Αρχειακό υλικό: ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΑΜΒΟΥΡΓΟΥ*

Πριν δέκα χρόνια, στις 24 Οχτώβρη του 1923 αρπάξανε τα όπλα οι προλετάριοι στα προάστεια του Αμβούργου Μπάρμπεκ, Αϊμσμπότηλ και Σήρμπεκ για να δώσουνε τέλος, μαζί με τους προλετάριους ολόκληρης της Γερμανίας, στην αφόρητη εκείνη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί ως το φθινόπωρο του 1923 για τις εργαζόμενες μάζες της Γερμανίας. Η εξέγερση του Αμβούργου ξεπήδηξε από την επαναστατική κατάσταση του φθινόπωρου του 1923. «Σπρωγμένη από την αθλιότητα της εποχής του πληθωρισμού (Inflation) κάτω απ’ την πίεση της ανήκουστης μιζέριας που έδερνε τις εργαζόμενες μάζες, ποτισμένες από το πνεύμα του μπολσεβικισμού, η καλύτερη, η επαναστατική μερίδα της Αμβουργιανής εργατιάς άρπαξε τα τουφέκια για να αρχίσει τον αγώνα ενάντια στους καπιταλιστές καταπιεστές» (Ταίλμαν).

Δυο μέρες κρατήσανε οι μάχες στους δρόμους του Αμβούργου. Θα διαρκούσανε κι άλλο, οι φλόγες της ένοπλης εξέγερσης θα ξαπλώνονταν αναμφισβήτητα σ’ ολάκερη τη Γερμανία, αν η δειλή δεξιά -οπορτουνιστική ομάδα των Μπραντλερικών, που τότε είχε τη διοίκηση του Κ.Κ.Γ., δεν έδινε στους Γερμανούς εργάτες την οδηγία να αναβάλλουνε τον αγώνα δηλ. να οπισθοχωρήσουνε χωρίς αγώνα.

Οι δυο μέρες της ένοπλης πάλης, οι δυο μέρες της Σοβιετικής εξουσίας στα προλεταριακά προάστεια του Αμβούργου είναι μια από τις πιο ένδοξες σελίδες μέσα στην ιστορία του επαναστατικού αγώνα της εργατικής τάξης όχι μονάχα της Γερμανίας, μα ολόκληρου του κόσμου. Το επαναστατικό προλεταριάτο σ’ όλες τις χώρες και ο αρχηγός του, η Κομμουνιστική Διεθνής, θεωρούνε τον ένοπλον αγώνα των προλετάριων του Αμβούργου σαν μια από τις πιο ηρωικές εξεγέρσεις, σα μια άμεση επαναστατική κατάσταση, που από την πείρα της μπορούμε και πρέπει να διδαχτούνε οι προλετάριοι όλων των χωρών.

Οσο το επαναστατικό προλεταριάτο και η πρωτοπορία του, οι κομμουνιστές, ξεχωρίζουνε μ’ ένα αίσθημα αηδίας από πράξεις προβοκάτσιας σαν την ανατίναξη του καθεδρικού ναού στη Σόφια το 1925 και τον εμπρησμό που κάνανε οι Γερμανοί φασίστες στο Ράιχσταγκ το Φλεβάρη του 1933, όσο καταδικάζουνε αποφασιστικά και ξεκάθαρα όλες τις ατομικές τρομοκρατικές πράξεις, που δεν αποτελούν μέρος της ένοπλης μαζικής πάλης, άλλο τόσο σταθερά, ξεκάθαρα και ενθουσιαστικά εκφράζουνε τη συμπάθειά τους και προσέχουνε τις τέτοιες εκδηλώσεις μιας πραγματικής προλεταριακής ταξικής πάλης σαν την εξέγερση του Αμβούργου, που ξέσπασε στο ανώτατο σημείο του επαναστατικού κύματος του 1923.

Ομως η σχέση των κομμουνιστών με την ένοπλη ταξική πάλη δεν περιορίζεται μονάχα στο να εκφράζουνε τη συμπάθειά τους στους ήρωες και τα θύματα του αγώνα. Το όνομα του κομμουνιστή μάς υποχρεώνει να παίρνουμε θέση απέναντι στην εξέγερση όπως σε μια τέχνη, να ξεκαθαρίζουμε αντικειμενικά τα ζητήματα της στρατηγικής της, της ταχτικής της για νάμαστε έτοιμοι να οδηγήσουμε τις προλεταριακές μάζες στις ένοπλες ταξικές συγκρούσεις που πλησιάζουνε.

Αυτή τη θέση απέναντι στην εξέγερση μάς την δίδαξαν επανειλημμένα ο Μαρξ, ο Ενγκελς και ο Λένιν. «Και τώρα ισχύει: τόνα απ’ τα δυο. Ή έχουμε πραγματικά την στέρεα πεποίθηση πως ο πόλεμος στην Ευρώπη δημιουργεί μια επαναστατική κατάσταση, πως ολόκληρη η οικονομική και κοινωνικοπολιτική κατάσταση της ιμπεριαλιστικής εποχής οδηγεί στην επανάσταση του προλεταριάτου. Τότε είναι απαραίτητο καθήκον και χρέος μας να ξεκαθαρίσουμε στις μάζες την ανάγκη της επανάστασης, να δημιουργήσουμε τις ανάλογες οργανώσεις και χωρίς κανένα φόβο να μιλήσουμε με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο για τις διάφορες μέθοδες του βίαιου αγώνα και για την “τεχνική” του.

Αυτό το απαραίτητο καθήκον μας δεν εξαρτιέται από το αν η επανάσταση θα είναι αρκετά δυνατή κι αν θα ξεσπάσει σε σχέση με τον πρώτο ή με τον δεύτερο ιμπεριαλιστικό πόλεμο κλπ». (Λένιν, τόμος XVIII, σελ. 401, «Οι επαναστάτες μαρξιστές στη διεθνή σοσιαλιστική συνδιάσκεψη της 5-8 του Σεπτέμβρη του 1915»).

Στις μάχες της 23 και 24 του Οχτώβρη του 1923 οι προλετάριοι του Αμβούργου δεν δείξανε μονάχα μια τόλμη και ένα ηρωικό θάρρος, αντάξια των πρωτοπόρων της προλεταριακής επανάστασης, οι δυο απ’ τις μέρες του αγώνα μάς δώσανε και μια πολύ μεγάλη θετική πείρα στο πνεύμα των «διαφόρων συγκεκριμένων μεθόδων του βίαιου αγώνα». Από αυτές μπορούνε οι προλετάριοι, σ’ όλες τις χώρες, που έχουν ακόμα μπροστά τους τούς αποφασιστικούς αγώνες για την εξουσία, να μάθουνε πολλά.

