ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ» Ή ΝΕΟΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΟΣ;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Το αποτέλεσμα των εκλογών επιβεβαιώνει την εκτίμηση του ΚΚΕ για την επιχειρούμενη αντιδραστική αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Ο παλιός δικομματισμός ΝΔ - ΠΑΣΟΚ έδωσε τη θέση του προς το παρόν σ’ έναν κεντροδεξιό πόλο με πυρήνα τη ΝΔ και έναν κεντροαριστερό με πυρήνα το ΣΥΡΙΖΑ. Στοιχείο αυτής της αναμόρφωσης είναι και η συντονισμένη επιδίωξη να ενταχθεί και το ΚΚΕ στον κεντροαριστερό ή «αριστερό» πόλο, ώστε να ακυρωθεί οποιοσδήποτε μελλοντικός κίνδυνος από την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και της λαϊκής συμμαχίας του σε γραμμή σύγκρουσης-ρήξης-ανατροπής. Γι’ αυτό άλλωστε στην προεκλογική περίοδο και ύστερα από αυτήν η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για δημιουργία κυβέρνησης της αριστεράς αξιοποιήθηκε ως μοχλός για την άσκηση πίεσης στο ΚΚΕ, προκειμένου να προσαρμόσει τη στρατηγική του στα πλαίσια της εξουσίας του κεφαλαίου.

Παρόλο που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε ακόμα κυβερνητικό κόμμα, παρόλο που ακόμα δεν είναι σαφές κατά πόσο θα αφομοιωθούν στο ΣΥΡΙΖΑ οι δυνάμεις που αποχώρησαν από το ΠΑΣΟΚ και τον στήριξαν προεκλογικά, ωστόσο ως αξιωματική αντιπολίτευση αναλαμβάνει πλέον ρόλο δύναμης αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, πράγμα που σημαίνει ότι όσο θα ενισχύονται τα σοσιαλδημοκρατικά του χαρακτηριστικά, τόσο θα χάνει το χαρακτήρα του ως βασικός φορέας του οπορτουνισμού.

Ο νέος ρόλος που αναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό πολιτικό σύστημα οδηγεί αργά ή γρήγορα στην ανάδειξη του αστικού σοσιαλδημοκρατικού διαχειριστικού χαρακτήρα της πολιτικής του πρότασης, ενώ θα τροφοδοτήσει ανακατατάξεις στο εσωτερικό του και στον ευρύτερο οπορτουνιστικό χώρο. Ετσι ενισχύονται και οι διεργασίες για τη διαμόρφωση και ενός «τρίτου πόλου στην αριστερά» που θα εκφράζει πιο καθαρά το οπορτουνιστικό ρεύμα.

Χαρακτηριστικά στην ιστοσελίδα «Ισκρα» αναφέρεται: «…το κύριο πρόβλημα για την αριστερά σήμερα είναι πώς θα καταφέρει να μορφοποιήσει έναν τρίτο, ανύπαρκτο σήμερα, πόλο, ο οποίος θα αναλάβει να σηκώσει το βάρος των επερχόμενων συγκρούσεων...»1.

Υποστηρίζεται επίσης ότι υπάρχει «…ανάγκη ΣΗΜΕΡΑ μιας αριστερής κριτικής στο ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που το ΚΚΕ, έτσι κι αλλιώς, έχει σταθεί ανίκανο να κάνει. Χωρίς μια τέτοια συζήτηση ούτε καν σκέψη μπορεί να γίνεται για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα που θα βρούμε μπροστά μας […] η επισήμανση των αδυναμιών του ΣΥΡΙΖΑ, των αντιφάσεων και των υπαναχωρήσεών του, μόνο ενισχυτικά μπορεί να λειτουργήσει […] Στο βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί (και μακάρι εδώ να διαψευστώ, αλλά με ευχολόγια κανείς δεν έφτασε ποτέ πουθενά) η ίδια η ζωή θα ζητά έναν αριστερό πόλο οργάνωσης της λαϊκής πάλης και αφομοίωσης της πείρας από την πάλη αυτή. Ενα ρόλο που, δυστυχώς, το ΚΚΕ με την πορεία που έχει πάρει και τα χαρακτηριστικά που έχει πλέον παγιοποιήσει, δε δείχνει ότι μπορεί να παίξει»2.

Στις ζυμώσεις για τον «τρίτο πόλο» εντάσσονται αντικειμενικά δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, όπως το «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ, το «Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής» με επικεφαλής τον Αλέκο Αλαβάνο και ιδιαίτερα οι δυνάμεις του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στις οποίες θα αναφερθούμε κυρίως στο παρόν άρθρο.3

Οι παραπάνω δυνάμεις έχουν παραπλήσιες βασικές θέσεις, υπάρχει αλληλοπροβολή των θέσεών τους,4 πραγματοποιούν κοινές εκδηλώσεις, ενώ προεκλογικά ανιχνεύτηκε μέχρι και το ενδεχόμενο κοινής εκλογικής καθόδου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το «Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής».

Πρόκειται για οπορτουνιστικές δυνάμεις που σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης «ανακαλύπτουν» ξανά το κομμουνιστικό παρελθόν τους, κρύβοντας τα «νεοαριστερά» χαρακτηριστικά τους που είχαν στην πρώτη γραμμή σε συνθήκες ήττας και υποχώρησης του κινήματος. Θυμίζουμε π.χ. ότι το ΝΑΡ με τη συγκρότησή του στις αρχές της δεκαετίας του 1990 απέρριψε το μαρξισμό-λενινισμό ως επιστημονική θεωρία και υποστήριξε ότι το κομμουνιστικό κίνημα ξεπεράστηκε. Γι’ αυτό το λόγο απέρριψε το «κομμουνιστικό» ως προσδιοριστικό στοιχείο του «κόμματος», όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Εγκατάλειψε ως στόχο τη «δικτατορία του προλεταριάτου», την οποία και έβαζε σε αντιπαράθεση με την «εργατική δημοκρατία».5 Ταυτόχρονα υιοθετούσε και πρόβαλλε αναρχοαυτόνομες-φιλελεύθερες (αστικές στην ουσία) αντιλήψεις για το «κόμμα», την «πρωτοπορία» και την «τάξη»6. Από τη δεκαετία του 1990 πρόβαλλε αντιεπιστημονικές θεωρίες για το χαρακτήρα της εποχής, υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός μπήκε στο στάδιο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», απορρίπτοντας τη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, το στάδιο δηλαδή που ο καπιταλισμός «σαπίζει και πεθαίνει».

Το ΝΑΡ στο τελευταίο του Πανελλαδικό Σώμα προαναγγέλλει τη μετονομασία του με «κομμουνιστικό» τίτλο: «Να ανασυγκροτηθεί το ΝΑΡ […] ώστε από το σημερινό ΝΑΡ να φτάσουμε μέσα από μια σχεδιασμένη πορεία σε ένα μαζικό “κομμουνιστικό” ΝΑΡ, ως βήμα συνεισφοράς στο σύγχρονο κόμμα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Τη μετονομασία του ΝΑΡ. Μετονομασία τέτοια που να συνδέεται με το στόχο συγκρότησης του κόμματος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης»7.

Η αλλαγή ονόματος και η «αυτοκριτική» του ΝΑΡ γιατί παλιότερα υιοθέτησε την «απόρριψη του “Κ” ως προσδιοριστικού στοιχείου για το επαναστατικό κόμμα»8 δεν πρέπει να τροφοδοτήσει αυταπάτες για το χαρακτήρα του. Πρόκειται για μια οπορτουνιστική προσαρμογή που φαίνεται από το πώς τοποθετείται στο ζήτημα της «Αριστεράς» και ειδικότερα της «συμμετοχής της Αριστεράς στην κυβέρνηση» στο έδαφος του καπιταλισμού.

