ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΟ-ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ

Τις μέρες και τους μήνες που θα ακολουθήσουν η εργατική τάξη της χώρας θα έρθει αντιμέτωπη με ένα τσουνάμι νέων αντεργατικών μέτρων, που θα περιλαμβάνει νέες μειώσεις μισθών, συντάξεων, παροχών, νέους φόρους στο εργατικό λαϊκό εισόδημα κ.ά. Το μνημόνιο II περιέχει δέσμες μέτρων στρατηγικού χαρακτήρα για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, τη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με τις οποίες θα πορευτεί οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση. Κατά συνέπεια έχει τεράστια σημασία για την εργατική τάξη η ανασύνταξη του συνδικαλιστικού εργατικού και λαϊκού κινήματος, που σημαίνει οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης, απαλλαγή από τις αυταπάτες που σπέρνει ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός. Ορος και προϋπόθεση αποτελεί η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα, η οποία θα προέλθει με δουλειά από τα κάτω, μέσω της απόκτησης πλατιών άμεσων δεσμών με τη βάση, με τους εργαζόμενους στους τόπους δουλειάς, στα πρωτοβάθμια σωματεία κυρίως με την οργάνωση και ενεργοποίηση νέων δυνάμεων που σήμερα είναι μακριά από τα συνδικάτα και την πάλη στη συνδικαλιστική οργάνωση, με τον απεγκλωβισμό δυνάμεων από την επιρροή της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής, των ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών απόψεων, από την επιρροή της εργοδοσίας και του κράτους.

Η ισχυροποίηση των δυνάμεων με ταξικό προσανατολισμό μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα θα είναι σημαντικός παράγοντας για να διαμορφωθεί ένα πλειοψηφικό ρεύμα σύγκρουσης με τους καπιταλιστές και την εξουσία τους. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ένα ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα θα έχει τη δική του συμβολή στον αγώνα για να ωριμάσει η πολιτική συνείδηση σε μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, για να κληθεί στη διαδικασία της επαναστατικής ανατροπής. Στην πορεία αυτή η ισχυροποίηση του ταξικού πόλου του συνδικαλιστικού κινήματος θα δημιουργήσει προϋποθέσεις αναχαίτισης μερίδας της αντιλαϊκής επίθεσης και θα έχει τη δική του συνδρομή στη διαμόρφωση συμμαχίας με άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Η καπιταλιστική οικονομική κρίση επιβάλλει την όξυνση της ιδεολογικής-πολιτικής αντιπαράθεσης σε κάθε μεγάλο χώρο εργασίας, στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η διαπάλη μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι μια στενά συνδικαλιστική αντιπαράθεση γύρω από ένα διεκδικητικό πλαίσιο ή ορισμένους στόχους πάλης. Πρόκειται για σκληρή ιδεολογική-πολιτική πάλη των κομμουνιστών και των συμπορευόμενων φίλων και οπαδών του ΚΚΕ ενάντια στην αστική και οπορτουνιστική επιρροή μέσα στην εργατική τάξη, ενάντια στην εργοδοτική τρομοκρατία, σε όλους τους μηχανισμούς της, υπό την επίδραση των οποίων οι δυνάμεις των αστικών κομμάτων (ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ) πλειοψηφούν στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Πρόκειται για σκληρή πάλη ενάντια στη γραμμή της ταξικής συνεργασίας για τη συσπείρωση ευρύτερων εργατικών δυνάμεων με τον ταξικά συνεπή πόλο συνδικαλιστικής συσπείρωσης, το ΠΑΜΕ, που παλεύει για την οργάνωση της αναμέτρησης με το κεφάλαιο και την πολιτική της ΕΕ, για την υπεράσπιση των σύγχρονων αναγκών των εργαζόμενων.

Η συμμετοχή σε αυτούς τους αγώνες δίνει πείρα που βοηθά στην ωρίμανση της πολιτικής συνείδησης, στην αναγνώριση της αναγκαιότητας συσπείρωσης με το ΚΚΕ.

Στο παρόν άρθρο θα επικεντρώσουμε στην κριτική παρουσίαση της τοποθέτησης και της στάσης του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού απέναντι στην καπιταλιστική κρίση. Είναι όμως απαραίτητο να γίνει μια σχετικά σύντομη αναφορά για το τι υποστήριζαν αυτές οι δυνάμεις στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης που προηγήθηκε της κρίσης. Υιοθέτησαν όλο το πλαίσιο της αστικής στρατηγικής. Υποστήριξαν με σθένος τη βαθιά ενσωμάτωση στην ΕΕ. Αναπαρήγαγαν ακατάπαυστα το αστικό οικονομικό θεώρημα που λέει ότι όσο αυξάνει η παραγόμενη πίτα θα αυξάνει και το μερίδιο των εργαζόμενων σε αυτή. Υπότασσαν τη δυνατότητα αντιμετώπισης οποιουδήποτε εργατικού προβλήματος, π.χ. της ανεργίας, του μισθού, στο πλαίσιο της ΕΕ. Αυτό είχε σαν συνέπεια τον αποπροσανατολισμό της εργατικής τάξης, την αποδοχή των λογικών του ευρωμονόδρομου, τον εφησυχασμό, τον αγωνιστικό αφοπλισμό των εργαζόμενων, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος λαός να βρεθεί ανέτοιμος να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του κεφαλαίου, τις συνέπειες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.

Να τι περιλάμβανε το Σύμφωνο μεταξύ ΓΣΕΕ - ΣΕΒ «για την ανάπτυξη, την απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα, τις εργασιακές σχέσεις», το Δεκέμβρη του 1997:

«Για να αντιμετωπιστούν τα σημερινά επίπεδα της ανεργίας στην Ελλάδα χρειάζεται μια μακρά περίοδος σταθερής ανάπτυξης. Η μακροοικονομική σταθερότητα η οποία υπάρχει σήμερα στη χώρα συμβάλλει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για αύξηση της παραγωγής και επέκταση της απασχόλησης.

Η προσέγγιση του πληθωρισμού κοντά στο επίπεδο του μέσου όρου των τριών χαμηλότερων στην ΕΕ δεν αποτελεί μόνον ένα βασικό κριτήριο για την ένταξη της δραχμής στην ΟΝΕ. Αποτελεί μέσο διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος υγιούς και βιώσιμης ανάπτυξης που προωθεί την απασχόληση και προστατεύει το εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Με βάση τα παραπάνω, συμφωνείται ότι οι αυξήσεις των αμοιβών θα πρέπει να διασφαλίζουν το πραγματικό εισόδημα των εργαζόμενων και να το αυξάνουν σταδιακά, λαμβανομένης υπόψη της αύξησης της εθνικής παραγωγικότητας και της ανάγκης ενίσχυσης της απασχόλησης.

Τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας ως κίνητρο για τις προσλήψεις νέων ανέργων, με την ταυτόχρονη κάλυψη του σχετικού ελλείμματος της κοινωνικής ασφάλισης, την επέκταση της ισχύος των διατάξεων για την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους νέους άνεργους»1.

Δηλαδή τότε με το άλλοθι της κοινωνικής συναίνεσης, καλούσαν την εργατική τάξη «να σφίξει το ζωνάρι» για τη «μακροπρόθεσμη» ανάπτυξη, τώρα την καλούν σε προσαρμογή, στην τακτική της «συντεταγμένης υποχώρησης», προκειμένου κάτι να περισώσει και να μην επικρατήσει «απόλυτο χάος» στις εργασιακές σχέσεις.

Καταρχήν είναι σημαντικό να θυμίσουμε ότι την περίοδο που η ελληνική οικονομία κατέγραφε υψηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ έθεταν το ζήτημα των «λελογισμένων απαιτήσεων» από τους εργαζόμενους, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (δηλαδή των καπιταλιστικών επιχειρήσεων). Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα που ακολουθεί:

«Υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης ενόψει ομαδικών απολύσεων. Αίτημα της ΓΣΣΕ είναι να υπάρξει ρήτρα στην ΕΓΣΣΕ, με την οποία να επισημαίνεται η αναγκαιότητα ουσιαστικής και όχι τυπικής ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζόμενων ενόψει ομαδικών απολύσεων. Επίσης, να καθιερωθεί υποχρέωση κατάθεσης κοινωνικού σχεδίου (social plan) για τις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε ομαδικές απολύσεις, παράλληλα με την ισχύουσα υποχρέωση για σύνταξη σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης και πριν από τις διαδικασίες πληροφόρησης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων»2.

