20ό Συνέδριο του ΚΚΕ: ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ - ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

του Γιώργου Αλεξανδρόπουλου

 

 Για να συμφωνήσει κάποιος με ένα πολιτικό κείμενο, πρέπει αυτό να τον καλύπτει σε όλα τα σημεία του. Έτσι λοιπόν:

1. Οι θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο του Κόμματος, με βρίσκουν σύμφωνο, όχι από δογματική άποψη: «Η δογματική και αποστεωμένη σκέψη είναι πολύ επιζήμια σε όλες τις σφαίρες της θεωρητικής δραστηριότητας… όπου κυριαρχεί ο δογματισμός εκεί σταματάει η ανάπτυξη της θεωρίας, η θεωρία από όργανο γνώσης και δράσης μετατρέπεται σε συλλογή απονεκρωμένων ιδεών».

2. Οι θέσεις της ΚΕ με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο, ακριβώς γιατί είναι σε όλο το περιεχόμενό τους διαμορφωμένες με διαλεκτική - υλιστική αντίληψη απέναντι στην αντικειμενική πραγματικότητα, που σημαίνει: «Ο υλικός κόσμος στο σύνολό του, σε όλες τις μορφές και τις εκδηλώσεις του… Αυτή η πραγματικότητα περικλείει διάφορα υλικά αντικείμενα, τις ιδιότητές τους, το χώρο, το χρόνο την κίνηση, τους νόμους, τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα, τις σχέσεις παραγωγής, το κράτος, τον πολιτισμό κ.λπ».

Πάμε παρακάτω.

3. Η ιδεολογία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας είναι η κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού και η αρχή του προλεταριακού διεθνισμού. «…Ο χαρακτήρας της ιδεολογίας, δηλαδή το αν είναι επιστημονική ή όχι, αληθινή ή ψεύτικη, είναι πάντοτε συνδεμένος με τον ταξικό προσδιορισμό της: φεουδαρχική, αστική, μικροαστική, είτε προλεταριακή, σοσιαλιστική, μαρξιστική, επαναστατική, είτε αντιδραστική, συντηρητική… Ο μαρξισμός-λενινισμός είναι πραγματική επιστημονική ιδεολογία. Ο μαρξισμός-λενινισμός θεωρεί ότι στην ταξική κοινωνία και ιδεολογία έχει κομματικό χαρακτήρα, αντανακλά τη φύση και τα συμφέροντα μιας τάξης, το ρόλο και τη θέση της στο ιστορικό προτσές… Η κομματικότητα της μαρξιστικής ιδεολογίας υποχρεώνει κατά την εκτίμηση των γεγονότων να τοποθετείσαι ανοιχτά και απευθείας με την άποψη της εργατικής τάξης. Τήρηση της αρχής της κομματικότητας σημαίνει επίμονη πάλη κατά της αστικής διδασκαλίας, ακούραστη προπαγάνδιση των ιδεών του κομμουνισμού».

Κατά συνέπεια, «ως οργανωμένη ιδεολογικοπολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης», που παλεύει για τα συμφέροντά της: «Το ΚΚΕ μελετάει τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και τον κόσμο, με βάση την κοσμοθεωρία του και με στόχο την ανάπτυξή της…», ακριβώς γιατί: «Η θεωρία μας, ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι, δε μπορεί να είναι αλυσίδες που μας δένουν τα χέρια και παγιδεύουν, δεσμεύουν το μυαλό, όπως τον θέλουν οι δογματικοί - ταλμουδιστές, είτε όπως ισχυρίζεται η αντίδραση. Αντίθετα η θεωρία, η διδασκαλία μας δίνει φτερά, μας ανοίγει τον πιο πλατύ ορίζοντα για τα πιο τολμηρά πετάγματα», που σημαίνει ότι: «…Το ΚΚΕ αφομοίωσε το μαρξισμό-λενινισμό στην Ελλάδα όχι σα δόγμα, μα σα θεωρία στενά συνδεμένη με την πράξη, με την πραγματικότητα…». Επομένως, μπορούμε να πούμε: «όπως ο λενινισμός είναι δημιουργικός μαρξισμός, έτσι και ο μαρξισμός-λενινισμός στις σύγχρονες συνθήκες είναι δημιουργικός μέσα από την ιδεολογικοπολιτική δράση των γνήσιων κομμουνιστικών κομμάτων, που πατούν στέρεα πάνω στις βασικές αρχές που διατύπωσαν οι κλασικοί της διαλεκτικής - υλιστικής φιλοσοφίας, ο Κ. Μαρξ, ο Φ. Ένγκελς, ο Β. Ι. Λένιν και άλλοι επιφανείς παράγοντες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, όπως ο Ι. Β. Στάλιν.

Πάμε παρακάτω.

Κατά τη γνώμη μου, το σύνολο των θέσεων της ΚΕ το διαπερνά πέρα για πέρα η δημιουργική μαρξιστική-λενινιστική σκέψη, ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, η διαλεκτική λογική, που σημαίνει:

Α) «Διαλεκτικός υλισμός. Φιλοσοφία του μαρξισμο-λενινισμού. Επιστήμη για τους πιο γενικούς νόμους κίνησης και εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της γνώσης. Επιστημονική φιλοσοφική κοσμοθεωρία και γενική μεθοδολογία γνώσης του αντικειμενικού κόσμου και της επαναστατικής δράσης. Προέκυψε από τη σύνθεση, γενίκευση της ιστορίας της εξέλιξης της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της κοινωνικής πράξης. Οι σημαντικότερες αρχές του διαλεκτικού υλισμού διατυπώθηκαν κατά την τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα από τον Κ. Μαρξ και τον Φ. Ένγκελς με βάση την κριτική της ιδεαλιστικής διαλεκτικής και του θεωρητικού υλισμού, ενώ αναπτύχθηκαν και θεμελιώθηκαν παραπέρα στα έργα του Β. Ι. Λένιν.

…Ο διαλεκτικός υλισμός αναπτύσσεται διαρκώς και πλουτίζεται στην πορεία της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου».

Β) «Ιστορικός υλισμός (υλιστική αντίληψη της ιστορίας). Είναι η μαρξιστική θεωρία εξέλιξης της κοινωνίας και η μεθοδολογία γνώσης της. Αποτελεί συστατικό μέρος της μαρξιστικής-λενινιστικής φιλοσοφίας, που μελετά την κοινωνία σαν ολοκληρωμένο και αναπτυσσόμενο κοινωνικό σύστημα, τους γενικούς νόμους και τις κινητήριες δυνάμεις του ιστορικού προτσές. Είναι η γενική θεωρία της μαρξιστικής-λενινιστικής κοινωνιολογίας. Ο ιστορικός υλισμός αποτελεί οργανική ενότητα με το διαλεκτικό υλισμό. Τον δημιούργησαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς και τον ανέπτυξε ο Λένιν. Η εμφάνιση του ιστορικού υλισμού αποτέλεσε επανάσταση στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας, γιατί σήμαινε το ξεπέρασμα των απόψεων του ιδεαλισμού, της βουλησιαρχίας και της μοιρολατρίας που κυριαρχούσαν στην ερμηνεία της κοινωνίας (…)

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα αναπτύσσουν τον ιστορικό υλισμό, παίρνοντας υπόψη την πείρα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, στην πάλη ενάντια στα εχθρικά προς το μαρξισμό-λενινισμό ρεύματα, ενάντια στο δεξιό και «αριστερό» οπορτουνισμό.

Γ) «Λογική. Επιστήμη των μορφών και των νόμων της νόησης. Στη λογική, καθώς και σε όλη τη φιλοσοφία, η πάλη ανάμεσα στα υλιστικά και στα ιδεαλιστικά ρεύματα γινόταν πάντα και εξακολουθεί να γίνεται ακόμα. Η ιδεαλιστική λογική ξεχωρίζει τις μορφές και τους νόμους της νόησης από τον αντικειμενικό κόσμο, … καθορίζει αυθαίρετα τους κανόνες και τους νόμους της σκέψης χωρίς να σκοτίζεται εάν συμφωνούν ή όχι με την αντικειμενική πραγματικότητα … Η μαρξιστική υλιστική διαλεκτική λογική θεωρεί τα πράγματα και τους νόμους της νόησης σαν μια αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Σκοπός της ανθρώπινης γνώσης είναι να αντανακλά πιστά την αντικειμενική πραγματικότητα και να εισδύει στους νόμους που τη διέπουν, γιατί χωρίς αυτά δε θα ήταν δυνατή καμιά συνειδητή πρακτική δραστηριότητα…

Στα «φιλοσοφικά του τετράδια» ο Λένιν δίνει ένα βαθυστόχαστο ορισμό της λογικής: «Η λογική είναι η επιστήμη που μελετά όχι τις εξωτερικές μορφές της νόησης, αλλά τους νομούς της ανάπτυξης “όλων των υλικών, φυσικών και πνευματικών πραγμάτων”, δηλαδή τους νόμους που διέπουν το “γίγνεσθαι” όλου του συγκεκριμένου περιεχομένου του κόσμου και τη γνώση του, δηλαδή αντιπροσωπεύει τον απολογισμό, το σύνολο, το συμπέρασμα που βγαίνει από την ιστορία της γνώσης του κόσμου»…

Η διαλεκτική λογική δε μπορεί ν’ αναιρεθεί ποτέ και από τίποτε για τον απλούστατο λόγο ότι εκφράζει τους αντικειμενικούς νόμους, τη λογική των αντικειμενικών εξελίξεων της φύσης και της κοινωνίας… η διαλεκτική λογική είναι αντικειμενική, η λογική της αντικειμενικής πραγματικότητας, που οδηγεί αναγκαστικά και αναπόφευκτα στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την αντικατάστασή του από το σοσιαλισμό…».

4. Εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του 20ού Συνεδρίου του Κόμματος, έτσι ώστε, οι αποφάσεις που θα παρθούν –δια της «λογικής των πραγμάτων»– ν’ ανοίγουν με ταξική συνέπεια το δρόμο προς τη «δεύτερη έφοδο στον ουρανό», για την επαναστατική ανατροπή, για το γκρέμισμα του βάρβαρου καπιταλισμού, για μια σοσιαλιστική Ελλάδα στη βάση και στο εποικοδόμημα, στηριζόμενη στον ορισμό της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης για την ευημερία του λαού και της πατρίδας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ»

του Γεώργιου Βαβίτσα

ΚΟΒ Νέου Κόσμου - Κουκακίου του ΚΚΕ

 

 «Η απόκτηση του ιδεολογικού και πολιτικού επιπέδου που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες…», «Το ιδεολογικό υπόβαθρο των οργάνων είναι προϋπόθεση…», «η ιδεολογική θωράκιση του κόμματος» κτλ.

Σε όλες αυτές τις εκφράσεις η λέξη «ιδεολογικό» υποδηλώνει το βαθύ, το ουσιώδες.

Θα έπρεπε ωστόσο να μας προβληματίσει ότι η ουσία του μαρξισμού είναι η ρήξη με κάθε μορφή ιδεολογικής αντίληψης του κόσμου.

«Η ιδεολογία είναι μια διαδικασία που γίνεται βέβαια από τον λεγόμενο στοχαστή συνειδητά, όμως με στρεβλή συνείδηση. Τα πραγματικά κίνητρα που τον κινούν παραμένουν γι’ αυτόν άγνωστα, αλλιώς δεν θα ήταν ιδεολογική η διαδικασία. Φαντάζεται λοιπόν ψεύτικα ή φαινομενικά κίνητρα.», Ένγκελς - γράμμα στον Μέρινγκ.

Γενικά η αντιστροφή των πραγματικών σχέσεων της κοινωνίας και η αποστέωση και ανεξαρτητοποίησή τους σ’ αυτή την αντιστροφή απέναντι στα σκεφτόμενα υποκείμενα είναι η βάση κάθε ιδεολογίας.

Η στρεβλή συνείδηση προϋποθέτει την κυριαρχία των όρων ζωής πάνω στους ανθρώπους και δεν είναι παρά ο στρεβλός τρόπος που αντιλαμβάνονται αυτούς τους όρους και μόνο όταν οι όροι αυτοί έρθουν σε αντίφαση με την παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνίας μπορεί να γίνει προβληματική, να τεθεί υπό αμφισβήτηση και η δοσμένη μορφή συνείδησης.

Όλη η εξέλιξη του καπιταλισμού για παράδειγμα δεν είναι παρά η διαδικασία αντικατάστασης της ζωντανής εργασίας από τις μηχανές, την αντικειμενοποιημένη εργασία. Αυτό πάλι προϋποθέτει και αναπαράγει μια κατάσταση όπου η εργασία σαν δραστηριότητα έχει γίνει εξωτερική για τον εργάτη, την αφηρημένη εργασία και κατά συνέπεια την ανταλλακτική αξία σαν το γενικό κοινωνικό δεσμό των ανθρώπων. Η ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο, το θεμέλιο κι ο όρος ύπαρξης του καπιταλισμού αποκτά άμεση πραγματικότητα στη μηχανή, όπως και για τον άνθρωπο, τον εργάτη συνιστά την πραγματική απώλειά του, σβήνει, απορροφάται ψυχή και σώματι στη μηχανή. Η άρση λοιπόν αυτής της σχέσης δεν είναι καθόλου ένα ιδεολογικό ζήτημα, μια απλή διαδικασία της σκέψης δηλαδή. Και επειδή οι άνθρωποι στις γενικευμένες μορφές συνείδησης απλά εκφράζουν το πραγματικό βίωμα τους με λίγο πολύ συγκεχυμένη μορφή, την ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο την αντιλαμβάνονται τόσο πιο φυσική όσο πιο πολύ απαξιώνεται η ζωντανή εργασία και διευρύνεται η δύναμη υλικών όρων της παραγωγής. Η «ιδεολογική» διαφώτιση εδώ αποβαίνει άστοχη διότι όντας ένα ιδεατό προτσές αποδεικνύεται εξαρχής ανίσχυρη μπροστά στη δύναμη της πραγματικότητας. Το κεφάλαιο εμφανίζεται σαν μια αιώνια, φυσική σχέση.

Η διάσπαση του ανθρώπου σε μια ιδεατή και μια γήινη σφαίρα, το χαρακτηριστικότερο ίσως προϊόν της αστικής κοινωνίας, στη σφαίρα της αφηρημένης νόησης από τη μια και των αισθήσεων από την άλλη, ο αξεπέραστος αυτός δυισμός του αλλοτριωμένου ανθρώπου, είναι αδύνατο να αρθεί με ιδεολογικά μέσα αφού η ίδια η ιδεολογία προϋποθέτει το δυισμό αυτό.

Όμως: «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία. Προϋπόθεσή της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας, ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου. Και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή την εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή. … Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει. Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σας επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας. Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του. Αντίθετα, παρεμβάλλει τη φυσική διαδικασία –που τη μετατρέπει σε βιομηχανική– σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ’ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος –μ’ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ’ αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανέπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία. Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι το μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης. Η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη - εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. Έτσι καταρρέει η παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία, και η άμεση υλική παραγωγική διαδικασία αποβάλλει τη μορφή της ανέχειας και αντιθετικότητας. Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων και άρα όχι η μείωση του αναγκαίου εργάσιμου χρόνου για να δημιουργηθεί υπερεργασία αλλά γενικά η μείωση της αναγκαίας εργασίας της κοινωνίας στο ελάχιστο, με αντίστοιχη τότε καλλιτεχνική, επιστημονική καλλιέργεια των ατόμων, με τον χρόνο που ελευθερώθηκε και τα μέσα που δημιουργήθηκαν για όλους.», Μαρξ - Grundrisse.

Και όπως «για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και να αναπτυχθούν παραπέρα οι νέες δυνάμεις της κοινωνίας απαιτούνται καινούργιοι άνθρωποι – κι αυτοί είναι οι εργάτες» Μαρξ, έτσι κι η θεωρία κι η κοσμοαντίληψή τους θα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από τη στρεβλότητα που είναι σύμφυτη με κάθε μορφή ιδεολογίας.