Από αυτή τη σκοπιά χαρακτηρίζει την κριτική του στο ΣΥΡΙΖΑ ως «εποικοδομητική», σε αντίθεση με την «καταστροφολογική» -όπως τη χαρακτηρίζει- κριτική του ΚΚΕ.

Η εξέλιξη αυτή είναι ενταγμένη στα πλαίσια γενικότερων διεργασιών στο χώρο του οπορτουνισμού. Το «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ για παράδειγμα πριν λίγο καιρό έκανε αναφορά σε «νεομπολσεβικισμό». Να τι γράφει χαρακτηριστικά στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που χαρακτηρίζει μάλιστα τη «συμμετοχή της αριστεράς» σε κυβέρνηση ως «κατάθεση ελπίδας»: «Ο πυρήνας της κριτικής που κάνει σήμερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με την ηττοπαθή και καταστροφολογική πολεμική που κάνει το ΚΚΕ, αυτή την αντίφαση προσπαθεί να αναδείξει. Η συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβέρνηση, καθαυτή μια κατάθεση ελπίδας από τη μεριά των λαϊκών μαζών, πρέπει να σημαίνει και αριστερή διακυβέρνηση: δηλαδή ρήξη πραγματική με την κυρίαρχη πολιτική, ενεργοποίηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, εμπιστοσύνη στη δυνατότητα του αγωνιζόμενου λαού να αγκαλιάσει και να μπολιάσει ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού»9.

Δηλαδή δε βλέπει την κυβέρνηση ως προϊόν ρήξης του εργατικού και λαϊκού κινήματος με την οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, αλλά ως αστική κοινοβουλευτική διαδικασία που θα χρησιμοποιηθεί από τον αγωνιζόμενο λαό για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Αλλά δεν πρόκειται για πρωτότυπη «αριστερή» ή «νεοκομμουνιστική» τοποθέτηση. Είναι η παμπάλαια ρεφορμιστική-σοσιαλδημοκρατική γραμμή που στο στρατηγικό ζήτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» απαντά «μεταρρύθμιση».

Η κριτική προς το ΣΥΡΙΖΑ γίνεται από τη σκοπιά της έλλειψης συνέπειας στο «μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα», στη δεξιά παρέκκλιση από αυτό.

Το στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε βγάζει κανένα συμπέρασμα από την «τύχη» των «σοσιαλδημοκρατικών» προγραμμάτων στον 20ό αιώνα, που σε καμία των περιπτώσεων δεν οδήγησαν σε «κοινωνικό μετασχηματισμό». Εκτός κι αν συνειδητά χρησιμοποιεί τον «κοινωνικό μετασχηματισμό» ως πρόσχημα και ουσιαστικά δεν ενδιαφέρεται παρά για την από καιρό ξεπερασμένη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση που πρόκυψε ως ανάγκη του καπιταλισμού μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπό την ύπαρξη των σοσιαλιστικών κατακτήσεων στην Ευρώπη.

Απ’ όλα αυτά προκύψανε και οι ταλαντεύσεις στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το αν θα έπρεπε να συμμετέχει με ξεχωριστό από το ΣΥΡΙΖΑ ψηφοδέλτιο στις εκλογές της 17ης Ιούνη. Δεν είναι τυχαίο ότι ομάδα στελεχών της ΑΡΑΝ τάχθηκαν υπέρ της κοινής εκλογικής καθόδου, ενώ συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως η «Κομμουνιστική Ανανέωση», είχαν καλέσει σε κοινή εκλογική κάθοδο της αριστεράς για την ανάδειξη «αντιμνημονιακής κυβέρνησης» και για τις 6 Μάη. Ανάλογη στάση υπέρ της εκλογικής σύμπραξης με το ΣΥΡΙΖΑ κράτησαν αρκετά στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υποδέχτηκε με διθυράμβους την ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, υποβαθμίζοντας την επιχειρουμένη αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, κρύβοντας τις επιδιώξεις της αστικής τάξης για αναχαίτιση της ριζοσπαστικοποίησης με την εκστρατεία εγκλωβισμού των λαϊκών στρωμάτων στην αστική ιδεολογική-πολιτική επιρροή μέσω αποπροσανατολιστικών, εκβιαστικών διλλημάτων και αυταπατών.10

Τα παραπάνω διανθίζονται με τη χρησιμοποίηση παλιών συνθημάτων και εκτιμήσεων του ΚΚΕ που δεν είχαν επαληθευτεί με το πέρασμα του χρόνου.

 

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ «ΑΜΕΣΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ»
ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ

 Οι δυνάμεις ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ με πρωτοβουλία τους το Μάρτη του 2012 κάλεσαν το ΚΚΕ και το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σε κοινή δράση. Στην «Επιστολή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς» αναφέρεται ως «περιεχόμενο - πλαίσιο της κοινής δράσης»: «α) Κατάργηση όλων των Μνημονίων και των νόμων που τα συνοδεύουν. β) Αμεση παύση πληρωμών προς τους πιστωτές, μη αναγνώριση και μονομερή διαγραφή του χρέους. γ) Εξοδο από ευρώ, ΟΝΕ και Ευρωπαϊκή Ενωση. δ) Εθνικοποίηση-κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και όλων των μεγάλων επιχειρήσεων που κλείνουν, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό, λαϊκό και κοινωνικό έλεγχο. ε) Εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου και υπέρ του εργατικού - λαϊκού εισοδήματος, με αυξήσεις στους μισθούς, ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, σταθερές συλλογικές συμβάσεις, προστασία των ανέργων, ριζική μείωση της φορολογίας των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων, ριζική αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου».

Αλλού η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμπυκνώνει τα παραπάνω στο στόχο «Αναδιανομή του πλούτου υπέρ των εργαζομένων»11.

Η γραμμή αυτή συμπίπτει σε βασικούς της στόχους με μια νεοκεϋνσιανή (αστική) γραμμή διαχείρισης της οικονομικής κρίσης για τους εξής λόγους:

Πρώτο: Ορισμένες κρατικοποιήσεις, π.χ. κάποιων τραπεζών, προβάλλονται από ένα φάσμα αστικών δυνάμεων ως όρος για την προστασία της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής. Τέτοιου τύπου κρατικοποίηση δε συνιστά μετατροπή της παραγωγής σε λαϊκή περιουσία γιατί δεν καταργεί το κεφάλαιο, αντίθετα προετοιμάζει ένα νέο κύκλο ιδιωτικοποίησης. Είναι κρατικοποιήσεις που απαλλάσσουν καπιταλιστικές επιχειρήσεις από τα βάρη της κρίσης. Αυτό άλλωστε βεβαιώνεται με τη θέση ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ για «εθνικοποίηση-κρατικοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων που κλείνουν» και όχι όλων ανεξάρτητα των μεγάλων επιχειρήσεων. Η καπιταλιστική κρατική παρέμβαση, είτε με τη μορφή της κρατικοποίησης είτε με τη μορφή της ιδιωτικοποίησης, εξυπηρετεί τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και όχι τις λαϊκές ανάγκες.

Ωστόσο, η αστική τάση για εκτεταμένες κρατικοποιήσεις δεν μπορεί να επανέλθει στις σημερινές συνθήκες απελευθέρωσης των αγορών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιδιωτικοποιήσεις προωθούνται από σειρά καπιταλιστικών χωρών είτε βρίσκονται ψηλότερα είτε χαμηλότερα στην καπιταλιστική πυραμίδα, είτε έχουν μνημόνιο είτε όχι, είτε συμμετέχουν στο ευρώ είτε όχι. Στην πραγματικότητα οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το αίτημα των κρατικοποιήσεων προβάλλουν χρεοκοπημένες για το λαό νεοκεϋνσιανές συνταγές.