Διαπραγματεύσεις δηλαδή για πιο ευνοϊκούς όρους απολύσεων για την προστασία των κερδών της άρχουσας τάξης χωρίς την παραμικρή διεκδίκηση για την κάλυψη των αναγκών των εργαζόμενων.

Επίσης τρανταχτή απόδειξη συνιστούν οι συμφωνημένες με το ΣΕΒ αυξήσεις-ψίχουλα στο κατώτερο μεροκάματο εκείνης της περιόδου. Ηταν ήδη στην περίοδο των «παχιών αγελάδων» της καπιταλιστικής οικονομίας που η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ αποδέχονταν και συναινούσαν στην εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση «ζητούμε ρυθμίσεις για καθιέρωση ανώτατου ορίου ποσοστού απασχολούμενων με μειωμένη απασχόληση, ίσο µε το 10% του προσωπικού, µε πλήρη απασχόληση της συγκεκριμένης επιχείρησης» (πάγιο αίτημα τα τελευταία 8-10 χρόνια στα διεκδικητικά πλαίσια για την ΕΓΣΣΕ).

Την περίοδο της «στέρεης ανάπτυξης» η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ εξήρε τον αντιασφαλιστικό νόμο 3029 (νόμο Ρέππα) για το δήθεν θετικό του ρόλο στη «βιωσιμότητα» του ασφαλιστικού συστήματος. Ηταν νόμος που αύξανε σταδιακά τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, θέσπιζε τη δημιουργία επαγγελματικών ταμείων και άλλα συναφή.

Χαρακτηριστική περίπτωση επίσης αποτελεί το δουλεμπορικό καθεστώς των STAGE (500 ευρώ για ανασφάλιστη εργασία), το οποίο άνθισε την περίοδο της ανόδου της καπιταλιστικής οικονομίας με τη συναίνεση του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού. Σε όλους τους δημόσιους οργανισμούς που συμμετείχαν ως εκπρόσωποι των εργαζόμενων στα ΔΣ, οι εκπρόσωποι της ΑΔΕΔΥ και της ΓΣΕΕ υπερψήφιζαν τα προγράμματα προσλήψεων «αλά STAGE», αποδεχόμενοι το πρόσχημα της αντιμετώπισης της ανεργίας των νέων μέσω της «απόκτησης της εργασιακής εμπειρίας».

Ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός, παρά τη συναινετική του στάση στις αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις που προωθήθηκαν, κατάφερε να διατηρήσει έναν πολύ ευνοϊκό γι’ αυτόν συσχετισμό μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, εξαιτίας της γενικής υποχώρηση του εργατικού κινήματος λόγω της νίκης της αντεπανάστασης. Σε αυτό συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων συνοδεύτηκε από την ενίσχυση της θέσης του ελληνικού κεφαλαίου στο ευρωενωσιακό ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα. Το ελληνικό κεφάλαιο επωφελήθηκε από την ανατροπή του σοσιαλισμού στα Βαλκάνια, που του έδωσε τη δυνατότητα για Αμεσες Ξένες Επενδύσεις σε νέες αγορές και συντέλεσε στην εισροή φτηνού εργατικού δυναμικού στη χώρα. Το ελληνικό αστικό κράτος διέθετε ισχυρούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης και χειραγώγησης των εργαζόμενων, συντηρώντας μια πολυάριθμη -τηρουμένων των αναλογιών- συνδικαλιστική ελίτ με παχυλά προνόμια. Επίσης, μια μερίδα μεγάλων επιχειρήσεων υψηλής κερδοφορίας και πρώην ΔΕΚΟ διατηρούσαν παροχές που κάλυπταν την ανεπάρκεια της κρατικής μέριμνας, όπως π.χ. σε παιδικούς σταθμούς. Παρείχαν επιταγές για «ψυχαγωγικές δραστηριότητες», διοργάνωναν ταξίδια στο εξωτερικό σε πολύ χαμηλή τιμή κ.ά. Αρκετές επιχειρήσεις χορηγούσαν αντί αυξήσεων διάφορα πριμ «παραγωγικότητας» και επιδόματα σχετικά υψηλά, κρατώντας έτσι μακριά τους εργαζόμενους από την πάλη για συλλογική σύμβαση.

Ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός μέσα στους χώρους δουλειάς ήταν φορέας του «πνεύματος ταξικής συνεργασίας», ακολουθώντας τη γραμμή που χαράσσονταν από τη συνδικαλιστική πλειοψηφία στη διαπραγμάτευση της ΕΓΣΣΕ. Στην περίοδο της οικονομικής ανόδου το άλλοθι του ταξικού συμβιβασμού ήταν η στήριξη της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου για το «άνοιγμα του δρόμου της λαϊκής ευημερίας». Αυτό σε κάποιους κλάδους και μεμονωμένες επιχειρήσεις υψηλής κερδοφορίας δεν είχε άμεσα αρνητική αντανάκλαση στο επίπεδο μισθών και γενικότερα στα δικαιώματα των εργαζόμενων. Υπάρχουν παραδείγματα ορισμένων μεγάλων επιχειρήσεων σε κλάδους, όπως στα Τρόφιμα, την Ενέργεια, το Φάρμακο, τις Τράπεζες, όπου η κυριαρχία των δυνάμεων του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού συνδυαζόταν με «ικανοποιητικές αμοιβές» και άλλες παροχές για τους εργαζόμενους, στις οποίες αναφερθήκαμε προηγούμενα. Σε κάθε περίπτωση οι «ικανοποιητικές» αυτές αμοιβές και οι άλλες παροχές ήταν κάτω από τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής-λαϊκής οικογένειας και πολύ περισσότερο δεν καταργούσαν την εκμετάλλευση. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα δε μειωνόταν ο βαθμός εκμετάλλευσης, με δεδομένο ότι σε αυτές τις επιχειρήσεις η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν πολύ πάνω από το γενικό μέσο όρο, τόσο του συγκεκριμένου κλάδου όσο και γενικά της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό ακριβώς είναι ένα βασικό ζήτημα που πρέπει να προσεχτεί. Το γεγονός δηλαδή ότι η διαβρωτική επίδραση του ταξικά συμβιβασμένου συνδικαλιστικού κινήματος βοήθησε καθοριστικά, με πρόσχημα την «καλή» κατάσταση εντός της επιχείρησης ή και ολόκληρου του κλάδου, να ριζωθεί βαθιά στη συνείδηση μεγάλων τμημάτων των εργαζόμενων η αντίληψη ότι βαδίζοντας χέρι-χέρι «λαός και Κολωνάκι» μπορούν να είναι όλοι ικανοποιημένοι.

Ο εργοδοτικός συνδικαλισμός οδήγησε στον αγωνιστικό παροπλισμό χιλιάδες εργαζόμενους, στον εκφυλισμό και την απαξίωση όλων των συλλογικών διαδικασιών του συνδικαλιστικού κινήματος. Καρποφόρησε ο συντεχνιασμός και ο κατακερματισμός του εργατικού κινήματος με ευθύνη των εργοδοτικών συνδικαλιστών, κατάσταση που ευνοήθηκε και από τη μισθολογική ψαλίδα ανάμεσα σε τμήματα εργαζόμενων. Η ταύτισή τους με τις αξιώσεις των μεγαλοεπιχειρηματιών, τα παρασιτικά φαινόμενα συνδικαλιστικού ελιτισμού (προκλητικά προνόμια για συνδικαλιστές, παχυλές αμοιβές κ.ά.) οδήγησαν στην αποστροφή μεγάλης μερίδας εργαζόμενων γενικά προς τη συνδικαλιστική δράση.

Αντίστοιχη ήταν και η αρνητική επίδραση του κυβερνητικού συνδικαλισμού στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, όπου το έδαφος ήταν πιο γόνιμο και εξαιτίας της άμεσης εξάρτησης μερίδας μισθωτών που εργάζονται στην αστική κρατική διοίκηση, που συμμετέχουν στη διάδοση της αστικής ιδεολογίας και σε λειτουργίες καταναγκασμού του αστικού κράτους κ.ά. Σήμερα, που έχουν αλλάξει οι συνθήκες και μεγάλο τμήμα εργαζόμενων δουλεύει με μειωμένους μισθούς κατά 30- 40% σε σχέση με το παρελθόν και πετσοκομμένα δικαιώματα, διαμορφώνεται μια αντιφατική κατάσταση. Από τη μία διαμορφώνονται δυνατότητες για ένταξη νέων δυνάμεων στην πάλη, νέες δυνατότητες για το ξεπέρασμα της διάσπασης της εργατικής τάξης. Από την άλλη σε αυτά τα τμήματα των μισθωτών κυριαρχούν αυταπάτες για δυνατότητα επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση. Απαιτείται λοιπόν πολύ πιο έντονη και επιχειρηματολογημένη ιδεολογικοπολιτική πάλη μέσα στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στους τόπους δουλειάς, προκειμένου να εξουδετερωθούν νέες προσπάθειες διάσπασης των εργαζόμενων: Αντιμετώπιση της λογικής ότι οι περικοπές στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα δεν αφορά τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, συνειδητοποίηση ότι ανοίγουν το δρόμο για συνολική εισοδηματική καθίζηση.

Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, χωρίς να παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες και τις αδυναμίες, βρίσκονταν οι ταξικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα. Σε κλάδους, όπου πλειοψηφούσαν οι ταξικά προσανατολισμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις, ακόμα και όταν τα εισοδήματα των εργαζόμενων ήταν «ανθηρά» συγκριτικά με τα σημερινά, συντηρήθηκε σε σημαντικό βαθμό η ταξικά προσανατολισμένη οργάνωση μερίδας των εργαζόμενων. Η δράση που αναπτύχθηκε από πλευράς τους έβαλε σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στον αντιασφαλιστικό νόμο Γιαννίτση. Για τους μαζικότατους αυτούς απεργιακούς αγώνες, παρά το ότι οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ τυπικά είχαν πάρει την απόφαση, το έδαφος για την τεράστια επιτυχία τους το είχαν στρώσει οι ταξικές δυνάμεις, οι οποίες με μεγάλη αυταπάρνηση είχαν προετοιμάσει την πάλη των εργαζόμενων. Αντίθετα, οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, 40 μέρες περίπου πριν, είχαν αρνηθεί την πρόταση των ταξικών δυνάμεων για προειδοποιητική απεργία και επέμεναν μέχρι τελευταία στιγμή να εφησυχάζουν τους εργαζόμενους.

Αλλα παραδείγματα μπορούμε να συναντήσουμε στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, όπου ακόμη και την περίοδο των «υψηλών» ημερομισθίων, όχι μόνο σε επίπεδο σύμβασης, αλλά και «στην αγορά», ο κλάδος έδινε πάντα σημαντικό «παρών» στους αγώνες, επεδείκνυε πνεύμα ταξικής αλληλεγγύης και παρεμπόδισε σειρά από σχέδια εργασιακής ειρήνης που σερβίρονταν με πρόσχημα την άνοδο της παραγωγικής έντασης του κλάδου.

Υπάρχει το παράδειγμα του κλάδου των Κατασκευών, όπου στην περίοδο της ραγδαίας ανόδου της οικοδομικής δραστηριότητας, όχι μόνο δεν υπέστειλε τη σημαία της ταξικής πάλης, αλλά υπήρξαν σημαντικές κατακτήσεις, κυρίως σε μεγάλα εργοτάξια, καθώς και μεγάλη συσπείρωση στα συνδικάτα, η οποία, παρά τη δραματική συρρίκνωση του κλάδου τα τρία τελευταία χρόνια, έχει αφήσει μια σημαντική παρακαταθήκη στους αγώνες του κλάδου και την προοπτική τους.

Σημαντικό παράδειγμα επίσης αποτελεί το Συνδικάτο Επισιτισμού - Τουρισμού Αθήνας, το οποίο έχει μια πολύ πλούσια δράση στους αντίστοιχους μεγάλους χώρους δουλειάς με αντίστοιχο κύρος στους εργαζόμενους αυτών των χώρων. Ηταν αξιοσημείωτη η αγωνιστική αντοχή που επέδειξε στις πιέσεις των επιχειρηματιών του κλάδου για εργασιακές σχέσεις μεσαίωνα με το πρόσχημα του «ολυμπιακού ιδεώδους» το 2004 ή της στήριξης του τουρισμού ως τη δήθεν βαριά βιομηχανία για την Ελλάδα.

Με τα παραπάνω παραδείγματα σε καμία περίπτωση δεν επιχειρείται ο εξωραϊσμός της κατάστασης σε κλάδους όπου κυριαρχούν οι ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει υστέρηση στο βαθμό οργάνωσης των εργαζόμενων στα σωματεία τους. Υπάρχουν καθυστερήσεις στις απαιτούμενες προσαρμογές στη δομή των συνδικάτων, εξαιτίας π.χ. της ανακατανομής της απασχόλησης στους κλάδους. Υπάρχει ζήτημα με τη διεύρυνση του περιεχομένου δράσης των σωματείων, με δεδομένο ότι δεν αρκεί η δράση του να περιορίζεται στην πάλη για το ύψος του ημερομίσθιου, αλλά να επεκτείνεται σε θέματα που αφορούν όλη τη σφαίρα της ζωής της εργατικής τάξης και της οικογένειάς της (Υγεία, Παιδεία, Πολιτισμός κ.ά.)., υπάρχει υστέρηση στην προσέλκυση νέων εργαζόμενων στη δράση των συνδικάτων. Πρέπει άμεσα να γίνουν βήματα για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση των σχεδιασμών και των μηχανισμών παρέμβασης των ταξικών και πολιτικών αντιπάλων με στόχο να ενσωματώνουν και να χειραγωγούν τα εργατικά και λαϊκά στρώματα.

Χρειάζεται αντιμετώπιση της απόσπασης της οικονομικής από την πολιτική πάλη. Η εμπειρία επίσης αναδεικνύει και ένα ακόμη ζήτημα. Οσο ισχυρό κι αν είναι το συνδικαλιστικό κίνημα σ’ έναν κλάδο, αυτό δε φτάνει όταν διαμορφώνεται μια γενική τάση που πιέζει για μείωση των μισθών και διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και όταν απέναντι σε αυτή την κατάσταση στο σύνολο του εργατικού κινήματος κυριαρχεί ο συμβιβασμός. Αναδεικνύεται η ανάγκη συνολικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος σε ταξική κατεύθυνση. Πολύ περισσότερο αναδεικνύεται η ανάγκη πολιτικοποίησης της πάλης των εργαζόμενων, προσανατολισμού της στην πάλη για την εργατική-λαϊκή εξουσία.

 

Ο ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΟΣ - ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 Με την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης οι συνδικαλιστικές ηγεσίες του εργοδοτικού συνδικαλισμού αναπροσάρμοσαν την τακτική τους. Διαφοροποιήθηκαν από τις επιλογές των κυβερνητικών τους κομμάτων και ουσιαστικά προέβαλαν ως γραμμή αυτή της αντιμνημονιακής κριτικής στην κυβερνητική πολιτική, χωρίς βέβαια να αναιρούν τη στρατηγική προσήλωσή τους στην ΕΕ, στην ανταγωνιστικότητα κλπ. Με αυτή τη γραμμή όχι μόνο δεν υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζόμενων και δε δίνουν προοπτική στους αγώνες της εργατικής τάξης, αλλά σπέρνουν νέες απατηλές ελπίδες. Τον πρώτο καιρό οι πλειοψηφίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ μιλούσαν για κρίση που προκάλεσε η απληστία των golden boys, εν συνεχεία υποστήριξαν τη θεωρία ότι πρόκειται για κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μετά ευθυγραμμίστηκαν απόλυτα με τη θεωρία της κρίσης δημοσιονομικού ελλείμματος αποδεχόμενοι πλήρως τα προσχήματα της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκφραστών για τη λήψη αντεργατικών μέτρων, υποστηρίζοντας ότι αυτά θα έπρεπε να συμβάλλουν στην ανάπτυξη.

Διαβάζουμε στην Εκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ για το 2009: «Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση απειλεί σε διεθνές επίπεδο την πραγματική οικονομία (ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, εισόδημα, απασχόληση κλπ.) και προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη και υψηλού επιπέδου χορήγηση δανείων και “τοξικών” τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου, από μέρους των τραπεζών, προκειμένου να δημιουργήσουν προϋποθέσεις υψηλής, εντατικής και αδιαφανούς κερδοφορίας και κερδοσκοπίας»3.

