ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΗΣ ΕΕ Τον ΙΟΥΝΗ
ΚΑΙ ΤΟ ΑΒΕΒΑΙΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

 Η δυσκολία διαμόρφωσης ενός μεσοπρόθεσμου στέρεου συμβιβασμού στη Σύνοδο Κορυφής του Ιούνη μεταξύ της Γερμανίας και του πόλου Γαλλίας - Ιταλίας - Ισπανίας αναδείχτηκε εντονότερα από προηγούμενες Συνόδους. Το υπόβαθρο της δυσκολίας βρίσκεται στη νέα εκδήλωση της κρίσης στην Ευρωζώνη μετά από μια σύντομη περίοδο αναιμικής ανάκαμψης. Παρότι η φάση της κρίσης για τη διετία 2012-2013 προβλέπεται να έχει μικρότερο βάθος από αυτή του 2009, εκδηλώνεται περισσότερο ανισόμετρα αυξάνοντας την οικονομική υπεροχή της Γερμανίας και οξύνοντας τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Στην επόμενη ενότητα του κειμένου εξετάζονται αναλυτικά οι συγκεκριμένες τάσεις.

Η Γαλλία με τη στήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ προσήλθε στη Σύνοδο πιέζοντας τη Γερμανία να αναλάβει στην ουσία ρόλο εγγυητή του κοινού δανεισμού των κρατών-μελών, ώστε να διασφαλιστούν ευνοϊκότεροι όροι δανεισμού των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, εμφανίστηκε να διαπραγματεύεται τους όρους του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας με την προσθήκη ενός συμπληρωματικού Συμφώνου Ανάπτυξης, το οποίο περιλαμβάνει κοινοτικά πακέτα στήριξης των μονοπωλιακών ομίλων. Στη διάρκεια της Συνόδου καταγράφηκε συντονισμένη πίεση προς τη Γερμανία από τους ηγέτες Γαλλίας - Ιταλίας - Ισπανίας (Ολάντ, Μόντι και Ραχόι) στην κατεύθυνση χαλάρωσης της αυστηρής περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης, τόσο πριν όσο και μετά τη Σύνοδο, καταγράφεται γενικότερος προβληματισμός, ο οποίος εστιάζεται στις εναλλακτικές επιλογές για το μέλλον της Ευρωζώνης και τη θωράκιση του ευρώ, ως διεθνούς νομίσματος. Μια αναμόρφωση της Ευρωζώνης με αποβολή ορισμένων σημαντικών αδύναμων κρίκων θα οδηγούσε σε συρρίκνωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς της με συνέπειες στην ίδια την ισχύ του ευρώ και σε κλονισμό των διαμορφωμένων ευρωατλαντικών σχέσεων. Από την άλλη όμως αμφισβητείται η σκοπιμότητα και η δυνατότητα της Γερμανίας να επωμιστεί μεγάλο μέρος του βάρους της απαξίωσης κεφαλαίου στις υπερχρεωμένες χώρες. Σημαντικοί εκπρόσωποι της γερμανικής αστικής τάξης τονίζουν ότι η ανάληψη μεγαλύτερου κόστους απαξίωσης κεφαλαίου από την πλευρά της Γερμανίας δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες διόγκωσης του δημόσιου χρέους των ασθενέστερων οικονομιών και θα οδηγήσει τελικά σε ένα εξασθενημένο ευρώ. Η πίεση αυτής της πλευράς προς την κυβέρνηση Μέρκελ αυξάνεται, με πρωταγωνιστές το Χριστιανοκοινωνικό Κόμμα της Βαυαρίας και τους Ελεύθερους Δημοκράτες που μετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό, τον επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας Γερμανίας (Bundesbank) κ. Weidmann, τον επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών IFOHans-WernerSinn, αλλά και το ίδιο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο που θα αποφανθεί για τη νομιμότητα των προτάσεων διαχείρισης της ΕΕ.

Η γερμανική κυβέρνηση εξισορρόπησε τις πιέσεις των δύο πλευρών, προβάλλοντας το δόγμα «καμία κοινή επιβάρυνση χωρίς κοινή εποπτεία», το οποίο εξειδικεύτηκε μπροστά στη Σύνοδο με την πρόταση ενός σχεδίου μετάβασης σε Ενιαία Οικονομική Διακυβέρνηση με πρώτες προτεραιότητες την ενίσχυση των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων της Κομισιόν στη δημοσιονομική πολιτική και στην ενιαία εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και την επιμονή στην αυστηρή τήρηση των όρων του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας.

Ο προσωρινός συμβιβασμός της Συνόδου Κορυφής κατέληξε στην ακόλουθη συμφωνία:

• Θα δημιουργηθεί ένας ενιαίος εποπτικός μηχανισμός υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έως το τέλος του 2012, στη δικαιοδοσία του οποίου θα περάσουν όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Μετά τη δημιουργία αυτού του μηχανισμού ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (EMΣ) θα μπορεί να διοχετεύει απευθείας κεφάλαια στις ευρωπαϊκές τράπεζες.

• Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της Ισπανίας θα αρχίσει σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, π.χ. τα κεφάλαια θα παρέχονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ΕΤΧΣ μέχρις ότου καταστεί διαθέσιμος ο ΕΜΣ.

• Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα κεφάλαια ΕΤΧΣ/ΕΜΣ μπορούν να χρησιμοποιούνται με ευελιξία για την αγορά ομολόγων από τα κράτη-μέλη τα οποία τηρούν τις οικείες ανά χώρα συστάσεις της Κομισιόν. Ταυτόχρονα Γαλλία και Ιταλία επιβεβαίωσαν στην ουσία την αποδοχή του πλαισίου του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας.

Στα πλαίσια του συμβιβασμού αυτού εντάσσεται και η πιθανότητα άμεσης αγοράς κρατικών ομολόγων από τη δευτερογενή ή ακόμα και την πρωτογενή αγορά ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κίνηση που υπονόησε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι δηλώνοντας ότι « η ΕΚΤ θα κάνει ότι είναι αναγκαίο για να στηρίξει το ευρώ». Οι γαλλικοί τραπεζικοί όμιλοι πιέζουν προς την κατεύθυνση άρσης των αντιρρήσεων της γερμανικής Bundesbank για μια τέτοια αγορά, φέρνοντας στην επιφάνεια αντίστοιχη αγορά κρατικών ομολόγων από την ίδια την Bundesbank το 1975.1

Είναι φανερό ότι ο προσωρινός συμβιβασμός ούτε αναιρεί τις αιτίες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ούτε σηματοδοτεί χαλάρωση της αντιλαϊκής πολιτικής που ακολουθείται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Παρότι στη χώρα μας το αποτέλεσμα της Συνόδου, τόσο από αστούς αναλυτές όσο και από το ΣΥΡΙΖΑ, προβλήθηκε σαν θετική στροφή και ήττα της γερμανικής κυβέρνησης, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.

Η νέα συμφωνία για τους όρους δανεισμού αστικών κρατών και τραπεζικών ομίλων οδηγεί σε νέα επιβάρυνση τα λαϊκά στρώματα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της νέας συμφωνίας όπως και για τη χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων των κρατών-μελών από το Σύμφωνο Ανάπτυξης και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των αντιλαϊκών δεσμεύσεων των κρατών-μελών. Οι δεσμεύσεις αφορούν την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και την κατεδάφιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, την καθήλωση των πραγματικών μισθών σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης» στρατηγικών τομέων της οικονομίας, ιδιαίτερα της ενέργειας, των επικοινωνιών, της ψηφιακής οικονομίας. Πρόκειται για μνημόνιο διαρκείας που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων με διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης και την έξοδο από την κρίση σε βάρος των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων.

Σε όλα τα κράτη-μέλη προχωρούν αποφασιστικά οι αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις και στους τομείς κοινωνικής πολιτικής, καθώς και η «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Η Δήλωση της Διάσκεψης Κορυφής της Ευρωζώνης είναι σαφής και ξεκαθαρίζει: «Επιβεβαιώνουμε την ισχυρή δέσμευσή μας να πράξουμε παν αναγκαίον για να διασφαλίσουμε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης χρησιμοποιώντας ειδικότερα τα υφιστάμενα μέσα ΕΤΧΣ/ΕΜΣ με ευέλικτο και αποτελεσματικό τρόπο, ώστε να σταθεροποιηθούν οι αγορές των κρατών μελών που τηρούν τις ανά χώρα συστάσεις και τις λοιπές δεσμεύσεις τους, περιλαμβανομένων των σχετικών χρονοδιαγραμμάτων δυνάμει του ευρωπαϊκού εξαμήνου, του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να αποτυπωθούν σε μνημόνιο συμφωνίας»2.

Στη Γαλλία, χωρίς μνημόνιο και τρόικα, δρομολογείται από την κυβέρνηση Ολάντ νέο πακέτο δημοσιονομικών περικοπών για την περίοδο 2012-2013 ύψους 40 δισ. ευρώ μετά το αντίστοιχο αντιλαϊκό πακέτο Σαρκοζί του 2010. Οι αναδιαρθρώσεις οδηγούν σε χιλιάδες απολύσεις και μείωση του πραγματικού μισθού στη βιομηχανία. Την ώρα που οι αυτοκινητοβιομηχανίες έλαβαν 4 δισ. ευρώ κρατικές ενισχύσεις από τις δυο προηγούμενες γαλλικές κυβερνήσεις, προχωρούν σε νέο κύμα απολύσεων με κορυφαίο παράδειγμα τη νέα περικοπή 8.000 θέσεων εργασίας στον όμιλο Peugeot - Citroen, μετά την προηγούμενη 6.000 θέσεων το 2011.

Στην Ισπανία το νέο τέταρτο πακέτο μέτρων λιτότητας φτάνει τα 65 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει δραστικές περικοπές στα επιδόματα ανέργων, αύξηση της φορολογίας μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις (λιμάνια, αεροδρόμια κ.ά.), κατάργηση του δώρου Χριστουγέννων κλπ. Η επιβολή των αντιλαϊκών μέτρων συνοδεύεται με ένταση της καταστολής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αντιμετώπιση της μεγάλης διαδήλωσης στήριξης των ανθρακωρύχων της Αστουρίας στη Μαδρίτη με πλαστικές σφαίρες που είχε ως αποτέλεσμα 76 τραυματίες.

Οι εξελίξεις στην Ισπανία οδηγούν ήδη σε φθορά του παραδοσιακού δίπολου αστικής διακυβέρνησης που έχει ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση. Οι καλπάζουσες εξελίξεις στην οικονομία της Ισπανίας και η εκτόξευση των επιτοκίων δανεισμού οδήγησαν ήδη Ισπανία και Γαλλία σε μια κοινή δήλωση άμεσης ενεργοποίησης του πακέτου ανακεφαλαιοποίησης των ισπανικών τραπεζών σε μια πυροσβεστική προσπάθεια που, ακόμα και αν τελικά υλοποιηθεί, δε θα λύσει το πραγματικό πρόβλημα. Αυξάνει η πιθανότητα μιας συνολικής προσφυγής του ισπανικού κράτους στο ΕΤΧΣ/ΕΜΣ.

Παράλληλα, οι προσωρινές κοινοτικές συμφωνίες δεν μπορούν να ματαιώσουν την εκδήλωση της κρίσης και να αντιμετωπίσουν την ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης που αυξάνει τη διαφορά οικονομικής και πολιτικής ισχύος της Γερμανίας συγκριτικά με τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία. Τα νέα βήματα ενοποίησης της δημοσιονομικής πολιτικής και της ενιαίας εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα αυξάνουν αντικειμενικά τις δυσκολίες συμμόρφωσης με το κοινοτικό πλαίσιο για αρκετά κράτη-μέλη. Σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται η πρόβλεψή3 μας ότι το βάθεμα της ανισομετρίας μέσα στην ΕΕ (ιδιαίτερα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας-Ιταλίας) ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις και τις αναζητήσεις ενός νέου συμβιβασμού μιας διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας πολλών ταχυτήτων.

