ΠΑΛΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το διάστημα των τελευταίων μηνών, μέσα στο πλαίσιο της διαρκώς εντεινόμενης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της κλιμακούμενης αντεργατικής και αντιλαϊκής επίθεσης κι ενώ οι κοινωνικές αντιθέσεις οξύνονται με πρωτόγνωρο ρυθμό από τη μεταπολίτευση και μετά, τίθεται εκ νέου μέσα στην πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση ένα μάλλον παλιό ζήτημα: το ζήτημα περί της «άμεσης», της «συμμετοχικής» ή ακόμα και της «πραγματικής» δημοκρατίας. Φαίνεται ν’ απασχολεί σχεδόν τους πάντες: δεξιούς κι «αριστερούς», σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθερους, διεθνιστές-κοσμοπολίτες και εθνικιστές. Είναι ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν πολύ στις «πλατείες» και τις συνελεύσεις των «αγανακτισμένων», προβάλλεται συνεχώς από τα καπιταλιστικά ΜΜΕ, συζητιέται σε ημερίδες διανοουμένων. Γενικώς σελίδες επί σελίδων γράφονται γι’ αυτό το ζήτημα σε περιοδικά, εφημερίδες, βιβλία, ιστοσελίδες και blog. Με προσχηματικές αναφορές στη δημοκρατία, η κυβέρνηση προωθεί μια σειρά θεσμικές αλλαγές. Μάλιστα τον Ιούλη κατέθεσε προς διαβούλευση και σχετικό νομοσχέδιο για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων με ρητό στόχο -όπως αναφέρεται σε αυτό- την ενίσχυση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας στη χώρα μας.

Σε μια πρώτη ματιά, το θέμα φαίνεται αστείο ή τουλάχιστον γκροτέσκο - και σε μεγάλο βαθμό είναι τέτοιο. Σε μια συγκυρία που οι μισθοί, τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα και κατακτήσεις, η υγεία, η παιδεία, το βιοτικό επίπεδο του λαού διαλύονται κυριολεκτικά, όταν -με βάση τα επίσημα στοιχεία- σχεδόν ένας στους πέντε είναι άνεργος (στην πραγματικότητα οι άνεργοι και υποαπασχολούμενοι είναι πολύ περισσότεροι) και όταν χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να πληρώσουν το νοίκι, τα δάνεια και τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, η κυβέρνηση αλλά και άλλοι μηχανισμοί του αστικού κράτους θέτουν στην ημερήσια διάταξη προς συζήτηση το ζήτημα της «περαιτέρω ενίσχυσης της δημοκρατίας μας με αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και πρακτικές». Μέσα σε αυτό το κοινωνικό κλίμα εξαθλίωσης και ανασφάλειας γίνεται λόγος για την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας, αναλύονται οι διάφορες πλευρές της ελβετικής εμπειρίας των δημοψηφισμάτων και πολλά άλλα τέτοια ωραία. Δημοσιολόγοι, «αναλυτές», «ελευθεριακοί ακτιβιστές» και έγκριτοι νομικοί επιστήμονες λογομαχούν και επιχειρηματολογούν με πάθος για το πώς θα φέρουμε «τη δημοκρατία πιο κοντά στο λαό» και «το λαό πιο κοντά στη λήψη των αποφάσεων», τον ίδιο αυτό λαό που ρημάζεται κυριολεκτικά μέρα με τη μέρα. Αν τους μιλήσεις για: καπιταλισμό, κρίση υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης, πάλη των τάξεων, σοσιαλιστική επανάσταση, εργατική εξουσία, σου αντιτείνουν με μεγάλη άνεση: κρίση δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, τέλος της κομματοκρατίας και των κομμάτων, φαυλοκρατία και κλεπτοκρατία των πολιτικών, εξέγερση των «πολιτών» (στις πλατείες!), τέλος της μεταπολίτευσης, έλεγχος του χρέους κ.ο.κ. Ακόμα και την καπιταλιστική κρίση την αποδίδουν στο πολιτικό σύστημα και τη λειψή δημοκρατία!

Ωστόσο, μέσα από ολόκληρη αυτήν την επίμονα καλλιεργούμενη και προβαλλόμενη θορυβώδη φλυαρία, ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, το μέσο της επερχόμενης δήθεν «ψηφιακής άμεσης δημοκρατίας» (του facebook και του twitter), πονηριάς, ασχετοσύνης, αφέλειας διακρίνεται καθαρά η προσπάθεια της άρχουσας τάξης να προετοιμάσει και να προωθήσει την έγκαιρη προσαρμογή του πολιτικού της συστήματος στις συνθήκες και απαιτήσεις της φτώχειας και της βαρβαρότητας που θα συνοδεύουν μόνιμα πια από δω και πέρα την ύπαρξη του καπιταλιστικού σχηματισμού, ακόμα και στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες του. Γιατί είναι όντως αλήθεια ότι έχει ήδη ξεκινήσει μια καινούργια συγκυρία στην εξέλιξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στην οποία η στροφή στην αντίδραση θα είναι πολύ πιο έντονη από πριν. Στο πλαίσιο αυτό και η ίδια η αστική δημοκρατία στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες θ’ αλλάξει (ακριβέστερα, ήδη έχει αρχίσει ν’ αλλάζει εδώ και αρκετό καιρό) προς πιο αντιδραστικές πολιτικές μορφές και κατευθύνσεις. Γι’ αυτό, όσο κι αν φαίνεται ίσως σε πολλούς παράδοξο, όλη αυτή η συζήτηση περί δημοκρατίας, ακόμα και περί «άμεσης δημοκρατίας», είναι πολύ επικίνδυνη και κρύβει επιδιώξεις κάθε άλλο παρά δημοκρατικές, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας.

Ομως ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Στο παρόν κείμενο
θα επιχειρηθεί να εξεταστούν συνοπτικά κάποιες από τις βασικές ιδέες και έννοιες που προβάλλονται σαν κεντρικές στην προαναφερόμενη συζήτηση.

ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΕΝΙΚΑ

 Λίγες είναι οι έννοιες για τις οποίες έχουν γραφτεί και ειπωθεί τόσα πολλά, ιδιαίτερα τους δύο τελευταίους αιώνες. Εχει υπάρξει ως ιδέα, ως ιδανικό, ως σύνθημα και κραυγή στα χείλη εκατομμυρίων αγωνιζόμενων ανθρώπων, ως πολιτικό αίτημα και στόχος, ως δυνατότητα και ως πραγματικότητα και επίσης ως ιδεολόγημα εξαπάτησης, ως φενάκη. Οπως ξέρουμε όλοι, η λέξη είναι αρχαία και σημαίνει την εξουσία του δήμου σε αρχαίες πόλεις-κράτη. Δήμος δεν ήταν ο συνολικός πληθυσμός αυτών των κρατών, αλλά οι ελεύθεροι πολίτες τους, δηλαδή οι ενήλικοι άνδρες που είχαν πολιτικά δικαιώματα, σε αντίθεση με τις γυναίκες, τους δούλους και τους μετοίκους. Η εξουσία του δήμου, η «δημοκρατία» τίθεται σε αντιπαράθεση με την «αριστοκρατία» ή «ολιγαρχία», δηλαδή με την εξουσία των πλούσιων γαιοκτημόνων-μεγάλων δουλοκτητών, καθώς και με τη «μοναρχία» ή «τυραννία», όπου κυβερνά ένας ηγεμόνας (που όμως, όχι σπάνια, ευνοεί περισσότερο τους φτωχούς ελεύθερους -και βασίζεται σε αυτούς- παρά τους αριστοκράτες). Εφόσον άρχει ο δήμος, δηλαδή το σύνολο των πολιτών, είναι σαφές ότι τον πρώτο λόγο έχει η πλειονότητα (η «πλειοψηφία»), η οποία φυσικά περιορίζει όσο είναι δυνατό τις επιπτώσεις της οικονομικής δύναμης των πλουσίων. Ενας από τους τρόπους που γινόταν αυτό ήταν η εκλογή με ψηφοφορία ή και η χρήση της κλήρωσης για τα κρατικά αξιώματα και της τακτής εναλλαγής σε αυτά από όσο το δυνατό περισσότερους πολίτες, καθώς και οι τακτικές συνελεύσεις («εκκλησία του δήμου») όπου επιδιωκόταν να συμμετέχει το σύνολο των πολιτών. Για να επιτυγχάνεται αυτό, δεδομένου ότι πολλοί από τους πολίτες έκαναν παραγωγική εργασία εν συνόλω ή εν μέρει, δινόταν και αποζημίωση για τη συμμετοχή στα κοινά - μόνο έτσι εξάλλου θα αποκλειόταν ο έλεγχος της εξουσίας και η κατάληψη όλων των αξιωμάτων από τους πλούσιους πολίτες, οι οποίοι ήταν εντελώς απαλλαγμένοι από τη φυσική εργασία.

Ο δήμος λοιπόν απαρτιζόταν εν μέρει από παραγωγούς. Ωστόσο, η μορφή αυτή εξουσίας δε θα ήταν δυνατή στις δοσμένες οικονομικές συνθήκες αν δεν υπήρχε ένα ακόμη πολυάριθμο κοινωνικό σώμα που αποτελούνταν από καθαυτό και αποκλειστικά σχεδόν παραγωγούς -ιδιαίτερα πολυάριθμο μάλιστα στους καιρούς της δόξας της αθηναϊκής δημοκρατίας- και συγκεκριμένα η κοινωνική τάξη των δούλων. Στην εργασία των δούλων βασιζόταν το παραγωγικό πλεόνασμα που επέτρεπε στους ελεύθερους Αθηναίους πολίτες να ασχολούνται με τη μη παραγωγική πνευματική εργασία της διοίκησης του κράτους (ενδεικτικά, στα χρόνια της μέγιστης ακμής της Αθήνας, οι πολίτες αριθμούσαν τριάντα χιλιάδες περίπου, ενώ οι δούλοι ίσως και μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες άτομα). Επρόκειτο λοιπόν για μια δουλοκτητική δημοκρατία και ο δήμος συνιστούσε την άρχουσα τάξη, συγκροτημένη ως πολιτική οντότητα.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που συνοδεύει τη δημοκρατία ως μορφή εξουσίας και διακυβέρνησης σε όλη την κατοπινή της εξέλιξη (και είναι μακρά αυτή). Δηλαδή: Η δημοκρατία είναι μια μορφή ταξικής πολιτικής εξουσίας, μια μορφή κράτους. Το κράτος συνιστά εποικοδόμημα μιας ταξικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας (με τη μοναδική ιστορική εξαίρεση της δικτατορίας του προλεταριάτου που, αν και συνιστά επίσης ταξική δικτατορία, δε βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και είναι επαναστατική μεταβατική κρατική μορφή προς την αταξική και χωρίς κράτος κοινωνία).