 

***

Η εξέγερση του Αμβούργου έγινε μέσα στις συνθήκες μιας βαθειάς επαναστατικής κρίσης. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914 και 1918, τα ανυπόφορα βάρη της Ειρήνης των Βερσαλλιών και οι συνέπειες της παθητικής αντίστασης στο Ρουρ οδηγούσανε σε μια τρομερή οικονομική και νομισματική κρίση το φθινόπωρο του 1923. Το ακράτητο κατρακύλημα του μάρκου εκδηλωνότανε στο τέλος με αστρονομικά ψηφία. Το πραγματικό μεροκάματο των εργατών δεν μπορούσε με το γοργό ξεπεσμό του χρήματος να τους εξασφαλίσει ούτε μια ζωή πείνας. Επιχειρήσεις και εργοστάσια σταματούσανε, εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια άνεργων προλετάριων ρίχνουνται στους δρόμους, στις πόλεις γίνουνται ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία έξω από τα καταστήματα των τροφίμων. Σε πολλά μέρη οργανώνουνε οι πεινασμένες μάζες ένοπλες πορείες για λάφυρα στα χωριά για να πάρουν εκεί κατάσχοντάς τα τα πιο αναγκαία τρόφιμα απ’ τους γαιοχτήμονες. Οι εργατικές μάζες αριστεροποιόντουσαν ακατάπαυστα. Η επίδραση του Κομμουνιστικού Κόμματος αύξαινε εξαιρετικά γοργά. Οι απελπισμένες πλατειές μικροαστικές μάζες που είχανε καταστραφεί από τον πόλεμο και τον πληθωρισμό, κυμαινόντουσαν δυνατά ανάμεσα στον κομμουνισμό και το φασισμό. Ανίκανη να γίνει κύρια της κατάστασης η μπουρζουαζία βρισκότανε σε μια κατάσταση πανικού και σύγχυσης. Τις μέρες αυτές δήλωνε ο καγκελάριος του Ράιχ Στρέζεμαν, που τάχε ολότελα χαμένα: «Υστερα από μας θάρθουν ή οι κομμουνιστές ή οι φασίστες». Η σοσιαλδημοκρατία, που βρισκότανε στο πλευρό της μπουρζουαζίας, έκανε ό,τι μπορούσε για να τσακίσει τη γερμανική εργατική τάξη, που τραβούσε για την προλεταριακή επανάσταση.

Σύμφωνα με την εχτίμηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς η κατάσταση είτανε τότε τέτοια που υπήρχε η δυνατότητα για το γερμανικό προλεταριάτο να νικήσει και συνεπούμενα το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε την υποχρέωση να οδηγήσει τις στρατιές των εκατομμυρίων γερμανών προλεταρίων στην αποφασιστική μάχη. Ακόμα κι ο Μπράντλερ δήλωσε επανειλημμένα πριν από τον Οχτώβρη, πως ήταν απόλυτα αποφασισμένος να αναλάβει τον αποφασιστικό αγώνα.

Οταν όμως έπρεπε από αυτά τα μεγάλα λόγια να προχωρήσει στην πράξη, αποδείχτηκε ανίκανη η μπραντλερική διοίκηση του κόμματος να τεθεί επί κεφαλής του αγώνα του γερμανικού προλεταριάτου. Αντίς ν’ αναλάβει τον αγώνα έδωσε το σύνθημα της οπισθοχώρησης, αποτραβήχτηκε χωρίς αγώνα, καπιτουλάρησε μπρος τον εχθρό του έντονα τη δειλία της με τον σοσιαλιστικό ισχυρισμό πως «οι μάζες δεν θέλανε να παλαίψουνε». Στην πραγματικότητα όμως οι μάζες θέλανε να παλαίψουμε μα τους έλειπε το κυριώτερο, η καθοδήγηση, που άδικα την περιμέναμε από την μπραντλερική Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Βέβαια δε λείπανε οι χτυπητές επαναστατικές φράσεις του Μπράντλερ και των συντρόφων του. Ομως παραμελούσανε την προετοιμασία του κόμματος και των πλατειών εργατικών μαζών για την ένοπλη εξέγερση. Στην περίπτωση αυτή η διοίκηση Μπράντλερ έκανε πάνω-κάτω ακριβώς τις αντίθετες από κείνο, που έπρεπε να γίνει. Μια σοβαρή προετοιμασία των μαζών για την ένοπλη εξέγερση θα προϋπόθετε ένα τολμηρό ξέσπασμα από απεργιακό αγώνα και άλλη μορφή μαζικής δράσης του προλεταριάτου. Μονάχα μέσα σε τέτοιους αγώνες θα τους καθοδηγήσουν οι κομμουνιστές, θα μπορούσανε οι μάχες του προλεταριάτου να συσπειρωθούνε σφιχτά γύρω από την πρωτοπορεία τους και να κερδίσουνε την πείρα της πάλης και το ατσάλωμα, που χρειάζουνταν για να περάσει στην ανώτερη μορφή της μαζικής πάλης, στην ένοπλη εξέγερση.

Αντίς γι’ αυτό, η μπραντλερική Κεντρική Επιτροπή απαγόρεψε κάθε μερική δράση με την αιτιολογία πως «πρέπει ολόκληρη την μαχητική δραστηριότητα των μαζών να την φυλάξουν για τον αποφασιστικό αγώνα». Η αιτιολογία αυτή του Μπράντλερ και των ιδεολογικών φίλων του δεν ήταν κατά βάθος άλλο παρά μια μάσκα για το δειλό οππορτουνισμό, για το φόβο μπρος στην επανάσταση, για τη θέση, που την κατάληψη της εξουσίας την θέλει κατά την σαξωνική συνταγή σύμφωνη με τη σοσιαλδημοκρατία.

Η μπραντλερική Κ.Ε. έκανε βέβαια μερικά πράματα για να προετοιμάσει την εξέγερση από την καθαρά στρατιωτική πλευρά. Δημιουργήθηκε η λεγόμενη «Ordensdienst» δηλαδή μια παράνομη μαχητική οργάνωση, επίσης δόθηκε το σύνθημα για την οργάνωση προλεταριακών εκατονταρχιών. Μα και δω παραμελήσανε και περάσανε πάνω από το κεντρικό ζήτημα της στρατιωτικής προετοιμασίας για την εξέγερση, δηλαδή το ζήτημα του εξοπλισμού του προλεταριάτου. Ο ίδιος ο Μπράντλερ, που βρισκότανε μέσα στη Σαξωνική κυβέρνηση δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι του για να εκμεταλλευτεί αυτή τη θέση για τον εξοπλισμό των προλετάριων της Κεντρικής Γερμανίας, αν και θάτανε άμεσο καθήκον του και μονάχα αυτού θα μπορούσε να βρίσκεται το νόημα της συμμετοχής των κομμουνιστών στις τοτινές εργατικές κυβερνήσεις στη Σαξωνία και τη Θουριγγία. Αν η μπραντλεριανή καθοδήγηση σκεφτότανε τον εξοπλισμό των γερμανών εργατών, ονειρευότανε να πάρει όπλα έτσι με κάποιο «ιδιαίτερο» τρόπο, αντί να διαλύσει τις βλαβερές αυταπάτες που είχανε οι μάζες, πως θα τους «δίνανε» όπλα, αντί να πει σταράτα στις μάζες, πως «κανένα κόμμα δεν εξοπλίζει τις μάζες» (Λένιν), πως το προλεταριάτο εξοπλίζει τον εαυτό του, αποσπόντας τα όπλα από τον αντίπαλο.

