ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΑΚΟ ΥΛΙΚΟ (2)

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, στο 5ο τεύχος (Μάιος) του 1947, διατηρώντας την ανωνυμία του συγγραφέα του. Η αναδημοσίευσή του στο παρόν τεύχος γίνεται διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτοδημοσιευμένου.

Οταν γράφτηκε το κείμενο, ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) διένυε τον πρώτο χρόνο του μεγάλου ηρωικού του αγώνα, ο οποίος πήρε τα χαρακτηριστικά ένοπλης ταξικής σύγκρουσης για την εξουσία, ανεξάρτητα εάν ο στόχος αυτός είχε τεθεί ολοκληρωμένα από το ΚΚΕ.

Το κείμενο κάνει εκτίμηση του συσχετισμού των ένοπλων αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων, αναλύοντας τον ταξικό τους χαρακτήρα αλλά και ζητήματα στρατιωτικής φύσεως, τα οποία δεν αποκόβονται από τον πολιτικό στόχο της κάθε πλευράς. Στην άποψη του συγγραφέα αναπαράγονται οι αντιφάσεις στον πολιτικό στόχο του ΔΣΕ, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της δράσης του. Επίσης αντανακλώνται οι συγχύσεις σχετικά με το χαρακτήρα του ως αντάρτικου, αν και σωστά δίνεται η προοπτική μετατροπής του σε τακτικού στρατού σε συνδυασμό με το στόχο και τις δυνάμεις του.

Δίνεται αναλυτικά η διάταξη των στρατιωτικών δυνάμεων ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, καθώς και άλλα στοιχεία που παίζουν ρόλο στη διεξαγωγή της ένοπλης σύγκρουσης, όπως π.χ. η μορφολογία του εδάφους κλπ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοινωνική ανάλυση της προέλευσης και σύνθεσης των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση για τη σχέση αξιωματικών-κρατικών επιτελείων, αξιωματικών-οπλιτών, η στάση μέρους των αξιωματικών απέναντι στους ξένους συμμάχους των αντιδραστικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Εχει διαχρονική σημασία το συμπέρασμα, βασισμένο σε έκθεση του Γενικού Επιτελείου, «Ποιοι πολεμάνε για τους απόλεμους πλουσίους».

Ορισμένες εκτιμήσεις για την κατάσταση των ένοπλων αστικών δυνάμεων είναι υπερβολικές, υποτιμώντας ουσιαστικά το μέγεθος, τις δυνατότητες και την κατάστασή τους. Παρ’ όλα αυτά στο κείμενο αναδεικνύεται το γεγονός ότι χωρίς ιμπεριαλιστική επέμβαση ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί ο ΔΣΕ με τις εγχώριες μόνο ένοπλες αστικές δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά ότι τα συμβατικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα ήταν αδύνατο να προκαλέσουν εκτεταμένες απώλειες και καταστροφές σε δυνάμεις που ήταν διατεταγμένες σε ορεινό όγκο. Το πρόβλημα αυτό λύθηκε βεβαίως με τη χρήση βομβών «ναπάλμ», δηλαδή εμπρηστικών βομβών από την αεροπορία των ΗΠΑ. Η εξέλιξη της άμεσης ξένης εμπλοκής και επέμβασης ενάντια στον αγώνα του ΔΣΕ αναδεικνύει τη διεθνή διάσταση που πήρε αντικειμενικά η ένοπλη σύγκρουση του 1946-1949, αλλά και τη σημασία της για τη διάσωση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα.

Στο κείμενο αναδεικνύεται η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων που οδήγησαν στην ένοπλη λαϊκή πάλη.

Επίσης αναδεικνύονται επιμέρους πλευρές αυτού του αγώνα. Τέτοιο είναι το γεγονός ότι, παρόλη την πολιτική διώξεων και ανοιχτής τρομοκρατίας από διάφορα ένοπλα τμήματα της αστικής τάξης, διατηρούνταν σημαντικές εφεδρείες για ένα χρονικό διάστημα, οι οποίες αν αξιοποιούνταν σωστά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του ΔΣΕ.

Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν ότι ο αγώνας του ΔΣΕ δεν ήταν ένας εξαρχής χαμένος αγώνας, όπως υποστήριξαν και υποστηρίζουν ορισμένοι εκπρόσωποι της οπορτουνιστικής ιστοριογραφίας, προκειμένου να τεκμηριώσουν τη θέση περί «τυχοδιωκτισμού» εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ, θέση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε και η οπορτουνιστική στροφή στο ΚΚΕ με την 6η Ολομέλεια του 1956. Αντικειμενικά υπήρχαν δυνατότητες και προϋποθέσεις να είναι νικηφόρος, πολλές από τις οποίες δεν αξιοποιήθηκαν σωστά, τόσο λόγω των ταλαντεύσεων της ηγεσίας του ΚΚΕ σε ζητήματα στρατηγικής που αντικειμενικά επιδρούσαν και στο χαρακτήρα της ένοπλης σύγκρουσης, όσο και κάτω από την επίδραση των διεθνών και περιφερειακών εξελίξεων. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ίδια την πορεία εξέλιξης της μάχης, όταν ουσιαστικά μέχρι το 1948 ακόμα και στελέχη των αστικών ενόπλων δυνάμεων και των στρατιωτικών και πολιτικών εκπροσώπων των ΗΠΑ στην Ελλάδα δεν έβλεπαν με αισιοδοξία για την αστική τάξη την εξέλιξη της ένοπλης σύγκρουσης.