Της Σύνταξης

Το πρώτο δίμηνο του 2016 ήταν πολύ πυκνό σε εξελίξεις, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό της χώρας, ενώ κυοφορεί απ’ ό,τι φαίνεται πολύ επικίνδυνες εξελίξεις για το επόμενο διάστημα. Το 2015 η παγκόσμια καπιταλιστική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, ενώ το 2016 ξεκίνησε με επικίνδυνα μηνύματα για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Η επιβράδυνση στις καπιταλιστικές οικονομίες των BRICS (με την Κίνα να σημειώνει το 2015 το χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης την τελευταία 20ετία και τις Ρωσία και Βραζιλία να βυθίζονται ακόμα πιο βαθιά στη δίνη της καπιταλιστικής κρίσης) χτυπάνε καμπανάκι κινδύνου στα διεθνή επιτελεία της αστικής τάξης. Αυτό το καμπανάκι χτυπάει άλλωστε και στα διεθνή χρηματιστήρια και ιδιαίτερα στις μετοχές του χρηματοπιστωτικού τομέα (με μεγάλη μείωση στην τιμή των μετοχών μεγάλων χρηματοοικονομικών κολοσσών, όπως των Morgan Stanley, JP Morgan, Deutsche Bank κλπ.), ο οποίος πάντα λειτουργεί ως «θερμόμετρο» ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας. Όπως διαπιστώνει η πρόσφατη Σύνοδος των G20 στη Σαγκάη, «η παγκόσμια ανάκαμψη παραμένει άνιση και μακριά από τις προσδοκίες για μία ισχυρή, βιώσιμη και ισορροπημένη ανάπτυξη».

Η απειλή νέων συγχρονισμένων κλυδωνισμών στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία ρίχνει ακόμα περισσότερο «λάδι στη φωτιά» των διεθνών ανταγωνισμών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και των αντίστοιχων κρατών. Στην πρόσφατη Σύνοδο των G20 εκφράστηκαν γι’ άλλη μια φορά οι αντιμαχόμενες πλευρές, όσον αφορά τη διαχείριση της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας, με το κάθε καπιταλιστικό κράτος να προβάλλει εκείνη την πλευρά της πραγματικότητας η οποία βολεύει τη συνισταμένη των επιδιώξεων των δικών τoυ κεφαλαίων. Έτσι, από τη μία η Γερμανία πρωτοστάτησε στην ανάδειξη των κινδύνων που ελλοχεύουν για την παγκόσμια οικονομία πίσω από μία χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, ενώ οι ΗΠΑ (και το ΔΝΤ και εν μέρει η ΕΚΤ) υπερασπίστηκαν μία πιο ενεργή υποστήριξη των καπιταλιστικών οικονομιών, είτε μέσω δημοσιονομικών μέτρων τόνωσης της ζήτησης είτε μέσω περαιτέρω νομισματικής «χαλάρωσης».

Η παραπάνω κατάσταση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας αποτυπώνεται και σε παράγοντες όπως η αύξηση της μεταβλητότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ των βασικών νομισμάτων και η ανεξέλεγκτη πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου κατά 70% τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο έχει μετατραπεί σε διακριτό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ μιας σειράς καπιταλιστικών κρατών. Τις τελευταίες βδομάδες αυτή η αντιπαράθεση εκτυλίσσεται με άξονα την πρώτη συμφωνία –μετά από 15 χρόνια– ανάμεσα σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες για «πάγωμα» (και όχι μείωση) της παραγωγής του «μαύρου χρυσού». Η συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ της Ρωσίας και της Σαουδικής Αραβίας, με το Κατάρ και τη Βενεζουέλα να εκφράζονται υπέρ της συμφωνίας και το Ιράν και το Ιράκ να εναντιώνονται σε αυτήν υπερασπιζόμενοι τα αυξανόμενα μερίδια τους στην παγκόσμια αγορά. Την ίδια περίοδο η ΕΕ έθεσε ως στόχο την αύξηση της χρήσης υγροποιημένου φυσικού αερίου, ανοίγοντας το δρόμο στις εισαγωγές σχιστολιθικού αερίου από τις ΗΠΑ και την Αυστραλία.

Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός της προσωρινής σύμπλευσης Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας στο μέτωπο του πετρελαίου, παρά την οξύτατη αντιπαράθεση μεταξύ τους στο μέτωπο της Συρίας. Από την άλλη, ενώ Ρωσία και Ιράν έχουν παραπλήσιες θέσεις κι επιδιώξεις στο μέτωπο της Συρίας, έρχονται σε αντιπαράθεση στο μέτωπο του πετρελαίου. Αντίστοιχα είναι τα πράγματα και με τις σχέσεις μεταξύ Ιράν και Γαλλίας-Ιταλίας. Οι αντιθέσεις τους όσον αφορά τις εξελίξεις στη Συρία δεν εμποδίζουν καθόλου την περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών τους σχέσεων, με τον Ιρανό πρόεδρο να επισκέπτεται για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια την Ευρώπη (με συνοδεία 120 Ιρανών καπιταλιστών) και τους γαλλικούς και ιταλικούς κολοσσούς να ετοιμάζουν υπέρογκες επενδύσεις στο Ιράν.

Όσον αφορά τώρα τον 5ετή πόλεμο στη Συρία, είχαμε δύο –μάλλον αλληλεξαρτώμενες– εξελίξεις το τελευταίο διάστημα. Η πρώτη είναι η σύναψη της αμερικανο-ρωσικής συμφωνίας παύσης των εχθροπραξιών. Πρόκειται για έναν προσωρινό συμβιβασμό, ο οποίος είναι τόσο εύθραυστος ώστε να είναι γεμάτος ασάφειες, τόσο όσον αφορά το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του όσο και τη διάρκειά του. Η δεύτερη εξέλιξη είναι η κήρυξη εκλογών από τον Άσαντ πιο νωρίς απ’ ό,τι προβλέπει το νέο συριακό Σύνταγμα του 2012. Πρόκειται για μία εξέλιξη που –παρόλο που δεν είναι καθαρό με ποιο τρόπο– συνδέεται οπωσδήποτε με τις διαπραγματεύσεις για τη λεγόμενη «πολιτική μετάβαση» στη Συρία και τη διερεύνηση των περιθωρίων πολιτικής λύσης τερματισμού του πολέμου. Παράλληλα, την προηγούμενη περίοδο η τουρκική κυβέρνηση εξέφρασε ακόμα πιο καθαρά την επιθυμία της για χερσαία εισβολή στη Συρία, έχοντας τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ωστόσο, αυτές οι επιδιώξεις συναντούν την αντίδραση των ΗΠΑ, Κουβέιτ και Ιορδανίας και την απειλή άμεσης ανταπόδοσης από Ρωσία, Άσαντ και Ιράν.

Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται στην απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να καλέσει μαζί με την τούρκικη και τη γερμανική κυβέρνηση το ΝΑΤΟ για να συμβάλει στη διαχείριση των προσφυγικών ροών στο Αιγαίο. Η κίνηση αυτή της ελληνικής κυβέρνησης έδωσε τη δυνατότητα στην τουρκική κυβέρνηση να ενισχύσει την επιθετικότητά της και να θέσει επί τάπητος το σύνολο των διεκδικήσεων της στο Αιγαίο. Την ίδια στιγμή το ΝΑΤΟ υπαινίσσεται όλο και πιο καθαρά –κυρίως μέσω σχετικών δηλώσεων του ΓΓ του, Γ. Στόλτενμπεργκ– ότι η παρουσία του στο Αιγαίο συνδέεται με τις επιδιώξεις του σε όλο το φλεγόμενο τόξο από την Ανατολική Ευρώπη και τον Καύκασο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική.