Κάθε δημοκρατία λοιπόν συνιστά στην πραγματικότητα μια ταξική δικτατορία επί της εκμεταλλευόμενης τάξης ή τάξεων. Κάθε δημοκρατία αφορά την κυρίαρχη τάξη του δοσμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, άρα το βασικό στην προκειμένη περίπτωση της ελληνικής αρχαιότητας είναι πως επρόκειτο για ένα δουλοκτητικό κράτος, κατά τον τύπο και το περιεχόμενο και για δημοκρατία ως προς τη μορφή. Επρόκειτο για δημοκρατία μεταξύ του συνόλου των δουλοκτητών, μεγάλων και μικρών, η οποία φυσικά προστάτευε και ευνοούσε μεν περισσότερο τους λιγότερο πλούσιους πολίτες (χωρίς ωστόσο να αίρει τη διάκριση-αντίθεση μεταξύ πλούσιων και φτωχών), αλλά από την άλλη βασιζόταν στην ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της εργασίας της τάξης των «ομιλούντων εργαλείων», των δούλων, από την τάξη των δουλοκτητών-πολιτών ως συνόλου. Σ’ αυτό αφορούσαν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των διάφορων ομάδων πολιτών: στο πώς θα κατανεμηθεί μεταξύ τους το υπερπροϊόν της σφετερισμένης εργασίας των δούλων - στην τελευταία, σε τελική ανάλυση, βασίζονταν οικονομικά τα τεράστια όντως πολιτικά, στρατιωτικά και πολιτιστικά επιτεύγματα της αθηναϊκής δημοκρατίας, καθώς και όλων των σημαντικών αρχαίων κρατών.

Και στο φεουδαρχικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό υπάρχει το ιστορικό αντίστοιχο της αρχαίας δημοκρατίας των δουλοκτητών, στις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν υπάρχει ισχυρή βασιλική εξουσία και στην πράξη ο βασιλιάς είναι «πρώτος μεταξύ ίσων» (βλ. λ.χ. τη φεουδαρχική Πολωνία, που ποτέ δεν έφτασε στην απολυταρχική εξουσία, αλλά το κράτος διοικούσε «δημοκρατικά», δηλαδή με βάση τους κανόνες της πλειοψηφίας-μειοψηφίας και του συσχετισμού δύναμης, από κοινού, η «σλιάχτα», η σύνοδος ή συνέλευση των ευγενών φεουδαρχών, όπως επίσης γινόταν, σε κάποιο βαθμό και στην προαπολυταρχική φεουδαρχική περίοδο της Αγγλίας και αλλού). Επρόκειτο και εδώ για μια ταξική εξουσία, μια δικτατορία των φεουδαρχών (δηλαδή της εκμεταλλευτικής τάξης που διαδέχτηκε τους δουλοκτήτες) επί των παραγωγών, δηλαδή των εξαρτημένων και δεμένων στη γη αγροτών (στη φεουδαλική περίοδο βέβαια το συγκεκριμένο καθεστώς δεν ονομαζόταν δημοκρατία ούτε καν res publica, αλλά η ουσία ήταν η ίδια - δημοκρατία μεταξύ των εκμεταλλευτών και σε βάρος των παραγωγών), «δημοκρατία» ή «αριστοκρατία» για την εκμεταλλεύτρια κυρίαρχη τάξη - δικτατορία για την εκμεταλλευόμενη και κυριαρχούμενη.1

Αντίστοιχα είναι τα πράγματα ως προς την ουσία τους και στην καπιταλιστική περίοδο ανάπτυξης της ανθρωπότητας. «Πολίτης» κυρίαρχος, με ουσιαστικό δικαίωμα και δυνατότητα συμμετοχής στα κοινά στις πρώτες αστικές δημοκρατίες των νέων χρόνων, ήταν ο αστός, ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής ή πλούτου, ο βιοτέχνης, ο καραβοκύρης, ο έμπορος, ο τραπεζίτης κ.ο.κ. και όχι φυσικά ο μισθωτός εργάτης.

Στην πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού ωστόσο η κατάσταση περιπλέχθηκε πολιτικά και ιδεολογικά. Το θέμα είναι ότι ο καπιταλισμός, σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους εκμεταλλευτικούς σχηματισμούς, προϋποθέτει την εξάλειψη του εξωοικονομικού καταναγκασμού και της βίας σε πλατιά κλίμακα, όσον αφορά τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία. Ο εκμεταλλευόμενος παραγωγός, δηλαδή ο μισθωτός εργάτης που δε διαθέτει δικά του μέσα παραγωγής, πρέπει αναγκαία να είναι νομικά ελεύθερος, να μην είναι δεσμευμένος με τη βία με ένα μέσο παραγωγής (δηλαδή τη γη), ώστε να μπορεί να αποτελέσει ελεύθερη εργατική δύναμη για τον αστό-εργοδότη, με τον οποίο συνάπτει ένα συμβόλαιο (σύμβαση) εργασίας.

Επίσης, στον αγώνα της ενάντια στους φεουδάρχες, η τότε ανερχόμενη και επαναστατική κοινωνικά αστική τάξη ήταν ιστορικά αναγκασμένη να κινητοποιήσει, να πάρει μαζί της τις μεγάλες μάζες των παραγωγών εργαζόμενων, αγροτών κατά κύριο λόγο (που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού) και δευτερευόντως εργατών. Σε αυτή την επαναστατική περίοδο εμφανίζεται, μέσα από την ιδεολογικοποιημένη αστική εκδοχή της αρχαιότητας, η νεότερη έννοια της «δημοκρατίας» (αρχικά με τη ρωμαϊκή προαυτοκρατορική εκδοχή της -res publica- republique στη γαλλική επανάσταση, republic και republicans στην αμερικανική)2. Επίσης, στην καπιταλιστική εποχή εμφανίστηκε και η έννοια και πραγματικότητα του «έθνους», καθώς και μια καινούργια πολιτική αντίληψη του «λαού».

Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα μετά από τη βιομηχανική επανάσταση, απελευθέρωσε μια πελώρια κοινωνική δυναμική, πρωτόγνωρη για τη μέχρι τότε ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Επαναστατικοποίησε και πολλαπλασίασε την παραγωγική δυνατότητα του παραγωγού-εργαζόμενου που, αν και παρέμενε πάντα εκμεταλλευόμενος, απέκτησε πολιτικά δικαιώματα, έγινε νομικά ελεύθερος μέσα στην οικονομική εκμετάλλευση και ανισότητα. Μέσα στην έντονη ταξική πάλη του 19ου αιώνα, όπου συγκρούονταν ανελέητα τρεις βασικές κοινωνικές τάξεις, η φεουδαρχική, η αστική και η εργατική, αρχίζει να αποκτά σύγχρονη ιδεολογική χρήση η καθαρά αρχαιοελληνική έννοια της «δημοκρατίας», σε αντιπαράθεση με τον κλασσικό αστικό φιλελεύθερο «ρεπουμπλικανισμό». Οσο η αστική τάξη εδραιωνόταν οικονομικά και πολιτικά και φυσικά συντηρητικοποιούνταν ως άρχουσα τάξη που είχε βασικά πετύχει τον πολιτικό της σκοπό, τόσο η νεαρή εργατική τάξη, τα μικροαστικά στρώματα, αλλά ακόμη μερικές φορές και τμήματα της ανατραπείσας φεουδαρχικής τάξης, αναφέρονταν στη «δημοκρατία», σε αντιπαράθεση με το ρεπουμπλικανισμό και τον αστικό φιλελευθερισμό. Ξεχωριστό αίτημα - στόχο της περιόδου -που ενσωματώθηκε και στις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος, σηματοδοτώντας την «είσοδο» των γυναικών στην κοινωνική παραγωγή- αποτέλεσε η διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων για τις γυναίκες. Ο στόχος που υλοποιήθηκε στον 20ό αιώνα με την καθιέρωση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος στο μεγαλύτερο μέρος των καπιταλιστικών κρατών.

Ετσι εξηγείται, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, το γεγονός της ονομασίας του συντεταγμένου πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά (σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή «κοινωνική δημοκρατία» - διάχυση της δημοκρατίας, της ιδιότητας του πολίτη και για τους εργάτες και τη φτωχολογιά της πόλης και του χωριού - καθώς επίσης σηματοδοτούσε και «κοινωνική δημοκρατία» και κοινωνική ισότητα σε αντιπαράθεση με την τυπική αστική «πολιτική δημοκρατία» - εδώ ενσωματωνόταν και το αίτημα-σκοπός για την πολιτική και κοινωνική πλήρη χειραφέτηση της εργατικής τάξης), στο πλαίσιο του αγώνα για καθολικό δικαίωμα ψήφου και πολιτικά δικαιώματα για τους εργάτες. Ετσι εξηγείται, εν μέρει επίσης, από την άλλη μεριά και το γεγονός λ.χ. ότι οι αντιδραστικοί Αμερικανοί γαιοκτήμονες-δουλοκτήτες των νότιων πολιτειών συσπειρώνονταν στο «δημοκρατικό κόμμα» των ΗΠΑ (πρόκειται για το ίδιο κόμμα του τωρινού προέδρου Ομπάμα, που βέβαια σήμερα δεν εκφράζει κάποιους δουλοκτήτες γαιοκτήμονες, αλλά τη μεγαλοαστική τάξη των ΗΠΑ και μάλιστα με υποτιθέμενο πιο «προοδευτικό» πρόσημο από το δίδυμό του ρεπουμπλικανικό κόμμα), σε αντιπαράθεση με τους «βόρειους» βιομήχανους καπιταλιστές που συντάσσονταν με τους «ρεπουμπλικάνους» φιλελεύθερους (τους ίδιους με σήμερα επίσης), επιδιώκοντας τον αποχωρισμό των παραγωγών του Νότου (δηλαδή των αφρικανών αγροτικών δούλων) από τα συγκεκριμένα μέσα παραγωγής και τη μεταμόρφωσή τους σε ελεύθερη εργατική δύναμη. Σήμερα φαίνεται παράξενο, αλλά, ναι, οι Αμερικάνοι δουλοκτήτες του Νότου αυτοπροσδιορίζονταν ως «δημοκράτες» και «δημοκρατία» και ήταν όντως τέτοιοι, μέσα στο πλαίσιο βέβαια της ιδιαίτερης τάξης τους των «ελεύθερων (και λευκών) Αμερικανών πολιτών-ιδιοκτητών» του Νότου των ΗΠΑ. Η δημοκρατία λοιπόν, όπως εξάλλου και η αριστοκρατία ή η μοναρχία είναι πάντα ταξικές στην ουσία τους μορφές, κόμματα, τάσεις ή πολιτεύματα.

Το πολιτικό εργατικό κίνημα χρησιμοποίησε λοιπόν τις δυνατότητες πολιτικής δράσης που είχαν απελευθερώσει οι αστικές επαναστάσεις για την προώθηση των δικών του σκοπών και σωστά έπραξε (και πράττει). Αλλά οι δυνατότητες αυτές έχουν ένα ορισμένο ιστορικά συγκεκριμένο όριο. Η επίσημη και επιτρεπόμενη πολιτική ζωή σε μια ταξική κοινωνία καθορίζεται πάντα από την κυρίαρχη τάξη και το συμφέρον της και αντικειμενικά σήμερα στοχεύει στη διαρκή αναπαραγωγή των όρων του καπιταλιστικού σχηματισμού. Τελικά, μετά από πολλούς αγώνες, η «πολιτική δημοκρατία» έγινε πραγματικότητα στον καπιταλισμό, τουλάχιστον για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και εν πάση περιπτώσει σε συνθήκες «οικονομικής ομαλότητας» (γιατί η έλλειψη της τελευταίας, δηλαδή η διακοπή της απρόσκοπτης διαδικασίας της διευρυμένης αναπαραγωγής κεφαλαίου -βλ. βαθιά καπιταλιστική κρίση- και η αμφισβήτηση του καπιταλιστικού συστήματος που επιφέρει, είναι γνωστό ιστορικά ότι προκαλεί σύντομα τον παραμερισμό και της συνήθους «πολιτικής ομαλότητας» της αστικής δημοκρατίας). Τα μέλη όλων των τάξεων και στρωμάτων έχουν την ιδιότητα του πολίτη, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, την ισότητα απέναντι στους νόμους κ.ο.κ. Η «κοινωνική δημοκρατία» όμως, δεν πραγματοποιήθηκε φυσικά, ούτε ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί ποτέ μέσα σε μια ταξική κοινωνία. Μπορεί λοιπόν να υπάρχει (ή να μην υπάρχει) δημοκρατία στο εσωτερικό μιας τάξης που είναι κυρίαρχη, αλλά δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει «δημοκρατία των τάξεων», μια εξουσία δηλαδή που να ασκείται απ’ όλες τις τάξεις.

