Βιβλιοπαρουσίαση: «ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΜΟΣ Β΄ (1204-1453)»

Τηλέμαχου Λουγγή:
ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΜΟΣ Β΄ (1204-1453)

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Το βιβλίο αποτελεί το β΄ τόμο ενιαίας μελέτης, το πρώτο μέρος της οποίας εκδόθηκε από τη «Σύγχρονη Εποχή» το 1998, με τίτλο «Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας (324-1204), Α΄ τόμος», της σειράς «Μελέτες του ΚΜΕ». Πρόκειται για μία έκδοση που δεν προορίζεται μόνο για τους ειδικούς, για τους γνώστες ή μελετητές της βυζαντινής ιστορίας. Μέσα από τις γραμμές του, με τη μεθοδολογία του διαλεκτικού-ιστορικού υλισμού, αναδεικνύεται η ερμηνεία των γεγονότων που οδήγησαν στην παρακμή και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο β΄ τόμος της μελέτης, στηριγμένης στο μαρξισμό-λενινισμό σε αντιπαράθεση με την κυρίαρχη αστική αντίληψη για την ιστορία του Βυζαντίου, εξιστορεί τις νομοτέλειες που οδήγησαν το όλο και μικρότερο σε έκταση βυζαντινό κράτος να καταρρεύσει υπό το βάρος των επιθέσεων από την Ασία. Το γεγονός της πτώσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επέδρασε με τον τρόπο του στη συγκρότηση των δυτικοευρωπαϊκών εθνών.

Το συνολικό έργο αναδεικνύει τη μετάβαση από τη δουλοκτητική «αρχαιότητα» στη φεουδαρχία, που στο Ανατολικό τμήμα της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γίνεται με αργό και βασανιστικό τρόπο, με πολλά πισωγυρίσματα. Την ίδια στιγμή η διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την άλλη επιταχύνει τη διαδικασία φεουδαρχοποίησης. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις φεουδαρχικές δυνάμεις της Δυτικής Ευρώπης και το Βυζάντιο έχει ουσιαστικά ως νικητές τους Δυτικούς φεουδάρχες. Με ορόσημο το 1204, την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και το μοίρασμα τμημάτων της Αυτοκρατορίας, δίνεται ώθηση στη φεουδαρχοποίηση του Βυζαντίου, η οποία όμως πραγματοποιείται καθυστερημένα και χωρίς να μπορέσει να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία. Το συμπέρασμα του συγγραφέα είναι ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατέρρευσε ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιφάσεών της, λόγω της παρατεταμένης δουλοκτητικής αρχαιότητας και της καθυστερημένης φεουδαρχικής ανάπτυξης.

Η καθυστερημένη ολοκλήρωση της βυζαντινής φεουδαρχίας είχε σαν αποτέλεσμα η φεουδαρχική τάξη να βιώσει την κρίση στην κυριαρχία της, σε μια ιστορική περίοδο που στη Δυτική Ευρώπη ήδη αναπτυσσόταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Ετσι κάθε ανορθωτική προσπάθεια (όπως αυτή του 14ου αιώνα) δεν μπορούσε να αποδώσει καρπούς μεσοπρόθεσμα και υπόκυπτε σε δεοντολογίες, είτε όψιμες αλλά αναπόφευκτες είτε σε ιδεολογίες οπισθοδρομικές και αντιδραστικές. Η διάλυση των βυζαντινών φεουδαρχικών δομών δεν μπορούσε να οδηγήσει σε καπιταλιστική ανάπτυξη εφόσον οι φεουδαρχικές αυτές δομές που εμποδίζονταν από το αρχαίο ελληνορωμαϊκό παρελθόν δεν είχαν κατορθώσει να δημιουργήσουν μια κατάλληλη οικονομική και κοινωνική βάση. Ετσι το αρχαιοπρεπές Βυζάντιο έσβησε χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να ανασυσταθεί, ενώ η Δυτική Ευρώπη προόδευσε, περνώντας από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό από την εποχή της Αναγέννησης και εξής.

