της Σύνταξης

Στο εσωτερικό της χώρας, το τελευταίο δίμηνο ξεκίνησε με την ψήφιση του ασφαλιστικού και του φορολογικού νομοσχεδίου και κλείνει με το ξεδίπλωμα της συζήτησης για την κρατική παρέμβαση στην ίδια τη σχέση κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας. Όσον αφορά τις διεθνείς εξελίξεις, η επικαιρότητα κυριαρχείται από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία υπέρ της εξόδου της χώρας από την ΕΕ και τις συνέπειές του.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τη «μεγάλη εικόνα» της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις. Και οι τρεις εκθέσεις με οικονομικές προβλέψεις που δημοσιεύτηκαν το τελευταίο δίμηνο από την Κομισιόν, την ΕΚΤ και τον ΟΟΣΑ τονίζουν τη δυσκολία περάσματος σε γρήγορη καπιταλιστική ανάπτυξη λόγω μιας σειράς παραγόντων. Στην έκθεση του ΟΟΣΑ αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η παγκόσμια οικονομία έχει κολλήσει σε μια παγίδα χαμηλής ανάπτυξης, που θα απαιτήσει πιο συντονισμένη και ολοκληρωμένη χρήση των δημοσιονομικών, νομισματικών και διαρθρωτικών πολιτικών». Εν ολίγοις, η απάντηση των αστικών επιτελείων σε αυτές τις προκλήσεις είναι η πιο ενεργητική παρέμβαση των κρατικών και διακρατικών θεσμών σε δύο κατευθύνσεις: α) Στη μεγαλύτερη προσαρμογή και αξιοποίηση των κρατικών και διακρατικών πολιτικών προς όφελος της στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και β) στις άμεσες νομοθετικές παρεμβάσεις στη σχέση κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις δε μένουν σε διακηρυκτικό επίπεδο, αλλά αποτελούν το καθοδηγητικό νήμα των κυβερνητικών πολιτικών σε όλη την ΕΕ, τηρουμένων βέβαια των οικονομικών αναλογιών μεταξύ των διάφορων κρατών-μελών. Από τα ψηφισμένα και σχεδιαζόμενα νομοσχέδια στην Ελλάδα μέχρι το νόμο «Ελ Κομρί» στη Γαλλία (που ακολούθησε τον αντίστοιχο νόμο Μακρόν) και τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις στο Βέλγιο του υπουργού Απασχόλησης Κρις Πέτερς, η κατεύθυνση της αστικής νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι κοινή.

Φυσικά, το γεγονός ότι όλα τα αστικά κράτη ομονοούν στην ανάγκη των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων δε σημαίνει ότι συμφωνούν πλήρως και στο ακολουθούμενο «μίγμα» δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Το αντίθετο, μάλιστα, αφού η σχετική συζήτηση αποτελεί τον καμβά πάνω στον οποίο ξεδιπλώνονται όλες οι επιμέρους επιδιώξεις και οι αντίστοιχοι ανταγωνισμοί μεταξύ των διαφορετικών αστικών τάξεων των κρατών-μελών, αλλά και επιμέρους τμημάτων τους. Σε αυτές τις αντιπαραθέσεις, η κάθε πλευρά αξιοποιεί πολιτικά και προπαγανδιστικά εκείνη την πλευρά της πραγματικότητας που την βολεύει, με τις χώρες που δυσκολεύονται περισσότερο να περάσουν σε γρήγορη καπιταλιστική ανάπτυξη να πιέζουν για μεγαλύτερη δημοσιονομική και νομισματική χαλαρότητα και τις χώρες που έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυναμική να πιέζουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ιεραρχώντας την περιφρούρηση του ευρώ ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος.

Αυτή η αντιπαράθεση αναδεικνύεται με κάθε αφορμή. Τέτοιες περιστάσεις αποτελούν τα παζάρια για το μέλλον της ΕΕ και τη διαχείριση του υψηλού κρατικού χρέους πολλών κρατών-μελών, η λεγόμενη τραπεζική ένωση κλπ. Οξύτητα έχει προσλάβει μάλιστα το τελευταίο διάστημα η κριτική της γερμανικής αστικής πολιτικής προς την ΕΚΤ και την Κομισιόν, κατηγορώντας την πρώτη ότι θέτει σε κίνδυνο την ισχύ του ευρώ με το πρόγραμμα νομισματικής χαλάρωσης και τη δεύτερη ότι δεν είναι ικανή να ελέγχει τους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών και την τήρησή τους (προτείνοντας μάλιστα ανεξάρτητη αρχή γι’ αυτήν τη δουλειά). Από την άλλη μεριά, πολλά κράτη-μέλη κατηγορούν τη Γερμανία για το ρόλο της, τις επιλογές της και την κατεύθυνση προς την οποία «σπρώχνει» με το ειδικό βάρος της την πολιτική της ΕΕ.