Τα παραπάνω βασικά πράγματα όλως παραδόξως «ξεχνιούνται», παραμερίζονται στο πλαίσιο της εν λόγω συζήτησης για τη «δημοκρατία». Το θέμα είναι ότι η σύγχρονη αστική δημοκρατία μπορεί να δικαιολογήσει το όνομά της ως τέτοια (όντας πάντοτε μια ταξική δικτατορία επί των παραγωγών εργαζομένων) μόνο αν παραμεριστεί το ταξικό κριτήριο και τεθεί ως «δημοκρατία ατόμων». Το καπιταλιστικό κράτος, σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα, μπορεί να υπάρξει ως ταξικό κράτος μόνο αν παρουσιαστεί ως «εθνικό», ως «καθολικό» κράτος όλων, που εκφράζει το «γενικό συμφέρον» και τη «γενική βούληση» όλων των πολιτών ως ατόμων. Γι’ αυτό και στην παρούσα συζήτηση εκείνο που ποτέ δεν αναφέρεται είναι η έννοια της κοινωνικής τάξης, ενώ αντίθετα οι πολίτες παρουσιάζονται είτε σαν άτομα είτε συσπειρωμένοι σε αόριστες «ομάδες συμφερόντων», σε «κόμματα», σε επαγγέλματα, σε αναρίθμητες κάθε είδους «συλλογικότητες» κ.ο.κ., ποτέ όμως σε «τάξεις». Ετσι η συζήτηση εξελίσσεται στην πορεία σε αναζήτηση τεχνικών σφαλμάτων στις «δημοκρατικές διαδικασίες», «λαθών της μεταπολίτευσης», «ανίκανων» ή «κλεφτών» πολιτικών κλπ. Η ουσία παραμερίζεται μέσα από το δημοκρατικό φετιχισμό κι έτσι η λύση του προβλήματος αναζητείται στο εσωτερικό του υπάρχοντος συστήματος οικονομίας και εξουσίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

 Μερικοί από τους συμμετέχοντες στη συζήτηση περί δημοκρατίας και πολιτικού συστήματος ισχυρίζονται ότι το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δεν έχουμε «πραγματική» ή «αυθεντική» ή «σωστή» δημοκρατία. Αντιστρέφοντας την πραγματικότητα σε ό,τι αφορά τη σχέση οικονομίας - πολιτικής, λένε πως «φτάσαμε ως εδώ» (δηλαδή στην κατάσταση της κρίσης) επειδή οι δημοκρατικές διαδικασίες, λειτουργίες και θεσμοί στη χώρα έχουν καταντήσει ψευδεπίγραφοι, με αποτέλεσμα η άσκηση εξουσίας να έχει απομονωθεί και αυτονομηθεί απ’ τους πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν πια τη δυνατότητα να την ελέγχουν, ενώ έχει σταματήσει και η ίδια να είναι παραγωγική, λειτουργική για τη σημερινή ελληνική κοινωνία και έθνος. Συνεπώς, κατά τη γνώμη τους, το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα πρέπει να επαναθεμελιωθεί και ν’ ανανεωθεί. Μερικοί εξ αυτών καλούν για μια νέα Συντακτική Συνέλευση που θα κληθεί να εκπονήσει τον αναγκαίο νέο Θεμελιώδη Νόμο (Σύνταγμα) της χώρας.

Οι αλλαγές που προτείνουν είναι ποικίλες, στοχεύουν ωστόσο κυρίως στην αποτελεσματικότητα του κρατικού και πολιτικού μηχανισμού της χώρας και πολύ λιγότερο σε μια υποτιθέμενη πληρέστερη αντιπροσώπευση του συνόλου των πολιτών στη εξουσία. Θεωρούν ότι η δημοκρατία ως πολίτευμα στηρίζεται σε δυο «πυλώνες»: στην αρχή της πλειοψηφίας και στο κράτος δικαίου. Συνεπώς δίνουν έμφαση στη βελτίωση των πολιτικών θεσμών της υπάρχουσας κοινωνίας, στο σαφέστερο διαχωρισμό των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική), στην πάταξη της διαφθοράς, την αποδοτική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού.

Είναι σαφές ότι εδώ απηχούνται καθαρόαιμες αστικές αντιλήψεις που, ανομολόγητα μεν, σαφώς δε, αντιλαμβάνονται -και ορθώς- το κράτος και το πολιτικό σύστημα σαν μια διευρυμένη επιτροπή και μηχανή διευθέτησης των υποθέσεων της αστικής τάξης, όπου ο «λαός», οι «εργαζόμενοι» δεν είναι τίποτε άλλο από το υλικό αυτής της διευθέτησης. Για την ανάγκη θεμελίωσης ή επαναθεμελίωσης μιας «πραγματικής δημοκρατίας» κάνουν λόγο κυρίως νομικοί, πολιτικοί επιστήμονες, φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι, εκφράζοντας υπαρκτές αντιθέσεις και αναζητήσεις που υπάρχουν μεταξύ τμημάτων της μονοπωλιακής ολιγαρχίας και της αστικής τάξης γενικότερα για την προσαρμογή της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας στις σημερινές συνθήκες. Χρησιμοποιούν συχνά τον όρο «πραγματική δημοκρατία» για προφανείς προπαγανδιστικούς λόγους, αλλά ποτέ δεν αναφέρουν ούτε λέξη για δημοκρατία λ.χ. στους χώρους δουλειάς. Η δικτατορία ή η δημοκρατία όμως έχει νόημα ακριβώς εκεί, από κει ξεκινάει και εκεί καταλήγει, εκεί βρίσκεται το κλειδί για την κατανόηση -και την αλλαγή- της υπάρχουσας κοινωνίας: στη σχέση παραγωγής, στη σχέση μεταξύ παραγωγού και εκμεταλλευτή. Εκεί όμως δεν μπορεί να υπάρξει ούτε «πολιτική» ούτε «κοινωνική» δημοκρατία στον καπιταλισμό, αλλά η πιο στυγνή και απόλυτη δικτατορία.

Η αοριστία του όρου «πραγματική δημοκρατία» παραπέμπει σχεδόν στους πάντες, εκείνοι όμως που προτιμούν να κάνουν λόγο περισσότερο γι’ αυτή είναι -όπως προαναφέρθηκε- αστοί κοινωνικοί επιστήμονες και παράγοντες που προέρχονται τόσο από το σοσιαλδημοκρατικό και το φιλελεύθερο χώρο, όσο και από τον εθνικιστικό που διαπερνά τους δύο προηγούμενους όλο και περισσότερο. Οι φορείς αυτών των αντιλήψεων επιζητούν κυρίως ένα ισχυρό και συμπαγές αστικό πολιτικό σύστημα, με αυξημένο κύρος μέσα στο λαό, ικανό να ανταποκριθεί στις μεγάλες προκλήσεις που έρχονται. Συνεπώς ενδιαφέρονται κυρίως για την πρακτική ισχυροποίηση και την ιδεολογική νομιμοποίηση της εκτελεστικής εξουσίας και μαζί της φυσικά και της δικαστικής («κράτος δικαίου»), ως αναγκαίας δικλείδας ασφαλείας του κράτους.

Εκείνη η πλευρά της καπιταλιστικής πολιτικής εξουσίας που φαίνεται να υποχωρεί στη σκέψη τους είναι η λεγόμενη νομοθετική εξουσία, η βουλή, το κομματικό σύστημα, η ρύθμιση του συνδικαλισμού κλπ., δηλαδή όλα αυτά με τα οποία ταύτιζαν την έννοια της δημοκρατίας τις προηγούμενες δεκαετίες. Είναι φανερό ότι «πραγματική δημοκρατία» σημαίνει γι’ αυτούς κυρίως «πραγματικό», ικανό, ισχυρό καπιταλιστικό κράτος. Προτείνουν δηλαδή μια αστική «αυστηρή εξυγίανση» της πολιτικής, ένα στενότερο και αποτελεσματικότερο καταμερισμό της άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας. Χρειάζεται να σημειώσουμε ότι την ίδια στιγμή που εκφράζονται προθέσεις για αντιδραστική ενίσχυση του αστικού κράτους, η εργατική εξουσία καταδικάζεται ως «ολοκληρωτισμός» στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής εκστρατείας. Ολα αυτά παραπέμπουν σαφώς σε έναν «δημοκρατικά» ή «εθνικά» νομιμοποιημένο αυταρχισμό και καταστολή προς αντιμετώπιση των ταξικών συγκρούσεων που βλέπουν ότι έρχονται.

Για την κατανόηση όλων των αστικών ή οπορτουνιστικών αντιλήψεων περί δημοκρατίας έχει σημασία να εντοπίζονται κάποιοι όροι-κλειδιά που χρησιμοποιούνται, όπως «δημοκρατία», «κράτος δικαίου», «πολίτης», γιατί πρόκειται για όρους που χρησιμοποιούνται τόσο προπαγανδιστικά (για το πώς θα εκλάβει τον όρο ένας εργαζόμενος), όσο και λειτουργικά (για να συνεννοούνται οι ίδιοι οι αστοί ιδεολόγοι μεταξύ τους). Οταν λ.χ. αναφέρεται ο «πολίτης», είναι λογικό ο κάθε εργαζόμενος να τείνει να ταυτίζεται μ’ αυτή την έννοια και ιδιότητα. Στην πραγματικότητα όμως η έννοια πολίτης μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος ταξικής εξουσίας παραπέμπει (για όποιον καταλαβαίνει) στον κυρίαρχο του συστήματος, τον πολίτη-ιδιοκτήτη, τον πολίτη-επιχειρηματία, το μόνο πραγματικά αυτεξούσιο-μέτοχο της ταξικής εξουσίας, τον πολίτη-κεφαλαιοκράτη.