Η έλλειψη αυτής της ξεκάθαρης και μοναδικά σωστής θέσης στο ζήτημα του εξοπλισμού του προλεταριάτου οδήγησε ανάμεσα στ’ άλλα και στην αδράνεια και των προλεταριακών εκατονταρχιών που είτανε καταδικασμένες να παίζουνε τους στρατιώτες χωρίς νόημα, ενώ είτανε καιρός να αναπτυχθεί η πιο μεγάλη δραστηριότητα για να προμηθευτούνε όπλα αφοπλίζοντας τους αστυνομικούς και τους φασίστες, κάνοντας μια επίμονη διαλυτική δουλειά μέσα στις ένοπλες δυνάμεις της μπουρζουαζίας, φτιάχνοντας βοηθητικά όπλα σε εργαστήρια και εργοστάσια κλπ.

Μια σοβαρή προετοιμασία μια ένοπλη εξέγερση θα είχε σαν προϋπόθεση να τραβηχτούνε στο πλευρό της επανάστασης και να συσπειρωθούνε γύρω από το προλεταριάτο και την κομμουνιστική πρωτοπορεία τα πιο πλατειά στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού που σκουντουφλούσανε πάνω στο κίνημα, αντί να εργαστεί σοβαρά προς αυτή την κατεύθυνση η μπραντλερική καθοδήγηση άφησε ολότελα στην πάντα το καθήκον αυτό. Δεν έκανε καμμιά ζύμωση για να σχηματιστούνε συμβούλια και προσανατολιζότανε αποκλειστικά προς «τους οργανωμένους εργάτες».

Μια εκδήλωση του δειλού οπορτουνισμού και του παιδιακίσιου παιχνιδίσματος με την εξέγερση από μέρους της μπραντλεριανής Κ.Ε. ήτανε και το ότι εξαρτούσε την ανάληψη του αποφασιστικού αγώνα από την έκβαση της συνδιάσκεψης των Εργοστασιακών Συμβουλίων του Χέμνιτς που είχε οριστεί για τις 21 του Οχτώβρη. Αυτή η συνδιάσκεψη θα κήρυττε την γενική απεργία, που, σύμφωνα με τη μπραντλερική συνταγή, θα μετατρεπότανε αργότερα σε ένοπλη εξέγερση. Για τον Μπράντλερ και τους συντρόφους του πήγανε χαμένα τα διδάγματα του Οχτώβρη του 1917, ο Λένιν που πάλευε ενάντια σε παρόμοιες αντιλήψεις, ξεμασκάρεψε επανειλημμένα την αυταπάτη, πως μπορεί να λυθεί με μια απόφαση του Συνεδρίου των Σοβιέτ το πρόβλημα που μονάχα το επαναστατημένο προλεταριάτο μπορεί να λύσει με τη δύναμή του. Το να ξεχάσει αυτό το δίδαγμα του Οχτώβρη του 1917 είτανε τόσο ασυγχώρητο, γιατί τα Εργοστασιακά Συμβούλια, που με την «απόφασή» τους θα αποφασιζότανε η τύχη της εξέγερσης, κάθε άλλο από σοβιέτ είτανε.

Δεν θα είτανε περιττό να τονίσουμε πως τα λάθη της μπραντλερικής Κ.Ε. στο δρόμο για τον γερμανικό Οχτώβρη σχετίζουνται με μερικές λαθεμένες αντιλήψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Κατά τη Ρόζα Λούξεμπουργκ η ένοπλη πάλη μέσα στην προλεταριακή επανάσταση δεν είναι η ανώτατη, η αποφασιστική μορφή πάλης, μα ένα αναπόφευχτο κακό, μονάχα ένα ιδιαίτερο σημείο, δευτερεύον προϊόν και εξάρτημα της γενικής απεργίας, που αποφασίζει για την τύχη του αγώνα. Η ασόβαρη στρατιωτική προετοιμασία της εξέγερσης θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν έκφραση αυτής της Λουξεμπουργκιανής υποτίμησης για την ένοπλη εξέγερση. Ο φόβος όμως των μπραντλεριστών για την επανάσταση, η απάρνηση να αναπτύξουν την απεργιακή πάλη και άλλες μαζικές κινητοποιήσεις δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδοθεί στην κληρονομιά της μεγάλης επαναστάτριας Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στο αποφασιστικό αυτό ζήτημα ο Μπράντλερ και οι ομοϊδεάτες του δεν διαφέρανε στην ουσία τίποτα από τους σοσιαλδημοκράτες.

Τέτοια είτανε η κατάσταση σ’ όλη τη χώρα, σε τέτοια χέρια βρισκότανε η διοίκηση του Κ.Κ. όταν το πρωί της 23 του Οχτώβρη κατεβήκανε στους δρόμους οι προλετάριοι του Αμβούργου.

Η κατάσταση μέσα στο ίδιο το Αμβούργο είχε τότε πάρει μια εξαιρετική οξύτητα. Απεργίες στα διάφορα εργοστάσια, ισχυρές διαδηλώσεις των εργατών και των ανέργων, ξεσηκώματα από την πείνα όπου παίρνανε ενεργό μέρος οι πεινασμένες εργάτριες και οι γυναίκες εργατών, συγκρούσεις ανάμεσα στους εργάτες και την αστυνομία όλα αυτά είτανε στην ημερήσια διάταξη, παρά τους εξορκισμούς του Μπράντλερ και των συντρόφων του να αναβληθούνε όλες οι τέτοιες πράξεις ως τη στιγμή του αποφασιστικού αγώνα.

Η σοσιαλδημοκρατία, που πρώτα το Αμβούργο το θεωρούσε σαν ένα από τα προπύργιά της, έχασε γοργά την επιρροή της στις μάζες, που όλο και πιο αποφασιστικά μπαίνανε στο πλευρό των κομμουνιστών.

Η πρώτη μεγάλη κίνηση των εργατών του Αμβούργου άρχισε τον Οχτώβρη σε μερικά ναυπηγεία. Η κίνηση, που στην αρχή είχε καθαρά οικονομικό χαραχτήρα, οδήγησε στις 20 του Οχτώβρη, στον αποκλεισμό όλων των εργατών ναυπηγών. Την ίδια μέρα γινήκανε μεγάλες διαδηλώσεις ανέργων που σπάσανε την αστυνομική ζώνη και προχωρήσανε στο κέντρο της πόλης. Την ημέρα αυτή μαθεύτηκε επίσης πως είχανε αρχίσει να στέλνουνε στη Σαξωνία τα στρατεύματα της Ράιχσβερ, που στάθμευσαν στην περιφέρεια του Αμβούργου, για να καταστείλουνε το κίνημα των εργατών της Σαξωνίας. Αυτό προκάλεσε ανησυχία μέσα στις μάζες και τις έπεισε για την ανάγκη να δράσουνε αμέσως για να υποστηρίξουνε τους Σάξωνες εργάτες.

Στις 21 του Οχτώβρη συνήλθε στο Αμβούργο μια συνδικαλιστική συνδιάσκεψη των εργατών όλων των ναυπηγείων της Βόρειας Γερμανίας.

Οι αντιπρόσωποι είχανε διάθεση ν’ αρχίσουνε τον αγώνα και να κηρύξουνε την γενική απεργία σαν απάντηση στον αποκλεισμό. Η απόφαση για τη γενική απεργία εμποδίστηκε μονάχα με μεγάλη δυσκολία με βάση τις κατηγορηματικές οδηγίες της Κ.Ε. του Κ.Κ. πως δεν έπρεπε να επιτραπούνε μερικοί αγώνες πριν από τον αποφασιστικό αγώνα.

