Βιβλιοπαρουσίαση: «ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ»

Φρίντριχ Ενγκελς: «ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Το έργο αυτό του Ενγκελς για το ζήτημα της κατοικίας γράφτηκε με τη μορφή σειράς άρθρων που ξεκίνησαν να δημοσιεύονται το 1872 στο περιοδικό «Der Volksstaat» (Λαϊκό Κράτος)1. Ποια είναι άραγε η σημασία τους το 2012; Η ίδια η μελέτη του έργου αποκαλύπτει τη διαχρονικότητά του, όχι μόνο γιατί ασχολείται με το ζήτημα των αγώνων της εργατικής τάξης για στέγαση, ζήτημα που είναι ιδιαίτερα επίκαιρο, αλλά γιατί αναδεικνύει τα όρια της πάλης της εργατικής τάξης για κατακτήσεις και δικαιώματα στο έδαφος του καπιταλισμού. Δείχνει πόσο ασταθή και υπό αίρεση είναι όλα αυτά στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Ακόμα και όταν τέτοιου είδους «παραχωρήσεις» δεν περιορίζονται σε ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης (π.χ. εργατική αριστοκρατία), αλλά έχουν διευρυμένο χαρακτήρα, δεν αποτελούν στοιχείο της ικανοποίησης των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών, δεν είναι σταθερές, αργά ή γρήγορα σαρώνονται σε μια νέα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Οπως τονίζει ο Ενγκελς, η σημασία αυτού του έργου δεν είναι τόσο η αντιπαράθεση με κάποιον Α. Μύλμπεργκερ (καθηγητή ιατρικής στη Βυρτεμβέργη), που τα άρθρα του στο «DerVolksstaat» και οι προυντονικές τους απόψεις στάθηκαν η αφορμή για την απάντηση του Ενγκελς, ούτε η αντιπαράθεση με τον Προυντόν, του οποίου οι θεωρίες είχαν απαντηθεί προ πολλού από το Μαρξ και τον Ενγκελς. Ούτε ήταν τόσο το θέμα της απάντησης στη «φιλανθρωπική - αστική αντίληψη» του κυρίου Εμίλ Ζαξ, που από τη δική του σκοπιά είχε εμπλακεί στη συζήτηση.

Στην απάντηση του ερωτήματος «Για ποιο λόγο να καταπολεμήσουμε ξανά ένα πεθαμένο αντίπαλο με την ανατύπωση αυτών των άρθρων;», ο Ενγκελς αναδεικνύει την ανάγκη αντιπαράθεσης με όλες τις απόψεις που έτειναν στη μικροαστική αυταπάτη και το μικροσυμφέρον για αναχαίτιση-συγκράτηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των επιπτώσεών της. Επισημαίνει το επαναστατικό στοιχείο που πυροδοτεί αυτή η ανάπτυξη, σε αντιπαράθεση με τα μικροαστικά κλαψουρίσματα για τα δεινά που πράγματι επιφέρει, επισημαίνει πως είναι αδύνατο να αναχαιτιστεί ο καπιταλισμός. Οι απόψεις που καλλιεργούσαν την αντίληψη ότι μπορεί να συγκρατηθεί η καπιταλιστική ανάπτυξη χαρακτηρίζονται από τον Ενγκελς ως αντιδραστικές. Στιγματίζεται ιδιαίτερα η επίδραση αυτών των αντιλήψεων μέσα στις γραμμές του εργατικού κόμματος: «…ο αστικός και μικροαστικός σοσιαλισμός αντιπροσωπεύεται ως αυτή την ώρα γερά στη Γερμανία. Και εκπροσωπείται μάλιστα από τη μία από τους καθέδρας σοσιαλιστές και από τους κάθε λογής φιλάνθρωπους, στους οποίους μεγάλο ρόλο παίζει ακόμα η επιθυμία να κάνουν τους εργάτες ιδιοκτήτες της κατοικίας τους […] Από την άλλη, μέσα στο ίδιο το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως πάνω στην κοινοβουλευτική του ομάδα, αντιπροσωπεύεται κάποιος μικροαστικός σοσιαλισμός. Και ο μικροαστικός αυτός σοσιαλισμός βρίσκει την έκφρασή του στο γεγονός ότι ενώ αναγνωρίζουν δικαιολογημένες τις βασικές απόψεις του σύγχρονου σοσιαλισμού και το αίτημα να μετατραπούν όλα τα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία, δηλώνουν όμως ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε μια μακρινή εποχή, που πρακτικά δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Ετσι όμως περιορίζεται κανείς προς το παρόν μόνο σε δουλειά κοινωνικού μπαλώματος και ανάλογα με τις περιστάσεις μπορεί να εκδηλώσει συμπάθεια ακόμα και για τις πιο αντιδραστικές προσπάθειες, για τη λεγόμενη “ανύψωση της εργαζόμενης τάξης”».