Σε αυτό το έδαφος των αντιθέσεων αναπτύσσεται η αμφισβήτηση –από αστική σκοπιά– πλευρών της πολιτικής της ΕΕ, ακόμα και της ίδιας της δομής και της σύνθεσής της. Οι αντιθέσεις αυτές εκφράζονται και στην εμφάνιση ενός σχετικά διακριτού –αν και μειοψηφικού προς το παρόν– ρεύματος μέσα στο στρατόπεδο της αστικής τάξης και των αστικών κομμάτων, που τάσσεται ανοιχτά εναντίον της Ευρωζώνης, ακόμα και της ΕΕ. Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη της ύπαρξης αυτού του ρεύματος είναι η κήρυξη και το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, αλλά και οι αντίστοιχες φωνές σε πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως η Γαλλία και η Ιταλία.

Η αστική κριτική στην ΕΕ και τα εθνικιστικά χαρακτηριστικά που συνήθως την συνοδεύουν προσπαθούν να αξιοποιήσουν την αγανάκτηση που υπάρχει σε πλατιά λαϊκά στρώματα για την πολιτική της ΕΕ και να την καναλιζάρουν προς όφελος των επιδιώξεων συγκεκριμένων τμημάτων της αστικής τάξης, αλλά και γενικότερα της αστικής εξουσίας, την οποία αφήνουν στο απυρόβλητο.

Οι εργαζόμενοι μπορούν και πρέπει να συνδέσουν την απόρριψη της ΕΕ και το αίτημα εξόδου των χωρών τους από αυτήν με την καταδίκη της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, να συνδέσουν δηλαδή την πάλη τους ενάντια στην ΕΕ με την πάλη ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία. Αυτή η δύσκολη μάχη περιφρούρησης της πολιτικής αυτοτέλειας της εργατικής τάξης και του κινήματός της δεν μπορεί να δοθεί με αξιώσεις χωρίς την ύπαρξη και την παρέμβαση ισχυρών επαναστατικών ΚΚ, που θα εκφράζουν τα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης της χώρας τους ενάντια σε όλες τις πτέρυγες της αστικής πολιτικής.

Σε κάθε περίπτωση, η ΕΕ φαίνεται να δονείται από την άμβλυνση της εσωτερικής της συνοχής και από τα πολλαπλά σενάρια για το μέλλον της. Στο εσωτερικό της δημιουργούνται μια σειρά ομαδοποιήσεις κρατών και τμημάτων της αστικής τάξης. Υπάρχουν, για παράδειγμα, τα κράτη της «πρώτης ταχύτητας» υπό την ηγεμονία της Γερμανίας, τα κράτη που πιέζουν για πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική υπό την ηγεμονία της Γαλλίας και της Ιταλίας (έχοντας κατά καιρούς και τη στήριξη των ΗΠΑ), τα λεγόμενα κράτη «του Βίσενγκραντ» στην Ανατολική Ευρώπη με επικεφαλής την Πολωνία που ζητούν «λιγότερη Ευρώπη» κλπ. Στο εσωτερικό του κάθε κράτους υπάρχουν τμήματα της αστικής τάξης, τα συμφέροντα των οποίων διασυνδέονται με αυτά άλλων τμημάτων σε άλλα κράτη ή ακόμα και άλλων κρατών.