Το τι εννοούν, φαίνεται χαρακτηριστικά από τις θριαμβολογίες τους, από κοινού με το ΣΥΡΙΖΑ, για το πέρασμα μέρους του μετοχικού πακέτου της πετρελαϊκής εταιρίας YPF υπό κρατικό έλεγχο από την Κριστίνα Κίρχνερ στην Αργεντινή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μέτρο που στοχεύει στην ενίσχυση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Αργεντινή, στη διείσδυση κινεζικών κεφαλαίων, εν μέσω οξύτατων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.12

Δεύτερο: Ο στόχος της αναδιανομής του εισοδήματος στη βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σπέρνει αυταπάτες ότι η επίθεση σε μισθούς συντάξεις δεν είναι αδήριτη ανάγκη του κεφαλαίου, αλλά ότι είναι πολιτική επιλογή της μιας ή της άλλης κυβέρνησης. Αποσπά δηλαδή την πολιτική από την οικονομία, συμβάλλει στην ενσωμάτωση του κινήματος στα πλαίσια κυβερνητικών διαχειριστικών εναλλαγών, σπέρνει αυταπάτες για αναπτυξιακά περιθώρια του καπιταλισμού προς όφελος της εργατικής τάξης. Ετσι με τις θέσεις τους εγκλωβίζουν το εργατικό κίνημα στο σοσιαλδημοκρατικό στόχο της «αναδιανομής του εισοδήματος», αφήνοντας στο απυρόβλητο την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Τρίτο: Η ίδια η εξέλιξη αποδεικνύει ότι στη βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας η διαγραφή του χρέους ή η παύση πληρωμών προς τους δανειστές του «δημοσίου» δεν οδηγεί σε βελτίωση της κατάστασης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση με ταχύτερο ρυθμό, συνοδευόμενη με αλλαγές στο νόμισμα. Από το «κούρεμα» βγαίνουν ωφελημένοι καπιταλιστές, γιατί συνοδεύεται με αντίστοιχα μέτρα, π.χ. επανακεφαλαιοποίηση τραπεζών.

Τέταρτο: Η απαλλαγή από το μνημόνιο δεν αρκεί για ν’ ανοίξει φιλολαϊκός δρόμος, γιατί τα αντιλαϊκά μέτρα δεν έχουν την αιτία τους στο μνημόνιο, αντίθετα υπηρετούν την πολιτική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Αλλωστε, αντίθεση στο μνημόνιο έχει εκφράσει ένα ευρύ φάσμα αστικών δυνάμεων (Ανεξάρτητοι Ελληνες, Χρυσή Αυγή, ΣΥΡΙΖΑ) και δεν αφορά τη στάση απέναντι στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Πρόκειται δηλαδή για αντίθεση που εκφράζει τμήματα της αστικής τάξης, αλλά και ανώτερου επιπέδου μεσαία στρώματα.

Πέμπτο: Οι δυνάμεις του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ σκόπιμα διαχωρίζουν την έξοδο από το ευρώ από την έξοδο από την ΕΕ, αφήνοντας την τελευταία σε δεύτερο και τρίτο χρόνο. Ετσι μπορούν και συμπίπτουν στο σήμερα με τμήματα του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις όπως το «Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής».13

Στις σημερινές συνθήκες η έξοδος από το ευρώ προβληματίζει και δυνάμεις του κεφαλαίου, οι οποίες θεωρούν ότι θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία τους μέσω της υποτίμησης του «εθνικού» νομίσματος ή και με τη σύνδεση με νόμισμα άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, π.χ. το δολάριο ή τη λίρα.

Το συμπέρασμα είναι ότι τα σημεία του «άμεσου πολιτικού προγράμματος» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην ουσία ακολουθούν τη λογική του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανοιχτά και εμφανώς διαχειριστική λογική του ΣΥΡΙΖΑ καμουφλάρεται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με «αντικαπιταλιστικά συνθήματα», ενώ ταυτόχρονα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με βάση το παραπάνω πλαίσιο, θα ασκεί τη λεγόμενη «εποικοδομητική» αριστερή κριτική της στο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται δηλαδή (όπως υποστηρίζουν με δημόσιες τοποθετήσεις τους αρκετά στελέχη και συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) για το πρόγραμμα που θα έπρεπε να έχει μια «κυβέρνηση της αριστεράς», έτσι ώστε να ασκεί και «αριστερή διακυβέρνηση».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, προτείνοντας στη βάση του «άμεσου πολιτικού της προγράμματος» την κοινή δράση του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρούσε να παίξει το ρόλο συγκολλητικής ουσίας.14

Δεν είναι τυχαίο ότι ο χώρος ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει πάρει μια σειρά πρωτοβουλίες από κοινού με δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι η σύσταση του «Αριστερού Βήματος Διαλόγου», η «Πρωτοβουλία Αριστερών Οικονομολόγων», η «Πρωτοβουλία για τη συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου», η «Πρωτοβουλία κατά του Ευρώ» κ.ά.

Οι δυνάμεις ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνεργάστηκαν στενά στο κίνημα, πρώτ’ απ’ όλα στο εργατικό συνδικαλιστικό, αλλά και στα πανεπιστήμια, στους χώρους εκπαίδευσης γενικότερα και αλλού. Σε πολλές περιπτώσεις η συνεργασία φτάνει μέχρι και τη συγκρότηση κοινών σχημάτων.

Με βάση τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η έκκληση για κοινή δράση δε βρίσκεται επί της ουσίας σε κατεύθυνση σύγκρουσης με το κεφάλαιο και την εξουσία του, αλλά κινείται σε γραμμή ενσωμάτωσης. Εξυπηρετεί την επιδίωξη να ασκηθεί πίεση στο ΚΚΕ, προκειμένου να συναινέσει σε ένα μέτωπο των «αριστερών» και ευρύτερων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων και να ενσωματωθεί σε μια σοσιαλδημοκρατική γραμμή, εγκαταλείποντας τη στρατηγική του.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΕ

 Με αντιεπιστημονικές αναλύσεις στη δεκαετία του 1990, το ΝΑΡ υποτιμούσε επί της ουσίας την ύπαρξη ανισότιμων σχέσεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και ερμήνευε ως αντικειμενική έκφραση της «παγκοσμιοποίησης» τη συγκρότηση της ΕΕ.

Σήμερα το ΝΑΡ περνάει στην άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Υποστηρίζει ότι το μνημόνιο και η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ δημιουργεί «νέο εθνικό» ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να αξιοποιηθεί ως κρίκος στη λεγόμενη «αντικαπιταλιστική» πάλη της αριστεράς. Αν και φαίνεται αντιφατική αυτή η αλλαγή στις θέσεις, ωστόσο υπάρχει λογική συνέπεια στην ταλάντευση από τη μια μεριά στην άλλη. Αρχικά απολυτοποιήθηκαν τα χαρακτηριστικά των διακρατικών καπιταλιστικών ενώσεων και χαρακτηρίστηκαν ως «ολοκληρώσεις», ενώ τώρα θεωρείται ότι με όρους πολιτικής επιβολής καταργείται το έθνος-κράτος. Με αυτό το σκεπτικό το ΝΑΡ θέτει «νέο εθνικό ζήτημα». Να τι γράφουν για τη συμμετοχή στην ΕΕ: «Υπάρχει, λοιπόν, θέμα σχέσης εθνικού-διεθνικού, που έρχεται από το παρόν και το μέλλον της ταξικής πάλης και η Αριστερά και το κίνημα οφείλουν να το αντιμετωπίσουν, με εργατικούς, αντικαπιταλιστικούς και διεθνιστικούς όρους. Στη σημερινή περίοδο, βέβαια, τουλάχιστον για την Ελλάδα, δεν υπάρχει ζήτημα εθνικής ολοκλήρωσης ή αυτοδιάθεσης. Ωστόσο ανακύπτει σαφώς “εθνικό ζήτημα” με σύγχρονους όρους, που συνδέονται με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, την καπιταλιστική διεθνοποίηση, τις ολοκληρώσεις τύπου ΕΕ, τη δράση των πολυεθνικών και των τραπεζών, τη λειτουργία οργανισμών όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, τους ανταγωνισμούς και την ανισόμετρη ανάπτυξη σε περιβάλλον κρίσης»15.

