ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Τις ημέρες που ακολουθούν η εργατική-λαϊκή οικογένεια θα έρθει αντιμέτωπη με νέα διλήμματα προκειμένου να δώσει ανοχή σε μια κυβέρνηση που θα προκύψει άμεσα από τη σύνθεση της Βουλής, με τις εκλογές στις 6 Μάη ή ενδεχομένως και μέσω επαναληπτικών εκλογών. Ετσι ή αλλιώς θα ζητηθεί «κοινωνική συναίνεση» από τις εργατικές και λαϊκές μάζες, με το επιχείρημα «να μην πάνε χαμένες οι θυσίες που ήδη έχουν κάνει», «να μην ανασταλεί η εκταμίευση των δόσεων από την Τρόικα», αλλά και με την υπόσχεση ότι θα υπάρξουν συνολικότερες αλλαγές στην ΕΕ και ειδικότερα στην Ευρωζώνη, από τις οποίες θα επωφεληθεί η Ελλάδα.

Η προεκλογική συγχορδία όλων των αστικών κομμάτων, καθώς και του οπορτουνιστικού ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και των βιομηχάνων και μεγαλεμπόρων για «ανάπτυξη», δεν ήταν ελληνική αποκλειστικότητα. Ηταν μέρος της ανάλογης συζήτησης στη Γαλλία, ιδιαίτερα στο β΄ γύρο των εκλογών για πρόεδρο. Εντάθηκε η συζήτηση από το γεγονός ότι τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία έδειξαν άνοδο της ανεργίας και πτώση της μεταποίησης, ακόμα και για τη Γερμανία. Τόσο οι καπιταλιστές όσο και οι κυβερνήσεις τους τρομάζουν στο ενδεχόμενο να βαθύνει η ύφεση που ήδη σημειώθηκε στην Ευρωζώνη, αλλά και εκτός αυτής, όπως στη Μ. Βρετανία. Τρομάζουν μπροστά και στο ενδεχόμενο απεργιακών κινητοποιήσεων, γι’ αυτό προσπαθούν να χειραγωγήσουν πρώτ’ απ’ όλα τους μισθωτούς στη λογική ότι «οι συμβολή τους στην άνοδο της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης θα ανταμειφθεί στο μέλλον».

Κάποιοι στην Ελλάδα, για να γίνουν πιο πειστικοί, αναφέρουν ως «αρνητικό» παράδειγμα τη Βουλγαρία, υποστηρίζοντας ότι για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δε φτάνει η μείωση μισθών, χωρίς βαθιές αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις που αφορούν τη μείωση των κρατικών δαπανών κυρίως σε κοινωνικές υπηρεσίες, τον εκσυγχρονισμό των λειτουργιών του διοικητικού μηχανισμού ώστε πιο άμεσα να εξασφαλίζεται η κρατική στήριξη στα σχέδια καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, ν’ ανοίξουν νέα πεδία καπιταλιστικής κερδοφορίας. Βέβαια η συζήτηση ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου για την ταχύτητα και το βάθος των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων που χρειάζεται η καπιταλιστική εξουσία συνδυάζεται και με αντιθέσεις μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του κεφαλαίου, εγχώρια και ευρωενωσιακά ή και διεθνώς. Εκφράζει και την ανάγκη να συγκεραστούν αντιτιθέμενα συμφέροντα του κεφαλαίου για το ποιο κεφάλαιο θα βγει λιγότερο χαμένο από την κρίση, ποιο θα διεκδικήσει αναβαθμισμένο ρόλο στην επόμενη φάση ανόδου. Ακόμα, εκφράζει και διαφορετικές προσεγγίσεις για τον τρόπο ενσωμάτωσης τμημάτων της εργατικής τάξης, συμμαχίας με μεσαία στρώματα.

Τη συζήτηση για τη διαχειριστική πολιτική, τον ψευδεπίγραφο διαχωρισμό «μνημονιακής» ή «αντιμνημονιακής» πολιτικής συσκοτίζει η στάση του οπορτουνισμού, πρώτ’ απ’ όλα του ΣΥΡΙΖΑ, που προβάλλει ως εφικτή την αμφισβήτηση των μνημονίων, χωρίς σύγκρουση με τα μονοπώλια, χωρίς αποδέσμευση από την ΕΕ, χωρίς ανατροπή στο επίπεδο της εξουσίας.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες ο διεθνής καπιταλιστικός ανταγωνισμός οξύνθηκε με την ισχυροποίηση της θέσης τους στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά κρατών όπως η Κίνα, η Βραζιλία, η Ινδία, η Ρωσία. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για κράτη με οξυμένη εσωτερική ανισομετρία, με ένα πολυάριθμο εργατικό δυναμικό που εργάζεται με αφάνταστα χαμηλούς μισθούς και με πολύ περιορισμένες κρατικές υποδομές και υπηρεσίες στους τομείς της υγείας, της πρόνοιας κλπ. Το γεγονός αυτό επιτάχυνε την αναγκαιότητα που ήταν ήδη προφανής από τις δεκαετίες του 1970 και 1980 για άρση εργατικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων που είχαν διαμορφωθεί σε καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης σε συνθήκες μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και διαφορετικού διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων. Μια αναγκαιότητα που έγινε πιο έντονα επιτακτική μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Η αναγκαιότητα αυτή δεν αφορά μόνο κράτη που βρίσκονται σε ενδιάμεσες ή στις χαμηλότερες θέσεις στην κατάταξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν αφορά μόνο τα λεγόμενα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου, π.χ. Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία ή την Ιρλανδία. Επίσης, δε σχετίζεται μόνο με τη δημοσιονομική σταθερότητα, την προστασία του ευρώ. Αφορά και τα καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονται στον ηγετικό πυρήνα της ΕΕ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αυστρία, αφορά επίσης καπιταλιστικά κράτη που δεν είναι ενταγμένα στην Ευρωζώνη, όπως τη Μ. Βρετανία και τη Σουηδία. Σε αυτά τα καπιταλιστικά κράτη έχουν παρθεί εδώ και πολλά χρόνια μέτρα ανάλογης κατεύθυνσης με αυτά που περιλαμβάνονται στα μνημόνια, σε ορισμένες περιπτώσεις πάρθηκαν πριν από δεκαετίες και σήμερα οι εργαζόμενοι βιώνουν τις μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτών των πολιτικών.

Η ανισόμετρη οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ανάπτυξη των καπιταλιστικών κρατών επιδρά στην κατάσταση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στο πώς βιώνουν την επιδείνωση της κατάστασης, με τι ρυθμούς αυτή εκδηλώνεται, με ποια ένταση κλπ. Η τάση όμως της επιδείνωσης των όρων ζωής για την εργατική τάξη εκδηλώνεται σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης, ανεξάρτητα από τη δύναμή τους.

Λόγω της σημασίας αυτής της γενικής τάσης, η ΚΟΜΕΠ συζήτησε με τους εξής Ελληνες κομμουνιστές που ζούνε σε κράτη της ΕΕ και δραστηριοποιούνται στο συνδικαλιστικό κίνημα: Την Ελένη Γεροπαναγιώτη από τη Μ. Βρετανία, το Μανώλη Κοράκη από τη Γερμανία, το Γιάννη Κωνστάντη από τη Σουηδία και τον Πάνο Απέργη από τη Δανία, ενώ από μέρους της Συντακτικής Επιτροπής της ΚΟΜΕΠ συμμετείχε ο Φάνης Παρρής, μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ. Σημειώνουμε ότι με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται στη συνέντευξη δεν μπορούν να γίνουν άμεσες και απόλυτες συγκρίσεις, ακριβώς επειδή πρέπει να συνυπολογιστεί το στοιχείο της ανισόμετρης ανάπτυξης. Είναι όμως ενδεικτικά για τις κοινές τάσεις που διαμορφώνονται σε όλα αυτά τα κράτη.

