνοια και συγκέντρωση επιστημόνων ενταγμένων στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, περιορισμός των κρατικών δαπανών, γενική μείωση μισθών και συντάξεων. Αυτές οι τάσεις υπαγορεύθηκαν από τους νόμους του καπιταλιστικού ανταγωνισμού σε συνθήκες νέων συσχετισμών στην αγορά εργασίας σε διεθνές επίπεδο. Η αντίδραση στις απαιτούμενες προσαρμογές έτεινε να σπάσει προηγούμενες συμμαχίες και ισορροπίες. Οπορτουνιστικές δυνάμεις πρωτοστάτησαν στην υπεράσπιση της παλιάς κατάστασης, χωρίς ν’ αμφισβητείται, ν’ αποκαλύπτεται, να οργανώνεται η πάλη ενάντια στις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου στην ΕΕ. Αντίθετα, δικαιολογήθηκε η αναγκαιότητα αυτής της στρατηγικής ως «προσαρμογή στην παγκοσμιοποίηση» και παράλληλα καλλιεργήθηκε το ιδεολόγημα-σύνθημα για «εθνική συνεννόηση»4 που δικαιολογούσε είτε τη συναίνεση στις αντιδραστικές αλλαγές που επιχειρούνταν είτε τον περιορισμό της αντίθεσης σε ορισμένες μόνο αιχμές των αναδιαρθρώσεων που συναντούσαν τη λαϊκή και νεολαιίστικη αποδοκιμασία. Η πραγματικότητα, ότι δηλαδή στο ζήτημα της παιδείας και της μόρφωσης δεν μπορεί να υπάρξει κοινότητα συμφερόντων ανάμεσα στο προλεταριάτο και στο κεφάλαιο, γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή μόνο σε ό,τι αφορά τους φραγμούς που υπάρχουν σε αυτή και πολύ πιο δύσκολα στο περιεχόμενο και την ιδεολογία της εκπαίδευσης, πόσο μάλλον σε μια περίοδο που το επαναστατικό κίνημα βιώνει την πιο σημαντική υποχώρησή του.

Οταν ξεδιπλώθηκε πιο αποφασιστικά η στρατηγική των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στην κρατική διοίκηση και στην εκπαίδευση, το κίνημα των εκπαιδευτικών έδωσε τη συγκατάθεσή του με τη συνδρομή του οπορτουνισμού. Συνεισέφερε στη στρατηγική του κοινωνικού εταιρισμού, στήριξε τον ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα των αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση. Η φαινομενικά «αγωνιστική ταυτότητα» του κινήματος περιορίστηκε σε ορισμένες «προωθημένες» μορφές πάλης, όπως οι πολυήμερες απεργίες, συνήθως σε εξεταστικές περιόδους. Τα αιτήματα ήταν κυρίως οικονομικά, διεκδικώντας να συνεχιστεί η προηγούμενη πολιτική παροχών των αστικών κυβερνήσεων προς τους εκπαιδευτικούς,5 που κρατούσαν σε χαμηλό επίπεδο το βασικό μισθό, αυξάνοντας τις αποδοχές με διάφορα επιδόματα. Η αντίδραση του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών, με ευθύνη του οπορτουνιστικού χώρου, δε συνέδεσε τις αλλαγές στην κρατική μισθολογική πολιτική σε βάρος τους με τις γενικότερες αντιδραστικές αλλαγές στην υπόσταση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, στο περιεχόμενό της, στη διαμόρφωση νέων ταξικών φραγμών. Με το πρόσχημα της «ιδιαιτερότητας» του εκπαιδευτικού, οι οπορτουνιστικές δυνάμεις αποστέωσαν το κίνημα των εκπαιδευτικών, το απομόνωσαν από το κίνημα των μαθητών, των γονέων, αποδυνάμωσαν τη συσπείρωση και πάλη στο μέτωπο της παιδείας, γενικότερα στο μέτωπο της υπεράσπισης του λαϊκού εισοδήματος, σε περίοδο που οξυνόταν η επίθεση της κυβέρνησης στα δικαιώματα των εργαζόμενων και ξετυλίγονταν σταθερά οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στο σχολείο.

Ταυτόχρονα το σύστημα δημιουργεί και τις υλικές συνθήκες για να αποκόψει τους εκπαιδευτικούς από το λαϊκό κίνημα. Η συνύπαρξη της δημόσιας εκπαίδευσης με την επιχειρηματική δράση, η οποία επεκτείνεται σημαντικά εξαιτίας των αναδιαρθρώσεων, ευνοεί την ενίσχυση του εισοδήματος των εκπαιδευτικών με το «ιδιαίτερο» μάθημα, την παράλληλη δουλειά στο δημόσιο σχολείο και στο φροντιστήριο. Μέσα και από αυτούς τους δρόμους το κράτος εξασφαλίζει την ενσωμάτωση μεγάλου τμήματος των εκπαιδευτικών, οι οποίοι -όπως είναι φυσικό- αποδέχονται τη συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση, γεγονός που εκφράζεται και στην οπορτουνιστική αντίληψη για την παιδεία.

Το εργατικό, κομμουνιστικό επαναστατικό κίνημα δεν προσεγγίζει το σχολείο ως έναν απλά εργασιακό χώρο. Η ιδιαιτερότητά του οφείλεται στο ότι είναι χώρος μετάδοσης γνώσης που διαπλέκεται με τη διαδικασία ιδεολογικής χειραγώγησης στις καπιταλιστικές αξίες. Από την πλευρά των κομμουνιστών και κάθε πρωτοπόρου εκπαιδευτικού χρειάζεται κατανόηση της ιστορικής κίνησης του καπιταλισμού, αλλά και αγωνιστική ριζοσπαστική στάση για να διαχωρίσει τη γνώση από τα ιδεολογήματα της αστικής χειραγώγησης, για να λειτουργήσει ως εκπαιδευτικός του λαϊκού κινήματος σε σύγκρουση με το χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος, του κρατικού ιδεολογικού μηχανισμού. Στο παρελθόν υπήρξαν τέτοιες πρωτοπορίες, στη δεκαετία του Μεσοπολέμου αλλά και αργότερα, που ανάδειξαν στο κίνημα εκπαιδευτικούς, οι οποίοι δέχτηκαν διώξεις (απολύσεις, εξορίες κλπ.), αλλά έμειναν στην ιστορία για το παιδαγωγικό - εκπαιδευτικό έργο και τους αγώνες τους.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ

Η ενίσχυση της «αγωνιστικής φρασεολογίας» των οπορτουνιστικών δυνάμεων μετά το 2000 προέκυψε και από το γεγονός ότι περάσαμε σε διαφορετική φάση όσον αφορά τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις από αυτή που βρισκόμασταν μέχρι τότε. Εγιναν πιο εύκολα κατανοητές οι συνέπειες των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, ενώ ταυτόχρονα διαψεύσθηκαν οι μύθοι περί αρμονικής εξέλιξης του καπιταλισμού. Παράλληλα, πιο πλατιές μάζες προσέγγιζαν την πολιτική και τα συνθήματα του ΚΚΕ για το ρόλο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, του αστικού χαρακτήρα των δυνάμεων του δικομματισμού. Αυτές οι εξελίξεις ανάγκασαν τις οπορτουνιστικές δυνάμεις σε αναπροσαρμογές, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι δεν έγινε δυνατό να ενσωματωθεί στην κυρίαρχη γραμμή το ΚΚΕ και οι δυνάμεις του ταξικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος. Σε εκείνη την περίοδο παρατηρείται σταδιακή προσέγγιση ανάμεσα στις θέσεις των βασικών δυνάμεων του οπορτουνιστικού φάσματος.

Ετσι, φτάνοντας στο 2008 κι ενώ τα σύννεφα της καπιταλιστικής κρίσης έρχονταν στην Ελλάδα, οι δυνάμεις του οπορτουνισμού την υποδέχτηκαν με κοινό άξονα τη θέση περί «κρίσης της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης». Κοινό στοιχείο στις διακηρύξεις των δυνάμεων του ΣΥΝ και των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ στο 14ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ (2009) ήταν η απόκρυψη των ευθυνών και της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αντίθετα, υπήρξε πλήθος αναφορών στην «κατάρρευση των νεοφιλελεύθερων μύθων». Για την κρίση προβάλλονταν ως αιτία η νεοφιλελεύθερη διαχείριση και προτείνονταν ως πολιτική διέξοδος η υιοθέτηση κάποιων παλιών σοσιαλδημοκρατικών συνταγών, καλώντας το κίνημα να ενταχθεί στη γραμμή που ενοχοποιεί «τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές». Αλλωστε η τακτική των κοινών πλαισίων με την ΠΑΣΚ είναι γραμμή που σταθερά ακολούθησαν τόσο τη δεκαετία του 1990 όσο και 2000, λειτουργώντας ως η «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για την αναβάπτιση του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο.6

Οργανικό στοιχείο της στρατηγικής όλου του φάσματος του οπορτουνισμού αποτελεί η αποθέωση των μεταρρυθμίσεων στα όρια του καπιταλισμού και η συνέχιση της γραμμής του Μπερνστάιν, που θεωρούσε ότι «το κίνημα είναι τα πάντα, ο τελικός σκοπός του σοσιαλισμού τίποτα». Ετσι εξηγείται γιατί -ανεξάρτητα από διαφορετικές αφετηρίες- «αγκαλιάζουν» τελικά τη γραμμή της «ενότητας στο πρόβλημα» και συναντιούνται στο «μέτωπο ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό», «ενάντια στο μνημόνιο» κλπ. Το ενοποιητικό στοιχείο, τόσο στις θέσεις όσο και στην τακτική του οπορτουνισμού, είναι η ενσωμάτωση του κινήματος σε μορφές διαχείρισης και ο εγκλωβισμός των εκπαιδευτικών σε αδιέξοδα σενάρια βελτίωσης της κατάστασης.7

Συσκοτίζουν το γεγονός ότι η δυνατότητα συνολικότερων κατακτήσεων προς όφελος των λαϊκών δυνάμεων διαμορφώνεται μόνο σε συνθήκες συσχετισμού δυνάμεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, όπου η αστική εξουσία κινδυνεύει να χαθεί και ως εκ τούτου κάνει παραχωρήσεις προκειμένου να σταθεροποιηθεί, να ενσωματώσει. Παραγνωρίζεται η ανάγκη στρατηγικής αντιπαράθεσης με το κεφάλαιο, καθώς υποστηρίζεται ότι οι βελτιώσεις (δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις) μπορούν κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης να μην έχουν όρια! Επί της ουσίας, συσκοτίζεται η φύση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που δεν είναι απλά ζήτημα πολιτικής διαχείρισης, αλλά ενιαίας στρατηγικής απάντησης του κεφαλαίου για τις ανάγκες της αναπαραγωγής του πάνω στο επίπεδο του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων. Δεν αναδεικνύεται ότι ο καπιταλισμός στο σημερινό στάδιο ανάπτυξής του έχει τα όριά του και έτσι αποσυνδέεται αντικειμενικά το ζήτημα της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών από το πρόβλημα της εξουσίας.