Πρόκειται για ιδεολογήματα που εξωραΐζουν τον καπιταλισμό, διαχωρίζοντας πλήρως το βιομηχανικό και εμπορικό από το τραπεζικό κεφάλαιο, κρύβουν τη βασική πηγή της εκμετάλλευσης, την παραγωγή υπεραξίας. Αποκρύπτουν ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος, ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καπιταλιστική παραγωγή. Οχι μόνο οι αγοραπωλησίες χρηματικού κεφαλαίου, αλλά και φαινόμενα υπερκερδοσκοπίας, όπως τα στοιχήματα πάνω σε προσδοκώμενο κέρδος στο μέλλον, είναι παράγωγα της ίδιας της καπιταλιστικής λειτουργίας.

Κατ’ επέκταση, η αναπαραγωγή θεωριών που κρύβουν ότι οι καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις είναι κρίσεις υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, σύμφυτες με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στην καπιταλιστική εξουσία. Μια από αυτές είναι και ο εγκλωβισμός του συνδικαλιστικού κινήματος στον πλαστό διαχωρισμό «καλό ή κακό κεφάλαιο», «παραγωγικό ή μη παραγωγικό», διαχωρισμό που υιοθετούν οι πλειοψηφίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Παρενθετικά χρειάζεται να θυμίσουμε όμως ότι οι παρατάξεις ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - Αυτόνομη Παρέμβαση διαφήμιζαν τις «επενδυτικές» ευκαιρίες που δήθεν προσέφεραν τα τραπεζοπιστωτικά προϊόντα για τη μέγιστη απόδοση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων. Διαφήμιζαν το χρηματιστήριο σαν μέσο για το αυγάτισμα των εισφορών των εργαζόμενων. Παράλληλα επιτίθονταν με σφοδρότητα στο ΚΚΕ και στο ΠΑΜΕ γιατί προειδοποιούσαν τους εργαζόμενους για τους κινδύνους εξανεμισμού μεγάλου μέρους των αποθεματικών των ταμείων, όπως κι έγινε. Σήμερα θυμήθηκαν την παρασιτική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος;

Ανέφερε η επιστολή της ΓΣΕΕ προς τον πρωθυπουργό Γ. Α. Παπανδρέου το 2010: «Η άσχημη κατάσταση της οικονομίας μας και η κρίση του δημοσιονομικού συστήματος δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Η αποκατάσταση της φερεγγυότητας και της αξιοπιστίας της πολιτικής οικονομίας της χώρας σε σημαντικό βαθμό θα κριθεί από την υπέρβαση της οικονομίας από τα “δίδυμα ελλείμματα” (το δημοσιονομικό και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών), με τη λήψη μέτρων που να οδηγήσουν την οικονομία σε διατηρήσιμη αναπτυξιακή τροχιά με δημοσιονομική προοπτική»4.

Πρόκειται για καθαρά αστική ανάλυση, η οποία δε διαχωρίζει τα συμφέροντα μισθωτών από τα συμφέροντα κεφαλαίου ούτε καν ρεφορμιστικά, δηλαδή από τη σκοπιά της διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε διαφορετικές αντιμαχόμενες δυνάμεις.

Τόσο η ΠΑΣΚΕ όσο και η ΔΑΚΕ, προωθώντας τη στρατηγική του κεφαλαίου μέσα στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, καταναλώνονται στην κριτική σε διαχειριστικές αδυναμίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα, ανάλογα ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση (η ΝΔ 2004-2009 ή το ΠΑΣΟΚ μετά το 2009). Αλλοτε πάλι και οι δύο μαζί κάνουν κριτική στη «συντηρητική», «αντιαναπτυξιακή» διαχείριση της ΕΕ, καλλιεργώντας αυταπάτες για το χαρακτήρα της.

Πλευρά της αντιεπιστημονικής ερμηνείας της κρίσης και στήριξης μιας «αντινεοφιλελεύθερης» διαχείρισής της δήθεν προς όφελος των εργαζόμενων είναι η θεωρία της υποκατανάλωσης και υπεράσπισης του κράτους στο ρόλο ρυθμιστή και παράγοντα εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, όπως διατυπώνεται από το ΙΝΕ των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ:

«…η κρίση αυτή αποτελεί έκφραση αποτυχίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας και διαχείρισης των πόρων, όπως αυτή, τηρουμένων των αναλογιών, του τέλους του 19ου αιώνα και του 1929. Πράγματι, αποτελεί έκφραση αποτυχίας, με την έννοια ότι αυτό διακηρύσσει και εφαρμόζει την πλήρη απελευθέρωση των αγορών χρήματος, αγοράς εργασίας και αγαθών - υπηρεσιών, την κυριαρχία της αγοράς στη διαχείριση των πόρων με την περιθωριοποίηση των δημόσιων πολιτικών και της αναδιανομής του εισοδήματος, χωρίς ρυθμίσεις, ελέγχους, εποπτεία και συντονισμό, με την επικράτηση “χαλαρών οικονομικών και κανονιστικών πολιτικών που επέτρεψαν στην παγκόσμια οικονομία να υπερβεί τα όρια ταχύτητάς της”.

[…] Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία δεν οφείλεται σε ένα πρόβλημα κόστους (μισθοί) αλλά στην πτώση της ζήτησης των νοικοκυριών.

Εμείς πιστεύουμε ότι μια τάση γενικευμένου περιορισμού των μισθών μπορεί να έχει δραματικά αποτελέσματα, αυξάνοντας τους κινδύνους για επιδείνωση της ύφεσης και του πληθωρισμού. Στην περίπτωση αυτή, θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση, λόγω μείωσης της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και της κατανάλωσης, επαυξάνοντας την οικονομική ύφεση…»5.

Πρόκειται για τη γνωστή θεωρία που προβάλλει σαν αιτία της καπιταλιστικής κρίσης την υποκατανάλωση των εργατικών μαζών. Αυτή η «καινούργια» θεωρία έχει απαντηθεί από το μαρξισμό εδώ και ενάμιση σχεδόν αιώνα. Η αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και τη λαϊκή κατανάλωση επιδρά στην εκδήλωση της κρίσης, χωρίς όμως να αποτελεί την αιτία της. Η θεωρία αυτή δεν μπορεί να εξηγήσει ότι η κρίση εμφανίζεται μετά από περιόδους ανόδου, στις οποίες συνήθως η μαζική κατανάλωση μπορεί να βρίσκεται και στο μέγιστο σημείο της. Επίσης, το χαμηλό επίπεδο της κατανάλωσης των μαζών είναι μόνιμο χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και προ-καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής, χωρίς σε αυτούς να εκδηλώνονται τέτοιου είδους κρίσεις. Η πραγματική αναρχία και ανισομετρία στην παραγωγή αφορά και εκδηλώνεται πρώτ’ απ’ όλα στις συναλλαγές μεταξύ των καπιταλιστών της βιομηχανίας. Εκεί εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια εκδήλωσης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.

Αν και η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ παρουσιάζονται ως υποστηρικτές της κεϋνσιανής (επεκτατικής) δημοσιονομικής πολιτικής, ωστόσο δεν μπορούν να υπερασπιστούν με συνέπεια το εργατικό εισόδημα (από το οποίο εξαρτάται η λαϊκή κατανάλωση). Ως φορείς του εργοδοτικού-κρατικού συνδικαλισμού δεν μπορούν να έρθουν σε ουσιαστική σύγκρουση ούτε με τους καπιταλιστές ούτε συνολικά με την πολιτική τους εξουσία, η οποία επιλέγει τον έναν ή τον άλλο τύπο διαχείρισης, ανάλογα με τις συνολικές ανάγκες του κεφαλαίου σε μεγάλες χρονικές περιόδους. Αυτές είναι που καθορίζουν αν η αστική διακυβέρνηση θα περιλαμβάνει εκτεταμένο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, άμεσο κρατικό παρεμβατισμό στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, όπως συνέβη στις πρώτες δεκαετίες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά και πάλι, η κεϋνσιανή διαχείριση εκείνης της περιόδου δεν απέτρεψε την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης την περίοδο 1973-1975.

Οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ υποστηρίζουν ένα διαχειριστικό κράμα που συνοδεύεται από εκτεταμένες φοροαπαλλαγές προς το μεγάλο κεφάλαιο, αθρόο κρατικό δανεισμό για λογαριασμό της άρχουσας τάξης:

«Μείωση των συντελεστών φορολογίας των αδιανέμητων κερδών:

• σε επαναπατριζόμενες βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις

• σε επιχειρήσεις που συμβάλουν στην απασχόληση, στην έρευνα και ανάπτυξη νέας τεχνολογίας, στην προστασία του περιβάλλοντος

• σε επιχειρήσεις που στηρίζουν την τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Στην περίπτωση των τραπεζών ειδικότερα προτείνεται να διαμορφωθεί μία ποσοτική σχέση ανάμεσα στη μείωση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος και στις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται από τα χορηγούμενα δάνεια. Η πρότασή μας αποτελεί τομή στο αναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας, καθώς στοχεύει στο μετασχηματισμό της σημερινής δομής του τραπεζικού συστήματος με ανακατανομή της διαθέσιμης ρευστότητας από τη χρηματοδότηση της κατανάλωσης στη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων με κριτήριο την αύξηση της απασχόλησης»6.