 

 Ερώτηση: Πριν μερικά χρόνια στην Ελλάδα ήταν γνωστό το σύνθημα που προβάλλονταν από εκπροσώπους της αστικής τάξης, αλλά και οπορτουνιστές, ότι η είσοδος της Ελλάδας στην ΟΝΕ θα οδηγούσε σε Ευρωπαϊκούς μισθούς. Τι συμβαίνει σήμερα στις χώρες της ΕΕ, ποια είναι η τάση που διαμορφώνεται σε σχέση με τους μισθούς;

Γ. Κωνστάντης: Ο καθαρός μισθός στη Σουηδία είναι γύρω στα 1.300 ευρώ1. Η αύξηση των ονομαστικών μισθών από το 2000 έως το 2010 ήταν κατά μέσο όρο 40% (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία). Για τους εργάτες ήταν μικρότερη γύρω στα 37%. Στο ίδιο διάστημα οι αυξήσεις των τιμών υπολογίζονται γύρω στο 60%.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Στο Ην. Βασίλειο το 2011 ο μέσος ετήσιος μικτός μισθός ήταν 31.800 ευρώ. Μετά τις κρατήσεις μένουν 24.278 ευρώ, δηλαδή 2.023 ευρώ το μήνα. Πρέπει να σημειώσουμε το εξής στοιχείο: Οι μισθοί ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτελούσαν το 64,5% το 1975, ενώ το 2008 αποτελούσαν το 53,2% του ΑΕΠ.

Π. Απέργης: Ο μέσος μικτός μισθός στη Δανία είναι γύρω στα 3.000 ευρώ. Ο καθαρός μετά τις κρατήσεις είναι γύρω στα 1.800 ευρώ. Ο βασικός μικτός μισθός είναι 2.000 ευρώ.

Μ. Κοράκης: Στη Γερμανία δεν υπάρχει εθνικός κατώτερος μισθός. Κατά βάση οι εργαζόμενοι, μέσω των ατομικών συμβάσεων που υπογράφουν, συμφωνούν κάθε φορά την αμοιβή τους με τον εργοδότη. Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να συνυπολογιστεί ότι σε αυτές τις χώρες δεν υπάρχει ο 13ος και 14ος μισθός. Επισημαίνω ότι για να υπολογιστεί η αγοραστική δύναμη του μισθού πρέπει να συνυπολογιστεί το ύψος των τιμών, το επίπεδο κοινωνικών παροχών κλπ.

Φ. Παρρής: Θα πρέπει να συνεκτιμηθεί στην όποια σύγκριση γίνει με τους μισθούς στην Ελλάδα ότι η ψαλίδα έχει μεγαλώσει εξαιτίας των μεγαλύτερων επιπτώσεων της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης των τελευταίων δύο χρόνων. Στην Ελλάδα προ της κρίσης καθυστέρησε η σχετική εφαρμογή των αναδιαρθρώσεων. Ενα άλλο στοιχείο που πρέπει να παρθεί υπόψη στην όποια σύγκριση είναι ότι μεσοσταθμικά στην Ελλάδα μειώθηκαν οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα περίπου 20% στις ονομαστικές τιμές την περίοδο 2009-2011. Είναι επίσης επιβεβλημένο να επισημανθεί ότι η διαμόρφωση του μέσου μισθού προκύπτει από τη μισθολογική ψαλίδα ανάμεσα στους κλάδους. Στις χώρες που αναφερόμαστε, τα υψηλά ποσοστά της «βαριάς» βιομηχανίας στην παραγωγική τους διάρθρωση διαμορφώνουν ένα αρκετά υψηλό μέσο ημερομίσθιο στους αντίστοιχους κλάδους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης. Αυτό ταυτόχρονα σημαίνει ότι ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων που βρίσκεται έξω από τη «βιομηχανική» παραγωγή, με τη στενή έννοια του όρου, κατά κανόνα αμείβεται με χαμηλότερους μισθούς.

 

Ερώτηση: Η απόλυτη και σχετική εξαθλίωση συνυπάρχουν ως αναπόσπαστα στοιχεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η σχετική εξαθλίωση, δηλαδή η αύξηση της εκμετάλλευσης σε σχέση με την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας είναι μόνιμο στοιχείο. Στις σημερινές συνθήκες στην Ελλάδα καταγράφεται αύξηση της απόλυτης εξαθλίωσης που η αστική στατιστική καταγράφει ως απόλυτη φτώχεια. Πόσοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και ποιο ποσό ορίζεται ως όριο;

Μ. Κοράκης: Στη Γερμανία το 2008 όριο της φτώχειας οριζόταν ως το 60% του μέσου μηνιαίου μισθού, δηλαδή περίπου 930 ευρώ. Το 2010 το ποσοστό των ανθρώπων που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχιας ήταν 15,6%.

Π. Απέργης: Στη Δανία το όριο φτώχειας έχει καθοριστεί στα 1.125 ευρώ το μήνα. Το 2001 το ποσοστό φτώχειας ήταν 4% και μέχρι το 2010 έφτασε το 7,9%, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.

Γ. Κωνστάντης: Στη Σουηδία το ποσοστό του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας ήταν 7,5% το 1991, το 2006 ανέβηκε στο 10% και το 2010 έφτασε 12,2%, ποσοστό που ισχύει και για το 2011. Ως όριο φτώχειας χαρακτηρίζεται το 60% του μέσου μισθού, δηλαδή γύρω στα 1.500 ευρώ μικτά ή 1.050 καθαρά. Σε αυτό το επίπεδο ζουν 704.000 νοικοκυριά, 1,1 εκατομμύριο άνθρωποι ή 12,1% του πληθυσμού. Υπάρχει επίσης το όριο της απόλυτης φτώχειας αφορά αυτό το τμήμα του πληθυσμού που ζει με το επίδομα της κοινωνικής πρόνοιας, που είναι γύρω στα 250 ευρώ για κάθε ενήλικο μέλος της οικογένειας. Περίπου 135.000 παιδιά ζουν σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του οργανισμού poverty.org.uk για την περίοδο 2008-2009, ένας στους πέντε στη Μ. Βρετανία θεωρείται φτωχός. Συγκεκριμένα, 13,5 εκατομ. άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή το 22% του συνολικού πληθυσμού. Από αυτούς 3,8 εκατομ. είναι παιδιά και 2,2 εκ. συνταξιούχοι, ενώ το Λονδίνο θεωρείται η πόλη με το μεγαλύτερο ποσοστό φτώχειας στη Μ. Βρετανία. Ως κατώτατο όριο «χαμηλού εισοδήματος» (ή όριο της φτώχειας) θεωρούνται τα εισοδήματα κάτω από το 60% του μέσου όρου του εισοδήματος των νοικοκυριών κατά το τρέχον έτος. Συγκεκριμένα, για την περίοδο 2008-2009, απ’ όπου είναι και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το όριο του 60% ήταν 144 ευρώ τη βδομάδα για έναν ενήλικα χωρίς παιδιά, 250 ευρώ για ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά, 245 ευρώ για έναν ενήλικα με δύο παιδιά κάτω των 14 ετών και 350 για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά κάτω των 14 ετών (αυτά τα ποσά είναι μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος, δημοτικών τελών και εξόδων στέγασης).

Στην περίπτωση της Μ. Βρετανίας τα ποσοστά φτώχειας προσεγγίζουν αυτά των χωρών με ενδιάμεση θέση στην ιμπεριαλιστική πυρα-
μίδα.