«Σήμερα, δεν αρκεί το κίνημα να έχει απλά κάποιους θετικούς επιμέρους στόχους. Αυτό που καθορίζει την αποτελεσματικότητα του κινήματος, το ρόλο του στη θετική προοπτική είναι ποιο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο στηρίζει τους στόχους πάλης. Δεν αρκεί η “ενότητα στο πρόβλημα” ή η “πάλη για τα προβλήματα” γενικά, σημασία έχει σε ποιο πολιτικό πλαίσιο εντάσσονται τα αιτήματα, ποιες ιδεολογικές θέσεις τα διέπουν, ο σκοπός του αγώνα. Το εργατικό κίνημα, από τις ίδιες τις απαιτήσεις της πάλης, πρέπει να κατακτά αντιμονοπωλιακό-αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, να αναπτύσσει μέτωπο αντιπαράθεσης με τις αστικές αντιλήψεις και τα ιδεολογήματα, με το ρεφορμισμό και οπορτουνισμό, με βάση την πείρα που διαμορφώνει στην ταξική πάλη, στους μαζικούς αγώνες. Ο ιδεολογικός, πολιτικός και οικονομικός αγώνας διεξάγεται ενιαία, δε διαχωρίζεται με στεγανά»8. Αυτό είναι το περιεχόμενο που δίνουν οι κομμουνιστές στη μαζική τους δράση, καθώς «τίποτε που αφορά στις ανθρώπινες αγωνίες και βάσανα δεν είναι ξένο και αδιάφορο για τους κομμουνιστές»9.

Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

 Στο χώρο της εκπαίδευσης οι δυνάμεις του οπορτουνισμού δεν αποτελούν μόνο και ούτε κυρίως μια αντιπολιτευτική δύναμη που ασκεί μια ενσωματώσιμη κριτική στις κυρίαρχες δυνάμεις στα ΔΣ της ΔΟΕ και ΟΛΜΕ. Αντίθετα, αυτές οι δυνάμεις είναι μέρος της ηγεσίας των ομοσπονδιών σε ΔΟΕ - ΟΛΜΕ και αυτό σε όλη τη χρονική περίοδο προώθησης και εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση.

Με απλά λόγια, στις περισσότερες περιπτώσεις από το 1997 και μετά δεν υπάρχει πλειοψηφία σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ που να μη σχηματίζεται με τη συμμετοχή δυνάμεων του οπορτουνισμού!

Τόσο στη ΔΟΕ όσο και στην ΟΛΜΕ κεντρική επιδίωξή τους είναι να παίρνουν μέρος και να στηρίζουν τις πλειοψηφίες που συγκροτούνται στα ΔΣ σε αντίθεση κάθε φορά με την κυβερνητική παράταξη. Ετσι, όταν στην εξουσία βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνεργάζονται με τη ΔΑΚΕ προκειμένου να αναδείξουν τα κοινά προβλήματα που προκύπτουν από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του, ενώ όταν στην κυβέρνηση ήταν η ΝΔ, συνεργάζονταν με την ΠΑΣΚ για να καταπολεμηθεί η πολιτική της ΝΔ!

Αυτή η κοινή πορεία με έναν από τους δύο πόλους του δικομματισμού κάθε άλλο παρά συγκυριακή και χωρίς αρχές είναι. Αντίθετα, αναδεικνύει την ουσία της οπορτουνιστικής λογικής, ότι οι αλλαγές στην εκπαίδευση αλλά και στην κοινωνία μπορούν να επιτευχθούν υπό την πίεση για αλλαγή των συσχετισμών εντός των τειχών του συστήματος και με ένα κίνημα που στην καλύτερη περίπτωση θα διεκδικεί αιτήματα που μπορούν να ενσωματωθούν στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης.

Ως αποτέλεσμα της πολιτικής του γραμμής, ο οπορτουνισμός εκτιμά το συσχετισμό στο κίνημα των εκπαιδευτικών ως εξής: «Οι συσχετισμοί που διαμορφώνονται στα ΔΣ αναγκάζουν και επιτρέπουν να μετατοπιστούν προς τα “αριστερά” (ή τουλάχιστον να πιεστούν προς αυτή την κατεύθυνση) οι παρατάξεις των κομμάτων που βρίσκονται στη μείζονα αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ αντίστοιχα)». Ετσι θεωρεί ότι οι ομοσπονδίες ΔΟΕ και ΟΛΜΕ αποτελούν την κατεξοχήν πρωτοπόρα δύναμη κρούσης βλέποντάς τες διαφοροποιημένες από το συσχετισμό στη ΓΣΕΕ και στην ΑΔΕΔΥ.10

Οι θέσεις των οπορτουνιστικών δυνάμεων για την παιδεία έρχονται τελικά να εφαρμοστούν μέσα από την αναγόρευση αρκετών από αυτές σε επίσημη θέση του «εκπαιδευτικού κινήματος». Με βάση την αντίληψη για την ενότητα στο πρόβλημα συνέβαλαν στη διαμόρφωση θέσεων που πολλές φορές προηγήθηκαν ακόμα και κυβερνητικών μέτρων, όπως το σχολικό μοντέλο που εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1997, η υιοθέτηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων (αγωγή υγείας κλπ.), ενώ αποδέχτηκαν την Ευέλικτη Ζώνη και τη διαθεματικότητα, το διπλό σχολικό δίκτυο, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου.

Η οπορτουνιστική γραμμή «για κοινή δράση πάνω στα προβλήματα», δηλαδή για μίνιμουμ συμφωνίες των ηγεσιών των συνδικαλιστικών οργάνων, αποδεικνύεται ότι αποτελεί αιχμή του δόρατος στην αντι-ΠΑΜΕ επίθεση, ανάχωμα στην κατεύθυνση του ΠΑΜΕ για ενότητα στη βάση της ταξικής γραμμής συσπείρωσης και σύγκρουσης και προσπάθεια διεμβόλισης και πίεσης προς τις δυνάμεις του ταξικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος και του ΚΚΕ για αλλαγή γραμμής. Πώς μπορεί όμως να υπάρξει «ενότητα στο πρόβλημα» χωρίς ένα ορισμένο επίπεδο συμφωνίας για τις αιτίες και τη λύση του, για την κατεύθυνση της πάλης; Το γεγονός ότι οι οπορτουνιστές σε αυτή την ενότητα διαχρονικά περιλαμβάνουν και τους δυο πόλους του δικομματισμού είναι μια ακόμη απόδειξη της ενσωμάτωσής τους στην αστική πολιτική.

Η θέση αυτή συσκοτίζει ότι η διαπάλη στο συνδικαλιστικό κίνημα εκφράζει διαπάλη δύο διαφορετικών γραμμών, δύο διαφορετικών κατευθύνσεων. Η μία αντιμετωπίζει τη συνδικαλιστική οργάνωση και την πάλη ως σχολείο της πολιτικής πάλης των εργαζομένων, αφού μέσα από την πείρα τους και την ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών οι εργαζόμενοι μπορούν να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα για την ανατροπή της αστικής εξουσίας και να οργανωθούν γι’ αυτή. Η άλλη συμβάλλει ώστε η οργάνωση και οι συνδικαλιστικοί αγώνες να κατευθύνονται στην ενσωμάτωση της λαϊκής δυσαρέσκειας στα πλαίσια της αστικής εξουσίας, του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων. Από τη μία, η γραμμή του ταξικού κινήματος που συγκρούεται συνολικά με την αστική πολιτική, εκείνο το ρεύμα που μπορεί να προαπαντά με όρους ανυπακοής τις αντιδραστικές εξελίξεις και ανατροπές στο σχολείο και στο μέτωπο των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών. Από την άλλη η γραμμή που κινείται ανάμεσα στην ευθεία υπεράσπιση των αστικών κυβερνήσεων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚ αντίστοιχα) ή την αμφισβήτηση πλευρών της αστικής πολιτικής με παράλληλη υιοθέτηση αιτημάτων που αφοπλίζουν και ενσωματώνουν το κίνημα (οπορτουνισμός) και η οποία είναι μέχρι σήμερα πλειοψηφικό ρεύμα.

Ετσι, υψώνοντας τείχη ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική πάλη, οι οπορτουνιστές και των δυο «ρευμάτων» προβάλλουν τη θέση ότι κάθε παράταξη μπορεί να έχει τις ιδιαίτερες προτάσεις και αναλύσεις της, αλλά στο συνδικαλιστικό κίνημα απαιτείται ένα μίνιμουμ κοινών αιτημάτων που θα προωθούνται από «τα πάνω», σε επίπεδο ηγεσιών. Αν και πρόκειται για συνεργασία-σύμπλευση σε ένα πολιτικό πλαίσιο για την παιδεία, ο οπορτουνισμός υποκρίνεται ότι δε διεξάγεται πολιτική πάλη μέσα στο κίνημα, στο σωματείο. Πρόκειται για υποκρισία, γιατί όλες οι συνδικαλιστικά συγκροτημένες δυνάμεις προβάλλουν θέσεις και λύσεις για την παιδεία από τη σκοπιά κάποιας συνολικής πολιτικής πρότασης, τη συνδέουν με την οικονομική κρίση, με τη δημοσιονομική πολιτική (το διογκωμένο δημόσιο χρέος, τα ελλείμματα, την μισθολογική πολιτική για τους δημοσίους υπαλλήλους, τη σχέση του δημόσιου σχολείου με τις Καλλικρατικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με την πορεία και τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης).

Η πολιτική των αστικών και των οπορτουνιστικών δυνάμεων αντικειμενικά ευθύνεται και για τη διαρκή επιδείνωση της κατάστασης στη λειτουργία των πρωτοβάθμιων σωματείων. Οι γενικές συνελεύσεις με αποχή μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών, η λογική του εφικτού και των μικροβελτιώσεων που κυριαρχεί, αναδεικνύουν την ανάγκη διερεύνησης μιας ακόμη βαθύτερης επίδρασης της οπορτουνιστικής γραμμής στο ίδιο το περιεχόμενο της γραμμής του κινήματος. Οταν για παράδειγμα η υπουργός Παιδείας επί ΝΔ, Μαριέτα Γιαννάκου, ανέδειξε την επί της ουσίας συμφωνία του Υπουργείου με τις διεκδικήσεις της ΟΛΜΕ (πλειοψηφία ΠΑΣΚ-ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ) ή όταν η υπουργός Παιδείας του ΠΑΣΟΚ, Αννα Διαμαντοπούλου δήλωνε (Οκτώβριος 2009) «Ευχαριστώ τη ΔΟΕ και την ΟΛΜΕ για τη συμβολή τους στη διαμόρφωση των θέσεων του Υπουργείου Παιδείας. Δεν σας κρύβω ότι πολλές από τις θέσεις που τελικά διαμορφώσαμε, τις πήρα από τη ΔΟΕ και την ΟΛΜΕ», ξέρουν ότι δεν επιβεβαιώνεται απλά η στρατηγική σύμπλευση ανάμεσα σε μια αστική κυβέρνηση και μια πλειοψηφία, έστω στο επίπεδο ενός ανώτερου οργάνου όπως αυτό της ΔΟΕ ή της ΟΛΜΕ, αλλά μια ευρύτερη συναίνεση στη μάζα των εκπαιδευτικών που έχει «δουλευτεί» σε βάθος χρόνου από αυτές τις πλειοψηφίες και έχει διαμορφωθεί μέσα από τις διαδικασίες του κινήματος, π.χ. συνεχείς εκλογικές διαδικασίες και συνελεύσεις, συμβούλια προέδρων κλπ.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

 Εξετάζουμε τις θέσεις και τη στάση των δυνάμεων του οπορτουνισμού σε βασικές αστικές ρυθμίσεις που προωθήθηκαν (διαφοροποίηση - αποκέντρωση, εξατομίκευση στη μάθηση, αξιολόγηση κ.ά.) στην περίοδο 2004-2010, στη στρατηγική του «νέου σχολείου» που ενσωματώνει τις παραπάνω προσαρμογές.