Φυσικά παραμένει ισχυρή η τάση ενοποίησης της διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας που εδράζεται στην αντικειμενική διεύρυνση της πολυεθνικής μετοχικής σύνθεσης των μονοπωλιακών ομίλων, στην αλληλεξάρτηση οικονομιών των κρατών-μελών στην ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ, στη γενική ισχυροποίηση του κεφαλαίου απέναντι στο εργατικό κίνημα. Ομως, καθώς παραμένει η εθνοκρατική συγκρότηση των μονοπωλιακών ομίλων και αυξάνουν οι ανισότιμες σχέσεις των κρατών-μελών, ενισχύεται η τάση ανάσχεσης της πορείας ενοποίησης της ΕΕ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η πιθανότητα επανόδου του Μπερλουσκόνι στο ιταλικό πολιτικό προσκήνιο με σύνθημα την επιστροφή στη λιρέτα, η ισχυροποίηση του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν στη Γαλλία, η ουσιαστική αμφισβήτηση αποφάσεων της Συνόδου από Ολλανδία και Φινλανδία, καθώς και η στήριξη της πρότασης για ευρωζώνη του Βορρά από χώρες όπως η Σλοβενία και η Εσθονία. Σημειώνουμε επίσης την άρνηση της Βρετανίας και της Τσεχίας να αποδεχθούν το Δημοσιονομικό Σύμφωνο πριν από τη συγκεκριμένη Σύνοδο.

Για να κατανοηθεί η συνθετότητα της κατάστασης πρέπει να συνυπολογίσουμε τις σχέσεις αλληλεξάρτησης της ΕΕ με την οικονομία των ΗΠΑ, τη διαπάλη ευρώ-δολαρίου ως διεθνών νομισμάτων και την ενίσχυση της συνεργασίας Ρωσίας - Κίνας που δημιουργεί βάση συνολικής επανατοποθέτησης της Γερμανίας στο ζήτημα των ευρωατλαντικών σχέσεων.

Ενδεικτική της ενίσχυσης τάσεων αναμόρφωσης της σημερινής ευρωζώνης είναι η πρόσφατη εκτίμηση του «Economist»: «Η πραγματική πηγή αβεβαιότητας για το μέλλον του ευρώ δεν είναι πάντως το τι συμβαίνει στις υπερχρεωμένες χώρες, αλλά η αποτυχία της Γερμανίας και πολλών από τους ευρωπαίους εταίρους της να δεσμευτούν στο επίπεδο εκείνο ενοποίησης που είναι απαραίτητο ώστε το ενιαίο νόμισμα να παραμείνει όρθιο. Ο Economist έχει από παλιά επιχειρηματολογήσει ότι η διάσωση της μιας χώρας μετά την άλλη δεν θα αποδειχθεί επαρκής. Θα χρειαστούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που να συμπεριλάβουν ένα μέτρο αμοιβαίας αποδοχής της ευθύνης για τα χρέη καθώς και προώθηση της πορείας προς τραπεζική ένωση, με δι-ευρωπαϊκή εποπτεία»4.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διερευνητική προσέγγιση Γαλλίας - Βρετανίας μετά την πρόσφατη συνάντηση Ολάντ - Κάμερον στο Λονδίνο, που έφερε στο προσκήνιο προτάσεις για ΕΕ τριών ταχυτήτων: μιας ευρωζώνης του Βορρά με ισχυρό «ευρώ-μάρκο», μιας ευρωζώνης του Νότου με ασθενέστερο «ευρώ-φράγκο» και μια τρίτη ομάδα χωρών με πρωταγωνιστή τη Βρετανία που θα διατηρούν ισχυρή αυτοτέλεια του χρηματοπιστωτικού τομέα τους. Κρίσιμους παράγοντες για την υλοποίηση ενός σχεδίου διάσπασης της Ευρωζώνης παραμένει η πρόθεση και η δυνατότητα της Γαλλίας να ηγηθεί στην ζώνη του Νότου.

Συμπερασματικά, μέχρι το Δεκέμβρη του 2012 πολύ δύσκολα μπορεί να διαμορφωθεί στέρεος μακροπρόθεσμος συμβιβασμός σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης, ενώ δυναμώνουν οι φυγόκεντρες δυνάμεις που πιέζουν για την αναμόρφωσή της.

 

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΚΑΙ ΝΕΑ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

 Οπως σημειώσαμε προηγουμένως, οι εξελίξεις στην ΕΕ επηρεάζουν την εξέλιξη της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Σε μια περίοδο όπου η ευρωζώνη εισέρχεται ξανά σε κρίση, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε φάση νέας επιβράδυνσης και με το ενδεχόμενο νέας βαθιάς συγχρονισμένης καπιταλιστικής κρίσης, κίνδυνος που επισημαίνεται ως υπαρκτός από τις αναλύσεις όλων των διεθνών οικονομικών επιτελείων.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 3,5% το 2012 από περίπου 4% το 2011, ενώ οι τελευταίες προβλέψεις, αντανακλώντας την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, είναι μειωμένες σε σχέση με εκείνες τρεις μήνες νωρίτερα. Η πρόβλεψη για το 2013 είναι 3,9%, σε κάθε περίπτωση κάτω από το 5,3% του 2010. Αντίστοιχα, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν θα αυξηθεί (σε πραγματικούς όρους) κατά 2,5% το 2012, 3% το 2013 και 3,3% το 2014 σε σχέση με αύξηση 4,7% το 2010.

Παρά την ανισομετρία στην εξέλιξη του ΑΕΠ, η επιβράδυνση αφορά όλες τις κατηγορίες χωρών. Συνολικά οι λεγόμενες ανεπτυγμένες οικονομίες αναμένεται να καταγράψουν ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ 1,4% το 2012 και 1,9% το 2013 σε σχέση με 1,6% το 2011 και 3,2% το 2010. Η ζώνη του ευρώ βρίσκεται σε μια νέα φάση κρίσης το 2012 και εκτιμάται ότι η νέα κρίση στην Ευρωζώνη θα έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο όγκος εμπορίου αναμένεται να καταγράψει αύξηση 3,8% το 2012 και 5,1% το 2013 σε σχέση με 5,9% το 2011 και 12,8% το 2010, αποτυπώνοντας τη σοβαρή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας στο σύνολό της.

Στην πραγματικότητα, οι εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών σκιαγραφούν το αυξημένο ενδεχόμενο νέας βαθιάς συγχρονισμένης κρίσης της παγκόσμιας οικονομίας. Η θρυαλλίδα μιας τέτοιας εξέλιξης μπορεί να ποικίλλει, από ένα ενδεχόμενο βάθεμα της κρίσης στην Ευρωζώνη, από μια ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή στις ΗΠΑ ή λόγω μιας απότομης αύξησης της τιμής του πετρελαίου ως συνέπεια ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηριστικά έχουν δημοσιευτεί προβλέψεις που κάνουν λόγο για πιθανή μείωση 3,5% και 2% σε ορίζοντα διετίας από τις βασικές προβλέψεις για την Ευρωζώνη και για την παγκόσμια οικονομία αντίστοιχα, σε περίπτωση όπου η κρίση στην Ευρωζώνη και τα δημοσιονομικά προβλήματα που δημιουργεί επεκταθούν περαιτέρω. Για πρώτη φορά σε έκθεση του ΔΝΤ γίνεται λόγος για ερωτήματα σχετικά «με τη βιωσιμότητα της ίδιας της νομισματικής ένωσης». Η Παγκόσμια Τράπεζα στην εξαμηνιαία έκθεσή της5 παραθέτει δύο σενάρια κινδύνου σχετικά με τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη. Στο πρώτο σενάριο, «μία ή δύο μικρές χώρες της Ευρωζώνης θα αντιμετωπίσουν μια σημαντική πιστωτική πίεση» (με αδυναμία εξεύρεσης κεφαλαίων και στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς αναγκαστική έξοδο από το κοινό νόμισμα), οι επιπτώσεις6 στο παγκόσμιο ΑΕΠ υπολογίζονται σε 1,2% το 2012, 1% το 2013 και 0,5% το 2014, ενώ στη ζώνη του Ευρώ οι αντίστοιχες επιπτώσεις κυμαίνονται σε 1,6% το 2012, 1,2% το 2013 και 0,4% το 2014, που αναλογούν σε νέα κρίση στη ζώνη του Ευρώ το 2012 και το 2013 και ύφεση το 2014. Στο δεύτερο σενάριο κινδύνου, στο οποίο «η πιστωτική πίεση επεκτείνεται σε δύο μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης (που αντιστοιχούν στο 30% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης)», -φωτογραφίζοντας ουσιαστικά την Ισπανία και την Ιταλία- προβλέπονται δραματικές συνέπειες.

Την ίδια στιγμή οι σχεδιαζόμενες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Μ. Ανατολή υπολογίζεται ότι θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 50% που θα οδηγούσε σε μείωση της παγκόσμιας ανάπτυξης κατά 1,25%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ. Το ενδεχόμενο ταυτόχρονης εκδήλωσης νέας κρίσης ή παρατεταμένης ύφεσης και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε ακόμα βαθύτερη συρρίκνωση της παγκόσμιας παραγωγής.

Η ανεργία δεν προβλέπεται να υποχωρήσει στις αναπτυγμένες οικονομίες, ενώ και από διεθνή ινστιτούτα αναδεικνύεται η ανάγκη λήψης μέτρων περαιτέρω στήριξης των εισοδημάτων των ανέργων. Στην Ελλάδα, ο ΣΕΒ με δηλώσεις του αναφέρθηκε στην ανάγκη επέκτασης των επιδομάτων ανεργίας σε δύο (2) τουλάχιστον χρόνια και σε μέτρα «σχετικά με την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την επανεκπαίδευση και την αναζήτηση εργασίας».

Αναλυτικότερα, η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται ήδη σε επιβράδυνση, σε σχέση με το Α΄ τρίμηνο του 2012, με αναθεωρημένες προς τα κάτω τις προβλέψεις για το ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τον Απρίλη. Προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ 2% και 2,3% το 2012 και 2013, σε σχέση με 1,7% και 3% το 2011 και 2010 αντίστοιχα. Αποτυπώνεται μια σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης σε σχέση με το 2010, ενώ οι τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ αναθεώρησαν την ανάπτυξη για το 2012 από 2,1% σε 2%, χωρίς όμως να αποτυπώνει το σύνολο της επιβράδυνσης, αφού το Α΄ τρίμηνο του 2012 ήταν καλύτερο από το αναμενόμενο. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ τον Ιούλη, ότι «η οικονομία κατηγορηματικά επιβραδύνεται»7, αποδίδοντας την επιβράδυνση σε επιπτώσεις από τις αρνητικές εξελίξεις στην Ευρώπη, στην κάμψη των δημόσιων δαπανών και την αύξηση της τιμής του πετρελαίου στις αρχές του χρόνου. Επίσης, προκαλεί ανησυχίες η τελική έκβαση της συζήτησης για την επέκταση του «κατωφλιού χρέους» των ΗΠΑ, ειδικά σε μια χρονιά που είναι χρονιά εκλογών, με την προσοχή της κοινής γνώμης στην οικονομία. Η διαπάλη στο εσωτερικό των ΗΠΑ για το μίγμα πολιτικής διαχείρισης της κρίσης στην προηγούμενη φάση καταστάλαξε σε αύξηση των κρατικών δαπανών, όμως δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί και στη νέα φάση. Σημειώνουμε ότι στις ΗΠΑ υπάρχει νομικό όριο στο κρατικό χρέος και απαιτείται συμβιβασμός Δημοκρατικών - Ρεπουμπλικάνων, άρα και αντιμαχόμενων ομίλων, προκειμένου να αυξηθεί. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη αδυναμία συμβιβασμού μπορεί να οδηγήσει σε δραστική δημοσιονομική περικοπή ύψους 4% το 2013, που θα έχει ως αποτέλεσμα τη στασιμότητα της οικονομίας των ΗΠΑ και σημαντικές αναταραχές στην παγκόσμια οικονομία.8

Αντίστοιχα, οι τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κάνουν λόγο για συρρίκνωση του ΑΕΠ (αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης) κατά το τελευταίο Δ΄ τρίμηνο του 2011 σε Ευρωζώνη και ΕΕ, ενώ όσον αφορά τα αποτελέσματα του Α΄ τριμήνου του 2012 εμφανίζεται πλήρης στασιμότητα σε Ευρωζώνη και ΕΕ των 27. Προβλέπεται νέα εκδήλωση της κρίσης, καθώς για το 2012 οι εκτιμήσεις της εαρινής έκθεσης της Κομισιόν αναπροσαρμόζονται προς τα κάτω -σε σχέση με την αντίστοιχη φθινοπωρινή- και μιλούν για μείωση του ΑΕΠ για την Ευρωζώνη (για πρώτη φορά μετά την κρίση του 2009) και στασιμότητα για την ΕΕ. Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 0,3% το 2012 και να σημειώσει μικρή αύξηση 0,9% το 2013, σε σχέση με αύξηση 1,9% και 1,4% το 2010 και 2011 αντίστοιχα. Η νέα φάση της κρίσης στην Ευρωζώνη έρχεται σε μια περίοδο όπου πολλές οικονομίες της ζώνης του Ευρώ δεν έχουν ξεπεράσει ακόμα την κρίση του 2009 (με τη βιομηχανική παραγωγή να υπολείπεται των προ κρίσης επιπέδων) και στην πραγματικότητα να μην είναι ξεκάθαρο αν έχουν περάσει πραγματικά σε φάση αναζωογόνησης.