Η σχετικά βραχύχρονη πολιτική και κοινωνική σταθεροποίηση που πέτυχε η μικρή σε έκταση αυτοκρατορία της Νίκαιας (1204-1261) δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει, επειδή το επίτευγμα αυτό συντελέστηκε μέσα σε στενά γεωγραφικά όρια, ενώ αργά ή γρήγορα υπέκυψε στη γενική νομοτέλεια της εποχής, στο να υποχωρήσει δηλαδή κάτω από την πίεση της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, αφού η μόνη τάξη που θα μπορούσε τότε να έχει και να ασκεί την κρατική εξουσία ήταν η φεουδαρχική αριστοκρατία, υπό τη δυναστεία των Παλαιολόγων (1258-1453). Η συνεχής αύξηση των προνομίων των φεουδαρχών (πρόνοια κληρονομική κλπ.) υπό τη δυναστεία των Παλαιολόγων, σε συνδυασμό μάλιστα με την όλο και μεγαλύτερη αδυναμία του όλο και μικρότερου σε έκταση κράτους, θα καταλήξει στην τελμάτωση της βυζαντινής κοινωνίας που μετατράπηκε σε μια κοινωνία ερμητικά κλειστή.

Η βαθμιαία μεταβολή της πρώην ανοιχτής σε νεόπλουτους και τυχοδιώκτες βυζαντινής κοινωνίας σε κλειστή επιδεινώνεται από τη διάσπαση της κεντρικής εξουσίας στο χώρο και η οικονομική κατάσταση της μικρής πια αυτοκρατορίας αρχίζει να δείχνει τραγική. Η κυριαρχία των Ιταλών εμπόρων (Βενετών, Γενοβέζων) στην εσωτερική αγορά μαζί με την καθυστερημένη ανάπτυξη της βυζαντινής φεουδαρχίας δεν άφηνε χώρο για ανάπτυξη των βυζαντινών εμπόρων και αποδυνάμωσε το βυζαντινό νόμισμα. Ετσι το Βυζάντιο υφίσταται μια όλο και μεγαλύτερη εξάντληση των οικονομικών του πόρων, μαζί με σχεδόν την πλήρη εξάντληση του ανθρώπινου δυναμικού του και καταλήγει σαν ένα είδος αγροτικής ενδοχώρας κυρίως των ιταλικών ναυτικών δημοκρατιών.

Τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά από ό,τι στη Δυτική Ευρώπη του 14ου αιώνα, όπου η φεουδαρχία βρίσκεται σε σταδιακή υποχώρηση μπροστά στην ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Εκεί οι έμποροι και οι βιοτέχνες ιδιαίτερα αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ο τρόπος ζωής τους δε συνδέεται πια με κανέναν τρόπο με τη γη, αποκτώντας έναν πιο προωθημένο τρόπο σκέψης, αδιανόητο για τους λόγιους της αυτοκρατορίας των Παλαιολόγων.

Μέσα στη γενικότερη αυτή συγκυρία, όπου είναι φυσικό να οξύνεται και η ταξική πάλη (οι λεγόμενοι πένητες=ελεύθεροι εργαζόμενοι θεωρούνται οι κύριοι εχθροί της άρχουσας τάξης) εμφανίζονται και οι Οθωμανοί Τούρκοι, ενώ η φεουδαρχική άρχουσα τάξη διασπάται και εμπλέκεται σε εμφύλιους πολέμους, στους οποίους και τα δυο στρατόπεδα χρησιμοποιούν ξένους μισθοφόρους. Οταν τα λαϊκά στρώματα εξεγείρονται, όπως συνέβη και με την επτάχρονη (1342-1349) εξέγερση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη, η φεουδαρχική εξουσία ήταν περίπου υποχρεωμένη να καταφεύγει στην ξένη (σερβική, τουρκική) μισθοφορική βοήθεια κι αυτό αντανακλά το γεγονός ότι η φεουδαρχική κεντρική εξουσία δεν είχε ισχυρή κοινωνική στήριξη στις εναπομένουσες πόλεις. Κατά συνέπεια, οι πόλεις παρήκμασαν με γρήγορο ρυθμό χωρίς κρατική υποστήριξη. Αυτή η κατάσταση της γενικής κρίσης δεν αποτελεί με κανένα τρόπο κάποιο προμήνυμα κοινωνικών ανακατατάξεων και νέων μορφών ζωής, αλλά έχει έντονο μέσα της το στοιχείο της αποσύνθεσης. Ακόμα και η ορθόδοξη εκκλησία, που διάγει σε μεγάλη ιδιοκτησιακή ευημερία, δείχνει ότι θέλει να αποσχιστεί από το κράτος που καταρρέει και μετά από κάποιες απόπειρες «βαλκανικής ορθόδοξης συνεννόησης» επιδιώκει να επιζήσει υπό τουρκική κυριαρχία, όπως κι έγινε τελικά.