Η κριτική μας στις θέσεις του αναδεικνύει ότι μόνο με μια στρατηγική ρήξης σε όλα τα μέτωπα μπορούν να ικανοποιηθούν σήμερα οι διευρυμένες μορφωτικές λαϊκές ανάγκες, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις δυνατότητες που παρέχει η ανάπτυξη της επιστήμης και των παραγωγικών δυνάμεων.

ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΗ ΕΞΟΜΑΛΥΝΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΦΡΑΓΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

 Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, αποσπώντας την πολιτική από την οικονομία, προβάλλει τη θέση ότι η εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και για την εργατική τάξη, στο έδαφος του καπιταλισμού. Ο πρόεδρος του ΣΥΝ, Αλέξης Τσίπρας, σε συνέντευξη Τύπου στις 9.3.2009 δήλωνε: «Πιστεύουμε ότι η ενίσχυση της παιδείας είναι μια από τις απαραίτητες εκείνες κινήσεις που μπορούν να διασφαλίσουν τους πολίτες απέναντι στην κρίση αλλά και μπορεί να αποτελέσει όχημα για την υπέρβαση της κρίσης και την προστασία της κοινωνίας». Στο ίδιο μήκος κύματος, το κείμενο-συμβολή του ΣΥΝ για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (Φεβρουάριος 2009) επικαλείται «…παραδείγματα άλλων μικρών χωρών (όπως η Φινλανδία και η Ιρλανδία) που έχουν επενδύσει συνειδητά, μακροχρόνια και συστηματικά στην έρευνα και στην παιδεία, ως βασική προϋπόθεση της κοινωνικής και οικονομικής τους ανάπτυξης».

Ο ΣΥΝ στήριξε και στηρίζει την ευρωενωσιακή πολιτική για την εκπαίδευση, ψηφίζοντας αποφάσεις που κάνουν λόγο για συνύπαρξη ιδιωτικών και κρατικών ΑΕΙ στα πλαίσια του ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού συστήματος11, (ο Αλ. Αλαβάνος, ως ευρωβουλευτής του ΣΥΝ, με επανειλημμένες ερωτήσεις ζητούσε την εναρμόνιση της Ελλάδας με την οδηγία 89/48, τη μετέπειτα οδηγία 36/0512). Πιο πρόσφατα, ο Αλέξης Τσίπρας με δηλώσεις του ότι «δεν είμαστε εχθρικοί προς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια»13 αναδείκνυε την ουσία της πολιτικής του ΣΥΝ που δεν είναι άλλη από την αποδοχή της επιχειρηματικής λειτουργίας στην εκπαίδευση στα πλαίσια μιας «οριοθετημένης» (!) αγοράς. Πάγια τακτική των δυνάμεων του ΣΥΝ άλλωστε είναι να εξωραΐζουν την κατάσταση άλλων καπιταλιστικών κρατών της ΕΕ και να καλούν τις κυβερνήσεις να υλοποιήσουν τα μέτρα της «πολιτισμένης Δύσης». Ετσι, δημιουργούν εμπόδια στη συνειδητοποίηση του ρόλου της ΕΕ και προτείνουν μέτρα που εντάσσονται στη γραμμή της αποδοχής των «αντοχών της οικονομίας».

Ο ΣΥΝ τάσσεται υπέρ της συνύπαρξης δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης που είναι συστατικό στοιχείο της ταξικής παιδείας. Ηδη από το 2004 στις θέσεις του αναφέρεται: «Εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων στην εκπαίδευση σήμερα, ευρύτερα κοινωνικά στρώματα επιλέγουν την ιδιωτική εκπαίδευση. Γι’ αυτό δεν είναι αποδεκτό να απορρίπτεται εκ των προτέρων κάθε πρωτοβουλία που σ’ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συνθηκών καλύπτει υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες»14. Στα πλαίσια αυτά «οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι προδιαγραφές για τη λειτουργία ιδιωτικών σχολείων πρέπει να καθορίζονται με σύμφωνη γνώμη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών. Τα κριτήρια σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι υποδεέστερα από εκείνα που προβλέπονται για τα αντίστοιχα δημόσια σχολεία»15. Ο Αλ. Τσίπρας δηλώνει χαρακτηριστικά: «Ενα κράτος που δεν θέλει να του φεύγουν οι επιχειρήσεις όταν τις φορολογεί ή όταν βρίσκουν αλλού χαμηλότερο κόστος εργασίας οφείλει να στήσει έτσι το εκπαιδευτικό του σύστημα ώστε να παράγει γνώση που να αξιοποιείται, να πουλιέται ακριβά στην αγορά εργασίας και ταυτόχρονα ο Χ ή ο Ψ επιχειρηματίας να ξέρει ότι αυτό που θα επιτύχει εδώ δεν θα το βρει αλλού…»16. Αρα η θέση για συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση συνδυάζεται με την άποψη ότι η δημόσια εκπαίδευση πρέπει να λειτουργεί με ανταγωνιστικούς όρους προς την ιδιωτική προκειμένου να αναβαθμιστεί. Εντάσσεται τελικά στην αποδοχή της σύνδεσης της καπιταλιστικής οικονομίας με την εκπαίδευση και κυρίως με προτάσεις για να γίνει αυτή η σύνδεση πιο αποτελεσματική. Με αυτή τη θέση ως βάση, μπορούμε να κατανοήσουμε και το γεγονός ότι οι δυνάμεις του ΣΥΝ δεν προβάλλουν το αίτημα για κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης στην παιδεία, το αίτημα για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους.

Σημειώνουμε ότι οι δυνάμεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ στο χώρο του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών θέτουν το αίτημα για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους, χωρίς όμως να το συμπληρώνουν με το αίτημα για την κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης στο χώρο της παιδείας (ανεξάρτητα αν πολιτικοί φορείς που συμμετέχουν στις ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ, όπως το ΝΑΡ, έχουν θέση για κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης). Η θέση αυτή από μόνη της αποτελεί σημείο συνάντησης με τις δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για την «υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου» εντός του καπιταλισμού και ανοίγει δρόμο για συμφωνίες και στο επίπεδο των ΔΟΕ - ΟΛΜΕ.17

Η προβολή της αντισταθμιστικής λειτουργίας της εκπαίδευσης σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης αποτελεί την προμετωπίδα των δυνάμεων του οπορτουνισμού, η οποία τίθεται ως στοιχείο διεκδίκησης του κινήματος από την κυβέρνηση. Η θέση αυτή εκφράζει την απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική, συσκοτίζοντας τελικά τη λύση του προβλήματος της εξουσίας ως προϋπόθεση μιας λαϊκής παιδείας. Σύμφωνα με τους οπορτουνιστές τα αντισταθμιστικά μέτρα (ενισχυτική διδασκαλία, πρόσθετη διδακτική στήριξη, ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας κλπ.) αμβλύνουν τις ανισότητες και βοηθούν τους κοινωνικά και μορφωτικά αδύναμους.

Στην εισήγηση του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ στο εκπαιδευτικό συνέδριο για την προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα (13-14 Μάρτη 2010) διαβάζουμε: «Βασικός στόχος µας είναι η πραγματοποίηση μιας μεγάλης δημοκρατικής μεταρρύθμισης στην παιδεία […] Κεντρικός άξονας της μεταρρύθμισης που προτείνουμε είναι μια ενιαία δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση συν τη διετή προσχολική, ποιοτικά αναβαθμισμένη, που θα παρέχεται ως δημόσιο αγαθό σε όλους, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Μια εκπαίδευση που θα λειτουργεί αντισταθμιστικά, μετατρέποντας τη διαφορά σε μορφωτικό πλεονέκτημα και σε ευκαιρία για πολιτισμικό εμπλουτισμό και δημιουργία»18. Ανάλογη πρόταση έχουν κάνει κατά καιρούς και οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ19.

Η ουσία της παραπάνω θέσης -ιδιαίτερα για τις δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ- είναι η αντίληψη ότι μπορούν μέσω της εκπαίδευσης να ξεπερνιούνται οι ταξικές διαφορές, οι διαφορετικές διαδρομές ως προς την πρόσβαση στο επάγγελμα, η άποψη ότι η ανεργία είναι πρόβλημα που μπορεί να αμβλυνθεί με εκπαιδευτικά μέτρα. Από αυτή την άποψη η αντίληψη για «αντισταθμιστικά μέτρα» αποτελεί πλευρά της αστικής στρατηγικής για ένα ορισμένο ξεπέρασμα δυσκολιών που υπάρχουν στην αντιστοίχηση της εργατικής δύναμης με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Ως προς το ζήτημα των αντισταθμιστικών μέτρων για την άμβλυνση των μορφωτικών ανισοτήτων χρειάζεται να γίνει η εξής παρατήρηση. Η πολυετής -εδώ και 25 περίπου χρόνια- εμπειρία των αντισταθμιστικών μέτρων στην ελληνική εκπαίδευση, από την ενισχυτική διδασκαλία μέχρι το ολοήμερο σχολείο και την Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη, έδειξε ότι αυτά έφεραν οριακά έως μηδαμινά αποτελέσματα στις μορφωτικές, ταξικές στην ουσία, ανισότητες στην εκπαίδευση. Αυτό δεν οφείλεται στη μη εύρυθμη και οργανωμένη λειτουργία τους, αλλά στο γεγονός ότι δεν μπορεί η μήτρα που παράγει την ανισότητα να την αμβλύνει με επεμβάσεις αυτού του τύπου. Απεναντίας, αποδείχτηκε ότι μια σειρά αντισταθμιστικές λειτουργίες που μπήκαν σε εφαρμογή αποτέλεσαν το έδαφος ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης και του σχολείου, πιο στενής σύνδεσης της εκπαίδευσης με το κεφάλαιο, διαφοροποίησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Εξυπηρέτησαν την ανάγκη για ένα διευρυμένο και σχετικά πιο καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα με τις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ) που αποτελούν πρόταση των οπορτουνιστικών δυνάμεων και σήμερα υλοποιούνται από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Οι ΖΕΠ είναι ένας θεσμός που συνδέθηκε με την προσπάθεια των αστικών κυβερνήσεων στα καπιταλιστικά κράτη να «εξομαλύνουν» (να αντισταθμίσουν όπως λένε) τις πιο τρανταχτές και οξείες συνέπειες από την επέλαση των αναδιαρθρώσεων της δεκαετίας του 1970 και του 1980 που δημιούργησαν στρατιές ανέργων, «αποκλεισμένων» και απόκληρων, όπως επίσης και του ρεύματος των μεταναστών δεύτερης γενιάς σε κράτη όπως η Γαλλία, η Μ. Βρετανία, το Βέλγιο, αλλά και οι ΗΠΑ, από χώρες που προήλθαν από την κατάργηση της αποικιοκρατίας.

