Της Σύνταξης

Το καλοκαίρι ολοκληρώθηκε με την ψήφιση ενός ακόμα μνημονίου - δανείου, «αριστερού» αυτήν τη φορά, αξίας 85 δισ. ευρώ, και το φθινόπωρο ξεκινάει με τη διεξαγωγή μίας ακόμα εκλογικής μάχης. Η προκήρυξη των εκλογών επιτάχυνε μια σειρά κυοφορούμενες από καιρό αναδιατάξεις στο εσωτερικό του στρατοπέδου των κομμάτων του καπιταλισμού. Παράλληλα, ολοκληρώθηκε η διαδικασία-τραγέλαφος των διερευνητικών εντολών, η οποία το μόνο πράγμα που διερεύνησε είναι τα περιθώρια προεκλογικών και μετεκλογικών συμμαχιών μεταξύ των κομμάτων και των πολιτικών του «καπιταλιστικού τόξου».

 Το ΚΚΕ ξεκαθάρισε ότι από την πλευρά των συμφερόντων των εργαζομένων το επίδικο των εκλογών δεν είναι ποια θα είναι η κομματική σύνθεση της κυβέρνησης που θα σχηματιστεί. Είναι καθαρό ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση κι αν προκύψει –ανεξάρτητα από το πώς θα βαφτιστεί, «ειδικού σκοπού», «αριστερή», «πατριωτική», «σωτηρίας» ή οτιδήποτε άλλο– θα πορευτεί το δρόμο της εφαρμογής των αντιλαϊκών μέτρων και μνημονίων προς όφελος της υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το ΚΚΕ θα αξιοποιήσει και αυτήν την εκλογική μάχη, όπως έκανε και με όλες τις προηγούμενες, για να αναδείξει πιο πειστικά –στη βάση και της πρόσφατης 7μηνης πείρας από την κυβερνητική πολιτική ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ– τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και τις πολιτικές που τον υπηρετούν ως υπεύθυνους για τα δεινά του λαού, θα προβάλει την αναγκαιότητα σύγκρουσης με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία σε όλα τα επίπεδα, από την αγωνιστική παρεμπόδιση των επιλογών του κεφαλαίου μέχρι την οριστική ανατροπή του και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Το ζήτημα άλλωστε της συγκέντρωσης δυνάμεων εναντίον του καπιταλισμού εξαρτάται άμεσα από το βαθμό στον οποίο κατανοείται η
δυνατότητα και αναγκαιότητα της κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων
μέσων παραγωγής, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού, του εργατικού ελέγχου.

Αυτή η ανατροπή είναι η μόνη η οποία μπορεί να βάλει τέλος στη σήψη που αναδύεται σήμερα σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής, από τους αντιλαϊκούς νόμους για την εξασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης μέχρι τον τρόπο αντιμετώπισης των διογκωμένων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Όπως είναι λογικό μάλιστα, αυτό το τελευταίο ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Το ΚΚΕ έχει αναδείξει ότι τόσο οι αιτίες των ροών αυτών όσο και ο τρόπος αντιμετώπισής τους φέρουν τη σφραγίδα των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και γι’ αυτό η πάλη απέναντι στις συνέπειες αυτής της κατάστασης δεν μπορεί παρά να στοχοποιεί αυτές τις αιτίες. Τόσο οι πόλεμοι και οι επεμβάσεις που γίνονται με στόχο το μοίρασμα των αγορών όσο και η εγκατάλειψη των εξαθλιωμένων προσφύγων και μεταναστών στην τύχη τους ή ακόμα και η βίαιη καταστολή τους αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπο αυτού του συστήματος, που δεν υπολογίζει τίποτα μπροστά στην επιδίωξη του καπιταλιστικού κέρδους, στον ανταγωνισμό για το πρόσθετο κέρδος. Οπωσδήποτε, το ζήτημα αυτών των ροών έχει πολλές φανερές και αθέατες πλευρές, οι οποίες δεν μπορούν να πιαστούν στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος.