Φ. Παρρής: Οι επιπτώσεις της κρίσης στους πιο αδύναμους κρίκους της αλυσίδας του ιμπεριαλιστικού συστήματος είναι βεβαίως μεγαλύτερες. Με δεδομένο επίσης ότι τα τελευταία δύο χρόνια το ποσοστό της φτώχειας στην Ελλάδα αυξήθηκε περίπου κατά 10%, δηλαδή προσεγγίζει το 30%, παρατηρούμε ότι μεγαλώνουν ελαφρώς οι αποκλίσεις ανάμεσα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε σχέση με τα ποσοστά φτώχειας. Τα ποσοστά της φτώχειας είναι διαφορετικά σε κάθε χώρα, όμως σε όλες τις περιπτώσεις έχουμε αυξητική τάση. Παρατηρείται αυξητική τάση ανόδου του ποσοστού της σχετικής εξαθλίωσης σε όλο το έδαφος της ΕΕ. Για να εξετάσουμε βαθύτερα το ζήτημα της φτώχειας θα είχε τεράστια αξία να δούμε το πλαίσιο προστασίας των απόρων που διέπει κάθε χώρα ξεχωριστά, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει σε μία συζήτηση.

 

Ερώτηση: Πριν μερικά χρόνια, όταν άρχισε η επέκταση της εφαρμογής των ελαστικών εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα, αξιοποιήθηκαν τα παραδείγματα κρατών όπως η Γερμανία, προβάλλοντας αυτές τις σχέσεις εργασίας ως απάντηση στην ανεργία. Τι συμβαίνει σήμερα; Οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις σε τι ποσοστό ανέρχονται επί του συνόλου των εργαζόμενων;

Μ. Κοράκης: Στη Γερμανία το ποσοστό των εργαζόμενων που δουλεύουν με μερική απασχόληση με διάφορες μορφές φτάνει στο 21% των εργαζομένων. Το ποσοστό στις γυναίκες ανέρχεται στο 40% των εργαζόμενων γυναικών.

Γ. Κωνστάντης: Στη Σουηδία γύρω στο 22% των εργαζομένων δουλεύουν με ελαστικές μορφές εργασίας και από αυτούς το 53% είναι νέοι κάτω από 25 χρονών. Οι εργαζόμενοι με τέτοιες σχέσεις εργασίας αμείβονται περίπου με το 55-60% του μισθού του εργάτη με σταθερή σχέση εργασίας.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία για το Γενάρη του 2012, στο σύνολο των 29,12 εκατομ. εργαζόμενων στη Μ. Βρετανία, οι εργαζόμενοι με ελαστικές σχέσεις εργασίας ανέρχονταν στο 27% δηλαδή 7,88 εκατομ. εργαζόμενοι, από τους οποίους 2,02 εκατομ. είναι άντρες και 5,87 εκατομ. γυναίκες.

Π. Απέργης: Στη Δανία η μερική απασχόληση φτάνει περίπου στο 5%. Οι εργαζόμενοι με αυτές τις σχέσεις αμείβονται με το 60% του μισθού. Υπάρχουν όμως πολλές μορφές υποαπασχόλησης που δεν είναι καταγεγραμμένες.

 

Ερώτηση: Μπορείτε να μας αναφέρετε ορισμένα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του καθεστώτος των ενοικιαζόμενων εργαζομένων στην Γερμανία;

Μ. Κοράκης: Σήμερα στη Γερμανία γύρω στο 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι δουλεύουν σαν ενοικιαζόμενοι, τόσοι όσοι ποτέ άλλοτε. Ετσι την τελευταία δεκαετία είχαμε τριπλασιασμό τους. Υπάρχουν γύρω στις 17.400 επιχειρήσεις ενοικίασης εργαζομένων, οι οποίες λειτουργούν στη βάση σχετικού νόμου.

Πάνω από το 40% των εργαζόμενων ηλικίας κάτω των 35 ετών δουλεύουν σε εργασιακές συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες, ασχέτως αν έχουν κάποια εξειδίκευση, με αποτέλεσμα να μετακινούνται από τη μία θέση εργασίας στην άλλη, χωρίς να υπολογίζεται η προϋπηρεσία και ότι αυτό συνεπάγεται σε μισθό και δικαιώματα, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να μπορέσουν να ξεφύγουν από αυτή τη δίνη. Οι περισσότεροι από αυτούς ελπίζουν ότι θα καταφέρουν λόγω καλής απόδοσης στην εργασία τους να ενταχθούν στη μονάδα παραγωγής στην οποία ενοικιάζονται. Ομως διάφορες έρευνες που έχουν γίνει, δείχνουν ότι μόλις 7 στους 100 καταφέρνει κάτι τέτοιο. Παράλληλα το 50% των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων βρίσκουν μια τέτοια θέση για λιγότερο από 3 μήνες.

Οι διαφορές στους μισθούς είναι τεράστιες. Αν συγκρίνουμε μισθούς για την ίδια θέση εργασίας μεταξύ μόνιμων εργαζόμενων με όρους της Συλλογικής Σύμβασης και ενοικιαζόμενων, διαπιστώνουμε ότι οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι αμείβονται με μισθό μικρότερο κατά 40% τουλάχιστον από τους μόνιμους. Ο μέσος όρος ωρομίσθιου, για παράδειγμα, του μόνιμου είναι στα 18,04 ευρώ μικτά, ενώ στον ενοικιαζόμενο είναι μόλις 9,71 ευρώ μικτά.

Το 2011 ένας στους δέκα ενοικιαζόμενους εργάτες ήταν αναγκασμένος να κάνει αίτηση στο κράτος για βοήθημα πρόνοιας, μιας που ο μισθός του δεν έφτανε για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η γερμανική κυβέρνηση να επιδοτήσει τους εργοδότες με πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ για τέτοιου είδους θέσεις εργασίας, ποσό που το γερμανικό κράτος φυσικά εισπράττει από φόρους. Ο κίνδυνος φτώχειας σε ενοικιαζόμενους εργάτες είναι 5 φορές μεγαλύτερος.

Η συνεχής αλλαγή της θέσης εργασίας και φυσικά όλες οι συνθήκες που σχετίζονται με τέτοιου είδους θέσεις εργασίας φέρνουν και επιπτώσεις στην υγεία. Σύμφωνα με έρευνες του ασφαλιστικού ταμείου των τεχνικών που έγιναν το 2011, οι ενοικιαζόμενοι εργάτες είναι κατά μέσο όρο 3,5 μέρες το χρόνο παραπάνω άρρωστοι από ό,τι οι εργαζόμενοι που είναι μόνιμοι στην ίδια μονάδα παραγωγής.

Για παράδειγμα, 30χρονος εξειδικευμένος ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων, που από το 2002 δουλεύει ως ενοικιαζόμενος εργάτης στην παραγωγή, αισθάνεται σαν άνθρωπος δεύτερης κατηγορίας. Τη χρονιά που μας πέρασε δούλεψε σε πάνω από 100 εργοτάξια. Επειδή η εργοδοσία κατάλαβε πως ο συγκεκριμένος εργαζόμενος είναι σε θέση να δουλεύει γρήγορα και καλά, σε πολλές περιπτώσεις δούλευε και μόνος του. Δούλευε σχεδόν 200 ώρες το μήνα για 967 ευρώ καθαρά.