Το πρόβλημα των μορφωτικών ανισοτήτων μπορεί να βρει λύση μόνο στο ενιαίο σχολείο γενικής βασικής εκπαίδευσης ως τα 18, που θα συνδέει τη θεωρία με την πράξη, τη μόρφωση με την κοινωνική διαπαιδαγώγηση, σχολείο μιας άλλης λαϊκής, οικονομικής και κοινωνικής βάσης, του σοσιαλισμού. Οι όποιες στοχευμένες δράσεις για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους ανισοτήτων μπορούν να είναι αποτελεσματικές μόνο όταν εξαλειφθεί η μήτρα τους με μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία με κοινωνικοποιημένα τα μέσα παραγωγής.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ (2002-2009)

 Κύριο στοιχείο της αστικής πολιτικής κατά τη δεύτερη φάση20 εφαρμογής των αναδιαρθρώσεων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν η δημιουργία προϋποθέσεων για τη διαφοροποίησή της. Η επιδίωξη αυτή εξυπηρετείται από μια σειρά θεσμικές παρεμβάσεις, όπως η εισαγωγή νέων βιβλίων και αναλυτικών προγραμμάτων, η Ευέλικτη Ζώνη κ.ά.

Κατά την περίοδο αυτή η θέση του ΣΥΝ για το ζήτημα της αποκέντρωσης και της διαφοροποίησης της εκπαίδευσης ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς έδινε αριστερό άλλοθι και προοδευτικό προφίλ στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση. Η θέση του για την αποκέντρωση πηγάζει από την αντίληψή του για την Τοπική Διοίκηση, η οποία αποστασιοποιείται από την ταξικότητα του θεσμού και το ρόλο του ως τμήματος της κρατικής αστικής εξουσίας. Ηδη από το 2004 ο ΣΥΝ υποστήριζε: «Ο Συνασπισμός απορρίπτει τόσο την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης όσο και τις αντιλήψεις του κρατισμού και του συγκεντρωτισμού. Στη θέση τους προτείνει ένα ευέλικτο, αποκεντρωμένο, δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα που θα στηρίζεται στη λαϊκή συμμετοχή και στον κοινωνικό έλεγχο»21. Ακόμη: «Ετσι πολλά από τα ζητήματα αυτής της βαθμίδας της εκπαίδευσης, όπως ζητήματα σχετικά με την αξιολόγηση των μαθητών/μαθητριών, την προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών στις τοπικές ιδιαιτερότητες, τη μορφή και το είδος των απαιτήσεων από το μαθητή και τη μαθήτρια κ.ο.κ., θα μπορούν να καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό είτε σε επίπεδο περιφέρειας είτε σε επίπεδο σχολείου»22.

Η όποια κριτική του ΣΥΝ περιοριζόταν στο ζήτημα χρηματοδότησης και εστίαζε συνειδητά το πρόβλημα της αποκέντρωσης στην ευθύνη του δήμου, ενώ ήδη η κυβερνητική πολιτική έριχνε το βάρος στην αυτόνομη - ανταγωνιστική λειτουργία του σχολείου με εμπλοκή της Τοπικής Διοίκησης και των επιχειρήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο γινόταν λόγος για τις θετικές επιπτώσεις μιας σωστά εννοούμενης αποκέντρωσης, όπως στο φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα που «…είναι πλήρως αποκεντρωμένο και προσφέρει αυτονομία στους δασκάλους και τους καθηγητές…»23.

Αντικειμενικά, σε όλη την περίοδο πριν την εκδήλωση της κρίσης ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε στην εκλαΐκευση της αστικής στρατηγικής για διαφοροποιημένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και άνοιξε το δρόμο για την αποδοχή των αντιδραστικών θέσεων του ΠΑΣΟΚ για την Παιδεία.

Ανάλογα κινήθηκαν σε όλο αυτό το διάστημα και οι δυνάμεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ. Σε όλα τους τα κείμενα η αποκέντρωση έμπαινε είτε με εισαγωγικά («αποκέντρωση») είτε με διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς, όπως «λεγόμενη αποκέντρωση», «ψευδεπίγραφη αποκέντρωση», «ψευδοαποκέντρωση», αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για μια καλή, προοδευτική αποκέντρωση.24

Η αποκέντρωση θα ενισχύσει τους ταξικούς φραγμούς στην εκπαίδευση γιατί θα δημιουργηθούν όροι υποβάθμισης της παρεχόμενης εκπαίδευσης στους δήμους με εργατική-λαϊκή σύνθεση, μέσα από τη διαφοροποίηση των προγραμμάτων σπουδών. Με αυτή την έννοια η αποκέντρωση δεν μπορεί να έχει θετικά και φιλολαϊκά χαρακτηριστικά.

Η ενσωμάτωση των οπορτουνιστικών δυνάμεων στην αστική στρατηγική για την εκπαίδευση εκφράστηκε και στη στάση τους απέναντι στο ζήτημα της Ευέλικτης Ζώνης. Οταν η Ευέλικτη Ζώνη βρίσκονταν σε πειραματικό στάδιο, ο ΣΥΝ τη χαρακτήριζε καινοτομία και έκανε κριτική στην προχειρότητα με την οποία υλοποιούνταν.25 Γενικότερα η κριτική του ΣΥΝ στην Ευέλικτη Ζώνη γίνονταν από τη σκοπιά της μη εξασφάλισης και της μη γενίκευσης της «παιδαγωγικής ελευθερίας». Αρα το ζητούμενο για άλλη μια φορά ήταν η επέκταση της διαφοροποίησης και η κατοχύρωση της Ευέλικτης Ζώνης ως κεντρικού κορμού του αναλυτικού προγράμματος. Για παράδειγμα, η παράταξη του ΣΥΝ στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε ανακοίνωσή της (Μάιος - Ιούνιος 2008) παίρνει τη θέση: «Κατάργηση της Υπ. Απόφασης για την υποχρεωτική εφαρμογή της Ευέλικτης Ζώνης»26. Θέτοντας αυτό το αίτημα στο κίνημα, οι δυνάμεις αυτές το καλούσαν να παλέψει για κατ’ επιλογή και όχι υποχρεωτική εφαρμογή της Ευέλικτης Ζώνης! Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται κάτι παραπάνω από αποδοχή των εκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων, αλλά για ανάληψη της ευθύνης για εφαρμογή τους από τους εκπαιδευτικούς και το κίνημά τους γενικότερα, στο όνομα μιας «αποφενακισμένης» παιδαγωγικής ελευθερίας.

Υπενθυμίζοντας ότι πάγια θέση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ είναι η αξιοποίηση ή η πρόκληση «ρωγμών στην τάξη», μπορούμε να κατανοήσουμε και την αντιμετώπιση της Ευέλικτης Ζώνης. Οταν λοιπόν το 2004 η ΔΟΕ διοργάνωσε ημερίδα με θέμα την Ευέλικτη Ζώνη και τα ΔΕΠΠΣ, η εισήγηση των Παρεμβάσεων έθετε ανάμεσα στα άλλα τα εξής: «Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι αν και η Ευέλικτη Ζώνη και μερικές από τις προβλέψεις του ΔΕΠΠΣ (Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισίου Προγράμματος Σπουδών) ευνοούν την ανάπτυξη της αυτονομίας των εκπαιδευτικών και νομιμοποιούν πλευρές του λόγου των μαθητοκεντρικών προοδευτικών παιδαγωγικών, στην πραγματικότητα: πρώτον, δεν δημιουργούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις αλλαγής των κυρίαρχων παιδαγωγικών πρακτικών, δεύτερον, αποτελούν εργαλεία για την εφαρμογή οικονομικών πολιτικών που αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση ως εργαλείο της καπιταλιστικής οικονομίας, και τρίτον, δεν αποτελούν κανενός είδους πανάκεια ούτε για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων στην εκπαίδευση ούτε για την εξασφάλιση προοδευτικής σχολικής ιδεολογίας»27.

Είναι σαφές ότι πρόκειται για μια τοποθέτηση η οποία ανοίγει το δρόμο στον κατ’ επιλογή χειρισμό του θέματος, καθώς βλέπει και θετικά στοιχεία ως προς το ζήτημα της αυτονομίας των εκπαιδευτικών, τα οποία όμως αίρονται από τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας! Για τις ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ η Ευέλικτη Ζώνη αποτελούσε «μια πραγματική ευκαιρία για τη ριζοσπαστική παιδαγωγική»28, η οποία συνίσταται στην «…αξιοποίηση της όποιας αυτονομίας προσφέρουν τα νέα μέτρα στους εκπαιδευτικούς για την ανάπτυξη πρακτικών της ριζοσπαστικής παιδαγωγικής»29. Η θέση αυτή εδράζεται στην άποψη περί «παιδαγωγικής ελευθερίας και αυτονομίας» που απολυτοποιεί τη «δυνατότητα» του εκπαιδευτικού -σε σύγκρουση με το σύστημα- να επιλέγει παιδαγωγικές και διδακτικές μεθόδους και επιμέρους γνωστικά αντικείμενα.