 

 

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΟΠΛΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΗ ΜΑΣ

του Αλέξανδρου Βαλσαμή

ΚΟΒ Μηχανικών, ΤΟ Κατασκευών Αττικής του ΚΚΕ

 

 Εκφράζοντας τη συμφωνία μου με το περιεχόμενο των θέσεων στέκομαι ιδιαίτερα στην αναφορά τους στον τομέα του πολιτισμού (κύρια μέσα από τη θέση 73) και στη σημασία του για τη διαμόρφωση της συνείδησης της εργατικής τάξης και γενικότερα των λαϊκών στρωμάτων, ειδικά στο πιο πρωτοπόρο τμήμα, τα κομματικά μέλη και στελέχη, τους νέους κομμουνιστές, την ΚΝΕ. Είναι αλήθεια ότι η τέχνη απευθύνεται ταυτόχρονα και στις τρεις πλευρές του ανθρώπινου ψυχισμού, που σύμφωνα μ’ ένα συμβατικό διαχωρισμό είναι η νόηση, το συναίσθημα και τη βούληση. Μπορεί να μας γνωρίσει με ζωντανό τρόπο τη ζωή μέσα στην κίνησή της, να οξύνει την κρίση, το συναίσθημα και τη διάθεσή μας να αγωνιστούμε για να αλλάξουμε τον κόσμο. Γι’ αυτό, ειδικά η πρωτοπόρα τέχνη, χρειάζεται αναμφίβολα να αποτελεί αναπόσπαστο εφόδιο του κομμουνιστή. Όχι φυσικά απλά για λόγους εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, αλλά γιατί τον βοηθάει να κατανοεί και να συλλαμβάνει πιο σφαιρικά τις κοινωνικές καταστάσεις, επομένως να παρεμβαίνει και να επιδρά πιο αποτελεσματικά στην κοινωνική πραγματικότητα. Αποτελεί με άλλα λόγια αναγκαίο συμπλήρωμα της θεωρητικής γνώσης μας.

Ο Ένγκελς έλεγε για το ρεαλισμό του Μπαλζάκ ότι από αυτόν «πληροφορήθηκα πολύ περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να μου πουν οι ιστορικοί, οι οικονομολόγοι και οι επαγγελματίες στατιστικοί εκείνης της εποχής». Η τέχνη λοιπόν έχει την ιδιότητα να πλουτίζει τη γνώση μας για την πραγματικότητα και να διαμορφώνει πιο ολοκληρωμένη προσωπικότητα, να πολλαπλασιάζει και να απελευθερώνει κρυμμένες συχνά δυνάμεις και ικανότητες. Πάνω σ’ αυτό το θέμα είναι πολλά τα παραδείγματα που μπορούν να αναφερθούν. Μέσα από τη μελέτη της πεζογραφίας μπορείς να μάθεις για καταστάσεις και χαρακτήρες ανθρώπων που συναντάς στην καθημερινή σου δράση και έτσι να βελτιώσεις την ικανότητά σου να επιδράς. Τα ποιήματα πολλών κομμουνιστών δημιουργών, όπως ο Βάρναλης, ο Ρίτσος, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπρεχτ, ο Χικμέτ κ.ά. συχνά εκφράζουν τα πιο σύνθετα νοήματα της θεωρίας μας μέσα σε λίγους στίχους. Απ’ όλα τα είδη τέχνης, λογοτεχνία, εικαστικά, μουσική, αντλεί κανείς πολύτιμες στο σημερινό αγώνα γνώσεις και πείρα από την ιστορία της ταξικής πάλης.

Η αστική τάξη ξέρει πολύ καλά τη σημασία της τέχνης και την αξιοποιεί για να καλλιεργεί την απάθεια ακόμη και την αντιδραστική στάση απέναντι στις εξελίξεις, προβάλλοντας την ιδεολογία της, αλλά και τις στρατηγικές επιδιώξεις της. Χαρακτηριστική είναι η αξιοποίηση των μπλοκ-μπάστερς στο Χόλυγουντ. Για παράδειγμα στην ταινία «300» του 2006, την περίοδο που επιδεινωνόταν ο πόλεμος σε Αφγανιστάν και Ιράκ, η πρωταγωνίστρια καλούσε σε στράτευση ενάντια στην «τρομοκρατία» για την ελευθερία και την προάσπιση του τρόπου ζωής των… «Αμερικανών». Πέρσι σε μία σειρά ταινίες βλέπουμε την πολιτική διαπάλη εντός της Αμερικής που όμως πρέπει να σταματήσει για να πολεμήσουν μαζί τον κοινό εξωτερικό εχθρό κλπ. Και στην Ελλάδα χαρακτηριστικά είναι τα θεατρικά που ανέβηκαν πρόσφατα για να διαστρεβλώσουν και να αμαυρώσουν την ιστορία του κόμματος.

Για λόγους συντομίας δε θα αναφερθώ αναλυτικά στη δυνατότητα που μπορεί να μας δώσει η τέχνη στη διάδοση της ιδεολογίας μας, την εκλαΐκευση της στρατηγικής μας. Συχνά, με ένα ποίημα ή ένα πίνακα μπορείς να μιλήσεις πιο άμεσα, εύστοχα και προπαντός πιο βαθιά στο νου και την ψυχή των λαϊκών ανθρώπων για τον πόλεμο, την ανεργία, την αδικία, από ότι μοιράζοντας μία προκήρυξη.

Μετά το αντεπαναστατικό πισωγύρισμα του 20ού αιώνα υπάρχει ανάγκη για νέο καλλιτεχνικό έργο που να μιλά για το σήμερα, στο πλευρό της εργατικής τάξης και της κομμουνιστικής πρωτοπορίας στον αγώνα για την επαναστατική ανατροπή και την εργατική εξουσία. Υπάρχει ανάγκη για νέα έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού –της τέχνης που αποκαλύπτει την πραγματικότητα έτσι όπως είναι, αλλά και όπως πρέπει και μπορεί να γίνει– που θα ταράξουν το βάλτο της σαπισμένης αστικής τέχνης. Το πότε και πώς θα παραχθεί αυτό το έργο δεν μπορεί να υποδειχθεί. Η αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι ευθύνη και χρέος των ίδιων των καλλιτεχνών δημιουργών, οι οποίοι χρειάζεται να αναζητήσουν την πηγή της έμπνευσής τους στα σημερινά προβλήματα και τις σημερινές ανάγκες της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων, να προβάλουν στις σύγχρονες συνθήκες την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Αυτό που όμως περνάει από το χέρι μας είναι να ανοίξουμε δρόμους σε αυτούς τους δημιουργούς, προσφέροντάς τους την ιδεολογικοπολιτική θωράκιση ώστε να αντισταθούν στην ιδεολογική επίθεση της αστικής τάξης και των οπορτουνιστών «υπηρετών» της στην προσπάθειά τους να πείσουν ότι η αστική κυριαρχία θα είναι αιώνια και κάθε άλλη προοπτική ουτοπική, στη συνειδητή διαστρέβλωση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Σε αυτήν την κατεύθυνση οι επεξεργασίες που έχουν δημοσιευτεί στην ΚΟΜΕΠ, τα επιστημονικά συνέδρια της ΚΕ για μεγάλους λογοτέχνες δημιουργούς, το επικείμενο συνέδριο για τα 100 χρόνια του Κόμματος πάνω στην επίδραση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην ελληνική λογοτεχνία, οι εκδηλώσεις-αφιερώματα στον Σοστακόβιτς, τον Τάσσο και άλλους δημιουργούς, δίνουν πολύτιμο υλικό για μελέτη και προβληματισμό. Πρόκειται για επεξεργασίες που εξετάζουν με κριτικό και αυτοκριτικό πνεύμα την πορεία της τέχνης στον 20ό αιώνα, αποκαλύπτουν τον καθοδηγητικό ρόλο της τέχνης μεγάλων κομμουνιστών δημιουργών προς την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα, τους τρόπους με τους οποίους έλυσαν αισθητικά προβλήματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, μακριά από φορμαλιστικές αντιλήψεις, τους ψευδεπίγραφους δηλαδή νεωτερισμούς με την αποκλειστική αναζήτηση νέων μορφών, ή την προσκόλληση στις «κλασσικές» παραδοσιακές μορφές που κάποτε υπηρέτησαν τη μεγάλη τέχνη, αλλά που δεν αντιστοιχούν στο νέο περιεχόμενο.

Ιδιαίτερο καθήκον μας είναι να βοηθήσουμε τους κομμουνιστές και φιλοκομμουνιστές καλλιτέχνες να αποκτήσουν μαρξιστική κατάρτιση, να μελετήσουν τη θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού. Ο δημιουργός που έχει κατανοήσει τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού συστήματος και τους νόμους κίνησης της κοινωνίας, θα βρει τον καλύτερο τρόπο να εκφράσει αισθητικά την αλήθεια και τα φαινόμενα της ζωής, από τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα, να ανοίξει δρόμους που θα βοηθήσουν την εργατική τάξη να βρει πραγματική διέξοδο στα προβλήματά της.

Κλείνοντας αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχηθώ και εγώ καλή επιτυχία στις εργασίες του 20ού Συνέδριου του Κόμματός μας με την πεποίθηση πως οι θέσεις και η απόφαση του συνεδρίου θα αποτελέσουν πολύτιμο οδηγό για να αντιμετωπίσουμε πρωτόγνωρες πιθανά καταστάσεις με πιο γερές, πιο σφικτές, πιο σταθερές και πιο αποτελεσματικές τις γραμμές μας.

 

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΠΑΛΗ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ

της Άννας Βασάλου

ΚΟΒ Βελγίου του ΚΚΕ

 

 Συμφωνώ με τις θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο, καθώς:

• η ανάλυση και οι εκτιμήσεις για τις διεθνείς και εγχώριες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις τεκμηριωμένα περιγράφουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούμαστε το επόμενο χρονικό διάστημα να συμβάλλουμε στα καθήκοντα που συμπυκνώνει το σύνθημα του Συνεδρίου «Ισχυροποιούμε το ΚΚΕ - Για δυνατό εργατικό κίνημα και κοινωνική συμμαχία - Για την εξουσία - το σοσιαλισμό»,

• ο απολογισμός της δράσης εντοπίζει δυνατότητες και αδυναμίες βγαλμένες από την καθημερινή ζωή των οργανώσεων και

• τα καθήκοντα που διαμορφώνονται για την ιδεολογική παρέμβαση του Κόμματος, για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και για την πορεία της Κοινωνικής Συμμαχίας, ιδίως υπό το φως της θέσης 64 για τη σχέση Κόμματος - κινήματος, υπηρετούν την επεξεργασμένη στρατηγική μας για την εργατική εξουσία, το σοσιαλισμό, όπως αυτά περιέχονται στο Πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο 19ο Συνέδριο.

Ιδιαίτερα θα ήθελα να αναφερθώ στα παρακάτω :

Στη θέση 77 στο υποκεφάλαιο για «την κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τη δράση του ΚΚΕ» αναφέρεται ότι «Η οπορτουνιστική επίδραση στο κομμουνιστικό κίνημα γίνεται μέσω των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας (παλιάς και νέας) και νέων οπορτουνιστικών κομμάτων, τα οποία συντονίζονται κυρίως μέσω του “κέντρου” που έχουν συγκροτήσει στην Ευρώπη, του λεγόμενου “Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς” (ΚΕΑ). Τα ΚΚ που συμμετέχουν στο ΚΕΑ δρουν ως “πολιορκητικός κριός” της αποκομμουνιστικοποίησης, δηλαδή της παραπέρα απώλειας κομμουνιστικών χαρακτηριστικών και για άλλα ΚΚ». Σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πολλά από αυτά τα κόμματα (όπως ΣΥΡΙΖΑ, DIE LINKE, ΚΚ Γαλλίας) εκφράζονται μέσα από την πολιτική ομάδα «της αριστεράς» - GUE/NGL στην οποία από πλευράς ελληνικών πολιτικών κομμάτων ανήκει και η ΛΑΕ.

Μετά τις ευρωεκλογές του 2014, το Κόμμα μας, λαμβάνοντας υπόψη, ανάμεσα σε άλλα, την πείρα από την πορεία της GUE-NGL και την ολοένα και μεγαλύτερη αλλοίωση του συνομόσπονδου χαρακτήρα της, ιδίως με την υιοθέτηση θέσεων του ΚΕΑ ως θέσεων της ομάδας, αποφάσισε οι ευρωβουλευτές του να μην ενταχτούν σε καμία Κοινοβουλευτική Ομάδα. Πολλοί και κάθε λογής ήταν αυτοί που έκαναν  επίθεση στο ΚΚΕ μιλώντας για «απομονωτισμό» και «σεχταρισμό».

Τρία σχεδόν χρόνια μετά η απόφαση αυτή που είχε ως κύριο κριτήριο την ανεμπόδιστη, ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά αυτοτελή παρέμβαση του Κόμματος για την υπεράσπιση των εργατικών λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα έχει δικαιωθεί και επιβεβαιώνεται καθημερινά.

Η απόφαση της ΚΕ ήρθε ως συνέχεια και εξέλιξη της σκληρής, επίμονης διαπάλης με τη GUE-NGL, το ΚΕΑ και όλες τις οπορτουνιστικές δυνάμεις, που είχε αναπτυχθεί τα περασμένα χρόνια για την αποκάλυψη του χαρακτήρα και του ρόλου τους, ενώ με την αποχώρηση του ΚΚΕ από την GUE η διαπάλη με τον οπορτουνισμό οξύνθηκε και απόκτησε νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Διευκόλυνε στο να αναδειχθεί καλύτερα πως, εκτός από τις άλλες πολιτικές ομάδες στο Ευρωκοινοβούλιο, και η GUE-NGL έχει ως γραμμή της τον εξωραϊσμό και τη στήριξη της ΕΕ, την καλλιέργεια αυταπατών για το χαρακτήρα της, που δεν είναι άλλος από μια διακρατική Ένωση του κεφαλαίου, με αντιλαϊκό ρόλο κι αποστολή.

Με πολλά παραδείγματα συνεχίζει να επιβεβαιώνεται η πορεία της GUE. Από κοινού με άλλες ομάδες, όπως αυτές του ΕΛΚ, των Σοσιαλδημοκρατών και των Φιλελεύθερων, υπογράφουν ψηφίσματα, τροπολογίες κ.ά., που αποπροσανατολίζουν σε σχέση με τις αιτίες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, εξυμνούν τις δήθεν «δημοκρατικές αξίες της ΕΕ» και αναγνωρίζουν στη διακρατική αυτή ιμπεριαλιστική ένωση ρόλο εγγυητή των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων σε άλλα κράτη-μέλη και σε τρίτες χώρες, την ίδια ώρα που η πολιτική ΕΕ και αστικών κυβερνήσεων τσακίζει κάθε εναπομείναν δικαίωμα των εργαζομένων και έχει οδηγήσει στον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα. Δεν είναι δε λίγες οι φορές που η GUE έγινε χειροκροτητής και υποστηρικτής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ εντός και εκτός Ευρωκοινοβουλίου αποσιωπώντας το ότι και αυτή η κυβέρνηση φορτώνει τα βάρη στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα για την ανάκαμψη της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.

Με τη στάση του το ΚΚΕ έθεσε κριτήρια τοποθέτησης για ένα ΚΚ απέναντι στις οπορτουνιστικές και άλλες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, πράσινους κλπ. Αξίζει να αναφερθεί ότι το Κόμμα είχε εκτιμήσει ότι μια σειρά από κόμματα της GUE με σοσιαλδημοκρατική στρατηγική, όπως ΣΥΡΙΖΑ, Die Linke, προωθούσαν από καιρό ανοιχτά τη συνεργασία με Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους, εντός και εκτός Ευρωκοινοβουλίου. Ήδη η συνεργασία αυτή έχει αρχίσει να «σχηματοποιείται» μέσω της λεγόμενης «Προοδευτικής Πλατφόρμας» που έχουν συστήσει εδώ και ένα χρόνο ευρωβουλευτές της GUE, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων. Κύριος άξονάς της είναι «καταπολέμηση της πολιτικής λιτότητας» που απομονώνοντας μια μορφή αστικής διαχείρισης αφήνει στο απυρόβλητο και αθωώνει ουσιαστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που γεννά και αναπαράγει την εκμετάλλευση  και που τόσο σε περίοδο κρίσης όσο και σε περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης επιφυλάσσει για τους λαούς ανεργία, φτώχεια, εξαθλίωση και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Η απόφαση για την αποχώρηση από τη GUE έγινε αντικείμενο συζήτησης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Συνέβαλε στην ιδεολογικοπολιτική διαπάλη που διεξάγουν σε δύσκολες συνθήκες κομμουνιστικές δυνάμεις σε άλλες χώρες, εφοδιάζοντάς τες με σύγχρονα συμπεράσματα και πείρα ενάντια στην οπορτουνιστική διάβρωση και την πορεία σοσιαλδημοκρατικοποίησης ΚΚ, στην οποία οδηγούν λαθεμένες στρατηγικές επεξεργασίες, όπως αυτή των σταδίων ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Το Κόμμα μας με την απόφαση αυτή ενίσχυσε ακόμα τη δυνατότητά του να ανοίγει περισσότερο ευδιάκριτα την επαναστατική στρατηγική του σε αντιπαράθεση με όλες τις δυνάμεις της αστικής διαχείρισης. Οι παρεμβάσεις των ευρωβουλευτών του Κόμματος όχι μόνο δεν περιορίστηκαν, όπως έσπευδαν να προεξοφλήσουν  διάφοροι καλοθελητές, αλλά ενισχύθηκαν με σειρά εγχώριων και διεθνών πρωτοβουλιών για τα εργατικά λαϊκά προβλήματα, όπως, επίσης, σε επίπεδο επιτροπών και Ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου. Από τη δραστηριότητα που αναπτύχθηκε ξεχωριστή θέση έχουν οι καταγγελίες της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της ΕΕ και των οργάνων της, αλλά και των διώξεων των κομμουνιστικών κομμάτων και της κομμουνιστικής ιδεολογίας σε μια σειρά από χώρες, εκφράζοντας την αλληλεγγύη στα διωκόμενα ΚΚ.

