της Σύνταξης

Όπως αναμενόταν, το φθινόπωρο «μπήκε» δυναμικά όσον αφορά τις εγχώριες και διεθνείς εξελίξεις. Άλλωστε, από το καλοκαίρι ήταν γνωστό ότι ο Σεπτέμβρης θα είναι ένας «καυτός» μήνας, τόσο λόγω των διαπραγματεύσεων για τον επόμενο γύρο αντιλαϊκών μέτρων όσο και λόγω της προγραμματισμένης σύγκλησης του Eurogroup και της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση αξιοποιεί, ως είθισται, τη ΔΕΘ για μία εφ’ όλης της ύλης προπαγανδιστική επίθεση με στόχο την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης στην αντιλαϊκή πολιτική.

Προσπαθώντας να σκιαγραφήσουμε τα βασικά στοιχεία της κυβερνητικής προπαγάνδας, μπορούμε να ξεχωρίσουμε την καλλιέργεια ελπίδων για φιλολαϊκές εξελίξεις ενόψει της διαφημιζόμενης μετάβασης στην (καπιταλιστική) ανάπτυξη, καθώς και την προβολή ως προοδευτικών μιας σειράς εκσυγχρονισμών και παρεμβάσεων, όπως οι προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση και τις αλλαγές στην κρατική διοίκηση, τα συνθήματα για την καταπολέμηση της διαφθοράς με έμφαση στην «κάθαρση του τηλεοπτικού πεδίου» κλπ.

Ας ξεκινήσουμε όμως με την κατάσταση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Οι λεγόμενες Εαρινές Προβλέψεις του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ συμφωνούν ότι το 2017 θ’ αποτελέσει το πρώτο έτος ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, με τους δύο πρώτους οργανισμούς να εκτιμούν ότι αυτή θα επέλθει από το β΄ εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Φυσικά, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι σίγουρο, αφού υπάρχουν ακόμα αρκετές δυσοίωνες ενδείξεις από το εσωτερικό της χώρας και πολύ μεγάλες ανασφάλειες όσον αφορά το διεθνές οικονομικό περιβάλλον από το οποίο θα επηρεαστεί άμεσα η προοπτική της ελληνικής οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, στο εσωτερικό η ασθενική τάση ανάκαμψης των επενδύσεων, που παρατηρήθηκε στο α΄ εξάμηνο του 2016, συνοδεύτηκε από μείωση των εξαγωγών (που πηγάζει από την πτώση των «υπηρεσιών», δηλαδή των εσόδων από τουρισμό, μεταφορές κλπ.) και της (ιδιωτικής και κρατικής) κατανάλωσης. Επίσης, δεν έχει απαλειφθεί το ενδεχόμενο προστριβών και καθυστερήσεων στη διαπραγμάτευση που θα επιδράσει και στην προοπτική ανάκαμψης. Παράλληλα, ιδιαίτερα σύνθετο παραμένει το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, το οποίο παρουσιάζει ακόμα μεγάλη δυσκολία σταθεροποίησης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Σε αυτό συμβάλλουν και παράγοντες όπως η διαχείριση του Προσφυγικού, η ανασφάλεια όσον αφορά την πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ και το «καμπανάκι» που όλο και πιο δυνατά ακούγεται για την κατάσταση σε μία σειρά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κυρίως της Ιταλίας. Ξεχωριστά πρέπει να σημειώσουμε, λόγω μεγέθους, την πολύ επισφαλή κατάσταση της Deutsche Bank, η οποία μάλιστα, μπροστά στις δικές της δυσκολίες, «ξέχασε» την προσήλωσή της στη δημοσιονομική πειθαρχία, ζητώντας τη δημιουργία Ταμείου Διάσωσης για την ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών ύψους 150 δισ. ευρώ… Συμπυκνώνοντας τα δεδομένα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρ. Λαγκάρντ έκανε λόγο για «ελαφρά φθίνουσα ανάπτυξη, εύθραυστη, αδύναμη και σίγουρα μη ενισχυόμενη από το εμπόριο».

Οι διεθνείς οικονομικές επισφάλειες συμπληρώνονται από την όξυνση του ανταγωνισμού, καταρχήν μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Αυτή η όξυνση εκδηλώνεται τόσο με την εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων όσο και με την αντιπαράθεσή τους για την επιβολή προστίμου (πληρωτέου στην Ιρλανδία) 13 δισ. ευρώ από την ΕΕ στον αμερικανικό κολοσσό Apple, λόγω των υπερβολικών φορολογικών πλεονεκτημάτων που της παραχώρησε η ιρλανδική κυβέρνηση. Η ιρλανδική αντίδραση στην απόφαση αυτή, εναντίον της οποίας θα ασκήσει έφεση, δείχνει ότι οι αντιθέσεις οξύνονται και στο εσωτερικό της ΕΕ.