Στην εκπαίδευση αυτή η άποψη έχει ιδιαίτερη απήχηση και επιδρά στον πολιτικό προσανατολισμό του κινήματος με την ενισχυμένη επιρροή των οπορτουνιστών ρευμάτων, εκφράζεται όμως και στην καθημερινή εκπαιδευτική λειτουργία. Συναντάμε μάλιστα το μικροαστικό ιδεολόγημα της παιδαγωγικής ελευθερίας με ιδιαίτερη οξύτητα, σε συνδυασμό με φαινόμενα αντικομμουνισμού στα σχολεία,  κύριοι φορείς του οποίου είναι οι οπορτουνιστικές δυνάμεις. Σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η «παιδαγωγική ελευθερία» είναι ένα «φύλλο συκής» για να κρυφτεί η υποταγή στην αστική νομιμότητα.30

Στο αστικό εκπαιδευτικό σύστημα η σχετική «παιδαγωγική ελευθερία» είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής του εκπαιδευτικού να συγκρουστεί με την αστική ιδεολογία, να στρατευτεί σε ριζοσπαστική κατεύθυνση στο κίνημα όχι μόνο των εκπαιδευτικών αλλά και των μαθητών, των γονιών, στις διεκδικήσεις συνολικά του εργατικού κινήματος για τη λαϊκή παιδεία. Σήμερα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης και του κατασταλάγματος της ιστορικής εμπειρίας και σε ζητήματα εκπαίδευσης, μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η επίκληση της «παιδαγωγικής ελευθερίας» σε μια περίοδο που το αστικό πολιτικό σύστημα αντιδραστικοποιείται συνολικά είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, μπορεί εύκολα να υιοθετηθεί από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις για να δοθεί προοδευτικό «άλλοθι» σε αντιδραστικά μέτρα, ενώ κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκε για να ενσωματώσει εκπαιδευτικούς στην αστική στρατηγική με την ψευδαίσθηση της άσκησης ενός δήθεν προοδευτικού ρόλου. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη υιοθέτηση του όρου στην εισηγητική έκθεση του Υπουργείου Παιδείας στο νόμο για τη Διοικητική Δομή της Εκπαίδευσης (12.4.2011, κεφ.4).

Τελικά, το εκπαιδευτικό σύστημα είτε θα υπηρετεί την αστική εξουσία είτε την εργατική. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Ενα άλλο ζήτημα είναι ο βαθιά αστικός χαρακτήρας του οπορτουνισμού, καθώς οι θέσεις του υιοθετούν τη λογική της λεγόμενης μαθητοκεντρικής - αντιαυταρχικής παιδαγωγικής. Το ρεύμα αυτό διεκδίκησε ανάμεσα στ’ άλλα το ρόλο του μεταρρυθμιστή του αστικού σχολείου, δίνοντας βάρος σε έννοιες όπως «αυτόνομη προσωπικότητα», «ελεύθερη κοινωνία» κλπ. Επί της ουσίας, το ρεύμα αυτό αποσιώπησε τις ταξικές σχέσεις κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν την αστική κοινωνία και κατευθύνθηκε προς μια «ρομαντική» - αλλά αντιδραστική- πρόταση «επανάκτησης του ατόμου». Σε αυτή τη βάση, το περιεχόμενο των εν λόγω αντιλήψεων αποτέλεσε πρόγραμμα αστικών εκπαιδευτικών πολιτικών στο έδαφος της διαφοροποιημένης λειτουργίας του αστικού σχολείου.

Εχοντας αυτή τη διαπίστωση υπόψη, μπορεί να κατανοηθεί η στάση των δυνάμεων αυτών, καθώς και οι στόχοι που έθεταν στο κίνημα: Εδωσαν βάρος στο διοικητισμό της κυβέρνησης όταν αυτή γενίκευσε την εφαρμογή της Ευέλικτης Ζώνης (Αύγουστος 2005)31, τη στιγμή μάλιστα που η Ευέλικτη Ζώνη δεν ήταν απλά μια συμπληρωματική ιδέα στην κυρίαρχη πολιτική, αλλά ένα πιλοτικό πρόγραμμα που εισήγαγε θεσμικά τη διαφοροποίηση. Οταν δε η κυβέρνηση αναστέλλει έμμεσα την υποχρεωτικότητα της εφαρμογής της Ευέλικτης Ζώνης, οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ κάνουν επί της ουσίας μια συνολική παράθεση των όρων και των προϋποθέσεων, προκειμένου αυτή να λειτουργήσει υπέρ της αυτονομίας του εκπαιδευτικού και της προώθησης μιας «εναλλακτικής-προοδευτικής» εκπαιδευτικής πρότασης στο σχολείο.32

Στην πορεία, μετά από την κάθετη εναντίωση του ΚΚΕ και των ταξικών δυνάμεων στο κίνημα στην Ευέλικτη Ζώνη, την ίδια την εμπειρία των δασκάλων και την αντιπαράθεση σε επίπεδο κινήματος γύρω από αυτό το ζήτημα, οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ προχώρησαν σε μια ορισμένη αναδίπλωση και κατέληξαν σε ένα «όχι στην Ευέλικτη Ζώνη», χωρίς όμως να διατυπώνουν θέση εναντίωσης σε κάθε μέτρο διαφοροποίησης της εκπαίδευσης, χαρακτηριστικό και αυτό της ικανότητας των οπορτουνιστών να προσαρμόζουν τις θέσεις τους στο συσχετισμό δυνάμεων, χωρίς να παύουν να λειτουργούν ως δύναμη «διόρθωσης» του αστικού συστήματος.

Η εισαγωγή βιβλίων και νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών (ΑΠΣ) το 2006 από την κυβέρνηση της ΝΔ αποτέλεσε βασικό σταθμό στην εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε εναρμόνιση με τη στρατηγική της ΕΕ και του κεφαλαίου για τη Δια Βίου Μάθηση33. Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα ο ΣΥΝ ψέλλιζε για τους τρόπους υλοποίησης της διαθεματικότητας, ενώ στη φάση που το εγχείρημα εφαρμοζόταν έκανε λόγο για ανεπαρκή προετοιμασία και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Σε κείμενο του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ (2010) διαβάζουμε: «…δεν τηρήθηκε η παιδαγωγική δεοντολογία τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εφαρμογή του εγχειρήματος. Τα τελευταία προγράμματα σπουδών, τα λεγόμενα “διαθεματικά”, σχεδιάστηκαν και περιβλήθηκαν με ισχύ νόμου και κατόπιν δόθηκαν στους φορείς για να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε και στο ζήτημα των σχολικών βιβλίων. Εδώ αγνοήθηκε και η ανάγκη της εφαρμογής ενός σταδίου δοκιμαστικής χρήσης των νέων διδακτικών βιβλίων και υλικών, που θα έδινε τη δυνατότητα να αντιμετωπιστούν σφάλματα και αδυναμίες πριν αυτά αποσταλούν στα σχολεία […] Η λεγόμενη “διαθεματική προσέγγιση”, πέρα από την ανεπαρκή παιδαγωγική θεμελίωσή της από τους αρχιτέκτονες των αλλαγών, εξαντλήθηκε κατά κανόνα σε επιφανειακές πολυθεματικές και πολυεπιστημονικές συσχετίσεις, ενώ ο εσφαλμένος τρόπος προώθησής της άφηνε ελάχιστα περιθώρια για μια ουσιαστική και αποτελεσματική διεπιστημονική προσέγγιση»34.

Πέρα από αυτό όμως, οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αποδέχτηκαν την ίδια τη φιλοσοφική βάση των νέων βιβλίων. Ετσι ο ΣΥΝ, δια στόματος του πρώην προέδρου του, Αλ. Αλαβάνου, υποστήριξε το επίμαχο βιβλίο της Ιστορίας ΣΤ΄Δημοτικού, παίρνοντας ξεκάθαρα θέση στο στρατόπεδο των αναθεωρητών της Ιστορίας, που ανάμεσα στ’ άλλα υποστηρίζουν ότι η Ιστορία δεν μπορεί να παρουσιαστεί αντικειμενικά. Μάλιστα, μέλη και στελέχη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συμμετείχαν στις συγγραφικές ομάδες των νέων βιβλίων, αποδεικνύοντας έτσι ότι όχι μόνο συμφωνούν με τα Διαθεματικά Προγράμματα, αλλά και ότι τα εφαρμόζουν στην πράξη!

Οι δε ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ, το Φεβρουάριο του 2006 (πριν δηλαδή εισαχθούν τα νέα βιβλία στην εκπαίδευση), κυκλοφόρησαν προκήρυξη με τίτλο «Νέα Βιβλία-παλιές συνήθειες», όπου σημειώνονταν τα αρνητικά του εν λόγω εγχειρήματος: η εισαγωγή των νέων βιβλίων χωρίς επιμορφωτική δράση και «…κανένα σχέδιο και καμιά στρατηγική υποδοχής των νέων βιβλίων»35.

Σε επόμενη ανακοίνωσή τους κι ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία επιμόρφωσης, οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ υποστήριζαν: «Ο σχεδιασμός ενός εγχειριδίου δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο σε μια “σύγχρονη” θεωρία μάθησης (π.χ. κονστρουκτιβισμός) και ν’ ανανεώνει εικόνες, πηγές και ασκήσεις. Μήπως αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι συγγραφικές ομάδες πρέπει να το κάνουν οι σύλλογοι εκπαιδευτικών»36.

Με βάση τη θεώρηση ότι πρέπει να εξετάζουμε το «τι μετράει ως γνώση», οι επεξεργασίες των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ παραβλέπουν τη στρατηγική της ΕΕ και του κεφαλαίου και υιοθετούν τη διαφοροποίηση της εκπαίδευσης, η οποία όμως θα βασίζεται στην αποδοχή των βιωματικών εμπειριών των λαϊκών τάξεων, καθώς διαβάζουμε ότι «όπως έχει υποστηρίξει ο Bourdieu, δεν υπάρχει πιο άνισο σχολείο από αυτό που αντιμετωπίζει άνισους μαθητές με τον ίδιο τρόπο»37. Από αυτήν ακριβώς την υιοθέτηση της διαφοροποίησης στο όνομα της υπεράσπισης των διαφορετικών τρόπων προσέγγισης της γνώσης από τα παιδιά θα προκύψουν και οι οπορτουνιστικές αναζητήσεις «ρωγμών» στο σύστημα ή στη σχολική τάξη.

Αν λοιπόν το όλο ζήτημα εξαντλείται στη χρήση των κατάλληλων αναλυτικών κατηγοριών, τότε στο μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι η προσέγγιση από τους μαθητές της «δικής τους ταξικής πραγματικότητας» με έναν πιο προοδευτικό τρόπο!!!

ΓΙΑ ΤΟ «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ» ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

 Η πολιτική του «νέου σχολείου» της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ εκφράζει συνολικά την αστική στρατηγική των αναδιαρθρώσεων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Βαθαίνει τον ταξικό αντιδραστικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, προσαρμόζει πιο στενά το σχολείο στις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου.