Πέρα από την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή, σε ιδιαίτερο πεδίο αντιπαράθεσης μετατρέπεται και η ίδια η διαχείριση των τεράστιων προσφυγικών ροών, η οποία εκφράζεται με ιδιαίτερη οξύτητα στην Ελλάδα. Το κάθε καπιταλιστικό κράτος παρεμβαίνει σε αυτό το ζήτημα, τόσο με κριτήριο την –όσο το δυνατόν– πιο ευνοϊκή γι’ αυτό αντιμετώπισή του όσο και την αξιοποίηση του ζητήματος ως όπλου πίεσης στη γενικότερη αντιπαράθεση με άλλα κράτη.

Όσον αφορά την τύχη των προσφύγων, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έχει συμβάλει –με την αποδοχή όλων των σχετικών συμφωνιών (Συνθήκη Σέγκεν, Δουβλίνο 2 κλπ.) το προηγούμενο διάστημα– στον εγκλωβισμό των προσφύγων σε διάφορα σημεία της Ελλάδας κάτω από άθλιες συνθήκες διαμονής, ενώ τώρα υποκριτικά φωνάζει για τη μη τήρηση αυτών των συμφωνιών. Σε κάθε περίπτωση οι Έλληνες εργαζόμενοι πρέπει να δείξουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους στα αλλοεθνή ταξικά τους αδέρφια.

Η διαχείριση των προσφυγικών ροών πυροδότησε και αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας - Αυστρίας, αλλά εν μέρει και μεταξύ Ελλάδας - Γερμανίας. Ενώ η Αυστρία προβλήθηκε πριν από ένα χρόνο ως ένα ενδεχόμενο «αποκούμπι» της νέας τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, σήμερα η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική, με την Αυστρία να αντιπαρατίθεται στην Ελλάδα προσπαθώντας ν’ αξιοποιήσει το ζήτημα για την άσκηση πίεσης σε Γερμανία και ΕΕ και για την αναβάθμιση του ρόλου της στα κράτη των Βαλκανίων (πλην Ελλάδας). Αντίθετα, ενώ μέχρι πρότινος η παρέμβαση της Γερμανίας και της Μέρκελ «στολιζόταν» με λαϊκίστικους χαρακτηρισμούς (4ο Ράιχ, γερμανική μπότα, γερμανική κατοχή κλπ.), που έκρυβαν μάλιστα την ουσία της, μετά το ζήτημα της διαχείρισης των προσφυγικών ροών η γερμανίδα Καγκελάριος προβάλλεται ως μία από τους συμμάχους των κυβερνητικών επιδιώξεων στο Προσφυγικό.

Τα παραπάνω δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Οι συνεργασίες μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τις συμμαχίες μεταξύ των διάφορων ληστοσυμμοριών. Η μοναδική αρχή στην οποία βασίζονται είναι αυτή της ισχύος, ενώ διατηρούνται για όσο καιρό και σε όσα πεδία υπάρχει σύμπλευση συμφερόντων των κεφαλαίων των διάφορων κρατών.