Ιδιαίτερη επίδραση στην ευρύτερη περιοχή θα έχουν επίσης οι εξελίξεις στην Τουρκία μετά την αποτυχία της απόπειρας πραξικοπήματος και οι προσαρμογές του τουρκικού κράτους τόσο στην εσωτερική («σκούπα» του Ενρτογάν στον κρατικό μηχανισμό και προσπάθεια τραβήγματος όλων των αστικών κομμάτων πίσω από τις επιδιώξεις του ΑΚP) όσο και στην εξωτερική «σκακιέρα». Ξεχωριστή σημασία για την τουρκική εξωτερική πολιτική έχει η προσωρινή επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας - ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων Τουρκίας - Ρωσίας. Ταυτόχρονα, η Τουρκία προχωράει σε χερσαία επέμβαση στη Συρία, με ουσιαστικό στόχο την απομάκρυνση των Κούρδων, οι οποίοι σε αγαστή συνεργασία με πολλά δυτικά κράτη δρουν στη βόρεια Συρία. Γενικότερα, όπως φαίνεται από τις εξελίξεις, ο προσωρινός συμβιβασμός ΗΠΑ - Ρωσίας στη Συρία είναι πολύ εύθραυστος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον προσπαθεί να «πάρει μπρος» η ελληνική καπιταλιστική οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, η όποια προοπτική αναθέρμανσής της έχει ως «καύσιμη ύλη» το τσάκισμα των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων. Ενδεικτικές γι’ αυτό είναι εξελίξεις όπως η συμφωνία εργοδοσίας και εργατοπατέρων για κλιμακωτή μείωση του μισθού στη ΜΕΒΓΑΛ, η σύσταση και αξιοποίηση των Ενώσεων Προσώπων για την ισοπέδωση των μισθών στο κατώτερο επίπεδο (π.χ. ANTOPACK στο Βόλο) ή τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας (π.χ. στο ελληνικό υποκατάστημα της αυστριακής Jager Bau GmbH), η γενίκευση της μερικής και εκ περιτροπής εργασίας (σύμφωνα με τον ΕΡΓΑΝΗ, πάνω από τους μισούς προσληφθέντες δουλεύουν με τέτοιες σχέσεις εργασίας) και φυσικά η νομοθέτηση προς όφελος του κεφαλαίου, πάνω στην οποία βασίζονται όλα τα προηγούμενα. Όπως δήλωσε μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θ. Φέσσας «οι χαμηλοί μισθοί βοήθησαν πολλές επιχειρήσεις που κινδύνευαν, να επιζήσουν». Την ίδια στιγμή έχουμε τις απολύσεις από το κλείσιμο εταιριών όπως η Ηλεκτρονική, ο Καρυπίδης, ο Πυρσός, η Jetoil, ο Λεβεντέρης, το LEDRA.

Γι’ αυτά πανηγυρίζει η κυβέρνηση, βαφτίζοντας την πολυδιαφημιζόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη ως «δίκαιη ανάπτυξη». Οι ατέλειωτοι ευφημισμοί, με τους οποίους προσπαθεί η κυβέρνηση να καθαγιάσει την καπιταλιστική δραστηριότητα, δεν μπορούν να κρύψουν το γεγονός ότι ο χαρακτήρας της ανάπτυξης δεν καθορίζεται από τις πολιτικές προθέσεις του ενός ή του άλλου διαχειριστή, αλλά από τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής. Η ανάπτυξη που διαφημίζει η κυβέρνηση είναι ανάπτυξη όχι γενικά της παραγωγής, αλλά της καπιταλιστικής παραγωγής που λειτουργεί με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος. Ο Α. Τσίπρας δε δίστασε μάλιστα να χαρακτηρίσει την (καπιταλιστική) ανάπτυξη ως το περιεχόμενο της …αριστερής πολιτικής δηλώνοντας: «Σήμερα αριστερό και προοδευτικό είναι ό,τι μπορεί να δώσει προοπτική ανάκαμψης της οικονομίας και δημιουργίας θέσεων εργασίας» ενώ σε αυτήν μάλλον θα μπορούσε να εντάξει και τον Κ. Καραμανλή, για τον οποίο δήλωσε με αφορμή τον ΟΛΠ: «Ο Κώστας ο Καραμανλής άνοιξε πριν δέκα χρόνια το μονοπάτι, που τώρα έχει γίνει λεωφόρος»…