Φ. Παρρής: Από πολλές έρευνες που έχουν διενεργηθεί στους κόλπους της ΕΕ προκύπτει ότι η ελαστική εργασία κυμαίνεται περίπου στο 25% επί του συνόλου του εργατικού δυναμικού. Τόσο περίπου είναι και στις χώρες που αναφερόμαστε. Αυτό σημαίνει ότι κατά κανόνα ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στις χώρες αυτές αμείβεται με το 50% περίπου του μέσου μισθού. Η ΕΕ έχει ασκήσει πολλές φορές δριμύτατη κριτική στις ελληνικές κυβερνήσεις για την καθυστέρηση που παρατηρούνταν στην επέκταση της εφαρμογής ελαστικών μορφών εργασίας. Είναι γεγονός ότι καθυστερούσε η επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας πριν την κρίση για πολλούς λόγους. Μεταξύ αυτών ήταν: η πίεση του εργατικού κινήματος με ταξικό προσανατολισμό, η μικρή συγκέντρωση σε μια σειρά κλάδους και υπηρεσίες, η επί μακρών οικονομική ανάπτυξη που είχε σαν αποτέλεσμα την αυξανόμενη ζήτηση εργατικών χεριών. Να σημειώσουμε ότι στην εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων πρωτοστάτησαν μεγάλες εμπορικές αλυσίδες, μεγάλοι όμιλοι στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών κ.ά. Είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις αυξάνουν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, εντατικοποιούν την εργασία. Με τη μερική απασχόληση οι κεφαλαιοκράτες απαλλάσσονται από την υποχρέωση να πληρώνουν ολόκληρη την τιμή της εργατικής δύναμης που απασχολούν. Ο καπιταλισμός, μοιράζοντας την ανεργία με τη μερική απασχόληση και άλλες ελαστικές μορφές εργασίας, διαχειρίζεται την τάση αύξησης της φτώχειας με στόχο να αμβλύνει τον κίνδυνο πίεσης, αντιδράσεων από εστίες μόνιμα εξαθλιωμένων. Οι γυναίκες και η νεολαία, ακόμα και στις πιο «ευημερούσες» χώρες, παραμένουν μεγάλα θύματα των αντεργατικών στρατηγικών, διατηρούνται οι ανισότητες μεταξύ των φύλων παρά το μύθο για τη «φυλετική ισότητα» του ευρωπαϊκού βορρά. Οι ψυχοκοινωνικές και οργανικές επιπτώσεις της ελαστικής εργασίας είναι τεράστιες, όπως ανάγλυφα προκύπτει και από τις αναφορές του σ/φου από τη Γερμανία. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να διασφαλίσει τίποτα από όσα προσέφερε στα πρώτα βήματα της ανάπτυξής του, αλλά και στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η υλοποίηση των αντιδραστικών αλλαγών σε εργασιακό - ασφαλιστικό ξεκίνησαν στις περιόδους της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης και εντάθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι δίνεται μια γεύση για το ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού μέλλοντος.

 

Ερώτηση: Σε τι ποσοστό ανέρχεται η ανασφάλιστη εργασία;

Γ. Κωνστάντης: Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τη Σουηδία. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις η ανασφάλιστη εργασία ανέρχεται στο 15-20%. Πολλοί εκτιμούν ότι το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Ούτε στη Μ. Βρετανία υπάρχουν επίσημα στοιχεία για την ανασφάλιστη εργασία, κυρίως όμως αφορά παράνομους μετανάστες.

Μ. Κοράκης: Επίσημα η ανασφάλιστη εργασία παρουσιάζεται μηδενική. Δεν υπάρχουν επίσημες έρευνες. Κάποιες άλλες όμως εκτιμούν ότι η ανασφάλιστη εργασία ζημιώνει το γερμανικό κράτος από τη φορολόγηση των εργαζομένων κατά 150 δισ. ανά χρόνο, ποσό που ισοδυναμεί με το 7% του ΑΕΠ.

 

Ερώτηση: Ποιος καταγράφεται ως άνεργος και ποιο είναι το επίσημο ποσοστό;

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Το ποσοστό ανεργίας στη Μ. Βρετανία υπολογίζεται από την Ερευνα Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey). Ο υπολογισμός των ανέργων ακολουθεί το διεθνή ορισμό ανεργίας, όπως έχει καθιερωθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (International Labour Organisation), χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) και από τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (Organization for Economic Co-operation and Development), και εφαρμόζεται σε πάρα πολλές χώρες. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, ως άνεργοι θεωρούνται όσοι:

• Δεν έχουν δουλειά, αναζητούν ενεργά απασχόληση τις τελευταίες 4 εβδομάδες (πριν την ημερομηνία πραγματοποίησης της καταγραφής) και είναι διαθέσιμοι να ξεκινήσουν να δουλεύουν μέσα στις επόμενες 2 εβδομάδες.

• Δε δουλεύουν προς το παρόν, αλλά έχουν ήδη βρει δουλειά η οποία αναμένεται να ξεκινήσει μέσα στις επόμενες 2 εβδομάδες.

Σύμφωνα με την τελευταία τριμηνιαία έρευνα για την περίοδο Νοέμβρης 2011 - Γενάρης 2012, το ποσοστό ανεργίας στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της Μ. Βρετανίας ήταν 8,4%, αυξημένο κατά 0,1% σε σχέση με τον προηγούμενο τρίμηνο. Ο συνολικός αριθμός των ανέργων είναι 2,67 εκατομμύρια, 28 χιλιάδες περισσότεροι σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Επισημαίνουμε ότι το ποσοστό αυτό είναι το μεγαλύτερο από το 1995.

Μ. Κοράκης: Το Φλεβάρη του 2012 η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία στη Γερμανία ήταν 8,2%, ενώ το Φλεβάρη του 2007 ήταν 11,3%. Ανεργος θεωρείται αυτός που δουλεύει λιγότερες από 15 ώρες την εβδομάδα, αλλά θέλει να εργαστεί περισσότερο και δεν είναι σε ηλικία συνταξιοδότησης. Στους άνεργους βεβαίως δε συμπεριλαμβάνονται όσοι δουλεύουν στα λεγόμενα mini jobs, δηλαδή στο θεσμό της «μίνι απασχόλησης» που καθιερώθηκε με τη «μεταρρύθμιση Χαρτζ 4» επί κυβέρνησης Σρέντερ. Την άνοιξη του 2011, περίπου 7,3 εκατομμύρια εργαζόμενοι απασχολούνταν σε mini jobs με μηνιαίες αποδοχές που δεν ξεπερνούσαν τα 400 ευρώ, που σημαίνει ότι ένας στους πέντε εργαζόμενους είχε τέτοιου ύψους αποδοχές και τέτοιου είδους εργασιακή σχέση. Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία αν και ως θεσμός «χρησιμοποιείται» -δήθεν- ως ενδιάμεσο ή μεταβατικό στάδιο για τους ανέργους στην ανεύρεση μίας θέσης πλήρους απασχόλησης, μόλις το 9% κατορθώνει να μεταβαίνει σε τέτοιες θέσεις. Να σημειώσουμε ότι την ίδια στιγμή η Γερμανία «εισάγει» εργατικό δυναμικό και μάλιστα ειδικευμένο και επιστημονικά καταρτισμένο (π.χ. γιατρούς, μηχανικούς κλπ.) από κράτη όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία.

Π. Απέργης: Στη Δανία όποιος απολυθεί καταγράφεται ως άνεργος. Επίσης ως άνεργος καταγράφεται και όποιος τελειώσει κάποια εκπαίδευση τεχνική, ανώτερη ή ανώτατη και δε βρει δουλειά. Αμέσως δικαιούται επιδόματος. Οι άνεργοι που μπαίνουν σε προγράμματα επανένταξης στην αγορά εργασίας παύουν να υπολογίζονται ως άνεργοι. Το επίσημο ποσοστό ανεργίας σήμερα είναι 7%. Υπάρχουν όμως και 800.000 άτομα, περίπου 27% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (όχι συνταξιούχοι), που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας με διάφορα κοινωνικά επιδόματα. Οποιος είναι στο ταμείο ανεργίας (βρίσκεται υπό την εποπτεία του σωματείου), αφού συμπληρώσει ένα χρόνο πλήρους απασχόλησης, κάπου 1800 ώρες εργασίας, δικαιούται επίδομα για 2 χρόνια. Παλιότερα ήταν 7 χρόνια, αλλά σταδιακά έχει μειωθεί. Το επίδομα ανεργίας κατά μέσο όρο ανέρχεται στα 2.000 ευρώ μικτά και καθαρά περίπου 1.300 ευρώ.