Το παραπάνω συμπέρασμα ισχύει και για τις σχετικά πιο σταθερές και πιο βαθιές συμμαχίες, όπως είναι αυτή της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Σε αυτό το πεδίο μάλιστα, η κατάσταση είναι ακόμα πιο τεταμένη, αφού η ανάγκη νομισματικής και –σε μεγάλο βαθμό– δημοσιονομικής σύμπλευσης καπιταλιστικών κρατών διαφορετικής οικονομικής ισχύος επιτείνει τους οξυμμένους ανταγωνισμούς. Το τελευταίο διάστημα αποτελεί ίσως την περίοδο εκείνη στην οποία, πιο γενικευμένα από κάθε άλλη φορά, «πάνε κι έρχονται» πολλά διαφορετικά και αντιμαχόμενα μεταξύ τους σενάρια σχετικά με το μέλλον της ΕΕ (σε συνδυασμό πάντα με το μέλλον της Ευρωζώνης) με βασικούς φορείς της αντιπαράθεσης τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, η Γαλλία προτείνει τη δημιουργία «οικονομικής κυβέρνησης» και Κοινοβουλίου της Ευρωζώνης ως μέσου αντιμετώπισης των στενών –για τα δεδομένα καπιταλιστικών κρατών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες– περιορισμών της κοινής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Αντίστοιχη λογική έχει και η ιταλική πρόταση με τίτλο «Για μια κοινή Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ανάπτυξη, Θέσεις Εργασίας και τη Σταθερότητα». Από την άλλη, η Γερμανία προτείνει τη συγκρότηση Ανεξάρτητου Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το οποίο θα επιφορτιστεί με την ακόμα πιο αυστηρή τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην ΕΕ. Στις παραπάνω αντιθέσεις πρέπει να προστεθούν και οι έντονα φυγόκεντρες τάσεις της Βρετανίας, οι οποίες εκφράζονται ενόψει του δημοψηφίσματος της 23ης Ιούλη, με τα δύο αντίπαλα αστικά «στρατόπεδα» να οξύνουν την αντιπαράθεση τους. Και μέσα σε όλα αυτά, ο Γ. Βαρουφάκης ίδρυσε ευρωπαϊκό κόμμα με τίτλο «Κίνημα για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη 2025» με όραμα ένα κόσμο «ταυτόχρονα φιλελεύθερο, μαρξιστικό και κεϊνσιανό»… αναλαμβάνοντας παράλληλα και οικονομικός σύμβουλος των Εργατικών στη Βρετανία.

Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον η στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική μιας αστικής κυβέρνησης δεν μπορούν παρά ν’ αποτελούν τις δύο όψεις του «νομίσματος» της υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Πέραν όμως από τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης, το προηγούμενο διάστημα χαρακτηρίστηκε και από μία όξυνση της αντίδρασης μιας σειράς λαϊκών στρωμάτων σε αυτούς, υπενθυμίζοντας στην αστική τάξη ότι σε αυτή την ταξική διελκυστίνδα δεν είναι μόνη της.

Χαρακτηριστικές για τις κυβερνητικές επιδιώξεις στο εσωτερικό μέτωπο είναι οι δηλώσεις του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλ. Ρέγκλινγκ: «Η ανταγωνιστικότητα (σ.σ. της ελληνικής οικονομίας) βελτιώθηκε σημαντικά. Ο λόγος είναι ότι τα ημερομίσθια, οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν μειωθεί κατά 30% εώς 40% σε ονομαστικούς όρους. Όλα αυτά πρέπει να συνεχιστούν, επειδή το σημείο εκκίνησης ήταν πολύ δύσκολο». Σύμφωνα με την ίδια δήλωση, οι διαβουλεύσεις της κυβέρνησης με το κουαρτέτο περιλαμβάνουν «τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και τον περιορισμό των ρυθμίσεων σε ορισμένους τομείς, όπως η ενεργειακή αγορά».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Δ. Μάρδα, μετά από συνάντηση του με στελέχη γαλλικών επιχειρηματικών κολοσσών: «Οι επιχειρηματίες θέλουν ένα σταθερό περιβάλλον. Αυτό το σταθερό περιβάλλον περιμένουν να δουν. Εμείς μπορούμε να το δώσουμε, από τη στιγμή που θα τελειώσουμε με τα δύο νομοσχέδια (φορολογικό και ασφαλιστικό)».