Το παραμύθι της «δίκαιης» (καπιταλιστικής) ανάπτυξης είναι για εσωτερική κατανάλωση και δεν ακούγεται καθόλου στις συναντήσεις των κυβερνητικών στελεχών με καπιταλιστές ανά τον κόσμο. Τόσο κατά την επίσκεψή του στην Κίνα όσο και κατά τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας των ΗΑΕ, αντί της δίκαιης ανάπτυξης, ο Α. Τσίπρας διαφήμισε τις «γενναίες φοροαπαλλαγές» του αναπτυξιακού νόμου, τα κοινοτικά κονδύλια που προορίζονται να στηρίξουν τους επενδυτές και το γεγονός ότι «δημιουργούνται σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες χαμηλού κινδύνου» στην Ελλάδα. Όπως σημείωσε και πριν λίγες μέρες ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γ. Χουλιαράκης «προσέλκυση ξένων ιδιωτικών επενδύσεων σημαίνει τομές, σημαίνει θεσμικές τομές και στην αγορά και στην οικονομία και στη Δικαιοσύνη. Και αυτές ακριβώς τις τομές θα υλοποιήσει η κυβέρνηση το επόμενο έτος».

Ο χαρακτήρας της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι όλοι οι κρατικοί και διακρατικοί θεσμοί προβάλλουν ως προϋπόθεσή της την αναγκαιότητα περαιτέρω τσακίσματος των εργατικών-λαϊκών δικαιωμάτων. Τόσο οι διεθνείς οργανισμοί όσο και ο ΣΕΒ και τα αστικά κόμματα συμφωνούν στην ανάγκη «επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων και γρήγορου κλεισίματος της αξιολόγησης». Το αμέσως επόμενο διάστημα πρέπει να «κλείσουν» τα 15 εναπομείναντα «προαπαιτούμενα» της πρώτης αξιολόγησης (με τα οποία συνδέεται η αποδέσμευση των 2,8 δισ. ευρώ), ενώ αμέσως μετά ακολουθεί η διαπραγμάτευση για τα μέτρα που εντάσσονται στη λεγόμενη δεύτερη αξιολόγηση και τα οποία σχετίζονται με την άμεση παρέμβαση στη σχέση κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας και τη δομή και λειτουργία του εργατικού κινήματος.

Χαρακτηριστικές για το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης και την κατεύθυνση των μέτρων είναι οι προτάσεις του ΣΕΒ, στις οποίες περιλαμβάνονται μέτρα όπως οι ομαδικές απολύσεις, ο δραστικός περιορισμός των απεργιών, η κατάργηση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία και η ρύθμιση των κατώτατων μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι θεσμοί, οι οποίοι προσθέτουν στα προτεινόμενα μέτρα την κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού. Ο Γ. Κατρούγκαλος υιοθετεί μια στάση υποκριτικής ανησυχίας, μέσω της οποίας η αποδοχή μέρους των παραπάνω προτάσεων θα προβληθεί ως «το μικρότερο κακό».

Το γεγονός ότι οι αστικές τάξεις ανά τον κόσμο συμφωνούν στο τσάκισμα των λαϊκών στρωμάτων προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας δε σημαίνει ότι δεν έχουν και μεταξύ τους διαφορές. Έτσι, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση Τσίπρα αποδέχεται κι εφαρμόζει όλες τις αντιλαϊκές παρεμβάσεις, σηκώνει «μπαϊράκι» απέναντι στις απαιτήσεις που θίγουν την αστική τάξη στην Ελλάδα και την ικανότητα του αστικού κράτους να την υποβοηθά. Αξιοποιεί μάλιστα το πλούσιο αντιλαϊκό της έργο ως μέσο απόσπασης από τους θεσμούς μεγαλύτερης ευελιξίας δημοσιονομικής στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Αυτή η ευελιξία περνάει τόσο από το κομβικό –για την αναπτυξιακή δυναμική της καπιταλιστικής οικονομίας– ζήτημα του κρατικού χρέους όσο και από την αντιπαράθεση για το μέγεθος των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων (η κυβέρνηση διεκδικεί τη μείωσή τους για το 2019 και το 2020 από το 3,5% στο 2,5%). Το ζήτημα του χρέους συνδέεται και με τη δυνατότητα χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, αφού η ΕΚΤ εξαρτά τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης από την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και την ακόλουθη ελάφρυνση του χρέους. Η τακτική της κυβέρνησης στο συγκεκριμένο ζήτημα συνίσταται στην αξιοποίηση τόσο της πίεσης του ΔΝΤ (το οποίο συνδέει άμεσα τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα με τη βιωσιμότητα του χρέους) κι εκείνων των κύκλων της ΕΕ και της Ευρωζώνης που έχουν συμφέρον από μία πιο χαλαρή δημοσιοοικονομική πολιτική, όσο και των αυξανόμενων παγκοσμίως αναφορών (συμπεριλαμβανομένου του κοινού ανακοινωθέντος των G20) στην ανάγκη αύξησης των δημόσιων δαπανών προκειμένου να στηριχτεί η ανάπτυξη.