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

 Σε διάκριση με την παραπάνω συγκροτημένη αστική συζήτηση για τη δημοκρατία, την πραγματική δημοκρατία και τις αλλαγές και προσαρμογές του αστικού πολιτικού συστήματος και κράτους στις σημερινές συνθήκες, έχει αναπτυχθεί και μια πλατιά κουβέντα περί της «άμεσης δημοκρατίας», με αφορμή κυρίως τις κινητοποιήσεις των λεγόμενων «αγανακτισμένων πολιτών». Δεν πρόκειται βεβαίως για μια σοβαρή θεωρητική ή ιδεολογική συζήτηση, αλλά περισσότερο για ένα «μικροαστικό ιδεολογικό πανηγύρι» με πλήρη απουσία σοβαρότητας και κοινωνικοπολιτικού στρατηγικού ορίζοντα, τις περισσότερες φορές, τυχοδιωκτικό και ταυτόχρονα υποτακτικό στην καπιταλιστική εξουσία. Σε αυτό το «πανηγύρι» εμπλέκονται κάθε είδους στοιχεία: διάφοροι πολιτικοί τυχοδιώκτες που αναζητούν ρόλο, οπορτουνιστικές και ψευτοαναρχοαυτόνομες ομάδες και φορείς, εθνικιστικές και ακροδεξιές ομάδες που υποτίθεται πως υπονομεύουν το αστικό «δημοκρατικό» πολίτευμα, καθώς και μια σειρά στοιχεία πραγματικά ύποπτα και με αποστολή την παρεμπόδιση και υπονόμευση της ανάπτυξης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Ολοι αυτοί, ο καθένας με τον τρόπο του και την ιδιαίτερη στόχευσή του, κολακεύοντας συστηματικά την ανωριμότητα της πολιτικής συνείδησης των πληττόμενων μικροαστικών στρωμάτων που κινητοποιήθηκαν στις πλατείες, κάνουν λόγο για ένα «κίνημα άμεσης δημοκρατίας» που δήθεν γεννήθηκε και που καλείται να αλλάξει τη χώρα. Ας δούμε όμως τα πράγματα από πιο κοντά.

Τι μπορεί να υποδηλώνει ή πού μπορεί να παραπέμπει ο όρος «άμεση δημοκρατία»; Προφανώς, στη διοίκηση των κοινωνικών υποθέσεων από τα ίδια τα μέλη της κοινωνίας δίχως διαμεσολαβήσεις ειδικών και οργανώσεων, κρατικού μηχανισμού, κομμάτων κτλ., με βάση την αρχή της πλειοψηφίας (γι’ αυτό εξάλλου και η ιδέα αυτή είναι τόσο ελκυστική και γίνεται πιο εύκολα αποδεκτή). Ωραία μέχρις εδώ. Ποιοι θα διοικήσουν λοιπόν την κοινωνία; Η απάντηση που δίνεται από κάποιους είναι: «οι ίδιοι οι πολίτες», ο «λαός» άμεσα. Ναι, αλλά οι πολίτες ή ο «λαός» δεν είναι κάτι ενιαίο. Και τώρα, εξάλλου, πολίτες είναι αυτοί που διοικούν. Οχι, λέει, πρέπει να διοικήσουν άμεσα όλοι οι πολίτες, φτωχοί και πλούσιοι. Το ταξικό κριτήριο και εδώ παραμερίζεται ευθύς εξαρχής - τυπικό δείγμα μικροαστικής συνείδησης και νοοτροπίας. Και σε ποια βάση, σε ποιο έδαφος, πού θα διοικήσουν; Απάντηση: στις πλατείες και τις γειτονιές. Κανείς από αυτούς που προκρίνουν τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες δεν κάνει λόγο για τους τόπους δουλειάς, για τα εργοστάσια, τα ξενοδοχεία, τα πολυκαταστήματα, για τους εργασιακούς χώρους γενικά, κανείς δε μιλάει για άσκηση εξουσίας των εργαζομένων πάνω στην παραγωγική διαδικασία. Ακόμα περισσότερο: από τις «πλατείες» εκδηλώθηκε εχθρότητα απέναντι στο ίδιο το εργατικό κίνημα, απαιτήθηκε η απάρνηση του κριτηρίου της ταξικότητας για τη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις των «αγανακτισμένων». Μόνο ως αφηρημένα άτομα-πολίτες γίνονται δεκτοί οι διαδηλωτές, χωρίς την ταξική τους ιδιότητα. Αυτό σημαίνει πως οι οργανωτές του δοσμένου κινήματος εμφορούνται από σαφώς αστικές απόψεις και ιδέες, καθώς και από ανάλογη στόχευση.

Οταν δεν τίθεται θέμα ταξικότητας, είναι σαφές ότι γίνεται αποδεκτή η θεμελιακή αστική αντίληψη περί «γενικού συμφέροντος» και «γενικής θέλησης» μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, οι οργανωτές και ιθύνοντες των κινητοποιήσεων των «αγανακτισμένων», στα λόγια τουλάχιστον, φαίνεται να επιδιώκουν ένα αστικό πολιτικό σύστημα χωρίς βουλή, κόμματα, συνδικάτα. Επειδή όμως αυτό παραείναι ουτοπικό, τελικά το πιο πιθανό είναι ότι συμβιβάζονται με την προώθηση μεγαλύτερης συμμετοχής των πολιτών στον έλεγχο της άσκησης της εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης. Προτείνουν αυτό να γίνεται μέσα από τη θεσμοθέτηση στην πράξη λαϊκών συνελεύσεων στους χώρους κατοικίας, καθώς και μέσα από το διαδίκτυο («άμεση ψηφιακή δημοκρατία»).

Τα παραπάνω φέρνουν επικίνδυνα κοντά την αντίληψη της «άμεσης δημοκρατίας» με τη σύγχρονη αστική αντίληψη περί «συμμετοχικής δημοκρατίας» που προωθείται συστηματικά εδώ και αρκετά χρόνια από τους πολιτικούς εκπροσώπους των μονοπωλίων, με στόχο την προσαρμογή του πολιτικού συστήματος στις σύγχρονες ανάγκες τους. Γενικά, προκύπτουν πολλά εύλογα ερωτηματικά για τις πραγματικές απόψεις, πεποιθήσεις και κυρίως για τις επιδιώξεις αυτών που εμφανίζονται ως οργανωτές των κινητοποιήσεων. Η αοριστία των ιδεών και των αιτημάτων που εκφέρουν (με κυρίαρχο το σύνθημα για μια απροσδιόριστη «περισσότερη δημοκρατία» γενικώς, χωρίς ταξικό πρόσημο) και ο αστικός χαρακτήρας τους, η μυστικοπάθεια και αδιαφάνεια γύρω από την ταυτότητά τους και κυρίως ο τρόπος οργάνωσης και προβολής των κινητοποιήσεων θυμίζουν εξαιρετικά τις «έγχρωμες επαναστάσεις» της προηγούμενης δεκαετίας (Σερβία, Ουκρανία, Γεωργία, Κιργκιζστάν), καθώς και το ξεκίνημα των σύγχρονων κινητοποιήσεων στις αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Τυνησία, Λιβύη, Συρία), τηρουμένων των αναλογιών, βέβαια. Μοιάζει σαν να υπάρχει ένας παρόμοιος μηχανισμός κινητοποίησης μικροαστικών ή μικροαστικής συνείδησης μαζών (με την επικουρία πάντα οπορτουνιστικών, αναρχοαυτόνομων και εθνικιστικών ομάδων), με την πλατιά χρήση των ΜΜΕ (τα οποία, θυμίζουμε, είναι συγκεντροποιημένα σε ομίλους καπιταλιστικών επιχειρήσεων) και των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας και με στόχο κάθε φορά την ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος σε συγκεκριμένες ομάδες χωρών με ομαδοποιημένα γεωπολιτικά δεδομένα και κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά, τις πιο πολλές φορές.

Σε όλες αυτές τις κατηγορίες κινητοποιήσεων αξιοποιούνται υπαρκτά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα και επιδιώκεται ο έγκαιρος προκαθορισμός της κατεύθυνσης των πολιτικών αλλαγών. Επίσης, θυμίζουν τις διατυπώσεις περί «ελεγχόμενου χάους», ώστε να ελεγχθούν και να κατευθυνθούν οι πολιτικές εξελίξεις σε μια χώρα. Δηλαδή η μορφή της κινητοποίησης του Συντάγματος και των πλατειών υπακούει σε ένα διεθνές ευέλικτο μοντέλο κινητοποίησης. Αν στην προηγούμενη δεκαετία εξαπλώνονταν οι «έγχρωμες επαναστάσεις» στη Σερβία και σε χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, αυτή τη δεκαετία έχουμε τις εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες και τα κινήματα των «αγανακτισμένων» σε Ισπανία και Ελλάδα (ίσως προσεχώς στην Ιταλία και αν δυναμώσει στην Πορτογαλία), στη Νότια ΕΕ δηλαδή.

Η κατάσταση φέρνει στο νου μια μήτρα πολιτικής στρατηγικής και μια τεχνική ή κοινωνική μηχανική ορισμένου τύπου. Ορισμένοι θεωρούν αυτές τις εκτιμήσεις ως «συνομωσιολογία», όμως αυτές αντιστοιχούν στο κοινωνικό δεδομένο της πρωτόγνωρης συγκέντρωσης του κεφαλαίου στις σημερινές συνθήκες, τόσο διεθνώς, όσο και στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κοινωνιών. Συγκέντρωση των μέσων παραγωγής όμως σημαίνει αναγκαία και μεγαλύτερη συγκέντρωση και πιο στενό έλεγχο της εξουσίας, της μαζικής επικοινωνίας, της πνευματικής και ιδεολογικής παραγωγής. Σημαίνει πολύ μεγαλύτερη και πολύ πιο στοχοπροσηλωμένη και στρατηγικά σχεδιασμένη δυνατότητα παρέμβασης στις μαζικές διαδικασίες από ισχυρά κέντρα ταξικής εξουσίας, τα σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μια σειρά από ΜΚΟ και άλλες τέτοιου τύπου οργανώσεις που χαρακτηρίζονται από διασυνδέσεις με ιμπεριαλιστικά κέντρα, συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις και τις εκδηλώσεις αυτές. Ετσι εξηγείται η στάση των εκπροσώπων της αστικής τάξης και μερίδας αστικών ΜΜΕ απέναντι στις κινητοποιήσεις των «αγανακτισμένων», την ίδια στιγμή που συκοφαντούσαν τις κινητοποιήσεις του ταξικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος και ιδιαίτερα την απεργία ως όπλο της πάλης.

Εκείνοι που παρουσιάζονται -όσο παρουσιάζονται- ως οι κατ’ εξοχήν οργανωτές και εμψυχωτές αυτών των κινητοποιήσεων, δεν αποκλείουν και το ενδεχόμενο δημιουργίας κοινοβουλευτικού κόμματος «άμεσης δημοκρατίας», κάτι βέβαια που συνιστά αντίφαση εν τοις όροις (θα καταργηθούν τα κόμματα, μέσω της επικράτησης ενός άλλου κόμματος που θα είναι «αμεσοδημοκρατικό»!). Μετά από αυτούς, που αποτελούν τη μόνη σοβαρή πλευρά της υπόθεσης, ξεκινά το πραγματικό πανηγύρι. Περί άμεσης δημοκρατίας μιλάνε ακόμα και εθνικιστικά σκεπτόμενοι, ενώ υπάρχει και κείμενο όπου προβάλλεται ως υπόδειγμα (για σήμερα!) άμεσης δημοκρατίας η «κάθοδος των μυρίων» του Ξενοφώντα!