Για να στοχοποιηθεί όμως ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης ως πραγματικός αντίπαλος, οι εργαζόμενοι πρέπει να ξεπεράσουν τους σκοπέλους που δημιουργεί η συνεχόμενη τα τελευταία χρόνια αναμόρφωση του αστικού πολιτικού σκηνικού και οι ελιγμοί του συστήματος μέσω της εναλλαγής κομμάτων και προσώπων σε διάφορους ρόλους. Ο νέος κύκλος ρευστότητας στο αστικό πολιτικό σκηνικό τροφοδοτείται –όπως και οι προηγούμενοι– από τις δυσκολίες που παρουσιάζει η διαχείριση του μεγάλου δημόσιου χρέους, αλλά και η ανάκαμψη της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ βρέθηκε μπροστά στις αντιφάσεις όχι μόνο του συστήματος που ήθελε να υπηρετήσει, αλλά και της προσπάθειας της να εξαπατήσει λαϊκές δυνάμεις ότι η δική της πολιτική θα είχε δήθεν διαφορετικό, φιλολαϊκό - «αντιμνημονιακό» προσανατολισμό. Έτσι, βάζοντας την υπογραφή της στο 3ο αντιλαϊκό μνημόνιο, αναγκάστηκε να προσφύγει στις κάλπες, ν’ ανανεώσει τα διλήμματα και να επιδιώξει νέα χειραγώγηση λαϊκών δυνάμεων και απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης.

Ένα γενικό συμπέρασμα που μπορεί λοιπόν να αντληθεί από την εμπειρία των τελευταίων ετών επιβεβαιώνει αυτό που έχει επιβεβαιωθεί ήδη πολλές φορές ιστορικά, ότι το υπόβαθρο των εξελίξεων στο αστικό πολιτικό σύστημα είναι οι εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία. Γι’ αυτό και από το 2008 μέχρι σήμερα, όπου αυτή βρίσκεται –το μεγαλύτερο διάστημα– σε φάση κρίσης και αντιμετωπίζει πολύ μεγάλες δυσκολίες δυναμικής ανόδου, το πολιτικό σύστημα του καπιταλισμού έχει περιπέσει σε μια κατάσταση συνεχούς προσαρμογής.

Όλα αυτά τα χρόνια άλλωστε, το επίδικο της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των κομμάτων που κατά καιρούς διαγκωνίζονταν για την κατάκτηση της κυβερνητικής διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα δημιουργούνταν πιο ευνοϊκές συνθήκες για την καπιταλιστική ανάπτυξη (η οποία βαφτίζεται «παραγωγική ανασυγκρότηση», «ανάταξη της οικονομίας» κ.ά.), μαζί φυσικά με την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης σε αυτήν την επιδίωξη. Αυτό ακριβώς ήταν το «ζουμί» της αντιπαράθεσης πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015 μεταξύ ΝΔ-ΠΑΣΟΚ από τη μία και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από την άλλη, αυτό είναι και το «ζουμί» της αντιπαράθεσης μεταξύ των κομμάτων που υπερψήφισαν το 3ο μνημόνιο από τη μία και των αποσχισθέντων από το ΣΥΡΙΖΑ στελεχών από την άλλη.