Από την άλλη, ορισμένες προβλέψεις (π.χ. του ινστιτούτου IFO) κάνουν λόγο για μικρότερο βάθος και διάρκεια της νέας φάσης της καπιταλιστικής κρίσης για τις οικονομίες της Ευρωζώνης (Διάγραμμα 1). Βεβαίως οι προβλέψεις για ανάκαμψη εντός του 2013 βασίζονται σε μια σειρά προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η αντιμετώπιση της κρίσης των υπερχρεωμένων χωρών. Γενική εκτίμηση της Κομισιόν παραμένει η υψηλή αβεβαιότητα, παρ’ όλα τα μέτρα και τις συμφωνίες που έχουν ήδη υλοποιηθεί, ενώ η προοπτική είναι η προς το χειρότερο αναθεώρηση της ανάπτυξης. Βασική παραδοχή επίσης αποτελεί ότι θα συνεχιστεί η ανάπτυξη σε ΗΠΑ και αναδυόμενες οικονομίες.

 

Η κρίση εκδηλώνεται ανισόμετρα στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Στη Γερμανία το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί οριακά από 0,7% έως 1,0% το 2012 και από 1,4%-1,7% το 2013. Για τη Γαλλία εκτιμάται στασιμότητα για το 2012 (0,3% έως 0,5%), ενώ για το 2013 οι τελευταίες εκτιμήσεις του ΔΝΤ κάνουν λόγο για οριακή αύξηση 0,8%. Αντίθετα, η κρίση εκτιμάται ως βαθιά στην Ισπανία και στην Ιταλία, όπου η συρρίκνωση του ΑΕΠ εκτιμάται να φτάσει το 1,9% και 1,8% αντίστοιχα το 2012, ενώ για το 2013 προβλέπεται περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ 0,3% και 0,6% αντίστοιχα. Εκτιμάται επίσης ότι και η Ολλανδία βρίσκεται σε φάση νέας κρίσης, με πρόβλεψη συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά 0,9% το 2012 και αύξησής του κατά 0,7% το 2013. Τέλος, η εκδήλωση της κρίσης είναι βαθύτατη στην Πορτογαλία με πρόβλεψη συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά 3,3% το 2012 και στασιμότητάς του στο 0,3% το 2013.9 Οι μεγάλες δυσκολίες της αστικής διαχείρισης για την περιοχή της Ευρωζώνης αποτυπώνονται στην εκτίμηση του ΔΝΤ για αναγκαία επαναχρηματοδότηση τραπεζών και κρατικού χρέους που ισοδυναμεί με 23% του συνολικού ΑΕΠ μόνο για το 2012.

Γενικότερα, τα οικονομικά μεγέθη ιδίως της γερμανικής οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης εμφανίζουν ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση (Πίνακας 1). Η γερμανική οικονομία συνεχίζει να διατηρεί ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης -μετά την κρίση του 2008- σε σχέση με τη γαλλική, ισπανική, ιταλική, βρετανική οικονομία. Ιδιαίτερα βαθιά επιδείνωση εμφανίζεται στις οικονομίες της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, ενώ Ιρλανδία και Πορτογαλία παρόλο που έχουν ενταχθεί στο μηχανισμό στήριξης αδυνατούν να ανακάμψουν. Η Πορτογαλία ιδιαίτερα μπαίνει σε νέα βαθύτερη κρίση. Αντίστοιχα, όσον αφορά τα μεγέθη εμπορικού ισοζυγίου και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών για τη Γερμανία παραμένουν πλεονασματικά, ενώ αντίθετα για Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία παραμένουν ελλειμματικά (Πίνακας 2). Είναι επίσης ελλειμματικά στην Πορτογαλία και στην Ελλάδα.

 

 Ειδικότερα όσον αφορά την εξέλιξη της βιομηχανικής παραγωγής, επίσης ανισόμετρη καταγράφεται μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και της ΕΕ.

Το Μάη του 2012 η βιομηχανική παραγωγή στο σύνολο της Ευρωζώνης σημείωσε μείωση 2,8% σε σχέση με το Μάη του 2011, ενώ στην ΕΕ η μείωση ήταν 2,3%, αν και σημείωσε ελαφρά αύξηση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Η συρρίκνωση σε επίπεδο Ευρωζώνης και ΕΕ διευρύνει περαιτέρω την ψαλίδα μεταξύ του επιπέδου βιομηχανικής παραγωγής της Γερμανίας, όπου ο σχετικός δείκτης έφτασε το 111,7 (σε σχέση με την παραγωγή του 2005) σε σχέση με τη Γαλλία (90,5), την Ιταλία (83,9), την Ισπανία (72,8), όπου η βιομηχανική παραγωγή υπολείπεται σημαντικά του επιπέδου του όγκου παραγωγής κατά το έτος 2005 (Πίνακας 3). Η κρίση είναι πολύ βαθύτερη και διαρκείας με μόνιμο διαρθρωτικό χαρακτήρα για την ελληνική βιομηχανική παραγωγή με δείκτη βιομηχανικής παραγωγής 72,8 (βάση αναφοράς: 100 το 2005).

Από την εξέλιξη της ανεργίας προκύπτει επίσης η σημαντική απόσταση που χωρίζει τη γερμανική από τις υπόλοιπες οικονομίες, καθώς η αναθεωρημένη προς τα κάτω πρόβλεψη είναι ότι θα διαμορφωθεί στο 5,5% για το 2012. Αντίθετα εμφανίζεται άνοδος σε Γαλλία και Ιταλία, με την πρόβλεψη για το 2012 να αναθεωρείται προς τα πάνω, στα επίπεδα του 10%. Αντίστοιχα, ιδιαίτερα υψηλή παραμένει η ανεργία στην Ισπανία (24,4%), στην Ελλάδα (19,7%)10 και στην Πορτογαλία (15,5%), με τις προβλέψεις να αναθεωρούνται προς το χειρότερο.

Τέλος οι δημοσιονομικοί δείκτες χρέους και ελλείμματος είναι ενδεικτικοί της κατάστασης των οικονομιών και της διεύρυνσης της απόκλισης μεταξύ τους στο έδαφος της κρίσης. Το χρέος της Γερμανίας έχει συγκρατηθεί στα επίπεδα του 2010, ενώ αντίθετα η προοπτική είναι να αυξηθεί παραπέρα σε Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία αλλά και σε Ιρλανδία, Πορτογαλία, με τις προβλέψεις να αναθεωρούνται διαρκώς προς το χειρότερο. Αντίστοιχη είναι η εικόνα για το έλλειμμα (πρωτογενές και συνολικό), καθώς για τη Γερμανία για το 2012 προβλέπεται το συνολικό έλλειμμα να διαμορφωθεί (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στο 0,9%, ενώ για τη Γαλλία στο 4,5%, την Ιταλία 2%, την Ισπανία 6,4%, την Πορτογαλία 4,7% και την Ελλάδα 7,3%. Η δημοσιονομική κατάσταση και η γενικότερη οικονομική ισχύς αντανακλώνται και στα επίπεδα επιτοκίων που πληρώνουν τα διαφορετικά κράτη για τον κρατικό δανεισμό, με τα επιτόκια δανεισμού να βρίσκονται σε πολύ υψηλά ποσοστά για την Ιταλία και την Ισπανία (στην τελευταία δημοπρασία τα επιτόκια 10ετούς διάρκειας της Ισπανίας ξεπέρασαν το 7%), ενώ αντίθετα τα επιτόκια για τη Γερμανία εμφανίζουν τη χαμηλότερη τιμή πολλών δεκαετιών.

Ειδικότερα στην Ισπανία η εκδήλωση της κρίσης αποτυπώνεται και στη χρεοκοπία των ισπανικών διοικητικών περιφερειών που διαθέτουν μια σχετική οικονομική αυτοτέλεια. Στα μέσα Ιούλη η περιφέρεια της Βαλένθια έκανε ήδη αίτηση στήριξης από το ισπανικό κράτος, ενώ αντίστοιχη ανάγκη οικονομικής στήριξης εμφανίζεται να έχει και η Καταλονία, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική περιφέρεια της χώρας. Η συγκεκριμένη εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη αύξηση του κόστους δανεισμού της Ισπανίας, με τα επιτόκια δανεισμού να ξεπερνούν το 7,5% και μια απότομη πτώση του ισπανικού χρηματιστηρίου, αποτυπώνοντας την έκταση της οικονομικής κρίσης στη χώρα.

Γενικότερα, στις αρχές του 2012 (Απρίλης) τα επιτόκια δανεισμού σημείωσαν μια σημαντική πτώση σε σχέση με το υψηλότατο σημείο όπου βρέθηκαν στα τέλη του 2011. Ομως η τάση αυτή αναστράφηκε τον Ιούλη του 2012 (μετά και τη σύνοδο κορυφής του Ιούνη) και τα επιτόκια, τόσο του βραχυπρόθεσμου όσο και του μακροπρόθεσμου δανεισμού, έχουν πολύ υψηλές τιμές.

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Η κρίση στην ελληνική οικονομία βαθαίνει. Όλες οι προβλέψεις (Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ΔΝΤ και ΟΟΣΑ) δείχνουν συνέχιση της συρρίκνωσης της οικονομίας και για το 2012: 4,7% (πρόβλεψη ΕΕ - Απρίλης 2012), 4,8% (πρόβλεψη ΔΝΤ - Απρίλης 2012), 5,3% (πρόβλεψη ΟΟΣΑ - Ιούνης 2012). Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει συρρίκνωση 6,5% του ΑΕΠ για το Α΄ τρίμηνο του 2012, έναντι συρρίκνωσης 6,2% που προέβλεπε για το Α΄ τρίμηνο τον περασμένο Μάη. Η πλέον πρόσφατη εκτίμηση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) προβλέπει συρρίκνωση 6,9% του ΑΕΠ για το 2012, ενώ προβλέπει για το τρέχον τρίτο τρίμηνο ετησιοποιημένο ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ που φτάνει το 9,1%. Το ΑΕΠ προβλέπεται να φτάσει στα 169 δισ. ευρώ (σε σταθερές τιμές του 2005), με τη συνολική μείωση του ΑΕΠ από το 2007 να ξεπερνά το 19%. Η βαθιά αυτή πτώση του ΑΕΠ σημαίνει ότι με μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,5%-2% που αποτελεί την οροφή των εκτιμήσεων για την ελληνική καπιταλιστική οικονομία στη φάση της αναζωογόνησης, θα χρειαστούν 10-12 χρόνια έως ότου ξεπεραστεί το προ κρίσης επίπεδο παραγωγής.

Για το 2013 προβλέπεται είτε στασιμότητα (0% ανάπτυξη στις εκθέσεις ΕΕ και ΔΝΤ) είτε περαιτέρω συρρίκνωση κατά 1,3% (πρόβλεψη ΟΟΣΑ που είναι και η τελευταία χρονικά).