Το βράδυ της 21 Οχτώβρη η κομματική διοίκηση της Βορειοδυτικής περιφέρειας με επικεφαλής το σύντροφο Ταίλμαν όρισε την εξέγερση στο Αμβούργο για τις 23 του Οχτώβρη έχοντας τη γνώμη πως θάπρεπε να βοηθήσουνε τους εργάτες της Σαξωνίας, που τους απειλούσε μια εισβολή της Ράιχσβερ και παίρνοντας υπ’ όψη πως αλλοιώς θα υπήρχε κίνδυνος να ξεσπάσουνε μεμονωμένες ένοπλες πράξεις. Σύγχρονα αποφασίστηκε να κηρυχτεί απεργία των σιδηροδρομικών για να εμποδιστεί η μεταφορά στρατευμάτων στη Σαξωνία. Η εξέγερση του Αμβούργου θ’ αποτελούσε το σύνθημα για τη γενική εκείνη ένοπλη εξέγερση που θα την επικύρωνε η συνδιάσκεψη των εργοστασιακών συμβουλίων του Χέμνιτς.

Στην αρχή του αγώνα η παράνομη μαχητική οργάνωση στο Αμβούργο, το «Ορντενσντίνστ» (Ordens dienst) είχε περίπου 1300 μέλη. Ο οπλισμός της αποτελιότανε από 80 μονάχα όπλα, κυρίως ρεβόλβερ. Είχε όμως ανάμεσα στα μέλη της πολλούς πρώην στρατιώτες και η στρατιωτική της εκπαίδευση είτανε από πολλές απόψεις εξαιρετική. Εχτός από το «Ordensdienst» είχανε οργανωθεί εκείνη την εποχή στο Αμβούργο 15 προλεταριακές εκατονταρχίες που όμως δεν είχανε όπλα και που η στρατιωτική τους εκπαίδευση είτανε πολύ πενιχρή.

Η ένοπλη αστυνομία του Αμβούργου που έμενε πιστή στην κυβέρνηση απαριθμούσε περίπου 5000 άντρες. Είτανε θαυμάσια οπλισμένη και είχε 6 θωρακισμένα αυτοκίνητα. Στις αστυνομικές φρουρές και στους στρατώνες βρισκόντανε μεγάλες παρακαταθήκες όπλων που προοριζόντανε για τον εξοπλισμό των φασιστών.

Στο Αμβούργο καθώς και σ’ ολόκληρη τη Γερμανία το κόμμα δεν είχε κάνει καμμιά συστηματική δουλειά πριν από την εξέγερση μέσα στις όλο οπλισμένες δυνάμεις της αστικής τάξης, αν και οι δυνατές ταλαντεύσεις που παρουσιαστήκανε μέσα στους αστυνομικούς κατά το διάστημα του αγώνα αποδείχνονται ξεκάθαρα πως υπήρχε κατάλληλο έδαφος για μια αποτελεσματική επαναστατική δουλειά ανάμεσά τους.

Οταν οι ηγέτες της παράνομης μαχητικής οργάνωσης των προλεταριακών περιφερειών του βόρειου Αμβούργου, που ήταν μαζεμένοι πήρανε από τη διοίκηση της περιφέρειας την εντολή ν’ αρχίσουνε την εξέγερση στις 23 του Οχτώβρη στις 5 το πρωί, αποφασίσανε, παίρνοντας υπ’ όψη πως οι εργάτες είχαν εξαιρετικά λίγα όπλα, να κατευθύνουν το πρώτο χτύπημα ενάντια στις αστυνομικές φρουρές, για να αφοπλίσουνε την αστυνομία και να πάρουνε τα όπλα που βρίσκονταν εκεί. Επρόκειτο μ’ αυτή την έφοδο να καταλάβουν εξ απροόπτου τους αστυνομικούς. Γι’ αυτό έπρεπε να διεξαχτεί αποκλειστικά με τις δυνάμεις της παράνομης μαχητικής οργάνωσης, οι πλατειές εργατικές μάζες δεν θα κινητοποιόντουσαν αμέσως για τη συμμετοχή στην εξέγερση. Αργότερα, ύστερα από την κατάληψη των αστυνομικών φρουρών θα γινόνταν η έφοδος από τις προλεταριακές περιφέρειες στο κέντρο της πόλης.

Τη νύχτα της 23 του Οχτώβρη μαζευτήκαν οι μαχητές στα σημεία πούχαν οριστεί απ’ τα πριν για τη συνάντηση. Είχαν παρουσιαστεί συνολικά 250-300 άντρες το πολύ πολύ. Μοιράστηκαν σε 20 ομάδες εφόδου. Κάθε ομάδα εφόδου είχε το καθήκον να καταλάβει μια αστυνομική φρουρά και εξοπλίστηκε με δυο ρεβόλβερ ή με ένα όπλο ή ένα ρεβόλβερ.

Ακριβώς την ωρισμένη ώρα, στις 5 το πρωί, έγινε η επίθεση στις 20 αστυνομικές φρουρές των προλεταριακών περιφερειών του Βόρειου Αμβούργου. Η πρώτη έφοδο είχε για αποτέλεσμα μόλις μετά μισή ώρα να έχουν καταληφτεί 17 αστυνομικές φρουρές. Οι ομάδες εφόδου ήταν κύριοι της καταστάσεως στο Μπάρμπεκ, στο Αϋμσμπύτβελ και το Σήφμπεκ. Στις άλλες συνοικίες για διάφορους λόγους δεν έγιναν εκδηλώσεις.

Τώρα συγκέντρωσε η αστυνομία όλες της τις δυνάμεις στον αγώνα ενάντια στα προλεταριακά προάστεια, που βρίσκονταν στα χέρια των επαναστατών. Σ’ αυτό την ευκόλυνε πολύ το ότι οι εργάτες στις άλλες συνοικίες δεν κάνανε τίποτε.

Δυο επιθέσεις της αστυνομίας, που υποστηρίζονταν από δυο θωρακισμένα αυτοκίνητα, χτυπήθηκαν από τους μαχητές στο Αϋμσμπύτβελ. Ομως σταματήσανε τούτον τον αγώνα τους την ίδια μέρα όταν τους απειλούσε ολοκληρωτικό περικύκλωμα από τις αστυνομικές δυνάμεις που ήταν πιο ισχυρές.

Στο Μπάρμπεκ στις 23 του Οχτώβρη κρατήσαν γεναία οι εργάτες ως το βράδυ, αν και από το πρωί-πρωί είχε διαδοθεί ανάμεσά τους η είδηση πως η συνδιάσκεψη του Χέμνιτς αποφάσισε να αναβάλλει τη γενική απεργία και την εξέγερση. Στήσανε πολυάριθμα οδοφράγματα κι ολόκληρο το Μπάρμπεκ είχε μεταβληθεί σε ισχυρό φρούριο εργατών που αγωνιζότανε.