Στη χώρα μας, ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, κάθε λογής μικροαστοί διανοούμενοι και αστοί διανοητές που λανσάρονται στα κανάλια και τις εφημερίδες των εφοπλιστών και των βιομηχάνων ως πνευματικοί άνθρωποι, που παριστάνουν πως κλαίνε για τα δεινά του λαού παρόλο που είναι συνυπεύθυνοι μαζί με τα αφεντικά τους για όλα τα δεινά του καπιταλισμού που λιώνουν τους εργαζόμενους, προσπαθούν από πάνω να καλλιεργήσουν την πλήρη αμβλύνοια, πως δήθεν υπάρχουν λύσεις εξίσου καλές για καπιταλιστές και εργάτες, φτάνει οι εργάτες να μη βάλουν στόχο την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Κλάματα για την υπάρχουσα κατάσταση, για τα «κακώς κείμενα», έχυναν μπόλικα και στην εποχή του Ενγκελς. Ετσι o προυντονιστής Μυλμπέργκερ έγραφε: «…δεν υπάρχει μεγαλύτερος χλευασμός για τον πολιτισμό του περίφημου αιώνα μας από το γεγονός ότι στις μεγάλες πόλεις 90% και πάνω του πληθυσμού δεν έχουν μία στέγη που να μπορούν να λένε ότι είναι δική τους. Το σπίτι και η εστία που είναι ο καθαυτό πυρήνας της ηθικής και οικογενειακής ζωής, έχουν παρασυρθεί στον κοινωνικό στρόβιλο… Από την άποψη αυτή είμαστε πολύ χειρότερα από τους άγριους. Ο τρωγλοδύτης είχε τη σπηλιά του, ο αυστραλός την πλίθινη καλύβα του, ο ινδιάνος τη δική του εστία, ο σύγχρονος προλετάριος κρέμεται πραγματικά στον αέρα».

Τα παραπάνω μοιρολογήματα ο Ενγκελς όχι μόνο δεν τα συμμερίζεται, αλλά τα χαρακτηρίζει «ιερεμιάδα» και «προυντονισμό σε όλη του την αντιδραστική μορφή». Ο Ενγκελς, διαπιστώνοντας ότι αυτό είναι αντικειμενική τάση στην καπιταλιστική ανάπτυξη, έρχεται σε αντιπαράθεση με την ουτοπική διακήρυξη για επιστροφή σε προηγούμενη περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αναδεικνύει ότι επαναστατική διέξοδος σημαίνει ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων και κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Αναδεικνύει ότι ο καπιταλισμός μέσα από την ίδια την ανάπτυξή του προετοιμάζει υλικά αυτή τη διέξοδο:

«Για να δημιουργηθεί η σύγχρονη επαναστατική τάξη του προλεταριάτου χρειάστηκε να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που έδενε τον εργάτη του παρελθόντος με τη γη. Ο υφαντουργός, που είχε δίπλα στον αργαλειό του το σπιτάκι του, το περιβολάκι του και το χωραφάκι του ήταν παρόλη την αθλιότητα και την πολιτική πίεση ένας ήσυχος ευχαριστημένος άνθρωπος, “γεμάτος θεία μακαριότητα και εντιμότητα”, έβγαζε το καπέλο του μπροστά στους πλούσιους, στους παπάδες και στους κρατικούς λειτουργούς και ήταν μέσα του πέρα για πέρα δούλος. Και ακριβώς η σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία που μετέτρεψε το δεμένο στη γη εργάτη σε τέλειο ακτήμονα, απαλλαγμένο από όλες τις κληρονομημένες αλυσίδες και ελεύθερο σαν στο πουλί προλετάριο, ακριβώς αυτή η οικονομική επανάσταση δημιούργησε τους όρους κάτω από τους οποίους μπορεί μονάχα να ανατραπεί η τελευταία μορφή εκμετάλλευσης της εργαζόμενης τάξης, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Και έρχεται τώρα ο προυντονιστής που έχει τόσο εύκολα τα δάκρυα και θρηνεί, σαν να πρόκειται για ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω, για την εκτόπιση των εργατών από το σπίτι και την εστία, γι’ αυτό δηλαδή που ήταν ίσα-ίσα ο πρωταρχικός όρος της πνευματικής τους χειραφέτησης».

