ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΑΚΟ ΥΛΙΚΟ

Το κείμενο που ακολουθεί έχει αντληθεί από το αρχείο της ΚΟΜΕΠ και πρόκειται για άρθρο που αναφέρεται στην εξέγερση του Αμβούργου το 1923. Εχει γραφτεί 10 χρόνια μετά από τα γεγονότα της εξέγερσης και έτσι σε αυτό αποτυπώνονται κι εκτιμήσεις για γεγονότα που ακολούθησαν. Για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου είναι αναγκαία μια σύντομη υπενθύμιση των γεγονότων που προηγήθηκαν της εξέγερσης.

Η Γερμανία ήταν από τους ηττημένους του Α΄ ιμπεριαλιστικού Παγκόσμιου Πολέμου. Η εξέγερση των ναυτών του γερμανικού στόλου στο Κίελο, το Νοέμβρη του 1918, αποτέλεσε θρυαλλίδα για την έξοδο της Γερμανίας από τον πόλεμο. Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε αυτές τις εξελίξεις καταλυτική επίδραση άσκησε η Οκτωβριανή Επανάσταση και η επικράτηση της σοβιετικής εξουσίας στη Ρωσία.

Τα επαναστατικά γεγονότα στη Γερμανία κράτησαν βασικά έως το Γενάρη του 1919 και κατέληξαν με ήττα της επανάστασης. Η καθοριστική έλλειψη ήταν πως δεν υπήρχε Κομμουνιστικό Κόμμα, ατσαλωμένο στην πάλη, που να οδηγούσε την εργατική τάξη στο τσάκισμα του αστικού κράτους και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής κατά το νικηφόρο παράδειγμα της Ρωσίας. Το ιδρυτικό συνέδριο του ΚΚ Γερμανίας πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από την ήττα της επανάστασης. Παρά τον προδοτικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας κατά τον πόλεμο, οι εργατικές μάζες δεν είχαν αποσπαστεί από την επιρροή της, δεν είχε προηγηθεί αποκάλυψη ειδικά του τμήματος του οπορτουνισμού που εμφανιζόταν αντίθετος με τον ανοιχτό σοσιαλσωβινισμό της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας πρωτοστάτησε στη δολοφονία των ηγετών της επανάστασης Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ και στη σφαγή των εργατών. Κατάφερε να απομονώσει τους κομμουνιστές (Σπαρτακιστές), αξιοποιώντας το γεγονός ότι έλεγχε τα συνδικάτα, ενώ βρισκόταν σε αγαστή συνεργασία με τους κρατικούς μηχανισμούς και το γενικό επιτελείο στρατού, ακριβώς για να καταπνίξουν την επανάσταση που το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα παρίστανε ότι υπεράσπιζε. Υπό τις διαταγές του σοσιαλδημοκράτη υπουργού Νόσκε δημιουργήθηκαν τα ένοπλα τμήματα «Φράικοπς» που έπνιξαν στο αίμα την επανάσταση. Αποκαλύφθηκε και έμπρακτα ο ρόλος του οπορτουνισμού που πλέον είχε αναδειχτεί σε καθαρά αντεπαναστατική δύναμη, σε σανίδα σωτηρίας για το σαπισμένο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Λένιν επισήμαινε χαρακτηριστικά εκείνη την εποχή πως το επαναστατικό εργατικό κίνημα το χώριζε πλέον αίμα από τον οπορτουνισμό.