Η συμφωνία κυβέρνησης και κουαρτέτου όσον αφορά την αναγκαιότητα των παραπάνω ανατροπών (ως προϋπόθεση υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας) και κατ’ επέκταση η γρήγορη ολοκλήρωση της λεγόμενης αξιολόγησης είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται στα προγράμματα και τις συμφωνίες που ήδη έχουν επιτευχθεί, αλλά και σε αυτά που κυοφορούνται (π.χ. νέο μνημόνιο με ΔΝΤ). Ωστόσο η ολοκλήρωση αυτής της διαπραγμάτευσης προσκρούει σε αντιθέσεις που έχουν αυτές οι πλευρές, τόσο στις επιμέρους παραμέτρους των παραπάνω ανατροπών όσο και στα επόμενα βήματα. Οι ΗΠΑ π.χ. προβάλλουν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης ως προϋπόθεση της ελάφρυνσης του ελληνικού κρατικού χρέους (την οποία θα επωμιστεί κυρίως η Γερμανία), η Γερμανία προβάλλει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης ως μέσο πίεσης για επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο της εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη, ενώ ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ Μοσκοβισί σημειώνει ότι τυχόν καθυστέρηση θα αυξήσει τα προβλήματα στο μέλλον. Αυτές οι αντιθέσεις βρίσκονται πίσω από τις εμπλοκές στις διαπραγματεύσεις και τα παρακάλια του Α. Τσίπρα για επιστροφή του κουαρτέτου στην Αθήνα.

Η κυβέρνηση από την πλευρά της κάνει κάθε προσπάθεια να δείξει ότι είναι αποφασισμένη να εξασφαλίσει στην αστική τάξη επαρκείς προϋποθέσεις κερδοφορίας, δεχόμενη τα συγχαρητήρια των «γερακιών της αγοράς» (χαρακτηριστικά είναι τα συγχαρητήρια από τον Πρόεδρο της ΕΚΤ Μ. Ντράγκι στο πρόσφατο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός). Σε αυτή την προσπάθεια προτάθηκε το Ασφαλιστικό, ενώ θ’ ακολουθήσουν το Φορολογικό και τα Εργασιακά, στα οποία άλλωστε η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να προχωρήσει από το 3ο Μνημόνιο. Τον ίδιο στόχο υπηρετεί και η εξωτερική της πολιτική, η οποία επιδιώκει τη γεωστρατηγική αναβάθμιση των ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων, ιεραρχώντας τη δημιουργία άξονα Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ και Αιγύπτου.

Το λεγόμενο «σχέδιο Κατρούγκαλου» περιείχε τις κυβερνητικές προτάσεις προχωρώντας σε βαθιές αντιλαϊκές ανατροπές στο χαρακτήρα της ασφάλισης (και στην ενίσχυση του ανταποδοτικού της χαρακτήρα) αλλά και στις συντάξεις, τα όρια ηλικίας, τα ποσοστά αναπλήρωσης κλπ. Χαρακτηριστικό είναι ότι είχε τη στήριξη τόσο των φορέων της καπιταλιστικής εργοδοσίας (ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΤΕ) όσο και της Γερμανίδας και της Γαλλίδας υπουργού Εργασίας.

Η δημοσιοποίηση του «Σχεδίου Κατρούγκαλου» τροφοδότησε ευρείες αντιδράσεις σε πλατιά λαϊκά στρώματα και μία σειρά αγωνιστικών κινητοποιήσεων. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κινητοποιήσεων του τελευταίου διμήνου είναι και το γεγονός ότι στην πάλη μπήκαν και στρώματα που μέχρι πρότινος κρατιόντουσαν μακριά από αυτήν, γεγονός που θέτει και σύνθετα καθήκοντα στην παρέμβαση σε αυτά. Η συνθετότητα αυτής της παρέμβασης επιτείνεται από το γεγονός ότι πρόκειται για επαγγελματικούς κλάδους με πολύ σημαντική διαστρωμάτωση και αντίθετα ταξικά συμφέροντα, αφού περιλαμβάνουν από πολύ χαμηλόμισθους μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους μέχρι ανώτερα μεσαία –ακόμα και αστικά– στρώματα.