Τα κόμματα που υπερψήφισαν το τελευταίο μνημόνιο, με πρώτο το ΣΥΡΙΖΑ, θεωρούν αυτήν την επιλογή αναγκαία για να μην απειληθεί η συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωζώνη και την ΕΕ και να μην απεμποληθούν τα οφέλη που απορρέουν από αυτήν τη συμμετοχή και την εφαρμογή ορισμένων μέτρων για την αστική τάξη στη χώρα μας. Στο βωμό αυτής της πορείας φάνηκαν κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να θυσιάσουν όσα εργασιακά-λαϊκά δικαιώματα είχαν απομείνει από τους προηγούμενους γύρους αντιλαϊκών επιθέσεων. Νέα άνοδος ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, νέα μείωση συντάξεων, νέα φοροεπιδρομή, πλήρης εφαρμογή όλων των προηγούμενων αντιλαϊκών νόμων και διατάξεων (από τα δύο προηγούμενα μνημόνια μέχρι τη μείωση σχεδόν κατά 100 ευρώ της κατώτερης σύνταξης του ΙΚΑ), ενώ ταυτόχρονα έχουν μπει ξεκάθαρα τα θεμέλια για περαιτέρω ανατροπές στα εργασιακά δικαιώματα (μείωση μισθών κρατικών υπαλλήλων μέσω της σύνδεσής τους με την πορεία του ΑΕΠ, δέσμευση για επανεξέταση τον Οκτώβρη «ορισμένων υφιστάμενων πλαισίων της αγοράς εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ομαδικών απολύσεων, της συλλογικής δράσης και των συλλογικών διαπραγματεύσεων» κλπ.).

Για τις ανάγκες εκλογικής διαφοροποίησής του από τις ουσιαστικά σύμμαχες δυνάμεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ στην ψήφιση του Μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την ψευδεπίγραφη αντινεοφιλελεύθερη διαχωριστική γραμμή, αφού πλέον δεν μπορεί να υποστηρίξει την επίσης ψευδεπίγραφη αντιμνημονιακή γραμμή που υποστήριξε στις εκλογές του Γενάρη 2015.

Από την πλευρά της, η «Λαϊκή Ενότητα» (ΛΑΕ) στην πραγματικότητα προτείνει ό,τι και ο ΣΥΡΙΖΑ πριν γίνει κυβέρνηση, πριν «προσγειωθεί» στην καπιταλιστική πραγματικότητα όπως διαμορφώνεται και από το γενικότερο καπιταλιστικό περίγυρο. Στην ουσία η ΛΑΕ προτείνει ένα διαφορετικό δρόμο υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, με πυρήνα την πιο ενεργή παρέμβαση του αστικού κράτους στην οικονομία και την αξιοποίηση σε αυτήν την προσπάθεια του ενδεχόμενου της εξόδου από το ευρώ και της υιοθέτησης εθνικού νομίσματος με παραμονή στην ΕΕ. Αυτή η παρέμβαση περιλαμβάνει μια σειρά μέτρα, από την αξιοποίηση της κρατικοποίησης του τραπεζικού συστήματος προς όφελος της «“σεισάχθειας” στα χρέη των εταιριών» μέχρι την άμεση «στήριξη των ιδιωτικών επενδύσεων» με κρατικό χρήμα, όπως ανοιχτά ομολογούν όλα τα στελέχη της ΛΑΕ. Φυσικά, λίγη σημασία έχει για τους εργαζόμενους το νόμισμα –ευρώ ή δραχμή– στο οποίο θα είναι τα χρήματα με τα οποία θέλει να στηρίξει η ΛΑΕ τους καπιταλιστές. Σε κάθε περίπτωση, το νέο νόμισμα προβάλλεται ανοιχτά απ’ όλα τα στελέχη της ΛΑΕ ως μέσο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και, μέσω αυτής, της αναθέρμανσης της (καπιταλιστικής) οικονομίας.

