Της Σύνταξης

Τις στιγμές που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι πολιτικές εξελίξεις «έτρεχαν». Είχε προκύψει μία καταρχήν συμφωνία ανάμεσα στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την ΕΕ για 4μηνη παράταση της «δανειακής σύμβασης», η οριστικοποίηση της οποίας προϋπέθετε την παράδοση από την κυβέρνηση εντός ολίγων ημερών λίστας συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη συνέχιση της εποπτείας και της αξιολόγησης από Κομισιόν - ΔΝΤ - ΕΚΤ, τη συνέχιση των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων, τη συνέχιση της δέσμευσης για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και πρωτογενή πλεονάσματα, τη δέσμευση για επιτυχή ολοκλήρωση του «τρέχοντος προγράμματος» και την απεμπόληση της δυνατότητας ακυρώσεων ή μεταρρυθμίσεων μέτρων των προηγούμενων χρόνων χωρίς τη συμφωνία των εταίρων.

Ανεξάρτητα από την εξέλιξη που θα έχουν μια σειρά πιο συγκεκριμένα «ανοιχτά» ζητήματα το αμέσως επόμενο διάστημα, το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί τις λίγες βδομάδες που έχουν ακολουθήσει τις βουλευτικές εκλογές του Γενάρη έχει οριοθετήσει με μεγάλη σαφήνεια το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί –και κινείται ήδη– η νέα κυβέρνηση.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι εκλογές της 25ης Γενάρη έγιναν σε συνθήκες ενός ισχυρού ρεύματος άμεσης κυβερνητικής αλλαγής και μάλιστα όχι οποιασδήποτε, αλλά μιας κυβερνητικής αλλαγής με κορμό ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα το οποίο όμως διατηρεί σημαντικά οπορτουνιστικά χαρακτηριστικά. Η προοπτική ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση του ελληνικού καπιταλισμού τροφοδοτούσε –όπως και όλο το διάστημα μετά τις εκλογές του 2012– μια σειρά ερωτήματα όπως: Μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση εντός του καπιταλισμού; Ποια είναι η σχέση κράτους και κυβέρνησης; Η βούληση και η σύνθεση της κυβέρνησης καθορίζουν το χαρακτήρα του κράτους ή το αντίθετο; Ποια πρέπει να είναι η στάση ενός επαναστατικού ΚΚ στο ζήτημα της «αριστερής κυβέρνησης»;

Το ΚΚΕ αξιοποίησε και την προεκλογική περίοδο για να συζητήσει τα παραπάνω ζητήματα, να συγκρουστεί με τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες περί λύσεων «εντός των καπιταλιστικών τειχών» και ν’ αναδείξει την αναγκαιότητα ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας που θα βασίζεται στην κοινωνική ιδιοκτησία των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό-λαϊκό έλεγχο. Πολύ σημαντικό όπλο σε αυτή την παρέμβαση και κατά την προεκλογική περίοδο αποτέλεσαν οι συλλογικές επεξεργασίες του Κόμματος, η απόφαση για το Σοσιαλισμό με επίκεντρο την ΕΣΣΔ, η μελέτη της εμπειρίας του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, το νέο Πρόγραμμα του Κόμματος. Αυτές οι επεξεργασίες και η αντίστοιχη δουλειά στις γραμμές και τον περίγυρο του Κόμματος αύξησαν τη δυνατότητά του να αντιπαλεύει τις δυσκολίες, να τα βγάζει πέρα παλικαρίσια σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Η ΚΕ του ΚΚΕ, ενώ χαιρέτησε τη θετική τάση συσπείρωσης στο Κόμμα, ανάκτησης απώλειας ψήφων και εισροής νέων, εκτίμησε ότι η κυβερνητική εναλλαγή και η ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΣΥΡΙΖΑ δε συνιστά πολιτική αλλαγή υπέρ του λαού. Από τα πρώτα βήματά της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έδειξε τη διάθεσή της να διαχειριστεί τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και κατ’ επέκταση να σεβαστεί τον πυρήνα των πολυποίκιλων δεσμεύσεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό που αυτός συνεπάγεται.