Η δυναμική αυτών των αντιθέσεων δεν μπορεί να προβλεφτεί. Ήδη έχουμε κινητικότητα σε μια σειρά κατευθύνσεις, όπως οι συζητήσεις για νέο δημοψήφισμα ανεξαρτητοποίησης της Σκωτίας και ένταξής της στην ΕΕ, για το δημοψήφισμα που φέρεται ότι έθεσε ως θέμα ο αρχηγός του Σιν Φέιν στη Ιρλανδία για αλλαγή συνόρων στη Βόρεια Ιρλανδία και ένωσή της με την Ιρλανδία, για το ζήτημα που έθεσε η Ισπανία ζητώντας καθεστώς συγκυβέρνησης του Γιβραλτάρ από Ισπανία και Βρετανία, μέχρι και για το «κίνημα» Λονδρέζων πολιτών που άρχισαν κατά δεκάδες χιλιάδες να μαζεύουν υπογραφές για απόσχιση του Λονδίνου από την Αγγλία και παραμονή του στην ΕΕ. Επίσης, μένει ανοιχτό ακόμα πώς και πότε θα δρομολογηθούν οι σχετικές διαδικασίες από το βρετανικό κράτος, καθώς και ποιες θα είναι οι μετέπειτα σχέσεις ΕΕ-Βρετανίας αν υλοποιηθεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η κρισιμότητα της κατάστασης αναδεικνύεται από τη συνάντηση στο Βερολίνο των Μέρκελ, Ολάντ, Ρέντσι, καθώς και των υπουργών Εξωτερικών των έξι ιδρυτικών μελών της ΕΟΚ για επανεπιβεβαίωση της προσήλωσης στο «ευρωπαϊκό εγχείρημα».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν δηλώσεις όπως αυτή της Α. Μέρκελ μετά από το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία, σύμφωνα με την οποία: «Βλέπουμε όλοι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Η ειρήνη που έχουμε στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια δεν είναι δεδομένη». Η σοβαρότητα αυτών των δηλώσεων αυξάνεται από μια σειρά εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος όπως η σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της Γερμανίας για την επόμενη 5ετία, η σημαντική κλιμάκωση της ΝΑΤΟϊκής επιθετικότητας έναντι της Ρωσίας (με τη στρατιωτική περικύκλωσή της και τις ασκήσεις πολεμικής εμπλοκής μαζί της), η νομοθετική κατοχύρωση της δυνατότητας των ιαπωνικών στρατευμάτων να δρουν εκτός συνόρων, αλλά και η ποινικοποίηση από την πολωνική κυβέρνηση της δημόσιας υπεράσπισης του σοσιαλισμού.

Μέσα στο παραπάνω διεθνές πλαίσιο, η ελληνική καπιταλιστική οικονομία προσπαθεί να ανακάμψει αξιοποιώντας την πολύμορφη βοήθεια του αστικού κράτους. Ο Αλ. Τσίπρας προσδιόρισε ως στόχο της κυβέρνησής του τη «δίκαιη ανάπτυξη» και την «επενδυτική έκρηξη», ενώ τόσο ο ίδιος όσο και οι υπουργοί του (π.χ. Γ. Χουλιαράκης) κάνουν λόγο για την ανάγκη να αξιοποιήσει η κυβέρνηση το «μομέντουμ», την ορμή δηλαδή της ψήφισης των τελευταίων νομοσχεδίων για την προώθηση και του επόμενου γύρου αντιλαϊκών ανατροπών με επίκεντρο τα εργασιακά το φθινόπωρο.

Στην υποβοήθηση αυτής της «έκρηξης» υποτάσσεται το συνολικό νομοθετικό έργο της κυβέρνησης. Χαρακτηριστικές είναι οι πρόσφατες δημοσιονομικές προσαρμογές του αστικού κράτους με την ψήφιση του Φορολογικού, του Ασφαλιστικού, του εφαρμοστικού Πολυνομοσχεδίου και του αναπτυξιακού νόμου. Στην πράξη, από τη μία έχουμε τους πολυποίκιλους περιορισμούς στις δαπάνες που σχετίζονται με τις λαϊκές ανάγκες και τη φοροαφαίμαξη του λαϊκού εισοδήματος και από την άλλη έχουμε την απλόχερη κρατική και ευρωπαϊκή στήριξη της καπιταλιστικής δραστηριότητας. Τα παραπάνω συμπυκνώνονται στην ίδια τη λειτουργία του λεγόμενου «κόφτη», ο οποίος, την ίδια στιγμή που πετσοκόβει μισθούς, συντάξεις, δαπάνες Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ. και λειτουργεί ως μόνιμη δαμόκλειος σπάθη για περαιτέρω περικοπές, εξαιρεί ρητά από το πεδίο εφαρμογής του το σύνολο των δαπανών του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων και τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, η «απελευθέρωση» τομέων της οικονομίας ανοίγει νέα πεδία κερδοφορίας για τους καπιταλιστές, με κάποιους από αυτούς, όπως η Fraport, να ευχαριστούν ανοιχτά «το ελληνικό κοινοβούλιο και το ελληνικό κράτος για την εμπιστοσύνη τους». Με αυτά τα δεδομένα, μάλλον θα πρέπει να συμφωνήσουμε με την οργισμένη αντίδραση του Γ. Σταθάκη όταν κατά τη συζήτηση του αναπτυξιακού νόμου η ΝΔ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δε στηρίζει τους ιδιώτες επενδυτές.