Εχει σημασία να τονίσουμε την εξής αντίφαση: Από τη μια οι δυνάμεις αυτές στηρίζουν τη στρατηγική της ΕΕ που περιλαμβάνει την απελευθέρωση των αγορών, ελευθερία κίνησης εμπορευμάτων, υπηρεσιών, εργατικής δύναμης, κεφαλαίου. Από την άλλη εμφανίζονται ως φορείς μιας «κεϋνσιανής πολιτικής», η οποία όμως είναι αδύνατο να εφαρμοστεί με τον τρόπο που αυτό έγινε στις συνθήκες της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της καπιταλιστικής Ευρώπης τις δεκαετίες του 1950-1960.

Αυτή την αντίφαση προσπαθούν να ξεπεράσουν, υποστηρίζοντας ότι διεκδικούν συνολική αλλαγή των επιλογών της ΕΕ, την υιοθέτηση γενικής επεκτατικής, αναπτυξιακής πολιτικής σε βάρος της στενής νομισματικής και δημοσιονομικής.

Ωστόσο, αυτή η άποψη που σήμερα προβάλλεται από το νέο πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, αλλά ακόμα πιο έντονα από το ΣΥΡΙΖΑ, σε μερικές περιπτώσεις και από άλλες αστικές δυνάμεις, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φύση της ΕΕ, της νομισματικής συγκόλλησης βαθιά ανισόμετρων καπιταλιστικών οικονομιών.

Η αντίθεσή μας με τη θεωρία της υποκατανάλωσης ή με την κεϋνσιανική αστική πολιτική που προβάλλεται ως φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση δε σημαίνει ότι απορρίπτουμε την ανάγκη και δυνατότητα παρεμπόδισης μέτρων νέας επιδείνωσης του εργατικού-λαϊκού εισοδήματος. Υποστηρίζει ότι το κίνημα είναι που μπορεί να περισώσει, να δυσκολέψει, ακόμα και ν’ αποσπάσει κατακτήσεις κι όχι η συμμετοχή ή η στήριξή του προς κάποια αστική διακυβέρνηση.

 

Η ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

 Αντίθετα οι ηγεσίες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ είναι υποστηριχτές της λεγόμενης «αντιμνημονιακής» πολιτικής. Χαρακτηρίζουν τα μέτρα των Μνημονίων ως μια λαθεμένη συνταγή διαχείρισης της κρίσης, ως μέτρα που επιβάλλονται με έξωθεν εντολές: «Τα Μνημόνια διαδέχονται το ένα το άλλο με βασικό πάντα στόχο την κατάργηση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και της κοινωνίας και την υποταγή της χώρας στα συμφέροντα των τοκογλύφων δανειστών»7.

«Το Δημοσιοϋπαλληλικό Συνδικαλιστικό Κίνημα […] επιζητεί πολιτική λύση και διέξοδο από την κατάσταση της νέο-αποικιακής αντιμετώπισης της χώρας.

Η ασκούμενη μνημονιακή πολιτική οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταβαράθρωση της ελληνικής Οικονομίας και στον καταποντισμό της ελληνικής κοινωνίας»8.

Υπάρχει ένα πλήθος ανακοινώσεων και παρεμβάσεων σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση. Δηλαδή η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ ουσιαστικά απενεχοποιούν τις εγχώριες δυνάμεις του κεφαλαίου, μιλώντας για νεο-αποικιακό καθεστώς στην Ελλάδα. Συγκαλύπτουν τα οφέλη των μέτρων για το κεφάλαιο στη χώρα μας. Προτρέπουν την εργατική τάξη ν’ αγωνιστεί κάτω από τη σημαία της «εθνικής σωτηρίας», αφήνοντας στο απυρόβλητο την τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής που ποδηγετεί τα συμφέροντα των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.

Είναι χαρακτηριστική η αντιφατικότητα ως προς τις συνέπειες της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής, όπως παρουσιάζεται στην τοποθέτηση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ (πλειοψηφία ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ). Από τη μια υποστηρίζει ότι: «Εδώ και δυο χρόνια η αστική τάξη της ΕΕ αλλά και της χώρας μας, βάζοντας μπροστά το “Μνημόνιο” και την τρόικα, με απόλυτο συνένοχο τη δουλοπρεπή κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου αλλά και του κ. Παπαδήμου, που στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και το ΛΑ.Ο.Σ., έχει εξαπολύσει την πιο άγρια, την πιο βάρβαρη επίθεση εναντίον μας και κάνει έφοδο για να μας ξαναπάρει πίσω ό,τι με αγώνες και θυσίες της αποσπάσαμε μετά τον πόλεμο.

Τελευταίος στόχος των κατακτητών της χώρας μας είναι η άλωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, η κατάργηση των ΣΣΕ…»9.

Από την άλλη, απευθυνόμενη με ανοιχτή επιστολή της στον πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο στις 11 Δεκέμβρη 2011, με αφορμή τις λαϊκές αντιδράσεις για το χαράτσι που επιβλήθηκε μέσω τιμολογίων της ΔΕΗ, υποστήριζε:

«Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που καλείστε να αντιμετωπίσετε σε πολύ σύντομο διάστημα και μέσα στις πιο αντίξοες οικονομικές συνθήκες.

Κύριε Πρωθυπουργέ, τώρα που χρειάζεστε μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη στο εξωτερικό, το δυναμισμό εκατοντάδων χιλιάδων επιχειρήσεων που χρειάζονται το φθηνό ρεύμα της ΔΕΗ και την προσέλκυση πραγματικών επενδυτών στην εγχώρια αγορά και στο Χρηματιστήριο, απαλλάξτε τώρα τη ΔΕΗ από το “χαράτσι ακινήτων” και τον αντικοινωνικό ρόλο του φοροεισπράκτορα…»10.

Η αντίθεση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ με το χαράτσι μέσω της ΔΕΗ επιχειρηματολογείται από τη σκοπιά της επιχειρηματικής κερδοφορίας!

Είναι γεγονός ότι ο οδοστρωτήρας της στρατηγικής του κεφαλαίου έχει θίξει και τμήματα των εργαζόμενων, στα οποία ο εργοδοτικός κυβερνητικός συνδικαλισμός διαθέτει μεγάλα ερείσματα (πρώην ΔΕΚΟ, δημόσια διοίκηση, οργανισμούς, ιδιωτικές και ημικρατικές τράπεζες). Αντικειμενικά λοιπόν σπάνε συμμαχίες του παρελθόντος, δημιουργούνται προϋποθέσεις διάρρηξης των δεσμών των εργοδοτικών συνδικαλιστών με μεγάλο αριθμό εργαζόμενων. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτόματα το κομμάτι αυτό του εργατικού δυναμικού θα στραφεί προς το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα. Συχνά εγκλωβίζεται στην αυταπάτη ότι μπορεί να επιστρέψει στην κατάσταση στο παρελθόν. Από την άλλη όμως δεν είναι εύκολο δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στο συνδικαλιστικό κίνημα να υποστηρίζουν την προγενέστερη κατάσταση. Ετσι ελαττώνεται η δυνατότητα του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού να παρουσιάζεται στους τόπους δουλειάς σαν υπερασπιστής ευνοϊκών σχετικά εργασιακών σχέσεων, να λειτουργεί σαν προστάτης διαφόρων προνομιών ενός μέρους εργαζόμενων που επιδρούσε συνολικότερα στο συσχετισμό σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Υπό αυτό το πρίσμα, πέραν όλων των άλλων, εξηγείται και η αντίθεση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ στην ακύρωση της συμφωνημένης με το ΣΕΒ Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για το 2012 από το Μνημόνιο ΙΙ, αλλά και στα σχέδια αλλαγής του πλαισίου της ΕΓΣΕΕ, αφού έτσι αναιρείται ο ρόλος της ΓΣΕΕ ως φορέα της ταξικής συνεργασίας. Αποδυναμώνεται ο ρόλος των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ ως «γεφυροποιών» των ταξικών αντιθέσεων μέσω μιας διαπραγμάτευσης με στόχο την επίτευξη ενός κοινωνικού-ταξικού moratorium.