Μέσα σ’ αυτό το χάος προσπαθούν, όπως συμβαίνει συνήθως, να παρέμβουν κόμματα και ομάδες του οπορτουνιστικού χώρου (δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.ά.). Κολακεύοντας ξεδιάντροπα την απολιτική συνείδηση πολλών από τους κινητοποιούμενους, διακρίνουν σε αυτό το «κίνημα» κάποια «άγουρα αμεσοδημοκρατικά χαρακτηριστικά» και «αντισυστημικές τάσεις» ή «διαθέσεις», τις οποίες προσπαθούν να μπολιάσουν με μια αντίστοιχη θολή «αριστερή» συνείδηση και πολιτικοποίηση πλήρως ενσωματωμένη στην πολιτική εξουσία της αστικής τάξης. Κρύβοντας λοιπόν την πολιτική τους ιδιότητα και τις θέσεις τους, κάνουν «ζύμωση» αναπαράγοντας πλευρές της αστικής σοσιαλδημοκρατικής γραμμής, προβάλλοντας αιτήματα όπως ο έλεγχος του χρέους (πόσο είναι νόμιμο και πόσο παράνομο, δηλαδή πόσο πρέπει να πληρώσει ο λαός!), η ανακλητότητα των βουλευτών (σε μια καπιταλιστική κοινωνία, με αντίστοιχη πολιτική οργάνωση!) και τα οικονομικά των κομμάτων, οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες σε επίπεδο γειτονιάς (δηλαδή, σε επίπεδο διαταξικό, όπου αναπόφευκτα κυριαρχούν σε τοπικό επίπεδο τα αστικά και τα μικροαστικά μορφωμένα εύπορα κοινωνικά στρώματα) κ.ο.κ. Γενικώς οι οπορτουνιστές, κολακεύοντας και στρογγυλεύοντας, προσαρμόζοντας τις θέσεις τους ανάλογα με την περίσταση, προσπαθούν να «καρπωθούν ό,τι μπορούν» από τη λαϊκή δυσαρέσκεια, βάζοντας εμπόδια στη ριζοσπαστικοποίησή της.

Από κοντά και διάφορες φερόμενες ως αναρχοαυτόνομες ομάδες βρίσκουν ένα πρόσκαιρο έδαφος για να αναπτύξουν τις ουτοπικές, μικροαστικές και ατομικιστικές κατά την ουσία θέσεις τους3, «εμπλουτίζοντας» κι αυτές το «κίνημα» και δίνοντας έτσι περισσότερο «ιδεολογικό βάθος» σε αυτό, υπηρετώντας κατά τον καλύτερο τρόπο τους μακροπρόθεσμους σκοπούς των οργανωτών και ιθυνόντων του και βοηθώντας στη διατήρηση της συγκάλυψης και παραλλαγής των τελευταίων.

Τι σημαίνει να διοικηθεί η κοινωνία «άμεσα»; Και γιατί τώρα -και για τόσους αιώνες ήδη- διοικείται έμμεσα, διαμεσολαβημένα; Επιστημονικά, η απάντηση έγκειται στην ιστορία της ανάπτυξης και των περιπετειών του καταμερισμού εργασίας στην κοινωνική παραγωγή. Η ανάπτυξη του καταμερισμού εργασίας, ως εσωτερική ανάγκη της παραγωγικής διαδικασίας, οδήγησε στο διαχωρισμό μεταξύ φυσικής και πνευματικής εργασίας, διευθυντικής και εκτελεστικής, ενώ ταυτόχρονα με τη διαμόρφωση υπερπροϊόντος στην παραγωγή οδήγησε στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στην εμφάνιση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και της ταξικής διαίρεσης (καθώς και της πολιτικής και του κράτους που τη συνοδεύουν) και την περαιτέρω εξέλιξή της μέχρι και σήμερα. Για να φτάσουμε λοιπόν στην άμεση διοίκηση της παραγωγής και των κοινωνικών υποθέσεων στο σύνολό τους θα πρέπει να αρθεί η ταξική διαίρεση, να αρθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, να αρθεί ο καταμερισμός πνευματικής και φυσικής εργασίας. Μόνο τότε θα διοικήσει άμεσα την κοινωνία όλος ο λαός. Θα πρόκειται όμως για ένα «λαό» πολύ διαφορετικό από το σημερινό, θα πρόκειται για τους «ελεύθερα συνεταιρισμένους παραγωγούς» της κομμουνιστικής κοινωνίας. Σε αυτή την κοινωνία όμως δε θα φτάσει η ανθρωπότητα αυθόρμητα και μαγικά. Θα πρέπει πρώτα να ανατρέψει τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή τον καπιταλισμό, να οικοδομήσει την κομμουνιστική κοινωνία και η ανατροπή αυτή θα είναι πολιτική.

Υποκείμενο της επαναστατικής αυτής ανατροπής σήμερα είναι η τάξη εκείνη που εκφράζει την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, η «τάξη - μη τάξη» των μισθωτών εργατών που, απελευθερώνοντας τον εαυτό της (με την καθοδήγηση της πολιτικής πρωτοπορίας, του κομμουνιστικού κόμματος), θα απελευθερώσει και όλη την ανθρωπότητα από την εκμετάλλευση. Η διοίκηση της παραγωγής και της κοινωνίας από αυτή την τάξη είναι που θα οδηγήσει ιστορικά στην άμεση διοίκηση της κοινωνίας από όλους. Και η διοίκηση της κοινωνίας από την εργατική τάξη δε θα συνιστά «δημοκρατία για όλες τις τάξεις», αλλά δικτατορία, όμως δικτατορία των πολλών πάνω στους λίγους. Η δημοκρατία ως σύστημα κανόνων, δηλαδή η αρχή της πλειοψηφίας, η ελεύθερη συζήτηση κτλ., θα αφορά το εσωτερικό της νικήτριας εργατικής τάξης και θα είναι η πιο πλήρης και ανοιχτή δημοκρατία που θα έχει υπάρξει ποτέ, αλλά κι αυτή θα απονεκρωθεί κάποτε και θα δώσει τη θέση της σε μια διαδικασία που δε θα είναι πια δημοκρατία γιατί δε θα είναι κράτος, δε θα είναι καν πολιτική εξουσία, αλλά από κοινού άμεση διαχείριση πραγμάτων από τους ελεύθερους παραγωγούς.

Τα παραπάνω συνιστούν τη μόνη πραγματική βάση για να κατανοηθεί η δυνατότητα και η ιστορική νομοτέλεια της άμεσης διοίκησης της κοινωνίας από όλα τα μέλη της. Προϋπόθεση της άμεσης καθολικής διοίκησης είναι η ύπαρξη μιας άμεσης κοινωνικοποιημένης παραγωγικής διαδικασίας που στοχεύει αποκλειστικά και άμεσα, κατευθείαν στην ικανοποίηση των αναγκών όλων των μελών της κοινωνίας, δίχως τη διαμεσολάβηση του κέρδους, δίχως τον ενδιάμεσο, το μεσολαβητή της παραγωγής, δηλαδή δίχως τον κεφαλαιοκράτη που είναι παράσιτο, άχρηστος για την κοινωνική παραγωγή. Ο τελευταίος όμως είναι ο κυρίαρχος στον κόσμο μας σήμερα, οπότε η «διαμεσολάβηση» του κέρδους ως σκοπού της παραγωγής είναι προϋπόθεση για να παραχθεί οτιδήποτε, για να υπάρχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Και η διαμεσολάβηση που ονομάζεται «κεφάλαιο» συνοδεύεται αναγκαία από την πολιτική διαμεσολάβηση, από την πολιτική εξουσία και κυριαρχία της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η διεξαγωγή της ταξικής πάλης από την πλευρά της εργατικής τάξης προϋποθέτει την οργάνωση της δικιάς της ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας, του κόμματός της, που χειραφετημένη από την αστική ιδεολογία και σε σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου εκφράζει τα γενικά καθολικά συμφέροντα της τάξης. Οσο υπάρχει το κεφάλαιο, αλλά και όσο θα υπάρχουν τάξεις, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους «άμεση» εξουσία και διεύθυνση της κοινωνίας. Οσο για τους εκμεταλλευόμενους και κυριαρχούμενους, καμιάς μορφής εξουσία, «άμεση» ή «έμμεση», δεν μπορεί να υπάρξει γι’ αυτούς σ’ αυτή την κοινωνία. Οι ισχυρισμοί περί του αντιθέτου δεν είναι τίποτε άλλο από πολύ παρωχημένα πια και γι’ αυτό φτηνά ιδεολογήματα, σκέτη απάτη.

Σε τι οδηγεί αντικειμενικά η λογική της «άμεσης δημοκρατίας τώρα», όπως αυτή ξεδιπλώνεται σήμερα στις θέσεις και αντιλήψεις που προαναφέρθηκαν; Οδηγεί στην ισχυροποίηση της καπιταλιστικής ταξικής δικτατορίας εν όψει των έντονων ταξικών συγκρούσεων που θα προκύψουν. Οδηγεί στον παραμερισμό των όποιων εμποδίων συνιστούσαν οι πολιτικές κατακτήσεις των εργαζομένων τα προηγούμενα χρόνια, στην υποβάθμιση και αναίρεση των όποιων δυνατοτήτων νόμιμης πολιτικής δράσης επιτρεπόταν στους εργαζόμενους. Οδηγεί σε πιο συγκεντρωτικά αστικά πολιτικά εργαλεία και σχήματα, σε πιο «άμεση» καταστολή των εργατικών αγώνων, σε πιο εύκολη και «άμεση» καρατόμηση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Η συζήτηση περί «άμεσης δημοκρατίας» οδηγεί αντικειμενικά στην αλλαγή του πολιτικού συστήματος σύμφωνα με τις ανάγκες και τις βουλήσεις του κεφαλαίου, οδηγεί στο χτύπημα των οργανώσεων και του κινήματος της εργατικής τάξης, στο χτύπημα του κόμματός της. Τέλος, η φιλολογία περί «άμεσης δημοκρατίας» οδηγεί στο από καιρό συγκροτημένο αστικό μοντέλο πολιτικού και κομματικού συστήματος που προωθείται με το εύηχο όνομα «συμμετοχική δημοκρατία».

ΓΙΑ ΤΗ «ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

 Η συμμετοχή των πολιτών στα «κοινά», στη διευθέτηση και διεύθυνση των κοινωνικών και πολιτικών υποθέσεων, είναι μια αντίληψη που προωθείται εδώ και αρκετά χρόνια από τους πολιτικούς εκπροσώπους των μονοπωλίων και μάλιστα όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και πρακτικά και νομοθετικά. Ιδιαίτερα έντονα προωθείται εδώ και δεκαετίες η ιδέα και πρακτική της «συμμετοχής των εργαζομένων» στη διοίκηση των επιχειρήσεων, ακόμα και με νόμους (η νομοθέτηση της δήθεν συμμετοχής των εργαζομένων στις διοικήσεις των επιχειρήσεων αποτελούν ένα όχι ασήμαντο κομμάτι της εργατικής νομοθεσίας και θεσμών εδώ και τριάντα χρόνια).