Αποδεικνύεται ότι για ένα ΚΚ με επαναστατική στρατηγική αποτελεί μονόδρομο η δράση με κριτήριο την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, τις αρχές της ταξικής πάλης και της ασίγαστης ιδεολογικής πολιτικής αντιπαράθεσης με τον οπορτουνισμό και την αστική ιδεολογία, με τα κόμματα του κεφαλαίου και το καπιταλιστικό σύστημα που υπερασπίζονται, συμβάλλοντας και μέσα αλλά κυρίως έξω από το Ευρωκοινοβούλιο στην υπόθεση της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, στο δυνάμωμα της κοινωνικής συμμαχίας για την εργατική εξουσία.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Στέργιου Βασιλείου

Αθήνα - Ζωγράφου

 

 ΔΕΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑ» (Θέσεις 38 & 58)

 Το ξεκαθάρισμα της σύγχυσης και η μη ύπαρξη «μεταβατικών σταδίων» μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη της ανάλυσης των πιθανών διαδρομών προς την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

1. Αναλόγως της μορφής της επαναστατικής κατάστασης, η ουδετεροποίηση και η συμμαχία με μεσαία στρώματα, ιδίως τα κατώτερα, από πλευράς εργατικής τάξης, απαιτεί, στην αρχή, τη λήψη σειράς αντιμονοπωλιακών μέτρων που θα είναι συνέχεια της μάχης κατά των μονοπωλίων που ήδη διεξάγεται στο έδαφος του καπιταλισμού.

2. Εφόσον υπάρξει περίοδος «δυαδικής πολιτικής εξουσίας» η αντιμονοπωλιακή πολιτική, για το ελάχιστο αυτό διάστημα «ποιος - ποιόν», είναι άκρως απαραίτητη. Εδράζεται στην αντίθεση μονοπώλια - λαός η λύση της οποίας διευκολύνει τη λύση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας υπέρ της εργατικής τάξης.

3. Μετά την επικράτηση της εργατικής τάξης στην πολιτική και ταξική εξουσία, θα υπάρχει εκ των πραγμάτων «δυαδική» οικονομική κατάσταση σοσιαλιστικών (κομμουνιστικών πρώτης φάσης) και προ-σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, δεδομένου ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας δεν αλλάζει σε μια νύχτα τις παραγωγικές σχέσεις, ιδίως σε τομείς χαμηλού ύψους παραγωγικών δυνάμεων.

4. Μέχρι την ολοκλήρωση των σοσιαλιστικών σχέσεων σε επίπεδο καίριων τομέων και μεγάλων επιχειρήσεων, οι τομείς αυταπασχολούμενων, μικρών επιχειρήσεων, μικρών αγροτών θα πρέπει να ενταχθούν στο σοσιαλιστικό σχεδιασμό με προοπτική σταδιακής οικονομικής απονέκρωσης αυτών των μορφών και μετάβασης σε ανώτερο επίπεδο οργάνωσης παραγωγικών δυνάμεων και (σοσιαλιστικών) παραγωγικών σχέσεων.

5. Είναι άγνωστες οι συνθήκες ταξικής πάλης και κατά πόσο αυτές θα επιδράσουν στην επιτάχυνση της εξαφάνισης των καπιταλιστικών και προ-σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων αλλά ωστόσο το κόμμα πρέπει να έχει υπόψη του σχέδια συμμαχιών και ενσωμάτωσης των μικρών παραγωγών μέσα από πολιτικές μετάβασης σε σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις.

6. Κέντρο των πολιτικών δεν μπορεί να είναι η διάσωση του «φυτωρίου του καπιταλισμού» μέσω παλιών παραγωγικών μοντέλων, επιχειρήσεων και σχέσεων αλλά οι άνθρωποι για τους οποίους ο σοσιαλισμός, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της εργασίας, της ζωής και της ασφάλειας, θα τους απαλλάξει σταδιακά από την εξάρτηση με τα παλιά μοντέλα επιβίωσης. Μια πραγματικά πολύ δύσκολη δουλειά.

7. Αυτά δεν αποτελούν «στάδια», ούτε επαναφορά των σταδίων από την πίσω πόρτα. Είναι πρακτικές πολιτικές προσωρινού, μεταβατικού χαρακτήρα για την εξασφάλιση συμμαχιών στην πορεία προς το σοσιαλισμό και ταυτόχρονα για τη λειτουργία της οικονομίας σε επίπεδα που ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να τα αντικαταστήσει αυτόματα με ανώτερη οργάνωση των παραγωγικών δυνάμεων.

8. Η αντίληψη περί «σταδίων» αποτελεί μια αυτονόμηση και παρανόηση της μαρξιστικής αντίληψης των κομμουνιστών για την αναγκαιότητα άσκησης αντιμονοπωλιακής πολιτικής ή και άλλων πολιτικών, όπως της αποκατάστασης στοιχειωδών αστικών ελευθεριών και μεταρρυθμίσεων σε παλιότερες φάσεις του καπιταλισμού.

9. Η αντιμονοπωλιακή πολιτική είναι πεδίο μάχης στον καπιταλισμό και μπορεί να εφαρμοστεί σε κάποιες αρχικές μεταβατικές φάσεις, όταν η εξουσία της εργατικής τάξης βρίσκεται ακόμη σε πορεία σταθεροποίησης, για την προσωρινή αποδυνάμωση των μονοπωλίων, μέχρι την κοινωνικοποίησή τους και την επιβολή των σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων.

10. Η αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική πολιτική αποτελεί στοιχείο τακτικής μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης και εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού και όχι κάποιο ενδιάμεσο αυτοτελές στάδιο, με μορφή κοινωνικοοικονομικού συστήματος, μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού.

 

 Για τη διολισθηση πρωην στελεχωΝ ΣΕ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ (Θέση 75)

 Δεν υπάρχει μεγαλύτερος βουβός πόνος για τα μέλη και τους φίλους του ΚΚΕ από το να βλέπουν στελέχη του να αποχωρούν και να στρέφουν με απίστευτη μανία κάθε απαξιωτική ως χυδαία κατηγορία για το κόμμα που ως τότε υπηρετούσαν παρουσιαζόμενοι ως φρουροί της πολιτικής του. Είναι επιπλέον μια πηγή συνεχούς τροφοδότησης των αντικομουνιστικών κέντρων να εκπονούν πολιτικές προπαγάνδας με βάση τις υπηρεσίες των πρώην. Όσο για τη ζημία που προκαλούν, ιδίως σε ψηφοφόρους, περιφερειακούς φίλους, ακόμη και φιλικά διακείμενους ουδέτερους, είναι γνωστή.

Είναι γνωστή και η πορεία πολλών «πρώην» στελεχών και η σταδιακή διολίσθησή τους από αρχικές θέσεις δήθεν υπεράσπισης ενός «σωστού, μαρξιστικού, επαναστατικού» κ.α.π. ΚΚΕ, σε θέσεις ακραίας και χυδαίας πολεμικής, στην υπηρεσία του κεφαλαίου, μέσω των πολιτικών και οικονομικών μηχανισμών του. 

Είναι αναγκαίο το ΚΚΕ να συγκεντρώσει την ιστορική πείρα από:

- τις απίστευτες σε αριθμό και ποικιλία διολισθήσεις πρώην στελεχών του, στην υπηρεσία του συστήματος,

- τις μορφές και τα στάδια αυτής της διολίσθησης τα τελευταία χρόνια,

- τον εντοπισμό και ανάλυση των βασικών και δευτερευόντων ιδεολογικών, πολιτικών, ταξικών, ψυχολογικών κ.ά. αιτιών αυτής της πορείας,

- την πείρα αντιμετώπισης παρόμοιων καταστάσεων στην αρχή της εμφάνισής τους και στη συνέχεια,

- τα λάθη στην πρόληψη και αντιμετώπιση,

-τις αναγκαίες πολιτικές ιδεολογικοπολιτικής και πρακτικής αγωνιστικής διαπαιδαγώγησης για την αντιμετώπιση μικροαστικών υπολειμμάτων που αναβιώνουν σε κρίσιμες ατομικές ή κομματικές στιγμές.

Είναι μια επώδυνη δουλειά που πρέπει να γίνει γιατί μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην αυτογνωσία των στελεχών και μελών, ώστε έγκαιρα να αντιμετωπίσουν εσωτερικά και με τη δράση και μαρξιστική μόρφωση, τις δικές τους «κοιμώμενες» μικροαστικές και αστικές αδυναμίες.

Δε θα ξεχάσω ποτέ την τεράστια αξία που είχαν τα λόγια των εξόριστων παλιών κομμουνιστών στις κρίσιμες στιγμές της διάσπασης του κόμματος, κατά τη 12η Ολομέλεια του ΚΚΕ: «Αυτοί (οι ρεβιζιονιστές - διασπαστές) μια μέρα θα προδώσουν και θα τους βρούμε απέναντι να υπηρετούν την αστική τάξη. Αυτή θα είναι η κατάληξή τους ανεξαρτήτως πώς παρουσιάζονται σήμερα»! Δε λάθεψαν σε τίποτα γιατί ήξεραν τις νομοτέλειες κατάληξης τέτοιων περιπτώσεων από την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος!

 

 

ΝΑ ΣΠΙΡΟΥΝΙΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

του Χαράλαμπου Βέλλη

ΚΟΒ Συκεών Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ

 

 Θα ήταν δύσκολο για κάποιον που βρίσκεται δίπλα στις δυσκολίες και τα βάσανα του λαού μας –πολύ περισσότερο όταν αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση με ταξικά κριτήρια– να μη συμφωνήσει με το γενικότερο πνεύμα των θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.

Οι «Θέσεις» αναλύουν και φωτίζουν μια σειρά ζητήματα, περιγράφοντας τη στάση αλλά και τη δράση του κόμματος σε αυτά.

Προσωπικά θεωρώ πολύ θετικές τις προσπάθειες που κάνει το ΚΚΕ:

- Για την ανασυγκρότηση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και τη συγκρότηση διακριτού Κομμουνιστικού πόλου, στην αντιπαράθεση με τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις και τη δράση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, που συνεχίζουν να είναι ισχυρές σε διεθνές (αλλά και εθνικό) επίπεδο.

- Το ξεκαθάρισμα του ρόλου των νέων ιμπεριαλιστικών κρατών και ενώσεων (π.χ. Ρωσία, Κίνα, BRICKS κλπ.) που παρουσιάζονται στους λαούς ως κάποια δημοκρατική ή άλλη λύση στο ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης.

- Για την αντιμετώπιση των φασιστικών και ακροδεξιών κομμάτων (τύπου Χ.Α.) και την «απογύμνωσή» τους σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή εργαλείο της αστικής τάξης και των συμφερόντων της.

- Για την ανάλυση των αιτιών που δημιουργούν τις αυξανόμενες ενδοϊμπεριαλιστικές συγκρούσεις και τους κινδύνους που εγκυμονούν για τη δημιουργία ενός γενικευμένου πολέμου.

- Για τη στάση που πρέπει να κρατήσουν σε μια τέτοια περίπτωση, πρώτα και κύρια τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αλλά και οι λαοί κατ’ επέκταση των χωρών που μπορεί να εμπλακούν.

- Μέσα σε αυτό το κουβάρι των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων και ανταγωνισμών, σωστή θεωρώ τη θέση του ΚΚΕ για το Κυπριακό.

- Τέλος συμφωνώ απόλυτα με τις συνεχιζόμενες μεγάλες προσπάθειες που κάνει το κόμμα (από προηγούμενα συνέδρια και αποφάσεις οργάνων του) για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας, που –παρά το ότι σήμερα όλα μοιάζουν ακίνητα– θα προετοιμάσει την εργατική-λαϊκή αντεπίθεση.

• Περιγράφοντας οι «Θέσεις» τα σοβαρά ιδεολογικά προβλήματα που υπάρχουν ακόμα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα αναφέρει στη σελ. 99 ένα από αυτά.

«Το ζήτημα της σχέσης της πάλης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και η αντίληψη πως έχει εξαφανιστεί το επίπεδο της πάλης σε εθνικό επίπεδο».

Αυτό περιγράφει στην ουσία την οπορτουνιστική αντίληψη που θεωρεί αδύνατο το ξεκίνημα επαναστατικής κατάστασης (και επιτυχίας της) σε μια μόνο χώρα.

Ενάντια σε αυτή την αντίληψη το κόμμα έχει δώσει σημαντική ιδεολογική-πολιτική μάχη με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, γι’ αυτό και θεωρώ πως θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στόχους που πάλεψε το ΚΚΕ, όπως αυτοί περιγράφονται στη σελίδα 41 (συνδυάζοντάς το με τη μεγάλη σημασία που πρέπει να δίνουμε στους «συσχετισμούς» σε περιφερειακό τουλάχιστον επίπεδο).

• Αυτό περί «περιφερειακού συσχετισμού» περιγράφεται στη σελ. 49, όπου αμέσως μετά αναφέρει: «…η βασική δυσκολία που αντιμετώπισαν οι επαναστατικές δυνάμεις ήταν η έλλειψη υποκειμενικών προϋποθέσεων νίκης της επανάστασης κατά το ξέσπασμα της επαναστατικής κατάστασης και όχι ότι στη γύρω περιοχή επικρατούσαν συνθήκες καπιταλιστικής σταθερότητας ικανές να πνίξουν την εξέγερση σε μία χώρα ή σε μία ομάδα χωρών».

Παρόλο που συμφωνώ απόλυτα με αυτή την εκτίμηση, φοβάμαι πως έτσι όπως είναι διατυπωμένη μπορεί να μειώνει κάπως το γεγονός ότι οι σημερινές δυνατότητες του καπιταλιστικού στρατοπέδου είναι σημαντικά μεγαλύτερες απ’ ό,τι ήταν πριν αρκετές δεκαετίες – χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως σταματά η ευθύνη των ΚΚ να «…έχουν το προβάδισμα της καθοδήγησης της ταξικής πάλης στη χώρα τους με στόχο την κατάργηση της εκμετάλλευσης».

• Στη σελ. 12 υπάρχει η φράση «Η στρατιωτική ισχύς … προϋποθέτει … μετεκπαίδευση στην πολεμική τέχνη». Γνωρίζοντας πως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται συχνά, παρόλα αυτά θα πρότεινα να αντικατασταθεί με τη φράση «πολεμική ικανότητα». Ο πόλεμος εκφράζει τη βαρβαρότητα όταν η τέχνη εκφράζει τον πολιτισμό.

• Έχοντας μια μικρή (και εξωκομματική) εμπειρία από τις εδαφικές οργανώσεις θα ήθελα να παρατηρήσω πως σε πολλούς δήμους της χώρας μας δεν υπάρχουν μεγάλες επιχειρήσεις που να συγκεντρώνουν σημαντικό αριθμό εργαζομένων. Η παρέμβαση επομένως των ΚΟ στην εργατική τάξη της περιοχής είναι πιο πολύπλοκη και πιο σύνθετη, αφού στη γειτονιά, υπάρχουν εργαζόμενοι διαφόρων κλάδων, άνεργοι, ημιαπασχολούμενοι, μικροί επαγγελματίες κλπ., με διαφορετικά εργασιακά προβλήματα ο ένας από τον άλλον.