Γ. Κωνστάντης: Οι άνεργοι καταγράφονται από το σουηδικό ΟΑΕΔ, αλλά και μέσω της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας. Το επίσημο ποσοστό σήμερα είναι 7,8%, αλλά υπολογίζεται ότι το 2013 θα είναι 8,5%. Στους ανέργους δεν υπολογίζονται αυτοί που συμμετέχουν σε προγράμματα του ΟΑΕΔ (γύρω στις 100.000 άτομα). Αν υπολογίζαμε και αυτούς, τότε η ανεργία θα ήταν 2% παραπάνω. Επίδομα ανεργίας παίρνει περίπου το 35% των ανέργων, γιατί μόνο αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις που είναι να έχει δουλέψει ο άνεργος τουλάχιστον για 6 μήνες, 50 ώρες το μήνα ή για 8 μήνες, 70 ώρες το μήνα. Το επίδομα ανεργίας είναι στα 500 ευρώ.

Φ. Παρρής: Παρατηρούμε ως κοινό χαρακτηριστικό διαφορετικών καπιταλιστικών οικονομιών, που βρίσκονται σε διαφορετική φάση του κύκλου της καπιταλιστικής κρίσης, ότι το επίσημα καταγεγραμμένο ποσοστό ανεργίας είναι υποτιμημένο. Δεν καταγράφονται ως άνεργοι μεγάλο μέρος υποαπασχολούμενων κλπ.

Βεβαίως η ανεργία είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, την οποία ωστόσο μέχρι ενός σημείου οι κεφαλαιοκράτες την αξιοποιούν για να πιέζουν τους εργαζόμενους για να μειώσουν επίσημα ή ανεπίσημα μισθούς και μεροκάματα. Η καπιταλιστική διαχείριση συχνά επιδιώκει το μοίρασμα της ανεργίας, προκειμένου να μην διαμορφώνονται εστίες μακροχρόνια άνεργων και εξαθλιωμένων. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να εξαλείψουν την ανεργία ή να προστατεύσουν τους άνεργους. Η αναρχία στην παραγωγή, η τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου αυξάνουν τα ποσοστά ανεργίας, παρά τις όποιες διακυμάνσεις παρατηρούνται στα επίπεδά της. Σε όλες πλέον τις καπιταλιστικές χώρες την περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης η τάση είναι αυξητική, ενώ την περίοδο της κρίσης η τάση αυτή εξελίσσεται ραγδαία.

 

Ερώτηση: Στην Ελλάδα η τάση είναι η αντικατάσταση της σύνταξης από ένα επίδομα προνοιακού χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα προωθείται η αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης. Ποια είναι η μέση σύνταξη και ποιος ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης;

Γ. Κωνστάντης: Στη Σουηδία η σύνταξη για τους άντρες είναι γύρω στα 1.300 ευρώ καθαρά και για τις γυναίκες 900 ευρώ. Με το ασφαλιστικό σύστημα που ψηφίστηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1990 η σύνταξη διαμορφώνεται σταδιακά γύρω στο 45-50% του μισθού. Ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης για τον ανδρικό και γυναικείο πληθυσμό στο όνομα της ισότητας είναι τα 65 χρόνια και προαιρετικά (αν θέλει ο εργαζόμενος τα 67 χρόνια).

Μ. Κοράκης: Οσον αφορά τη Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνάμε τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο Δυτικό και Ανατολικό τμήμα της. Ετσι, σύμφωνα με στοιχεία του 2008, η μέση βασική σύνταξη στη Δυτική Γερμανία είναι 717 ευρώ (μικτά) (άνδρες: 950 και γυναίκες 485 ευρώ), ενώ στην Ανατολική Γερμανία είναι 756 ευρώ (μικτά) (άνδρες 837 ευρώ και γυναίκες 676 ευρώ). Η σύνταξη στη Δυτική Γερμανία προσαυξάνεται επιπλέον λόγω των επικουρικών ή επιχειρησιακών συντάξεων. Ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης είναι 61,7 χρόνια.

Η χαώδης διαφορά μεταξύ ανδρικής και γυναικείας σύνταξης στη Δ. Γερμανία, κάτι που δεν υπάρχει σε τέτοιο βαθμό στην Ανατολική - είναι άλλη μια απόδειξη για το μύθο της ισότητας ανδρών και γυναικών στην αναπτυγμένη καπιταλιστικά Ευρώπη.

Π. Απέργης: Στη Δανία το όριο συνταξιοδότησης ήταν στα 65 χρόνια για άνδρες και γυναίκες. Τώρα για όσους έχουν γεννηθεί μετά το 1955 είναι στα 67 και θα ανεβαίνει σταθερά όσο ανεβαίνει ο προσδόκιμος χρόνος ζωής. Με βάση υπολογισμούς που κάθε τόσο αλλάζουν, τα σημερινά παιδιά θα συνταξιοδοτηθούν στα 73,5 χρόνια τους. Η «λαϊκή σύνταξη» που δικαιούνται όλοι, ανεξάρτητα αν δούλεψαν ή όχι, είναι περίπου 800 ευρώ μικτά. Ο σχεδιασμός είναι σταδιακά να καταργηθεί η «λαϊκή σύνταξη» και να γίνει αυτοχρηματοδοτούμενη. Υψηλόμισθοι και διάφοροι κρατικοί υπάλληλοι με βάση τις συμβάσεις καταθέτουν μέχρι και 20% του μισθού στα συνταξιοδοτικά ταμεία.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Στη Μ. Βρετανία η μέση σύνταξη στο δημόσιο είναι 9.467 ευρώ το χρόνο και στον ιδιωτικό τομέα 9.063 ευρώ. Το 2008 ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης ήταν 64,4 για τους άντρες και 61,9 για τις γυναίκες. Μεγάλο ποσοστό εργαζομένων συμμετείχε σε διάφορα σχήματα ιδιωτικών ασφαλιστικών, είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με την εργοδοσία. Αυτό βέβαια έχει μειωθεί αισθητά.

Φ. Παρρής: Το θέμα του συνταξιοδοτικού είναι κεφαλαιώδες. Ωστόσο εδώ μπορούμε να αρκεστούμε σε ορισμένες επισημάνσεις. Η γενική τάση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εδώ και αρκετά χρόνια είναι να παρέχεται μια σύνταξη λίγο κάτω από τα όρια της φτώχειας. Το αστικό κράτος σταδιακά περιόρισε την ευθύνη του μόνο σε αυτό το σκέλος. Από εκεί και πέρα το ύψος της σύνταξης συναρτάται άμεσα από το ύψος εισφορών που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι, χωρίς φυσικά κανείς να εγγυάται αν οι εισφορές που καταβλήθηκαν θα επιστραφούν με τη μορφή της σύνταξης. Από τα παραπάνω στοιχεία φάνηκε πως για να μπορέσει κάποιος εργαζόμενος να «διασφαλίσει» μια σύνταξη για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, θα πρέπει να καταβάλει υπέρογκες εισφορές, άρα να μειωθεί ο μισθός του. Ωστόσο, με τις μειώσεις αποδοχών, την ανεργία που αυξάνει, την επέκταση ελαστικών εργασιακών σχέσεων, μαζί με την άνοδο του κόστους ζωής, αυτό δυσκολεύει αφάνταστα, με αποτέλεσμα το συνταξιοδοτικό μέλλον να είναι ζοφερό. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Μνημόνιο II, το οποίο έρχεται ως συνέχεια των προηγούμενων αντιασφαλιστικών νόμων, τίθεται σε ισχύ το πανευρωπαϊκό «ασφαλιστικό μοντέλο». Η καθυστέρηση των αντιασφαλιστικών αναδιαρθρώσεων οφείλεται σε ένα βαθμό στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης, π.χ. 2001 απόσυρση νόμου Γιαννίτση, ακύρωση στην πράξη του νόμου 3029, το σκέλος που αφορά τα επαγγελματικά ταμεία, μετά από αποφασιστική παρέμβαση του ταξικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος. Είναι ενιαία τάση στην ΕΕ η αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης στη βάση του αντιδραστικού συνθήματος «Live longer, work longer» (ζεις περισσότερο, δουλεύεις περισσότερο). Δηλαδή όλα τα οφέλη από την επιστημονικο-τεχνολογική πρόοδο να τα προσποριστεί το μεγάλο κεφάλαιο με περισσότερη μισθωτή σκλαβιά.