Το βάθεμα της κρίσης αποτυπώνεται και στην περαιτέρω συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής. Τον Απρίλη του 2012 βρισκόταν στο επίπεδο του 72,9% του όγκου βιομηχανικής παραγωγής του 2005, εμφανίζοντας μείωση 2,2% σε σχέση με την αντίστοιχη τιμή του 2011, μείωση 1,3% σε σχέση με την αντίστοιχη τιμή του Μάρτη, ενώ για την περίοδο Γενάρη- Απρίλη ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής σημείωσε μείωση 6,3%. Ο κλάδος κατασκευών παρουσιάζει πραγματική κατάρρευση. Το Α΄ τρίμηνο του 2012 βρισκόταν στο 37,6% της παραγωγής του 2005, σημειώνοντας μείωση 9,2% σε σχέση με το 2011, με τον υποκλάδο οικοδομικών έργων να έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί (στο 16,6% του 2005, μειωμένος κατά 32% σε σχέση με το 2011). Ο άλλος υποκλάδος, των δημόσιων έργων (πολιτικού μηχανικού), βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, αλλά έχει παρουσιάσει μεγάλη συρρίκνωση σε σύγκριση με το Δ΄ τρίμηνο του 2011 (με το σχετικό δείκτη, ο οποίος μετρά την παραγωγή σε σχέση με την παραγωγή του 2005 στην οποία αποδίδει την τιμή 100, να μειώνεται από 83,1 σε 60,3).

Συνολικά επιδεινώνονται οι δημοσιονομικοί δείκτες ελλείμματος και χρέους, παρά την εφαρμογή των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Η πρόβλεψη των οργανισμών για το 2012 είναι ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 7,4% του ΑΕΠ (ΟΟΣΑ), 7,2% του ΑΕΠ (ΔΝΤ) και 7,3% του ΑΕΠ (ΕΕ). Αντίστοιχα υψηλό προβλέπεται το έλλειμμα για το 2013: 4,9% του ΑΕΠ (ΟΟΣΑ), 4,6% του ΑΕΠ (ΔΝΤ), 8,4% του ΑΕΠ (ΕΕ). Παράλληλα, αύξηση του δημόσιου χρέους προβλέπεται για το 2013, παρά το κούρεμα, καθώς αυτό θα φτάσει στο 173,1% (ΟΟΣΑ), 160,9% (ΔΝΤ), 168%(ΕΕ).

Σε υψηλά επίπεδα θα διατηρηθεί το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, καθώς για το 2013 προβλέπεται: 6,5% (ΟΟΣΑ), 6,6%(ΔΝΤ), 6,3% (ΕΕ). Ορισμένη βελτίωση στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου οφείλεται κυρίως στη μείωση των εισαγωγών. Ειδικότερα, το διάστημα Γενάρη - Μάη, η αξία των εισαγωγών (πλην καυσίμων) μειώθηκε κατά 8,8% και διαμορφώθηκε στα 12,6 δισ. ευρώ από 13,8 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα το 2011, ενώ η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 4,3% και διαμορφώθηκε στα 6,8 δισ. ευρώ από 6,5 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2011. Για το πεντάμηνο αυτό, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 1,5 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 5,9 δισ. ευρώ από 7,4 δισ. ευρώ το 2011. Η μείωση του εμπορικού ελλείμματος οφείλεται κατά 20% στην αύξηση των εξαγωγών και κατά 80% στην πτώση των εισαγωγών.

Τέλος το βάθεμα της κρίσης αποτυπώνεται και στην επιδείνωση της ανεργίας. Το Α΄ τρίμηνο του 2012 το ποσοστό ανεργίας έφτασε το 22,6%, αυξημένο κατά 2% σε σχέση με το Δ΄ τρίμηνο το 2011 και κατά 7% σε σχέση με το Α΄ τρίμηνο του 2011. Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 9,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, φτάνοντας τους 1.120.000. Στις ηλικίες 15-24 ο αριθμός των ανέργων έφτασε το 52,7%, ενώ η ανεργία των γυναικών έφτασε το 26,5% Η ανεργία δεν προβλέπεται να μειωθεί ούτε εντός του 2013, διατηρούμενη στο ίδιο επίπεδο με το 2012.

Το βάθεμα της κρίσης στην Ελλάδα και η εγγενής αδυναμία διαχείρισης της κρίσης από την αστική πολιτική θα αποτυπωθούν στη σχεδόν βέβαιη απόκλιση του προϋπολογισμού που θα οδηγήσει στην ανάγκη λήψης νέων μέτρων μέσα στο 2012 προκειμένου να καλυφθούν οι τρύπες αυτές, ήδη 3 δισ. για το 2012 και πλέον των 11,5 δισ. ευρώ για τα επόμενα έτη. Στην έκθεσή του για την πορεία της δημοσιονομικής προσαρμογής, το ΔΝΤ αναφέρει ότι «το πρωτογενές έλλειμμα, απουσία νέων μέτρων, θα κινηθεί προς το 1,5% έως 2% του ΑΕΠ, σε αντιδιαστολή με το 1% που είχε προβλεφθεί κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης»11, προλειαίνοντας ουσιαστικά το πεδίο για λήψη νέων μέτρων. Παράλληλα, ήδη συρρικνώθηκαν οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού κατά 3,9 δισ. ευρώ σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα με νέα περικοπή δαπανών, ουσιαστικά με νέα στοχευμένη επίθεση στα δικαιώματα μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, συνταξιούχων. Τα νέα μέτρα έχουν πρακτικά ήδη ληφθεί έμμεσα. Αφορούν τις δραστικές πρόσθετες περικοπές στις κρατικές δαπάνες για φάρμακα, υπηρεσίες υγείας & πρόνοιας.

Τα αναλυτικά στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού είναι αποκαλυπτικά. Οι κρατικές δαπάνες για περίθαλψη και κοινωνική προστασία ήταν μόλις 670 εκατομ. ευρώ, έναντι προϋπολογισμένου ποσού για ολόκληρο το έτος 2,46 δισ. ευρώ, δηλαδή για το 6μηνο 1,3 δισ. ευρώ. Δηλαδή, μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους, οι συγκεκριμένες κοινωνικές δαπάνες ήταν 600 εκατομ. ευρώ λιγότερα από τα ήδη προϋπολογισμένα. Κυρίως όμως η προσεκτική εξέταση του προϋπολογισμού αναδεικνύει ότι υπάρχει μεγάλη υστέρηση στα φορολογικά έσοδα ύψους 1 δισ. ευρώ και σημαντική υπέρβαση στις δαπάνες για τα ασφαλιστικά ταμεία, ύψους 2 δισ. ευρώ (έχουν ήδη λάβει το 66,2% της προϋπολογισμένης δαπάνης για το σύνολο του έτους). Η εξέταση των δεδομένων του προϋπολογισμού αναδεικνύει με σαφήνεια ότι οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για «ανάγκη» λήψης νέων, πρόσθετων μέτρων μέσα στο 2012, προκειμένου να υλοποιηθεί ο αντιλαϊκός προϋπολογισμός, ανταποκρίνονται απολύτως στην πραγματικότητα, πιθανότατα σε μεγαλύτερο ύψος και από τις προβλέψεις του ΔΝΤ.

Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς αν η υιοθέτηση των δραστικών περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες (από τα προϋπολογισμένα ποσά) ως μέτρων αρκεί να αντισταθμίσει τη σχεδόν βέβαιη αδυναμία συγκέντρωσης των προβλεπόμενων εσόδων (λόγω βαθέματος της κρίσης και συρρίκνωσης της δραστηριότητας και κυρίως λόγω αδυναμίας μεγάλων λαϊκών τμημάτων να ανταπεξέλθουν στην ανελέητη φοροεπιδρομή) και τις υπερβάσεις στον προϋπολογισμό για τα ασφαλιστικά ταμεία ή αν θα απαιτηθούν νέα πρόσθετα μέτρα.

Το σύνολο των εξελίξεων προδιαγράφει δύο βασικά ενδεχόμενα για το επόμενο διάστημα: το ενδεχόμενο μιας νέας εσωτερικής υποτίμησης, με νέο «κούρεμα» του δημόσιου χρέους και το ενδεχόμενο της ανεξέλεγκτης άναρχης πτώχευσης του κράτους. Σε αυτό το έδαφος δυναμώνουν οι ενδοαστικές αντιθέσεις σχετικά με το αν η παραμονή στην Ευρωζώνη διασφαλίζει πλέον τα στρατηγικά συμφέροντα των μονοπωλίων για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λαός δεν έχει τίποτα να περιμένει από τη νέα κυβέρνηση, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της κυβερνητικής πολιτικής.

 

Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 Η νέα τρικομματική κυβέρνηση αποτελεί την πλέον πρόσφατη απόπειρα της αστικής πολιτικής για τη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, χωρίς όμως να διαφοροποιείται ουσιαστικά από τις δύο προηγούμενες (Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου). Η στρατηγική γραμμή και της νέας κυβέρνησης κινείται στο γνώριμο άξονα του ευρωμονόδρομου, που εφαρμόζεται όλο το προηγούμενο διάστημα, που εξειδικεύτηκε στη Δανειακή Σύμβαση και τα σχετικά Μνημόνια στήριξής της. Διακηρυγμένος στόχος της νέας κυβέρνησης «είναι να αντιμετωπίσει την κρίση, να ανοίξει το δρόμο της Ανάπτυξης και να αναθεωρήσει όρους της Δανειακής Σύμβασης (Μνημονίου), χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, ούτε την παραμονή της στο ευρώ. Και, ασφαλώς, χωρίς να αμφισβητήσει τους αυτονόητους στόχους μηδενισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος, ελέγχου του χρέους και εφαρμογής των διαρθρωτικών αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα»12.

Στην ουσία επαναλαμβάνονται οι στόχοι της αστικής τάξης που κωδικοποιούνται στη μελέτη του ΣΕΒ για την «παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας» και αφορούν:

• Την προώθηση των αναδιαρθρώσεων για διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης και νέων πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο.

• Τη δημοσιονομική εξυγίανση με επιβάρυνση αυτοαπασχολουμένων, μισθωτών, μικροαστικών στρωμάτων που φοροδιαφεύγουν.

• Την κρατική και κοινοτική ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων με προτεραιότητα στην πράσινη ενέργεια, τρόφιμα-βιοδιατροφή, περιβαλλοντική βιομηχανία, ομίλους με εξαγωγικό προσανατολισμό. Σε αυτή την κατεύθυνση ο ΣΕΒ απαιτεί φοροελαφρύνσεις των μεγάλων επιχειρήσεων, αποτελεσματική διαχείριση του ΕΣΠΑ, προώθηση μεγάλων αναπτυξιακών έργων με ΣΔΙΤ και Συμβάσεις Παραχώρησης.

Επομένως η νέα κυβέρνηση θα κλιμακώσει την αντιλαϊκή επίθεση με στρατηγική συνέπεια στις κατευθύνσεις της αστικής τάξης και της ΕΕ για έξοδο από την κρίση, μεγέθυνση της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε βάρος της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαία εκτόνωση και παγίδευση της λαϊκής διαμαρτυρίας, η κυβέρνηση επιχειρεί ορισμένες προσαρμογές πέρα από την αξιοποίηση του φόβητρου της εξόδου από την Ευρωζώνη.

Εστιάζει στην προσπάθεια αναθεώρησης όρων της Δανειακής Σύμβασης και προστασίας της ακραίας φτώχειας, επιχειρώντας να εμφανίσει την επιβολή των αντιλαϊκών μέτρων ως αποτέλεσμα της άρνησης της γερμανικής κυβέρνησης να αποδεχθεί τα ελληνικά αιτήματα, δηλαδή σαν εξωτερικό πρόβλημα. Συγκαλύπτει ότι όλες οι βασικές κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής αποτελούν στόχους της ελληνικής αστικής τάξης.

- Στην πραγματικότητα η πρόθεση αναθεώρησης της δανειακής σύμβασης περιορίζεται στην παράταση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής που αυξάνει το συνολικό δανεισμό και εξακολουθεί να επιβαρύνει το λαό, ο οποίος δεν ευθύνεται για την υπερχρέωση του κράτους. Ειδικότερα, η μετεκλογική κυβερνητική γραμμή κάνει λόγο για αναδιαπραγμάτευση -στη βάση αμοιβαίας συμφωνίας- της ελληνικής κυβέρνησης και των Ευρωπαίων δανειστών και άρα για ανάγκη ταχείας υλοποίησης των συμφωνηθέντων μέτρων, δηλαδή για ταχεία υλοποίηση των αναδιαρθρώσεων, προκειμένου η χώρα να ανακτήσει την αξιοπιστία της, ώστε να δεχτούν οι δανειστές αυτή την αναδιαπραγμάτευση.