Το «συμμάζεμα» και την προσπάθεια κοινής δράσης όλων αυτών των ανθρώπων καλείται να οργανώσει η «λαϊκή επιτροπή» κάθε γειτονιάς, με την ανάπτυξη της εργατικής αλληλεγγύης, την κινητοποίηση για τοπικά προβλήματα, την πάλη για δημιουργία κατάλληλων δημοτικών και κρατικών κοινωνικών δομών, την πάλη ενάντια στη φοροληστεία των λαϊκών νοικοκυριών, αλλά και με πολιτιστικές και άλλου τύπου εκδηλώσεις.

Παραλείπεται πολλές φορές όμως το γεγονός πως μεγάλος εργασιακός χώρος είναι ο ίδιος ο δήμος που μπορεί να αριθμεί αρκετές εκατοντάδες εργαζομένων (σε όλες τις υπηρεσίες του και τα νομικά του πρόσωπα).

Στην περίπτωση του δικού μας δήμου, οι εργαζόμενοι αριθμούν συνήθως πάνω από 1000.

Η εμπειρία μου είναι πως υπάρχει μεγάλη αδυναμία της ΚΟ στην παρέμβασή της και στο χτίσιμο δεσμών με αυτούς τους εργαζόμενους. Ελάχιστα αξιοποιούνται σε αυτή την κατεύθυνση οι εκλεγμένοι σύμβουλοι της «Λαϊκής Συσπείρωσης», όπως και πολύ αδύνατος είναι ο συντονισμός των εδαφικών με τις αντίστοιχες κλαδικές οργανώσεις.

Τελειώνοντας θα ήθελα να σημειώσω το παρακάτω. Πιστεύω πως η πολύ μεγάλη πλειοψηφία όλων όσων θα πάρουν μέρος με κάποιο τρόπο στον προσυνεδριακό διάλογο (μέλη, φίλοι, οπαδοί) θα δηλώσουν τη συμφωνία τους με τις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ.

Αυτό το «συμφωνώ» όμως θα πρέπει να βρει και την «αποκρυστάλλωσή» του στη μετέπειτα δουλειά και δράση του καθενός μας για την υλοποίηση των στόχων του.

Ο καθένας μας να ψάξει να βρει τη θέση του μέσα στο οργανωμένο ταξικό κίνημα προσφέροντας όσο περισσότερο μπορεί από τις δυνάμεις του, παρά και ενάντια στις καθημερινές δυσκολίες της ζωής.

Ο χρόνος που περνάει –αν δεν αξιοποιείται προς όφελος του εργατικού-λαϊκού κινήματος– δεν αποτελεί σύμμαχο των ταξικών δυνάμεων.

Να γιατί χρειάζεται «να σπιρουνιάσουμε το άλογο της ιστορίας».

Με συντροφικούς αγωνιστικούς χαιρετισμούς για την επιτυχία του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Α. Γαβριηλίδη

Θεσσαλονίκη

 

 Σύντροφοι και συντρόφισσες θα ήθελα και εγώ από την πλευρά μου ως οπαδός του Κόμματος να ευχηθώ καλή επιτυχία στις εργασίες για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ. Αναφορικά με τις θέσεις για το 20ό Συνέδριο θα ήθελα και εγώ να θέσω τις απόψεις μου πάνω σε αυτές.

Στη θέση 30 που αφορά το ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα στην Ελλάδα  αναφέρονται λαθεμένα κατά την γνώμη μου δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας (Πλεύσεις Ελευθερίας) και του οπορτουνιστικού χώρου (ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Θεωρώ πως η τοποθέτηση των συγκεκριμένων δυνάμεων σε αυτόν το χώρο δεν θα βοηθήσει στο να βγουν σωστά συμπεράσματα για το ρόλο του υπό διαμόρφωση χώρου του ευρωσκεπτικισμού στην Ελλάδα.

Στη θέση 34 για το διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας θα διαφωνήσω με τη θέση ότι «η θρησκευτική συνείδηση επιβιώνει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεν καταργείται ούτε με διατάγματα, ούτε με νόμους». Θεωρώ πως δεν γίνεται στη δικτατορία του προλεταριάτου να συνυπάρχουν για πολύ ο μαρξισμός-λενινισμός ως καθοδήγηση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού κομμουνισμού στην Ελλάδα με τις αντικομμουνιστικές θεωρίες της Εκκλησίας και τον αντιδραστικό ρόλο της.

Στη θέση 43 που αφορά τους άξονες επικέντρωσης της ιδεολογικής παρέμβασης του Κόμματος, καλό θα ήταν πέρα από τα συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, να αρχίσουμε να επικεντρωνόμαστε και σε άλλες ηρωικές και νικηφόρες επαναστάσεις όπως η Μεγάλη Πορεία της Κινέζικης επανάστασης και η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση υπό την καθοδήγηση του Μεγάλου Τιμονιέρη Μάο Τσε Τουνγκ, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας τον Αλβανών παρτιζάνων υπό την καθοδήγηση του σ. Ενβέρ Χότζα, αλλά και η πάλη του σ. Ενβέρ Χότζα ενάντια στους οπορτουνιστές που επικράτησαν στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Επίσης ο αγώνας των Βιετναμέζων επαναστατών ενάντια στους Γάλλους αποικιοκράτες, την ιαπωνική κατοχή και τον ηρωικό αγώνα ενάντια στους γιάνκηδες ιμπεριαλιστές καθώς και η Κουβανική επανάσταση και τα τεράστια επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Κούβα κόντρα στο εμπάργκο και τα σαμποτάζ των ιμπεριαλιστών. Από όλα αυτά έχουμε να αντλήσουμε σπουδαία συμπεράσματα θετικά και αρνητικά, που θα μας βοηθήσουν στην ατσάλωση του ιδεολογικού-πολιτικού αγώνα.

Στις θέσεις 48 και 76 που αφορούν τα κομματικά ΜΜΕ, δυστυχώς δεν βλέπω καμία αναφορά για το ραδιόφωνο του «90,4 Αριστερά στα fm» που εκπέμπει στη Θεσσαλονίκη και που καλό θα ήταν να εμπλουτιστεί η λειτουργία του με περισσότερες ώρες εκπομπών (ενημερωτικές, ιστορικές, πολιτιστικές και αθλητικές).

Τέλος στις θέσεις 77, 78 και 79 που αφορούν την κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τη δράση του ΚΚΕ θεωρώ πως όντως έχουνε γίνει βήματα σε σωστή κατεύθυνση, τόσο από το ΚΚΕ, όσο και από άλλα ΚΚ, αλλά λείπει ο ρόλος της Διεθνούς που θα συντόνιζε όλα τα ΚΚ του κόσμου και για αυτό θεωρώ πως το επόμενο βήμα θα πρέπει να είναι αυτό, είτε η δημιουργία μιας νέας Διεθνούς, είτε αν γίνεται και η επανασύσταση της Γ΄ Διεθνούς!!!

ΖΗΤΩ Ο ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΚΟΣ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Σίμου Ιορδανίδη

ΟΠ Κεντρικής Μακεδονίας της ΚΝΕ

 

 Στις Θέσεις αποτυπώνονται αναλυτικά οι εξελίξεις μέσα στις οποίες καλούμαστε να δράσουμε. Οι εκτιμήσεις που γίνονται βλέπουμε πως ήδη επιβεβαιώνονται. Το κείμενο μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη δράση της Οργάνωσης. Μέσα από την καθημερινή αρθογραφία, ενισχύονται πλευρές των Θέσεων, η επιχειρηματολογία μας συνολικά.

Κατά τη γνώμη μου, το επόμενο διάστημα πρέπει να δώσουμε βαρύτητα στα παρακάτω σημεία:

Η εμπλοκή της χώρας μας σε μια πολεμική σύγκρουση φαντάζει στα μυαλά των περισσοτέρων ως κάτι μακρινό, σχεδόν αδύνατο. Στην πραγματικότητα όμως η εξέλιξη της κρίσης δείχνει ότι οι περιφερειακοί ή γενικευμένοι πόλεμοι αποτελούν συχνά την λύση στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Πιο έντονα να αναδείξουμε την ευθύνη της αστικής τάξης της χώρας μας, των κυβερνήσεων που συμμετέχουν ενεργά στους ευρύτερους σχεδιασμούς. Είναι ζήτημα που πρέπει να το ανοίγουμε σε όλη του τη διάσταση, για να μην καταλήγουμε να φοβίζουμε, να φαινόμαστε κινδυνολόγοι. Από τώρα πρέπει να αρχίζουμε να προετοιμάζουμε το έδαφος ώστε σε τέτοια περίοδο η εργατική τάξη, τα σύμμαχα στρώματα να μη διαλέξουν πλευρά, αλλά να χαράξουν τη δική τους πορεία.

Αποτέλεσμα των παραπάνω περιφερειακών πολέμων στην ευρύτερη περιοχή μας είναι τα μαζικά κύματα προσφύγων. Επιβεβαιώθηκε η θέση μας περί εγκλωβισμού τους στη χώρα μας. Να δώσουμε συνέχεια στην ανάδειξη των αιτιών που προκαλούν την προσφυγιά, στην οργάνωση της πάλης του λαού, ανεξαρτήτως καταγωγής, ενάντια στον πόλεμο, τον καπιταλισμό. Αποτελεί πάτημα όλο και περισσότερο για την όξυνση φασιστικών-ρατσιστικών αντιλήψεων, πολλές φορές και από κόσμο που δεν το περιμέναμε. Να εστιάζουμε στο γεγονός ότι πόλεμος και προσφυγιά γεννιούνται από το ίδιο το σύστημα στο οποίο σήμερα ζούμε, τον καπιταλισμό. Κανένας λαός δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής όσο τα μονοπώλια χαράζουν τα σύνορα.

Οι ανακατατάξεις, οι κόντρες στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες συνεχίζονται. Με αφορμή το Brexit και δυνάμεις που προβάλλουν την αλλαγή νομίσματος, υπάρχει κόσμος που προσβλέπει σε αυτό το ενδεχόμενο ως λύση. Χρειάζεται να γίνουμε πιο αποδεικτικοί στα επιχειρήματά μας, καλύτερα να αναδείξουμε ποια είναι πραγματικά η κατάσταση που βιώνουν οι εργαζόμενοι και σε αυτές τις χώρες, πως είτε με το ένα είτε με το άλλο νόμισμα, τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται είναι αυτά του κεφαλαίου, πως πρόκειται για ανταγωνισμούς μεταξύ της αστικής τάξης.

 

Για τη δουλειά μας:

Είναι θετικά τα βήματα που κάναμε αυτά τα χρόνια, αν αναλογιστούμε την ξεκάθαρη θέση μας πάνω σε βασικά ιδεολογήματα που τέθηκαν, την πίεση που δεχτήκαμε. Κόσμος που δε δραστηριοποιείται στο πλευρό του Κόμματος, το αναγνωρίζει για τη στάση του, τη συνέπειά του. Αυτό όμως απέχει από το στόχο που μπαίνει σωστά στις Θέσεις για «Κόμμα παντός καιρού».

Δε φτάνει να μένουμε σε ένα γενικό σχεδιασμό, σε κάποιες κατευθύνσεις και σε έναν έλεγχο που στην ουσία δε βοηθάει να βγαίνουν συμπεράσματα, να μαζεύεται και να γενικεύεται πείρα. Δεν αρκεί να μένουμε σε μια γενική εικόνα του κλάδου χωρίς να ξεψαχνίζουμε πώς εκφράζεται στο δικό μας χώρο ευθύνης. Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη διάφορα χαρακτηριστικά, ηλικία, βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων, ιδιαίτερα ζητήματα του κάθε χώρου. Δεν πρόκειται σίγουρα για μια απλή διαδικασία. Ακόμα και μέσα στον ίδιο χώρο ευθύνης μιας ΟΒ μπορεί να έχεις να κάνεις με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Θέλει συγκεκριμένο σχεδιασμό, μελέτη των εξελίξεων. Για παράδειγμα χρειάζεται επεξεργασμένο σχέδιο παρέμβασης σε έναν κλάδο όπως αυτόν της Πληροφορικής, που επικρατούν πιο «καλές» συνθήκες εργασίας, για το πώς θα ανοιχτείς, πού θα επικεντρώσεις.

Στις Θέσεις, σωστά αποτυπώνεται το εξής:

«Χρειάζεται να εδραιωθεί η αντίληψη ότι τα προβλήματα των συνθηκών δουλειάς και ζωής της εργατικής τάξης, όσο και αν αποτελούν τη βάση των αγώνων και πρέπει ασταμάτητα να αναπτύσσονται με την πρωτοπόρα συμβολή των κομμουνιστών, δεν οδηγούν από μόνα τους στην ανάπτυξη της ταξικής πολιτικής συνείδησης».

Η παραπάνω θέση είναι η βάση από την οποία ξεκινάμε. Αυτό που πρέπει να έχουμε ξεκάθαρο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με συνειδήσεις που μέσα σε αυτές τις συνθήκες πίεσης κάνουν μπρος και πίσω. Εδώ μπορεί και πρέπει να παίξει καθοριστικό ρόλο η επαφή μας με τον Κομματικό Τύπο, με το Ριζοσπάστη. Η καθημερινή του αξιοποίηση είναι αυτή που μας εξοπλίζει, μας τροφοδοτεί, μας δίνει τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να είμαστε σε θέση να ανοίξουμε την παρέμβαση στο χώρο μας, να προβληματίσουμε, να γίνουμε πιο αποδεικτικοί. Είναι ανάγκη λοιπόν να γίνει πράξη η συμφωνία που υπάρχει για τη βελτίωση της ιδεολογικής διαπάλης, να αφομοιωθούν αποφάσεις, επεξεργασίες του Κόμματος. Για παράδειγμα οι Θέσεις φανερώνουν ότι άμεσα πρέπει να επαναφέρουμε την απόφαση για την «Ανασύνταξη του κινήματος».

Συχνά πηγαίνουμε με τη λογική να βρούμε τους έτοιμους. Αυτό πρέπει άμεσα να αντιστραφεί, να μετατραπεί σε ανησυχία για το πώς κάθε σύντροφος πηγαίνει με στόχο να δημιουργήσει περίγυρο, να τον διευρύνει, να μπει στη ζωή των συναδέλφων του. Χρειάζεται να ωριμάσουμε στην ουσία στο πώς αντιλαμβάνεται κάθε μέλος του Κόμματος και της ΚΝΕ το ρόλο του ως κομμουνιστής, σε κάθε πλευρά της ζωής του.

Τέλος, πρέπει να μας απασχολήσει πώς δουλεύουμε με τον κόσμο που σταθερά βρίσκεται δίπλα μας. Κάτω από την επίδραση της πίεσης υπάρχει ένα κομμάτι αυτών που εκφράζουν την αντίληψη ότι τίποτα δεν αλλάζει, ο κόσμος δεν καταλαβαίνει κτλ. Να προβληματιστούμε όμως, με τι απαίτηση πηγαίνουμε σε αυτούς; Μένουμε στη γενική συμφωνία ή προσπαθούμε αυτόν τον κόσμο να τον τροφοδοτούμε, να του χρεώνουμε δουλειά, να τον βοηθήσουμε δηλαδή να «σπάσει» κι αυτός τα μούτρα του, να αναμετρηθεί με τις δυσκολίες και τα εμπόδια τα οποία βάζει;

 Στο σύνολό τους οι Θέσεις της ΚΕ με βρίσκουν σύμφωνο. Βαδίζοντας προς τα 100χρονα του Κόμματός μας να δώσουμε αποφασιστικά τη μάχη για την επιτυχία του 20ού Συνεδρίου, για την ισχυροποίηση του Κόμματός μας.

 

 

ΟΤΑΝ Η ΑΛΗΘΕΙΑ «ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ», ΚΑΤΙ ΠΑΕΙ ΣΤΡΑΒΑ

του Γιάννη Κακλαμάνη

Βύρωνας

 

 Δεν αναφέρεται στις θέσεις ποια είναι η βασική αντίθεση που οξύνεται: η όλο και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση της παραγωγής από τη μια, παλεύει με την όλο και μεγαλύτερη, πιο συγκεντρωμένη ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής από τους κεφαλαιοκράτες, που με κυρίαρχο το χρηματιστικό κεφάλαιο, όσο περισσότερο συγκεντρώνεται, τόσο σαπίζει τις παραγωγικές σχέσεις.