Ο Ενγκελς τονίζει πως και οι κεφαλαιοκράτες δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τον εργάτη ιδιοκτήτη κατοικίας ή ακόμα και τον εργάτη που είναι ταυτόχρονα και μικροπαραγωγός. Αναδεικνύει μέσα από πολλά παραδείγματα της εποχής ότι ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης εργάζονταν για τη μεγάλη βιομηχανία και το εμπόριο με δουλειά στο σπίτι. Τονίζει κυρίως πως μια γενικευμένη ιδιοκατοίκηση επιφέρει συνολική πτώση της τιμής της εργατικής δύναμης, αφού στα έξοδα για την αναπαραγωγή της δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα του ενοικίου. Αναφέρει επίσης παραδείγματα της εποχής του, όπου χιλιάδες εργάτες των αγροτικών περιοχών, έχοντας ιδιόκτητο σπίτι και λαχανόκηπο, προσφέρονταν ως φτηνότερη εργατική δύναμη, ρίχνοντας συνολικά τα μεροκάματα. Ταυτόχρονα γίνονται ακόμα πιο εξαρτημένοι από τον κεφαλαιοκράτη, αφού θεωρούν μεγάλο πλεονέκτημα την εργασία τους σε επιχείρηση που βρίσκεται κοντά στον τόπο κατοικίας.

«Αυτό που σε μια προηγούμενη ιστορική βαθμίδα ήταν η βάση για σχετική ευημερία των εργατών, ο συνδυασμός της γεωργίας και της βιομηχανίας, η ιδιοκτησία σπιτιού και περιβολιού και χωραφιού, η εξασφάλιση της κατοικίας, αυτά με την κυριαρχία της μεγάλης βιομηχανίας γίνονται σήμερα όχι μόνο τα χειρότερα δεσμά για τους εργάτες, αλλά και το μεγαλύτερο κακό για όλη την εργατική τάξη, η αιτία για μια χωρίς προηγούμενο πτώση του μισθού εργασίας κάτω απ’ το κανονικό του επίπεδο, και αυτό όχι μόνο για μερικούς κλάδους και για μερικές περιοχές, αλλά για ολόκληρη την εθνική επικράτεια. Δεν είναι εκπληκτικό λοιπόν, ότι η τάξη των μεγαλοαστών και των μικροαστών που ζει και πλουτίζει από αυτές τις αντικανονικές αφαιμάξεις των μισθών της εργασίας, λαχταρά τη βιομηχανία της υπαίθρου, τους εργάτες που έχουν δικό τους σπίτι και βλέπει σαν μοναδικό μέσο σωτηρίας για όλες τις δυσκολίες των εργατικών περιοχών την εισαγωγή νέων οικιακών βιομηχανιών».