Με την επανάσταση του 1918-1919 εκθρονίστηκε ο Κάιζερ Γουλιέλμος ΙΙ, πραγματοποιήθηκαν εκσυγχρονισμοί στο καπιταλιστικό γερμανικό κράτος, διαμορφώθηκε τυπική κοινοβουλευτική δημοκρατία που ονομάστηκε «δημοκρατία της Βαϊμάρης». Στην ουσία ήταν μια αντεπαναστατική αστική εξουσία, η οποία διασφάλισε όλες τις λειτουργίες του αστικού κράτους ως μηχανισμού βίας ενάντια στην εργατική τάξη και τους άλλους καταπιεσμένους. Ετσι, με δεδομένους τους περιορισμούς που έθεταν οι συνθήκες σε βάρος της ηττημένης από την Αντάντ Γερμανίας, της επιτράπηκε να έχει στρατό τη «Ράιχσβερ», με εσωτερική αποστολή το χτύπημα του επαναστατικού κινήματος. Ολα αυτά είτε με κυβερνήσεις των σοσιαλδημοκρατών είτε με συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών.

Ολη η περίοδος από το 1919 -1923 χαρακτηρίζεται από όξυνση της ταξικής πάλης, απόπειρες πραξικοπημάτων, απεργιακούς αγώνες κλπ. Η δραστηριότητα της εργατικής τάξης δε σταμάτησε, ενώ το ΚΚ Γερμανίας είχε πλέον συγκροτηθεί κι έκανε τα πρώτα του βήματα. Το πρώτο παγγερμανικό συνέδριο των επαναστατικών εργοστασιακών επιτροπών που έγινε το Νοέμβρη του 1922 διακήρυξε την ανάγκη να σχηματιστεί εργατική κυβέρνηση και να οπλιστεί η εργατική τάξη.

Στην ηττημένη Γερμανία είχαν επιβληθεί πολεμικές αποζημιώσεις 132 δισεκατομμυρίων χρυσών μάρκων, τις οποίες δεν μπορούσε να αποπληρώσει, γι’ αυτό όταν στη συνδιάσκεψη για τις αποζημιώσεις -που έγινε στις αρχές του 1923 στο Παρίσι- η Αγγλία πρότεινε τη μείωση των αποζημιώσεων στα 50 δισεκατομμύρια μάρκα και την αναστολή πληρωμών για 4 χρόνια, η Γαλλία αντιτάχθηκε και η συνδιάσκεψη ναυάγησε. Στις 11 Γενάρη 1923 100.000 γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατέλαβαν τη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ. Αυτά τα γεγονότα έφεραν παραπέρα επιδείνωση της ζωής της εργατικής τάξης του Ρουρ, αλλά και ολόκληρης της Γερμανίας. Σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας ξέσπασε μεγάλο κύμα απεργιακής πάλης για τα εργατικά δικαιώματα. Η πάλη έπαιρνε και το χαρακτήρα ένοπλης αντιπαράθεσης ανάμεσα σε εργατικά τμήματα και σε ένοπλες ομάδες οργανωμένες από το αστικό κράτος. Το Μάη του 1923 υπήρχαν στη Γερμανία 300 «προλεταριακές εκατονταρχίες» και στην εργατική πρωτομαγιά παρέλασαν στο Βερολίνο 25 χιλιάδες ένοπλα μέλη αυτών των ομάδων. Ο σοσιαλδημοκράτης Σέβερινγκ, υπουργός εσωτερικών της Πρωσίας, απαγόρευσε τις επαναστατικές εργοστασιακές επιτροπές και τις μαχητικές ομάδες, αλλά δεν κατάφερε να τις διαλύσει και η απαγόρευση έμεινε στα χαρτιά. Στο επόμενο διάστημα η ομοσπονδιακή κυβέρνηση με επικεφαλής τον Κουνό έπεσε και αντικαταστάθηκε από νέα με επικεφαλής το φιλελεύθερο Στρέζεμαν.

Τα κρατίδια Σαξονία και Θουριγγία ήταν βιομηχανικά κέντρα με ισχυρό εργατικό κίνημα και κυβερνούνταν από τους σοσιαλδημοκράτες. Σε αυτές τις κυβερνήσεις, στις 10 και 16 Οκτώβρη αντίστοιχα, μπήκαν και οι κομμουνιστές με το σκεπτικό ότι μπορούσαν να αξιοποιήσουν αυτές τις «εργατικές κυβερνήσεις» στην πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Στην πράξη όμως οι κομμουνιστές που πήραν μέρος σε αυτές τις κυβερνήσεις, όπως επεσήμανε αργότερα και ο Γ. Ντιμιτρόφ, πολιτεύονταν σαν συνηθισμένοι κοινοβουλευτικοί υπουργοί στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας.