Σαν ιδεολογία, η συμμετοχή των εργαζομένων κατάγεται από τον αστικό ρεφορμισμό (βλ. λ.χ. την αντίληψη του αγγλικού «συντεχνιακού σοσιαλισμού» του Κόουλ στις αρχές του 20ού αιώνα). Αποτελούσε και αποτελεί μια προσπάθεια υπονόμευσης, παράκαμψης και ενσωμάτωσης του ανεξάρτητου ταξικού εργατικού κινήματος (συνδικαλιστικού και πολιτικού) και του περάσματός του στη λογική της από κοινού συμβιβαστικής επίλυσης των εργατικών ζητημάτων μαζί με το κράτος και τους καπιταλιστές, δηλαδή στη λογική της υποταγής του στην αστική ιδεολογία και πολιτική. Παλιότερα, στις δεκαετίες του 1970 και 1980, προβαλλόταν παράλληλα με τις αντιλήψεις της λεγόμενης «αυτοδιαχείρισης», σαν ρεφορμιστική εναλλακτική στην απαίτηση για εργατική εξουσία στο σύνολο της κοινωνικής παραγωγής. Τότε εκθειαζόταν το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας, διάφορες περιθωριακές «αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες» ανά τον κόσμο (που σήμερα δεν υπάρχουν πλέον), ακόμα και τα κοινοβιακά «κιμπούτς» του Ισραήλ.

Ταυτόχρονα, η αντίληψη του «συμμετοχικού μάνατζμεντ», δηλαδή της «συμμετοχικής διοίκησης των επιχειρήσεων» είχε ήδη κάνει από καιρό την εμφάνισή της στις μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων.4 Η «συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων» υπήρχε ήδη από δεκαετίες πριν από τη νομοθέτησή της και αφορούσε οργανικές ανάγκες, παραγωγικές και διοικητικές-«ιδεολογικές» (ενσωμάτωσης και υπονόμευσης του ανεξάρτητου ταξικού συνδικαλισμού) των ίδιων των μονοπωλιακών Ομίλων Επιχειρήσεων.

Μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, όταν ήδη είχε επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος και η σοσιαλδημοκρατία δε χρειαζόταν πια τόσο πολύ τη ρεφορμιστική «αριστεροσύνη» και «σοσιαλισμό» για την υπερφαλάγγιση του κομμουνιστικού κινήματος, το ζήτημα της «συμμετοχής» των εργαζομένων ή των «πολιτών» σε ζητήματα διοίκησης της παραγωγής ή της κοινωνίας μπήκε σε μια βάση πιο καθαρόαιμα αστική. Η προσπάθεια «συμμετοχής των εργαζομένων» άρχισε σταδιακά να αντικαθίσταται από την έννοια της «συμμετοχής των πολιτών» γενικά. Αυτό είναι πιο κοντά στον πυρήνα των αντιλήψεων των κεφαλαιοκρατών και της οργανικής ιδεολογίας τους, της αντίληψής τους για την κοινωνία με βάση τη δική τους θέση σε αυτή και την ουσία της δραστηριότητάς τους.

Ενα βασικό χαρακτηριστικό της μονοπωλιακής φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού είναι η ύπαρξη και η κυριαρχία της μετοχικής εταιρίας, μιας συλλογικότητας κεφαλαιοκρατών-ιδιοκτητών μέσων παραγωγής στην οποία μετέχουν ανισομερώς διάφορα άτομα, τα οποία μπορεί να υποβλέπουν το ένα το άλλο και να ανταγωνίζονται διαρκώς μεταξύ τους για τον προσπορισμό μεγαλύτερου μεριδίου εταιρικού κέρδους, αλλά ταυτόχρονα μετέχουν από κοινού στην ιδιοποίηση του αποτελέσματος της εργασίας των παραγωγών του πλούτου στο δοσμένο όμιλο επιχειρήσεων. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η καπιταλιστική «εταιρία» και η «μετοχικότητα» ή «συμμετοχή» είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ο αέρας τους, το νερό μέσα στο οποίο κολυμπούν, όπως εξάλλου και οι «μετοχές», τα «μερίσματα» κ.ο.κ. Αν αυτή είναι η παράσταση που έχουν για μια σύγχρονη επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων κοινωνικοποιημένης παραγωγικής διαδικασίας, ανάλογη είναι και η εικόνα που αντικειμενικά μπορούν να σχηματίσουν για το σύνολο της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας και του κράτους. Δηλαδή, όπως η επιχείρηση είναι μια εταιρία ανταγωνιζόμενων μεταξύ τους ατόμων, αλλά από κοινού ιδιοκτητών, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί, κατά μια έννοια και για τον κλάδο, την περιοχή και την κοινωνία ολόκληρη, με το κράτος της μαζί.

Οι άνθρωποι γενικώς είναι «αυτόνομα» άτομα που επιβιώνουν ο καθένας όπως μπορεί, πουλώντας ό,τι διαθέτει προς πώληση και αγοράζοντας πάλι ο ίδιος ό,τι μπορεί με βάση το όφελος ή το «κέρδος» που προσπορίστηκε από τις πωλήσεις που μπόρεσε να κάνει. Φυσικά υπάρχουν ανισότητες στην κοινωνία, αλλά αυτές δεν είναι «ταξικές», δηλαδή σταθερές και μόνιμες, καθοριζόμενες από τις σχέσεις παραγωγής, απλά είναι ανισότητες που βασίζονται στη διαφορετικότητα των ικανοτήτων των ατόμων και στην τύχη. Χωρίς αυτές εξάλλου δε θα υπήρχαν οικονομικές διαφορές, αλλά ομοιομορφία και έλλειψη επιχειρηματικής ελευθερίας και πρωτοβουλίας που -ως γνωστόν- εξαλείφει το κίνητρο για άνοδο, για παραγωγή και γενική πρόοδο και ευημερία. Αλλωστε κανείς δεν εμποδίζει κανέναν, οσοδήποτε φτωχός και να είναι ο τελευταίος, να γίνει «μέτοχος», δηλαδή συνιδιοκτήτης, σε οποιαδήποτε μεγάλη καπιταλιστική εταιρία (έστω και με μία μετοχή). Το τελευταίο ονομάστηκε κάποτε και «λαϊκός καπιταλισμός», αλλά σήμερα μετά από τις τελευταίες εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία, με την απαξίωση του εισηγμένου στο χρηματιστήριο κεφαλαίου, επομένως και της κάθε μετοχής, αναφέρεται όλο και λιγότερο.

Η παραπάνω είναι μια βασική αστική-καπιταλιστική αντίληψη που απηχεί τη θέση που αυτή η τάξη έχει στην κοινωνία και τη σκοπιά από την οποία αντικειμενικά βλέπει τα πράγματα και τις κοινωνικές σχέσεις, ένα κεντρικό στοιχείο της αστικής ιδεολογίας. Η αστική ιδεολογία όμως δεν αφορά μόνο τους ίδιους τους καπιταλιστές. Συνιστά την κυρίαρχη ιδεολογία στην κοινωνία, οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι και κυρίαρχες στην κοινωνία συνολικά, με βάση αυτές τις ιδέες και πεποιθήσεις πορεύεται η κοινωνία που ζούμε.

Το ιδεατό αστικό πρότυπο λοιπόν για την κοινωνία είναι η καπιταλιστική μετοχική εταιρία. Αυτή είναι η αφετηρία της αντίληψης της «συμμετοχικής δημοκρατίας» που -αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα πιστοί στο πνεύμα των εμπνευστών της- θα έπρεπε να την ονομάζουμε «μετοχική δημοκρατία», δηλαδή μια κοινωνία μετόχων, μια κοινωνία άνισων μεταξύ τους ιδιοκτητών που όλοι τους βλέπουν την κοινωνία ακριβώς ως ιδιοκτήτες, ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν κατέχουν την παραμικρή ιδιοκτησία (σ’ αυτή την -πολύ διαδεδομένη- περίπτωση η «ιδιοκτησία» μπορεί να ταυτίζεται με τα «προσόντα», τις «δεξιότητες» και «ικανότητες», δηλαδή με το δυνητικό εμπόρευμα που ο καθένας διαθέτει - την εργατική του δύναμη).

Η βασική λοιπόν πραγματικότητα της κοινωνίας, σύμφωνα με την αστική ιδεολογία, είναι τα άτομα («δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα» έλεγε η Μ. Θάτσερ). Τα άτομα μπορούν να ομαδοποιούνται σε κάθε είδους ενώσεις με βάση το επάγγελμα, το συμφέρον, τα ενδιαφέροντα, το χόμπι, τις πολιτικές απόψεις, το θρήσκευμα, τον τόπο διαμονής κ.ο.κ. Ολες αυτές οι ομαδοποιήσεις μπορούν να θεσμοθετηθούν και να αποτελέσουν το υλικό, τις μαζικές ταυτότητες και ομάδες που συγκροτούν την κοινωνία-«εταιρία», μέσω της «συμμετοχικής δημοκρατίας». Εκείνο που πρέπει να εκδιωχθεί, να αποκλειστεί όσο το δυνατό περισσότερο από την επίσημη πολιτική δομή (γιατί από την κοινωνική δεν μπορεί να λείψει) και κυρίως από τη συνείδηση των εργαζομένων είναι η ταξική ενότητα και ταυτότητα, η ένωση των ατόμων με βάση την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν, γιατί αυτή η μορφή συνένωσης και συνειδητοποίησης διαλύει όλο το «αρμονικό» «κοινωνικο-εταιρικό» οικοδόμημα.

Στην αστική θεωρητική σκέψη άλλωστε ιδιαίτερα μετά την αντεπανάσταση, είχαν ευρεία διάδοση αντιλήψεις που υποστήριζαν ότι στο σύγχρονο κόσμο οι τάξεις έχουν αντικατασταθεί από «σφαίρες ζωής» (π.χ. οι θεωρίες του φιλελεύθερου Ραλφ Ντάρεντροφ). Ενα σύνολο ανθρώπων μπορεί να έχει κοινά συμφέροντα σε μια «σφαίρα ζωής» και αντίθετα σε μια άλλη, ανεξάρτητα από την ταξική τους ένταξη. Αυτή η διάκριση σε «σφαίρες ζωής» θεωρούνταν βάση για τη διαμόρφωση των «κοινωνικών κινημάτων», αλλά και την αλλαγή των θεσμών του αστικού πολιτικού συστήματος.

Αυτό είναι που στην πραγματικότητα προωθείται μέσω των «συμμετοχικών» ιδεών και πρακτικών. Η διοίκηση της κοινωνίας διέπεται από δοσμένους από παλιά κανόνες που ελέγχονται και διασφαλίζονται από ολόκληρο τον «καταμερισμό των εξουσιών» και το «κράτος δικαίου». Οι κανόνες που διέπουν την εταιρική πρακτική στην οικονομία είναι επίσης δεδομένοι και αδιασάλευτοι. Αυτό που προβάλλουν σήμερα και μέσω της «συμμετοχικής δημοκρατίας» είναι ο περίφημος «κοινωνικός εταιρισμός» σ’ όλα τα επίπεδα. Πρέπει οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα δε οι μισθωτοί εργάτες, να βλέπουν τον εαυτό τους με τα «αστικά ταξικά ματογυάλια», μέσα από την αστική ιδεολογία. Πρέπει να ετεροκαθορίζονται όσον αφορά την ταξική και πολιτική τους συνείδηση.