Να λοιπόν πού οδηγούν οι αντιεπιστημονικές και αναθεωρητικές απόψεις περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού»: Μια χώρα όπως η Ελλάδα, που είναι χώρα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, να υποστηρίζεται ότι αντιμετωπίζει «νέο εθνικό ζήτημα» επειδή συμμετέχει σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις (π.χ. ΕΕ) και είναι ενταγμένη στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα.

Από εκεί που έβλεπαν συνεκτικά τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και μάλιστα σε βαθμό «ολοκλήρωσης», σήμερα ερμηνεύουν τις φυγόκεντρες τάσεις και την όξυνση της ανισομετρίας με όρους «εθνικής» υποτέλειας ή υπερίσχυσης. Είναι η άλλη όψη του αστικού κοσμοπολιτισμού, από τον οποίο εκπορεύονται εκβιασμοί για τα αντιλαϊκά μέτρα των μνημονίων, «αφού βρισκόμαστε σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία».

Ανισότιμες σχέσεις και ανισομετρία υπήρχαν και παλιότερα στα πλαίσια της ΕΟΚ-ΕΕ. Σήμερα ασφαλώς οξύνθηκαν για το αστικό κράτος της Ελλάδας, αλλά επίσης οξύνθηκαν και για άλλα αστικά κράτη που συμμετέχουν στην ΕΕ, όπως της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας κ.ά. Σχέσεις ισοτιμίας ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη δεν μπορούν να υπάρξουν, γεγονός που είναι ανεξάρτητο από την εξέλιξη των μεταξύ τους συσχετισμών, οι οποίοι αλλάζουν εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης.

Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν κανένα συμφέρον να υποστηρίξουν το δικό τους αστικό κράτος ενάντια σε άλλα μέσα στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και συνασπισμούς. Δεν έχουν κανένα συμφέρον να γίνουν ουρά αστικών δυνάμεων που επιδιώκουν άλλο προσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης (δες προτάσεις στην εφημερίδα «Πριν» για δανεισμό από Κίνα - Ρωσία).

Την ίδια στιγμή που σηκώνουν «πατριωτικές» σημαίες ενάντια στην ΕΕ, οι δυνάμεις ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ θέτουν ως στόχο στο σήμερα απλά την έξοδο από το ευρώ, παραπέμποντας στο μέλλον την έξοδο από την ΕΕ και αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για συνεργασία με τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ και άλλες οπορτουνιστικές ομάδες, όπως το «Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής».16

Αλλά έτσι γίνεται πάντα, όταν δεν αντιμετωπίζεις την καπιταλιστική ιμπεριαλιστική ΕΕ από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του «Μετώπου αλληλεγγύης» και τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ επί της ουσίας υποστηρίζουν την έξοδο από την Ευρωζώνη, για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της υποτίμησης του νομίσματος, στο όνομα της «εθνικής» καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι κοινό «Κείμενο Παρέμβασης» που συνυπογράφουν στελέχη των δύο χώρων: «Μπορούμε να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις, να αξιοποιήσουμε τις πλούσιες δυνατότητες της χώρας προς όφελός μας, να ανοίξουμε έναν άλλο δρόμο […]

Υπάρχει τρόπος. Προϋποθέτει υιοθέτηση εθνικού νομίσματος και στήριξη σε μια παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας σε αντικαπιταλιστική-φιλολαϊκή κατεύθυνση. Εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και πριν απ’ όλα της Τράπεζας της Ελλάδος, με στόχο να στηριχθεί η εγχώρια παραγωγή και να επιβληθούν αυστηροί έλεγχοι στην κίνηση των κεφαλαίων. Γενναία αναδιανομή του πλούτου για να ενισχυθεί το εισόδημα των εργαζομένων και να τονωθεί η εσωτερική αγορά.

Προϋποθέτει τον πλήρη δημόσιο έλεγχο στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Ολόκληρη η παραγωγική μηχανή της χώρας πρέπει -βασισμένη σε προγράμματα δημοσίων επενδύσεων και στον εργατικό κοινωνικό έλεγχο- να προσανατολιστεί στην ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν μπορεί να γίνει […] χωρίς πραγματική εθνική-λαϊκή κυριαρχία»17.

Δηλαδή η έξοδος από το ευρώ διεκδικείται από τη σκοπιά της προστασίας της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής.

Στην πραγματικότητα η έξοδος από το ευρώ στις σημερινές συνθήκες θα σημαίνει και σύνδεση με νόμισμα άλλου ιμπεριαλιστικού κέντρου ή ένταξη σ’ ένα νέο κοινό νόμισμα (π.χ. ευρώ του Νότου). Αρα και από αυτή την άποψη η εργατική τάξη δεν πρέπει να ξεγελαστεί από την πρόταση για επιστροφή σε κάποιο υποτιθέμενο «εθνικά προστατευμένο» καπιταλισμό. Κυρίως η εργατική τάξη δεν πρέπει να ξεγελαστεί ότι μπορεί να υπάρξει ένας πιο «ήπιος», «ανθρώπινος» για την ίδια καπιταλισμός.

Από τη στιγμή που υπερασπίζουν την έξοδο από το ευρώ με όρους καπιταλιστικούς, ακόμα και αυτή η εναντίωση στην Ευρωζώνη δεν είναι σταθερή. Ετσι, ακόμη και στελέχη-υποψήφιοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίζονταν θετικοί απέναντι στο ενδεχόμενο ενός «καλού ευρώ».

Για παράδειγμα, στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γράφει: «Για να είμαστε δίκαιοι: Δεν εννοούμε ότι είναι εξ ορισμού εσφαλμένη η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να προβάλει μια γραμμή, ας το πούμε έτσι, “του καλού ευρώ”- ενός εκ θεμελίων μετασχηματισμού της ευρωζώνης, που θα στηριζόταν σε μεγάλες μεταφορές πόρων και τεχνογνωσίας από τις ισχυρότερες στις ασθενέστερες χώρες, στη γενναία αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων σε πανευρωπαϊκή κλίμακα…»18.