Αποκαλυπτική είναι η τοποθέτηση του Χρήστου Πολυζωγόπουλου, πρόεδρου της Οικονομικής Κοινωνικής Επιτροπής και πρώην πρόεδρου της ΓΣΕΕ, στο Ρ/Σ ΣΚΑΪ στις 10 Φλεβάρη 2012, σε συζήτηση για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, λίγο πριν την ψηφοφορία για το Μνημόνιο ΙΙ:

«- Δε θα υπάρχουν εκπρόσωποι συνομιλητές σε λίγο. Δηλαδή, με όσα γίνονται και τα συνδικάτα θα έχουν προβλήματα […] θα επικρατήσουν ακραίες φωνές και στο συνδικαλισμό όπου οι εντάσεις έως και οι τυφλές ρήξεις θα είναι καθημερινό φαινόμενο, δε μιλάμε για νορμάλ περιόδους, μιλάμε για περιόδους που θα διανύσουμε τα επόμενα χρόνια που κάποιες μειοψηφίες θα είναι αυτές που θα διαμορφώνουν και την εικόνα και το αποτέλεσμα.

- Δημοσιογράφος: Φοβάστε επομένως τα ακραία φαινόμενα; Ακραία φαινόμενα που θα οδηγήσουν σε τυφλές ρήξεις;

- Μάλιστα, είναι προ των πυλών, διευρύνεται ο χώρος που μπορούν να δραστηριοποιηθούν και να έχουν κοινωνική νομιμοποίηση».

Είναι φανερή η ανησυχία των εκπροσώπων της αστικής τάξης για το γεγονός ότι απονευρώνεται η δυνατότητα του συμβιβασμένου συνδικαλιστικού κινήματος να λειτουργεί σαν πυροσβεστήρας στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Η επίκληση του επιχειρήματος των «ακραίων φωνών» και των «τυφλών συγκρούσεων» στην πραγματικότητα εκφράζει το φόβο απέναντι στην άνοδο της ταξικής πάλης. Ταυτόχρονα αφορά την αναπαραγωγή της θεωρίας των άκρων που έχει ως στόχο τόσο τον αποπροσανατολισμό όσο και τον εκφοβισμό των εργαζόμενων, ότι η άνοδος της πάλης των εργαζόμενων θα φέρει «αυθόρμητη» και «αντικειμενική» ενίσχυση αντιδραστικών δυνάμεων. Επιχειρείται να συσκοτιστεί η ιστορική αλήθεια ότι ο φασισμός ήταν και είναι αντικομμουνιστική ιδεολογία και πολιτική οργάνωση που υποθάλπεται από τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, από τις αντιφάσεις των αστικών πολιτικών δυνάμεων, με ιδιαίτερο το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, του οπορτουνισμού, στην απογοήτευση των μαζών.

 

 ΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΤΑΚΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΟΥ - ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ

 Να θυμίσουμε ότι ένα μήνα μετά την εκλογή του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση τον Οκτώβρη 2009, οι ηγεσίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ είχαν σπεύσει να προσέλθουν στον «κοινωνικό διάλογο» για το ασφαλιστικό, δημιουργώντας αυταπάτες και εφησυχασμό, όταν η κυβέρνηση ακόνιζε τα μαχαίρια της για τον αντιασφαλιστικό σφαγιασμό που ακολούθησε με το νόμο 3863 του 2010. Αλήστου μνήμης είναι και η επίθεση που εξαπέλυσε η ΓΣΕΕ ενάντια στο ΠΑΜΕ για τη συμβολική παρεμπόδιση του «κοινωνικού διαλόγου».

Ενα μήνα αργότερα, όταν τα συνδικαλιστικά όργανα που συσπειρώνονταν στο ΠΑΜΕ πήραν απόφαση για απεργία (17 Δεκέμβρη 2009), η ΓΣΕΕ καταδίκασε την απόφαση και ούτε λίγο ούτε πολύ κάλεσε τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους να παρέμβουν.

Κάτω από την πίεση της εργατικής δυσαρέσκειας και της επίδρασης του ΠΑΜΕ, η ΓΣΕΕ πήρε αποφάσεις για απεργίες που αφενός είχαν αποπροσανατολιστικό πλαίσιο (π.χ. στήριξη της τότε διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης για τους όρους του πρώτου δανεισμού του αστικού κράτους από το ΔΝΤ) και δικαιολογούσε τα αντιλαϊκά μέτρα σαν αναγκαίο κακό, σαν προϊόν πιέσεων των αγορών, αφετέρου τις έβλεπε πυροσβεστικά: «…τα εκβιαστικά και κερδοσκοπικά παιχνίδια των λεγόμενων Αγορών […] Επιβάλλουν στη χώρα μας βάρβαρα μέτρα κατά των εργαζόμενων, βυθίζουν τη χώρα στην ύφεση, πυροδοτούν την ανεργία. Για αυτούς τους λόγους η ΓΣΕΕ προκηρύσσει πανελλαδική απεργία την Πέμπτη στις 11.3.2010»11.

Οι διεκδικήσεις-αιτήματα των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ κατά την περίοδο της κρίσης, πέραν από κάποιες γενικόλογες διακηρύξεις για προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων και χαμηλόμισθων, των ανέργων, ακολούθησαν τη γραμμή του «μη χείρον βέλτιστον», τη λογική του «εφικτού» στο όνομα της «δυσχερούς οικονομικής συγκυρίας», με γνώμονα τη διαπραγμάτευση των όρων για τις απώλειες των εργαζόμενων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι συνδικαλιστές των ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ, θέτοντας το δίλημμα «μειώσεις μισθών ή απολύσεις», διαπραγματεύτηκαν τις μειώσεις ως αναγκαία οδό για τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας. Μνημείο αυτής της γραμμής αποτελεί η συμφωνία της ΟΜΕ-ΟΤΕ με την απόλυτη σύμπραξη των ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ με τη διοίκηση του ΟΤΕ για μειώσεις μισθών σε βάθος τριετίας, στο όνομα της προστασίας των θέσεων εργασίας: «Η ΟΜΕ-ΟΤΕ με αίσθημα ευθύνης υπέγραψε χθες τη Σ.Σ.Ε. 2012-2014 και με μοναδικό γνώμονα τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας και την προοπτική της Επιχείρησης. […] μετά την καταρχήν συμφωνία αλλά και επί σειρά μηνών σκληρές, επίπονες και δύσκολες διαπραγματεύσεις, αναδεικνύουν μέσα από το αποτέλεσμα την ανάγκη συνεννόησης και συναντίληψης στα σοβαρά προβλήματα του παρόντος αλλά και στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Η ΟΜΕ-ΟΤΕ με τη χθεσινή υπογραφή της ΣΣΕ, που προστατεύει τις θέσεις εργασίας, […] εξασφαλίζει στις παρούσες δύσκολες και άκρως εύθραυστες συνθήκες, το υπέρτατο ζητούμενο της κοινωνίας, αυτό της ασφάλειας της εργασίας»12.

Το ζήτημα που ανακύπτει είναι πρώτ’ απ’ όλα ότι μέσα από αυτή τη συμφωνία μειώνονται οι αποδοχές των εργαζόμενων και ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου για την εισοδηματική κατηφόρα, όχι μόνο των εργαζόμενων στον ΟΤΕ. Τέτοια μέτρα θα συμπαρασύρουν τους μισθούς όχι μόνο σε άλλες ΔΕΚΟ, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Ο εργοδοτικός συνδικαλισμός κόπτεται από κοινού με αστικές πολιτικές δυνάμεις για τη διατήρηση του θεσμού των ΣΣΕ, όχι από τη σκοπιά κατοχύρωσης κατακτήσεων της εργατικής τάξης, αλλά ως διαδικασία συμφιλίωσής της με την εργοδοσία σε συνθήκες μείωσης των μισθών και αφαίρεσης εργατικών δικαιωμάτων. Το παράδειγμα της συμφωνίας του ΟΤΕ καταδεικνύει πως σε συνθήκες υποχώρησης και συμβιβασμού του συνδικαλιστικού κινήματος οι ΣΣΕ μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν εργαλείο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην υπηρεσία της στρατηγικής του κεφαλαίου.