Η αστυνομία δεν κατάφερε να σπάσει τα οδοφράγματα παρ’ όλο που διέθεσε μεγάλες δυνάμεις πολύ πιο πολυάριθμες από τις δυνάμεις των επαναστατών, και παρ’ όλο που έκανε επίθεση φυλαγμένη από 5 θωρακισμένα αυτοκίνητα. Μόλις τη νύχτα προς την 24 του Οχτώβρη παράτησαν, χωρίς να τους πάρουν είδηση η αστυνομία, τις θέσεις πούχαν κρατήσει όλη την ημέρα και αποτραβήχτηκαν στα βόρεια τμήματα του Μπάρμπεκ, όπου εξακολούθησαν τις μάχες ως τις 24 το βράδυ περιμένοντας την υποστήριξη των εργατών από τις άλλες περιφέρειες του Αμβούργου. Μόλις το βράδυ της 24 Οχτώβρη σταματήσανε τον αγώνα ύστερα από ρητή εντολή του περιφερειακού γραμματέα του Αμβούργου Ούρμπαν, και σκορπιστήκανε απαρατήρητοι παίρνοντας μαζί τους τους νεκρούς και τους πληγωμένους και κρύβοντας τα όπλα.

Την ίδια μέρα σταμάτησε η μάχη στο Σήφμπεκ. Σ’ αυτόν τον τομέα οι αγώνες πήραν εξαιρετικό χαραχτήρα γιατί κατά τη διάρκεια της μάχης ανακηρύχτηκε η σοβιετική εξουσία και εκλέχτηκε η Εχτελεστική επιτροπή των συμβουλίων. Κατά την μαρτυρία του αστυνομικού δ/τού Χάρτενσταϊν οι αντιπρόσωποι της σοβιετικής εξουσίας κατέλαβαν το ταχυδρομείο του Σκέρμπεκ, κάναν έρευνες στα σπίτια για όπλα, συνέλαβαν ανέργους αντεπαναστάτες, οργάνωσαν στους δρόμους κανονική υπηρεσία ταχυδρομική και κήρυξαν τη θανατική ποινή για αντίσταση κατά των διατάξεων της Εχτελεστικής Επιτροπής των Συμβουλίων.

Ακόμα στις 25 και στις 26 του Οχτώβρη έγιναν στο Μπάρμπεκ μεμονωμένες συγκρούσεις, που επετίθενταν στους αστυνομικούς και κάνανε έρευνες στα σπίτια στις εργατικές συνοικίες.

Πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα τον αισχρό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην εξέγερση του Αμβούργου. Την εποχή εκείνη υπήρχε στο Αμβούργο η κυβέρνηση του λεγόμενου «Μεγάλου Συνασπισμού»1, στην κυβέρνηση αυτή συμμετείχαν οι σοσιαλδημοκράτες, που παντού είχανε τις ηγετικές αστυνομικές θέσεις. Πριν από τον Οχτώβρη ο σοσιαλδημοκράτης Πρόεδρος της γερμανικής Δημοκρατίας Εμπερτ, έδωσε απόλυτη δικαιοδοσία στο στρατηγό Σέκτ, που άρχισε αμέσως να καταπνίγει το κίνημα των εργατών της Κεντρικής Γερμανίας. Στο Αμβούργο οι σοσιαλδημοκράτες παίρναν μέρος στη διοίκηση της πόλης και συμμετείχαν ενεργά στην κατάπνιξη της εξέγερσης με τα πιο ποικίλα μέσα. Κινητοποιήσανε 600 «έμπιστους» σοσιαλδημοκράτες για βοηθητική αστυνομία κι έτσι μπόρεσε να διατεθεί ολόκληρη η πολυάριθμη λιμενική αστυνομία για τον άμεσο αγώνα ενάντια στους επαναστάτες.

Την ημέραν της εξέγερσης όταν μαζευτήκανε οι εργατικές μάζες σε διαδήλωση προς τη Βουλή, τους υποδέχτηκε με το ντουφεκίδι η αστυνομία, που κατ’ εντολή των σοσιαλδημοκρατών ηγετών είχε καταλάβει απ’ τα πριν τη Βουλή. Υστερα απ’ την εξέγερση χαρακτηρίζανε, όπως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, την εξέγερση των εργατών του Αμβούργου σαν πραξικόπημα και αποκαλούσαν τους ήρωες των οδοφραγμάτων του Αμβούργου κακούργους και σκυλολόι. Η θέση τους απέναντι σ’ αυτούς τους προλετάριους αγωνιστές δεν διέφερε καθόλου από τον τόνο του αστυνομικού διευθυντή Χάρτενστάιν, που τους επαναστάτες τους έβλεπε σα «χαμένα κορμιά», «εγκληματικούς τύπους», «εξαθλιωμένες υπάρξεις» κλπ. Τις προλετάρισσες γυναίκες που πήραν ενεργό μέρος στις μάχες τις ονομάζανε «πόρνες αγορασμένες από τους Σπαρτακιστές».

Η απόφαση της Ε.Ε. της Κ.Δ. της 19 Γενάρη του 1924, που μιλάει για τον αισχρό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην κατάπνιξη της Αμβουργιανής εξέγερσης, πιστοποιεί πως «η διαγωγή της είναι η ανάποδη όψη του νομίσματος, που την μπροστινή του όψη στολίζει η διαγωγή του Τσάιγκνερ και των “αριστερών” του στη Σαξωνία».

Η ταχτική των «αριστερών» ήταν στην ουσία της ταχτική του χτυπήματος του επαναστατικού κινήματος των γερμανών εργατών, σύμφωνα με τη γενική αρχή του καταμερισμού της δουλειάς στο στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας.

Οντας οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες βρίσκονταν ακόμα στο κρατικό τροφοδοτήριο, προσπαθούσαν να πείσουν τους εργάτες πως δεν χρειάζεται βίαιη επανάσταση, μια και πάνε δα τόσο καλά τα πράματα και μπορούν να φτάσουν στο σοσιαλισμό από το δημοκρατικό δρόμο. Τώρα ύστερα από την εγκαθίδρυση της ωμής φασιστικής διχτατορίας στη Γερμανία, καταλαβαίνουν πως μέσα στους Γερμανούς εργάτες θα βρίσκουνται μονάχα λίγοι αφελείς που να το πιστεύουν αυτό το τροπάρι. Γι’ αυτό βάζουν τώρα μπρος το δεύτερό τους επιχείρημα και μάλιστα την «απόδειξη» πως μπρος στη στρατιωτική δύναμη της αστικής τάξης είναι μάταιος ο ένοπλος αγώνας. Τρομάζουν τους εργάτες με τον εμφύλιο πόλεμο. Το ξεσκέπασμα αυτού του επιχειρήματος είναι τώρα ένα από τα πιο επίκαιρα καθήκοντα των κομμουνιστών, τόσο στη Γερμανία όσο και στις άλλες χώρες. Το ξεσκέπασμα αυτό, ευκολύνεται από το ότι στο χιτλερικό «Τρίτο Ράιχ» πείθουνται οι εργάτες πως δεν τους μένει άλλο παρά να εκλέξουν ανάμεσα στη φρίκη της φασιστικής διχτατορίας και τα θύματα του εμφυλίου πολέμου. Η λογική των πραγμάτων τους βάζει μπροστά σ’ αυτό το σκληρό πρόβλημα, έτσι γρήγορα ή αργά θα φθάσουν στο συμπέρασμα πως δεν τους μένει ανοιχτός άλλος δρόμος από κείνον που πήραν τον Οχτώβρη του 1917 οι προλετάριοι της Ρωσσίας και κείνον που άρχισαν να παίρνουν στα 1923 οι προλετάριοι των προαστείων του Αμβούργου. Οι μεγάλες επιτυχίες που είχε το μικρό αυτό τμήμα των εργατών του Αμβούργου στους αγώνες τούτους είναι μια πειστική απόδειξη πως σε μια μελλοντική εξέγερση η νίκη του προλεταριάτου είναι εξασφαλισμένη, όταν θα γίνει η εξέγερση αυτή μαζικά σ’ όλη τη χώρα.