Ο ΣΥΝ θεώρησε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (Οκτώβριος 2009) ως γενικόλογες και με αδιευκρίνιστη την κατεύθυνση!38 Στη συνέχεια, αναφερόμενος ο ΣΥΝ στο πλαίσιο του Υπουργείου Παιδείας, υποστήριξε ότι «…ακόμα και αυτά τα μέτρα που διακηρύσσει η κυβέρνηση ότι προτίθεται να εφαρμόσει απαιτούν επαρκείς οικονομικούς πόρους»39, ότι το κείμενο του «νέου σχολείου» χαρακτηρίζονταν από προχειρότητα, αντιφάσεις και γενικολογίες με ευδιάκριτη την εναρμόνισή του προς το νεοφιλελευθερισμό! Και όταν πια ήρθε ο νόμος που ρυθμίζει βασικές πλευρές της πορείας των εκπαιδευτικών (νόμος 3848/2010), αποσυνδέει παραπέρα το πτυχίο από το επάγγελμα κλπ., ο ΣΥΝ ασπάζεται την στρατηγική της κυβέρνησης για αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος και την αποδοχή της πιστοποίησης στην παιδαγωγική επάρκεια.40

Η στάση των δυνάμεων του οπορτουνισμού μπροστά στην εφαρμογή του «νέου σχολείου» και γενικότερα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση προσαρμόστηκε, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο της δυσαρέσκειας από την ασκούμενη πολιτική, τις θέσεις και τη δράση του ΚΚΕ.

Τον τελευταίο καιρό κεντράρουν στην πολιτική περικοπών της κυβέρνησης λόγω της κρίσης, εγκαλώντας για παράδειγμα την κυβέρνηση για το ότι προωθεί με προχειρότητα και χωρίς διάλογο τα 800 ολοήμερα σχολεία αναμορφωμένου προγράμματος που είναι πιλοτικά για την επέκταση της διαφοροποίησης, κρίσιμος δηλαδή κρίκος προώθησης των αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση.41 Επίσης χαρακτηρίζουν το «νέο σχολείο» ως σχολείο του ΔΝΤ και της τρόικας, αποσυνδέοντάς το από την καπιταλιστική στρατηγική των αναδιαρθρώσεων.42 Με αυτή την έννοια, έδωσαν βάρος στη «λογιστική» πλευρά των συγχωνεύσεων, συσκοτίζοντας το μακρόπνοο στρατηγικό χαρακτήρα των αλλαγών που σχετίζεται με το νέο τύπο σχολείου που διαμορφώνεται.43 Δεν παύουν ταυτόχρονα να μιλούν για ασάφειες σε κάθε νομοσχέδιο που κατεβάζει η κυβέρνηση, ενώ ασκούν και κριτική ότι το ΠΑΣΟΚ πρέσβευε την σχολική αυτονομία και τώρα την παρουσιάζει ψευδεπίγραφα.44

Στο ίδιο μήκος κύματος, στελέχη των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ χαρακτήρισαν τα 800 ολοήμερα σχολεία με ενιαίο αναμορφωμένο πρόγραμμα ως «δεξαμενές γνώσης»45. Ως προς το ζήτημα της διοικητικής δομής της εκπαίδευσης, οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ κάνουν λόγο για «υποτιθεμένη αποκέντρωση» και κυρίως ασκούν κριτική στο γεγονός ότι «η αυτονομία των σχολικών μονάδων αφορά μόνο τον προϋπολογισμό και τη διαχείριση των πιστώσεων […] και όχι τη δυνατότητα συνδιαμόρφωσης άλλων πιο καίριων πλευρών της εκπαιδευτικής πολιτικής»46! Πάνω στο ίδιο ζήτημα και οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (6.12.2010) κάνουν λόγο για «απαράδεκτο αιφνιδιασμό και ασάφεια των προτάσεων του Υπουργείου».

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 Το ζήτημα της δομής της εκπαίδευσης, δηλαδή του ενιαίου ή όχι χαρακτήρα της, της σχέσης ανάμεσα στις βαθμίδες της (Δημοτικό - Γυμνάσιο - Λύκειο) αποτέλεσε διαχρονικά σημείο διεκδίκησης του κομμουνιστικού κινήματος μέσα από το αίτημα για Ενιαία Λαϊκή Παιδεία. Ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1990 και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000 το ζήτημα αυτό αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης με τις αστικές αλλά και τις οπορτουνιστικές δυνάμεις, καθώς σε επίπεδο στόχων πάλης και προγραμματικής διακήρυξης το φάσμα αυτό αντιμετώπιζε αρνητικά το στόχο για Ενιαία Λαϊκή Παιδεία μέσα από το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολείο - Πολυτεχνικής Παιδείας που έθετε το ΚΚΕ και οι ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις μέσα στο κίνημα. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 2000 οι θέσεις και η συνθηματολογία των οπορτουνιστικών δυνάμεων προσαρμόζονται, λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση της θέσης του ΚΚΕ για το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολείο, αλλά και την αστική στρατηγική που προσανατολίζεται στην επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στα 12 χρόνια και πάνω σε αυτό το έδαφος, τους προβληματισμούς ιμπεριαλιστικών οργανισμών (όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση) για ζητήματα πρόωρης επαγγελματικής κατεύθυνσης του μαθητικού πληθυσμού (στα 10 και 11 χρόνια, όπως γίνεται στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ολλανδία κ.α.). Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις θέσεις τους.

Οι δυνάμεις του ΣΥΝ έχουν την εξής θέση: «Βασικοί άξονες της πρότασής μας είναι η θεσμοθέτηση της 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η θέσπιση του ενιαίου λυκείου θεωρίας και πράξης και η δημιουργία κύκλου αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν μεταλυκειακής τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης»47.

Οι δυνάμεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ προτείνουν: «1) Αγωνιζόμαστε για την καθιέρωση 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης (συν δυο χρόνια προσχολικής αγωγής) που θα παρέχεται δωρεάν από το δημόσιο σχολείο […] 4) Ανεξάρτητα από όλα τα συστήματα μετάβασης, ο κάθε μαθητής και η κάθε μαθήτρια έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα “οριζόντιας κινητικότητας 5)Οι υπάρχοντες τύποι σχολείων ενοποιούνται σταδιακά σ’ ένα τύπο Λυκείου, κάτω από το αρχικό σχήμα: Ενιαίος Σχολικός Χώρος, Ενιαία Διοίκηση, Ενιαία Μαθητική Ζωή […] 18)Το δημόσιο σχολείο δεν υπακούει στα κελεύσματα της αγοράς και δεν αποκεντρώνεται στους δήμους»48. Τέλος, το 2009 συναντάμε σε κείμενο των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το αίτημα για «Ενιαίο 12χρονο βασικό σχολείο για όλους, χωρίς εξεταστικά φίλτρα και ταξικούς φραγμούς»49.

Βασικό χαρακτηριστικό και των δυο προτάσεων όλων των δυνάμεων του οπορτουνισμού είναι ότι το ζήτημα του ενιαίου χαρακτήρα του σχολείου το οριοθετούν μέχρι και το Γυμνάσιο, κρατώντας απέξω τη λυκειακή βαθμίδα. Καθώς το Λύκειο παραμένει αποσπασμένο από τη βασική-γενική εκπαίδευση, αφού διατηρείται σαν ξεχωριστό σχολείο μετά το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, σηματοδοτεί τελικά μόνο ένα πράγμα: την προετοιμασία και την προεπιλογή για τα ΑΕΙ. Ακόμα παραπέρα, το ζήτημα του ενιαίου χαρακτήρα του σχολείου φαίνεται να αντιμετωπίζεται με επίκεντρο την άρση της διάκρισης Γενικής - Τεχνικής εκπαίδευσης στο επίπεδο του Λυκείου, ωστόσο η λύση που δίνεται αναπαράγει την αντίθεση αυτή, καθώς γίνεται λόγος για ενοποίηση τύπων σχολείου σε ένα χώρο, χωρίς να ξεκαθαρίζεται ότι θα καταργηθεί η διαφορετικότητα αυτών των τύπων. Η επίκληση του Πολυκλαδικού Λυκείου της δεκαετίας του 1980 στην Ελλάδα, ενός τύπου σχολείου που αναπαρήγαγε στο εσωτερικό του τη διαφοροποίηση των μαθητών, του προγράμματος σπουδών ακριβώς στη βάση της επιλογής επαγγέλματος, δείχνει και τη στρατηγική κατεύθυνσή τους.

Η εκπαιδευτική πρόταση των δυνάμεων του οπορτουνισμού για τη δομή της εκπαίδευσης χαρακτηρίζεται από μια γενικολογία για ενιαίο σχολείο που αυτοαναιρείται με την προσθήκη στοιχείων που το διαφοροποιούν και αντιτίθενται σε κάθε έννοια ενιαίου προγράμματος και παράλληλα δεν προσδιορίζει τους παράγοντες που ενιαιοποιούν αυτό το σχολείο, δηλαδή ενιαία αναλυτικά προγράμματα και μαθήματα, ενιαία βιβλία, κεντρική χρηματοδότηση και σύστημα διορισμών κλπ. Αλλωστε, τι μπορεί να συνεπάγονται οι θέσεις για «οριζόντια κινητικότητα» σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που είναι ενιαίο;

Τελικά η πρόταση των δυνάμεων του οπορτουνισμού για το σχολείο αποδυναμώνεται διότι δε συνδέεται με την ανάγκη σύνδεσής του με τις κοινωνικές σχέσεις που μπορούν να τη διασφαλίσουν: την κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης στην παιδεία, την κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό. Αντίθετα, το θέτουν σε ένα πλαίσιο όπου η αγορά, ναι μεν θα λειτουργεί, αλλά το σχολείο δε θα υπακούει στα κελεύσματά της!50 Με λίγα λόγια προβάλλουν τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα προς όφελος των παιδιών της εργατικής τάξης!

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 Η αξιολόγηση προβάλλεται ως λύση από τις αστικές δυνάμεις, ενώ ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για «παιδαγωγική/ακαδημαϊκή αξιολόγηση». Η αξιολόγηση είναι εργαλείο πιο στενής σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η ΕΕ πάνω στο ζήτημα της αξιολόγησης ή αλλιώς «διασφάλισης της ποιότητας» είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις για δήθεν ακαδημαϊκά/παιδαγωγικά κριτήρια.

Για τις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η αξιολόγηση φέρνει αναπόφευκτα την κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων και την ανάπτυξη διαφοροποιημένων προγραμμάτων, ανοίγει δρόμο «αξιολόγησης» από τις επιχειρήσεις.

Το κύριο πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι ποσοτικό ζήτημα ώστε να αντιμετωπιστεί με δείκτες και θεσμούς αξιολόγησης. Ο έλεγχος, προγραμματισμός και απολογισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας εξαρτάται ουσιαστικά από τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της εξουσίας και της εκπαιδευτικής πολιτικής της, από την αστική ιδεολογία και το στόχο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής που εξυπηρετεί όλο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Σε σχέση με το ζήτημα της «αξιολόγησης-χειραγώγησης», ο ΣΥΝ/ ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει μόνο το αυταρχικό πλαίσιο της αξιολόγησης, το οποίο θεωρεί ότι ασκεί ασφυκτικό διοικητικό έλεγχο, περιορίζει την παιδαγωγική ελευθερία, μετατρέπει τον παιδαγωγό σε υποταγμένο υπάλληλο, ανατρέπει τις εργασιακές σχέσεις κ.ο.κ. Την ίδια θέση προβάλλουν και δυνάμεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ. Ομως η αξιολόγηση στην εκπαίδευση δε σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν επιθεωρητισμό (αν και μπορεί κατά την πρώτη φάση της εφαρμογής να εκδηλωθούν και φαινόμενα αυταρχισμού). Κυρίως συνεπάγεται αποτίμηση με όρους ανταγωνισμού και αυτό μπορεί να συμβεί και σε καθεστώς «παιδαγωγικής ελευθερίας».