Στο έργο του ο Ενγκελς αναδεικνύει ποια είναι η αιτία του φαινομένου διάφοροι καπιταλιστές να διατηρούν κατοικίες για τους εργάτες τους, φαινόμενο που δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τις ουτοπιστικές προσπάθειες του Οουεν: «Οι μεγάλοι εργοστασιάρχες στην ύπαιθρο, ιδίως στην Αγγλία, αντιλήφθηκαν από καιρό ότι το χτίσιμο εργατικών κατοικιών δεν είναι μόνο μια ανάγκη, ένα μέρος των εργοστασιακών εγκαταστάσεων, αλλά και κάτι που αποδίδει πολύ καλό κέρδος. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν στην Αγγλία ολόκληρα χωριά, που πολλά απ’ αυτά εξελίχθηκαν αργότερα σε πόλεις. Ομως οι εργάτες αντί να ευγνωμονούν τους φιλάνθρωπους κεφαλαιοκράτες είχαν ανέκαθεν πολύ σοβαρές αντιρρήσεις ενάντια σ’ αυτό το “σύστημα των μικρών μονοκατοικιών”. Οχι μόνο υποχρεώνονται να πληρώνουν μονοπωλιακές τιμές για τα σπίτια, επειδή ο εργοστασιάρχης δεν έχει κανέναν που να τον συναγωνίζεται, αλλά και σε κάθε απεργία γίνονται αμέσως άστεγοι, επειδή ο εργοστασιάρχης χωρίς καμιά συζήτηση τους πετά στο δρόμο και αυτό δυσκολεύει κάθε αντίσταση».

Ο Ενγκελς στην εργασία του αποκαλύπτει το χαρακτήρα των διάφορων οικοδομικών συνεταιρισμών-εταιριών ανάλογων με αυτούς που και στις μέρες μας συγκροτούν διάφοροι ομοιοεπαγγελματικοί σύλλογοι και ενώσεις γιατρών, δικηγόρων, κρατικών υπαλλήλων και επιχειρηματιών, διαδικασίες που έτσι και αλλιώς δεν αφορούσαν καθόλου την εργατική τάξη ή αφορούσαν ένα πολύ μικρό μέρος της, το ανώτερο κομμάτι της εργατικής αριστοκρατίας. Με πολύ γλαφυρό τρόπο ο Ενγκελς περιγράφει αυτή τη διαδικασία και τα αντίστοιχα δεδομένα της εποχής του: «Με πρωτοβουλία συνήθως του κάπελα μαζεύονται σ’ ένα καπηλειό όπου κατόπιν γίνονται και οι βδομαδιάτικες συγκεντρώσεις, κάμποσοι ταχτικοί πελάτες με τους φίλους τους, μπακάληδες, παραγγελιοδόχοι, πραγματευτάδες, μικρομάστοροι και άλλοι μικροστοί - που και που και κανένας μηχανουργός εργάτης ή κανένας άλλος εργάτης απ’ αυτούς που ανήκουν στην αριστοκρατία της τάξης του - και φτιάχνουν έναν οικοδομικό συνεταιρισμό […] Το οικόπεδο αγοράζεται και χτίζουν πάνω σε αυτό όσες μικρές μονοκατοικίες είναι δυνατό. Η πίστωση που έχουν οι ευπορότεροι, κάνει δυνατή την αγορά του οικοπέδου. Οι βδομαδιάτικες εισφορές και μερικά μικροδάνεια καλύπτουν τα βδομαδιάτικα έξοδα για το χτίσιμο. Εκείνα τα μέλη του συνεταιρισμού που ενδιαφέρονται ν’ αποκτήσουν δικό τους σπίτι παίρνουν ύστερα από κλήρωση μια από αυτές τις μικρές μονοκατοικίες μόλις ετοιμαστούν και με μια ανάλογη αύξηση στο νοίκι αποσβένεται η αγοραστική τιμή. Οι υπόλοιπες μικρές μονοκατοικίες νοικιάζονται ή πουλιούνται. Η οικοδομική εταιρεία στο μεταξύ, αν πάνε καλά οι δουλειές συγκεντρώνει μια μικρή ή μεγαλύτερη περιουσία που είναι στη διάθεση των μελών της […] Αυτή είναι η ζωή και η εξέλιξη των εννιά στις δέκα αγγλικών οικοδομικών εταιρειών. Οι υπόλοιπες είναι μεγαλύτερες εταιρείες, ιδρυμένες με πολιτικά ή φιλανθρωπικά προσχήματα και που τελικά όμως κύριο σκοπό τους έχουν πάντα, κερδοσκοπώντας πάνω στα οικόπεδα, να βρίσκουν μια καλύτερη τοποθέτηση για τις αποταμιεύσεις των μικροαστών, εξασφαλισμένες με υποθήκη και με καλό τόκο και πιθανότητα μερίσματος».