Η ατομική ιδιοκτησία έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ανάπτυξης που οι αστοί έχουν χάσει το πρόσωπό τους πίσω από τους χρηματιστηριακούς ομίλους, πίσω από την άνοδο και την πτώση των τιμών στο χρηματιστήριο, έχοντας φορτώσει την ανικανότητά τους να αναπτύξουν τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας στις λειτουργίες του χρήματος. Φαίνεται σαν να είναι η έλλειψη του χρήματος υπεύθυνη για τη μαζική αθλιότητα, μα η αιτία είναι η ίδια η ύπαρξη της τάξης των κεφαλαιοκρατών, που ο βαθμός της σαπίλας της είναι ανάλογος της κινητικότητας των τιμών του χρήματος. Και αυτή η κινητικότητα είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο μεγαλύτερη αθλιότητα προκαλεί, όσο περισσότερο έχει στομώσει, όχι η «απαξίωση» του κεφαλαίου, αλλά η ανταλλαγή κεφαλαίων, ακριβώς γιατί έχουν συγκεντρωθεί σε τεράστια κλίμακα. Έχουν παραχθεί τόσα προϊόντα που θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να λύσουν δυο και τρεις φορές το πρόβλημα της πείνας. Το εμπόδιο είναι ότι για να φτάσει το ψωμί στο στόμα του πεινασμένου, πρέπει πρώτα να μετατραπεί σε ακόμα πιο μεγάλο παραγωγικό κεφάλαιο, χαρίζοντας στους κεφαλαιοκράτες όχι μόνο μεγαλύτερα κέρδη, αλλά όλο και μεγαλύτερη μάζα υπεραξίας. Γι’ αυτό όλα εκείνα που μπορούν να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες βρίσκονται στις αποθήκες τους: «logistics»! Το σωσίβιο των κεφαλαιοκρατών μέχρι να πετύχουν την καλύτερη τιμή! Ας πεθάνουν αυτοί που παράγουν αυτά τα αγαθά από την πείνα, ας μπει η πλειοψηφία του πληθυσμού στην ανέχεια, τίποτα δεν τους σταματάει προκειμένου να πετύχουν αυτή την καλύτερη τιμή. Κι αυτή η καλύτερη τιμή έχει ισοδύναμο την πιο αθόρυβη μορφή της πείνας, της αρρώστιας, της εξαθλίωσης, του θανάτου, εκείνη τη μορφή που κρύβει το «σώμα» της και αφήνει τους γιατρούς ανήμπορους να προσπαθούν να γιατροπορέψουν τον προλετάριο, αν ο τελευταίος καταφέρει να βρει την πόρτα του ιατρείου τους. Και το «σώμα» αυτό είναι η ανεργία για τους πολλούς και η υπερεργασία για τους λίγους. Να γιατί το προλεταριάτο είναι στη χειρότερη κατάσταση. Να σε ποιον επιδρά άμεσα αυτό το κυνήγι της καλύτερης τιμής. Και αυτή την καλύτερη τιμή μπορούν να την πετύχουν στον ανταγωνισμό μόνο τα μονοπώλια. Και είναι γι’ αυτό το λόγο τα μονοπώλια εχθρός του προλεταριάτου; Χρειαζόμαστε «αντιμονοπωλιακό» αγώνα; Μα για τη μαζική αθλιότητα μόνο φαίνεται σαν να είναι υπεύθυνο το χρήμα. Εχθρός του προλεταριάτου δεν είναι τα μονοπώλια, γιατί τα μονοπώλια είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν του προλεταριάτου, τα έχει δημιουργήσει με τα ίδια του τα χέρια! Εχθρός του προλεταριάτου είναι αυτός που ιδιοποιείται αυτά που παράγουν τα μονοπώλια. Να γιατί η «αντιμονοπωλιακή» κατεύθυνση είναι αντιδραστική: στρέφει το προλεταριάτο όχι μονάχα ενάντια στο δικό του δημιούργημα, αλλά ενάντια στην οικονομική βάση του σοσιαλισμού, που είναι ακριβώς η συγκεντρωμένη παραγωγή. Συμφέρον από την «αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση» έχει η μικρή ιδιοκτησία, όχι το προλεταριάτο.

Ποια συμφέροντα εκφράζει η «αντικαπιταλιστική κατεύθυνση»; Επίσης τους μικρούς και μεσαίους καπιταλιστές που θέλουν να διατηρήσουν το κεφάλαιό τους στον ανταγωνισμό. Και μάλιστα αυτοί οι τελευταίοι έχουν και ένα συρφετό από πολιτικούς εκφραστές. Πόσοι και πόσοι δε δηλώνουν με διάφορες αποχρώσεις «αντικαπιταλιστές»! Ποιον να πρωτοθυμηθείς; Τους οικολόγους, τους αριστερούς ριζοσπάστες, τους αναρχικούς, που τα φορτώνουν όλα στην «άδικη διανομή». Ακόμα κι ένας χριστιανός ριζοσπάστης έχει ειλικρινείς αντικαπιταλιστικές διαθέσεις, μια που η όλο και μεγαλύτερη ενασχόληση με τα «υλικά αγαθά απομακρύνει από τη σωτηρία της ψυχής». Οι φασίστες δηλώνουν αντικαπιταλιστές με όλους τους άλλους εκτός από τους ντόπιους καπιταλιστές. Σαν την επιθυμία του έμπορα στο ανέκδοτο: όλα γύρω Σάββατο, μα εδώ Παρασκευή!

Πώς να ξεχωρίσουμε από όλον αυτό τον «αντικαπιταλιστικό» συρφετό; Και μάλιστα να έχουμε και την απαίτηση να ανασυγκροτήσουμε το εργατικό κίνημα με την κατεύθυνση του συρφετού; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ενώ όλος ο κόσμος το’ χει τούμπανο ότι οι αποφάσεις παίρνονται στις Βρυξέλλες, εμείς θεωρητικολογούμε για την «εθνοκρατική συγκρότηση» του ιμπεριαλισμού, (άποψη που έχουν και οι λεγόμενοι ευρωσκεπτικιστές), και μάλιστα αυτό παρουσιάζεται και σαν η επικαιρότητα της λενινιστικής διδασκαλίας για τον ιμπεριαλισμό (!;), ενώ θα’ πρεπε να δείχνουμε τη διεθνοποίηση της αναγκαιότητας της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Από ιστορική άποψη ο όρος «αντικαπιταλισμός» είναι αντιδραστικός, από θεωρητική, είναι αντιμαρξιστικός. Η ανθρωπότητα από τη δουλοκτησία δεν πέρασε στην αντι-δουλοκτησία, αλλά στη φεουδαρχία. Από τη φεουδαρχία δεν πέρασε στην αντι-φεουδαρχία, αλλά στον καπιταλισμό. Η ιστορία πάντα προχωρά όχι με άρνηση, «αντί», αλλά με θέση, σε κάτι ανώτερο: από τον καπιταλισμό θα πάμε στο σοσιαλισμό. Αυτή είναι η ιστορική κατεύθυνση. Οι κομμουνιστές δεν βλέπουμε στον καπιταλισμό το «αδιέξοδο», το «άδικο», δεν ηθικολογούμε, γιατί ξέρουμε ότι αυτός ο μεταφυσικός τρόπος σκέψης τσουβαλιάζει πράγματα άσχετα μεταξύ τους, τονίζει δευτερεύουσες, ανούσιες πλευρές για να «στρογγυλέψει» η εικόνα, να είναι πιο ευκολοχώνευτη, κρύβει τελικά τις αιχμές, τις οξείες γωνίες, τη «μισητή» αντίθεση, που είναι κάτι και ταυτόχρονα δεν είναι ακόμα, που αυτό αποτελεί την κινητήρια δύναμη, την ουσία της ανάπτυξης των φαινομένων. Εμείς βλέπουμε στον καπιταλισμό την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού στην αντίθεσή του. Όποιος προτείνει την «αντικαπιταλιστική» κατεύθυνση, τα «μαζεύει» ακριβώς μπροστά στην αντίθεση, τη στιγμή που θα έπρεπε να την καταλάβει και να την οξύνει πρακτικά. «Αντικαπιταλισμός», δηλαδή ενάντια στον καπιταλισμό, είναι και ενάντια στο προλεταριάτο, γιατί το προλεταριάτο γεννιέται με τον καπιταλισμό. Ποια είναι η αντίθεση; Η όλο και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση της παραγωγής από τη μια, ο ατομικός χαρακτήρας ιδιοποίησης, από την άλλη. Οι κομμουνιστές είναι ακριβώς με την όλο και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση ενάντια στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Γι’ αυτό είμαστε με το προλεταριάτο. Γι’ αυτό είναι η μόνη τάξη που μπορεί να πάρει αυτή τη συγκεντρωμένη, με τη δουλειά της, παραγωγή και να τη διευθύνει προς όφελος όλης της κοινωνίας. Αυτή είναι και η ουσία της δικτατορίας του προλεταριάτου, που ανοίγει το δρόμο για την κομμουνιστική κοινωνία. Αυτό πρέπει τώρα να αποτελεί κατεύθυνση για τους κομμουνιστές. Αλλιώς πάμε κι εμείς με το συρφετό.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Παναγιώτη Καραβασίλη

 

 Α) ΤΟ ΤΙΜΗΜΕΝΟ ΚΚΕ...

 «ΚΚΕ/ τρία κόκκινα γράμματα... δικό μας αίμα / τρία κόκκινα γράμματα / σεμνή υπογραφή του λαού μας / στις λεωφόρους του μέλλοντος (...) προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» (Γιάννης Ρίτσος)

ΚΚΕ: 98 χρόνια Κομμουνιστικού Κινήματος στην Ελλάδα, συμπυκνώνει όλο το ιστορικό γίγνεσθαι: Αγώνες, θυσίες, οράματα. Ένα χρόνο από την Οχτωβριανή Επανάσταση του ’17. Η ίδρυσή του 5 Νοέμβρη 1918. Από τους σοσιαλιστικούς ομίλους και οργανώσεις, η μαγιά. Το εργατικό κίνημα. Οι άνθρωποι του μόχθου, της εργασίας. Η αγροτιά, η νεολαία. Οι άνθρωποι του Πνεύματος. Πρωτοπόροι στις ιδέες. Η κατάκτηση μιας μεσαίας θέσης στην καπιταλιστική βαθμίδα, η ανάπτυξη της άρχουσας τάξης –οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες– τα εθνικά ζητήματα, το βαλκανικό τοπίο ήταν από τη μια μεριά. Στον αντίποδα το ΚΚΕ κλήθηκε να διαδραματίσει το δικό του ιστορικό ρόλο. Η εργατική τάξη, ο πολιτικός της εκφραστής ήταν το ΚΚΕ. Η δράση του πέρασε διά πυρός και σιδήρου. Πολεμήθηκε αγρίως από την άρχουσα τάξη. Γιατί, εξέφραζε όλους τους πόθους του λαού μας, για το όνειρο, την ελπίδα...

Στην Ελλάδα οι δικτατορίες, εξορίες, τα άγρια κυνηγητά, τα βασανιστήρια, οι φυσικές εξοντώσεις δε γίνονταν μονάχα από τα αντιδραστικά κόμματα, αλλά και το «φιλελεύθερο» κομμάτι αυτής: Τα «ιδιώνυμα». Η κατοχή και ο πόλεμος. Το ΚΚΕ αποδείχτηκε μπροστάρης του λαού! Το έπος της Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανο-Ιταλών, στη συνέχεια Αγγλο-Αμερικανών ιμπεριαλιστών. ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ. Η ταξική πάλη. Η δύναμη του Μαρξισμού-Λενινισμού. Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η αδούλωτη. Ο λαός. Ο ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός. Η δύναμη. Από την άλλη μεριά η διαιώνιση του συστήματος, το «απάνθρωπο τοπίο» μέχρι το ’67, με τη χούντα των συνταγματαρχών. Το ΚΚΕ ήταν η φωνή του λαού, της οργανωμένης αντίστασης. Μέχρι το ’73, το Πολυτεχνείο.

Το ιστορικό φαινόμενο: το 1918 η ελληνική εργατική τάξη ήταν 450.000, σε μία χώρα 7 εκατομμυρίων. Το ΚΚΕ αγκάλιασε με τα πρώτα συνδικάτα το 1/2 (200.000) μαζί με τους αγρότες ήταν 300.000 μέλη. Μέχρι τις μέρες μας οδηγεί τα βήματά μας (Ο Α. Ιντεν απέδιδε στο ΕΑΜ το 75%, οι «Τάιμς» του Λονδίνου το 90%). Η εθνική συμβολή του ΚΚΕ στην υπηρεσία της πατρίδας. Οι στρατιές των ανωνύμων αγίων, ο εκλεκτός σπόρος. Τα ονόματα. Το αίμα τους δίχως φειδώ. Η προσφορά τους στην ειρήνη.

98 χρόνια πάλης με το ΚΚΕ. Στην πολιτιστική κουλτούρα το ΚΚΕ προσέφερε τα μέγιστα - πέρα βεβαίως από την πολιτική κουλτούρα στον τόπο μας. Η πολιτική σχέση του απέναντι στην οργάνωση της εργασίας - το συνδικαλιστικό κίνημα: συστατικό του ταξικού, αντιιμπεριαλιστικού μετώπου. Οι τομείς της πάλης. Ο άνθρωπος, ο πολιτισμός. Το άνοιγμα του σύγχρονου νου, της φιλοσοφίας σε ανθρωπινότερες συνθήκες ζωής. Η παγκόσμια ειρήνη. Ο διεθνισμός, με ισχυρό πολιτικό στήριγμα το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου - ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Για το σοσιαλισμό.

ΚΚΕ: Το μεγάλο βουερό ποτάμι της Ιστορίας, οδηγεί –σε αταλάντευτο αγώνα– καθοδηγεί το λαό. Ενάντια στον ιμπεριαλισμό, αναπτύσσει το δημοκρατικό, αντιμονοπωλιακό - αντιιμπεριαλιστικό αγώνα... πάλης.

  

Β) Η επικαιροτητα του Λενινισμου...

 93 χρόνια από το θάνατο του Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ Λένιν (21 Γενάρη 1924). Το πλούσιο διαλεκτικό, επαναστατικό θεωρητικό του έργο, είναι ολοζώντανο, νηφάλιο, σίγουρο γι’ αυτό που προσέφερε, προσφέρει, στην ιστορία της πάλης ανόδου της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Αφιέρωσε τη ζωή του στην ανάπτυξη των επαναστατικών ιδεών. Το κοσμοϊστορικό γεγονός της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 ήταν η μεγάλη τομή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι πύρινες ιδέες του μεγάλου επαναστάτη καταγράφονται στην κλασική κοσμοθεωρία της εργατιάς. Ταυτίζονται οι ιδέες του μαρξισμού - λενινισμού, γιατί άνοιξαν ένα καινούριο πεδίο. Κεφαλαιοποιήθηκαν ως ιστορικά αποθέματα, στη διαρκή εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας, των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων. Προώθησε παραπέρα το έργο των Μαρξ - Ένγκελς. Η ιστορική του Λένιν άποψη «Έχουμε το δικαίωμα να είμαστε υπερήφανοι, ευτυχισμένοι. Πρώτοι χτυπήσαμε, γκρεμίσαμε, σ’ ένα επίκαιρο, σημείο της υδρογείου, αυτό το θηρίο, τον καπιταλισμό - που πνίγει στο αίμα, ρίχνει την ανθρωπότητα στην πείνα, στην αγριότητα, μα που μοιραία θα πεθάνει, αργά ή γρήγορα. Όσο κτηνώδης, θηριώδης κι αν είναι, η λύσσα της αγωνίας του», επαληθεύεται σήμερα, από τα εγκλήματα της «νέας τάξης» του αίματος, του ιμπεριαλισμού.

Αυτή η επανάσταση των καταπιεσμένων, εκμεταλλευόμενων, είχε ηγέτη της τη μεγάλη προσωπικότητα. Τον ιδρυτή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Θεμελίωσε ότι το πέρασμα από τις ταξικές κοινωνίες, στην κομμουνιστική - την αταξική κοινωνία, από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας - είναι έργο των μαζών. Οι θεωρητικές επεξεργασίες, μέσα από το συγγραφικό έργο του, ανέπτυξαν παραπέρα το μαρξισμό - τη φιλοσοφική σκέψη - την πολιτική οικονομία, τον επιστημονικό σοσιαλισμό - ως κινητήριους μοχλούς, για την «έφοδο προς τον ουρανό». Ο ιστορικός πλούτος της λενινιστικής θεωρίας και πρακτικής είναι εν ισχύ. Αποτελεί ιδεολογικό όπλο για τη θεωρητική συγκρότηση της παγκόσμιας εργατικής τάξης, στις σύγχρονες συνθήκες.