Η κριτική του οπορτουνισμού για την αξιολόγηση (που τη συνδέουν με τη χειραγώγηση) γίνεται από θέση περί «αυτονομίας της εκπαίδευσης». Γι’ αυτό το λόγο η αυτοαξιολόγηση, ως πλευρά της εσωτερικής αξιολόγησης του σχολείου και του εκπαιδευτικού έργου, σε αντίθεση με την εξωτερική αξιολόγηση, προβάλλεται ως αίτημα από τις δυνάμεις του ΣΥΝ!51 Με αυτή την έννοια, η θέση ότι «η αυτοαξιολόγηση δεν προστατεύει από τη χειραγώγηση»52 υπάγεται στην αντίληψη ότι στα πλαίσια της αυτονομίας του σχολείου και εντός του καπιταλισμού μπορεί να υπάρξει αξιολόγηση υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.

Η ουσία είναι ότι η αξιολόγηση δεν μπορεί να αποσπαστεί από τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, επομένως του ταξικού του χαρακτήρα, ακόμα κι αν στοχεύει σε κάποιον εξορθολογισμό, στην αποτελεσματικότητά του. Με αυτή την έννοια καταγράφεται ως «κοινωνική λογοδοσία» σε κείμενα ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΕΕ, ΟΟΣΑ) και υπουργείων Παιδείας καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Η αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού προϋποθέτει βαθιά αφομοίωση της στρατηγικής του Κόμματος και εφαρμογή της στη δράση, στη ζωή. Απαιτεί πνεύμα πρωτοβουλίας και δράση «από τα κάτω», μέσα στις μάζες με αιτήματα και στόχους πάλης που ικανοποιούν τις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες, διαμορφώνοντας προϋποθέσεις σύγκρουσης με την αστική στρατηγική, ανοίγοντας το δρόμο, μέσα από την εμπειρία της πάλης, να κατανοείται η αναγκαιότητα της αλλαγής τάξης στην εξουσία, του άλλου δρόμου ανάπτυξης.

Σήμερα, σε συνθήκες εξέλιξης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και ταχείας εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και στην εκπαίδευση, δημιουργούνται όροι συσσώρευσης πολιτικής πείρας, καθώς αποκαλύπτονται τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο βαθιά αντιδραστικός, επικίνδυνος και παρασιτικός του χαρακτήρας.

Η παρέμβαση των κομμουνιστών στο χώρο των εκπαιδευτικών χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη την κρισιμότητα του σχολείου ως ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους, πρέπει να κατευθύνεται στην προετοιμασία εκπαιδευτικών που αντιλαμβάνονται το ρόλο τους στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών της λαϊκής οικογένειας.

Σήμερα χρειάζεται στο ίδιο το κίνημα των εκπαιδευτικών να ενισχύεται και να μορφοποιείται ευδιάκριτα το ταξικό ρεύμα που θέτει επί τάπητος τους όρους για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών στην εκπαίδευση, στην οικονομία, στην κοινωνία.

Το περιεχόμενο της ανασύνταξης του κινήματος για τους εκπαιδευτικούς συνίσταται στην αλλαγή των συσχετισμών υπέρ των ταξικών δυνάμεων κυρίως να υπάρξει άνοδος του βαθμού οργάνωσης των λαϊκών στρωμάτων που εκ των πραγμάτων αποτελεί σημαντική συμβολή στην προώθηση της λαϊκής αντεπίθεσης, ιδιαίτερα σήμερα που νέες δυνάμεις μπαίνουν στους αγώνες. Απαιτείται επίσης προσανατολισμός των ταξικών δυνάμεων στους εκπαιδευτικούς στη λαϊκή συμμαχία (ΠΑΜΕ - ΜΑΣ - ΟΓΕ - ΠΑΣΕΒΕ - ΠΑΣΥ).

Αρα σήμερα η συζήτηση για το τι κίνημα χρειαζόμαστε στους εκπαιδευτικούς δεν μπορεί να περιορίζεται απλά σε μια γραμμή άμυνας που η ίδια η πείρα μας δείχνει ότι στις σημερινές συνθήκες είναι ένα άσφαιρο όπλο, αλλά να αναδεικνύει ότι πρέπει να ενισχύεται το ταξικό ρεύμα που παίρνει θέση πρωταγωνιστή στο κρίσιμο ζήτημα «παιδεία από ποιον και για ποιον», στο έδαφος της απάντησης «ανάπτυξη για ποιον και από ποιον».


 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Αν και δεν είναι μόνο εκλογικό ζήτημα, έχει σημασία να σταθούμε στο γεγονός ότι οι δυνάμεις του οπορτουνισμού (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ.) εκπροσωπούνται συνολικά με ένα ποσοστό ανάμεσα στο 25% με 30% με βάση τις τελευταίες αρχαιρεσίες για τα συνέδρια σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ (Μάης - Ιούνης 2011).

2. Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη με θέμα: «Η δράση του Κόμματος για τα προβλήματα της νεολαίας. Η στήριξη της ΚΝΕ», Οκτώβρης 2005.

3. Οι δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980 χαρακτηρίζονται από έντονη παρουσία και μαζικοποίηση μικροαστικών ρευμάτων σκέψης αλλά και δράσης στα πανεπιστήμια, που εκφράζονται οργανωμένα σε διάφορες εκδοχές του οπορτουνισμού: ευρωκομμουνισμός, μαοϊκοί, τροτσκιστές κ.ά. Οι ομάδες αυτές, αξιοποιώντας τα προβλήματα στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και με αιχμή τον αντισοβιετισμό, πριμοδοτούνται από την αστική τάξη ως ανάχωμα στην επιρροή των κομμουνιστικών ιδεών και ως μοχλοί πίεσης στα κομμουνιστικά κόμματα για να αναθεωρήσουν βασικές αρχές της ιδεολογίας τους. Αργότερα στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ επιχορηγούσε μέσω της Γραμματείας Νέας Γενιάς έντυπα τέτοιων ρευμάτων.

4. Για παράδειγμα, η στάση του ΣΥΝ απέναντι στο ΕΣΥΠ (το οποίο άλλωστε ήταν αρχικά πρότασή του και υιοθετήθηκε μετέπειτα από τον τότε υπουργό Παιδείας Γ. Παπανδρέου) και η κριτική που άσκησε σε αυτό στη συνέχεια αποτελεί δείκτη της συναινετικής του γραμμής. Θεωρώντας το ΕΣΥΠ ως ένα «υπερκομματικό», άρα και «υπερταξικό» πεδίο, από το 2004 υποστήριζε «ότι η ιδέα της διακομματικής συνεννόησης διασύρεται, όταν χρησιμοποιείται ως μέσο δημαγωγικής ικανοποίησης της κοινής γνώμης και ως τεχνική εξωραϊσμού του απογοητευτικού προσώπου της κυβέρνησης»,

5.  Ανάμεσα στ’ άλλα σημειώνουμε ότι το ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε σημαντικές παραχωρήσεις προς τους εκπαιδευτικούς όπως αυξήσεις ύψους 40% (1983), εξομοίωση (ακαδημαϊκή και μισθολογική) των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας με αυτούς της δευτεροβάθμιας κλπ.

6. Για τις δυνάμεις του ΣΥΝ (Διακήρυξη για εκλογές σε ΟΛΜΕ, 2009), το πρόβλημα με την ΠΑΣΚ ήταν ζήτημα «διαπαιδαγώγησης οκτώ χρόνων καχυποψίας απέναντι στο κίνημα» που «δυστυχώς επηρεάζει και τη σημερινή πρακτική τους», ενώ οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ (Διακήρυξη για εκλογές σε ΟΛΜΕ, 2009) έκαναν λόγο για μια ΠΑΣΚ που «έχει χάσει την ψυχή της»!

7. Η διείσδυση της αστικής πολιτικής μέσα στο κίνημα με τη μορφή του οικονομισμού εκφράζεται χαρακτηριστικά ως εξής: «Τα αιτήματα δεν χωρίζονται σε αμυντικά ή επιθετικά, όπως ανόητα υποστηρίζουν ορισμένοι. Πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού και μάλιστα στην οξυμένη αντεργατική φάση, όλα τα αιτήματα έχουν “αμυντικό” χαρακτήρα. Για την ακρίβεια, το λάθος εδώ των οπορτουνιστών αλλά και του αριστερισμού είναι ότι θέλει να κάνει να πιστέψουν οι εργαζόμενοι πως οι βελτιώσεις (ή έστω τα αιτήματα) έχουν ένα ορισμένο τέλος. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Τα συνθήματα-αιτήματα και η επιτυχία τους να συσπειρώνουν, να εμπνέουν, να καθοδηγήσουν και να δώσουν νίκες (νίκες που πάντα θα’ ναι κάτω από το αυστηρό βλέμμα του συσχετισμού δύναμης) προέρχονται από το επίπεδο ανάπτυξης της συνείδησης των εργαζομένων, της πολιτικής συμμαχιών και κυρίως από το επίπεδο σύνδεσης του επαναστατικού κόμματος (που λείπει) με την εργατική τάξη. Τα αιτήματα μεταβάλλονται με τη συγκυρία, για παράδειγμα η όξυνση της καταστολής φέρνει στην επιφάνεια την ανάγκη απάντησής της», «Ορισμένα συμπεράσματα από την πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος και τις πρόσφατες απεργίες», «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», (περιοδικό που εκδίδουν οι δυνάμεις των Παρεμβάσεων), τεύχος 67, σελ.76.

8. Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.

9. Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 17ο Συνέδριο του ΚΚΕ, Οκτώβρης 2004.

10. Εκφραση αυτής της θέσης είναι ότι οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην ΟΛΜΕ παίρνουν κυριολεκτικά πάνω τους την ευθύνη για τη δράση της εν λόγω Ομοσπονδίας, ασκούν κριτική στις άλλες δυνάμεις και από τη σκοπιά της συμβολής τους στη λειτουργία της ΟΛΜΕ (Διακήρυξη για το 15ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ-2011).

11. Εκθεση Α5-0183/2002 του Ευρωκοινοβουλίου.

12. Ε-0544/2003.

13. Συνέντευξη Αλ. Τσίπρα στην εφημερίδα «Σημερινή», 16 Ιούνη 2008.

14. Πρόταση του ΣΥΝ «Για μια δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» 2004, σελ. 110.