Το ΚΚΕ ανέδειξε προεκλογικά ότι καμία κυβερνητική αλλαγή στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του λαού, δεν μπορεί ν’ αλλοιώσει στο παραμικρό τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ως δικτατορία της αστικής τάξης. Αυτό άλλωστε ήταν και η ουσία των επαναλαμβανόμενων προεκλογικών και μετεκλογικών διαβεβαιώσεων των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ περί «συνέχειας του κράτους». Αυτή η ταξική ουσία του κράτους είναι άλλωστε που καθορίζει το ρόλο και τα όρια κάθε επιμέρους λειτουργίας του –συμπεριλαμβανομένων του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης– και όχι το αντίθετο. Η σύνθεση της κυβέρνησης αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το «παραβάν» που κρύβει την ταξική της αποστολή. Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν άλλαξε με την κυβερνητική αλλαγή; Το να υποστηρίζαμε κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι στερούμε από το αστικό κράτος την απαραίτητη ευελιξία, χωρίς την οποία δε θα μπορούσε να επιτελέσει το λόγο ύπαρξής του, την εξασφάλιση όλων εκείνων των όρων (οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών) που απαιτούνται για την υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτός είναι και ο λόγος που το αστικό κράτος προχωράει σε μικρότερες ή μεγαλύτερες –ανά περιόδους– προσαρμογές σε πλευρές της λειτουργίας του, στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών του, στις ιδεολογικές αναφορές που αξιοποιεί, στη σύνθεση των διεθνών συμμαχιών του, στην ασκούμενη πολιτική κλπ.

Βασικό καθήκον των κομμουνιστών είναι ν’ αναδεικνύουν με την παρέμβασή τους τον ταξικό χαρακτήρα αυτών των προσαρμογών. Ομολογουμένως πρόκειται για ένα δύσκολο καθήκον που απαιτεί βαθιά ιδεολογική παρέμβαση, πολλές φορές «κόντρα στο ρεύμα» των λαϊκών προσδοκιών και αυταπατών. Μόνο έτσι όμως μπορεί το επαναστατικό κόμμα να συμβάλει στην πολιτικοποίηση της εργατικής-λαϊκής συνείδησης και στην αποτροπή του αφοπλισμού του κινήματος –μέσω της ενσωμάτωσής του πίσω από τον έναν ή τον άλλο πόλο της αστικής διαχείρισης– στην πάλη του απέναντι στο κεφάλαιο.

Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα ποιες συνθήκες επικρατούν όλη αυτή την περίοδο πριν και μετά τις τελευταίες εκλογές. Καταρχήν οποιαδήποτε κυβέρνηση προέκυπτε μετά τις εκλογές έπρεπε να δράσει σε συνθήκες κατά τις οποίες δεν έχει σταθεροποιηθεί η έξοδος από την καπιταλιστική κρίση. Ταυτόχρονα, η όποια αστική διαχείριση ασκούνταν δε θα λάμβανε χώρα μέσα σε συνθήκες απομόνωσης της Ελλάδας, αλλά σε συνθήκες κυριαρχίας ενός περίπλοκου πλέγματος συμφερόντων και επιδιώξεων άλλων –και μάλιστα πολύ ισχυρών– καπιταλιστικών κρατών. Επίσης, εννοείται ότι η όποια πολιτική ακολουθούνταν έπρεπε να διαχειριστεί μια σειρά υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που απορρέουν από την επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να παραμείνει στην ΕΕ και την ΟΝΕ.