Αντιμετωπίζοντας το καίριο και ζωτικό ερώτημα: ενιαίο ή διασπασμένο κράτος, η Παλαιολόγεια δυναστεία έμοιαζε όλο και περισσότερο να υιοθετεί (ιδιαίτερα από το 1322 και εξής) τη δεύτερη εκδοχή, δηλαδή την υιοθέτηση του φεουδαρχικού εδαφικού κατακερματισμού του κράτους, κατά τα ισχύοντα στη Δυτική Ευρώπη, δημιουργώντας ημιαυτόνομες μικρές επικράτειες που διοικούσαν μέλη της. Στο μέτρο που η Παλαιολόγεια δυναστεία έμοιαζε να έχει ενσταλαγμένη μέσα της τη φεουδαρχική αντίληψη και νοοτροπία του εδαφικού κατακερματισμού του κράτους, άρχιζε να μην έχει ενδοιασμούς ακόμα και για εδαφικές παραχωρήσεις σε άλλες δυνάμεις (έτσι η Καλλίπολη της Θράκης θα παραχωρηθεί στους Τούρκους το 1377 και η Θεσσαλονίκη το 1387. Το 1396, η Κόρινθος-Ακροκόρινθος πουλήθηκε στους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου).

Στο μέτρο επίσης που από το 1371 και εξής η αυτοκρατορία έγινε επίσημα φόρου υποτελής στους Τούρκους, ορισμένα μέλη της αυτοκρατορικής δυναστείας έπαιρναν μέρος σε τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια στην αδύναμη αυτοκρατορία που κυβερνούσαν οι πατέρες ή οι θείοι τους. Η αμφισβήτηση του συγκεντρωτικού κράτους από τα ίδια τα μέλη της κρατικής δυναστείας και μάλιστα όταν αυτά αντιμάχονται μεταξύ τους και είναι έτοιμα να παραχωρήσουν στρατηγικές θέσεις σε ξένες δυνάμεις, υποδηλώνει ότι έχει επέλθει διάσπαση στους κόλπους της άρχουσας τάξης. Τα γεγονότα δε θα αργούσαν να γίνουν εντελώς ανεξέλεγκτα για τη μικρή και οριστικά διασπασμένη αυτοκρατορία.

Η δυνατότητα των λαϊκών στρωμάτων να παρέμβουν στις πολιτικές εξελίξεις ήταν ελάχιστη και τις περισσότερες φορές εξαντλείται στην άρνηση ή την αδυναμία να πληρώσουν τους όλο και βαρύτερους φόρους. Πολλές φορές η απώλεια βυζαντινών εδαφών ήταν αποτέλεσμα της παθητικής στάσης των κατοίκων με την αποδοχή της πάντα αναπόφευκτης ελπίδας ότι υπό ξένη κυριαρχία θα δημιουργούνταν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Και η γενική ένδεια ωθούσε τμήμα του πληθυσμού προς τα μοναστήρια, όπου η επιβίωση σε ένα κανονικό επίπεδο ήταν εξασφαλισμένη. Ακόμα και στην πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη ο πληθυσμός αραιώνει αισθητά, ίσως και δέκα φορές από την εποχή της ακμής (11ο-12ο αιώνα), καθώς η εξασφάλιση της διατροφής του μέσα στα τείχη γίνεται προβληματική υπό συνεχείς τουρκικές πολιορκίες.

Η Κωνσταντινούπολη που κατά τους προηγούμενους αιώνες ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα των γραμμάτων και της διανόησης, παύει προς τα τέλη του 14ου αιώνα να διαδραματίζει το ρόλο αυτό, κάτω από την αυστηρή κυριαρχία του Ησυχασμού, μιας ιδιαίτερα ανορθολογικής και αντιδραστικής εκκλησιαστικής δοξασίας που αναθέτει την ιδεολογική της προπαγάνδα στους μοναχούς που κυριαρχούν στην πόλη. Ολο και περισσότερο κυριαρχεί η εντύπωση ότι η εξασφάλιση της προνομιακής επιβίωσης της ορθόδοξης εκκλησίας είναι συνυφασμένη με την τουρκική κατάκτηση και όχι με τη στρατιωτική βοήθεια της Δύσης. Αυτή η διαδικασία δε σταμάτησε ούτε κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, οπότε οι ορθόδοξοι «ανθενωτικοί» δεν έπαψαν να υπονομεύουν την άμυνα ως το τέλος, με αποτέλεσμα να μακροημερεύσουν στη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας των τεσσάρων αιώνων.