 

Ερώτηση: Πού κυμαίνονται τα ενοίκια πρώτης κατοικίας για τις εργατικές οικογένειες (περιοχή, παλαιότητα κλπ.); Ποιο είναι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης;

Γ. Κωνστάντης: Στη Σουηδία τα ενοίκια διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, ανάλογα αν είναι σε μεγάλη ή σε μικρή πόλη, την παλαιότητα κλπ. Για ένα τριάρι κυμαίνονται στα 700-1000 ευρώ. Στο νοίκι συμπεριλαμβάνονται τα κοινόχρηστα, το νερό και η θέρμανση. Το 44% των κατοικιών είναι ιδιόκτητες, μονοκατοικίες. Υπάρχει και ένα ποσοστό ιδιόκτητων διαμερισμάτων, αλλά το καθεστώς ιδιοκτησίας δεν είναι όπως το εννοούμε στην Ελλάδα. Το διαμέρισμα ανήκει στο σύλλογο των κατοίκων και ο χρήστης-ιδιοκτήτης του διαμερίσματος έχει τον αέρα του σπιτιού. Ενα ενοίκιο για ένα 2άρι, για μια 3μελή ή 4μελή οικογένεια φτάνει συνήθως τα 680-800 ευρώ. Επισημαίνουμε ότι στη Σουηδία δε βρίσκει κανείς εύκολα σπίτι ή διαμέρισμα με ενοίκιο. Υπάρχει ένα καθεστώς όπου αναγκάζεσαι να αγοράσεις το διαμέρισμα παίρνοντας δάνειο από τράπεζα. Εφόσον αγοράσεις το διαμέρισμα με δάνειο, δεν έχεις να πληρώνεις μόνο το δάνειο με μηνιαίες δόσεις, αλλά κι ένα μεγάλο ποσό στο σύλλογο της πολυκατοικίας για κοινόχρηστα κλπ., συνήθως γύρω στα 280 - 450 ευρώ το μήνα, ανάλογα με την περιοχή που βρίσκεται το σπίτι. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος του σπιτιού πολλαπλασιάζεται. Το κόστος των ενοικίων στη Σουηδία, βάσει έρευνας της Eurostat του 2005, είναι το τρίτο πιο ακριβό στην Ευρώπη.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Τα νοίκια στη Μ. Βρετανία έχουν ανέβει λόγω της πτώσης της οικοδομικής δραστηριότητας και της αδυναμίας να αγοράσουν σπίτια οι εργαζόμενοι. Πέρσι το μέσο κόστος για νοίκι ξεπέρασε τα 850 ευρώ, ενώ στο Λονδίνο ξεπέρασε τα 1.200 ευρώ (αφορά τόσο τις γκαρσονιέρες όσο και την ενοικίαση δωματίου σε ένα μεγάλο σπίτι, κάτι που συνηθίζεται πολύ στους νέους). Η τιμή δε συνδέεται τόσο με την παλαιότητα, όσο με την περιοχή (ασφάλεια, καλά σχολεία, πρόσβαση σε μέσα μαζικής μεταφοράς κλπ). Το ποσοστό ιδιοκτησίας είναι περίπου 65%.

Μ. Κοράκης: Είναι πολύ διαφορετικά από πόλη σε πόλη και μάλιστα από περιοχή σε περιοχή, ειδικά μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Οι οικογένειες με εισόδημα κάτω από 500 ευρώ δίνουν κατά μέσο όρο 253,50 ευρώ για ενοίκιο, τα νοικοκυρά με εισόδημα από 500-1.300 ευρώ δίνουν κατά μέσο όρο 339,22 ευρώ για ενοίκιο, αυτά από 1.300-3.200 ευρώ δίνουν κατά μέσο όρο 459,88 ευρώ για ενοίκιο και αυτά με πάνω από 3.200 ευρώ εισόδημα δίνουν ενοίκιο κατά μέσο όρο 682,72 ευρώ. Από το σύνολο των νοικοκυριών το 44,2% μένει σε ιδιόκτητο σπίτι, ενώ το 53,4% μένει στο ενοίκιο.

Π. Απέργης: Και στη Δανία το ενοίκιο διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, ανάλογα με την παλαιότητα κλπ. Ενα τριάρι πάντως σε πόλη και σε λαϊκή συνοικία κυμαίνεται από 1.000 έως 1.500 ευρώ. Το δυάρι είναι κάπου 20% φτηνότερο. Στο νοίκι περιλαμβάνονται τα κοινόχρηστα, το νερό και η θέρμανση. Το 45% είναι ιδιόκτητες μονοκατοικίες. Υπάρχει κι ένα ποσοστό στα διαμερίσματα, όμως δεν είναι ιδιόκτητο, όπως το εννοούμε στην Ελλάδα, αλλά ισχύει το ίδιο με τη Σουηδία, που αναφέρθηκε πριν.

 

Ερώτηση: Πόσο στοιχίζει περίπου για μια λαϊκή 4μελή οικογένεια το μήνα το ρεύμα, το νερό, η σταθερή τηλεφωνία, η θέρμανση; Ποιο το κόστος μετακίνησης;

Γ. Κωνστάντης: Στη Σουηδία το νερό είναι δωρεάν. Τα υπόλοιπα κοστίζουν γύρω στα 100 ευρώ το μήνα. Υπάρχει κεντρική θέρμανση που είναι κι αυτή δωρεάν. Στις μονοκατοικίες όμως πληρώνουν όπως στην Ελλάδα. Η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης στις μεγάλες πόλεις μένει σε διαμερίσματα. Στις μικρότερες πόλεις υπάρχουν αρκετοί εργάτες που μένουν σε μονοκατοικίες. Η τιμή του λίτρου πετρελαίου είναι αυτή τη στιγμή 5,5 ευρώ το κυβικό. Το χειμώνα είναι ακριβότερο. Η μετακίνηση στη Στοκχόλμη κοστίζει 90 ευρώ η μηνιαία κάρτα.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Στη Μ. Βρετανία το μέσο νοικοκυριό πληρώνει το χρόνο 870 ευρώ για φυσικό αέριο και 550 ευρώ για ρεύμα, 425 ευρώ για νερό και περίπου 240 ευρώ για τηλέφωνο. Τα δημοτικά τέλη δε συμπεριλαμβάνονται στους λογαριασμούς, πληρώνονται ξεχωριστά και ξεπερνούν τα 120 ευρώ το μήνα. Το 15% που δε χρησιμοποιεί φυσικό αέριο πληρώνει γύρω στα 1.450 ευρώ το χρόνο για πετρέλαιο. Το 2011 το μέσο νοικοκυριό ξόδευε 78 ευρώ τη βδομάδα για μετακίνηση. Το κόστος μεταφοράς, ενέργειας, νερού, δημοτικών τελών, σίτισης αυξήθηκε από το 2000 μέχρι το 2010 κατά 38%. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η Μ. Βρετανία είναι η δεύτερη χώρα στην Ευρώπη με την πιο ακριβή βενζίνη.

Μ. Κοράκης: Το 2009 τα έξοδα ενός νοικοκυριού στη Γερμανία ήταν κατά μέσο όρο 2.156 ευρώ. Το 33,6% αυτών αφορούσαν ενοίκιο και ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση), το 15,1% μεταφορές, το 14% είδη διατροφής, ποτά και τσιγάρα, το 10,7% διασκέδαση, το 4,6% ένδυση. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στα έξοδα ανάμεσα σε Ανατολική και Δυτική Γερμανία, όπως αντίθετα συμβαίνει στα έσοδα.

Η σταθερή τηλεφωνία εξαρτάται πάντα από το ποια εταιρία επιλέγει ο καθένας, αλλά είναι περίπου 30 ευρώ το μήνα για απεριόριστο αριθμό τηλεφωνημάτων σε σταθερά τηλέφωνα και Ιντερνετ.