Το αστικό κράτος –και η νέα κυβέρνηση ως τμήμα του– έπρεπε λοιπόν να δράσει ως συλλογικός καπιταλιστής στα παραπάνω πολύ σύνθετα δεδομένα. Αυτή η συνθετότητα αποτέλεσε άλλωστε –πριν ακόμα και από τις εκλογές– σημαντικό παράγοντα προβληματισμού της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτό που φαίνεται είναι ότι στα πλαίσια της τάξης αυτής κυριάρχησε μία βασική συνισταμένη που αποδεχόταν την ανάγκη μιας σχετικής διαφοροποίησης της αστικής διαχείρισης στις σημερινές συνθήκες.

Μετά τις εκλογές του Μάη του 2012, ο τότε πρόεδρος του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των εκλογών «αντιμνημονιακή ψήφο οργής και τιμωρίας», ενώ καλούσε ανοιχτά από τότε σε βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα με συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και στελέχη της ΝΔ αμφισβητούσαν προεκλογικά πλευρές της κυρίαρχης διαχείρισης, με πιο χαρακτηριστικές ίσως τις δηλώσεις του ηγετικού στελέχους της ΝΔ και Επιτρόπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δ. Αβραμόπουλου, ο οποίος έκανε ανοιχτά λόγο για την ανάγκη ευελιξίας ως προς την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας για τις χώρες του Νότου.

Το ίδιο κλίμα επικράτησε και μετεκλογικά. Από τη μία είχαμε δηλώσεις σημαντικών συλλογικών φορέων της αστικής τάξης που δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους για την κυβερνητική αλλαγή (ΣΕΒ, Σύνδεσμος Εξαγωγέων, ΕΒΕΑ, ΣΕΤΕ κλπ.) και από την άλλη σχετικές αναφορές μεγάλων καπιταλιστών υπέρ της κυβέρνησης. Φυσικά η ύπαρξη της παραπάνω κυρίαρχης συνισταμένης στις γραμμές της αστικής τάξης και η έκφρασή της σε πολιτικό επίπεδο σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει την ύπαρξη τμημάτων του κεφαλαίου που εκτιμούν ότι τα συμφέροντά τους μπορεί να θιγούν από την προσαρμογή αυτή.

Όσον αφορά τις διεθνείς συμμαχίες της ελληνικής αστικής τάξης, φαίνεται να διατηρείται ο βασικός προσανατολισμός τους ως προς τη συμμετοχή στην ΕΕ και την ΟΝΕ. Φυσικά αυτό σε καμία περίπτωση δε συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν πραγματικές διαφοροποιήσεις στην ιεράρχηση των διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης, τόσο ως ανάγκη διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας για παν ενδεχόμενο, όσο και ως τμήμα της διαπραγμάτευσης στο ζήτημα της διαχείρισης του κρατικού χρέους. Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα στοιχεία σύγκλισης της νέας κυβέρνησης με κάποια ευρωπαϊκά κράτη που πιέζουν προς παρόμοια κατεύθυνση στον τομέα της δημοσιονομικής διαχείρισης (π.χ. Γαλλία, Ιταλία), αλλά και με τις ΗΠΑ, οι οποίες φαίνεται ν’ αξιοποιούν –αν και με προσοχή– την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα για την ανάπτυξη των δικών τους επιδιώξεων στην ΕΕ. Οι παραπάνω συγκλίσεις εκφράζονται τόσο στην κυβερνητική φράση «πολυδιάστατη και ενεργητική εξωτερική πολιτική», όσο και στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης, με ενδεικτικές τις τοποθετήσεις του Γ. Βαρουφάκη στο υπουργείο Οικονομικών, του Ν. Κοτζιά στο υπουργείο Εξωτερικών και του Π. Καμμένου στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι αυτή η προσαρμογή γίνεται στο έδαφος της αποδοχής του κεντρικού άξονα της προηγούμενης διαχείρισης, πυρήνας του οποίου ήταν η αναγκαιότητα απαξίωσης της εργατικής δύναμης ως προϋπόθεση εξόδου από την κρίση. Αυτή η αποδοχή εκφράζεται στη διατήρηση του κορμού των εφαρμοστικών νόμων του Μνημονίου, αλλά και στις χαρακτηριστικές δηλώσεις κεντρικών κυβερνητικών στελεχών περί αποδοχής του 70% των προγραμματικών μέτρων και συμπλήρωσής τους με άλλα μέτρα που προτείνει ο ΟΟΣΑ και κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση αξιοποιεί ένα τεχνοκρατικό μηχανισμό που στο παρελθόν είχε επίσης αξιοποιηθεί από τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (η πρόσληψη της εταιρίας LAZARD για τη διαχείριση του κρατικού χρέους, προτάσεις ΟΟΣΑ κλπ.).