Δέκα μέρες πριν ψηφιστεί το Μνημόνιο ΙΙ, η ΓΣΕΕ μαζί με το ΣΕΒ συνδιαμόρφωσαν και συνυπέγραψαν κείμενο-επιστολή προς το Λουκά Παπαδήμο, στο οποίο αναφέρεται:

«O κοινωνικός διάλογος αποτελεί θεσμό, αναγνωρισμένο από την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θα πρέπει και στη χώρα μας να αποτελεί βασικό “εργαλείο” συμφωνιών, με σεβασμό στα αποτελέσματά του. […] Στο προσεχές διάστημα και στο πλαίσιο του προβλεπόμενου από την ΕΓΣΣΕ 2008-2010 Μόνιμου Βήματος Διαλόγου οι κοινωνικοί εταίροι θα διαπραγματευτούν ευρύτερα ζητήματα, λαμβάνοντας υπόψη τους και την πρόταση-πρόσκληση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, ώστε να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα προβλήματα που διαμορφώνει η νέα πραγματικότητα»13.

Στη συνέχεια (μετά την ψήφιση του Μνημονίου) τα πρώτα δείγματα γραφής για το τι εννοεί η ΓΣΕΕ με τα παραπάνω δόθηκαν από την ηγεσία της ΟΤΟΕ (πλειοψηφία ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ) μπροστά στις απαιτήσεις των τραπεζιτών για δραστικές μειώσεις μισθών στους εργαζόμενους στις τράπεζες: «Αυτές τις κρίσιμες ώρες, η μοναδική διέξοδος για τους εργαζόμενους είναι η διατήρηση του θεσμού των Συλλογικών Συμβάσεων, προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματά τους και η δυνατότητα συλλογικών διαπραγματεύσεων και στο μέλλον»14.

Διατήρηση δηλαδή των ΣΣΕ με προσαρμογή των απαιτήσεων του συνδικαλιστικού κινήματος στις απαιτήσεις του κεφαλαίου για συμπίεση των μισθών με «αξιοποίηση» των ΣΣΕ για την απορρόφηση των κραδασμών εναντίον της αντεργατικής πολιτικής από τις αντιδράσεις των εργαζόμενων.

Για την τεκμηρίωση του παραπάνω ισχυρισμού είναι αρκετό να προβάλλουμε το τι έλεγε δυο μήνες πριν η ΟΤΟΕ για το ίδιο θέμα:

«Η δύσκολη οικονομική συγκυρία που πλήττει όλους τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις, την ελληνική κοινωνία και τη χώρα ολόκληρη, δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση ενέργειες και πρωτοβουλίες που διαταράσσουν τη συνοχή στον κλάδο και δημιουργούν συνθήκες αποσταθεροποίησης σε εργασιακό αλλά και σε επιχειρηματικό επίπεδο και μάλιστα σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τις Τράπεζες, την οικονομία και τους εργαζόμενους»15.

Ο εργοδοτικός κυβερνητικός συνδικαλισμός αντιλαμβάνεται τους «αγώνες εκτός ορίων» ως μέσο εγκλωβισμού των αγωνιστικών διαθέσεων των εργαζόμενων, συγκράτησης της πολιτικοποίησής τους, υπονόμευσης των αγωνιστικών πρωτοβουλιών. Προσαρμόζει τη δράση του στα νέα σχέδια μιας μελλοντικής καπιταλιστικής ανάπτυξης με μισθούς πείνας, με εργαζόμενους με ελάχιστη ή και χωρίς «προστασία» (επιδόματα, ασφάλιση, ωράρια). Κατά συνέπεια οι ηγεσίες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ προετοιμάζονται για ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο», στο οποίο θα καλούν τους εργαζόμενους να στρατευτούν. Η συνταγή του συμβολαίου θα αποτελείται από υλικά όπως «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αειφόρο πράσινη ανάπτυξη, στέρεο δημοσιονομικό τοπίο, προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης». Το όλο εγχείρημα θα στοχεύει στην πλήρη υποταγή της εργατικής τάξης στην ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για τη μεγιστοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ

 Η στάση των δυνάμεων του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό, στην πλειοψηφία των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, στις ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, στην πραγματικότητα διευκολύνει τους «αντιμνημονιακούς» ελιγμούς της Αυτόνομης Παρέμβασης, ουσιαστικά αναπαράγει απατηλές ελπίδες για το ρόλο των ηγεσιών ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, πολύ περισσότερο δεν αποκαλύπτει τον εργοδοτικό-κυβερνητικό χαρακτήρα τους: «Η ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος καλείται να μετατρέψει τη δυσφορία, την οργή των εργαζόμενων σε δύναμη αγωνιστικής διεκδίκησης. Οφείλει να οργανώσει την ελπίδα των εργαζόμενων. Οφείλει να τηρήσει την πιο υπεύθυνη και συνεπή στάση που συμπυκνώνεται στο σύνθημα “τώρα όλοι στους δρόμους”»16.

Βέβαια, η «Αυτόνομη Παρέμβαση» συμπίπτει με την ΠΑΣΚΕ, ακόμα και τη ΔΑΚΕ, στην «αντινεοφιλελεύθερη» προσέγγιση και κριτική των Μνημονίων: «Σήμερα αξιοποιούν την κρίση που είναι αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για να μην αφήσουν τίποτα όρθιο»17.

Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ επίσης συσκοτίζουν τις πραγματικές αιτίες της κρίσης, εμφανίζοντάς την ως αποτέλεσμα συγκεκριμένου μοντέλου διαχείρισης (του νεοφιλελεύθερου), συγκαλύπτουν το στρατηγικό χαρακτήρα της επίθεσης του κεφαλαίου στις εργατικές κατακτήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η στάση τους στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΥΕ) κατά τη διαδικασία υπογραφής ΣΣΕ όπου έχει την πλειοψηφία η Αυτόνομη Παρέμβαση μαζί με την ΠΑΣΚΕ. Οι μεγαλέμποροι (ΣΕΛΠΕ), που μαζί τους η ΟΙΥΕ υπέγραψε μείωση μισθών το Γενάρη του 2012, κατήγγειλαν τη σύμβαση αξιώνοντας ουσιαστικά μεγαλύτερες μειώσεις. Αυτή τη σύμβαση την είχαν κάνει σημαία τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στους εργαζόμενους στο εμπόριο μαζί με την ΠΑΣΚΕ, υποστηρίζοντας ότι δήθεν διασφάλιζαν τις συλλογικές συμβάσεις, ενώ κατάγγελλαν τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, επειδή δεν υπόγραφαν το σφαγιασμό των αποδοχών των εργαζόμενων.

Παράλληλα με «καταγγελία» του ΣΕΛΠΕ, σε ανακοίνωσή της η ΟΙΥΕ δηλώνει την ανησυχία της για την «εργασιακή ειρήνη»: «Ο ΣΕΛΠΕ και ενώ γνωρίζει ότι είναι σε εξέλιξη μια δύσκολη διαπραγμάτευση για υπογραφή μιας ενιαίας εθνικής κλαδικής σύμβασης για όλο το Εμπόριο, επιλέγει να καταγγείλει τη σύμβαση σήμερα (τυχαία; - δε νομίζουμε) τορπιλίζοντας την εργασιακή ειρήνη και παίζοντας με τη φωτιά»18.

Αξια σχολίου είναι και η στάση στα προαναφερόμενα θέματα από αυτό το τμήμα των οπορτουνιστικών δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως αντικαπιταλιστικές. Ο λόγος για συνδικαλιστικές δυνάμεις που ανήκουν πολιτικά στο χώρο του ΝΑΡ και της ΚΟΕ. Ζωντανό παράδειγμα αποτελούν τα συμβαίνοντα στο σωματείο Μισθωτών Τεχνικών, όπου κυριαρχούν μαζί με την Αυτόνομη Παρέμβαση. Παρά την αντικαπιταλιστική ευγλωττία τους, τις κατά καιρούς διαφοροποιήσεις ανάμεσά τους για την ερμηνεία της κρίσης, συνασπίζονται σαν μια γροθιά, προωθώντας ουσιαστικά την «αντιμνημονιακή» ενότητα και μάλιστα βαφτίζοντάς την ως αντικαπιταλιστική και ριζοσπαστική επιλογή. Από την άλλη, αν και αυτές οι δυνάμεις μιλούν για «κοινή δράση» μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι σταθερά προσανατολισμένες στην πολεμική ενάντια στο ΠΑΜΕ. Διακήρυξη της «Αριστερής Πρωτοβουλίας» για τις εκλογές στο σωματείο Μισθωτών Τεχνικών αναφέρει: «Γιατί (το ΠΑΜΕ) αρνείται τις πρωτοβουλίες και τους αγώνες που δεν φέρουν τη σφραγίδα του και βλέπει εχθρικά ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει. Με τη στάση του, διακήρυξη από τη μια και το άλλοθι της πολιτικής καθαρότητας από την άλλη, υπονομεύει τελικά ακόμα και την κοινή δράση των εργαζόμενων ενάντια στον κοινό αντίπαλο που είναι όσο ποτέ αναγκαία […] Τελικά καταλήγει ένας μηχανισμός που μακριά και σε απόσταση από τη καθημερινότητα των εργαζόμενων, αποσκοπεί στην κομματική καταγραφή και την εκπροσώπηση κοινοβουλευτικού τύπου στο εργατικό κίνημα»19.