Αυτού του τύπου οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί-εταιρίες εξελίχθηκαν σε μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα η BirkbeckBuildingSociety. Στην πορεία ο τραπεζικός τομέας ανέπτυξε αντίστοιχη δραστηριότητα, είτε με τη μορφή ειδικών τραπεζών (π.χ. Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος) είτε με τη μορφή δραστηριοποίησης των γενικών τραπεζών στον τομέα των στεγαστικών δανείων. Τα αποτελέσματα της «λύσης» του στεγαστικού προβλήματος για πολλές χιλιάδες εργαζόμενους είναι γνωστά. Δηλαδή δυσβάσταχτα ενυπόθηκα δάνεια με αμφίβολη έως αδύνατη την αποπληρωμή τους.

Πρόσφατα σε εφαρμογή του νόμου 4046/2012 καταργήθηκε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας και Οργανισμός Εργατικής Εστίας που υπήρχαν από το 1954 και το 1931 αντίστοιχα. Οι επιπτώσεις για μια σειρά εργαζόμενους σαφώς και αποτελούν μέρος της αντεργατικής επίθεσης σε συνθήκες εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης. Υπάρχει όμως ένα γενικότερο ερώτημα με το οποίο ασχολείται και ο Ενγκελς στο έργο του: Ποια μπορεί να είναι η παρέμβαση του καπιταλιστικού κράτους στο ζήτημα της κατοικίας ή των διάφορων οργανισμών που συγκροτούνται με κρατική εγγύηση; Ο Ενγκελς αποκαλύπτει ποια είναι η ουσία και λειτουργία αυτών των οργανισμών που στη γλώσσα αστών και οπορτουνιστών αλλά και στην καθημερινότητα έχουν πολιτογραφηθεί ως «δημόσιο» και ως «κοινωνικό κράτος». Γράφει χαρακτηριστικά: «Είναι ολοφάνερο ότι το σημερινό κράτος ούτε μπορεί ούτε θέλει να θεραπεύσει την πληγή της κατοικίας. Το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η οργανωμένη συνολική εξουσία των ιδιοκτητριών τάξεων, των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών ενάντια στις εκμεταλλευόμενες τάξεις, τους αγρότες και τους εργάτες. Ο,τι δεν θέλουν οι ξεχωριστοί κεφαλαιοκράτες […] δεν το θέλει και το κράτος τους».

Ενώ από την πρακτική εμπειρία της εφαρμογής τέτοιων οργανισμών που οι αστοί τα παρουσίαζαν με τυμπανοκρουσίες, με βάση το σχετικό νόμο για την πίστωση «δημοσίων έργων» (PublicWorksLoanAct), που σε μεγάλο μέρος μένει στα χαρτιά, ο Ενγκελς υπολογίζει 16.000 κατοικίες σε 40 χρόνια, «δηλαδή κατοικίες το πολύ για 80.000 χιλιάδες άτομα - μια σταγόνα στον ωκεανό! Και αν υποθέσουμε ότι ύστερα από 20 χρόνια με τις εξοφλήσεις των δανείων, θα διπλασιαστούν τα κεφάλαια της επιτροπής, και ότι θα χτιστούν έτσι στα τελευταία 20 χρόνια κατοικίες για άλλα 40.000 άτομα, και αυτό εξακολουθεί να αποτελεί μια σταγόνα στον ωκεανό». Ταυτόχρονα ο Ενγκελς με βάση την εμπειρία της εποχής του επισημαίνει τη γρήγορη φθορά που έχουν στο χρόνο αυτού του τύπου οι κατοικίες.

Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές προβλημάτων, όπως ο συνωστισμός για τα ακόμα πιο εξαθλιωμένα στρώματα σε χώρους κατοικίας που στις μέρες μας στα τηλεοπτικά παράθυρα θα χαρακτηρίζονταν ως «υγειονομικές βόμβες». Σήμερα σε τέτοιους χώρους στοιβάζονται μαζικά χιλιάδες μετανάστες, ενώ ήδη αυξάνονται και οι άνεργοι Ελληνες που καταφεύγουν σε τέτοιους χώρους κατοικίας. Ο Ενγκελς αποδεικνύει πως οι αιτίες τέτοιων φαινόμενων δε βρίσκονται σε κάποιο μυστηριώδες «ζήτημα κατοικίας», αλλά στην ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη που αναπαράγει και τα φαινόμενα απόλυτης εξαθλίωσης με τη συνεπακόλουθη εξάπλωση ασθενειών σε γενικευμένη κλίμακα: «Οι εστίες των λοιμωδών νόσων, οι πιο φριχτές σπηλιές και τρύπες, όπου ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής κλείνει κάθε νύχτα τους εργάτες μας, δεν εξαφανίζονται αλλά μόνον αλλάζουν θέση! Η ίδια η οικονομική ανάγκη που τις δημιούργησε στο πρώτο μέρος, τις δημιουργεί και στο δεύτερο. Και όσο θα υπάρχει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, θα είναι τρέλα να θέλουμε να λύσουμε χωριστά το ζήτημα της κατοικίας ή οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό ζήτημα που έχει σχέση με την τύχη των εργατών. Η λύση βρίσκεται μόνο στην κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, στην ιδιοποίηση από την ίδια την εργατική τάξη όλων των μέσων συντήρησης και εργασίας».

Το βιβλίο περιέχει και την ανάλυση πολλών άλλων φαινόμενων, από τις λοβιτούρες των πολεοδομιών της εποχής και της τοπικής κρατικής διοίκησης, τη σχεδιασμένη υποβάθμιση περιοχών για την αλλαγή ιδιοκτησίας και χρήσης της, γεγονός που έχει την επικαιρότητά του αν σκεφτούμε ζητήματα που αφορούν την κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας κ.α.

Προσφέρεται για διάβασμα απ’ όλους, αφού προσφέρει βασικά μεθοδολογικά εργαλεία για την προσέγγιση αυτού που ονομάζεται «λαϊκό πρόβλημα», ενώ έχει ξεχωριστή αξία για εργαζόμενους στο χώρο των κατασκευών, αλλά και για φοιτητές-σπουδαστές σχολών μηχανικών, καθώς μπορεί να συμβάλει στη μαρξιστική κατανόηση ζητημάτων που σχετίζονται με το επαγγελματικό και επιστημονικό τους αντικείμενο. Επίσης συμβάλλει στην κατανόηση για το πώς διαμορφώνεται η αξία της εργατικής δύναμης, με βάση τις γενικότερες κοινωνικές-ιστορικές συνθήκες της χώρας ή μιας περιοχής, αφού η γενικευμένη ιδιοκατοίκηση σημαίνει μια αντίστοιχη μείωση-συγκράτηση της αξίας της εργατικής δύναμης.

Κλείνουμε την παρουσίαση αυτού του έργου του Ενγκελς με την εξής επίσης θεμελιακή διαπίστωση, που δεν αφορά αποκλειστικά το θέμα της κατοικίας, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο των λαϊκών προβλημάτων που συνίστανται στο εξής ένα πρόβλημα: καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. «Δεν είναι η λύση του ζητήματος της κατοικίας που λύνει ταυτόχρονα και το κοινωνικό ζήτημα, αλλά αντίθετα πρώτα η λύση του κοινωνικού ζητήματος, η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, κάνει σύγχρονα δυνατή τη λύση του ζητήματος της κατοικίας. […] Και όταν θα αρχίσει αυτή η κατάργηση τότε θα πρόκειται για εντελώς διαφορετικά ζητήματα, από το πώς θα δώσουμε στον κάθε εργάτη το δικό του ιδιόκτητο σπιτάκι. Στην αρχή όμως κάθε κοινωνική επανάσταση θα πρέπει να τα βολέψει με τα πράγματα που θα βρει και να θεραπεύσει τα πιο χτυπητά δεινά με τα μέσα που υπάρχουν. Και εδώ είδαμε, ότι η στενότητα της κατοικίας μπορεί να θεραπευτεί αμέσως με απαλλοτρίωση ενός μέρους των κατοικιών πολυτελείας που ανήκουν στις ιδιοκτήτριες τάξεις και με την υποχρεωτική κατοίκηση στις υπόλοιπες».