Παράλληλα, προετοιμάζεται ο επόμενος γύρος με άμεσες παρεμβάσεις στις εργασιακές σχέσεις, με διακηρυγμένο στόχο το «πιο φιλικό για τις επιχειρήσεις επενδυτικό περιβάλλον», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Κλ. Ρέγκλινγκ. Από τις μέχρι τώρα συναντήσεις της λεγόμενης «Επιτροπής Ανεξάρτητων Εμπειρογνωμόνων» διαφαίνεται ότι οι αντεργατικές ανατροπές θα επικεντρωθούν στην παραπέρα αύξηση του ποσοστού απολύσεων, στη θέσπιση περαιτέρω εμποδίων στη συνδικαλιστική δράση και ειδικά στους όρους κήρυξης απεργίας, στη νομιμοποίηση της εργοδοτικής ανταπεργίας και στο ζήτημα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Όσον αφορά την τακτική της κυβέρνησης, από τη μία επιβεβαιώνει διά στόματος Γ. Κατρούγκαλου ότι «υπάρχουν τα κείμενα που ορίζουν το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης», υπονοώντας τις ξεκάθαρες αναφορές του 3ου Μνημονίου, και από την άλλη κραδαίνει προπαγανδιστικά τον μπαμπούλα του ΔΝΤ «που ζητά αίμα» για την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης. Στις παραπάνω στοχεύσεις θα αξιοποιηθεί το επόμενο διάστημα και η πρόταση του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου της ΕΕ να γίνει αποδεκτή η προσφυγή της «Lafarge-ΑΓΕΤ», με την οποία ζητούσε να κριθεί άκυρη η διοικητική απόφαση του τότε υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει τις ομαδικές απολύσεις στα «Τσιμέντα Χαλκίδας».

Το κυβερνητικό έργο έχει την πλήρη στήριξη τόσο των εγχώριων καπιταλιστών όσο και των λεγόμενων θεσμών. Η κυβέρνηση δεν προλαβαίνει να μαζεύει «συχαρίκια». Ο ΣΕΒ και όλες οι υπόλοιπες εργοδοτικές ενώσεις καλούν σε συστράτευση για την εφαρμογή του Μνημονίου Τσίπρα και των ψηφισμένων νόμων, ιεραρχώντας τη συμβολή της στην καπιταλιστική κερδοφορία έναντι των όποιων αρνητικών συνεπειών έχει σε αυτήν το «υφεσιακό μίγμα» της ακολουθούμενης πολιτικής, στο οποίο κατά καιρούς ασκεί κριτική. Ορισμένες φορές μάλιστα ο ΣΕΒ φτάνει στο σημείο να ασκεί κριτική στη ΝΔ (από κοινού με μεμονωμένους καπιταλιστές, όπως πρόσφατα ο Ευ. Μυτιληναίος) για το αίτημα που διατυπώνει για εκλογές, αλλά και για τη μη ψήφιση του συνόλου των νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι στις παραπάνω φιλοφρονήσεις και τα ευχαριστήρια των καπιταλιστών ο Α. Τσίπρας ανταποδίδει εκθειάζοντας όπου βρεθεί κι όπου σταθεί το «θεάρεστο» έργο των Ελλήνων καπιταλιστών (π.χ. στην ΕΣΕΕ, στη Ναυτική Έκθεση «Ποσειδώνια 2016»).

Παράλληλα, στο εξωτερικό ο θαυμασμός των αστικών επιτελείων για τον Α. Τσίπρα και το αντιλαϊκό του έργο παίρνει χαρακτήρα φρενίτιδας… Σόιμπλε, Μέρκελ, Ομπάμα, Λαγκάρντ, Γιούνκερ, Ολάντ, Μοσκοβισί, Ντάισελμπλουμ, όλοι έχουν έναν καλό λόγο να πουν γι’ αυτόν και την κυβέρνησή του, με τον τελευταίο να συμπυκνώνει την πηγή του ενθουσιασμού τους δηλώνοντας: «Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για τον Τσίπρα, που καταφέρνει και μένει στην εξουσία παρά τα τόσα μέτρα».