Τόσο σε άρθρα στο «Ριζοσπάστη» όσο και σε άρθρα αυτού του τεύχους της ΚΟΜΕΠ, αναφερόμαστε αναλυτικά στη στάση των στελεχών της ΛΑΕ τόσο ως κυβερνητικών στελεχών (την τελευταία περίοδο) όσο και ως στελεχών του οπορτουνιστικού ρεύματος όλη την προηγούμενη περίοδο, στην ιδιαίτερη συμβολή που είχαν στο πέρασμα της αντιλαϊκής επίθεσης και των αυταπατών. Αυτό που αξίζει να προσθέσουμε εδώ είναι η στάση των υπόλοιπων οπορτουνιστικών μορφωμάτων απέναντι στη ΛΑΕ. Η στάση αυτή αποτελεί συνέχεια της στάσης τους όλο το προηγούμενο διάστημα απέναντι στα στελέχη της πρώην «Αριστερής Πλατφόρμας» όσο και στον ίδιο το ΣΥΡΙΖΑ. Οι πολυποίκιλοι οπορτουνιστικοί φορείς αντιμετωπίζουν τη δημιουργία της ΛΑΕ ως ένα θετικό για το κίνημα γεγονός, η εξέλιξη του οποίου θα φανεί στη συνέχεια. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, έχουν ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας μαζί της. Πρόκειται για την υιοθέτηση της ίδιας ακριβώς στάσης που κρατούσαν αυτοί οι φορείς έναντι του ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογές του Γενάρη, λειτουργώντας στην ουσία –αν και όχι τυπικά– ως πολιτική, εκλογική και συνδικαλιστική συνιστώσα του.

Πιο συγκεκριμένα, τώρα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρισκόταν όλο το προηγούμενο διάστημα σε ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τη ΛΑΕ, προτείνοντάς της ανοιχτά πολιτική συνεργασία και υπό προϋποθέσεις κοινή εκλογική κάθοδο με τον τίτλο «ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ». Αποδείχτηκε ότι το μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που εμφανίζεται ως γραμμή αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης, εύκολα μπορεί να συγκλίνει και να ενσωματωθεί στην απατηλή γραμμή φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού της ΛΑΕ. Παρά το γεγονός ότι αυτή η εκλογική συνεργασία δεν ευοδώθηκε, ήδη συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ) βρίσκονται σε προχωρημένη συζήτηση για εκλογική κάθοδο με τη ΛΑΕ. Ο Εργατικός Αγώνας από την πλευρά του θεωρεί ότι «η δημιουργία της ΛΑΕ, έστω και την τελευταία στιγμή, είναι θετική εξέλιξη, δίνει δυνατότητες», ενώ η Νέα Σπορά εκτιμούσε λίγο πριν τη δημιουργία της ΛΑΕ ότι «είναι πολιτικά απαράδεκτοι, από κάθε άποψη, αλλά και ηθικά απαράδεκτοι ορισμένοι χαρακτηρισμοί που εκτοξεύτηκαν δημοσίως προς τους διαφωνούντες του ΣΥΡΙΖΑ, που συγκεκριμένα ανώτατα στελέχη του Κόμματος (σ.σ. εννοούν το ΚΚΕ) τους αποκάλεσαν “ποντίκια” και “απατημένους συζύγους”».

Όπως έχει αποδειχτεί και ιστορικά, οι όποιες –υπαρκτές ή ανύπαρκτες– ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων που κινούνται εντός των «καπιταλιστικών τειχών» ξεθωριάζουν και στην πορεία κάποιες από αυτές εξαφανίζονται τελείως, αν αυτό απαιτήσει η ανάγκη υπεράσπισης της καπιταλιστικής οικονομίας και εξουσίας. Αυτό συνέβη και με το ΣΥΡΙΖΑ και την προσαρμογή του μόλις ανέλαβε την κυβερνητική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού, αυτό θα συμβεί και στη ΛΑΕ και σε όλα τα κόμματα τα οποία από τη μία κάνουν κριτική σε πλευρές της αστικής διαχείρισης, ενώ από την άλλη δηλώνουν ανοιχτά την πίστη τους στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και τις –υπάρχουσες ή μελλοντικές– διακρατικές συμμαχίες της αστικής τάξης. Αποδεικνύεται για άλλη μία φορά ότι ο σεβασμός της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της αντίστοιχης κερδοφορίας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το σεβασμό στην εργατική-λαϊκή ευημερία.