Η θέρμανση χωρίζεται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: πετρέλαιο, φυσικό αέριο και τηλεθέρμανση2. Μια οικογένεια πληρώνει το χρόνο για πετρέλαιο περίπου 7-10 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο του σπιτιού, αντίστοιχα για αέριο 8-12 ευρώ και τηλεθέρμανση 8-13,5. Για παράδειγμα, για ένα σπίτι 70 τ.μ. η θέρμανση με πετρέλαιο το 2011 στοίχισε 850 ευρώ, ενώ το 2009 στοίχιζε 630 ευρώ. Με αέριο το 2011 στοίχισε 805 ευρώ, ενώ το 2010 ήταν 785 ευρώ και με τηλεθέρμανση το 2011 στοίχισε 880 ευρώ ενώ το 2010 ήταν 860 ευρώ.

Οσον αφορά το κόστος μετακίνησης, παίρνοντας για παράδειγμα την πόλη του Βερολίνου, η μηνιαία κάρτα για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς κοστίζει 75 ευρώ. Υπάρχουν όμως περιοχές που ο εργαζόμενος χρησιμοποιεί τρένα για να πάει στη δουλειά του από μια μικρή πόλη σε μια άλλη κι εκεί μπορεί το κόστος μεταφοράς του μέχρι και να διπλασιαστεί. Για μια απλή διαδρομή κατά μέσο όρο τα εισιτήρια κοστίζουν σε λεωφορεία, τραμ ή μετρό 2,40 ευρώ.

Π. Απέργης: Στη Δανία το νερό είναι δωρεάν, το ρεύμα αυξάνει συνεχώς μετά τις ιδιωτικοποιήσεις, κατά μέσο όρο κοστίζει 100 με 150 ευρώ. Η τηλεφωνία προσφέρεται «πακέτο» με τηλεόραση και ιντερνετ από 200 έως 500 ευρώ το μήνα. Υπάρχει κεντρική θέρμανση και περιλαμβάνεται στο ενοίκιο. Στις μονοκατοικίες το πληρώνουν όπως στην Ελλάδα. Η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης στις μεγάλες πόλεις μένει σε διαμερίσματα. Στις μικρές υπάρχουν αρκετοί εργάτες που μένουν σε μονοκατοικίες. Η τιμή του πετρελαίου είναι αυτή τη στιγμή 5,5 ευρώ το κυβικό. Το χειμώνα είναι ακριβότερο. Για την μετακίνηση υπάρχουν ζώνες, ανάλογα την απόσταση, από 100 έως 200 ευρώ μηνιαίως.

 

Ερώτηση: Ισχύει τελικά ότι στο κόστος διατροφής υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις τιμές που συνδέονται με την ποιότητα των προϊόντων;

Γ. Κωνστάντης: Ναι ισχύει. Στη Σουηδία υπάρχει συγκεντροποίηση, σε τρεις με τέσσερις αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Υπάρχουν φτηνά προϊόντα, στυλ «LIDL» και κατώτερης ποιότητας, λίγο καλύτερης ποιότητας και πιο ακριβά, καλύτερα προϊόντα και ακριβότερα και πολύ ακριβά οικολογικά. Αυτά τα έχουν όλες οι αλυσίδες, σε διάφορες μάρκες. Υπάρχουν επίσης μερικά φτηνά προϊόντα από σούπερ μάρκετ σε σούπερ μάρκετ, αλλά κάθε βδομάδα διαφορετικό προϊόν. Ο κόσμος τρέχει ν’ αγοράσει το φτηνότερο σε διαφορετικό σούπερ μάρκετ. Συνολικά μπορούμε να πούμε ότι το κόστος ζωής ατομικά κάθε μήνα φτάνει τα 1.340 με 1.380 ευρώ.

Μ. Κοράκης: Βέβαια ισχύει και μάλιστα όσο πάει διευρύνεται σε ακόμα περισσότερα προϊόντα. Αυτή η τάση καταγράφεται και στις μεταβολές του Δείκτη Τιμών Κατανάλωσης στα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Ενδεικτικά θα σημειώσω ότι ο δείκτης τιμών κατανάλωσης παρουσιάζει αύξηση για μια σειρά είδη διατροφής όπως ψωμί-δημητριακά, κρέας, ψάρι, γαλακτοκομικά προϊόντα αυγά, λίπος-λάδι, λαχανικά ανάμεσα στο 2005 και 2011 από 12 έως 40%.

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Στη Μ. Βρετανία υπάρχουν σούπερ μάρκετ που απευθύνονται σε διαφορετικό αγοραστικό κοινό και γι’ αυτό βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές. Στις πιο εργατικές περιοχές υπάρχουν τα πιο φθηνά σούπερ μάρκετ και τα προϊόντα τους είναι κατώτερης ποιότητας. Μιλώντας γενικά για το κόστος ζωής θα πρέπει να τονίσουμε ότι θα πρέπει να υπολογίσουμε επίσης την υπερχρέωση των νοικοκυριών από δάνεια στις τράπεζες . Σημειώνεται μεγάλη αύξηση του ιδιωτικού χρέους (πιστωτικές κάρτες κλπ.). Η αναλογία χρέους - εισοδήματος το 1997 ήταν 91,1%, το 2007 έφτασε το 157,4%, όταν το 1980 ήταν 45%. Συνολικά το κόστος ζωής το 2011 αυξήθηκε κατά 3,4% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Φ. Παρρής: Ως γενικό συμπέρασμα θα λέγαμε ότι στον κλάδο της παραγωγής ειδών διατροφής εκδηλώνεται χαρακτηριστικά η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό, δηλαδή στην ιδιοποίηση του αποτελέσματός της. Αυτό εκφράζει το γεγονός, ότι η παραγωγή ποιοτικά κατώτερων, ακόμα και επιβλαβών προϊόντων προορίζεται για τους εργατοϋπάλληλους, τους άμεσους παραγωγούς αλλά όχι τους ιδιοκτήτες των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.

Αλλη εκδήλωση της αντίφασης είναι ότι ενώ υπάρχει αλματώδης ανάπτυξη του κλάδου βιομηχανικής παραγωγής ειδών διατροφής και τεχνολογικής δυνατότητας συντήρησής τους, ταυτόχρονα υπάρχει κλιμακωτή άνοδος φαινομένων υποσιτισμού, ιδιαίτερα των παιδιών, με ζωντανό παράδειγμα τα κρούσματα που εμφανίστηκαν σε σχολεία στην Ελλάδα.

Αλλη εκδήλωση της αντίφασης παρατηρείται ήδη στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων, τόσο διατροφής όσο και βιομηχανικών υλών. Ας θυμηθούμε ότι για πολλά χρόνια η ΕΕ κατεύθυνε τεράστια ποσά και στην Ελλάδα, όχι για έργα βελτίωσης της παραγωγικότητας και προστασίας από τις φυσικές καταστροφές, αλλά σε καταστροφή των αγροτικών προϊόντων (θαφτικά), σε εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να εισάγονται αγροτικά προϊόντα διατροφής στα οποία η Ελλάδα μπορούσε να έχει και πλεονέκτημα εξαγωγών.

Τελικά, η παραγωγή τροφίμων αποτελεί μια κερδοφόρα διέξοδο των υπερσυσσωρευμένων κερδών. Φαίνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο ότι η ποιότητα συνθλίβεται στο κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους. Η διαβάθμιση των τιμών, οι οποίες δείχνουν ότι συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την ποιότητα, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει σφαίρα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στον καπιταλισμό που να μην υπάρχει ταξικός διαχωρισμός.