Οι δυνάμεις του ΚΚΕ συμμετείχαν ενεργά σε αυτές τις κινητοποιήσεις, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο συνείδησης και την εσωτερική διαφοροποίηση αυτών των στρωμάτων. Συνέβαλαν σε σημαντικό βαθμό στην υιοθέτηση αιτημάτων και μορφών πάλης που στοχοποιούν την πολιτική στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, στην ανάδειξη της διαχωριστικής γραμμής στο εσωτερικό αυτών των στρωμάτων, στην παρεμπόδιση της φιλοκαπιταλιστικής παρέμβασης των φασιστών. Προσπάθησαν ν’ αναδείξουν την αναγκαιότητα συμπόρευσης αυτών των στρωμάτων με τους υπόλοιπους εργαζόμενους σε γραμμή σύγκρουσης με την αστική τάξη της χώρας.

Παράλληλα, η παρέμβαση του ΚΚΕ συντελεί –στο βαθμό που εξαρτάται από αυτό– στη διατήρηση της ταξικής ανεξαρτησίας του κινήματος απ’ όλες τις πλευρές της αστικής πολιτικής. Ενδεικτική γι’ αυτή την προσπάθεια και τη σημασία της είναι η τοποθέτησή του στο ζήτημα της σχεδιαζόμενης ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ. Το ΚΚΕ αναδεικνύει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της αξιοποίησης του λιμανιού, είτε παραμείνει υπό κρατική ιδιοκτησία είτε περάσει το 67% των μετοχών του ΟΛΠ σε επιχειρηματικούς ομίλους. Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ πρωτοστατεί στο αντιπάλεμα των συνεπειών της ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ, η οποία θα επιφέρει ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων κι επέκταση της δραστηριότητας των μονοπωλίων σε ένα στρατηγικό χώρο. Τέλος, για όσους κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τη θέση του ΚΚΕ και το γεγονός ότι ο περιορισμός της αντιπαράθεσης στο δίλημμα «κρατικό ή ιδιωτικό λιμάνι» εκφράζει αντιμαχόμενα επιχειρηματικά συμφέροντα, αξίζει ν’ αναφέρουμε την αντίθεση του επικεφαλής της Ryanair (Μάικλ Ο’ Λίρι) στη συμφωνία παραχώρησης των 14 αεροδρομίων στη Fraport λόγω του κινδύνου σημαντικής αύξησης των τελών χρήσης αυτών των αεροδρομίων για τις αεροπορικές εταιρίες.

Οι αντιδράσεις των λαϊκών στρωμάτων είναι ένας από τους παράγοντες που βάζει εμπόδια στους παραπάνω σχεδιασμούς, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην απονομιμοποίησή τους στις λαϊκές συνειδήσεις, στη φθορά της κυβέρνησης και στην καταπολέμηση του κλίματος συναίνεσης και ανοχής στην αντιλαϊκή πολιτική της που επιχείρησε να καλλιεργήσει.

Εμπόδια στην κυβερνητική πολιτική μπαίνουν και από το γεγονός ότι –σε αντίθεση με το 3ο Μνημόνιο– το σχέδιο Κατρούγκαλου δεν έχει τη στήριξη των υπόλοιπων αστικών κομμάτων, με κάποια από αυτά μάλιστα να δραστηριοποιούνται στην κατεύθυνση οργάνωσης μαζών ενάντια στο σχέδιο αυτό, αλλά σε αντιδραστική κατεύθυνση. Γενικά, το αστικό πολιτικό σύστημα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική σύμπλευση όλων των αστικών κομμάτων για την προώθηση των αναδιαρθρώσεων και στην ανάγκη συνεχούς ανανέωσης ενός διπολισμού, ο οποίος θα μπορεί με αξιώσεις ν’ απορροφά αντιδράσεις και να εγκλωβίζει το λαό στο γαϊτανάκι της κυβερνητικής εναλλαγής.