Η υπεράσπιση του καπιταλισμού και η επιδίωξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τα κόμματα του συστήματος τροφοδοτεί και την υιοθέτηση προπαγανδιστικών στοιχείων τα οποία αποτελούν πραγματικό δηλητήριο για την εργατική-λαϊκή συνείδηση. Εξέχοντα ρόλο στην προπαγάνδα αυτών των κομμάτων έχει η επίκληση της αναγκαιότητας εθνικής ενότητας, ομοψυχίας και πολιτικής σταθερότητας –με λίγα λόγια της αναγκαιότητας ταξικής συνεργασίας– ως προϋπόθεση αυτής της ανάπτυξης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όλα αυτά τα κόμματα προβάλλουν ως βασική πολιτική διαχωριστική γραμμή όχι αυτή που τέμνει την ελληνική κοινωνία σε δύο βασικά αντίπαλα στρατόπεδα, αυτό της αστικής και αυτό της εργατικής τάξης, αλλά αυτή ανάμεσα στην Ελλάδα από τη μία και τους Γερμανούς, τους μερκελιστές, τους ξένους δανειστές από την άλλη. Πρόκειται για γραμμή υποταγής της εργατικής τάξης στην αστική τάξη, καλυμμένη με «δημοκρατικό», «λαϊκό» και «πατριωτικό» μανδύα.

Αυτή η εθνικοπατριωτική επιχειρηματολογία, η οποία με διάφορες παραλλαγές έχει εμφανιστεί πολλές φορές στο παρελθόν με οδυνηρές για τους λαούς συνέπειες, προτάσσει σε πρώτη γραμμή τις σχέσεις ενός καπιταλιστικού έθνους - κράτους με τα υπόλοιπα κράτη και βάζει σε δεύτερη μοίρα –ή αποκρύπτει τελείως– τις ταξικές διαφορές στο εσωτερικό του κάθε ξεχωριστού αστικού κράτους. Επίσης, συγκαλύπτει ότι όλες οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες διέπονται από τον ανταγωνισμό και τις ανισότιμες σχέσεις των κρατών-μελών τους και κατ’ επέκταση ότι αυτή η ανισοτιμία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού σε κάθε χώρα.

Ιδιαίτερα επικίνδυνο είναι το γεγονός ότι, ενώ αυτή η επιχειρηματολογία διαπερνά όλα τα κόμματα του συστήματος, είναι ακόμα πιο έντονη σε αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα που έχουν αναφορές στο εργατικό και λαϊκό κίνημα. Οι απόψεις περί κατοχής, περί μερκελισμού, περί Δ΄ Ράιχ, περί εθελοδουλίας κλπ. διαπερνούν, με την αντίστοιχη προσαρμογή στον κάθε φορέα και την κάθε συγκυρία, τις αναλύσεις τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και των ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτές οι απόψεις, μαζί με όλες τις άλλες (περί δυνατότητας φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού, περί της αστικής δημοκρατίας ως το ύψιστο αγαθό, περί του μονόδρομου της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής κλπ.) που ανοιχτά διακηρύσσουν οι ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΕ, συμβάλλουν ιδιαίτερα στον εκμαυλισμό λαϊκών συνειδήσεων, ακόμα και συνειδήσεων εργαζομένων με αγωνιστικές διαθέσεις.