- Η επαναφορά της ισχύος των συλλογικών συμβάσεων αναφέρεται στο ακαθόριστο «επίπεδο που προσδιορίζει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Δίκαιο»13 τη στιγμή που οι ατομικές και επιχειρησιακές συμβάσεις επεκτείνονται σ’ όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

- Η αποκατάσταση αδικιών (χαμηλοσυνταξιούχων κλπ.) που θα διασφαλιστεί με «άμεσα δημοσιονομικά ισοδύναμα», τα οποία αφορούν προφανώς επιβάρυνση μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων, αφού θεωρεί δεδομένο ότι δεν θα επιβαρυνθεί το μεγάλο κεφάλαιο (φοροελαφρύνσεις, ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών κλπ.).

- Η αντικατάσταση του Ειδικού Τέλους Ακινήτων από «ενιαίο προοδευτικό φόρο»14 που δεν έχει προσδιοριστεί, προμηνύει επιβάρυνση των μικρών ιδιοκτητών σε σχέση με τη μεγάλη ιδιοκτησία.

Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι ακόμα και τα ψίχουλα για την ακραία φτώχεια δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα με βάση τη συνολική στάση της Κομισιόν (δηλώσεις Σόιμπλε, Βεστερβέλε, κοινοτικού εκπροσώπου Ολι Ρεν) που υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται να γίνουν ουσιαστικές εκπτώσεις από τις δεσμεύσεις και ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι αναδιαρθρώσεις. Σύμφωνα με τους αξιωματούχους της Κομισιόν, το «Ελληνικό ζήτημα» δεν αποτέλεσε ουσιαστικό θέμα της Συνόδου, εξέλιξη σε ένα βαθμό αντικειμενική αφού στη Σύνοδο δεν παρέστη ο Αντ. Σαμαράς.

Στα ζητήματα αναπτυξιακής ανασυγκρότησης επαναλαμβάνονται οι κατευθύνσεις του ΣΕΒ με την προσθήκη της γνωστής αναφοράς στους τομείς συγκριτικών πλεονεκτημάτων (τουρισμός, ναυτιλία, ενέργεια ορυκτός πλούτος), η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ και συμπληρωματικών κοινοτικών αναπτυξιακών πόρων με βάση τις διακηρύξεις του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ.

Τονίζεται η στήριξη της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας με νέα χρηματοδοτικά εργαλεία σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Πρόκειται για το γνώριμο δρόμο πολύμορφης κρατικής στήριξης των καπιταλιστικών επενδύσεων με γνώμονα το ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους και σε βάρος των λαϊκών αναγκών. Αυτός ο δρόμος ανάπτυξης οδήγησε στη βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης, στην υπερχρέωση του κράτους, στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, στη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων, στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Οι επενδυτικές ιεραρχήσεις των μονοπωλιακών ομίλων δεν μπορούν να διασφαλίσουν παραγωγική ανασυγκρότηση αναγκαίων κλάδων παραγωγής για την κάλυψη των βασικών λαϊκών αναγκών.

 

ΠΟΡΕΙΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 Το πακέτο μέτρων που ανακοινώθηκε τον Ιούλη του 2012 τυπικά δεν αποτελεί νέο πακέτο, αφού πρόκειται για εξειδίκευση και καθορισμό όσων είχαν ήδη αποφασιστεί και ψηφιστεί, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους ταγούς των κομμάτων της συγκυβέρνησης να επιμένουν στην εξαπάτηση των εργαζόμενων, δηλώνοντας ότι «δε θα υπάρξουν νέα μέτρα». Στην πραγματικότητα όμως, άσχετα με την τυπική ημερομηνία ψήφισής τους, πρόκειται για κλιμάκωση της επίθεσης στα δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων, που θα κληθούν να καταβάλουν, είτε μέσα από μειώσεις μισθών συντάξεων και επιδομάτων είτε μέσα από το ψαλίδισμα κοινωνικών παροχών, τα συνεχή ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού σε σχέση και με την εξυπηρέτηση των δανείων. Το ακριβές περιεχόμενο του νέου πακέτου μέτρων που κωδικοποιείται στο αναθεωρημένο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής δεν έχει οριστικοποιηθεί, όμως σε γενικές γραμμές περιλαμβάνει τρεις βασικές δέσμες μέτρων υλοποίησης και εξειδίκευσης της κυβερνητικής πολιτικής που άμεσα στοχεύουν στη «δημοσιονομική εξυγίανση» και μέσω αυτής στην περαιτέρω θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων:

• «Επανεξέταση των δαπανών για συντάξεις και παροχές υγείας». Δηλαδή νέες περικοπές σε συντάξεις, σε ασφαλιστικά και κοινωνικά επιδόματα, στις παροχές υγείας των ταμείων κ.ο.κ. Προβλέπεται η δραστική περικοπή συντάξεων και εφάπαξ και η περαιτέρω συρρίκνωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, που μεταφράζεται σε ακόμα μεγαλύτερες ελλείψεις σε φάρμακα και σε αυξημένες πληρωμές από τα λαϊκά στρώματα.

• Νέα δραστική συρρίκνωση σε μια μεγάλη βεντάλια κοινωνικών επιδομάτων. Ουσιαστικά προκρίνεται η περικοπή όλων των επιδομάτων, πλην αυτών που απευθύνονται σε τμήματα της εργατικής τάξης που ζουν υπό ακραία φτώχεια. Η κυβερνητική επίθεση μεθοδεύεται με το συσχετισμό της καταβολής των επιδομάτων με το τεκμαρτό εισόδημα, πιθανά ακόμα και το οικογενειακό και με τη συγχώνευση όλων των επιδομάτων σε ένα ενιαίο, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό δραστικά τη συνολική δαπάνη για επιδόματα. Στόχος είναι να αντιμετωπιστεί η ακραία φτώχεια που περιορίζει τη δυνατότητα στοιχειώδους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, με το σχετικό κόστος να επιμερίζεται στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πολιτική «κοινωνικοποίησης» της φτώχειας, με το φτωχό να μοιράζεται το υστέρημά του με τον απόλυτα εξαθλιωμένο, για να μείνει το μεγάλο κεφάλαιο στο απυρόβλητο.

• Νέα φοροεπιδρομή στα λαϊκά εισοδήματα, που ολοκληρώνεται με τη ριζική αλλαγή στο φορολογικό σύστημα από το φθινόπωρο, την οποία εξετάζουμε ξεχωριστά.

Δραστική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα κατά 30%, με δεκάδες χιλιάδες απολύσεις, κυρίως συμβασιούχων και συγχωνεύσεις μιας μεγάλης ομάδας κρατικών φορέων και επιχειρήσεων που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των υπηρεσιών. Ο διακηρυγμένος στόχος είναι η περικοπή 150.000 θέσεων εργασίας μέσα στην επόμενη διετία. Εξετάζονται ως μέτρα: Η συγχώνευση νοσηλευτικών ιδρυμάτων που οδηγεί σε δραστική υποβάθμιση της ήδη ανεπαρκούς και πίσω από τις ανάγκες υγειονομικής κάλυψης των λαϊκών στρωμάτων και σε επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων του υγειονομικού προσωπικού. Το πιθανό κλείσιμο δημοτικών εταιριών και των δημόσιων ΚΤΕΟ, που οδηγεί σε εκτίναξη του κόστους για μια σειρά υπηρεσίες. Η αύξηση των ωρών διδασκαλίας για τους εκπαιδευτικούς που επιδεινώνει δραματικά το επίπεδο εκπαίδευσης των παιδιών των λαϊκών στρωμάτων. Στην ίδια λογική κινείται και η επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω.

Τα συγκεκριμένα μέτρα αποτελούν την πρώτη φάση κλιμάκωσης της επίθεσης, αφού, πέραν από το σχεδόν δεδομένο ενδεχόμενο επιβολής νέων άμεσων δημοσιονομικών μέτρων (περιορισμό δαπανών, μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις) λόγω αδυναμίας επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, η κυβερνητική πολιτική έχει σκιαγραφήσει και άλλους τομείς προτεραιότητας, στους οποίους αναμένεται να πάρει μέτρα το επόμενο διάστημα. Ξεχωριστή σημασία έχουν η προωθούμενη αναδιάρθρωση στο φορολογικό σύστημα και οι αποκρατικοποιήσεις.

 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ

 Τα λαϊκά στρώματα έχουν γίνει αποδέκτες μιας ανηλεούς φοροεπιδρομής που μετρά ήδη τη μείωση του αφορολόγητου ορίου από 12.000 σε 5.000 ευρώ, την κατάργηση της επιστροφής φόρου με τη συλλογή αποδείξεων ταυτόχρονα με τον καταλογισμό προστίμου 10% σε ενδεχόμενο μη προσκόμισης αποδείξεων αξίας ίσης με το 25% του ετήσιου πραγματικού ή τεκμαρτού εισοδήματος, την αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, την επιβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και του τέλους επιτηδευμάτων, περικοπές στις εκπτώσεις δαπανών από το φόρο εισοδήματος για τη λαϊκή οικογένεια, αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και φορολόγηση της κυρίας κατοικίας με το Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών.

Την ίδια στιγμή μένουν στο απυρόβλητο σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ενώ επανέρχεται προς συζήτηση από τα αστικά κόμματα η παραπέρα μείωση της φορολογίας των επιχειρηματικών ομίλων ως κινήτρου για επενδύσεις, προκειμένου να «ξεπεραστεί» η ύφεση και να δρομολογηθεί η «επανεκκίνηση» της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα στον τομέα της φορολογίας θα κλιμακωθεί περαιτέρω. Στις προαναγγελίες της κυβέρνησης περιλαμβάνεται η αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος μέσα στο φθινόπωρο, με βασικούς άξονες:

• Την άμεση μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στους χώρους μαζικής εστίασης (εστιατόρια, ταβέρνες κλπ.) και σταδιακά σε όλο τον κλάδο του τουρισμού.

• Τη σταδιακή μείωση του συντελεστή φορολογίας των κεφαλαιουχικών εταιριών στο 15% από το 20% που είναι σήμερα.

• Τη σταδιακή μείωση του ανώτερου συντελεστή φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων που ανέρχεται σήμερα σε 45% για εισοδήματα άνω των 100.000 ευρώ.

• Την αντικατάσταση όλων των φόρων που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία από έναν ενιαίο προοδευτικό φόρο, ο οποίος θα επιβαρύνει από την κύρια κατοικία μέχρι και τα αγροτεμάχια, πιθανόν αρχικά μόνον εκείνα που ανήκουν στους μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

• Τη σταδιακή κατάργηση κάθε έκπτωσης δαπάνης από το φορολογητέο εισόδημα φυσικών προσώπων (ιατρικές δαπάνες, ενοίκιο κ.ά.).

Τέλος, η κυβέρνηση, προκειμένου να «χρυσώσει» το χάπι αλλά ταυτόχρονα να διαχειριστεί και τη χρεοκοπία εκατοντάδων χιλιάδων λαϊκών νοικοκυριών, προβλέπει να προχωρήσει στη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των φορολογούμενων, ώστε η φορολογική επιβάρυνση να μην ξεπερνά το 25-30% του εισοδήματος, ενώ μεταθέτει τη σταδιακή αύξηση του αφορολόγητου ορίου εισοδήματος μετά το 2013. Η αναδιάρθρωση στο φορολογικό σύστημα κινείται στο γνώριμο άξονα περαιτέρω μετατόπισης των φορολογικών βαρών στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων, με ελάφρυνση της φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για καινοφανή μέτρα. Ενδεικτικά αναφέρουμε την αναλογία των άμεσων φόρων των νομικών προσώπων ως προς τους άμεσους φόρους των φυσικών προσώπων που αντανακλά ως ένα βαθμό τη συνεισφορά εργαζόμενων και επιχειρήσεων στην άμεση φορολογία. Το 2002 οι άμεσοι φόροι που κατέβαλαν τα νομικά πρόσωπα έφτασαν το 82% των άμεσων φόρων που κατέβαλαν τα φυσικά πρόσωπα, το 2008 η αναλογία υποχώρησε στο 39% και το 2012 μόλις και φτάνει το 20%. Τα μέτρα που έχει προαναγγείλει η κυβέρνηση θα μειώσουν ακόμα περισσότερο τη συνεισφορά του μεγάλου κεφαλαίου στα κρατικά φορολογικά έσοδα.