Όσον αφορά τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, αξίζει ν’ αναφερθεί η προαναγγελία ίδρυσης κόμματος από τον Π. Μπαλτάκο «ανά πάσα στιγμή», το οποίο θα κινείται «στα δεξιά της ΝΔ», καθώς και η ίδρυση «δεξαμενής σκέψης» (διαΝΕΟσις) από τον Δ. Δασκαλόπουλο που θα συνεργάζεται με το ΣΚΑΙ για τη δημοσίευση των ερευνών της, ενώ από κάποιες πλευρές προβάλλεται και ως πρόπλασμα νέου κόμματος.

Στο χώρο του οπορτουνισμού οι εξελίξεις κινήθηκαν το προηγούμενο διάστημα με επίκεντρο την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το «συντονισμό της δράσης των ταξικών δυνάμεων», ο οποίος –αν κρίνουμε από τη σύνθεση των αποδεκτών της– μάλλον πρόκειται για «συντονισμό της δράσης των δυνάμεων που συνέβαλαν τα προηγούμενα χρόνια στην κυριαρχία των αυταπατών για τη φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού από το ΣΥΡΙΖΑ». Απ’ ό,τι φαίνεται μάλιστα, αυτός ο συντονισμός έχει φέρει και τους πρώτους καρπούς με κάποιες πρώτες κοινές ανακοινώσεις των ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Εργατικού Αγώνα. Αυτές οι εξελίξεις, πέραν της σημασίας τους για την προοπτική διαμόρφωσης νέου οπορτουνιστικού πόλου, είναι αποκαλυπτικές και για το προς τα πού «πήγαιναν τη βαλίτσα» όσοι από τους παραπάνω δρούσαν μέχρι πρότινος στο εσωτερικό του ΚΚΕ.

Σε κάθε περίπτωση, η συνέχιση της αντιλαϊκής επίθεσης αποτελεί μονόδρομο για την αστική τάξη και τις κυβερνήσεις του. Ήδη το Ασφαλιστικό φαίνεται ότι μπαίνει στην τελική ευθεία διαμόρφωσής του ως νομοσχέδιο με τη συνεργασία κυβέρνησης και κουαρτέτου (όταν έρθει τελικά στην Αθήνα).

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα πρέπει να είναι σε ετοιμότητα για την παρεμπόδιση των αντιλαϊκών σχεδιασμών το επόμενο διάστημα (βλ. νέα 48ωρη απεργία όταν κατατεθεί το νομοσχέδιο για το Ασφαλιστικό, πανελλαδική κάθοδο των μικρομεσαίων αγροτών σε συλλαλητήριο στηνΑθήνα). Παράλληλα, δεν πρέπει ν’ αρκεστεί σε μια μάχη χαρακωμάτων, περιοριζόμενο στη μία ή την άλλη εξέλιξη, αλλά πρέπει ν’ αξιοποιήσει τα όποια αγωνιστικά σκιρτήματα προς όφελος της ανάδειξης της ανάγκης σύγκρουσης με το κεφάλαιο και το κράτος του.

Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να σταθεί το εργατικό και λαϊκό κίνημα απέναντι σε οποιοδήποτε σενάριο επιλεγεί από το αστικό πολιτικό σύστημα. Με δεδομένο ότι η συνέχιση της σημερινής κυβερνητικής αστάθειας είναι απαγορευτική για την καπιταλιστική οικονομία, υπάρχουν τρία βασικά σενάρια για την εξέλιξη του αστικού πολιτικού συστήματος το επόμενο διάστημα. Το πρώτο είναι η συνέχιση της εφαρμογής της αντιλαϊκής επιλογής από αυτή την κυβέρνηση για όσο αντέξει, το δεύτερο είναι η διεύρυνση του κυβερνητικού σχήματος ή ακόμα και η επιδίωξη δημιουργίας οικουμενικής κυβέρνησης και το τρίτο είναι οι πρόωρες εκλογές. Το αστικό πολιτικό σύστημα έχει αποδείξει ότι έχει την απαραίτητη ευελιξία –και τα πολύ ισχυρά όπλα των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, των αστικών εκλογών και των κυβερνητικών εναλλαγών– για να προσαρμόζεται έγκαιρα. Αυτό είναι άλλωστε και το πραγματικό περιεχόμενο της διαπίστωσης όλων των αστών πολιτικών ότι «η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα».