Με διαταγή του σοσιαλδημοκράτη προέδρου Φρ. Εμπερτ, 60 χιλιάδες στρατός της Ράιχσβερ συγκεντρώθηκε στα σύνορα της Σαξονίας και στις 20 Οκτώβρη 1923 εισέβαλε στη Λειψία, τη Δρέσδη και άλλες πόλεις.

Η ηγεσία του ΚΚ Γερμανίας είχε αντιφατική πολιτική. Ταλαντευόταν ανάμεσα στην αναγκαιότητα οργάνωσης της εξέγερσης και στη συμμαχία με τους σοσιαλδημοκράτες. Ετσι, ενώ στην αρχή υπήρξε κατεύθυνση της ΚΕ για οργάνωση εξεγέρσεων σε όλα τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα της Γερμανίας, αυτή η απόφαση στη συνέχεια πάρθηκε πίσω.

Οι εργάτες των ναυπηγείων του Αμβούργου είχαν αποφασίσει για ένοπλη εξέγερση ως αντιπερισπασμό σε περίπτωση εισβολής της Ράιχσβερ στη Σαξονία. Στις 23 Οκτώβρη με την καθοδήγηση της Κομματικής Οργάνωσης του Αμβούργου και επικεφαλής τον Ερνστ Τέλμαν η εξέγερση ξεκίνησε. Το Αμβούργο ήταν η μοναδική πόλη που προχώρησε η εξέγερση. Ετσι στις 25 Οκτώβρη με αυστηρή πειθαρχία οι εξεγερμένοι υποχώρησαν συντεταγμένα από την ένοπλη πάλη.

Παρά την περίοδο της τρομοκρατίας που ακολούθησε και την απαγόρευση του ΚΚ Γερμανίας (23 Νοέμβρη 1923), η θέληση της εργατικής τάξης δε λύγισε και ο Τέλμαν έγραψε ότι η εξέγερση του Αμβούργου ήταν χίλιες φορές πιο καρποφόρα και πολύτιμη για τους ταξικούς αγώνες από μια υποχώρηση χωρίς να πέσει τουφεκιά.

Το άρθρο αναφέρεται σε μεθόδους δράσης που αντιστοιχούν σε συνθήκες εκδήλωσης ένοπλης εξέγερσης σε αντιπαράθεση με επίσημους και ανεπίσημους ένοπλους σχηματισμούς του αστικού κράτους. Τα πραγματικά «άκρα» που συγκρούστηκαν στη Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και 1930 ήταν από τη μια η εργατική τάξη με μπροστάρη το ΚΚ Γερμανίας και από την άλλη το κεφάλαιο, τα γερμανικά μονοπώλια με συμπαραταγμένα όλα τα αστικά κόμματα, με ειδικό το ρόλο των σοσιαλδημοκρατών, οργανώνοντας ένοπλες τρομοκρατικές ομάδες που αποτέλεσαν τη μήτρα στελεχών για το Ναζιστικό Κόμμα λίγα χρόνια αργότερα. Η αστική τάξη αξιοποίησε τα λάθη στη στρατηγική του Γερμανικού ΚΚ, τις ταλαντεύσεις του, με στόχο να επιβάλει την κυριαρχία της, να τσακίσει το επαναστατικό κίνημα. Οπως αποδείχτηκε λίγα χρόνια αργότερα, σε συνθήκες νέας οικονομικής κρίσης, όξυνσης της ταξικής πάλης και προετοιμασίας για ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το γερμανικό κεφάλαιο επέλεξε ως λύση τη στήριξη του εθνικοσοσιαλισμού ως πιο αυθεντικού εκφραστή των συμφερόντων του.