Τα φασιστικά καθάρματα του Χίτλερ και του Γκαίριγκ, που αποφασίσανε να «καταστρέψουν» τον κομμουνισμό διαδίδουν τη γνωστή αλήθεια, πως οι κομμουνιστές είναι οπαδοί της ένοπλης εξέγερσης ενάντια στη φασιστική διχτατορία. Οσο όμως οι φασίστες και οι σοσιαλδημοκράτες μιλάνε γι’ αυτό το θέμα τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς, γιατί το θέμα αυτό αναπόφευχτα εκλαϊκεύεται όλο και πιο πολύ στις πλατειές λαϊκές μάζες.

 

***

Από την άποψη μιας αποτελεσματικής ταχτικής πάλης οι αγώνες του Αμβούργου έχουνε τεράστια σημασία. Η επιμελημένη προετοιμασμένη και η κεραυνοβόλα εχτελεσμένη πρώτη επίθεση των επαναστατών πούταν σχεδόν ένοπλη, έδωσε θαυμάσια αποτελέσματα: 17 αστυνομικές φρουρές αφοπλιστήκανε ολότελα.

Η εξαιρετικά ευλύγιστη και ευκίνητη ταχτική στο δεύτερο στάδιο του αγώνα, στην υπεράσπιση των κατειλημμένων προλεταριακών συνοικιών, ενάντια στις πολύ - ανώτερες δυνάμεις του αντιπάλου, είναι υπόδειγμα για την επαναστατική ταχτική σε μια τέτοια περίσταση. Το χαρακτηριστικό αυτής της ταχτικής ήταν πως και τα οδοφράγματα, που στήθηκαν πολυάριθμα με την ενεργό συμμετοχή των πιο πλατειών λαϊκών στρωμάτων, δεν βρισκόνταν σχεδόν κανένας εργάτης, ενώ οι αγωνιστές κρυβόντουσαν στα γύρω σπίτια, στις στέγες, στα μπαλκόνια, στους φεγγίτες και πίσω απ’ τα παράθυρα, απ’ όπου κατευθύνανε σίγουρα πυρά στους αστυνομικούς.

Με την ταχτική αυτή αποδείξανε οι εργάτες του Αμβούργου πόσο ανόητος είναι ο ισχυρισμός των σοσιαλδημοκρατών που με τη σημερινή κατάσταση της πολεμικής τεχνικής είναι καταδικασμένος σ’ αποτυχία ο αγώνας του δρόμου. Η πείρα τους βεβαιώνει το συμπέρασμα του Ενγκελς πως η ανάπτυξη της πολεμικής μηχανικής δεν σημαίνει καθόλου στην ανάγκη να απαρνηθούμε τους αγώνες του δρόμου μα μονάχα την ανάγκη να αλλάξουμε συνθέμελα στην ταχτική του αγώνα αυτού.

Οσον αφορά τα οδοφράγματα επιζήσανε μόνο στη μορφή που χρησιμοποιήθηκαν στις επαναστάσεις στον περασμένο αιώνα, δηλ. σαν προχώματα που πίσω του κρυβόταν η μάζα των επαναστατών.

Οι αγώνες του Αμβούργου δώσανε ακόμα ένα πολύ διδαχτικό παράδειγμα για τη χρησιμοποίηση του οδοφράγματος σαν μέσο του ενεργού αγώνα. Σε δυο περιπτώσεις οι επαναστάτες κλείσανε μέσα σ’ ένα αδιέξοδο σοκάκι τα θωρακισμένα αυτοκίνητα του αντίπαλου που πλησιάζανε τα οδοφράγματα για να τους επιτεθούνε. Αυτό το καταφέρανε στήνοντας γρήγορα άλλα οδοφράγματα χωρίς να τους βλέπει ο εχτρός, στους πλαϊνούς δρόμους. Ετσι τα θωρακισμένα αυτοκίνητα πέσανε στην παγίδα. Σε μια τρίτη περίπτωση ένας εργάτης που ξεπετάχτηκε από μια αυλή αχρήστεψε ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο, έτρεξε γοργά κοντά στο αυτοκίνητο, έβαλε το πιστόλι του σ’ ένα άνοιγμα και σκότωσε από κοντά τον οδηγό.

Κατά το διάστημα της υπεράσπισης προκαλούσαν οι επαναστάτες όλο και μικρές αντεπιθέσεις φεύγοντας σε μικρές ομάδες τις εχτρικές επιθέσεις.

Απ’ αυτήν την ευκίνητη επιδέξια, ταχτική των επαναστατών εξηγείται ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των θυμάτων τους.

Είχανε μονάχα 4 ή 6 ενώ οι αστυνομικοί είχαν 60 νεκρούς. Οι αστυνομικές εκθέσεις μιλάνε βέβαια για μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από τη μεριά των επαναστατών, όμως ομολογούν κι αυτοί πως δεν κατορθώσανε να πιστοποιήσουν τον ακριβή αριθμό, γιατί οι επαναστάτες απομακρύνανε πάντα γρήγορα τους νεκρούς και τους τραυματίες τους.

Πλάι σ’ αυτά τα θετικά διδάγματα του ένοπλου αγώνα στους δρόμους του Αμβούργου δεν πρέπει να παρασιωπήσουμε ή να σβήσουμε μερικές ελλείψεις και μερικά λάθη που εμφανιστήκανε στην προετοιμασία και διεξαγωγή της εξέγερσης. Σαν τέτοιο έχουμε πρώτα-πρώτα την μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στην αριθμητική δύναμη της «Ορντενστινστ», δηλ. της παράνομης μαχητικής οργάνωσης, που αποτελούσε ένα είδος οργάνωσης, που αποτελούσε ένα είδος οργάνωσης στελεχών για τη μάζα των εξοπλισμένων εργατών και στις προλεταριακές εκατονταρχίες, δηλ. της μαζικής μαχητικής οργάνωσης των εργατών. Οι προλεταριακές εκατονταρχίες δεν αριθμούσαν πιότερα μέλη από το «Ορνενστινστ», αν και με τη μαχητική διάθεση που υπήρχε στους εργάτες, υπήρχαν οι προϋποθέσεις για ν’ αγκαλιάσουν μεγαλύτερες μάζες. Και στο Αμβούργο ακόμα δεν μπήκε καλά μέσα στις μάζες το σύνθημα «ο κάθε προλετάριος να εξοπλιστεί μονάχος του όσο μπορεί».