Αυτή η αναδιάρθρωση εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Από τη μια μεταφέρει τα βάρη της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής στις πλάτες των εργαζόμενων. Κυρίως όμως αποτελεί γενική στρατηγική του μεγάλου κεφαλαίου για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητάς του, τόσο μέσα από την άμεση θωράκιση της κερδοφορίας του λόγω μειωμένης φορολογίας, όσο και μέσα από την αυξημένη φορολογία μισθωτών και συνταξιούχων που μεταφράζεται σε νέο πακτωλό χρηματοδοτήσεων προς το μεγάλο κεφάλαιο.

 

ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

 Δεύτερος ειδικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η κλιμάκωση της κυβερνητικής επίθεσης είναι το ζήτημα των αποκρατικοποιήσεων, που αναγορεύονται από την αστική προπαγάνδα ως το «φάρμακο δια πάσα νόσο». Η πολιτική ιδιωτικοποίησης-πώλησης κρατικών επιχειρήσεων και της ακίνητης περιουσίας του κράτους καθορίζεται από τις ανάγκες θωράκισης της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Δεν πρόκειται -όπως θέλουν να την εμφανίσουν- για αποτέλεσμα αυθαίρετων πολιτικών επιλογών της μιας ή της άλλης κυβέρνησης ή της τρόικας. Δεν επιβάλλεται εκτάκτως από το υπέρογκο δημόσιο δανεισμό, αν και φυσικά η υπαρκτή ανάγκη διαχείρισης του δημόσιου χρέους επιταχύνει και ως ένα βαθμό μεταβάλλει τους όρους μιας σειράς ιδιωτικοποιήσεων κρατικής περιουσίας.

Η απελευθέρωση τομέων της οικονομίας και η αποκρατικοποίηση των πρώην κρατικών μονοπωλίων είναι ένας από τους δύο βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους το μεγάλο κεφάλαιο σε ολόκληρη την ΕΕ επιχειρεί να αναστρέψει την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους, να ξεπεράσει την κρίση, να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητά του. Με τις ιδιωτικοποιήσεις απελευθερώνονται πεδία οικονομικής δραστηριότητας όπου μπορούν να τοποθετηθούν τα υπερσυσσωρευμένα κέρδη των ομίλων. Οι αποκρατικοποιήσεις αποτελούν συνεπώς στρατηγική ανάγκη του μεγάλου κεφαλαίου και για το λόγο αυτό κωδικοποιείται ως στρατηγική κατεύθυνση της ΕΕ, ξεκινώντας από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ενώ εξειδικεύεται σε επόμενες επεξεργασίες της. Ταυτόχρονα, οι αποκρατικοποιήσεις είναι και μια πηγή άμεσων πόρων για το χρέος, όπου προβλέπεται να κατευθυνθούν σχεδόν αποκλειστικά τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις. Για το λόγο αυτό προωθήθηκαν, όλο το προηγούμενο διάστημα σε ολόκληρη την Ευρώπη, από την Ελλάδα και την Ιταλία, μέχρι τη Σουηδία και τη Φινλανδία.

Στην Ελλάδα, το γενικό πλαίσιο της απελευθέρωσης και των αποκρατικοποιήσεων εξειδικεύθηκε περαιτέρω με το περίφημο «Μεσοπρόθεσμο» και συμπληρώθηκε από το Μνημόνιο ΙΙ. Στα πλαίσια αυτά προβλέπεται η ποικιλότροπη εκποίηση ενός σημαντικότατου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, που περιλαμβάνει κρατική συμμετοχή ή πλήρη ιδιοκτησία επιχειρήσεων, υποδομών, μονοπωλιακά δικαιώματα και ακίνητα. Οι μορφές εκποίησης ποικίλουν από την πώληση μέρους ή όλου μέχρι την εκμίσθωση. Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) του Ιούλη 2011 προέβλεπε συνολικά έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ. ευρώ μέχρι το 2015, ενώ καθόριζε το βασικό θεσμικό πλαίσιο των αποκρατικοποιήσεων, εισάγοντας ως όχημα των ιδιωτικοποιήσεων το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, στο οποίο θα μεταβιβαστούν όλα τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου, εισήγαγε το θεσμό της επιφάνειας, με τον οποίο ο επενδυτής αυξάνει σημαντικά την κερδοφορία του, αφού δεν αγοράζει το ακίνητο αλλά ουσιαστικά το μισθώνει, ενώ στο ΜΠΔΣ υπήρχε και ένας αναλυτικός ενδεικτικός κατάλογος περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου προς αποκρατικοποίηση.

Το δεύτερο Μνημόνιο ( του Φλεβάρη του 2012) δεν περιλαμβάνει νέο κατάλογο περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου προς πώληση/αποκρατικοποίηση που να εξειδικεύει περαιτέρω τον κατάλογο που περιλάμβανε το ΜΠΔΣ του Ιούλη 2011, αλλά εξειδικεύει περαιτέρω τη διαδικασία αποκρατικοποιήσεων, αναθεωρώντας τη χρονική εξέλιξη του στόχου των αποκρατικοποιήσεων και προβλέποντας 4,5 δισ. για το 2012, 7,5 δισ. για το 2013 και 15 δισ. για το 2015, αντανακλώντας τις αντικειμενικές εξελίξεις στην οικονομία που καθιστούσαν ανέφικτο το στόχο του ΜΠΔΣ. Ταυτόχρονα, προβλέπει ως υποχρέωση της κυβέρνησης να προχωρεί σε πώληση όσων μεριδίων έχει σε επιχειρήσεις προκειμένου να «πιάνονται» οι στόχοι και επιβάλλει τη μεταβίβαση στο Ταμείο Αξιοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων. Δηλαδή, η στρατηγική των αποκρατικοποιήσεων που αφορά όλη την ΕΕ, στις περιπτώσεις των κρατών-μελών της Ευρωζώνης με δημοσιονομική υπερχρέωση εμπλέκεται με όρους διαχείρισης αυτού του προβλήματος. Αυτό εκφράζει και το κριτήριο των ιδιωτικοποιήσεων, δηλαδή υποχωρεί το κριτήριο των προσφορών προς όφελος της επίτευξης των οικονομικών στόχων.

Η νέα κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να επιταχύνει την απελευθέρωση και τις αποκρατικοποιήσεις που προωθούνται εδώ και μια 20ετία. Ανακοίνωσε ως βασικό στόχο της πολιτικής της την επιτάχυνση της ποικιλόμορφης εκποίησης ενός σημαντικότατου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, που περιλαμβάνει κρατική συμμετοχή ή πλήρη ιδιοκτησία επιχειρήσεων, υποδομών, μονοπωλιακά δικαιώματα και ακίνητα. Ο κατάλογος είναι σχεδόν ατελείωτος και ενδεικτικά μόνο περιλαμβάνει κομμάτια από ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ, ΔΕΣΦΑ και ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΛΤΑ, ΕΑΣ, ΟΣΕ, ΛΑΡΚΟ, την ΑΤΕ και τις επιχειρήσεις που ελέγχει, όπως η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τους οδικούς άξονες της χώρας, χιλιάδες ακίνητα του δημοσίου, με κορωνίδα το Ελληνικό, δικαιώματα εξόρυξης μεταλλευμάτων και υδρογονανθράκων σε όλη τη χώρα.

Τέλος καθίσταται υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να τροποποιήσει κατάλληλα το νομικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας του 2008, ώστε να αρθούν ακόμα και οι στοιχειώδεις δικλείδες που περιείχε σχετικά με τον έλεγχο που ασκεί το ελληνικό κράτος στις επιχειρήσεις αυτές. Στην κατεύθυνση αυτή, η κυβέρνηση προωθεί άμεσα ένα σχέδιο νόμου «σκούπα», με το οποίο θέλει να επιλύσει 77 εκκρεμότητες που δυσχεραίνουν την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων. Σημείο κλειδί στο εν λόγω σχέδιο νόμου είναι η κατάργηση της διάταξης βάσει της οποίας η κρατική συμμετοχή στις πρώην ΔΕΚΟ δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 51%, ανοίγοντας, με τον τρόπο αυτό, το δρόμο για την ιδιωτικοποίηση μιας μεγάλης σειράς τέτοιων επιχειρήσεων.

Η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση εντάσσεται σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο που προωθεί η κυβέρνηση, που έχει ως στόχο να «εξυγιάνει» τις προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις υπό κρατικό έλεγχο και στη συνέχεια να προχωρήσει στην πώλησή τους, με διακηρυγμένο στόχο να καταστούν πιο «ελκυστικές» για τους επενδυτές. Το πλαίσιο περιλαμβάνει, εκτός από την προαναφερθείσα νομοθετική ρύθμιση, κύμα απολύσεων με νέα εφαρμογή της εφεδρείας και μειώσεις μισθών με εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου. Ο πραγματικός στόχος είναι η ικανοποίηση των αναγκών των μονοπωλίων που θα επενδύσουν στις επιχειρήσεις αυτές, που επιζητούν ήδη κατάλληλα διαμορφωμένες συνθήκες για να μεγιστοποιήσουν την κερδοφορία τους. Στα πλαίσια αυτά εξετάζεται και η πιθανότητα επίσημης αναθεώρησης του χρονοδιαγράμματος των αποκρατικοποιήσεων.

Οι τέσσερις ειδικοί άξονες για τις αποκρατικοποιήσεις της προγραμματικής συμφωνίας15, που παρατίθενται παρακάτω, εξειδικεύουν συγκεκριμένες πλευρές του γενικότερου πλαισίου.

1. «Διαδικασία αποκρατικοποιήσεων - εγγυήσεις διαφάνειας».

Η «διαφάνεια» στις αποκρατικοποιήσεις αποτελεί καταρχήν προπαγανδιστικό χειρισμό που επιχειρεί να τοποθετήσει τη διαχωριστική γραμμή στο γνωστό δίλλημα διαφάνεια-αδιαφάνεια, διαφθορά κ.ο.κ. και να στρέψει την προσοχή μακριά από τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης πολιτικής αποκρατικοποιήσεων.

2. «Σύνδεση με την ανάπτυξη και όχι μόνο με εισπρακτικούς στόχους».

Αναφερθήκαμε ήδη στο κίνητρο των αποκρατικοποιήσεων, το γενικό και το ειδικό των δημοσιονομικά υπερχρεωμένων κρατών. Επιπλέον σημειώνουμε ότι η επίκληση στην ανάπτυξη κινείται στη γνωστή προπαγανδιστική τακτική που παρουσιάζει την καπιταλιστική ανάπτυξη σαν ανάπτυξη για όλους, σαν μια αταξική διαδικασία που είναι καταρχάς φιλολαϊκή. Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι ανάπτυξη για τα μονοπώλια, ενώ για τους εργαζόμενους ισοδυναμεί με σχετική ή και απόλυτη εξαθλίωση. Η καπιταλιστική ανάπτυξη θα έρθει μόνο με όρους θωράκισης της κερδοφορίας των μονοπωλίων, δηλαδή με διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης, με όρους συγκρίσιμους με την Κίνα, την Ινδία κλπ. Ετσι τα αναπτυξιακά κριτήρια όχι απλά δεν είναι εν δυνάμει φιλολαϊκά, αλλά αντίθετα είναι κατ’ ανάγκη αντιλαϊκά.

Από την άλλη, η επίκληση αναπτυξιακών κριτηρίων θα επιτρέψει και την προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων ομίλων από το ελληνικό κράτος, αφού το κριτήριο της εξαγοράς θα είναι διανθισμένο με επιπλέον αναπτυξιακά κριτήρια.

3. «Διατήρηση της κυριότητας του κράτους στα δίκτυα και αξιοποίηση του θεσμού των συμβάσεων παραχώρησης για βασικές υποδομές / Ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ρυθμιστικές αρχές».

Η διατήρηση της κυριότητας των δικτύων στο κράτος και η παραχώρηση -χρήσης στη πραγματικότητα- των υποδομών στο μεγάλο κεφάλαιο στοχεύει στην αύξηση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου. Το τελευταίο απλά θα αξιοποιεί υποδομές που έχουν γίνει με κρατικούς πόρους και την ίδια στιγμή θα επιδοτείται για την επέκταση των υποδομών, αφού αυτές δεν θα είναι ιδιόκτητες. Η μακροχρόνια παραχώρηση δεν αναιρεί καμία από τις αρνητικές συνέπειες της πώλησης ούτε εξασφαλίζει τη λήψη μέτρων μακροχρόνιας αποκατάστασης της φθοράς.