Αυτό που γοητεύει τόσο την αστική τάξη και τους πολιτικούς της δεν είναι μόνο η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Τσίπρα στη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας (χαρακτηριστικό που είναι άλλωστε κοινό σε όλα τα αστικά κόμματα), αλλά η ικανότητά της να «βαφτίζει το κρέας ψάρι», να αμβλύνει τις λαϊκές αντιστάσεις, να ενσωματώνει στο σύστημα, να αποπροσανατολίζει, να εξαπατά μαζικά και επαναλαμβανόμενα τα λαϊκά στρώματα. Χαρακτηριστικό για τα παραπάνω είναι το ευτράπελο γεγονός ότι το πρωτοσέλιδο της «Αυγής» για την ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού ήταν: «Προτεραιότητα στο πράσινο», την ίδια στιγμή που έκανε λόγο για «ξεπούλημα, δωσίλογους» κλπ. ως αντιπολίτευση.

Η τελευταία αφορμή επιστράτευσης των παραπάνω «αρετών» είναι το άνοιγμα ζητημάτων από την κυβέρνηση όπως το Σύνταγμα, ο εκλογικός νόμος, μέχρι και η χορήγηση άδειας διπλώματος στους 17άρηδες. Σε πολλά από αυτά τα ζητήματα έχουμε αναφερθεί στις σελίδες της ΚΟΜΕΠ, ωστόσο η στιγμή και ο τρόπος που επιλέγεται να ανοίξουν αποδεικνύουν τη διάθεση της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τη συζήτηση γι’ αυτά τα ζητήματα προς όφελος της «αλλαγής ατζέντας» στη δημόσια αντιπαράθεση. Παρόλ’ αυτά, πρέπει να τονιστεί η αντιδραστική κατεύθυνση των συζητήσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος, με στόχο την προσαρμογή του στις σύγχρονες ανάγκες της αστικής εξουσίας.

Πέρα από τη σύμπνοια με την ΕΕ και τα κράτη-μέλη της στο τσάκισμα των δικαιωμάτων των λαϊκών στρωμάτων ως προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, το κεφάλαιο στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση το ελληνικό κράτος έχει και τις δικές του ιδιαίτερες επιδιώξεις, τις οποίες προβάλλει θαρρετά –αν και πάντα με τρόπο που αρμόζει στο «μπόι» του– αξιοποιώντας και συγκλίνουσες επιδιώξεις άλλων, πιο ισχυρών κεφαλαίων και κρατών. Έτσι, π.χ. με ένα στόμα ΣΕΒ-κυβέρνηση-Τράπεζα της Ελλάδος-ΔΝΤ και μια σειρά κρατών που αντιμάχονται την πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας στην ΕΕ (ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία κλπ.) πιέζουν ζητώντας μείωση των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων και ελάφρυνση του χρέους. Παράλληλα, το προηγούμενο διάστημα η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών όξυνε την αντιπαράθεσή της με την ΕΕ η οποία –δρώντας αντικειμενικά προς όφελος του ανταγωνιστικού γερμανικού εφοπλιστικού κεφαλαίου– έχει πάρει αποφάσεις ενάντια σε μια σειρά φορολογικές διευκολύνσεις του εφοπλιστικού κεφαλαίου από το ελληνικό κράτος.

­Στο παραπάνω σύνθετο περιβάλλον, η εργατική τάξη και το κίνημά της πρέπει να παλεύει για τη διατήρηση της πολιτικής αυτοτέλειας του κινήματός της απ’ όλες τις πτέρυγες της αστικής πολιτικής, ως προϋπόθεση αξιοποίησης των ενδοαστικών αντιθέσεων. Οι εργατικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία (και όχι μόνο) δείχνουν από τη μία την πίεση που μπορούν να ασκήσουν στους καπιταλιστές οι εργαζόμενοι αν βασιστούν στην οργάνωση στους χώρους εργασίας και από την άλλη την άμβλυνση αυτής της πίεσης από την έλλειψη προσανατολισμού σύγκρουσης με την καπιταλιστική εργοδοσία και το κράτος της.