Δεν μπορούμε μάλιστα να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι –παρά τις τεράστιες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των αστικών και οπορτουνιστικών κομμάτων και της Χρυσής Αυγής– τέτοια στοιχεία έχει και η επιχειρηματολογία της τελευταίας. Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη συνέντευξη του Μιχαλολιάκου και οι αναφορές του περί του εθνικού νομίσματος ως «στοιχείου εθνικής ανεξαρτησίας», περί της «ανάγκης επιστροφής στην εθνική παραγωγή με πολύ αγώνα», αποκρύπτοντας ότι οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας μένουν αναξιοποίητες και καταστρέφονται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και της υποδεέστερης θέσης της χώρας στην ΕΕ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι αυτή η πολιτική πρόταξη του εθνικού έναντι του ταξικού «σπρώχνει» αντικειμενικά τα οπορτουνιστικά μορφώματα σε επικίνδυνες ατραπούς. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Α. Νταβανέλος, στέλεχος της ΛΑΕ και πρώην στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, σε ερώτηση που του απευθύνθηκε για το εθνικό νόμισμα, έφτασε να επικαλεστεί μεταξύ άλλων και το φασιστικό κόμμα της Λεπέν στη Γαλλία που επιδιώκει επιστροφή στο γαλλικό φράγκο, καθώς και το φορέα των Ιταλών βιομηχάνων ο οποίος βλέπει θετικά «την επιστροφή στην ιταλική λιρέτα». Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή αξίζει η στάση των φασιστικών δυνάμεων της Ευρώπης (Φάρατζ, Λεπέν κλπ.) στο δημοψήφισμα της Ελλάδας, η ανοιχτή στήριξή τους στο «ΟΧΙ», οι αναφορές τους στο «κουράγιο» και την «αξιοπρέπεια» του ελληνικού λαού, καθώς και η ερμηνεία της επικράτησης του «ΟΧΙ» ως «νίκης του λαού ενάντια στην ευρωπαϊκή ολιγαρχία».

Ένα τελευταίο ζήτημα που πρέπει να θίξουμε είναι αυτό του εξωραϊσμού απ’ όλα τα κόμματα του συστήματος των κρατικών και πολιτικών θεσμών του καπιταλισμού. Όλοι αναφέρονται στην «έκφραση της λαϊκής βούλησης» μέσω των εκλογών (τις οποίες βαφτίζουν και «γιορτή της δημοκρατίας»), στις «δημοκρατικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες», στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως «εγγυητή του πολιτεύματος» κλπ. Αποκρύπτεται ότι όλοι αυτοί οι θεσμοί –με την εξειδίκευσή του ο καθένας– έχουν έναν και μόνο στόχο, τη μακροημέρευση του καπιταλισμού, δηλαδή της δικτατορίας του κεφαλαίου. Τα δημοψηφίσματα και οι συνεχείς εκλογές όταν το σύστημα ζορίζεται υπηρετούν την ανανέωση της χειραγώγησης του λαού (η οποία προβάλλεται ως «λαϊκή συναίνεση») στην αντιλαϊκή πολιτική και όχι την «έκφραση της λαϊκής βούλησης» (γι’ αυτό και Μέρκελ, Ολάντ, Γιούνκερ κ.ά. επικρότησαν την προκήρυξη των εκλογών στην Ελλάδα)· τα διάφορα τερτίπια και οι σκυλοκαβγάδες των κοινοβουλευτικών διαδικασιών υπηρετούν την κοροϊδία και τον αποπροσανατολισμό των εργαζομένων, ενώ οι κινήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας ως εκφραστή του «έθνους και της ενότητάς του» υπηρετούν την προβολή της αναγκαιότητας της ταξικής συνεργασίας.

Το γεγονός ότι αυτό το πλέγμα θεσμών εξυπηρετεί τον καπιταλισμό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η λειτουργία όλων αυτών των θεσμών γίνεται «λάστιχο», αν αυτό επιβάλλει η επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Οι 4ετείς κυβερνήσεις που προκύπτουν μέσα από τις εκλογές γίνονται ολιγόμηνες κυβερνήσεις, η κοινοβουλευτική συζήτηση στα ακανθώδη ζητήματα μετατρέπεται σε συνεχείς «κατεπείγουσες συζητήσεις» με διαδικασίες «άψε-σβήσε», η αστική νομοθετική δραστηριότητα γίνεται απευθείας με Προεδρικά Διατάγματα.