93 χρόνια από το θάνατο του Λένιν, το σοσιαλιστικό κράτος που αυτός ίδρυσε, βρίσκεται διαλυμένο, με κυρίαρχο τον καπιταλισμό. Οι εργαζόμενοι όλου του πλανήτη ζουν σε συνθήκες βαρβαρότητας. Ο ιμπεριαλισμός - καπιταλισμός έχει εξαπολύσει μια ξέφρενη επίθεση παντού, σε βάρος του προλεταριάτου, των λαών. Αλλά, αυτή η ιστορική «παρένθεση» του καπιταλισμού, μπορεί να εξαφανιστεί. Τη νιώθουν ως δύναμη εκμετάλλευσης, ανισότητας - τα δισεκατομμύρια των «κολασμένων» της Γης. Το τιτάνιο έργο του Λένιν, είναι ικανό να βάλει τη δική του σφραγίδα στις εξελίξεις. Να αναλύσει τις δυσκολίες, συσσωρευμένες αδράνειες που ξεκίνησαν με την καπιταλιστική παλινόρθωση. Να βρούμε πάλι το βηματισμό μας στην αίσθηση της τρομακτικής ισχύος που κρύβουν ιστορικά οι άνθρωποι. Να φυσήξει ο επαναστατικός άνεμος, όπως τότε:

«Ο άνεμος δεν μπορεί να σταθεί όρθιος. Κράτα τον επαναστατικό ρυθμό. / Ο άνεμος παντού στον κόσμο. / Προχώρα εργαζόμενε λαέ. / Προχώρα μπροστά» (Αλεξάντερ Μπλοκ).

Ο λενινισμός φωτίζει τους νέους αγώνες. Η ξέφρενη αντικομμουνιστική υστερία, η κατασυκοφάντηση της Ιστορίας, του κομμουνιστικού κινήματος, δε θα μπορέσουν να φράξουν το δρόμο των καταπιεσμένων. Στη μακρόχρονη πορεία της Ιστορίας, υπάρχουν πισωγυρίσματα. Ο Λένιν έλεγε: «Αν μελετήσουμε την ουσία του ζητήματος, θα δούμε, πως δε συνέβη ποτέ στην Ιστορία, ένας νέος τρόπος παραγωγής να επιβληθεί με το πρώτο - χωρίς μια μακρόχρονη περίοδο αποτυχιών - λαθών - υποχωρήσεων...». Για να καταλήξει αποφθεγματικά: «Δεν είναι τόσο επικίνδυνη η ήττα, όσο επικίνδυνος είναι ο φόβος, ν’ αναγνωρίσεις την ήττα σου. Ο φόβος να βγάλεις απ’ εδώ τα συμπεράσματά σου». Γιατί, μια αλήθεια ακόμη και αν είναι καταστρεπτική, είναι καλύτερη από ένα «χρήσιμο» ψέμα. Άνθρωποι δρώντες δεν είναι δυνατόν να διεκδικήσουν το προνόμιο του αλάθητου σε καμία κίνηση της Ιστορίας...

Το ΚΚΕ διδαγμένο, αντρειωμένο στο πνεύμα του λενινισμού - μαρξισμού, δε γνωρίζει τέτοιο φόβο. Αναλύει την Ιστορία: Γιατί, αρετή είναι ν’ αγωνίζεσαι για την ευτυχία των αδικημένων.

 

 

ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΑ - ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

του Δημήτρη Κάτσαρου

ΤΟ Νότιων Συνοικιών της Αττικής του ΚΚΕ

  

Συμφωνώ με τις θέσεις του 20ού Συνεδρίου του Κόμματος και θα ήθελα να σταθώ στο ζήτημα της οικοδόμησης στρατολογίας.

Πώς προετοιμαζόμαστε για το παραλιακό μέτωπο και τι επιπτώσεις θα έχει αυτό στην εργατική τάξη και στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Τι πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική δουλειά κάνουμε από τώρα για να είμαστε έτοιμοι.

Έχουμε επεξεργασίες, έχουμε αναπτύξει δράση, δεν ξεκινάμε από το μηδέν αλλά πρέπει να το δούμε πιο συγκεκριμένα, να απασχολεί σταθερά την ΤΕ και τις ΚΟΒ της περιοχής. Να οργανώσουμε τη δουλειά, με ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης. Αναπτύσσοντας παραπέρα ισχυρούς ιδεολογικούς και πολιτικούς δεσμούς με την εργατική τάξη της περιοχής, που θα είναι δεξαμενή για τις επιχειρήσεις για την αξιοποίηση της παραλίας.

Η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει για κοινές ομάδες εδαφικών και κλαδικών οργανώσεων για το σχεδιασμό της παρέμβασής μας να γίνει βασικός τρόπος δουλειάς, να λειτουργούν οργανωμένα, με μέθοδο και προσανατολισμό. Να βάζουν στόχους, να βλέπουν τακτικά την πορεία της δουλειάς, τις αδυναμίες, τις δυσκολίες, να προσαρμόζουν και να διαμορφώνουν το αρχικό σχέδιο, με τα ζητήματα που προκύπτουν. Να εξετάζουν πως επιδρούν οι γενικές πολιτικές εξελίξεις στη συνείδηση, η δράση των άλλων δυνάμεων, οι παρεμβάσεις και οι αποφάσεις των δήμων της περιοχής.

Οι ΚΟΒ να διαμορφώσουν τις χαρτογραφήσεις τους με βασικό στοιχείο πού δουλεύει ο οπαδός, το οικογενειακό του περιβάλλον, τι στάση κρατάει απέναντι στην εργοδοσία, τον εργοδοτικό συνδικαλισμό. Έτσι θα βρούμε περιπτώσεις που σχετίζονται και με το παραλιακό μέτωπο.

Ζήτημα είναι ποιον θεωρούμε οπαδό. Θέλει ιδεολογική δουλειά ώστε ο οπαδός να είναι δραστήριος στο πλάι της κάθε ΚΟΒ. Να ακούμε τους προβληματισμούς του και τη γνώμη του, να το εξοπλίζουμε πολιτικά και ιδεολογικά, να τον χρεώνουμε καθήκοντα, να διαμορφώνουμε τις συνθήκες να γίνεται εκπρόσωπος του Κόμματος στο χώρο ευθύνης του.

Να δημιουργηθεί πυρήνας οπαδών μαζί με τον υπάρχοντα που θα δουλεύει παράλληλα και με σύστημα, να διαμορφώνονται προϋποθέσεις για την ισχυροποίηση της Λαϊκής Επιτροπής και τα χαρακτηριστικά που βάζουν οι θέσεις. Θα παρεμβαίνει με στόχο την ανάπτυξη αγωνιστικών διεργασιών και αντίστασης στην εργοδοσία, στην αντιλαϊκή πολιτική, στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, θα συμβάλλει με βάση τις δυνατότητες του στη διαμόρφωση κλίματος σύγκρουσης και χωρίς φόβο ενάντια στο κεφάλαιο, ενάντια σε επιμέρους ή γενικότερα μέτρα.

Η ΤΕ και τα Γραφεία των ΚΟΒ με παρακολούθηση των ζητημάτων και τα ιδεολογήματα που βάζει ο ταξικός αντίπαλος (εργοδοσία, δήμοι, οπορτουνισμός κλπ.) να διεξάγει ιδεολογικοπολιτική διαπάλη, πράγμα που απαιτεί το ανέβασμα του ιδεολογικοπολιτικού επιπέδου, που θα είναι βασικό στοιχείο του σχεδιασμού και του ελέγχου της δουλειάς, να ξεπεράσουμε την αδυναμία να μας παίρνουν οι εξελίξεις από κάτω, να μη χάνουμε το σταθερό προσανατολισμό που πρέπει να έχουμε, με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, για την οικοδόμηση στους κλάδους που θα προσεγγίσει το παραλιακό μέτωπο.

Όπλο στη δουλειά μας είναι η αξιοποίηση του Ριζοσπάστη ξεπερνώντας αδυναμίες. Όπως βάζουν και οι θέσεις, να αξιοποιηθούν η ΚΟΜΕΠ, το μαρξιστικό βιβλίο, αλλά και η πλατιά ζύμωση και συζήτηση των θέσεων και εκτιμήσεων του Κόμματος στη βάση της επικαιρότητας.

Να έχουμε επίγνωση των δυσκολιών, λόγω των συνθηκών μέσα στις οποίες δρούμε και μπαίνουν στις θέσεις. Να τις παίρνουμε υπόψη μας, να είμαστε σε θέση να αντιλαμβανόμαστε πως επιδρούν στην συνείδηση της εργατικής τάξης της περιοχής και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Να εξοπλιζόμαστε καθημερινά με αξιοποίηση του κομματικού Τύπου, το ανέβασμα του ιδεολογικού υπόβαθρου. Ώστε αποτελεσματικά να δίνουμε τον κατάλληλο προσανατολισμό σε αντικαπιταλιστική αντιμονοπωλιακή γραμμή. Να μπολιάζουμε την εργατική τάξη της περιοχής με την επαναστατική στρατηγική του Κόμματος. Να δημιουργούμε ζώνες άμυνας, όσο περνάει από το χέρι μας, ώστε η κατάσταση του κινήματος και γενικότερα των εξελίξεων να μη δημιουργούν συνθήκες αναδίπλωσης και απογοήτευσης.

Στο σχεδιασμό μας πρέπει να έχουμε τη νεολαία. Πώς θα παρέμβουμε στους χώρους κατάρτισης, είναι θετική η δουλειά που έχουμε ανοίξει στα νότια. Στα σχολεία, καλύτερα να δούμε τη δουλειά μας με τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς. Οι εξελίξεις στην παραλία θα προσεγγίσουν νέους εργαζόμενους να πάρουμε υπόψη μας τα ζητήματα που βάζουν οι θέσεις και η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά στη νεολαία παίρνοντας τα κατάλληλα μέτρα για προσέγγιση και αντιμετώπιση αδυναμιών, να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη στρατολογία σε αυτές τις ηλικίες.

Όσο πιο καλά είναι οργανωμένη αυτή η δουλειά θα φέρνει αποτελέσματα, χωρίς ανυπομονησία, εύκολη παραίτηση και βιαστικά συμπεράσματα. Στην αρχή μπορεί να φάμε και τα μούτρα μας και χρειάζεται να προετοιμάζουμε τα κομματικά μέλη και τον περίγυρο.

Θέλει μεράκι και ενθουσιασμό, αποφεύγοντας τη ρουτίνα και την διοικητική καθοδήγηση. Χρειάζεται να παίρνουμε πρωτοβουλίες και να χρησιμοποιούμε μεθόδους για να προσεγγίσουμε και να εξοπλίσουμε τους εργαζομένους, τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Να ανοίγουμε ζητήματα π.χ. τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να απαντάμε σε πρωτοβουλίες που παίρνουν οι δήμοι, με τη δική μας πρόταση, π.χ. με μια πολιτική - πολιτιστική εκδήλωση, μέσα από τις πρωτοβουλίες και τις παρεμβάσεις μας να κάνουμε βήματα στην αφομοίωση του Προγράμματος του Κόμματος.

Θέλει αντίστοιχη δουλειά και στο κίνημα με διαμόρφωση αιτημάτων και στόχων των Λαϊκών Επιτροπών μέσα από τα συνδικάτα και τους φορείς τους, ενάντια στους στόχους του κεφαλαίου, που να φωτίζουν τη λύση διεξόδου προς όφελος του λαού, για αλλαγή τάξης στην εξουσία, ενάντια στον εγκλωβισμό στις κυβερνητικές εναλλαγές στο πλαίσιο του συστήματος.

Θέλει προετοιμασία των ανέργων που θα δουλέψουν στο παραλιακό μέτωπο. Να αποφύγουμε ατσαλιές, να δώσουμε τα κατάλληλα εφόδια ώστε να μη ρίξουν τον πήχη των απαιτήσεων και να αποδεχτούν την κατάσταση (έπιασα δουλειά και κάθομαι στα αυγά μου ή δουλειά να ’ναι κι ό,τι να ’ναι), θέλει ιδεολογικοπολιτική, οργανωτική και πρακτική δουλειά, για διεκδίκηση των απωλειών από την κρίση αναδεικνύοντας την επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές, σε αντίφαση με τις πραγματικές σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες. Ότι η πάλη σήμερα χρειάζεται να συνδέεται με τη συνολικότερη πάλη, την αντιπαράθεση με τη στρατηγική του κεφαλαίου, χωρίς τσιτάτα και προχειρότητες.

Τα παραπάνω δεν είναι ζητήματα μόνο ενός συντρόφου που έχει την ευθύνη την εργατική δουλειά, αλλά ξεκινάει από την Τ.Ε. και τα Γραφεία των ΚΟΒ. Η πορεία υλοποίησης του σχεδιασμού να απασχολεί την ΚΟΒ στην καθημερινή της δουλειά. Να βοηθήσουμε κάθε κομματικό μέλος να έχει μέριμνα και στόχο να φέρει εργαζόμενους προς το Κόμμα.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

του Δημήτρη Κοιλάκου

ΤΟ ΑΕΙ-ΤΕΙ-ΕΚ Αττικής του ΚΚΕ

 

 Συμφωνώντας απόλυτα με τις Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο, επιδιώκω να συμβάλω στο δημόσιο προσυνεδριακό διάλογο.

  

Για τη δουλειΑ μας στους χωρους ΕΡΕΥΝΑΣ

 Αφετηρία ενός σχεδίου παρέμβασης στους χώρους της έρευνας που να υπηρετεί τη σύγχρονα επεξεργασμένη στρατηγική του Κόμματος δεν μπορεί παρά να είναι η άμεση σχέση με βασικούς κλάδους της οικονομίας και το ότι αποτελούν κοιτίδα απ’ όπου η εργατική εξουσία θα αντλήσει βασικό στελεχικό δυναμικό. Άλλωστε, και σήμερα υπάρχει μετακίνηση εργαζομένων από χώρους έρευνας σε κλάδους (ιδίως ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, χημική βιομηχανία, φάρμακο) και επιτελικές κρατικές δομές. Συχνά, δε, πρόκειται για χώρους με μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων - χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΙΤΕ, ίσως ο μεγαλύτερος εργασιακός χώρος στην Κρήτη.

Η ιδεολογική διαπάλη στην έρευνα διέπεται από την αντίφαση μεταξύ της αντικειμενικής δυνατότητας να προσανατολιστεί, υπό άλλες συνθήκες, η αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης στη βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης, και της καπιταλιστικής πραγματικότητας που την υποτάσσει στην αδηφαγία του κεφαλαίου, με άλλα λόγια μεταξύ δυνατοτήτων και πραγματικότητας που βιώνει η εργατική τάξη.

Η διαπάλη φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη να φωτίζεται καλύτερα η προβολή άμεσων διεκδικήσεων από την προοπτική της εργατικής εξουσίας. Αυτό προϋποθέτει ακόμα καλύτερη επεξεργασία για τη σχέση οικονομίας - πολιτικής στις εξελίξεις στην έρευνα και πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία για την προγραμματική προοπτική.

Ζητήματα όπως η σχέση παραγωγικών μονάδων-ερευνητικών δομών σε συνθήκες εργατικής εξουσίας, ο καθορισμός ερευνητικών προτεραιοτήτων στα πλαίσια του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, ο σχεδιασμός στις κοινωνικές επιστήμες, η εργασιακή τοποθέτηση των εργαζόμενων επιστημόνων πρέπει να μελετηθούν, αξιοποιώντας κριτικά και την πείρα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Η πολιτική επιρροή του Κόμματος στους χώρους έρευνας έχει ενισχυθεί, όπως και η δραστήρια παρέμβαση των κομμουνιστών στα σωματεία, που αποτυπώνεται και στον υπερδιπλασιασμό σε συνδικαλιστικές ψήφους και εκλεγμένους. Επιβεβαιώνεται η δυνατότητα να επηρεάζουμε, να κινητοποιούμε και να συστρατεύουμε ευρύτερα τμήματα, πολιτικά ανώριμων και κινηματικά άπειρων εργαζομένων, εκτιμώντας έγκαιρα και αντικειμενικά τις διαθέσεις, παρεμβαίνοντας σχεδιασμένα ως πρωτοπορία στο πλαίσιο πάλης και τις μορφές οργάνωσής της.

Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό αφορά κυρίως τον έγκαιρο προσανατολισμό στη δουλειά με τους συμβασιούχους, κατά κύριο λόγο νέους εργαζομένους, ιδίως νέους ερευνητές, που αποτελούν το πλέον δυναμικά αναπτυσσόμενο τμήμα εργαζομένων και ενδιαφέρουν και από στρατηγικής σκοπιάς.