 

Ερώτηση: Στην Ελλάδα μια σειρά δυνάμεις υποστηρίζουν ότι τα μέτρα που παίρνονται όσον αφορά τους μισθούς, τις συντάξεις, τις περικοπές κρατικών δαπανών για παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση οφείλονται στην ανάγκη αντιμετώπισης του χρέους, των ελλειμμάτων και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Πώς θα συνοψίζατε την εμπειρία από τις χώρες στις οποίες ζείτε και εργάζεστε;

Ελ. Γεροπαναγιώτη: Στη Μ. Βρετανία αναδιαρθρώσεις τέτοιου είδους έχουν ξεκινήσει και προωθούνται εδώ και δεκαετίες, ήδη από τη δεκαετία του 1970 και 1980. Πρόκειται για τη λεγόμενη «νεοφιλελεύθερη πολιτική» ή την «πολιτική της Θάτσερ», όπως ονομάστηκε και αφορά πολιτική απελευθέρωσης αγορών, ιδιωτικοποιήσεων, ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, περιστολής κρατικών δαπανών με περιορισμό υπηρεσιών υγείας, πρόνοιας, παιδείας. Μια πολιτική που βεβαίως συνεχίστηκε και από τις κυβερνήσεις των Εργατικών, που συνεχίζεται και σήμερα. Προγραμματίζονται νέες περικοπές στις δαπάνες για δημόσιες υπηρεσίες τα επόμενα χρόνια ύψους 16,2%. Αν και η Μ. Βρετανία είναι από τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, όχι μόνο στην ΕΕ αλλά και διεθνώς, το γεγονός αυτό δεν απέτρεψε την επιδείνωση της ζωής για τη βρετανική εργατική τάξη η οποία βιώνει σήμερα τις πιο γλαφυρές προβλέψεις του Μαρξ, ήδη από τον 19ο αιώνα, ότι «όχι πια ηπειρωτικά αλλά κινέζικα μεροκάματα, αυτός είναι πια ο σκοπός που επιδιώκει το αγγλικό κεφάλαιο». Η πρόβλεψη μάλιστα για το χρονικό διάστημα 2009-2013 είναι ότι το μέσο οικογενειακό εισόδημα θα μειωθεί κατά 7,4%. Χρειάζεται επίσης να παρατηρήσουμε το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τη σύνδεση πολιτικής νομισματικής με τη δημοσιονομική σταθερότητα, αφού η Μ. Βρετανία δε συμμετέχει στην Ευρωζώνη.

Μ. Κοράκης: Στη Γερμανία η ανάλογη πολιτική προωθήθηκε δυναμικά από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Σρέντερ στα πλαίσια της Ατζέντας 2010 με την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων Χαρτζ 1-4» με κύρια αιχμή τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και τη διεύρυνση των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Η Γερμανία αποτελεί κράτος που ηγείται στην Ευρωζώνη και συνολικά στην ΕΕ. Από τα στοιχεία που παρατέθηκαν γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η ισχυρή θέση της Γερμανίας στην ΕΕ, η κυριαρχία των μονοπωλίων της, δε συνεπάγεται και βελτίωση της θέσης της γερμανικής εργατικής τάξης, έστω και αν δε βιώνει σήμερα το ίδιο βίαια την επίθεση του κεφαλαίου, όπως τη βιώνουν οι εργάτες στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία κ.α. Ας μην ξεχνάμε όμως τη μεγάλη ανισομετρία και μέσα στη Γερμανία. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μια σειρά τέτοιων μέτρων πέρασαν σταδιακά και με πολύ μικρή σχετικά αντίσταση, έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, στο οποίο κυριαρχούν πλήρως δυνάμεις της ταξικής συνεργασίας, του κοινωνικού εταιρισμού, δηλαδή του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, με μεγάλο πλέγμα θεσμών που λειτουργούν σε αυτή την κατεύθυνση και την ισχυρή πολιτική καθοδήγηση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.

Γ. Κωνστάντης: Πρέπει να τονίσουμε ότι οι Σκανδιναβικές χώρες λειτουργούσαν στις συνθήκες της διαπάλης καπιταλισμού - σοσιαλισμού στην Ευρώπη ως «βιτρίνες» του καπιταλισμού. Η καπιταλιστική ανάπτυξη επέτρεψε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια -για μια σειρά παράγοντες που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας συνέντευξης- να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο μαζικών παροχών σε τμήματα της εργατικής τάξης αυτών των κρατών. Σήμερα αυτές οι παροχές σταδιακά αφαιρούνται, επιφέροντας επιδείνωση στη ζωή των εργαζόμενων, χωρίς ακόμα να έχει ρυθμό που να οδηγεί σε απότομη και βίαιη επιδείνωση.

Φ. Παρρής: Επιβεβαιώνεται ότι ο καπιταλισμός είναι βαθιά χωμένος στην αντιδραστική εποχή του, γι’ αυτό δεν μπορεί να φέρει σχετική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργατοϋπαλλήλων και αντίστοιχα των συνταξιούχων, των οικογενειών τους, ανεξάρτητα από το μέγεθος της καπιταλιστικής οικονομίας, ανεξάρτητα από τη φάση στον κύκλο της καπιταλιστικής κρίσης που βρίσκεται ένα καπιταλιστικό κράτος, τη θέση στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Παρατηρείται ως κοινή τάση ότι εδώ και 2-3 δεκαετίες από τη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας δεν επωφελούνται οι μισθωτοί εργαζόμενοι με γενική μείωση του χρόνου εργασίας και ταυτόχρονη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αλλά αντίθετα η μείωση του χρόνου εργασίας συνοδεύεται από σχετική και απόλυτη υποβάθμιση, από αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Αυτή είναι η ουσία της επιβολής ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, του περιορισμού της πλήρους και σταθερής απασχόλησης, της κατάργησης εργατικών κατακτήσεων.

Πρόκειται για στρατηγικούς στόχους του κεφαλαίου παγκόσμια, γι’ αυτό δεν αφορούν αποκλειστικά κάποιο καπιταλιστικό κράτος, κάποιο αστικό κόμμα στη διακυβέρνηση, αλλά αφορούν όλα τα καπιταλιστικά κράτη, κάθε καπιταλιστική διακυβέρνηση. Γι’ αυτό η διέξοδος για την εργατική τάξη και τα λαϊκά μεσαία στρώματα βρίσκεται στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα σε γραμμή ρήξης και ανατροπής, στο συντονισμό της ταξικής πάλης μεταξύ όμορων χωρών και παγκόσμια.

Η παρούσα συνέντευξη πραγματοποιήθηκε πριν από την πραγματοποίηση των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα στις 6 Μάη και πριν ολοκληρωθούν οι δύο γύροι των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία. Το βέβαιο όμως είναι ότι τα αποτελέσματά τους επιτείνουν την ανάγκη της ταξικής πάλης και επιβεβαιώνουν ότι οι εκλογές στον καπιταλισμό δεν είναι το κύριο όπλο της ταξικής πάλης, γιατί είναι στοιχείο, μέσο της καπιταλιστικής εξουσίας. Η ταξική πάλη κρίνεται σε κατεύθυνση σύγκρουσης με τους καπιταλιστές και το κράτος τους και σ’ αυτή την κατεύθυνση θα αλλάξει ο συσχετισμός μεταξύ καπιταλιστών από τη μια και εργατικής τάξης-λαϊκών στρωμάτων από την άλλη.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Σημ. ΚΟΜΕΠ: Για την καλύτερη κατανόηση των στοιχείων που παρατίθενται, τα ποσά που αναφέρονταν σε σουηδικές κορώνες, αγγλικές λίρες και δανέζικες κορώνες έχουν μετατραπεί σε ευρώ.

2. Σημ. ΚΟΜΕΠ: Η τηλεθέρμανση είναι η παροχή θέρμανσης με ειδικό δίκτυο μονωμένων αγωγών που μεταφέρουν ζεστό νερό, το οποίο θερμαίνεται σε λέβητες σε θερμοηλεκτρικά εργοστάσια αρκετά μακριά από το χώρο κατανάλωσης. Αυτή η μορφή ήταν διαδεδομένη ιδιαίτερα στην Ανατολική Γερμανία.