Αυτά και παρόμοια λάθη στην προετοιμασία της εξέγερσης είχαν για συνέπεια ανάλογες πολύ σοβαρές ελλείψεις στο ίδιο το πλάνο της εξέγερσης. Το πλάνο αυτό, όπως το αναπτύξαμε πιο πάνω, πρόβλεπε αποκλειστικά να εμφανιστεί ξαφνικά μια αριθμητικά μικρή παράνομη μαχητική οργάνωση και οι μάζες των προλεταριακών προαστείων να προσκολληθούν σ’ αυτήν κατόπιν αυθόρμητα. Στο πλάνο της εξέγερσης δε γίνεται λόγος για το ότι οι προλεταριακές εκατονταρχίες και πλατύτερες μάζες εργατών θα οδηγούνταν οργανωμένα στη μάχη, σύμφωνα μ’ ένα πλάνο προετοιμασμένο απ’ τα πριν.

Η αναπάντεχη αιφνίδια δράση της παράνομης μαχητικής οργάνωσης δεν πρέπει αυτή καθ’ εαυτή να θεωρηθεί σαν λάθος. Απεναντίας η πράξη αυτή αυτοδικαιολογήθηκε γιατί έδωκε αρκετά όπλα στους εργαζόμενους και γιατί η επιτυχία που επετεύχθηκε μπρος στα μάτια του προλεταριακού πληθυσμού από τις μαχητικές ομάδες συνετέλεσε εξαιρετικά στο σήκωμα της μαχητικής διάθεσης των μαζών και τους ενέπνευσε τη σιγουριά της νίκης. Το δυστύχημα ήταν πως οι ίδιες οι μάζες, που ήταν κακά προετοιμασμένες για την εξέγερση, δε μπόρεσαν να ενισχύσουν αμέσως τις κινητοποιήσεις των μαχητικών ομάδων και δε μπόρεσαν να εξαπλώσουν αμέσως τα θαυμάσια αποτελέσματα που πέτυχαν. Η ξαφνική επίθεση, ο αιφνιδιασμός είναι ένας από τους σπουδαιότερους κανόνες στην ένοπλη εξέγερση καθώς και σε κάθε πόλεμο. Απαραίτητη προϋπόθεση της νίκης είναι όμως ακόμα η μαζικότητα της εξέγερσης.

Επίσης αμφισβητήσιμο ήταν και είναι το ζήτημα αν οι οργανωτές της εξέγερσης του Αμβούργου έκαναν καλά που διασκόρπισαν τις δυνάμεις τους που έτσι κι έτσι ήταν ασήμαντες για να αφοπλίσουν 20 αστυνομικές φρουρές, αντί να συγκεντρώσουνε όλες τις δυνάμεις που υπήρχανε για να καταλάβουνε κανένα σπουδαίο μέρος στο κέντρο της πόλης π.χ. τη διοίκηση της αστυνομίας, καμμιά μεγάλη παρακαταθήκη όπλων κ.ά. Μας λείπουν τα ντοκουμέντα για να το εξαντλήσουμε αυτό το θέμα. Αν πάρουμε όμως υπόψη πως οι εργατικές μάζες δεν ήταν προετοιμασμένες απ’ τα πριν για την εξέγερση ήταν αναπόφευχτα καταδικασμένη σε αποτυχία και πως οι έστω και μικρές επιτυχίες των μαχητικών ομάδων ήταν ένα δυνατό μέσο για την κινητοποίηση των μαζών στην ενεργό συμμετοχή, στην εξέγερση, τότε είναι πολύ δύσκολο να απορρίψουμε την ταχτική που ακολούθησαν οι μαχητικές αυτές ομάδες.

Εξ άλλου η πείρα όλων των εξεγέρσεων βεβαιώνει ανεξαίρετα την ορθότητα του κανόνα που εξέφρασε ο Ενγκελς πως είναι ανάγκη να πέσουμε αιφνίδια στον αντίπαλο όσο τα στρατεύματά του είναι σκορπισμένα δηλ. να μην τον αφήσουμε τη δυνατότητα να προχωρήσει ενάντια στους επαναστάτες με μαζωμένες τις δυνάμεις και έτσι να προφυλάξει ακόμα τα στρατεύματά του από το «επαναστατικό δηλητήριο».

Αν οι πλατειές μάζες των εργατών του Αμβούργου ήταν προετοιμασμένες θάχαν κινητοποιηθεί για την ενεργό συμμετοχή στην εξέγερση τότε θα έπρεπε απαραίτητα να συγκεντρώσουν την πιο μεγαλύτερη δύναμή τους στα κυριώτερα σημεία (οπλαποθήκες, ταχυδρομείο, τηλέγραφος, λιμάνι) και σύγχρονα θα έπρεπε να προσπαθήσουν να απωθήσουν τον αντίπαλο παντού όπου μπορούσαν. Χωρίς τη συμμετοχή πλατειών μαζών δεν υπάρχει νικηφόρα εξέγερση. Και ακόμα: μια μεμονωμένη εξέγερση, που δεν υποστηρίζεται από εξεγέρσεις σ’ ολόκληρη τη χώρα, είναι προορισμένη να αποτύχει. Αυτά τα κυριώτερα διδάγματα από την εξέγερση του Αμβούργου τόνισε το Προεδρείο της Εχτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρνας στην απόφασή του της 19 του Γενάρη του 1924, όπου λέει:

Αντίποδα της εξέγερσης της Σαξωνίας αποτελεί η εξέγερση του Αμβούργου.

Σ’ αυτήν αποδείχθηκε πως καταλήφθηκε εξ απροόπτου ο εχτρός με την τολμηρή χρησιμοποίηση αποφασιστικών ομάδων μάχης που επετέθηκαν στρατιωτικά.

Αλλά αποδείχθηκε συγχρόνως, πως ένας τέτοιος ένοπλος αγώνας, κι αν ακόμα ο λαός τον συμπαθεί, και υποστηριχθεί από μια μαζική κινητοποίηση, όπως στο Αμβούργο, είναι καταδικασμένος να αποτύχει αν μείνει απομονωμένος και δεν καθοδηγείται επί τόπου μάλιστα, από μια κινητοποίηση συμβουλίων των οποίων η έλλειψη έγινε ιδιαίτερα αισθητή στο Αμβούργο.

Ο αγώνας εσυγχίζετο από τις αντιφατικές διαταγές του Κέντρου κι αυτές ακόμα οι υπάρχουσες απεργιακές κινητοποιήσεις ξεψυχούσαν γιατί καθυστερούσαν οι ειδήσεις για τον αγώνα από την υπόλοιπη χώρα και γιατί οι ειδήσεις ερχόντουσαν από το αποτέλεσμα της διακοπής της διάσκεψης του Χέμνιτς.

 

***

Παρά τον ηρωικό και πετυχημένο αγώνα του καλλίτερου τμήματος του προλεταριάτου του Αμβούργου, υπέστη η εργατική τάξη της Γερμανίας μιαν ήττα τον Οχτώβρη του 1923.

Δεν κατόρθωσε να γίνει «γερμανικός Οχτώβρης» αν και υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη νίκη. Αλλά οσοδήποτε κι αν είναι πάντοτε ευνοϊκές οι αντικειμενικές συνθήκες η εργατική τάξη τότε μόνο μπορεί να νικήσει, όταν υπάρχει μια σωστή καθοδήγηση, που η μπραντλερική Κεντρική Επιτροπή δεν μπόρεσε να δώσει στους γερμανούς εργάτες.