Ακόμα και η θεωρητικά διακηρυγμένη πολυτασικότητα στο εσωτερικό του κόμματος, η οποία πέρασε από το «Συνασπισμό» στο ΣΥΡΙΖΑ και από εκεί στη ΛΑΕ (η οποία μάλιστα την αξιοποιεί για συμμαχίες χωρίς αρχές με στόχο την εκλογική της ενίσχυση), πάει περίπατο όταν αυτό απαιτήσει η υπεράσπιση της οικονομίας και της εξουσίας του κεφαλαίου. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Ν. Παππά, ο οποίος δήλωσε ότι «δεν επιτρέπεται σε κανέναν να είναι “κόμμα μέσα στο κόμμα”». Αυτή η εξέλιξη ήταν νομοτελειακή για ένα οπορτουνιστικό κόμμα που μετατράπηκε σε αστικό-κυβερνητικό, αφού η διαχείριση των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου από κυβερνητικές θέσεις προϋποθέτει το συμπαγές και την ενότητα στο πέρασμα της αντιλαϊκής πολιτικής. Αυτό που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποιου είδους εκτροπή από την αστική δημοκρατία, αλλά αποτυπώνουν την ουσία της. Χωρίς αυτούς τους θεσμούς, χωρίς αυτήν την ευελιξία του αστικού πολιτικού συστήματος, χωρίς αυτές τις προσαρμογές στον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων του συστήματος, χωρίς την περιοδική προσφυγή στις κάλπες, η εξουσία της αστικής τάξης θα ήταν πολύ πιο αδύναμη και πολύ πιο ευάλωτη πολιτικά.

Το παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ συμβάλλει στον εξοπλισμό των μελών και οπαδών του Κόμματος έτσι ώστε να δοθεί με όσο μεγαλύτερη επάρκεια τόσο η μάχη των εκλογών όσο και η γενικότερη παρέμβαση του Κόμματος.

Το άρθρο με τίτλο «Ο ταξικός απολογισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ» κωδικοποιεί τις στοχεύσεις και το περιεχόμενο του νέου Μνημονίου και της σχετικής δανειακής σύμβασης, οικονομική βάση του προγράμματος οποιουδήποτε κόμματος το ψήφισε. Πιο συγκεκριμένα, αναλύει όσα προβλέπονται για τη φορολογία, τους μηχανισμούς δημοσιονομικής πολιτικής, τις τράπεζες (ανακεφαλαιοποίηση και κατασχέσεις), την προώθηση της απελευθέρωσης και των ιδιωτικοποιήσεων σε μια σειρά τομείς της οικονομίας, τα μέτρα προσαρμογής του κρατικού μηχανισμού στην επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας, τις συντάξεις, τις εργασιακές σχέσεις. Παράλληλα, το άρθρο αποδομεί τα επιχειρήματα της κυβέρνησης με τα οποία αυτή προσπαθεί να αποσπάσει τη λαϊκή συναίνεση, το επιχείρημα πως η νέα συμφωνία είναι θετική γιατί απαιτεί μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα, το επιχείρημα περί δήθεν μέτρων αναδιανομής υπέρ των φτωχών, το επιχείρημα ότι «έπεσε θύμα εκβιασμού των δανειστών», το εμπόριο ελπίδας που προβάλλει το αναπτυξιακό πακέτο Γιούνκερ ως αντισταθμιστικό στα μέτρα του μνημονίου. Μέσα από τον απολογισμό αυτό, αναδεικνύεται και η πορεία χειραγώγησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, με βασικό όπλο αυτό της αυταπάτης περί δυνατότητας φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Το άρθρο με τίτλο «Το οπορτουνιστικό ανάχωμα της “Λαϊκής Ενότητας”» αναφέρεται στο νέο πολιτικό σχηματισμό που προέκυψε από τα σπλάχνα του κυβερνητικού κόμματος. Το άρθρο παρουσιάζει όλη την πορεία προς το σχηματισμό του νέου κόμματος, αναδεικνύει ότι το πρόγραμμά του είναι πρόγραμμα αστικής διαχείρισης, ενώ καταγράφει και την κινητικότητα που υπάρχει με επίκεντρο την Πρόεδρο της Βουλής. Με βάση τα παραπάνω, φανερώνεται η στόχευση της ΛΑΕ να παίξει ρόλο αναχώματος στη ριζοσπαστικοποίηση της δυσαρέσκειας που έχει προκύψει τόσο από την προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τη διαχείριση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Το άρθρο με τίτλο «Η πορεία της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας» κωδικοποιεί την κατάσταση και τις τάσεις στον κλάδο. Παραθέτει αναλυτικά τα δεδομένα του σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων που κυριαρχούν στον κλάδο και τις επιμέρους αγορές του, καθώς και την επίδραση των σχετικών κρατικών παρεμβάσεων στους εσωτερικούς συσχετισμούς του. Επίσης παρουσιάζει την προσαρμογή της ΚΑΠ στα νέα δεδομένα του κλάδου, τη στροφή της από τις ποσοστώσεις σε νέα μέτρα προώθησης της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης στον κλάδο, όπως την αυξημένη εμπλοκή των τραπεζικών ομίλων στον κλάδο, την προώθηση των λεγόμενων «ομαδικών παραγωγών» κ.ά. Μέσα από την παραπάνω ανάλυση αναδεικνύεται η ωριμότητα και αναγκαιότητα ριζικών αλλαγών στον τρόπο οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, με πυρήνα την κοινωνικοποίηση της γης και της συγκεντρωμένης παραγωγής και τους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς.