Ζυμώσαμε πλατιά πλαίσιο πάλης, προτάσσοντας ζητήματα που αναδεικνύουν τις συνέπειες της προώθησης της στρατηγικής του κεφαλαίου για την έρευνα στους όρους δουλειάς και ζωής των εργαζομένων. Με επίμονη δουλειά από τα κάτω, επιβάλαμε τη συμμετοχή συμβασιούχων στα σωματεία. Εντάθηκε η διαπάλη με τις ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες και, μέσα από τις κινητοποιήσεις, αναδείχτηκαν νέες μορφές οργάνωσης. Δουλέψαμε για το συντονισμό της δράσης σε κλαδικό επίπεδο. Ξεχωρίζει η προσπάθεια για στοχευμένη δουλειά στις νέες γυναίκες ερευνήτριες. Έτσι, τρία σωματεία (στα δυο μειοψηφούμε) συμμετείχαν στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΠΑΜΕ, συγκροτήθηκε Επιτροπή Αγώνα ΠΑΜΕ στα ερευνητικά κέντρα της Αττικής.

Ταυτόχρονα, όμως, εντοπίζονται και πλευρές που πρέπει να βελτιώσουμε αποφασιστικά. Η πρωτοπόρος δράση για την οργάνωση της πάλης για τα προβλήματα των συνθηκών δουλειάς και ζωής δεν οδηγεί από μόνη της στην ανάπτυξη της ταξικής πολιτικής συνείδησης. Αν δεν κατακτηθεί στην πράξη ένας τρόπος συνδυασμένης ιδεολογικής και οργανωτικής δουλειάς με επίκεντρο την κομματική οικοδόμηση, με το πολιτικό περιεχόμενο που αναδεικνύεται και από τις Θέσεις, που να πατά στα γνωρίσματα του χώρου, θα αρκούμαστε στο μεροδούλι-μεροφάι.

Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των συντρόφων που περνάνε από χώρους έρευνας (ιδιαίτερα σε μεγάλα ΕΚ, όπως Δημόκριτος, ΙΤΕ, ΕΚΕΤΑ), συνέπεια του ότι περισσότεροι συνεχίζουν σε μεταπτυχιακές σπουδές, απαιτούνται και μέτρα οργανωτικού χαρακτήρα. Η συχνή σήμερα αναντιστοιχία χώρου δουλειάς και ένταξης σε ΚΟΒ-ΟΒ, θα εντείνεται όσο αυξάνει το πλήθος (και η γεωγραφική διασπορά) των εργαζόμενων στην έρευνα, στα πλαίσια της σχεδιαζόμενης ανάπτυξης του χώρου, με επέκταση και στην περιφέρεια.

Χρειάζεται να δούμε το θέμα συνδυαστικά με τις κατευθύνσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη Νεολαία για τη δουλειά σε μεταπτυχιακούς και (ιδίως) υποψήφιους διδάκτορες, όπου λίγα έχουμε κάνει. Το γεγονός ότι από αυτούς τους χώρους υπάρχει διαρροή δυνάμεων, ενώ και αρκετοί εκ των νέων εργαζομένων στα ΕΚ έχουν βρεθεί στον περίγυρο κομματικών οργανώσεων στις σχολές, καθιστά το ζήτημα κρίσιμο και ως προς το στρατηγικής σημασίας ζητούμενο που ανέφερα στην αρχή.

Παράλληλα, πρέπει να δουλέψουμε επίμονα για την ενίσχυση της συνειδητής στράτευσης συντρόφων και περιγύρου στην υπόθεση της εργατικής τάξης μέσα και από τη δουλειά τους ως επιστήμονες.

 

Για τη φιλοσοφιΑ

 Σωστά εντοπίζεται στις Θέσεις ότι θα πρέπει να μπολιάσουμε καλύτερα την καθοδηγητική δουλειά με τη διαλεκτική υλιστική σκέψη. Η ανάγκη αυτή αναδεικνύεται μέσα από την καθημερινή διαπάλη.

Για παράδειγμα, είναι κρίσιμο να διασαφηνιστεί σε πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης, πως, παρότι η επαναστατική κατάσταση προκύπτει αντικειμενικά, δεν μπορεί να την περιμένεις σαν «ώριμο φρούτο» με τα χέρια σταυρωμένα.

Η υλιστική διαλεκτική δείχνει πως η δραστηριότητα του υποκειμένου, που ξεδιπλώνεται στα πλαίσια ενός αντικειμενικού πλαισίου, δίνει αποτελέσματα που συναθροίζονται στις παραμέτρους του, αλληλεπιδρούν με αυτές, το τροποποιούν, του προσδίδουν νέες μορφές. Ο κομμουνιστής χρειάζεται να μελετά πως η διαλεκτική ενότητα αντικειμενικού και υποκειμενικού εκφράζεται συγκεκριμένα στις διάφορες φάσεις της ταξικής πάλης, στο ρόλο του Κόμματος στην προετοιμασία του επαναστατικού υποκειμένου ώστε, την κρίσιμη στιγμή, να καθοδηγηθεί η επαναστατική εξέγερση στη νίκη και στο στέριωμα αυτής.

Χρειάζεται να επεκταθεί η προσπάθεια ανάπτυξης από το Κόμμα της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης (με σημαντικά κατασταλάγματα σε στρατηγική, ιστορικές και οικονομικές μελέτες) και σε ζητήματα φιλοσοφίας.

Δεν πρόκειται για πολυτέλεια. Κατακτώντας συλλογικά βαθύτερη κατανόηση σε ζητήματα όπως διαμόρφωση και αλληλεπίδραση ατομικής - συλλογικής - κοινωνικής συνείδησης στις σύγχρονες συνθήκες, νέες μορφές χειραγώγησης της συνείδησης της εργατικής τάξης, διαλεκτική σχέση ενικού - μερικού - γενικού ως βάση για την εξειδίκευση αλλά και τη γενίκευση κ.ά. θα βελτιώσουμε ουσιαστικά καθοριστικές πλευρές της καθοδηγητικής μας δουλειάς.

Ιδιαίτερο ζήτημα είναι η ενίσχυση του ιδεολογικού μετώπου σε ζητήματα φιλοσοφίας στα πανεπιστήμια. Η κατάκτηση στέρεου μαρξιστικού γνωσιοθεωρητικού υπόβαθρου και της διαλεκτικής μεθοδολογίας είναι προϋπόθεση για να μπορέσει ένας σύντροφος να ανταπεξέλθει στις σύνθετες απαιτήσεις της διαπάλης στο περιεχόμενο των σπουδών, να προετοιμαστεί για τις ευθύνες του ως κομμουνιστής επιστήμονας. Αντίστοιχα ισχύει για τους εκπαιδευτικούς. Η πείρα από εκδηλώσεις με σχετικό περιεχόμενο επιβεβαιώνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον που χρειάζεται να καλλιεργηθεί καθοδηγητικά.

 

 

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

του Παναγιώτη Κ. Κουμουνδούρου

 

  Αγαπητοί συναγωνιστές!

Γεννημένος 30 χρόνια μετά τη Ρώσικη Επανάσταση και εμπνεόμενος από αυτή, θέλω να συμβάλω στην καλύτερη επεξεργασία των Θέσεων του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ με τις οποίες είμαι σύμφωνος, πρώτα σαν (ελάχιστης) συνεισφοράς μου στη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους και δεύτερον εκφράζοντας πάλι την εμπιστοσύνη μου στην ιστορική ανάγκη ύπαρξης του ΚΚΕ.

Αρχίζοντας με τα άσχημα νέα, που ίσως «συνοψίζονται» στα 2 τετράκις εκατομ. δολάρια (2+15 μηδενικά), που έχει φτάσει η φούσκα της παγκόσμιας αγοράς «παραγώγων» και βιώνοντας τα καλά νέα, όταν στην «πολυκατοικία» μου, 9 διαμερίσματα (από 20, τα 3 κενά), αγόρασαν 10 Ριζοσπάστες (ρεκόρ τριακονταετίας) με τις Θέσεις..., σημειώνω τα ακόλουθα:

Για την καλύτερη κατανόηση της σημερινής διεθνούς κατάστασης (Θ. 1, 2, 3, 4, 18), αξίζει να ξαναδούμε την Ιστορία (241 χρόνια μετά την Αμερικάνικη Επανάσταση), το γεγονός ότι εξακολουθούμε να έχουμε 2 κυρίαρχες καπιταλιστικές τάσεις με τις αντίστοιχες 2 ανταγωνιστικές φατρίες.

Η είναι εκείνη της «ελεύθερης αγοράς» και του «ελεύθερου εμπορείου» του Α. Σμιθ (1723-1790), με κύριο εκπρόσωπο τη Βρετανική αυτοκρατορία του Η.Β., με τα «παραρτήματά» της διεθνώς και στις ΗΠΑ ειδικά. Στον 20ό αιώνα τη «φιλελεύθερη» σημαία κράτησαν οι Φ. Χάιεκ, Μ. Φρίντμαν, Μ. Θάτσερ & Ρ. Ρέιγκαν.

Η είναι εκείνη του «Αμερικάνικου (καπιταλιστικού) Συστήματος», που ίδρυσε βασικά ο πρωτοπόρος «φεντεραλιστής» Α. Χάμιλτον (1755-1804). Στον 20ό αιώνα τη σημαία αυτού του (σοσιαλδημοκρατικού;) καπιταλιστικού «κρατικού παρεμβατισμού» κράτησαν οι Τ. Κέινς, Φ. Ρούσβελτ & Τζων Κένεντι.

Ο ανειρήνευτος αυτός διπλός ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός (της Βρετανικής αυτοκρατορίας), οδήγησε στο φασιστικό και ναζιστικό αντικομμουνιστικό «πείραμα», που κόστισε στην ανθρωπότητα 2 παγκόσμιους πολέμους, έναν ψυχρό (από Τσόρτσιλ-Τρούμαν), με εκατομμύρια νεκρούς κλπ., αλλά και δολοφονία 4 Αμερικανών προέδρων, συν 2 απόπειρες, 1 παραίτηση και 1 παραπομπή...!

Σήμερα οι ίδιες αυτές 2 φατρίες βρίσκονται στα μαχαίρια στις περισσότερες χώρες της υδρογείου και μέσα στα ίδια πολιτικά κόμματα (ιδίως στις ΗΠΑ) και προσπαθούν να επιβληθεί η μια στην άλλη, παντοιοτρόπως...

Η (βρετανόφιλη) φατρία (Λονδίνου & Ουάσινγκτον) θέλει σύγκρουση με Κίνα και Ρωσία για να λύσει τα καπιταλιστικά της αδιέξοδα...

Η (μικρή) φατρία στις ΗΠΑ (ειδικά) θέλει να επαναφέρει: 1) Το Νόμο «Γκλας Στήγκαλ» του 1933-1999, που διαχώριζε τις εμπορικές από τις «επενδυτικές» τράπεζες, 2) Την Κεντρική Τράπεζα του Α. Χάμιλτον, 3) Το κρατικό (αναπτυξιακό) πιστωτικό σύστημα, 4) Εντατικό πρόγραμμα ενέργειας με «σύντηξη» και διεθνή διαστημική συνεργασία, ώστε αυτά να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας (και του κέρδους;...!).

Ο ιδρυτής της Αλιμπάμπα Τζακ Μα, υπενθύμισε στο Νταβός, ότι οι ΗΠΑ τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν εμπλακεί σε 13 πολέμους με κόστος 14.2 τρισ. δολάρια, λέγοντας ότι θα ήταν προτιμότερο να επενδύσουν σε υποδομές αντί στη (σπεκουλαδόρικη) Γουάλ Στρητ ή σε (νέους) πολέμους.

Οι πρωτοβουλίες των BRICKS γενικά και ειδικά οι κινεζικές π.χ. για το «Νέο Δρόμο του Μεταξιού», τη «Μια Ζώνη, ένας Δρόμος» κλπ. (Θ. 5), υπόσχονται παγκόσμια συνεργασία, ειρήνη και ανάπτυξη...

Η Κίνα π.χ. αναπτύσσεται με ασύλληπτους ρυθμούς παραγωγής πρώτων υλών, υπερταχέων τρένων, διαστημικών εξερευνήσεων, νέων ενεργειακών μέσων κλπ., «αντιγράφοντας» τα μεγάλα Αμερικάνικα κατορθώματα του 19ου & 20ού αιώνα.

Από τη μια, η όποια καπιταλιστική «ανάπτυξη» με «γαιογέφυρα» ολόκληρου του πλανήτη, φαίνεται να τρομάζει εξίσου την (Αγγλοαμερικάνικη) φατρία και λόγω μελλοντικής αφύπνισης της ταξικής συνείδησης στην Ανθρωπόκαινο Εποχή...

Από την άλλη, ο «χρόνος» δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, ούτε για τη 2η «καλή» καπιταλιστική προοπτική και το κυριότερο, η καταληστευόμενη εργατική τάξη δεν μπορεί να «περιμένει» πολύ...

Αυτό όμως εγκυμονεί απρόβλεπτους κινδύνους ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, με μια μακάβρια νέα «τελική λύση» να διαγράφεται απειλητικά στον ορίζοντα.

Ίσως τα ισχυρότερα όπλα, που διαθέτει σήμερα η ανθρωπότητα για την επιβίωσή της, είναι η ανθρώπινη νόηση και η επαναστατική δημιουργικότητα των λαών.

Θέλουμε εδώ να τονίσουμε την αναντικατάστατη χρησιμότητα της επιστημονικής γνώσης (Θ. 26).

Μαζί με την ερμηνεία της φύσης και της κοινωνίας, με τη διεπιστημονική μεθοδολογία του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού (Θ. 34,40), η εφαρμογή του επιστημονικού σοσιαλισμού δεν συμβάλλει στη διευρυμένη αναπαραγωγή μόνο (μηχανιστικά), αλλά παράγει κίνηση αενάως στη δημιουργική ανθρώπινη Ιστορία και το αντί-εντροπικό γαλακτικό μας πεπρωμένο...

Τα νέα επιτεύγματα επιστήμης, τεχνολογίας και η ανάδειξη των δυνατοτήτων από αυτά (Θ. 53,60) και για την παραγωγική μονάδα (Θ. 45,47), είναι μέγα όπλο και για αφομοίωση του Προγράμματος του ΚΚΕ, τον κεντρικό σχεδιασμό (Θ. 43,66), ...πόλεων... και την πολυσχιδή αξιοποίηση επιστημόνων (Θ. 60,73,75), π.χ. στο «χαμένο» χώρο των μηχανικών...

Η διαπίστωση (Θ. 77) από τη μια, του χαμηλού «θεωρητικού επίπεδου» στα περισσότερα ΚΚ, μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ, με αρνητικές μεταλλάξεις π.χ. σε Βιετνάμ, Κίνα, Κούβα και από την άλλη, η αδιάκοπη ιδεολογική επίθεση του Κεφαλαίου με όλες τις αντιεπιστημονικές «αφηγήσεις» του, που καίνε καθημερινά το νου, την ψυχή και το σώμα του λαού, κάνει την αληθινή γνώση ακόμη πιο απαραίτητη δύναμη και απαράμιλλο όπλο ενάντια στον ταξικό αντίπαλο.

Η προσπάθεια του ΚΚΕ με εκδόσεις και «κλασσικές» επανεκδόσεις συγγραμμάτων, την ΚΟΜΕΠ, τα 4σέλιδα Ριζοσπάστη, το πόρταλ «902», για την επιστημονική εκπαίδευση στελεχών και φίλων, είναι ανεκτίμητη.

Αυτό πρέπει να συνεχιστεί με επίσπευση δημοσίευσης υλικών (και διαδικτυακά) που να επικαιροποιούν την κλασσική θεωρία με τα σημερινά δεδομένα των επιστημονικών γνώσεων και να απαντούν μετωπικά (λενινιστικά), στους αναρίθμητους «μαρξίζοντες» μιντιακούς διανοούμενους, οπορτουνιστές, ρεβιζιονιστές, αναρχικούς και τις διάφορες διαστρεβλωτικές και αντιεπιστημονικές «μετά-αλήθειες» τους.

Δυστυχώς επειδή σήμερα ο καπιταλισμός έχει τόσο διαφθείρει και τη γλώσσα, βασικές λέξεις, όπως π.χ. αγάπη, ανάγκη, ανάπτυξη, αλήθεια, γνώση, δημιουργικότητα, ελευθερία, εργασία, επιστήμη, υπεραξία, κοινωνία, κοινότητα, κράτος, παραγωγή, περιβάλλον, πολίτης, πολιτική, πολιτισμός, πρόοδος, τεχνολογία, φύση, έχουν «χάσει» τη αρχική τους σημασία, θα πρέπει να ξανά-ανακαλυφθούν ή να μπαίνουν σε εισαγωγικά.