Αυτές τις επιδιώξεις υπηρετούν και μια σειρά κυβερνητικές πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτές περιλαμβάνεται η αναθέρμανση του ζητήματος των γερμανικών αποζημιώσεων, η σύγκληση της Συνόδου Ηγετών Μεσογειακών Χωρών της ΕΕ στην Αθήνα, η συγκρότηση Φόρουμ διαλόγου μεταξύ της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της «Αριστεράς» και η προσχώρηση στην «Προοδευτική Ομάδα» στο Ευρωκοινοβούλιο, στην οποία συμμετέχουν 100 ευρωβουλευτές από την GUE, τους σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Χαρακτηριστικό γι’ αυτή την τελευταία είναι ότι συμμετέχουν ευρωβουλευτές από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας (του Φρ. Ολάντ) και τους Σοσιαλιστές της Ιταλίας. Όλοι αυτοί είναι –σύμφωνα με τη διακήρυξη που υπέγραψαν– «πεπεισμένοι ότι ήρθε η ώρα ν’ αλλάξει η νεοφιλελεύθερη, μη βιώσιμη και άδικη Ευρώπη»… Υποθέτουμε ότι όλοι αυτοί δεν θεωρούν «αδικία» τα αντιλαϊκά μέτρα που με πάθος στηρίζουν στις χώρες τους (όπως οι πρόσφατοι αντεργατικοί νόμοι «Ελ Κομρί» στη Γαλλία και «Job’s Act» στην Ιταλία), αλλά τα θεωρούν μέτρα «αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης και αειφορίας»…

Η κυβερνητική πολιτική προκαλεί σε κάποιο βαθμό αμηχανία στα υπόλοιπα αστικά κόμματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη ΝΔ, η οποία βλέπει το ΣΕΒ και τους συμμάχους να επικροτούν την αντιλαϊκή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και να αποκλείουν προς το παρόν κάθε σκέψη για πρόωρες εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ –που έχουν χαράξει χρονοδιάγραμμα «συγχώνευσης» μέχρι τα Χριστούγεννα (αν και υπάρχουν πολλές προστριβές ακόμα)– βλέπουν την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία να γλυκοκοιτάζει περισσότερο προς το ΣΥΡΙΖΑ παρά προς αυτά, που στο κάτω-κάτω είναι και μέλη της «Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών» στο Ευρωκοινοβούλιο. Η Ένωση Κεντρώων με τη σειρά της δείχνει όλο και πιο διαθέσιμη να στηρίξει την κυβέρνηση Τσίπρα, παραμένοντας φυσικά διαθέσιμη για συμμετοχή σε οποιοδήποτε κυβερνητικό σχήμα. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το Μάη ιδρύθηκε από το γνωστό Φαήλο Κρανιδιώτη το κόμμα «Νέα Δεξιά» μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με την «Εθνική Ενότητα» των Καρατζαφέρη - Μπαλτάκου.

Στο έδαφος αυτής της σύγκλισης, η αντιπαράθεση μεταξύ των αστικών κομμάτων εξοβελίζεται σε πιο «περιφερειακά» ζητήματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του διαγωνισμού για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών, όπου ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΠΟΤΑΜΙ κατηγόρησαν την κυβέρνηση για λογοκρισία, ενώ η κυβέρνηση αξιοποίησε τη σύνδεση μεγάλου τμήματος των καναλιών με αυτά τα κόμματα για να προβάλει το προφίλ της «πάταξης της διαπλοκής». Η κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως «κάθαρση του τηλεοπτικού τοπίου» την αντικατάσταση του Βαρδινογιάννη από τον υπόδικο Μαρινάκη και του Κοντομηνά από το νέο «κρατικό εργολάβο» Καλογρίτσα. Με αυτή την αντιπαράθεση αποκρύβεται ότι κυβέρνηση και αστική αντιπολίτευση αποδέχονται την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα ΜΜΕ και την αξιοποίησή τους προς όφελος των (οικονομικών και πολιτικών) επιδιώξεων των ιδιοκτητών τους. Όσο για την υποσχόμενη αξιοποίηση των εσόδων προς όφελος των πολιτών, αξίζει να σημειώσουμε ότι αυτά ανέρχονται στα 246 εκ. ευρώ (εφάπαξ), ενώ όταν ολοκληρωθεί η κατάργηση του ΕΚΑΣ η κυβέρνηση θα έχει αφαιρέσει από τους χαμηλοσυνταξιούχους περίπου 2,5 δισ. ευρώ ετησίως…