Το εργατικό κίνημα από την πλευρά του πρέπει ν’ αξιοποιήσει τα δικά του όπλα, την οργάνωση, την πολιτική αυτοτέλειά του, την εύστοχη επεξεργασία κι επιλογή πλαισίων, αιτημάτων και μορφών κλιμάκωσης της πάλης, ώστε να βαθαίνει, να ωριμάζει ο αντιμονοπωλιακός αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός της.

Αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνει αφιέρωμα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Καταρχήν, περιλαμβάνεται η Απόφαση της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, το Δεκέμβρη του 2015, η οποία εξέτασε την πορεία υλοποίησης στρατηγικής σημασίας καθηκόντων: Την ανασύνταξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και την κομματική οικοδόμηση. Στην Απόφαση αναλύεται το περιεχόμενο της ανασύνταξης, ενώ αναφέρονται και οι προϋποθέσεις για αύξηση της αποτελεσματικότητας της παρέμβασης του Κόμματος, καθώς και τα συμπεράσματα από αυτή την παρέμβαση το προηγούμενο διάστημα.

Το κείμενο με τίτλο «Στοιχεία για το συσχετισμό στο συνδικαλιστικό κίνημα» συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας όσο το δυνατό πιο αντικειμενικής εικόνας της κατάστασης σε αυτό. Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία αφορούν τους εκλογικούς συσχετισμούς μεταξύ των δυνάμεων που παρεμβαίνουν στο συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς και την έκταση της επιρροής του ταξικού πόλου που εκφράζεται από τις δυνάμεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.

Το κείμενο με τίτλο «Οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί για τη λειτουργία των συνδικάτων» παρουσιάζει όλα όσα διαρρέουν γύρω από το ζήτημα. Το κείμενο παρουσιάζει τα βήματα που έχουν γίνει μέχρι τώρα στην ανατροπή εργασιακών δικαιωμάτων και στο ρόλο των συνδικάτων, ενώ στέκεται και στις σχετικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση για το επόμενο διάστημα. Για να φωτιστεί ακόμα καλύτερα η κατεύθυνση των παραπάνω, παρουσιάζονται κάποια παραδείγματα αντίστοιχων αλλαγών σε συνδικαλιστικούς νόμους στην Ευρώπη, ενώ αναδεικνύεται –από συγκεκριμένα παραδείγματα– και ο ρόλος της αστικής Δικαιοσύνης στην καταστολή των εργατικών αγώνων.

Το κείμενο με τίτλο «Ο κλάδος του εμπορίου την περίοδο 2001-2015» παρουσιάζει την επίδραση τόσο της ανάπτυξης όσο και της κρίσης στο μερίδιο του κλάδου στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, την πορεία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης, την ταξική διάρθρωση, τις εργασιακές σχέσεις και την κυβερνητική πολιτική υποβοήθησης της κερδοφορίας στον κλάδο. Αναφέρεται στην επίδραση της ανάπτυξης του ηλεκτρονικού εμπορίου και των μεγάλων («ανοιχτών» και «κλειστών») εμπορικών κέντρων, ενώ παραθέτει και κάποια βασικά στοιχεία, από τη μία για τις θέσεις των φορέων της καπιταλιστικής εργοδοσίας και από την άλλη για την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος στον κλάδο και της παρέμβασης των ταξικών δυνάμεων σε αυτό.

Τέλος, το τεύχος περιλαμβάνει βιβλιοπαρουσίαση των Απάντων Στάλιν με παρουσίαση του ιστορικού της έκδοσης στα ρωσικά και τα ελληνικά.

Σε αυτό το τεύχος δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 16.12.2015 έως 24.2.2016.