Η ταλάντευση αυτή του οπορτουνισμού στο ζήτημα της στάσης απέναντι στο ευρώ δεν αφορά τα συμφέροντα της εργατική τάξης και είναι φυσιολογική και εξηγήσιμη γιατί ακριβώς στέκεται πάνω στο έδαφος των ενδοαστικών ανταγωνισμών γύρω από το δίλλημα «ευρώ ή δραχμή». Σε μεγάλο βαθμό αυτή η ταλάντευση αντανακλά το βαθμό ισχυροποίησης στους κόλπους της αστικής τάξης των τάσεων που προσανατολίζονται στην έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Η εργατική τάξη πρέπει να διεκδικεί την έξοδο από την ΕΕ (όχι απλά από το ευρώ) από τη σκοπιά των ταξικών της συμφερόντων και όχι από τη σκοπιά της ταξικής συνεργασίας με το κεφάλαιο με στόχο το «εθνικό συμφέρον» προστασίας της εγχώριας παραγωγής, της ανασυγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και φυγόκεντρων τάσεων στην ΕΕ αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο όταν οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις παλεύουν για την αποδέσμευση από την ΕΕ με εργατική-λαϊκή εξουσία. Γιατί μόνο η εργατική-λαϊκή εξουσία μπορεί να λύσει και τα προβλήματα των ανισότιμων σχέσεων προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Τέτοια προοπτική όμως υποστηρίζει μόνο το ΚΚΕ.

 

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ Ή ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ;

 Δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναφέρονται στην ανάγκη ύπαρξης ενός «άμεσου πολιτικού προγράμματος». Ομως ως προς τη διευκρίνιση εάν πρόκειται για ένα πλαίσιο άμεσων αιτημάτων πάλης ή ένα «μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα», δηλαδή στο ερώτημα «ποιος θα υλοποιήσει αυτό το πρόγραμμα», δίνονται ποικίλες απαντήσεις από τις διάφορες συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα διάφορα στελέχη του ΝΑΡ.

Για παράδειγμα αρκετά στελέχη του ΝΑΡ, όπως ο Γιώργος Δελαστίκ, ο Λεωνίδας Βατικιώτης, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, ο Αλέκος Αναγνωστάκης, κ.ά. υποστηρίζουν την ανάγκη μιας «αριστερής», «λαϊκής» κυβέρνησης (στην ουσία αστικής) που θα πραγματοποιήσει το εν λόγω πρόγραμμα.

Σε κάποια κείμενά του το ΝΑΡ υποστηρίζει ότι το «άμεσο πρόγραμμα» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα το επιβάλει στις αστικές κυβερνήσεις το μαζικό λαϊκό κίνημα με έναν «εκβιασμό διαρκείας». Σε αυτά, όχι μόνο αφήνει ξεχασμένο για το απροσδιόριστο μέλλον το πρόβλημα της εξουσίας, προτάσσοντας ως προϋπόθεση την υλοποίηση του «άμεσου πολιτικού προγράμματος», αλλά τελικά το ΝΑΡ υιοθετεί ως στόχο μια ασαφή, θολή «εξουσία των εργαζομένων» που -όπως λένε- διαχωρίζεται τόσο από τη δικτατορία του κεφαλαίου όσο και από τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Η Κομμουνιστική Ανανέωση, συνιστώσα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάλεσε προεκλογικά με ανακοίνωσή της σε κοινή εκλογική κάθοδο της αριστεράς για την ανάδειξη «αντιμνημονιακής» διακυβέρνησης, χωρίς να θεωρεί καν ως προϋπόθεση τη συμφωνία σε στόχους, όπως είναι η έξοδος από το ευρώ, η διαγραφή του χρέους ή η εθνικοποίηση των τραπεζών.19

Αλλες συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως η ΑΡΑΝ, μέσω των αποφάσεων των οργάνων τους υποστηρίζουν ανοιχτά την ανάγκη μιας «αριστερής κυβέρνησης» που θα υλοποιήσει το «άμεσο πρόγραμμα». Υποστηρίζουν ότι αυτή η κυβέρνηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μπορεί να γίνει κρίκος στην πάλη για το σοσιαλισμό. Αναφέρουμε την απόφαση της ΑΡΑΝ ως ενδεικτική των διεργασιών στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Αυτά (σ.σ. τα μέτρα του άμεσου προγράμματος) αντικειμενικά ανοίγουν και το θέμα της εξουσίας. Προφανώς κάποια από αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν να τα πάρουν και αστικές κυβερνήσεις υπό την πίεση ή υπό τον εκβιασμό εάν προτιμάτε του λαϊκού κινήματος. Ωστόσο το ερώτημα της εξουσίας από τη μεριά μιας λαϊκής αντικαπιταλιστικής συμμαχίας, γίνεται επιτακτικό […] Ούτε αρκεί να επικαλούμαστε ως γενική ιδεολογική αναφορά τη γενική απεργία και την ένοπλη εξέγερση, όταν ξέρουμε ότι εδώ και πολλές δεκαετίες οποιαδήποτε διαδικασία μετασχηματισμού σε χώρες με αναπτυγμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς δεν μπορεί να είναι μια στιγμιαία εξεγερτική διαδικασία. Εμείς λέμε ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να ανοίξει. Με πραγματικούς όρους και όχι απλές συνθηματολογίες. Και αυτό σημαίνει την πραγματική επεξεργασία μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Αυτή κατά την γνώμη μας μπορεί να περιλαμβάνει και το ζήτημα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς ή με συμμετοχή της Αριστεράς όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως κομμάτι μιας ευρύτερης επαναστατικής διεργασίας […] που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει… την πραγματική σταδιακή απονέκρωση των αστικών κρατικών μηχανισμών, σε μια διαδικασία αναγκαστικά πρωτότυπη»20.

Υπάρχουν δηλαδή συγχύσεις ότι τα μονοπώλια θα επιτρέψουν το σχηματισμό μιας κυβέρνησης, βγαλμένης από το αστικό κοινοβούλιο, που θα αμφισβητήσει την εξουσία τους. Υπάρχουν συγχύσεις ότι μια «κυβέρνηση της αριστεράς ή μια κυβέρνηση με συμμετοχή της αριστεράς» μπορεί να γίνει αφετηρία επαναστατικών αλλαγών, όταν μάλιστα η πείρα έδειξε το ρόλο που έπαιξαν οι κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1990, αλλά και οι λεγόμενες αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής. Στην πραγματικότητα αφήνουν περιθώρια συμμετοχής σε κυβέρνηση διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτοαποκαλούνται «επαναστατική αριστερά» και την ίδια στιγμή φτάνουν στο σημείο να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα με «ανεπτυγμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς» και γι’ αυτό πρέπει να ακολουθηθεί επί της ουσίας ο δρόμος της σταδιακής κατάκτησης-μετασχηματισμού της αστικής κρατικής μηχανής, επιχείρημα που δεν είναι βέβαια καινούργιο. Είναι η κατεξοχήν θέση της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας και στη συνέχεια του ευρωκομμουνισμού, με την οποία δικαιολογήθηκε η άρνηση της επαναστατικής πάλης μέχρι και η στήριξη ή συμμετοχή σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.21

Η συμμετοχή του ΚΚΕ στον εκλογικό πολιτικό αγώνα, η διεκδίκηση ψήφου από τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις δε γίνεται με αυταπάτες για τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί το κοινοβούλιο από όργανο της αστικής εξουσίας σε όργανο της εργατικής εξουσίας. Η κυβέρνηση είναι τμήμα του κρατικού μηχανισμού της αστικής τάξης. Συνεπώς κάθε κυβέρνηση στα πλαίσια της καπιταλιστικής εξουσίας και ιδιοκτησίας θα είναι όργανο της δικτατορίας της αστικής τάξης.