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων που έδωσε στη δημοσιότητα η ίδια η κυβέρνηση. Σε αυτά υπάρχουν διατυπώσεις όπως: «Κατά τη διάρκεια της “γέφυρας” […] η κυβέρνηση θα ιεραρχήσει την εφαρμογή αυτών των δράσεων που περιλαμβάνονται στις υπάρχουσες συμφωνίες που είναι πλήρως συνεπείς με την πολιτική της εντολή. Συνολικά, θα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% της συνολικής λίστας των δράσεων που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως», «Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις […] η κυβέρνηση είναι εντελώς μη δογματική. Είμαστε έτοιμοι και πρόθυμοι να αξιολογήσουμε κάθε σχέδιο ξεχωριστά. Οι αναφορές σε Μέσα Ενημέρωσης ότι η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Πειραιά αναιρέθηκε δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αναληθείς» κλπ.

Παρά το γεγονός όμως της αποδοχής από τη νέα κυβέρνηση του κεντρικού άξονα της διαχείρισης που ακολούθησε η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι προσαρμογές που αυτή επιδιώκει. Αυτές οι προσαρμογές είναι ποικίλου χαρακτήρα και διαφορετικής σημασίας για το κεφάλαιο. Ξεκινούν από διάφορους αστικούς εκσυγχρονισμούς σε θεσμούς και λειτουργίες, για να φτάσουν μέχρι το πολύ πιο κομβικό ζήτημα των αλλαγών στο ακολουθούμενο μίγμα της οικονομικής πολιτικής.

Η κυβερνητική διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα σε συνθήκες ενσωμάτωσης στην ΕΕ και ΟΝΕ είχε τα τελευταία χρόνια ως ακρογωνιαίο λίθο της την πολύ περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που συμπλήρωνε την –ασκούμενη σε επίπεδο Ευρωζώνης– νομισματική πολιτική. Η ελληνική κυβέρνηση διεκδικεί ως απαραίτητη προϋπόθεση στήριξης από το κράτος μία χαλάρωση της προσπάθειας για σταθεροποίηση.

Φυσικά στο βαθμό αυτής της χαλάρωσης τίθενται συγκεκριμένα όρια λόγω της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ και ειδικότερα λόγω της σχέσης της δημοσιονομικής με την αντίστοιχη νομισματική πολιτική που ακολουθείται σε επίπεδο Ευρωζώνης. Αυτά τα όρια εκφράζονται στο περιεχόμενο της προσωρινής τετράμηνης συμφωνίας, αλλά και γενικότερα στη δέσμευση της νέας κυβέρνησης για προώθηση των αναδιαρθρώσεων, στην απεμπόληση της διεκδίκησης από το ΣΥΡΙΖΑ διαγραφής τμήματος του κρατικού χρέους, στην αποδοχή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και στον περιορισμό της αντιπαράθεσης στο ύψος των λεγόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων. Επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ, ως σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με ισχυρές οπορτουνιστικές αναφορές, έχει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων κομμάτων αστικής διαχείρισης στο ζήτημα εξασφάλισης της πολυπόθητης για την αστική τάξη κοινωνικής ειρήνης. Ενδεικτική είναι η μετεκλογική αύξηση της διεισδυτικότητας σε λαϊκά στρώματα της πεποίθησης ότι μια σειρά επιδιώξεις της αστικής τάξης, όπως η συνέχιση της λαϊκής φοροαφαίμαξης και η συνέχιση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, αποτελούν πατριωτικό, εθνικό καθήκον.

Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλουν και σημαντικά τμήματα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, τα οποία προσπαθούν να μετατρέψουν το συνδικαλιστικό κίνημα σε «ουρά» της αστικής κυβερνητικής διαπραγμάτευσης. Ιδιαίτερο βάρος σε αυτή την προσπάθεια πέφτει στις πλάτες του οπορτουνισμού. Χαρακτηριστική είναι η στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία στηρίζει ανοιχτά τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις που οργανώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο διευθυντής του «Πριν», της εφημερίδας του ΝΑΡ, δε διατηρεί κανένα απολύτως πρόσχημα στην υπεράσπιση της διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Τις παραπάνω εξελίξεις της τελευταίας περιόδου προσπαθούν να κωδικοποιήσουν τα δύο πρώτα κείμενα αυτού του τεύχους. Το άρθρο με τίτλο «Το τοπίο των μετεκλογικών προοπτικών» προσπαθεί να φωτίσει την ουσία των μετεκλογικών εξελίξεων που επιχειρείται να καλυφθεί πίσω από την κυβερνητική προπαγάνδα περί «πρώτης φοράς αριστερά» και περί «νέας εποχής». Ξεχωρίζει τόσο τα στοιχεία στα οποία συνίσταται η συνέχεια σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση, όσο και τις πλευρές εκείνες στις οποίες υπάρχουν προσαρμογές, με πιο σημαντική την επιδιωκόμενη αλλαγή του μίγματος της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Προσπαθεί ν’ απαντήσει σε ερωτήματα όπως: Ποια είναι η ταξική ουσία αυτών των προσαρμογών και των κυβερνητικών διαπραγματεύσεων; Ποιοι παράγοντες κρύβονται πίσω από αυτή την προσαρμογή; Σε ποιο διεθνές περιβάλλον λαμβάνει χώρα αυτή η προσαρμογή; Όλα αυτά τα ερωτήματα πραγματεύεται για να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με τη στάση του εργατικού κινήματος στις νέες συνθήκες με στόχο τη διατήρηση της πολιτικής του αυτοτέλειας και της δράσης του σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Το κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ με τίτλο «Οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ» εστιάζει στην κριτική των βασικών αξόνων της αντιλαϊκής πολιτικής της νέας κυβέρνησης, τουλάχιστον όπως αυτά είχαν σκιαγραφηθεί πριν την ολοκλήρωση των σχετικών κυβερνητικών διαπραγματεύσεων. Εισαγωγικά κωδικοποιεί τα στοιχεία στα οποία συνίσταται αυτή η διαπραγμάτευση και το πλέγμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στα πλαίσια της οποίας λαμβάνει χώρα. Στη συνέχεια προχωράει στην ανάδειξη του αντιλαϊκού χαρακτήρα της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέσα από τη συγκεκριμένη κριτική στις μέχρι τώρα εξαγγελίες που σχετίζονται με τη μισθολογική πολιτική της, τη φορολογία, την πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, τις θέσεις της νέας κυβέρνησης για τον τραπεζικό τομέα, για τον Τουρισμό. Απ’ όλα τα παραπάνω απορρέει η ουσία της προσαρμογής του μίγματος διαχείρισης ως απαραίτητη για την επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας στις σημερινές συνθήκες και αντίστοιχα η στάση που πρέπει να κρατήσει το εργατικό κίνημα απέναντι σε αυτήν.