15. Ο.π., σελ. 110. Μάλιστα σε κείμενο του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ (2008) γίνεται η πρόταση στην κυβέρνηση να δίνει τη δυνατότητα «σε όσες επιχειρήσεις επιθυμούν να μετεξελιχθούν σε ΙΕΚ/ΚΕΚ»!

16. Από τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στην «Athens Voice», 15 Μάη 2008.

17. Ετσι, στη συνθετική πρόταση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ για την απόφαση του 15ου Συνεδρίου της ΟΛΜΕ (Ιούνης 2011), εμπεριέχεται το αίτημα για «Δημόσια, 12χρονη υποχρεωτική και πραγματικά δωρεάν Εκπαίδευση» με βάση την εισήγηση που από κοινού είχαν ψηφίσει στο ΔΣ της ΟΛΜΕ οι ΔΑΚΕ, ΣΥΝ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ (Μάρτης 2011).

18. http://www.syn.gr/downloads/2010031314/gr_kalomoiris.pdf.

19. «Aπαιτούμε Zώνες Eκπαιδευτικής Στήριξης για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες στις υποβαθμισμένες και ακριτικές περιοχές. Aντισταθμιστική Aγωγή που μειώνει τις εκπαιδευτικές ανισότητες, μέτρα στήριξης του λαϊκού εισοδήματος. Kανένα παιδί κάτω από τα 18 στο σπίτι, στο δρόμο ή στην εργασία», Διακήρυξη των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ μπροστά στο 14ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ, 2009.

20. Θεωρούμε ως πρώτη φάση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση την περίοδο που ξεκινά με το 2525/97 και εκτείνεται μέχρι το 2002, όπου αποτυπώνονται και οι πρώτες συνέπειες από την εφαρμογή των κυβερνητικών μέτρων, βλ. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Βασικά συμπεράσματα από τις εξελίξεις και τη δράση μας στο κίνημα της παιδείας», Γενάρης 2002.

21. Πρόταση του ΣΥΝ «Για μια δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» 2004, σελ. 16-17.

22. Πρόταση του ΣΥΝ «Για μια δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» 2004, σελ. 23.

23. Δημήτρη Αλεξόπουλου: «Γράμμα από τη Φινλανδία», ένθετο στην εφημερίδα «Η Αυγή» «Παιδεία και Κοινωνία», τεύχος 2, Μάης 2005, σελ. 3.

24. Σε αυτό πνεύμα εντάσσονταν και η κριτική του Κώστα Θεριανού («Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», τεύχος 79, Φθινόπωρο 2006, σελ. 56-58.) στις προτάσεις του ΕΣΥΠ για την εκπαίδευση (Ιούνης 2006) που επί της ουσίας σήμερα υλοποιούνται. Η κριτική αυτή έθετε τα εξής: ο στόχος της πρότασης του ΕΣΥΠ δεν ήταν η παιδαγωγική ελευθερία του σχολείου και το άνοιγμα στην κοινωνία μέσα από την υιοθέτηση νέων μορφωτικών πρακτικών που σπάνε το σημερινό ασφυκτικό πλαίσιο της κυρίαρχης παραδοσιακής παιδαγωγικής. Εντόπιζε δε το πρόβλημα της αυτοδιοίκησης στη σύνδεση με τη χρηματοδότηση και τον αγώνα για επιβίωση που θα οδηγήσει σε ανταγωνισμό με άλλα σχολεία.

25. Πρόταση του ΣΥΝ «Για μια δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» 2004, σελ. 25.

26. Ανακοίνωση της Αυτόνομης Παρέμβασης Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Μάης - Ιούνης 2008.

27. «Ριζοσπαστική Παιδαγωγική:μέσα από τους θεσμούς ή μέσα από το κίνημα;» εισήγηση του Π. Μενδώνη, από τον Παιδαγωγικό Ομιλο των Παρεμβάσεων Κινήσεων Συσπειρώσεων στην ημερίδα της ΔΟΕ με θέμα «Διαθεματικό Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών -Ευέλικτη Ζώνη», Γιάννενα, 17 Μάη 2004.

28. Ο.π.

29. Ο.π.

30. Σε αυτά τα πλαίσια δεν είναι παράξενο ότι η εφημερίδα «Αυγή» δεν άρθρωσε λέξη για την ιδεολογική κατεύθυνση των θεμάτων στις πανελλήνιες εξετάσεις του 2010 στη Γλώσσα (περί Δια Βίου Μάθησης) και την Ιστορία (τα δάνεια ως διέξοδος από την κρίση), ενώ στο ΔΣ της ΟΛΜΕ (18.5.2010) η πρόταση του ΠΑΜΕ για καταδίκη των θεμάτων και της προσπάθειας χειραγώγησης των μαθητών καταψηφίστηκε από ΠΑΣΚ - ΔΑΚΕ και οι δυνάμεις του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν λευκό!

31. Ανακοίνωση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης με τίτλο «Ευέλικτη Ζώνη: Αποφασίζουμε και διατάζουμε…».

32. Ανακοίνωση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, 3 Οκτώβρη 2005.

33. Τα βιβλία αυτά σχεδιάστηκαν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ της προηγούμενης περιόδου (2000-2004), ενώ σήμερα μέσα από το κείμενο του «Νέου Σχολείου» (Μάρτης 2010) η κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτά, παρότι «περιγράφουν την υιοθέτηση σύγχρονων αρχών, δεν έχουν στην πράξη επιφέρει αλλαγές στο σχολείο». Επί της ουσίας τα αποδέχεται και πάνω σε αυτά προετοιμάζει το επόμενο βήμα της.

34. http://www.syn.gr/downloads/2010031314/e_zografaki.pdf.

35. Παιδαγωγικός Ομιλος, «Νέα Βιβλία - Παλιές συνήθειες», Φλεβάρης 2006.

36. Παιδαγωγικός Ομιλος,  «Νέα Βιβλία: Εικονική Ενημέρωση - Εικονική Συζήτηση. Καμιά συμμετοχή των εκπαιδευτικών της πράξης». Αλλωστε, ο Σωτήρης Σκαρτσίλας, στο εισαγωγικό άρθρο κριτικής στα νέα βιβλία, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Ρωγμές εν τάξει», εντοπίζει προβλήματα στην απουσία της διαθεματικότητας από τα βιβλία, παρόλο που οι οδηγίες του δασκάλου την επικαλούνται! («Ρωγμές εν τάξει», «Σκέψεις για τη γλώσσα», σελ. 8, τεύχος 1, Καλοκαίρι 2007).

37. Κώστας Θεριανός, «Διαθεματικότητα: Η νέα μεταρρυθμιστική ιδέα», περιοδικό «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», http://www.antitetradia.gr/site/newmagaz.php?mid= 5&tid=44.

38.  Γρ.Καλομοίρης, «Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης και η Παιδεία», «Παιδεία και Κοινωνία», τεύχος 47, Οκτώβρης 2009, σελ. 12.

39. Τμήμα Παιδείας του ΣΥΝ, 5 Μάρτη 2010.

40. Ο ΣΥΝ το 2004, δηλαδή 7 χρόνια μετά την κατάργηση του ΑΣΕΠ, υποστήριζε: «Οι διορισμοί να γίνονται με βάση το φάκελο προσόντων. Μπορούν να ισχύσουν λύσεις εναλλακτικής επετηρίδας έτσι ώστε να μοριοδοτούνται η διδακτική εμπειρία οι μεταπτυχιακοί τίτλοι (Dr, Ms), κάθε άλλο πτυχίο, ερευνητικό ή συγγραφικό έργο, γνώση ξένων γλωσσών, βαθμός πτυχίου κ.τ.ό.». Και σήμερα (πρόταση του ΣΥΝ για το σύστημα διορισμού των εκπαιδευτικών, Γενάρης 2011), αποδεικνύεται ότι ο ΣΥΝ αποδέχεται τη στρατηγική της ΕΕ για αποσύνδεση πτυχίου-επαγγέλματος. Αλλωστε, ο ΣΥΝ ψήφισε υπέρ του κειμένου της ΕΕ, όπου τονίζεται η ανάγκη για «καθιέρωση ανταγωνιστικών διαδικασιών επιλογής στη διαδικασία πρόσληψης των εκπαιδευτικών» (Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών, INI/2008/2068, T6-0422/2008, 23.9.2008). Διάφορες συσπειρώσεις ή σωματεία, που στήθηκαν κύρια από τις ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ, όπως το λεγόμενο συντονιστικό των ωρομισθίων και η Πανελλήνια Ενωση Αδιόριστων Εκπαιδευτικών, στο όνομα του εφικτού ταυτίζονται με τις δυνάμεις της ΠΑΣΚ και της ΔΑΚΕ και «αγωνίζονται» να μην καταργηθούν η προϋπηρεσία και οι πίνακες προϋπηρεσίας και βέβαια αποδέχονται και αυτοί το θεσμό του αναπληρωτή.

41. Ανακοίνωση του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ, 21 Γενάρη 2011.

42. Ανακοίνωση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης όπου γίνεται λόγος για το Υπουργείο Παιδείας του ΔΝΤ! (10 Γενάρη 2011).

43. Ανακοίνωση του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ, 2 Μάρτη 2011. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος ρεπορτάζ της εφημερίδας «Η Αυγή»: «Στα όρια της νομιμότητας οι συγχωνεύσεις σχολείων»! (22 Γενάρη 2011).

44. Δήλωση της Εφης Καλαμαρά, μέλους της ΠΓ του ΣΥΝ, υπεύθυνης για θέματα Παιδείας σχετικά με το κείμενο εργασίας του Υπ. Παιδείας με θέμα «Αναδιοργάνωση διοικητικής δομής του εκπαιδευτικού συστήματος» (2 Δεκέμβρη 2010).

45. Εφημερίδα «Τα Νέα», 18 Ιούνη 2010.

46. Πρόταση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ προς το ΔΣ της ΔΟΕ για το σχέδιο νόμου για τη Διοικητική Αναδιάρθρωση της Εκπαίδευσης, 14 Απρίλη 2011.

47. Συμβολή του ΣΥΝ στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, Φλεβάρης 2009, σελ. 67.

48. Προτάσεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ για την ΤΕΕ και το σχολείο (Μάης 2006).

49. Διακήρυξη των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ για το 14ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ.

50. Διατύπωση που συναντάμε και το 2009 στη διακήρυξη των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ για το 14ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ, αλλά και στη διακήρυξή τους για το Συνέδριο της ΔΟΕ το 2011.

51. Τμήμα Παιδείας ΣΥΝ, «Συμβολή στο Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (2008)»: «Αποτίμηση των εκπαιδευτικών επιτευγμάτων των σχολείων μέσα από συλλογικές διαδικασίες αυτοαξιολόγησης, με στόχο τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου. Βασική προϋπόθεση, η συστηματική και πλήρης επιμόρφωση όλων των εκπαιδευτικών».

52. Απόφαση του Συλλόγου Δασκάλων Πειραιά με εισήγηση των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ (27 Απρίλη 2010).