Μια ματιά στην Ελλάδα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, δείχνει ότι υπάρχουν περισσότερες από 200.000 νεόκτιστες κατοικίες που παραμένουν απούλητες και ακατοίκητες, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται οι άστεγοι, τα νέα ζευγάρια που ζουν με τους γονείς τους. Είναι απολύτως σαφές ότι το πρόβλημα στη διευρυμένη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών (όχι μόνο στο παράδειγμα της κατοικίας) είναι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Ολα αυτά τη στιγμή που οι παραγωγικές δυνατότητες της εργασίας του ανθρώπου, της εργατικής τάξης, είναι πολλαπλάσιες από την περίοδο που γράφει ο Ενγκελς.

 

Σολομόν Τσερνομόρντικ:

«ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

 

Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης είναι αμέτρητοι οι κομμουνιστές που στον αγώνα τους έχουν έρθει αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο με την κρατική καταστολή και βία, τις διώξεις, τις φυλακές, τις εξορίες, τις εκτελέσεις. Πλούσια πείρα έχει και το ΚΚΕ στην υπερενενηντάχρονη ιστορία του. Η μπροσούρα του Σ. Τσερνομόρντικ αναφέρεται σε ορισμένα μόνο περιστατικά από τα πολλές χιλιάδες της πάλης των μπολσεβίκων κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Αναφέρεται επίσης και στην πείρα του προγενέστερου επαναστατικού κινήματος της Ρωσίας των ναρόντνικων και άλλων επαναστατών εργατών. Ο συγγραφέας καταγράφει ανάλογη πείρα αντιμετώπισης κρατικών μηχανισμών (μυστικές υπηρεσίες, αστυνομία, εισαγγελείς, δικαστές) και αναδεικνύει ως αρχή της ταξικής πάλης την ανυποχώρητη στάση απέναντι στον ταξικό αντίπαλο, σε όλες τις συνθήκες.

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στο Σμολένσκ το 1880, σπούδασε στη Μόσχα Φυσικές Επιστήμες και Ιατρική και υπήρξε από τα πρώτα μέλη του κόμματος των μπολσεβίκων. Οι σπουδές του διακόπηκαν πολλές φορές από τις επανειλημμένες καταδιώξεις και φυλακίσεις. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1905, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδρασε στο περσικό μέτωπο, ενώ μετά την επανάσταση του 1917 εργάστηκε στο Λαϊκό Επιτροπάτο υγιεινής και εργασίας. Στον εμφύλιο πόλεμο πήρε μέρος στον Κόκκινο Στρατό ως στρατιωτικός γιατρός, όπου ασθένησε από τύφο. Στη συνέχεια εργάστηκε ως διευθυντής του μουσείου της επανάστασης, στις Σοβιετικές υπηρεσίες αρωγής και από το 1938 έως το θάνατό του υπήρξε επικεφαλής επιμελητής στο Ινστιτούτο Ιστορίας της Ακαδημίας Επιστημών.

Στις λίγες σελίδες αυτής της μικρής μπροσούρας αποδεικνύεται ότι το κόμμα της εργατικής τάξης δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τα πολιτικά κόμματα του κεφαλαίου, αλλά το αστικό κράτος με όλους τους μηχανισμούς του. Ο Σ. Τσερνομόρντικ αναδεικνύει πως οι υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας έχουν ως πρώτο στόχο το επαναστατικό κίνημα, το κόμμα της εργατικής τάξης, ότι οι υπηρεσίες αυτές στα πλαίσια του καταμερισμού τους δεν έχουν ως αντικείμενο μόνο τις παρακολουθήσεις, τις συλλήψεις, ακόμα και δολοφονίες και εξαφανίσεις αγωνιστών, αλλά και τη διάβρωση του εργατικού κινήματος, την ενίσχυση του ρεφορμισμού στις γραμμές του. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της τσαρικής Ρωσίας, όπου με την καθοδήγηση του ίδιου του επικεφαλής της Οχράνα (Κρατικής Ασφάλειας) συγκροτούνταν εργατικές ενώσεις με στόχο να κρατήσουν τους εργαζόμενους σε κανάλια που δεν έθιγαν τους καπιταλιστές, με στόχο όποια διεκδικητικά σκιρτήματα υπήρχαν, να περιορίζονται στα όρια ορισμένων οικονομικών διεκδικήσεων. Αυτές τις οργανώσεις οι επαναστάτες εργάτες τις έλεγαν «ζουμπατόφτσινα», από το όνομα του Ζουμπάτοφ, αρχηγού της Οχράνα.