Το κείμενο με τίτλο «Με πυξίδα τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες της γυναίκας» είναι αφιερωμένο στην 8η Μάρτη ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Στο κείμενο παρουσιάζεται η ταξική ρίζα της φυλετικής ανισότητας αλλά και οι παράγοντες που δυσκολεύουν τις γυναίκες να την κατανοήσουν. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις μειωμένες απαιτήσεις και στις αυξανόμενες ανάγκες των γυναικών σε μια σειρά τομείς της κοινωνικής ζωής, στις εργασιακές σχέσεις, στον ελεύθερο χρόνο, στους τομείς της μητρότητας, της υγείας και της πρόνοιας, αλλά και στη στρεβλή αντίληψη των αναγκών που δημιουργεί ο καπιταλισμός. Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα προβάλλεται η γραμμή του ΚΚΕ στα διάφορα μέτωπα πάλης, η αναγκαία εξειδίκευση της δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες, αλλά και ο ιδεολογικός αγώνας απέναντι στις πολυποίκιλες αστικές θεωρίες για το γυναικείο ζήτημα ως προϋπόθεση ανάπτυξης της εργατικής πολιτικής συνείδησης σ’ ένα πρωτοπόρο τμήμα γυναικών της εργατικής τάξης. Σε αντιστοιχία με την ταξική ρίζα του γυναικείου ζητήματος προβάλλεται η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση της γυναίκας από την ταξική και φυλετική καταπίεση και τα αντίστοιχα βήματα που έγιναν σε αυτή την κατεύθυνση κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα.

Με αφορμή την επέτειο των 70 χρόνων από το θάνατο της Γερμανίδας εικαστικού και αγωνίστριας Κέτε Κόλβιτς, στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνεται ένα σύντομο φωτογραφικό αφιέρωμα στο έργο της.

Στην ενότητα «Ιστορία», το κείμενο «Αστικές και νέες οπορτουνιστικές προσεγγίσεις για το Δεκέμβρη του 1944» ασκεί κριτική σε μια σειρά απόψεις που εκφράστηκαν με αφορμή τα 70 χρόνια από το Δεκέμβρη του 1944. Οι αστικές προσεγγίσεις εστιάζουν στη διαστρέβλωση του χαρακτήρα της σύγκρουσης, στην απόκρυψη του γεγονότος ότι αντικειμενικά το επίδικο της σύγκρουσης ήταν το ζήτημα της εξουσίας. Το κείμενο αποκαλύπτει την παραχάραξη των επιδιώξεων του ΚΚΕ και του ρόλου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Κατοχή, το φαιδρό περιεχόμενο των αστικών απόψεων περί «μοιράσματος του κόσμου» και την αστική προπαγάνδα για την αποκαλούμενη «κόκκινη βία». Οι οπορτουνιστικές προσεγγίσεις με τη σειρά τους αποκρύβουν το γεγονός ότι τα λάθη και οι υποχωρήσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ οφείλονταν σε αντιφάσεις και αδυναμίες της στρατηγικής αντίληψης του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ενώ αμφισβητούν ανοιχτά τη δυνατότητα και αναγκαιότητα ενός επαναστατικού ΚΚ να αντλεί συμπεράσματα από την ιστορία του.

Το κείμενο με τίτλο «Ιστορική πορεία της ιδιοκτησίας στα δάση» ξεχωρίζει τις μορφές που πήρε αυτή η ιδιοκτησία στον ελλαδικό χώρο από το φεουδαρχικό Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας. Ιδιαίτερα στέκεται στο καθεστώς ιδιοκτησίας από τη νίκη της επανάστασης του 1821 μέχρι και τον τελευταίο δασικό νόμο του 2014 και στον τρόπο με τον οποίο αυτή αξιοποιήθηκε κατά καιρούς προς όφελος της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η μελέτη της ιστορικότητας του ζητήματος είναι απαραίτητη μεταξύ άλλων και για την παρακολούθηση της εξέλιξης των σχέσεων στην αγροτική παραγωγή.

Τέλος στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 1.1.2015 έως 24.2.2015.