Η εργατική εξουσία προϋποθέτει την ανατροπή της αστικής εξουσίας, δηλαδή την ανατροπή όλων των θεσμών, των μηχανισμών της. Ο Λένιν υποστήριζε ότι για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας είναι απαραίτητο να τσακιστεί η αστική κρατική μηχανή. Ασκώντας κριτική στον «εκλεπτυσμένο» αναθεωρητισμό του Καρλ Κάουτσκι, έγραφε: «Από την άλλη μεριά, η “καουτσκιστική” διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πιο εκλεπτυσμένη. “Θεωρητικά” δεν απορρίπτεται το γεγονός ούτε πως το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε πως οι ταξικές αντιθέσεις είναι ανειρήνευτες. Αλλά παραβλέπεται ή συγκαλύπτεται το εξής: αν το κράτος είναι προϊόν ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων, αν είναι μια δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία και “όλο και περισσότερο αποξενώνεται από την κοινωνία”, γίνεται φανερό πως η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς τη βίαιη επανάσταση, αλλά και χωρίς καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας, που δημιούργησε η κυρίαρχη τάξη και που ενσαρκώνει αυτήν την αποξένωση»22.

Ο λαός δεν έχει να περιμένει τίποτα από μια αριστερή κυβέρνηση που θα βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ στη βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, όπως δεν έχει τίποτα να περιμένει από μια αριστερή κυβέρνηση που θα εγγυηθεί την παραμονή της στο ευρώ. Και οι δύο θα είναι κυβερνήσεις της εξουσίας του κεφαλαίου και θα εξυπηρετήσουν τα ταξικά του συμφέροντα και όχι αυτά της εργατικής τάξης και του λαού.

Το «φλερτ» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την ιδέα της αριστερής κυβέρνησης καθόρισε και τη στάση της κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποδέχτηκε να γίνει μέρος του ντεκόρ μαζί με την Κατσέλη, τους Οικολόγους Πράσινους κ.ά., στην ανασυγκρότηση του κεντροαριστερού πόλου, έδωσε άλλοθι στο προεκλογικό «σόου» του ΣΥΡΙΖΑ για τις διαδικασίες των διερευνητικών εντολών, που είχε ως στόχο να καλλωπίσει το προφίλ της σοσιαλδημοκρατίας και να εγκλωβίσει εργαζόμενους που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις και αισθάνονται «ριζοσπάστες αριστεροί». Ολα αυτά επέδρασαν και στην εκλογική συρρίκνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (χωρίς να αξιολογούμε τη στάση της με βάση το εκλογικό ποσοστό της), αλλά και έθεσαν σε αμφισβήτηση την οργανωτική της αυτοτέλεια.

Ο ρόλος των αριστερών κυβερνήσεων σε όλες τις εκδοχές τους έχει αποδειχτεί και ιστορικά και θεωρητικά. Οι ρεφορμιστικές και κοινοβουλευτικές αυταπάτες των μαζών μπορεί να δυναμώνουν σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, αλλά περιθώρια το κομμουνιστικό κίνημα να επαναλάβει τα ίδια λάθη δεν έχει. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε εκφυλισμό, προδοσία της επανάστασης και των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα πρέπει να παλέψουν για την δικιά τους προοπτική που είναι η ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και η εγκαθίδρυση της εξουσίας της εργατικής τάξης σε συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα.

Αυτή η εξουσία δε χωράει μέσα σε καπιταλιστικές ενώσεις και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως είναι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Είναι η εξουσία που στηρίζεται στην κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στη συνεταιριστική οργάνωση των φτωχών αγροτών, στην οργάνωση της οικονομίας με βάση τον κεντρικό σχεδιασμό για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών.

Αυτή η εξουσία θα ασκείται πρώτα απ’ όλα μέσα από την οργάνωση των εργαζόμενων στους τόπους δουλειάς. Θα εξασφαλίζει τη συμμετοχή του εργαζόμενου λαού στη διεύθυνση της παραγωγής, στα νέα όργανα εξουσίας και στον έλεγχο. Θα στηρίζεται στην ανάδειξη εργατικών λαϊκών αντιπροσώπων σε όλες τις βαθμίδες της εξουσίας που θα είναι αιρετοί και ανακλητοί, χωρίς οικονομικά προνόμια που θα τους ξεχωρίζουν από το λαό.

Αυτή η εξουσία θα διαμορφωθεί πάνω στα συντρίμμια του αστικού κοινοβουλευτισμού και θα δώσει τη δυνατότητα να ανθίσει ένας άλλος ανώτερος τύπος δημοκρατίας, που θα ταιριάζει με την κοινωνική ιδιοκτησία και την κοινωνική ευημερία ως κίνητρο της παραγωγής.

 

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

 Η πολεμική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στη στρατηγική του ΚΚΕ αντικειμενικά προσφέρει σημαντική υπηρεσία στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Η προβολή του «άμεσου πολιτικού προγράμματος» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνδυάζεται με επίθεση ενάντια στη γραμμή του ΚΚΕ για την εργατική-λαϊκή εξουσία. Γράφουν χαρακτηριστικά ότι το ΚΚΕ «αφοπλίζει πολιτικά το κίνημα […] παραπέμποντας […] όλα τα κρίσιμα ζητήματα στη λαϊκή οικονομία - λαϊκή εξουσία»23. Αλλού επικρίνουν το ΚΚΕ ότι χαρακτηρίζεται για την «αναμονή λύσεων από μια …λαϊκή εξουσία»24.

Ουσιαστικά διαστρεβλώνουν την πολιτική του ΚΚΕ. Εμφανίζουν ως σεχταριστική γραμμή και ως πολιτική στάση αδιάφορη για τα οξυμένα λαϊκά προβλήματα την πολιτική γραμμή που στοχεύει στην οργάνωση εργατικών μαζών γύρω από το στόχο της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, της κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, την πολιτική γραμμή που δεν αποσυνδέει από αυτό το στόχο και την κινητοποίηση για άμεσες διεκδικήσεις, για απόσπαση μέτρων ανακούφισης, για αντίσταση σε νέες επιθέσεις του κεφαλαίου, για παρεμπόδιση αντιλαϊκών μέτρων. Για στόχους που δεν αφορούν τα δικαιώματα των εργαζόμενων σε καθεστώς εργατικής- λαϊκής εξουσίας.

Επομένως η κριτική που κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς το ΚΚΕ ουσιαστικά είναι κριτική γιατί δε δέχεται τη δική της μεταρρυθμιστική-ρεφορμιστική πολιτική. Χαρακτηριστικά ισχυρίζεται ότι το ΚΚΕ έχει «ηττοπαθή λογική»25 γιατί δεν υιοθετεί τον ουτοπικό στόχο τους «για τη δημιουργία καίριων τακτικών ρηγμάτων στους βασικούς νόμους της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας για την απόσπαση νικών και κατακτήσεων»26, στόχος που όπως λένε θα πραγματοποιηθεί με την υλοποίηση του «άμεσου πολιτικού προγράμματος».

Πρόκειται για συγκαλυμμένη μεν, αλλά στην ουσία βαθιά μεταρρυθμιστική, σοσιαλδημοκρατική αντίληψη. Η άποψη που υποστηρίζει ότι το εργατικό κίνημα μπορεί να επιβάλει «ρήγματα» στους «βασικούς νόμους» κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συνιστά παμπάλαια αναθεώρηση του μαρξισμού. Το καπιταλιστικό σύστημα δε «μεταρρυθμίζεται» προς όφελος της εργατικής τάξης μέσα από επιμέρους «ρήξεις», αντίθετα γίνεται όλο και πιο αντιδραστικό.

Αντί να αποκαλύπτει στις σημερινές συνθήκες το χαρακτήρα των νομοτελειών του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, βάζει εμπόδια στη ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων, καλλιεργώντας ρεφορμιστικές αυταπάτες για «άμεση λύση» χωρίς ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.