Το κύριο αντικείμενο του βιβλίου αφορά τη στάση των αγωνιστών στις συλλήψεις, τις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια, την απομόνωση, την πολύμηνη φυλάκιση και τα δικαστήρια. Οι επαναστάτες βρίσκονταν αντιμέτωποι με σύνθετες καταστάσεις που απαιτούσαν αποφασιστικότητα και σταθερότητα. Η φυσική βία και αγριότητα, τα βασανιστήρια εναλλάσσονταν με την έμμεση προσέγγιση, το διαλλακτικό τρόπο, τη συζήτηση, την ψυχολογική βία, με στόχο να καταφέρουν μια έστω και μικρή υποχώρηση που να αξιοποιηθεί από τους ανακριτές και τους ασφαλίτες για να αποτελέσει την αφετηρία για το σπάσιμο του κρατούμενου και την προδοσία.

Αναδεικνύει πως δεν είναι δυνατό να ξεγελαστούν οι ανακριτές, να ξεγλιστρήσει κάποιος με τερτίπια, πως ακόμα και μια ψεύτικη κατάθεση μπορεί να αξιοποιηθεί από τις διωκτικές αρχές για να συντρίψουν τον κρατούμενο. Αναδεικνύει ότι μοναδικά σωστή τακτική είναι: «ούτε λέξη». Αλλωστε κύριος στόχος των ανακριτών είναι να οδηγήσουν σε πολιτική υποχώρηση, σε δηλώσεις μετάνοιας ή απλώς νομιμοφροσύνης.

Από τις σελίδες του βιβλίου φαίνεται πως η κρατική ασφάλεια προσπαθεί να συλλέγει κάθε είδους στοιχεία για τη ζωή των αγωνιστών που μπορούν να της φανούν χρήσιμα, να βρει αδυναμίες και ευάλωτα σημεία.

Το βιβλίο τονίζει ιδιαίτερα την αξία της στάσης στο δικαστήριο. Εδώ ο συγγραφέας παραθέτει μια επιστολή του Β. Ι. Λένιν, το 1905, προς τη Στάσοβα και άλλους μπολσεβίκους που ήταν υπόδικοι στις φυλακές της Μόσχας. Αναδεικνύει ότι η βασική γραμμή «υπεράσπισης» πρέπει να είναι η επιθετική προβολή του προγράμματος του επαναστατικού κόμματος. Κάτω από αυτό το πρίσμα υποτάσσει και τη διαχείριση των υπόλοιπων ζητημάτων της δίκης, την αξιοποίηση δικηγόρων κλπ. Επίσης τονίζει ότι ακόμα και στις συνθήκες του τσαρισμού το κατηγορητήριο μπορούσε να αποδομηθεί, αφού οι κρατικές αρχές δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο τους πράκτορές τους ως μάρτυρες κατηγορίας.

Η ίδια η εξέλιξη της πάλης της εργατικής τάξης στη Ρωσία απέδειξε φυσικά ότι κανένας κρατικός μηχανισμός δεν είναι παντοδύναμος, όταν μάλιστα υπερασπίζεται ένα σάπιο σύστημα που γεννάει φτώχεια, εξαθλίωση και δυστυχία. Οι συνειδητοί εργάτες, οι φτωχές λαϊκές μάζες που υποστηρίζουν τη δράση των επαναστατών λειτουργούν πολλές φορές ως ασπίδα προστασίας και προφύλαξης για το κόμμα της εργατικής τάξης. Επίσης οι διώκτες, παρά την πείρα και τους ισχυρούς μηχανισμούς που διαθέτουν, δεν μπορούν να υπερνικήσουν την ανιδιοτέλεια, τη μαχητικότητα, την αυτοθυσία, το ταξικό πείσμα στην πάλη.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Τότε όργανο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (Αϊζεναχικοί).