Η παράσταση της κοινωνίας ως «εταιρία», όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μπορεί να έχει διάφορα ονόματα και εκδοχές: έθνος, πατρίδα, δημοκρατία (λ.χ. η «δημοκρατία μας», το «κράτος μας», ο «νομικός μας πολιτισμός» - λες και είναι ολωνών…), λαός (νοούμενος με την αστική έννοια, ως ενότητα ατόμων, με αφαίρεση των ταξικών χαρακτηριστικών) και βέβαια οι «πολίτες», ως σύνολο. Ετσι δεν αυτοπροσδιορίζονται οι διάφοροι «αμεσοδημοκράτες» και αυτόκλητοι εκπρόσωποι του λαού στις πλατείες; Και ποιες είναι οι «διαμεσολαβήσεις» που καταγγέλλονται ως υπεύθυνες για τα σημερινά προβλήματα; Τα κόμματα, τα συνδικάτα, οι βουλευτές, οι «κλέφτες και ανίκανοι πολιτικοί». Ποτέ όμως οι καπιταλιστές, οι πραγματικοί κυρίαρχοι της κοινωνίας, ποτέ οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι σαν τέτοιοι στη Βουλή, στα συνδικάτα ή στα αστικά κόμματα.

Είναι φανερό ότι όλα αυτά συνιστούν μια προετοιμασία του εδάφους για αλλαγές στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Τι προβλέπει γι’ αυτούς τους θεσμούς και στοιχεία του πολιτικού συστήματος η συμμετοχική δημοκρατία;

Οσον αφορά τα αστικά κόμματα, επιδιώκεται η μεγαλύτερη προσομοίωσή τους με εταιρίες, όσον αφορά τις σοβαρές και σημαντικές για το καπιταλιστικό σύστημα λειτουργίες τους, η ακόμα μεγαλύτερη στεγανοποίηση της ηγεσίας τους από την όποια επιρροή της βάσης των μελών τους, που μετατρέπονται έτσι σε οπαδούς-ακολουθητές. Το πώς μπορεί να συνδυαστεί αυτή η αντιδημοκρατική -ακόμα και στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας- αλλαγή με το ιδεολόγημα της «συμμετοχής όλων στη λήψη των αποφάσεων» μάς το δείχνουν οι δυο απανωτές εκλογές Προέδρου στο ΠΑΣΟΚ και η τελευταία εκλογή Προέδρου της ΝΔ. Οι επιλογές που είχαν οι ψηφοφόροι και στις δυο αυτές διαδικασίες είχαν καθοριστεί από πριν, από πολύ στενούς ηγετικούς κομματικούς και καπιταλιστικούς κύκλους, ενώ η «κομματική βάση» δεν είχε κανένα λόγο πάνω σ’ αυτό. Το θέμα δηλαδή είχε λυθεί πριν την ψηφοφορία και ο όποιος ανταγωνισμός αφορούσε μερίδες του κεφαλαίου και όχι βέβαια τις μάζες των μελών και οπαδών των δύο κομμάτων.5

Στην πραγματικότητα, τα αστικά κόμματα γίνονται κόμματα-λέσχες, κόμματα-πολιτικές εταιρίες, που περιλαμβάνουν ένα στενό πυρήνα αστικών στελεχών και μια μάζα πελατών που αποκαλούνται μέλη. Βεβαίως αυτό έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό στην πράξη εδώ και καιρό, αλλά τώρα θα θεσμοθετηθεί κιόλας. Η εσωτερική τους λειτουργία θα καθορίζεται από κρατικούς νόμους και θα παρακολουθείται από το «κράτος δικαίου». Η λειτουργία τους θα περιλαμβάνει δυο μέρη: το ένα θα αφορά τα σοβαρά θέματα και θα είναι αρμοδιότητα της ηγεσίας (θα αφορά δηλαδή μόνο την αστική τάξη) και το άλλο θα έχει να κάνει με τις λεγόμενες «ανοιχτές» διαδικασίες, την προπαγάνδα, το διαδίκτυο κτλ. Φυσικά η θεσμοθέτηση τέτοιων διαδικασιών για να αναγνωριστεί ένα πολιτικό κόμμα, να συμμετάσχει στις εκλογές ή να επιχορηγηθεί θα επιδιωχθεί να αποτελέσει μοχλό πίεσης για το Κομμουνιστικό Κόμμα, να το χτυπήσει και να το περιορίσει, να παρεμποδίσει την ανάπτυξή του.

Οσον αφορά τα εργατικά συνδικάτα, τις πρωτογενείς ταξικές εργατικές οργανώσεις, η αντίληψη της λεγόμενης «συμμετοχικής δημοκρατίας» τα κατατάσσει στις «ομάδες πίεσης» ή «ομάδες συμφερόντων» και τους επιφυλάσσει ανάλογο ρόλο. Υπόδειγμα του πώς αντιλαμβάνεται τα συνδικάτα αυτή η αντίληψη και πρακτική είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων στο πλαίσιο των μηχανισμών της ΕΕ (καθώς και ο ρόλος και η θέση της ΓΣΕΕ μέσα στην ελληνική Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή). Θα επιδιωχθεί να θεσμοθετηθεί αυστηρά η αρχή της μη κομματικοποίησης, ακόμα και μη πολιτικοποίησης της δραστηριότητας των συνδικάτων, της μη εκφοράς πολιτικού λόγου από τους εκπροσώπους τους (ώστε να ακούγεται αποκλειστικά ο κυρίαρχος αστικός πολιτικός λόγος), θα ορίζεται ότι δε θα μπορούν να έχουν άλλα αιτήματα ή να θέτουν θέματα εκτός από τα στενώς εννοούμενα οικονομικά, καθώς και ότι θα αποκλείουν μορφές πάλης που δεν προβλέπονται από το γενικό πλαίσιο διατήρησης της ευνομίας και της «κοινωνικής συνοχής». Ολοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό το τελευταίο.

Στη συμμετοχική αντίληψη της δημοκρατίας εξέχουσα θέση και ρόλος προβλέπεται για τις διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που θα απλώνονται σε κάθε τομέα και σφαίρα της κοινωνικής ζωής, ιδιαίτερα δε εκεί όπου πριν υπήρχαν οι κρατικές υπηρεσίες παιδείας, υγείας και πρόνοιας και οι οποίες, σε συνεργασία με τους δήμους και κρατικά όργανα, θα προωθούν συστηματικά την ιδιωτικοποίηση αυτών των τομέων.

Κοντά σε όλα αυτά (και σε πολλά άλλα ακόμη, εδώ οι αναφορές είναι απλώς ενδεικτικές, το πεδίο της συμμετοχικής ή «μετοχικής δημοκρατίας» είναι πραγματικά απέραντο) προβλέπεται μια πληθώρα «ανοιχτών συμμετοχικών διαδικασιών», όπως διαβουλεύσεις κάθε είδους (εντός και εκτός διαδικτύου), διαδικασίες «κοινωνικών διαλόγων», δημοψηφίσματα (το νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί κάνει λόγο για πανεθνικά δημοψηφίσματα, στην πορεία μπορεί να προβλέπονται και τοπικά ίσως) για «σημαντικά κοινωνικά ή εθνικά θέματα», όπου όμως η ατζέντα των θεμάτων και των ερωτημάτων σε αυτές τις διαδικασίες και η συνολική μεθόδευση των τελευταίων θα είναι καθορισμένη από πριν με κάθε λεπτομέρεια και από πολύ «ψηλά».

Με λίγα λόγια, η πολιτική ουσία και της «συμμετοχικής δημοκρατίας» συνίσταται όχι σε ένα «άνοιγμα των δημοκρατικών διαδικασιών για όλους τους πολίτες», όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες της, αλλά ακριβώς στο αντίθετο, δηλαδή στο «κλείσιμο» ή στην απαγόρευση τοποθέτησης των πολιτικών και κοινωνικών υποθέσεων από εργατική ταξική σκοπιά, στη στεγανοποίηση της πολιτικής δράσης από την όποια επίδραση και βάρος του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Η ελκυστική «συμμετοχική» ή «αμεσοδημοκρατική» γλώσσα με την οποία  προωθούνται οι αλλαγές στο πολιτικό σύστημα δεν πρέπει να ξενίζει. Σε μια εποχή όπου το άγχος και η ανασφάλεια των εργαζομένων ονοματίζεται «κοινωνία της διακινδύνευσης» ή του «ρίσκου» και τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα αντικαθίστανται από τις «ευκαιρίες», όπου η σταθερή πλήρης απασχόληση καταγγέλλεται ως «προνόμιο» και η χρήση ναρκωτικών χαρακτηρίζεται «δικαίωμα αυτοδιάθεσης» ή «ελευθερία», είναι λογικό και η επιβολή, η απαγόρευση ή ο ουσιαστικός αποκλεισμός της αυτοτελούς δράσης των εργαζομένων από την πολιτική ζωή να βαφτίζεται «συμμετοχή» σε αυτή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 Τα ιδεολογήματα περί της ανάπτυξης της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας, «πραγματικής», «άμεσης» ή «συμμετοχικής», είναι πρώτα-πρώτα παραπλανητικά και αποπροσανατολιστικά. Αυτό που επιζητείται καταρχήν από όλη αυτή τη φλυαρία είναι το κέρδισμα πολύτιμου χρόνου από τις δυνάμεις του κεφαλαίου για να εδραιώσουν ως μόνιμη πλέον αυτή την πολιτική που παρουσιάζουν ως «αναγκαστική», «έξωθεν επιβαλλόμενη» και «προσωρινή» («μέχρι να βγούμε από την κρίση»). Ο χρόνος που ήδη έχουν κερδίσει με αυτό τον τρόπο («αγανακτισμένοι» κλπ.) είναι σημαντικός μεν, αλλά δεν αρκεί. Ξέρουν ότι τα δύσκολα και γι’ αυτούς είναι ακόμα μπροστά.

Η ένταση και το βάθος της κρίσης σε όλο τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο αναγκάζει τις άρχουσες τάξεις και τις συμμαχίες τους σε γενική κινητοποίηση και επιβολή δραστικών αλλαγών σε βάρος των εργαζομένων όλων των χωρών. Στην Ελλάδα, όπου οι συνέπειες της κρίσης είναι ακόμη πιο έντονες, οι αλλαγές θα είναι ακόμα πιο οδυνηρές για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα και το αστικό πολιτικό σύστημα θα δοκιμαστεί σοβαρά. Πίσω λοιπόν από τα ωραία λόγια περί δημοκρατίας και πολιτικών αλλαγών κρύβεται η επερχόμενη τεράστια ενίσχυση της καταστολής, του καπιταλιστικού νόμου και της τάξης, δηλαδή του πραγματικού αστικού «κράτους δικαίου».

Ο συνδυασμός της ταξικής καταστολής και της επίκλησης των «λαϊκών δικαίων» δεν είναι πρωτόγνωρος ιστορικά. Πουθενά δε θεοποιήθηκε περισσότερο η έννοια του «λαού» απ’ ό,τι στη ναζιστική Γερμανία και πουθενά δεν επισημοποιήθηκε πιο πολύ ο «κοινωνικός διάλογος» και ο «κοινωνικός εταιρισμός» απ’ ό,τι στο «σωματειακό κράτος» της φασιστικής Ιταλίας. Σημειωτέον ότι επρόκειτο για καπιταλιστικές χώρες που αντιμετώπιζαν το διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό ταυτόχρονα με την εσωτερική ταξική πάλη, σε συνθήκες μεγάλης διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης και ως εκ τούτου η κινητοποίηση και γενική «επιστράτευση» του συνόλου του δυναμικού της κάθε χώρας και όλων των διαθέσιμων εφεδρειών ήταν θέμα ζωής και θανάτου για την επιβίωση της κεφαλαιοκρατικής τάξης σε αυτές.