Όσον αφορά το περιεχόμενο αυτού του τεύχους, στην ενότητα «Εργατική Τάξη» περιλαμβάνεται η εισήγηση του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα στην Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ με θέμα: «Η πορεία ανασύνταξης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και της ανάπτυξης της κομματικής οικοδόμησης στην εργατική τάξη». Σε αυτή γίνεται μια κωδικοποίηση των εξελίξεων και της διαπάλης των τελευταίων ετών και της προσπάθειας ολοκληρωμένης παρέμβασης του ΚΚΕ στο εργατικό κίνημα. Στο κύριο μέρος του κειμένου αναλύεται το περιεχόμενο της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, τα προβλήματα και τα καθήκοντα που απορρέουν από την προώθησή της.

Το άρθρο με τίτλο «Η επικαιρότητα της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού» συνοψίζει τις εξελίξεις και τις τάσεις στο σύγχρονο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, επιστρατεύοντας τη λενινιστική μεθοδολογία. Αφού ξεκαθαρίσει συύγχρονα ζητήματα της διαπάλης για τον ιμπεριαλισμό που αντανακλώνται και σε λαθεμένες επεξεργασίες δυνάμεων του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, περνά στην παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνονται τα λενινιστικά κριτήρια για τον ιμπεριαλισμό στο σύγχρονο καπιταλισμό. Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύει τον προσωρινό χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών μέσα από το παράδειγμα της ΕΕ και του λεγόμενου BREXIT, παρουσιάζει τα βασικά στοιχεία μεταβολής του οικονομικού συσχετισμού μεταξύ καπιταλιστικών κρατών την τελευταία 15ετία, ενώ ιδιαίτερα στέκεται στον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας. Τέλος, αναδεικνύει τα στρατηγικά καθήκοντα που απορρέουν από αυτήν την ανάλυση για την κομμουνιστική πρωτοπορία.

Εκτός από το παραπάνω άρθρο, η ενότητα «Ιδεολογία-Πολιτική» περιλαμβάνει και το άρθρο με τίτλο «Ζητήματα ένοπλης ταξικής πάλης». Σε αυτό παρατίθενται τα βασικά πορίσματα στα οποία κατέληξαν οι θεμελιωτές του μαρξισμού-λενινισμού για την επαναστατική βία, παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα και την επαναστατική πείρα που τροφοδότησε αυτά τα συμπεράσματα (από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση). Στη συνέχεια, το άρθρο αναφέρεται στη συμβολή του ΚΚΕ στους εργατικούς αγώνες στο Μεσοπόλεμο και την κλιμάκωσή τους στην ένοπλη δράση του ΔΣΕ. Τέλος, απ’ όλη αυτήν την ιστορική πείρα, το άρθρο ξεχωρίζει τα βασικά συμπεράσματα για την επαναστατική βία στις σύγχρονες συνθήκες, όπως αποτυπώνονται στο Πρόγραμμα και τις επεξεργασίες του ΚΚΕ.

Η ενότητα «Οικονομία» περιλαμβάνει το άρθρο με τίτλο: «Η εγχώρια πολεμική βιομηχανία σε συνάρτηση με τη διεθνή». Σε αυτό κωδικοποιούνται οι εξελίξεις σε αυτόν το βιομηχανικό κλάδο, παράλληλα με την ανάδειξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα του. Φωτίζονται τα δεδομένα στην Εγχώρια Πολεμική Βιομηχανία και τις επιχειρήσεις της, ο βαθμός στρατιωτικοποίησης της Ελλάδας σε σύγκριση με άλλες χώρες, η εγχώρια παραγωγή και οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων και οι σχετικοί οικονομικοί ανταγωνισμοί. Επίσης, παρατίθενται τα βασικά δεδομένα της πολιτικής της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την πολεμική βιομηχανία και, στο πλαίσιο αυτό, η αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική.

Τέλος, στην ενότητα «Παιδεία» περιλαμβάνεται κείμενο του αντίστοιχου Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο: «Οι εξελίξεις σχετικά με την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών στα ΑΕΙ». Σε αυτό παρουσιάζεται η στρατηγική της ΕΕ για την Ανώτατη Εκπαίδευση και ο τρόπος με τον οποίο η πιστοποίηση λειτουργεί ως εργαλείο προώθησής της. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζονται στην Ελλάδα οι σχετικές κατευθύνσεις της ΕΕ και η αντίστοιχη κρατική νομοθετική δραστηριότητα. Στο άρθρο παρουσιάζονται επίσης οι βασικές αρχές της θέσης του ΚΚΕ για τα προγράμματα σπουδών, στο πλαίσιο της πρότασης του Κόμματος για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση.

Σε αυτό το τεύχος δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 25.3.2016 έως 26.6.2016.