Όσον αφορά το περιεχόμενο του τεύχους, το κείμενο με τίτλο «Το ΚΚ ως διαλεκτική ενότητα επαναστατικής θεωρίας και πολιτικής πράξης» φωτίζει τη σχέση μεταξύ αυτών των δύο στοιχείων. Παράλληλα ξεχωρίζει τις βασικές λαθεμένες αντιλήψεις γύρω από το ζήτημα και τις αρνητικές τους συνέπειες στη σημερινή δράση των κομμουνιστών αλλά και σε όλη την πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Μέσα από την αναζήτηση των αιτιών αυτών των λαθών στο συνδυασμό αντικειμενικών συνθηκών και αδυναμιών του υποκειμενικού παράγοντα, προβάλλει την αναγκαιότητα ξεπεράσματός τους ως προϋπόθεση της ενίσχυσης του επαναστατικού χαρακτήρα των ΚΚ.

Με τη σχέση επαναστατικής θεωρίας και πράξης σε συνθήκες σοσιαλισμού, πιο συγκεκριμένα με τη σχέση επιστήμης - σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ασχολείται και το άρθρο «Ο Ε.Β. Ιλιένκοφ και η σοβιετική φιλοσοφία». Σε αυτό παρουσιάζονται κάποιες κυρίαρχες αστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις για τη σχέση του Ιλιένκοφ με τη σοβιετική φιλοσοφία, ενώ ο σχολιασμός αυτών των αντιλήψεων «γειώνεται» στο οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον που κυριαρχούσε στις διάφορες φάσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ. Η μαχητική στάση του Ιλιένκοφ «από τη σκοπιά του μαρξισμού-λενινισμού» αναδεικνύεται και στο γράμμα του με τίτλο «Σχετικά με την κατάσταση στη φιλοσοφία» που ακολουθεί.

Η ενότητα Ιδεολογία - Πολιτική ολοκληρώνεται με το κείμενο με τίτλο «Οι θέσεις της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ για το κράτος, ενόψει του 2ου Συνεδρίου του». Σε αυτό αναδεικνύεται η ουσία μιας σειράς προτεινόμενων αλλαγών στο εποικοδόμημα, αλλά και των θεωρητικών θέσεων που στηρίζουν αυτές τις αλλαγές. Πρόκειται για ζητήματα που ιεραρχούνται προπαγανδιστικά από την κυβέρνηση και θ’ αποτελέσουν βασικό συστατικό της διαπάλης το επόμενο διάστημα. Σε αυτά περιλαμβάνονται η θέση περί δυνατότητας φιλολαϊκού μετασχηματισμού του (αστικού) κράτους, η συνταγματική αναθεώρηση και οι σχετικές κυβερνητικές προτάσεις, το νέο εκλογικό σύστημα, η «άμεση δημοκρατία», η «καταπολέμηση της διαφθοράς» κλπ.

Επίσης, στο τεύχος αυτό περιλαμβάνονται δύο άρθρα που κωδικοποιούν τις εξελίξεις και τις προκλήσεις στο κίνημα. Το άρθρο με τίτλο «Για τα αγροτικά μπλόκα» παρουσιάζει την προετοιμασία των μπλόκων, το συσχετισμό και τη διαπάλη κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, την τακτική της κυβέρνησης, τη στάση των άλλων κομμάτων, καθώς και την παρέμβαση του ΚΚΕ και τα συμπεράσματα που αντλούνται από αυτή την αγωνιστική περίοδο. Το άρθρο με τίτλο «Η δράση των νέων κομμουνιστών μέσα στο φοιτητικό-σπουδαστικό κίνημα και στο ΜΑΣ» παρουσιάζει την κατάσταση του κινήματος και την πορεία ισχυροποίησης του ΜΑΣ τα 7 χρόνια της ύπαρξής του. Παράλληλα με τις δυσκολίες που θέτει στην παρέμβαση της ΚΝΕ η διαμορφωμένη κατάσταση, το άρθρο αναδεικνύει τις δυνατότητες που υπάρχουν, αλλά και τις προσαρμογές που απαιτούνται στη δουλειά της ΚΝΕ για την αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων.

Τέλος, στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 30.6.2016 έως 2.9.2016.