Εννοείται πως δεν πρέπει να συνταντήσουμε ολόκληρο το τότε Κ.Κ.Γ. με τη μπραντλερική Διοίκηση. Από τότε κι’ όλας άρχισε να σχηματίζεται ο μπολσεβίκικος πυρήνας που σήμερα στέκεται επί κεφαλής του ηρωικού αγώνα του γερμανικού προλεταριάτου. Και έχει δίκηο ο σ. Τέλμαν που σ’ ένα άρθρο του, πέντε χρόνια μετά την εξέγερση του Αμβούργου, τονίζει, πως το κόμμα τότε δεν ήταν ακόμα ώριμο και δεν ήταν σε θέση να διορθώσει τα λάθη της Μπραντλερικής διοίκησης.

Αυτή η μπολσεβίκικη αυτοκριτική αναφέρεται και στην τότε κομματική οργάνωση του Αμβούργου. Καίτοι το γεγονός της ένοπλης εξέγερσης, με πρωτοβουλία και υπό την καθοδήγηση του κόμματος στο Αμβούργο, είναι σε χτυπητή αντίθεση προς τη σαξωνική κοινοβουλευτική κωμωδία, παρουσίασε η κομματική οργάνωση του Αμβούργου μεγάλες αδυναμίες στην προετοιμασία και στη διεξαγωγή της ένοπλης πάλης.

Αυτές οι αδυναμίες εκδηλώθηκαν με το ότι οι πλατειές λαϊκές μάζες δεν προετοιμάστηκαν αρκετά για την ενεργό συμμετοχή στην εξέγερση. Κατά φυσική συνέπεια η ένοπλη εξέγερση ήρθε αναπάντεχη όχι μόνο για τον αντίπαλο, πράμα ολότελα σωστό αλλά και για τις φαρδειές εργατικές μάζες. Τον αγώνα των εργατών του Μπάμπεργκ, του Σίσμπεκ και του Αϊμσμπίττελ δεν υποστηρίξανε οι επαναστατικές δυνάμεις των άλλων τμημάτων της συνοικίας αν και δεν έλειπε η μαχητική διάθεση στις μάζες.

Η ιστορική σημασία της διήμερης μάχης των οδοφραγμάτων στους δρόμους του Αμβούργου είναι εξαιρετικά μεγάλη. Ο ηρωικός αγώνας του προλεταριάτου του Αμβούργου υψώνεται σαν ένα διαπεραστικό φωτεινό σημείο του σκοτεινού φόντου του δειλού οπορτουνισμού, του χωρίς αρχές συμβατισμού, και της ελεεινής συνθηκολογίας της μπραντλερικής διοίκησης. Το ότι οι γερμανοί εργάτες μετά τη βαρειά ήττα του γερμανικού Οκτώβρη δεν έχασαν την εμπιστοσύνη του στο Κ.Κ.Γ. αλλά συσπειρώθηκαν πιο στενά σ’ αυτό οφείλεται και το μεγαλύτερο μέρος στο ηρωϊκό παράδειγμα των εργατών του Αμβούργου. Αυτό το παράδειγμα έδωσε την εγγύηση πως η εργατική τάξη μπορεί να δημιουργήσει ένα κόμμα που ξαίρει να την οδηγήσει στην αποφασιστική μάχη και στη νίκη. «Οι επαναστάτες αγωνιστές των οδοφραγμάτων έσωσαν με το σώμα τους και τη ζωή τους την τιμή του κομμουνιστικού κόμματος της Γερμανίας» (Τέλμαν).

Ετσι η ήττα της εξέγερσης του Αμβούργου ήταν στην πραγματικότητα μια τεράστια νίκη του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και της εργατικής τάξης της Γερμανίας.

Το ότι η εξέγερση του Αμβούργου ήταν μια νίκη των εργατών όχι μόνο από την ιστορική έννοια της λέξης, αποδείχνουν και οι αστυνομικές εκθέσεις μετά την εξέγερση, που παραδέχονται πως η αντίσταση των εξεγερθέντων δεν έσπασε από τις αστυνομικές επιθέσεις, πως οι επαναστάτες μάλλον πολλές φορές μετά από νικηφόρο αγώνα αποσύρθηκαν γιατί είχαν λάβει σχετική διαταγή από τη διοίκηση του κόμματος.

Οι αστυνομικές εκθέσεις διαπιστώνουν αδυναμία και αμφιταλάντευση της αστυνομίας στον αγώνα εναντίον των επαναστατών παντού όπου αυτοί εφαρμόζουν τις μέθοδες του ενεργού αγώνα.

Κατά μια αστυνομική έκθεση οι επαναστάτες εργάτες, που παρά τη θέλησή τους μετά από διαταγή του Κόμματος έπρεπε να αποσυρθούν και να διασκορπιστούν έκρυψαν καλά τα όπλα τους. Δε γνωρίζουμε τη μετέπειτα τύχη των όπλων αυτών και αυτό δεν είναι σπουδαίας σημασίας. Αναφέρουμε αυτή τη λεπτομέρεια μόνο, γιατί αυτή και πάλι χαρακτηρίζει τους προλετάριους ήρωες του Μπάρμπεκ, Σίφμπεκ και Αϊμσμπίττελ, που ακόμα και τη στιγμή της σκληρής υποχώρησης έβλεπαν μπροστά, εμψυχωμένοι από το θερμό πόθο στο πρώτο γνέμα του Κόμματος να ξαναδράξουν και πάλι τα όπλα.

Η θαρραλέα επαναστατική πρωτοβουλία της πλειονότητας της τοπικής διοίκησης του Αμβούργου με επί κεφαλής τον σ. Τέλμαν, πριν ακόμα πάρει τις αναμενόμενες ντιρεχτίβες από την Κεντρική Επιτροπή για την εξέγερση, αποδείχνει πως κάτω από τους διοικούντες Γερμανούς κομμουνιστές υπήρχαν και στοιχεία που κατ’ αντίθεση προς τους δειλούς συνθηκολόγους (Kapitulatentum) της μπραντλερικής ομάδας πήραν στα σοβαρά τον ένοπλο αγώνα και ήξεραν να προχωρήσουν από τα λόγια στην πράξη όταν με την πορεία των γεγονότων τέθηκε στην ημερήσια διάταξη για το γερμανικό προλεταριάτο το ζήτημα της ένοπλης εξέγερσης.

Το καλύτερο τμήμα της προλεταριακής επαναστατικής Γερμανίας με τον αρχηγό της ιστορικής εξέγερσης του Αμβούργου σ. Τέλμαν επί κεφαλής οδηγεί τον αγώνα του γερμανικού προλεταριάτου για την εξουσία, για μια Σοσιαλιστική Σοβιετική Γερμανία.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στα τεύχη 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8 της ΚΟΜΕΠ του 1934. Δεν ήταν δυνατό να βρεθούν στοιχεία για το συγγραφέα του. Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη του πρωτότυπου, με ορισμένη επιμέλεια.

1. Το Αμβούργο καθώς και η Λύμπεκ και το Μπρέμεν ήταν ελεύθερες πόλεις (Hansa-stäoete).