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουμε δει μια διαρκώς αυξανόμενη κινητοποίηση και συγκέντρωση-χρησιμοποίηση δυνάμεων της αστικής τάξης σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό, επικοινωνιακό. Σε αυτό το πλαίσιο δεν αποκλείεται στο επόμενο διάστημα να δούμε κι άλλες κινητοποιήσεις κατά το πρότυπο των «αγανακτισμένων» ή της «Σπίθας», σε πιο συντηρητική ή και αντιδραστική κατεύθυνση αυτή τη φορά, με στόχο αφενός να πλευροκοπηθεί και να εξουδετερωθεί εν μέρει η επίδραση του εργατικού κινήματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος στις εξελίξεις και αφετέρου να σχηματιστεί μια πρώτη ύλη για τη μελλοντική δημιουργία ενός μαζικού αντιδραστικού κινήματος προς υποστήριξη της συνέχειας της βάρβαρης αστικής πολιτικής (σ’ αυτή την περίπτωση είναι πιθανό να είναι πιο ενισχυμένο το εθνικιστικό στοιχείο στις κινητοποιήσεις αυτές).

Σε αυτές τις συνθήκες το ζητούμενο είναι το Κόμμα να ανεβάζει σταθερά τη δυνατότητα, το βαθμό κινητοποίησης και την ετοιμότητά του μπροστά στις επερχόμενες εξελίξεις, εντείνοντας την προσπάθεια για την οργάνωση των εργαζόμενων μαζών στο ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, το ΠΑΜΕ, τις αντιμονοπωλιακές συσπειρώσεις στους αυτοαπασχολούμενους και του αγρότες, τη συγκρότηση λαϊκών επιτροπών στις γειτονιές.

Αυτή η προσπάθεια προϋποθέτει την αποκάλυψη σε ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις του χαρακτήρα της συζήτησης γύρω από τα ζητήματα της δημοκρατίας, της λειτουργίας του αστικού κράτους, την προβολή της αναγκαιότητας της αλλαγής τάξης στην εξουσία, την αναγκαιότητα της πάλης για τη Λαϊκή Εξουσία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Αποστόλης Χαρίσης είναι συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Μάλιστα, η εμφάνιση της φεουδαρχικής απολυταρχίας συνοδευόταν από την υποβάθμιση των μεγάλων φεουδαρχικών οίκων-ανταγωνιστών της βασιλικής οικογένειας και την αναβάθμιση αντίστοιχα των κατώτερων ομάδων των φεουδαρχών, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη, κάτι ανάλογο με την εξέλιξη της αρχαίας «τυραννίδος» από την παλιότερη δουλοκτητική «αριστοκρατία». Αρα, σε ό,τι αφορά την ενδοταξική κατάσταση των φεουδαρχών, η απολυταρχία αποτελούσε μάλλον ένα μεγαλύτερο «εκδημοκρατισμό»-εξισωτισμό στο εσωτερικό της φεουδαρχικής τάξης. Από ιστορικά γεγονότα σαν και αυτά φαίνεται καλύτερα η διαφορά της ταξικής ανάλυσης από την ανάλυση με βάση μια αφηρημένη αστική αντίληψη της πολιτικής, μακριά από την οικονομία. Είναι δυνατό; Η απολυταρχία πιο δημοκρατική από την αριστοκρατία; Για το σύνολο της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης όχι μόνο ήταν δυνατό κάτι τέτοιο, αλλά έγινε και πραγματικό γεγονός. Βεβαίως, για τους εξαρτημένους αγρότες και δουλοπάροικους όλα αυτά δε σήμαιναν τίποτα όσον αφορά την κοινωνική και πολιτική θέση τους.

2. Η ρωμαϊκή εκδοχή της «res publica», των «κοινών» ή «δημοσίων» πραγμάτων, της διοίκησης του κράτους, ήταν πολύ πιο ήπια από την ελληνική, αντανακλώντας τους διαφορετικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό των ρωμαίων δουλοκτητών, όπου το «πάνω χέρι» διατήρησαν τελικά οι αριστοκράτες, οι πατρίκιοι, παρά τους αγώνες των «πληβείων» («plebs»). Η Ρώμη κατάργησε κι αυτή τη βασιλεία (εξ ου και «κοινό πράγμα», που ανήκει δηλαδή σε όλους, «πολιτεία» σε αντιπαράθεση με το «βασίλειο»), αλλά σ’ αυτή δεν κυριαρχούσε ο «δήμος», το σύνολο των ελεύθερων πολιτών.

3. Ο αναρχισμός ως κοινωνική θεωρία και πρόγραμμα δεν είναι ενιαίος. Πολύ σχηματικά, για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου και μόνο, μπορούν να ξεχωριστούν δύο γενικές τάσεις: α) ένας «αναρχισμός της κοινότητας» ή «κομμουνιστικός», που παραπέμπει κυρίως στο Ρώσο ναρόντνικο Μ. Μπακούνιν, ο οποίος έχει ως αναφορά την αγροτική κοινότητα και ως πηγή έμπνευσης την παλιά ρωσική αγροτική κοινότητα («община») των χρόνων πριν από την κατάργηση της δουλοπαροικίας στη Ρωσία και β) ένας αναρχισμός καθαρά μικροαστικός και ατομικιστικός, με καταβολές που φτάνουν ως το νεαρό χεγκελιανό Μαξ Στίρνερ (βασικό έργο του: «Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του») και τον Προυντόν. Η πρώτη, η «κομμουνιστική» ή «κοινοτιστική» εκδοχή του αναρχισμού είναι και αυτή που είχε πραγματική επιρροή και συμβολή στο κίνημα και μάλιστα την εποχή που συντελούνταν η μεταμόρφωση των παλιών εξαρτημένων αγροτών σε ατομικούς εμπορευματοπαραγωγούς (βλ. Ρωσία, Ιταλία, Ισπανία, σε μικρό βαθμό και Ελλάδα - στη δυτική Πελοπόννησο κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα) ή σε μισθωτούς εργάτες. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του κοινωνικού μετασχηματισμού σταμάτησε εν πολλοίς και η επιρροή αυτής της τάσης του αναρχισμού στα μαζικά κινήματα. Η δεύτερη τάση, που γεννήθηκε στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, είχε από την αρχή ως σημείο αναφοράς τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς της πόλης, τους μικροαστούς δηλαδή. Χαρακτηρίζεται από έντονο ατομικισμό και ποτέ δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ένα πραγματικό μαζικό κίνημα ή να το επηρεάσει σημαντικά, ενώ η όποια επίδρασή της αφορά κυρίως μικροαστούς ή μεσοαστούς ριζοσπάστες διανοουμένους και πολύ πρόσκαιρα κάποια μικρά τμήματα φοιτητικών κινημάτων με παρόμοιες ταξικές καταβολές. Ιδεολογικά είναι συμβατή και με πολλές πλευρές της αστικής ιδεολογίας και μάλιστα με τις πιο επιθετικές σύγχρονες πλευρές της, λόγω της έμφασης στον ατομικισμό και την «αυτονομία». Ουσιαστικά αποτελεί το «ριζοσπαστικό» ή το «αριστερό» alter ego λ.χ. του αμερικανικού «libertarianism», δηλαδή του φιλοσοφικού θεμελίου αυτού που παλιότερα, στη δεκαετία του 1970 και τις αρχές του 1980, ονομαζόταν «νεοσυντηρητισμός» και που αργότερα ονόμασαν «νεοφιλελευθερισμό». Οι περισσότερες παραλλαγές αυτών των «αναρχικών» ή «ελευθεριακών» αντιλήψεων χαρακτηρίζονται επίσης από έναν «ατομικιστικό αντικρατισμό» (βλ. και συγγένεια με το ατομικιστικό «αντικρατικιστικό πάθος» γνωστών «νεοφιλελεύθερων» ιδεολόγων στην Ελλάδα, ενδεικτικά βλ. Στ. Μάνος, Ανδρ. Ανδριανόπουλος), ενώ στο όποιο «κοινοτιστικό» ενδιαφέρον τους εμπνέονται από παραλλαγές του αμερικανικού «κομμουνιταρισμού», δηλαδή του πνεύματος και της πρακτικής της μικροαστικής-αστικής κοινότητας των Αμερικανών «πιονιέρων» του 18ου και 19ου αιώνα (φυσικά εκείνες οι κοινότητες, που ήσαν προϊόν -αλλά και όχημα- του καπιταλιστικού μετασχηματισμού στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, γίνονται κατανοητές στη σύγχρονη μεταπλασμένη αστική ιδεολογικοποιημένη εκδοχή τους).

4. Η συμμετοχική διοίκηση επιχειρήσεων βασιζόταν τόσο σε προθέσεις ενσωμάτωσης των εργαζομένων και υπονόμευσης του ταξικού συνδικαλισμού, όσο και στην ίδια την εξέλιξη της παραγωγικής διαδικασίας. Πραγματικά, στις επιχειρήσεις όπου κυριαρχεί η κοινωνικοποιημένη εργασία, η υψηλή τεχνική, η άμεση εφαρμογή της επιστήμης, χωρίς την ενεργό και δημιουργική συμμετοχή των παραγωγών στην παραγωγική διαδικασία δεν αναπτύσσεται ως το τέλος η δυναμική της τελευταίας, άρα δεν επιτυγχάνεται και το μέγιστο κέρδος για τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης, κάτι ιδιαίτερα ζωτικό γι’ αυτούς εν όψει μάλιστα του αδυσώπητου μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Είναι αναρίθμητες οι βελτιώσεις και εφευρέσεις, μεγάλες και μικρές, που πραγματοποιούνται κατά τη λειτουργία των σύγχρονων βιομηχανικών επιχειρήσεων, βελτιώσεις που γίνονται από τους ίδιους τους εργάτες και τεχνικούς και οι οποίες περνάνε στην κατοχή και ιδιοκτησία της επιχείρησης, άρα των κεφαλαιοκρατών-ιδιοκτητών της, που μπορούν ακόμα και να τις πουλάνε ή να τις διατηρούν κρυφές, με βάση τους νόμους περί «πνευματικής ιδιοκτησίας» (ό,τι δημιουργείται μέσα στην εταιρία - ανήκει στην εταιρία). Λ.χ. οι «ομάδες» ή «κύκλοι ποιότητας» (οι ονομασίες ποικίλουν) των εργαζομένων μέσα στις επιχειρήσεις συνιστούν αναγκαιότητα για την ίδια την ανάπτυξη της παραγωγικής διαδικασίας. Ωστόσο, μέσα στον καπιταλισμό, όλα αυτά λειτουργούν πάντα σε βάρος των ίδιων των μισθωτών παραγωγών, ως τάξης.

5. Δυο από τους πιο σημαντικούς αστούς στοχαστές του 20ού αιώνα, ο Μ. Βέμπερ και ο Γ. Σουμπέτερ, κάθε άλλο παρά μαρξιστές, το είχαν εξάλλου πει καθαρά εδώ και χρόνια: η λεγόμενη δημοκρατία και οι εκλογικές διαδικασίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος για να αναδειχθεί η ελίτ, η συγκεκριμένη κάθε φορά «κορυφή της εξουσίας». Δεν αφορά καθόλου την υφιστάμενη εξουσία γενικά, δεν αμφισβητεί τα κυρίαρχα συμφέροντα, δεν οδηγεί σε καμιά αλλαγή στην πολιτική και την κοινωνία.