Ο ρεφορμισμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να ντύνεται με «αντικαπιταλιστική» φρασεολογία, ακόμα και ανατρεπτική σε δεύτερο πλάνο, στην πραγματικότητα όμως με το «άμεσο πολιτικό της πρόγραμμα» καλλιεργεί εξίσου με το ΣΥΡΙΖΑ τις αυταπάτες του κοινοβουλευτικού-κυβερνητικού κρίκου. Συμβάλλει έτσι από τη δική της πλευρά στην ενσωμάτωση της λαϊκής διαμαρτυρίας και εργατικών-λαϊκών δυνάμεων που τείνουν να ριζοσπαστικοποιηθούν σε μια εναλλακτική αστική πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι δυνάμεις ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν ειδικό ρόλο στην κριτική απέναντι στο ΚΚΕ για δήθεν διάσπαση του «αντιμνημονιακού» μπλοκ: Είναι ο ρόλος της εξαγνισμένης αριστεράς σε σχέση με τις πιο φανερές μεταμορφώσεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Οι δυνάμεις ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ υποστηρίζουν ότι το ΚΚΕ δεν καταλαβαίνει την ανάγκη ενός «άμεσου πολιτικού προγράμματος διεξόδου» από την καπιταλιστική κρίση που θα είναι εύκολα κατανοητό για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Υποστηρίζουν ότι οι εργαζόμενοι νιώθουν ως εχθρό το μνημόνιο, έχουν καταρρακωμένη εθνική υπερηφάνεια και βιώνουν έλλειψη δημοκρατίας, άρα το εργατικό κίνημα πρέπει να παίξει με αυτές τις διαθέσεις για να τους δώσει το αληθινό τους περιεχόμενο.

Καταρχήν διαστρεβλώνουν τον τρόπο παρέμβασης του ΚΚΕ, που παίρνει υπόψη τις αντικειμενικά διαμορφωμένες διαθέσεις, αλλά δουλεύει στην κατεύθυνση να μετατρέπεται η οργή και η αγανάκτηση σε συνειδητή ένταξη και στράτευση στην πάλη για την εργατική-λαϊκή εξουσία, επιλέγει το δρόμο της επίμονης δουλειάς για να ανεβάσει την πολιτική συνείδηση των εργατικών λαϊκών μαζών και δεν υιοθετεί ένα «άμεσο πολιτικό πρόγραμμα» που κοιτάει προς τα πίσω.

Θυμίζουμε την κριτική του Λένιν στην «Μπροσούρα του Γιούνιους», η οποία υποστήριζε ότι στα 1914-1916 έπρεπε να προβληθεί «…το παλιό αληθινά εθνικό πρόγραμμα των πατριωτών και δημοκρατών του 1848 […] το σύνθημα της ενιαίας μεγάλης γερμανικής δημοκρατίας»27 ως μέσο για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Λένιν απαντούσε: «Ο Γιούνιους προτείνει […] στην πρωτοπόρα τάξη να στρέψει το πρόσωπό της προς το παρελθόν και όχι προς το μέλλον […] Το 1793 και το 1848 και στη Γαλλία και στη Γερμανία και σε όλη την Ευρώπη αντικειμενικά βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη η αστικοδημοκρατική επανάσταση. Τώρα […] η αντικειμενική κατάσταση είναι διαφορετική […] Η ανάπτυξη προς τα μπρος […] είναι πραγματοποιήσιμη μόνο προς την κατεύθυνση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, της σοσιαλιστικής επανάστασης […] Ο Γιούνιους θέλησε όπως φαίνεται, να πραγματοποιήσει κάτι σαν τη θλιβερής μνήμης μενσεβικική “θεωρία των σταδίων”, θέλησε να αρχίσει την εφαρμογή του επαναστατικού προγράμματος από την πιο “βολική”, “δημοφιλή” ευσπρόδεκτη για τους μικροαστούς άκρη. Κάτι σαν ένα σχέδιο να “ξεγελάσει την ιστορία”, να ξεγελάσει τους φιλισταίους…»28.

Ποτέ δεν έγινε ούτε θα γίνει κατορθωτό να «φτιάξει κάποιος ένα σχέδιο» με το οποίο θα ξεγελάσει την Ιστορία. Αν το ΚΚΕ έκανε κάτι τέτοιο, όχι μόνο δε θα αποκτούσε το πολιτικό σχέδιο (που δήθεν του λείπει) για την εργατική εξουσία, αλλά θα ενσωματωνόταν στο κάθε φορά κυρίαρχο (αστικό) ρεύμα, όπως ακριβώς κάνουν και οι οπορτουνιστές.

Το ΚΚΕ ξεκινάει από την οργάνωση των εργαζόμενων στα συνδικάτα, στις σωματειακές και απεργιακές επιτροπές. Δίνει τη μάχη προκειμένου πρώτ’ απ’ όλα σε αυτό το πεδίο να εκφράζεται η μαζικότητα και η μαχητικότητα.

Το ΚΚΕ επιδιώκει ώστε το εργατικό κίνημα να έχει γερή οργάνωση, να εδράζεται πάνω απ’ όλα στους τόπους δουλειάς, στους χώρους της βιομηχανίας και στους χώρους εργασίας στρατηγικής σημασίας, οι εργαζόμενοι να προσεγγίζονται και μέσω των χώρων που ζουν, να παλεύουν από κοινού με τους αυτοαπασχολούμενους, συνταξιούχους, άνεργους, μη εργαζόμενες γυναίκες της λαϊκής οικογένειας για όλα τα κοινά κοινωνικά προβλήματα, π.χ. τη διασφάλιση υγείας, εκπαίδευσης, πρόνοιας, λαϊκής στέγης, ανάγκες που συνθλίβονται από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, τα μονοπώλια. Σε αυτή τη βάση το ΚΚΕ παλεύει για την ανάπτυξη της εργατικής-λαϊκής συμμαχίας. Στηρίζει την κοινή δράση ΠΑΜΕ - ΠΑΣΥ - ΠΑΣΕΒΕ - ΜΑΣ - ΟΓΕ. Υποστηρίζει ότι η εργατική τάξη με το κόμμα της θα ηγηθεί στη λαϊκή συμμαχία.

Το ΚΚΕ έχει συνολική γραμμή πάλης και οργάνωσης της εργατικής τάξης, που εκφράζει τα άμεσα και μακροπρόθεσμα συμφέροντά της, αλλά και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, τη μόνη γραμμή χειραφέτησης, πάλης και προοπτικής, τη μόνη γραμμή που ανοίγει δρόμο για μια ανώτερη κοινωνία, για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών που είναι ρεαλιστική σε σχέση με τις επιστημονικές-τεχνικές-παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και γίνονται πραγματοποιήσιμες με έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης, δηλαδή με άλλες σχέσεις ιδιοκτησίας, με κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και εργατική εξουσία.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Αποστόλης Παππάς είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. «Η διχοτόμηση της αριστεράς σήμερα και οι δυνατές εκβάσεις της πολιτικής κρίσης», του Κ. Μ., www.iskra.gr (ιστοσελίδα που πρόσκειται στο «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ).

2. Ο.π.