Ουσιαστικά δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκροτούν ένα αρραγές μέτωπο, όχι απέναντι στον εργοδοτικό συνδικαλισμό, αλλά απέναντι στο ΠΑΜΕ, αναμασώντας τα γνωστά επιχειρήματα των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και άλλων άσπονδων φίλων του ΠΑΜΕ περί διάσπασης του συνδικαλιστικού κινήματος, κομματικής περιχαράκωσης κλπ.

 

ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

 Η κρίση είναι σύμφυτη με το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι κρίση υπερσυσσώρευσης κερδών, πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους.

Το ΠΑΜΕ με την ιδεολογική-πολιτική παρέμβαση των στελεχών, μελών και φίλων του ΚΚΕ και την πρωτοπόρα δράση του, από την πρώτη στιγμή εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης αποκάλυψε τις αποπροσανατολιστικές αστικές θεωρίες για την κρίση μέσα στα σωματεία, στους τόπους δουλειάς. Πρωτοστάτησε στην οργάνωση αγώνων, στο συντονισμό της πάλης με τμήματα του κινήματος των φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις σε γραμμή ρήξης με τα μονοπώλια, την ΕΕ, τις άλλες ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Υπερασπίστηκε άμεσες διεκδικήσεις ανακούφισης της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, για το επίδομα ανεργίας, τα χρέη στις τράπεζες, τα εισιτήρια, ενάντια στα χαράτσια, για τα φάρμακα και τις ιατρικές εξετάσεις, τους παιδικούς σταθμούς, τα δημόσια σχολεία κλπ.

Ωστόσο, αν και ανοδικό, το εργατικό και λαϊκό κίνημα αποδείχτηκε κατώτερο των περιστάσεων, παρά τη συνεπή και αλύγιστη δράση του ΚΚΕ. Παραμένει η ανάγκη ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, κατάκτησης της λαϊκής συμμαχίας σε κατεύθυνση ρήξης με τα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις τους, διαμόρφωσης ενός πλειοψηφικού πολιτικοποιημένου εργατικού κινήματος ικανού να ηγηθεί της πάλης για την ανατροπή στο επίπεδο της εξουσίας.

Προϋπόθεση είναι η άνοδος της ικανότητας του Κόμματος και του ταξικού κινήματος να συνδέεται με πλατιές εργατικές και λαϊκές μάζες, να συμβάλλει στην είσοδο στην οργανωμένη πάλη νέων εργατικών μαζών, των γυναικών, των νέων. Να οργανώνουν τη δράση τους, τις συμμαχίες τους και ταυτόχρονα να γίνεται πιο βαθιά δουλειά, για να συνειδητοποιείται η ανάγκη του αγώνα για την εξουσία.

Απαιτείται το ξεπέρασμα της καθυστέρησης στην οικοδόμηση γερών και μαζικών Κομματικών και ΚΝίτικων Οργανώσεων στους μεγάλους τόπους δουλειάς, σε κλάδους και βιομηχανικές ζώνες, που έχει τη ρίζα της πρωταρχικά σε ιδεολογικές και πολιτικές ανεπάρκειες, αλλά συνδέεται και με ελλείψεις στην οργανωτική πολιτική στη διάταξη δυνάμεων, στελεχών, μελών και ΚΟΒ.

Είναι αναγκαία η πάλη για τη μαζικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος και την αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στις γραμμές του, ήττα των ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων και αύξηση της επιρροής του Κόμματος στις γραμμές της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματός της.

Από τη μεριά των κομμουνιστών συνδικαλιστών, των δυνάμεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, απαιτούνται ταχύτεροι ρυθμοί προσαρμογής της διάρθρωσης του συνδικαλιστικού κινήματος στις αλλαγές που γίνονται στην παραγωγική δομή.

Η ίδρυση μιας σειράς κλαδικών σωματείων είναι καταρχήν θετικό βήμα, αμβλύνει το συντεχνιασμό, αλλά δεν αρκεί, αν η δράση τους δεν είναι ενταγμένη σε μια ενιαία αντιμονοπωλιακή πολιτική κατά κλάδο, κατά περιοχή και σε σθεναρή πάλη με τις συμβιβασμένες και εξαγορασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες. Μπορούν εύκολα να προσκολληθούν στο επιμέρους, στο τοπικό, στο συντεχνιακό ή στην αδράνεια.

Επίσης απαιτείται η επεξεργασμένη γραμμή συσπείρωσης και κοινής δράσης της εργατικής τάξης με τους αυτοαπασχολούμενους, τους μικρούς ΕΒΕ και τη μικρομεσαία αγροτιά, η ενίσχυση του διεθνιστικού χαρακτήρα της πάλης της εργατικής τάξης και του κινήματός της.

Εν κατακλείδι κρίνεται η ικανότητα της πρωτοπορίας να προβλέπει, να μελετάει και να αντιπαλεύει με ταξική συνέπεια και αποφασιστικότητα τους σχεδιασμούς των ταξικών αντιπάλων σε όλα τα επίπεδα και ειδικά εκεί όπου δουλεύει, ζει και συγκεντρώνεται η εργατική τάξη. Η πείρα του Κόμματος είναι πλούσια και διδακτική πώς κάτω και από τις πιο αντίξοες συνθήκες μπορούν να ανατρέπονται δυσκολίες και αρνητικοί συσχετισμοί ή να δημιουργούνται προϋποθέσεις για ανατροπή τους στην πορεία.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Κώστας Ζιώγας είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Εργατικού-Συνδικαλιστικού της Τμήματος.

1. http://www.inegsee.gr/sitefiles/magazine/31-DECEMBRIOS_1997.pdf.

2. Απόσπασμα από το «Διεκδικητικό πλαίσιο ΓΣΕΕ για το 2008».

3. Από την Ετήσια Εκθεση για το 2009 του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση».

4. Από την Επιστολή ΓΣΕΕ προς τον Γ. Παπανδρέου, 27 Γενάρη 2010.

5. Από την Ετήσια Εκθεση του 2009 του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση».

6. Δελτίο Τύπου της ΓΣΕΕ: «Οι διεκδικήσεις της ΓΣΕΕ για τη φορολογική πολιτική», 2 Φλεβάρη 2010.

7. Δήλωση Βαγγέλη Μουτάφη, Οργανωτικού Γραμματέα της ΓΣΕΕ, 24 Γενάρη 2012.

8. Ανακοίνωση της ΑΔΕΔΥ, Μάρτης 2012.

9. Ανακοίνωση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, 6 Φλεβάρη 2012.

10. www.genop_dei.gr

11. Ανακοίνωση της ΓΣΕΕ για προκήρυξη απεργιακής κινητοποίησης στις 11Απρίλη 2010.

12. Ανακοίνωση της ΟΜΕ-ΟΤΕ, 3 Νοέμβρη 2011.

13. Κοινή επιστολή ΣΕΒ-ΓΣΕΕ προς το Λουκά Παπαδήμο, 3 Φλεβάρη 2012.

14. Ανακοίνωση ΟΤΟΕ, 20 Μάρτη 2012.

15. Ανακοίνωση ΟΤΟΕ, 15 Δεκέμβρη 2011.

16. Αρθρο του Γ. Γαβρίλη, γραμματέα της «Αυτόνομης Παρέμβασης» και αν. προέδρου της ΓΣΕΕ, στην εφημερίδα «Η Αυγή», 18 Απρίλη 2010.

17. www.apnet.gr, Μάρτης 2009.

18. Καταγγελία ΣΣΕ Εμπορίου από τον ΣΕΛΠΕ, 20 Απρίλη 2012.

19. http://akea2011.wordpress.com/2011/06/04/diakirixiaristerisprotovoulias2011.