Οι ρυθμιστικές αρχές επίσης δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματα για το λαό που δημιουργούν οι αποκρατικοποιήσεις, η απελευθερωμένη αγορά, η όξυνση του ανταγωνισμού. Από τη μια, κάθε ρυθμιστική αρχή κινείται με γνώμονα τη θωράκιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της «απελευθερωμένης αγοράς». Από την άλλη, κανένα ρυθμιστικό πλαίσιο δεν μπορεί να αναιρέσει την όξυνση του ανταγωνισμού, την αναγκαία καταστροφή τμήματος του κεφαλαίου στην κρίση, τη δημιουργία μονοπωλίων μέσα από τον ίδιο τον ανταγωνισμό.

4.«Επίσπευση με άμεσες ενέργειες, κυρίως των περιπτώσεων όπου η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα συνδέεται με επενδύσεις σε υποδομές και θέσεις εργασίας. Π.χ. λειτουργικό έργο ΟΣΕ».

Αποκαλύπτεται η αποφασιστικότητα της νέας κυβέρνησης να επιταχύνει τις αποκρατικοποιήσεις αξιοποιώντας ως πρόσχημα «τις θέσεις εργασίας» σε εκείνους τους τομείς που προκρίνει ως ιδιαίτερα κερδοφόρους το μεγάλο κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, οι αποκρατικοποιήσεις δεν θα φέρουν σημαντικό αριθμό νέων θέσεων εργασίας, αλλά κυρίως θα φέρουν δραστική περικοπή θέσεων εργασίας, προκειμένου να είναι οι αποκρατικοποιούμενες επιχειρήσεις κερδοφόρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παράδειγμα του ΟΣΕ, όπου προκειμένου να προχωρήσει η αποκρατικοποίηση, το προσωπικό του έχει ήδη μειωθεί κατά 55% και οι αποδοχές του κατά 45%. Επίσης, όποιες νέες θέσεις εργασίας αναπτυχθούν θα είναι θέσεις εργασίας με μισθούς πείνας και ελαστικές εργασιακές σχέσεις, αφού η καπιταλιστική κερδοφορία πατάει πάνω σε αυτές τις προϋποθέσεις.

Οι αποκρατικοποιήσεις θα έχουν πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις στα λαϊκά εισοδήματα και στη ζωή των λαϊκών στρωμάτων γενικότερα. Θα οδηγήσουν άμεσα σε νέες αυξήσεις τιμών σε μια σειρά εμπορεύματα και υπηρεσίες που παρέχονται από τις προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις αλλά και σε καταστροφή του περιβάλλοντος και απώλεια των τελευταίων αδόμητων χώρων στους αστικούς ιστούς. Την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι στις αποκρατικοποιούμενες επιχειρήσεις θα γνωρίσουν νέα επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων τους. Τέλος, η πώληση μεταλλευτικών δικαιωμάτων (λ.χ. του χρυσού στη Χαλκιδική) παραδίδει την εξόρυξη του εγχώριου πλούτου στους πολυεθνικούς ομίλους, ενώ η προωθούμενη διαδικασία εκχώρησης των δικαιωμάτων εξόρυξης υδρογονανθράκων ωφελεί αποκλειστικά τους πετρελαϊκούς ομίλους στους οποίους θα καταλήξουν αυτά τα δικαιώματα.

 

Η ΑΣΦΑΙΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

 Η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική πολιτική όχι μόνο δεν ανοίγει δρόμο για τη λαϊκή αντεπίθεση, αλλά αντίθετα διευκολύνει την προώθηση της αντιλαϊκής πολιτικής, καλλιεργεί αυταπάτες σε σχέση με την ΕΕ.

Εσπευσε να χαιρετήσει την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, θεωρώντας την ως «πρώτο ρήγμα στις πολιτικές της λιτότητας». Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν αποτέλεσε «βασική συνιστώσα της συμμαχίας του Νότου» με αποτέλεσμα να μην κερδίσει «τουλάχιστον όσα και οι Ισπανία και Ιταλία διεκδίκησαν και κέρδισαν».

Η αποδοχή από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ της άμεσης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης τον οδηγεί στην ολική αναθεώρηση ενός ακόμα εκ των βασικών σημείων του κυβερνητικού του προγράμματος. Δηλαδή το στόχο να μπουν «υπό δημόσιο κοινωνικό και διαφανή έλεγχο οι τράπεζες που ανακεφαλαιοποιούνται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας», σημείο στο οποίο άλλωστε είχαν επικεντρώσει την κριτική τους στην κυβέρνηση Παπαδήμου και το θεωρούσαν βασική προϋπόθεση για τη λεγόμενη «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας».

Οι εξελίξεις στην Ιταλία και την Ισπανία, με την κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης και ως απόρροια των αποφάσεων του Συμβουλίου Κορυφής, επιβεβαίωσαν τις εκτιμήσεις του Κόμματος ότι η διαπραγμάτευση που έγινε στα πλαίσια της ΕΕ από τη «συμμαχία του Νότου» δεν έγινε για να ανακόψει τον αντιλαϊκό κατήφορο αλλά για λογαριασμό των μονοπωλιακών τους ομίλων.

Παρουσιάζοντας το εναλλακτικό του σχέδιο στο πρόσφατο συνέδριο του Economist, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τόνισε: « Θέση μας είναι η αντικατάσταση του μνημονίου με ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης για την αναπτυξιακή και παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά και για την κοινωνικά δίκαιη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας»16.

Η αποδοχή των ευρωενωσιακών στρατηγικών επιλογών και η μη αμφισβήτηση των δανειακών συμβάσεων προδιαγράφουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί το εθνικό σχέδιο ανόρθωσης του ΣΥΡΙΖΑ. Κινητήριος μοχλός του αποτελεί η υιοθέτηση του κεντρικού πυρήνα της ευρωενωσιακής στρατηγικής για την αναγκαιότητα θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων.

Αυτό το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει τρεις άμεσους στόχους.

- Την άμεση υλική ανακούφιση όσων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και κοντά σε αυτό. Αυτό θα προκύψει μέσα από το άμεσο πάγωμα (και όχι επαναφορά) των μειώσεων σε κοινωνικές δαπάνες, μισθούς και συντάξεις, κατάργηση των χαρατσιών σε πρώτη φάση για τους άνεργους, τους χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους αλλά και τη διάθεση μέρους του ΕΣΠΑ για τη χρηματοδότηση ενός ειδικού προγράμματος καταπολέμησης της ακραίας φτώχειας με τη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης, την ώρα που η κυβέρνηση στις προγραμματικές της δηλώσεις προτείνει την «εγκαθίδρυση ελάχιστου εισοδήματος για την καταπολέμηση της φτώχειας». Ουσιαστικά δηλαδή, η διαπάλη τους εστιάζεται στον τρόπο επιμερισμού της φτώχειας στο σύνολο των λαϊκών νοικοκυριών. Η αναφορά σε πάγωμα του «μέσου μισθού» στην ουσία σημαίνει τη μείωσή του, αν συνυπολογίσουμε την ακρίβεια, τις δαπάνες υγείας - πρόνοιας, την «απελευθερωμένη» αγορά κλπ., ενώ την ίδια στιγμή δεν δεσμεύεται για κατάργηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, αλλά για «διαμόρφωση ασφαλιστικών δικλείδων ενάντια στις μορφές ελαστικής απασχόλησης».

- Την άμεση σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας, μέσα από την οργάνωση της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με στοχευμένα αναπτυξιακά κίνητρα για τη στήριξη των ανταγωνιστικών κλάδων της οικονομίας. Δηλαδή υιοθετεί και εστιάζει στους ίδιους τομείς προτεραιότητας με τον ΣΕΒ. Εργαλείο για την επίτευξη των παραπάνω στόχων αποτελούν οι δημόσιες επενδύσεις, ο επανασχεδιασμός του ΕΣΠΑ, η διεκδίκηση ενός προγράμματος επενδύσεων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αλλά και η αξιοποίηση των προγραμματικών συνεργασιών ανάμεσα στο δημόσιο τομέα και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, εγχώριες ή και αλλοδαπές, με στόχο την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, την επέκταση τους σε νέες δραστηριότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Σε αυτά τα πλαίσια ζητάει να αξιοποιηθεί η δημόσια περιουσία μέσα από τις εξής κατευθύνσεις:

• Τη δημιουργία ενός ειδικού ταμείου εθνικού πλούτου και κοινωνικής ασφάλισης στο οποίο θα μεταφερθούν όλα τα δικαιώματα του φυσικού και ορυκτού πλούτου και το οποίο θα χρηματοδοτεί τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Αντίστοιχη πρόταση έχει καταθέσει και το ΠΑΣΟΚ για την τοποθέτηση των πόρων που θα προέλθουν από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Μια πρόταση που διευκολύνει τις απαλλαγές των εργοδοτών από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στο όνομα της μείωσης του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους.

• Τις διακρατικές συμφωνίες με διεθνείς κοινοπραξίες.

Δεν αντιπαρατίθεται στην ευρωενωσιακή πολιτική της απελευθέρωσης των αγορών. Στην ουσία δεν αμφισβητεί την αξιοποίηση του «δημόσιου πλούτου» από τους επιχειρηματικούς ομίλους αλλά διαφωνεί με τα ανταλλάγματα.

• Τον περιορισμό τις ανασφάλειας και την αναγέννηση της ελπίδας.

Προτείνει τη ρύθμιση του δημόσιου χρέους ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο και η εξυπηρέτησή του να μην αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Προτείνει να υπάρξει μορατόριουμ αποπληρωμής ή και νέα διαγραφή μέρους του, ανάλογα με την πορεία της οικονομίας και στη συνέχεια με ρήτρα εξυπηρέτησης της αποπληρωμής του ανάλογα με τους ρυθμούς ανάπτυξης. Θεωρεί ότι η λύση πρέπει να δοθεί σε επίπεδο Ευρωζώνης με τη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε δανειστή ύστατης καταφυγής και την έκδοση ευρωομολόγων. Αναγνωρίζει δηλαδή το δημόσιο χρέος και την ανάγκη αποπληρωμής του, καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορεί να ξεπεραστούν η ανισομετρία και οι αντιθέσεις στο έδαφος της καπιταλιστικής ΕΕ. Δεν αμφισβητεί το στόχο της «επαναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης», αφού αυτός εγγυάται την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Ο στόχος αυτός αφενός φορτώνει στο λαό το βάρος αποπληρωμής του δημόσιου χρέους και αφετέρου αποτελεί εφαλτήριο της συνολικής αντιλαϊκής επίθεσης σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της ΕΕ.

Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσει και τη δημοσιονομική εξυγίανση με την ύπαρξη ενός δίκαιου κοινωνικού φορολογικού συστήματος και την αύξηση των δημόσιων εσόδων μέσα από τη φορολόγηση του πλούτου και των υψηλών εισοδημάτων. Βασικό εργαλείο του νέου φορολογικού συστήματος θεωρεί το περιουσιολόγιο, στο οποίο θα αποτυπώνονται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται για μια πρόταση που έχει ήδη υιοθετηθεί και από την κυβέρνηση στις προγραμματικές της δηλώσεις, η οποία βάζει στο στόχαστρο το πραγματικό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και όχι του μεγάλου κεφαλαίου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με τις προτάσεις του καλλιεργεί αυταπάτες ότι στα πλαίσια, τα οποία δεν αμφισβητεί, της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, της ύπαρξης απορρήτων (τραπεζικό, εμπορικό, φορολογικό κ.ά.), φορολογικών παραδείσων και offshore εταιριών, μπορεί να υπάρξει φορολογική επιβάρυνση του κεφαλαίου και του πλούτου, τη στιγμή μάλιστα που πρόσφατες έρευνες υπολογίζουν σε 21 τρισ. δολάρια τα ποσά που έχουν βρει καταφύγιο σε φορολογικούς παράδεισους. Αποφεύγει να τοποθετηθεί σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων επιχειρηματικών ομίλων, δεν αμφισβητεί ότι η φορολογική πολιτική μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναπτυξιακό εργαλείο, θέση που μπορεί να οδηγήσει στην ελάττωση της φορολογίας των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου που επανεπενδύονται.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Το σύνολο των εξελίξεων υπογραμμίζει ότι η αντιλαϊκή επίθεση η οποία κλιμακώνεται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ υπαγορεύεται από τη στρατηγική ανάγκη των μονοπωλίων να θωρακίσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να διαχειριστούν την κρίση σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Γι’ αυτό έχει καθοριστική σημασία το εργατικό κίνημα σε κάθε χώρα να σημαδέψει τον πραγματικό αντίπαλο, τα μονοπώλια, την αστική τάξη και την ιμπεριαλιστική διακρατική συμμαχία της ΕΕ, να βαδίσει με γραμμή ρήξης/ανατροπής στην κατεύθυνση της «αποδέσμευσης από την ΕΕ με εργατική εξουσία».

Αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η αναμέτρηση τόσο με την κυβερνητική πολιτική που εξειδικεύει τις στρατηγικές κατευθύνσεις της ΕΕ και της αστικής τάξης (π.χ. μνημόνιο και δανειακή σύμβαση) όσο και με τις ρεφορμιστικές (σοσιαλδημοκρατικές και οπορτουνιστικές) προτάσεις που συσκοτίζουν τον πραγματικό εχθρό, αποπροσανατολίζουν και εμποδίζουν τον αναγκαίο αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό του εργατικού κινήματος.

Αναμέτρηση που αφορά την ανάδειξη του πραγματικού χαρακτήρα της κρίσης, σαν καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου σε αντιπαράθεση με τη θέση ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα της διόγκωσης του δημόσιου χρέους και της επιβολής της πολιτικής των μνημονίων.

Αναμέτρηση με την απατηλή θέση περί δυνατότητας φιλολαϊκής επαναδιαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της ΕΕ και της εξουσίας των μονοπωλίων. Αυτή η προσπάθεια εξαπάτησης γίνεται τόσο από τη σημερινή συγκυβέρνηση όσο και από το ΣΥΡΙΖΑ. Η συγκυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει τα αντιλαϊκά μέτρα σαν προϊόν εξωτερικής πίεσης από την Κομισιόν, κρύβοντας τον ενεργό ρόλο της ελληνικής αστικής τάξης στην επιβολή τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει σαν προοδευτική και φιλολαϊκή τη διαπραγμάτευση Μόντι-Ολάντ στη Σύνοδο Κορυφής και κατηγορεί τη συγκυβέρνηση ότι δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία με κατάλληλη εθνική διαπραγματευτική πολιτική.

Ορισμένες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, υπερβαίνουν την «αντιμερκελική» ρητορική του και προτείνουν κάποια μορφή αστικής διακυβέρνησης που θα κινηθεί σε κατεύθυνση αποδέσμευσης της καπιταλιστικής Ελλάδας από την ΕΕ με επαναδιαπραγμάτευση έως και μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, αποσυνδέουν το ζήτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ και του χρέους από το ζήτημα των οικονομικών σχέσεων, των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής που κυριαρχούν στην Ελλάδα. Δηλαδή αποσυνδέουν την οικονομία από την πολιτική, προβάλλοντας ως σημείο εκκίνησης της ρήξης την ανάδειξη «αριστερών» δυνάμεων σε πλειοψηφία της Βουλής και σε κυβέρνηση. Ανεξάρτητα από προθέσεις, αυτή η γραμμή εγκλωβίζει το εργατικό κίνημα σε κοινοβουλευτικές αυταπάτες, δεν το προετοιμάζει για τη σύγκρουση με τους μηχανισμούς της εξουσίας του κεφαλαίου, το κάνει χειροκροτητή του ενδεχόμενου αλλαγής συμμαχιών της ελληνικής αστικής τάξης, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού.

Φυσικά ο απεγκλωβισμός και η σφυρηλάτηση της ταξικής συνείδησης στις σημερινές συνθήκες δεν προϋποθέτει μόνο όξυνση της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης αλλά και ένταση των προσπαθειών για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και οικοδόμησης της κοινωνικής συμμαχίας, συνδέοντας το κίνημα πίεσης ενάντια στη φτώχεια και την εξαθλίωση με την πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας.

Η προσπάθειά μας εδράζεται στις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου, όπως εξειδικεύτηκαν στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά στην εργατική τάξη το 2010. Οπως εύστοχα τόνισε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη: «Η λαϊκή συμμαχία θα οικοδομηθεί με ευθύνη της εργατικής τάξης. Θα διαμορφωθεί μέσα από την ισχυροποίηση του πολιτικού αγώνα για άλλο δρόμο ανάπτυξης, για τη λαϊκή εξουσία. Θα σφυρηλατηθεί με την προώθηση ριζοσπαστικού πλαισίου, κοινών στόχων πάλης, σε αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση σε κάθε κλάδο της οικονομίας.

Θα αναδυθεί μέσα από τους συντονισμένους αγώνες του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου (ΠΑΜΕ), της Παναγροτικής Αγωνιστικής Συσπείρωσης (ΠΑΣΥ), της Πανελλαδικής Αντιμονοπωλιακής Συσπείρωσης Επαγγελματιών - Βιοτεχνών - Εμπόρων (ΠΑΣΕΒΕ), με αφετηρία τα οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα, σε γραμμή ρήξης με τα μονοπώλια και την εξουσία τους.

Η προσπάθεια οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας προϋποθέτει τον υπολογισμό των διαφορών και των αντιθέσεων στο εσωτερικό της για την εδραίωση του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού προσανατολισμού της. Η οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας δεν μπορεί να εδράζεται στην αποσιώπηση των διαστρωματώσεων μέσα στους κοινωνικούς συμμάχους, των αντιθέσεων στα άμεσα συμφέροντά τους. Αντίθετα, εξασφαλίζεται και ανανεώνεται στη βάση της συνειδητοποίησης και διεκδίκησης των μακρόχρονων συμφερόντων τους, με την αναγνώριση του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης στην εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων.

Για να ανοίξει ο δρόμος γι' αυτήν την ελπιδοφόρα προοπτική πρέπει να δυναμώσουν οι αγώνες με κοινά αιτήματα και στόχους για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών, αγώνες που ενισχύουν τη λαϊκή συμμαχία, συντονίζουν την πάλη, δημιουργούν διάθεση αντεπίθεσης και εμπνέουν μαχητική αισιοδοξία».

Η συνολική προσπάθεια έχει καθοριστική σημασία για την αντοχή και τη νικηφόρα έκβαση της διαπάλης με τη θολή «αντιμνημονιακή γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ που στοχεύει να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να καθηλώσει το κίνημα στη διαπραγμάτευση νέων απωλειών και μέτρων ανακούφισης για τους εξαθλιωμένους, στην προσαρμογή στα ελάχιστα.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση το ΚΚΕ στηρίζει την οργάνωση του εργατικού κινήματος και των συμμάχων του στις διεκδικήσεις για την αντιμετώπιση επειγόντων προβλημάτων, π.χ. προστασία των ανέργων, ανακούφιση της λαϊκής οικογένειας από τη βαριά φορολογία. Ταυτόχρονα καλεί τους εργαζόμενους να πάρουν ενεργά μέρος στα πρωτοβάθμια σωματεία, να οργανωθούν στο χώρο δουλειάς, να αλλάξουν τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Προωθεί επίσης αγωνιστικά, μέσα και έξω από τη Βουλή, σχέδια νόμου για καίρια λαϊκά προβλήματα, π.χ. για την κατάργηση των Μνημονίων και των Δανειακών Συμβάσεων.

Παράλληλα συμβάλλει στην προετοιμασία λαϊκών πρωτοβουλιών, οργανωμένης λαϊκής αντεπίθεσης σε περίπτωση νέας μεγάλης εσωτερικής υποτίμησης ή ανεξέλεγκτης άναρχης πτώχευσης.

Ο συνδυασμός μικροαστικών στρωμάτων - εργατικής αριστοκρατίας που ζητούν ουσιαστικά επιστροφή στην προηγούμενη θέση τους και εξαθλιωμένων τμημάτων της εργατικής τάξης (π.χ. άστεγοι, μακροχρόνια άνεργοι εργάτες) που ζητούν «άμεσες λύσεις» επιβίωσης επιδρά καταλυτικά-αρνητικά στον προσανατολισμό του κινήματος. Στον αντίποδα βρίσκονται σήμερα μικρότερες αριθμητικά δυνάμεις εργαζομένων με ριζοσπαστικές διαθέσεις (ιδιαίτερα σε μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα) που συμπορεύτηκαν με το ΠΑΜΕ σε γραμμή ρήξης-ανατροπής, με πλαίσιο ριζοσπαστικών στόχων πάλης (το οποίο περιλαμβάνει μέτρα ανακούφισης, ανακοπής της αντιλαϊκής επίθεσης, αλλά δεν εγκλωβίζεται στη στήριξη μιας ρεφορμιστικής διαχειριστικής κυβερνητικής επιλογής, όπως κι αν χαρακτηρίζεται). Η ισχυροποίηση των δεσμών μ’ αυτές τις δυνάμεις στους εργασιακούς χώρους, στα πρωτοβάθμια σωματεία, στις λαϊκές επιτροπές αποτελεί προτεραιότητα για την επιτυχή αντιπαράθεση με τη «γραμμή του μικρότερου κακού» και της ταξικής συνεργασίας. Απαιτεί δικές μας πρωτοβουλίες αλλά και ικανότητα παρέμβασης και επίδρασης στην κίνηση μαζών ακόμα και όταν αυτή η κίνηση δεν ξεκινά με δική μας πρωτοβουλία.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. The Bundesbank’s Bond Purchases in 1975, BNP PARIBAS, 7 Αυγούστου 2012.

2. «Δήλωση της Διάσκεψης Κορυφής της Ευρωζώνης», 29 Ιούνη 2012 (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).

3. ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2011, «Το αβέβαιο μέλλον της Ευρωζώνης».

4. The Economist, London, 16 Ιούνη 2012.

5. Global Economic Prospects, Volume 5, June 2012, The World Bank.

6. Ο όρος επιπτώσεις στο ΑΕΠ, αναφέρεται σε αρνητική απόκλιση του ΑΕΠ από το προϋπολογιζόμενο σενάριο βάσης. Ετσι, 1,2% επίπτωση για το 2012 στο Παγκόσμιο ΑΕΠ σημαίνει ότι η αύξησή του θα μειωθεί από το προϋπολογιζόμενο 2,5% στο 1,3%. Το σενάριο βάσης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ευρωζώνη είναι -0,3% το 2012, 0,7% το 2013 και 1,4% το 2014.

7. http://www.weeklystandard.com/blogs/geithner-blames-lower-government-spending-and-europe-economic-slowdown_648714.html.

8. IMF World Economic Outlook UPDATE, 16 July 2012.

9. Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι εκτιμήσεις για Ολλανδία και Πορτογαλία είναι εκτιμήσεις Απρίλη του 2012 και δεν έχουν συμπεριλάβει την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας που παρατηρήθηκε από το Α΄ στο Β΄ τρίμηνο του 2012. Ομως τα τελευταία στοιχεία για την κρίση στην Ευρωζώνη αφορούν τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες.

10. Νεότερες εκτιμήσεις δίνουν την ανεργία να ξεπερνά το 22%.

11. ΔΝΤ Fiscal Monitor Update, 16 Ιούλη 2012.

12. Το κείμενο της προγραμματικής σύγκλισης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ (http://www.to

vima.gr/politics/article/?aid=463892).

13. Το κείμενο της προγραμματικής σύγκλισης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ (http://www.to

vima.gr/politics/article/?aid=463892).

14. Το κείμενο της προγραμματικής σύγκλισης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ (http://www.to

vima.gr/politics/article/?aid=463892).

15. Το κείμενο της προγραμματικής σύγκλισης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ (http://www.to

vima.gr/politics/article/?aid=463892).

16. 6th Roundtable with the Government of Greece, Ομιλία Αλέξη Τσίπρα,

(http://www.hazliseconomist.com/uploads/speeches/RT2012_A/TSIPRAS_GR_Speech.pdf).