3. Το «Νέο Αριστερό Ρεύμα» (ΝΑΡ) συγκροτήθηκε από στελέχη που αποχώρησαν από το ΚΚΕ το 1989, ενώ υπήρξαν φορείς μιας από τις δύο αλληλοτροφοδοτούμενες φραξιονιστικές τάσεις που αναπτύχθηκαν μέσα στο ΚΚΕ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπονομεύοντας συστηματικά το χαρακτήρα του ως κομμουνιστικού κόμματος που δρα με βάση το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Αυτό το γεγονός σφραγίζει την οπορτουνιστική φυσιογνωμία της οργάνωσης αυτής. Στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του επέδρασαν απόψεις της «αυτονομίας», του τροτσκισμού, καθώς και άλλων δεξιών οπορτουνιστικών ρευμάτων. Η «Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή» (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) συγκροτήθηκε το 2009, αρχικά ως εκλογική συμμαχία του ΝΑΡ με άλλες οπορτουνιστικές ομάδες [Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση (ΑΡΑΣ), Αριστερή Ανασύνθεση (ΑΡΑΝ), Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (ΣΕΚ), Κομμουνιστική Ανανέωση κ.ά.]. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετεξελίχθηκε σταδιακά σε πολιτικό συμμαχικό σχήμα με οργανωτική συγκρότηση.

4. Είναι χαρακτηριστική η συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Πριν» ο συντονιστής του «Μετώπου Αλληλεγγύης» Τάσος Σταυρόπουλος, http://www.prin.gr/ 2012/06/stauropoulos.html.

5. Γι’ αυτό σε όλα τα κείμενά του μιλάει αποκλειστικά για εργατική δημοκρατία και όχι για δικτατορία του προλεταριάτου.

6. Το ΝΑΡ επί της ουσίας αρνείται μια από τις κεντρικές θέσεις που διατύπωσε ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε;». Δηλαδή ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί «αυθόρμητα», από μόνη της να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής της αποστολής. Η ταξική συνείδηση εισάγεται στην εργατική τάξη «από έξω», από την κομμουνιστική πρωτοπορία που είναι ο φορέας της μαρξιστικής επαναστατικής θεωρίας. Φτάνουν μέχρι το σημείο να υποστηρίζουν ότι μια από τις αιτίες εκφυλισμού του εργατικού κινήματος είναι «…η υποταγή του κινήματος στην κομματική γραμμή και η μετατροπή της σχέσης κόμματος - μαζών ως μια σχέση επιβολής στην τάξη» (Απόφαση 1ου Συνεδρίου ΝΑΡ, σελ. 6).
Το ΝΑΡ αρνείται τον πρωτοπόρο ρόλο του κόμματος, αλλά και την ανάγκη οργάνωσης και πειθαρχίας στις γραμμές του και σερβίρει παμπάλαιες απόψεις ως καινούργιες. Γι’ αυτό, ερμηνεύοντας οπορτουνιστικά την εκφυλιστική εξέλιξη ΚΚ, αναφέρουν: «Η εξέλιξη αυτή υποβοηθείται από τα κενά της Λενινιστικής Αντίληψης περί του κόμματος σαν “πρωτοπορία-αντιπρόσωπος-καθοδηγητής” της τάξης. Από την αναπαραγωγή μέσα στο κόμμα ενός μοντέλου ιεραρχίας και κομματικού καταμερισμού που παραπέμπουν στην οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής», («Για τη φύση και το χαρακτήρα των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού», κεφάλαιο των θέσεων του ΝΑΡ για το 1ο Συνέδριό του).

7. Πανελλαδικό Σώμα του ΝΑΡ με θέμα «Το υποκείμενο της αντικαπιταλιστικής πάλης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης στη νέα εποχή», σελ. 63.

8. Ο.π., σελ. 61.

9. Παναγιώτης Σωτήρης, http://www.aristerovima.gr/details.php?id=3441.

10. Στην απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, 13 Μάη 2012, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί μια σημαντική νίκη του λαού που επιφύλαξε μια συντριπτική ήττα στο “μαύρο μέτωπο” του Μνημονίου και στράφηκε κατά κύριο λόγο στην αριστερά [...] Η ενίσχυση της αριστεράς, η μεγαλύτερη από το 1958, είναι καρπός της συσσωρευμένης οργής και αγανάκτησης από τις πολιτικές των μνημονίων [...] Το μήνυμα της κάλπης δίνει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στους εργαζόμενους και όλο το λαό για να κλιμακώσουν τους αγώνες τους».

11. Δημόσιο κάλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το «Αγωνιστικό Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής».

12. Ο Λεωνίδας Βατικιώτης, στέλεχος του ΝΑΡ, γράφει στην εφημερίδα «Πριν» στις 22 Απρίλη 2012, για την Αργεντινή ύστερα από την προσωρινή κρατικοποίηση της YPF: «Κι όμως οι ιδιωτικοποιήσεις και η ασύδοτη δράση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου από χώρα σε χώρα δεν αποτελούν μονόδρομο!».

13. Να τι αναφέρουν στην εφημερίδα «Πριν» στις 18 Μάρτη 2012, εξηγώντας τη θέση τους: «...η έξοδος από την ΟΝΕ και το ευρώ για να είναι υπέρ των εργαζομένων πρέπει να γίνει με τους όρους του λαϊκού κινήματος. Πρέπει να έρχεται σε συνολική ρήξη με την ΕΕ και να στοχεύει στην έξοδο από αυτή σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση».

14. http://www.antarsya.org/index.php?option=com.

15. Απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ, 26-27 Νοέμβρη 2011.

16. Χαρακτηριστικό είναι ότι με αφορμή την εξέλιξη στη θέση του «Μετώπου αλληλεγγύης και ανατροπής» για έξοδο από το ευρώ, γράφουν στην εφημερίδα «Πριν» στις 22 Απρίλη 2012: «Η διακήρυξη από την πλευρά των αγωνιστών του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής για έξοδο από το ευρώ και συνολική ρήξη με την ΕΕ ως κεντρική πολιτική επιδίωξη, είναι μια πραγματική πολιτική τομή από κάθε άποψη και ανεξάρτητα από επιμέρους πολιτική κριτική αυτής της θέσης […] Είμαστε επομένως σε θέση να υποστηρίξουμε ότι υπάρχουν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις για μια ωριμότερη και βαθύτερη πολιτική συνεργασία με τους αγωνιστές αυτούς όχι γενικά στο μέλλον, αλλά κυριολεκτικά από την επόμενη μέρα των εκλογών».

17. «Διάσωση του λαού και όχι του ευρώ», Κείμενο Παρέμβασης. Υπογράφουν από κοινού στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής κ.ά. Ενδεικτικά: Βατικιώτης Λεωνίδας, Γάτσιος Βασίλης, Δελαστίκ Γιώργος, Μαρκέτος Σπύρος, Μαυροειδής Παναγιώτης, Παπαδέδε Φλώρα, Παπούλης Κώστας, Στάθης Σταυρόπουλος, Ρούσης Γιώργος κ.ά.

18. Πέτρος Παπακωνσταντίνου, «Γιατί χαίρεται ο κόσμος;», http://www.iskra.gr/index. php?option.

19. «Ανοιχτό κάλεσμα για τις εκλογές» της Κομμουνιστικής Ανανέωσης, 24 Μάρτη 2012.

20. Κεντρικό Συντονιστικό Οργανο - Αριστερή Ανασύνθεση.

21. Υπενθυμίζουμε ότι η οργάνωση Αριστερή Ανασύνθεση έχει ιστορική προέλευση την νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού «ΕΚΟΝ-Ρήγας Φεραίος».

22. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», «Απαντα», τ. 33, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 8.

23. http://www.narnet.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=558& Itemid=54.

24. Αγγελος Χάγιος, συνέντευξη στην εφημερίδα «Εποχή», 20 Φλεβάρη 2012.

25. Εισήγηση του Γραφείου της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ στο Πανελλαδικό Σώμα του ΝΑΡ, 2-3 Απρίλη 2011.

26. Ο.π.

28. Β. Ι. Λένιν: «Για την μπροσούρα του Γιούνιους», «Απαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 9-10.

29. Ο.π., σελ. 14-16.