Στην ενότητα «Τέχνη - Επιστήμη» δημοσιεύονται δυο ενδιαφέροντα κείμενα-παρεμβάσεις σε ανάλογες εκδηλώσεις,που συνεχίζουν τη λογοτεχνική κι επιστημονική δημιουργία με τις κοινωνικές-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής τους, την ταξική πάλη.

Στο κείμενο «Ο Ναζίμ Χικμέτ και η εποχή του», παρέμβαση στο επιστημονικό συνέδριο της ΚΕ του ΚΚΕ για τον Ν. Χικμέτ,  παρουσιάζονται οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε η συνείδηση του μεγάλου κομμουνιστή ποιητή και η στάση που κράτησε αυτός απέναντί τους. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζεται η πορεία του τουρκικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και η πολιτική στάση του Χικμέτ απέναντι στις διάφορες καμπές της πολυκύμαντης αυτής πορείας.

Το κείμενο «Με αφορμή τα 60 χρόνια από το θάνατο του Ά. Αϊνστάιν», στη βάση ανάλογης εκδήλωσης, παρουσιάζει την εποχή στην οποία έζησε κι έδρασε ο μεγάλος επιστήμονας, αλλά και τη στάση του τόσο απέναντι στους λαϊκούς αγώνες της εποχής του όσο και στην ίδια του την επιστήμη. Παρουσιάζει την επιστολή του στον Βενιζέλο ενάντια στην καταστολή των αγωνιζόμενων Ελλήνων φοιτητών το 1929, την υπογραφή της έκκλησης ριζοσπαστών διανοούμενων απ’ όλο τον κόσμο προς την ελληνική κυβέρνηση ενάντια στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, τις πρωτοβουλίες του για τη μη εκτέλεση του ζεύγους των Αμερικανών κομμουνιστών επιστημόνων Ρόζενμπεργκ κ.ά. Το κείμενο αναδεικνύει εν συντομία την ιδιαίτερη συμβολή του Αϊνστάιν στην επιστήμη της φυσικής και τους στοχασμούς του γύρω από τη φιλοσοφική γενίκευση των πορισμάτων της επιστήμης του. Εν τέλει, το κείμενο παρουσιάζει τον προβληματισμό του Αϊνστάιν γύρω από τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας και την υπεράσπιση από αυτόν του σοσιαλιστικού κεντρικού σχεδιασμού.

 Τέλος, στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνονται τα κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου  από 7.7.2015 μέχρι 31.8.2015.