Η συνεπακόλουθη καπιταλιστική σχιζοφρένεια που αναπαράγει (και διαδικτυακά) με «ψευδείς ειδήσεις» τη βάρβαρη καθημερινή καπιταλιστική «κανονικότητα», θρηνεί αμέτρητα θύματα στις κοινωνικές και στις προσωπικές σχέσεις.

Στις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ (Θ. 82), αποτίμησης της εκατοντάχρονης παρουσίας του στην Ελληνική Ιστορία, χρήσιμο είναι να γίνει παράλληλα και προβολή της συνεισφοράς της Σοβιετικής Επιστήμης...

Στόχος: Τα διαρκή δώρα του Προμηθέα στην ανθρωπότητα (χωρίς όμως την ανάγκη «τραγωδίας» και «τιμωρίας» από το σημερινό κεφαλαιοκράτη Δία) να γίνουν κτήμα όλων των ανθρώπων, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Συμπέρασμα αρχής: Ο καπιταλισμός δεν «ξεπλένεται», ανατρέπεται.

 

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΚΟΜΜΑ

του Αντώνη Κυπαρίσση

ΚΟΒ Κρητικών - Κάτω Γαλάτσι του ΚΚΕ

 

 Ολόκληρο το κείμενο των Θέσεων –κύρια το 4ο Κεφάλαιο– διαπερνάται, ορθώς, από μια έντονη ανησυχία σχετικά με: την ανάπτυξη του επιπέδου διαλεκτικής υλιστικής σκέψης, αύξηση της γνώσης των εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο, ιδεολογική εμβάθυνση, γνώση νομοτελειών καπιταλιστικής οικονομίας, συμπερασμάτων σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, (Θέσεις 40, 45)… προσπάθεια για περισσότερο διάβασμα (41), ανάδειξη του ειδικού ρόλου των κομματικών εντύπων (48)…

Γνώμη μου είναι, πως για να γίνουμε πιο ικανοί στα παραπάνω, οφείλουμε να ξαναδούμε με μεγάλη προσοχή ζητήματα έρευνας τα οποία έχουμε αμελήσει. Στην εποχή μας, που ο αντίπαλος χρησιμοποιεί πάσης φύσεως εργαλεία για τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης, το Κόμμα επιβάλλεται να αναπτύξει τις δικές του αντιστάσεις. Αναγκαία είναι η επανίδρυση ενός ερευνητικού κέντρου το οποίο, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, θα επιλύσει σωρεία αδυναμιών.

Διευκρινιστικά, το ΚΚΕ δεν είναι και ούτε πρόκειται να γίνει ερευνητικό κέντρο, καθώς η στοχοθεσία του είναι διαφορετική, αλλά επικουρικά, είναι επιβεβλημένο από τις συνθήκες. Οι σκοποί του και τα βασικά προβλήματα που θα κληθεί να επιλύσει είναι τα παρακάτω:

Καταρχάς, θα μπορέσει να συνδράμει στην επεξεργασία, εκλαΐκευση και απόδοση στο Κομματικό δυναμικό ζητημάτων του Προγράμματος (π.χ. αντικειμενικές - υποκειμενικές συνθήκες ταξικής σύγκρουσης, σχέση εγχώριου και διεθνούς συσχετισμού ταξικής πάλης· Θέσεις 43).

Ακόμη, θα μπορέσει να αναλύσει ζητήματα πολιτικής οικονομίας· σε αυτόν τον τομέα θεωρώ πως πραγματικά είμαστε πίσω από τις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή που τα αστικά κέντρα λήψης αποφάσεων, Ινστιτούτα και Πανεπιστήμια δίνουν τεράστια σημασία –και άπλετα κονδύλια– με σκοπό την έρευνα για την αύξηση της κερδοφορίας των καπιταλιστών αλλά και την όσο γίνεται μεγαλύτερη συνδρομή της εργατικής τάξης στο ξεπέρασμα της κρίσης, το Κόμμα οφείλει να προβάλλει τη δική του προσέγγιση, ακολουθώντας τη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Έχουμε άραγε προχωρήσει σε βασικές αναλύσεις σχετικά με το θεμελιώδη μαρξιστικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους; (Αγωνιώδης υπήρξε η προσπάθεια του Κόμματος σ’ αυτό το ζήτημα από τη δεκαετία του ’40· βλ. Πληθωρισμός και μεροκάματα ΚΟΜΕΠ 1947 (8): 347-351· Η καπιταλιστική εκμετάλλευση στην Ελλάδα. Βαθμός και μορφές. 1987, ΣΕ).

Τέτοιες αναλύσεις, θα βοηθήσουν το ίδιο το Κόμμα να προβάλλει με πολύ μεγαλύτερη τεκμηρίωση τις προτάσεις του, τόσο το ίδιο όσο και στο κίνημα. Για παράδειγμα, πώς θα τεκμηριώσουμε τη δική μας πρόταση σχετικά με τον κατώτατο μισθό, το επίπεδο φορολογίας, το ασφαλιστικό σύστημα; Πώς υποστηρίζουμε πως το ποσοστό κερδοφορίας κλάδου της ελληνικής οικονομίας κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση δεν μειώθηκε («Ρ» 24/11/2016, 11-14);

Παράλληλα, θα στηρίζει κύρια το ταξικό εργατικό κίνημα. Όσοι από μας έχουν επισκεφτεί τουλάχιστον μια ευρωπαϊκή χώρα, γνωρίζουν πως όλα τα Κόμματα και συνδικάτα έχουν το δικό τους επιστημονικό φορέα. Και αφού αυτά τα ξεπουλητάρια κάνουν τέτοιες κινήσεις με σκοπό τον εγκλωβισμό και τη χειραγώγηση, επιτρέπεται εμείς να μη δείχνουμε το δικό μας δρόμο; Αλήθεια, γιατί δίνουμε το δικαίωμα σε φορείς όπως το ΙΝΕΓΣΕΕ να ερευνούν εργατικά ζητήματα χωρίς να θίγουν τον πυρήνα των προβλημάτων και τα ιερά και τα όσια της ΕΕ, χωρίς αντίλογο;

Συνάμα, αναγκαίο είναι να πυκνώσουμε έναν ήδη επιτυχημένο τρόπο δράσης· ημερίδες, συνέδρια κ.α. Για παράδειγμα, στις ερχόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις, καλή ιδέα θα ήταν να διοργανώσουμε σειρά παρεμβάσεων για το φλέγον ζήτημα της ΚΑΠ. Θετική είναι η πείρα από αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο παρελθόν (βλ. Για την αγροτική νεολαία, υλικά του διήμερου Μάης ’86-Τρίκαλα: Ενάντια στα μονοπώλια και στην ΕΟΚ … Οδηγητής, 1986· Θέσεις 82).

Επιπρόσθετα, αυτό το ινστιτούτο μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς, κατ’ αρχάς για την χώρα μας, προσελκύοντας όχι μόνον τους μαρξιστές. Σίγουρα, πρέπει να γίνει το βήμα για συντρόφους που ασχολούνται με σειρά επιστημών (Ιστορία, Κοινωνιολογία, Φυσικές Επιστήμες) στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Με τι άραγε καταγίνονται οι εκατοντάδες σ/φοι που κατακλύζουν τα ευρωπαϊκά ΜΠΣ;

Γνωρίζω πολύ καλά, πως δε βρισκόμαστε σε εποχές που ο συσχετισμός δύναμης ήταν διαφορετικός. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε καθηγητές πανεπιστημίου, καθώς η συντριπτική τους πλειοψηφία έχει ταχθεί με τη μεριά του αντιπάλου, ή ινστιτούτα και καθηγητές από την ΕΣΣΔ. Υπάρχει όμως κάτι διαφορετικό. Μια νέα γενιά κομμουνιστών με λαμπρές σπουδές βρίσκεται στο προσκήνιο. Αναζητήσατε τα τελευταία τεύχη της Επιθεώρησης της Πολιτικής Οικονομίας (Review of Political Economy). Γιατί αυτό το δυναμικό δεν αξιοποιείται; Είμαστε ευχαριστημένοι με αυτή την κατάσταση; Όταν η τεχνολογία και η επιστήμη καλπάζουν, εμείς γιατί εμμένουμε σε άρθρα-αντιγραφή από αστικές οικονομικές εφημερίδες στον «Ρ» και απλοϊκές ερμηνείες στην ΚΟΜΕΠ; Ήδη από το μακρινό 1932, χρησιμοποιούσαμε διαγράμματα για την ευκρινή παρουσίαση των επιτυχιών των πεντάχρονων πλάνων της ΕΣΣΔ (βλ. Η νικηφόρα ανοικοδόμηση του Σοσιαλισμού. ΚΟΜΕΠ 1932 (2): 98-106). Σήμερα γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να παράγουμε αξιόλογα κείμενα;

Επιπλέον, με μια τέτοια δουλειά θα συνεχίσουμε τη μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των αιτιών που οδήγησαν στις ανατροπές. Προσπάθειες όπως αυτή που παρουσιάζεται στο βιβλίο Συζήτηση για Θέματα Πολιτικής Οικονομίας… 2005, ΣΕ, οφείλουν να επανέλθουν στο προσκήνιο.

Παράλληλα, θα μεταφέρουμε τη συζήτηση πιο βαθιά τόσο στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα (το οποίο επηρεάζεται από πάσης φύσεως μαρξίζοντες με επικίνδυνες απόψεις για σειρά ζητημάτων). Χαρακτηριστική φέρ’ ειπείν είναι η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από το MEGA για την επανέκδοση των κειμένων του Μαρξ, διαστρεβλώνοντας πλήρως τα πραγματικά του νοήματα· ζητήματα σχετικά με την έννοια της αξίας, το ρόλο του χρήματος, τις κρίσεις. Ακόμη, αυτή η δουλειά μπορεί και πρέπει να μεταδοθεί και σε επίπεδο Παγκόσμιων Ομοσπονδιών (ΠΣΟ κ.α.). Αδήριτη είναι η ανάγκη μελετών σχετικά με το παγκόσμιο ταξικό εργατικό κίνημα, την ίδια ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας (ILO) πασχίζει να αφοπλίσει την εργατική τάξη.

Θεωρώ, πως τα Τμήματα της ΚΕ που σχετίζονται με τα παραπάνω, εξ αρχής δυσκολεύονταν να παράξουν τέτοιου τύπου έργο. Προφανώς και δεν το θέτω αντιπαραθετικά, καθώς οι λειτουργίες τους διαφέρουν. Σίγουρα η από κοινού δράση τους θα είχε θετικά αποτελέσματα.

Σε καμία των περιπτώσεων δεν απορρίπτω τις αξιόλογες προσπάθειες που γίνονται. Οι εκδόσεις π.χ. των Σεγκάλ, Κολοντάι, κινούνται σ’ αυτή την κατεύθυνση. Όποιος βρέθηκε στο πρόσφατο συνέδριο του Παντείου για τον Εμφύλιο, μόνο θετικά λόγια έχει να πει για την συνολικότερη παρέμβασή μας εκεί. Ας πολλαπλασιάσουμε τέτοιες ενέργειες και τρόπο δράσης υπό την αιγίδα ενός ενιαίου φορέα· να δυναμώσει η αυτοτελής ιδεολογική μας παρέμβαση, οι προσπάθειές μας για οικοδόμηση, η πορεία της Κοινωνικής Συμμαχίας.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Γιάννη Κωνσταντίνου

ΚΟΒ Ντίσελντορφ ΟΔ Γερμανίας του ΚΚΕ

 

 ΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΑΛΛΗΛΕΞΑΡΤΗΣΗ

 Στο 19ο Συνέδριο εκτιμούσαμε σωστά ότι «ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ». Η εκτίμηση για τη θέση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα απουσιάζει από όλο το κείμενο, πράγμα που συμβαίνει για πρώτη φορά σε θέσεις της ΚΕ. Πρόκειται για μεγάλη παράλειψη και θεωρώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί στο τελικό κείμενο.

Αυτό που απουσιάζει όμως εντελώς σε όλο το κείμενο είναι η οποιαδήποτε αναφορά στην έννοια της εξάρτησης (τόσο ως όρο αλλά κυρίως ως περιεχόμενο), όπως περιγράφεται από το Λένιν στην ανάλυσή του για το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Αντί αυτού συναντάμε για ακόμα μία φορά την έννοια της αλληλεξάρτησης. Μία έννοια που δε συναντάται ούτε με αυτό το όνομα, αλλά ούτε και με αυτό το περιεχόμενο στο έργο του Λένιν. Αντίθετα ο Λένιν κάνει κριτική σε έννοιες όπως η «σύμπλεξη» , ο «ιντεριμπεριαλισμός».

Θεωρώ ότι η έννοια αλληλεξάρτηση μπερδεύει σαν έννοια. Μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες και επικίνδυνες αντιλήψεις όπως ότι η αλληλεξάρτηση των κεφαλαίων των ιμπεριαλιστικών χωρών, ειδικά στο σημερινό βαθμό, μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη και να αποτρέψει την εκδήλωση ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η εγκατάλειψη της έννοιας της εξάρτησης (και αφού δεν υπάρχουν πλέον παρά μόνο αλληλεξαρτημένες χώρες) μπορεί να οδηγήσει σε σκέψεις για νέα στάδια του καπιταλισμού, ανώτερα από τον ιμπεριαλισμό.

Όλες αυτές οι ιδέες για ιντεριμπεριαλισμό, υπεριμπεριαλισμό κ.ο.κ. έχουν χρεοκοπήσει εδώ και χρόνια. Βρίσκονται σε αντίθεση με τον πυρήνα της μαρξιστικής-λενινιστικής ανάλυσης του καπιταλισμού, αλλά και με τον πυρήνα του Προγράμματος του Κόμματος. Εξάλλου δεν επιβεβαιώνονται από καμία οικονομική ανάλυση ή από την πραγματικότητα.Αντίθετα, η όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η μεγαλύτερη επιθετικότητα των ιμπεριαλιστών δείχνουν το αντίθετο.

Θεωρώ ότι η έννοια της αλληλεξάρτησης, τόσο ως όρος αλλά και ως περιεχόμενο δεν έχει θέση στις επεξεργασίες του κόμματός μας. Είναι λανθασμένη και ενδέχεται να μπερδέψει τα μέλη και τους φίλους του κόμματος.

Όλα αυτά χωρίς βέβαια να υπονοείται στο ελάχιστο ότι στις εξαρτημένες χώρες θα πρέπει να αναζητά η εργατική τάξη συμμαχία ή έστω κοινή δράση με την ντόπια αστική τάξη. Αυτό είναι ένα ζήτημα που είχε λύσει ο Λένιν, ανεξάρτητα με το αν αργότερα μπέρδεψε το δικό μας κόμμα και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Αυτό είναι που θα έπρεπε να τονίζαμε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, αφού είναι ένα από τα κύρια σημεία που μας διαχωρίζει από τους οπορτουνιστές, είναι αυτό που καθορίζει τη στάση μας απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

 

 ΚΥΠΡΙΑΚΟ - ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΔΙΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

 Τα τελευταία χρόνια η Κεντρική Επιτροπή έχει κάνει μία μεγάλη και λανθασμένη, στροφή όσον αφορά το κυπριακό, εγκαταλείποντας την πάλη για Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και μαζί με αυτήν και την πάλη γενικά για Ομοσπονδία. Η Ομοσπονδία ήταν μία θέση που υποστήριζε το ΚΚΕ, το ΑΚΕΛ (προτού μετατραπεί σε αστικό κόμμα) και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εδώ και δεκαετίες. Η διεθνοποίηση του κυπριακού, τα ψηφίσματα του ΣΑ και της ΓΣ του ΟΗΕ ήταν μια μεγάλη νίκη, που επιτεύχθηκε μόνο χάρη στην αλληλεγγύη της ΕΣΣΔ. Σε όλα αυτά τα ψηφίσματα αναφέρεται ως βάση λύσης η ΔΔΟ. Η επιμονή σε αυτή τη θέση είναι η μόνη που μπορεί να αποφύγει τα πολύ χειρότερα σχέδια της Τουρκίας και των λοιπών ιμπεριαλιστών για διχοτόμηση του νησιού. Ταυτόχρονα, με δεδομένη τη δράση της άκρας δεξιάς αλλά και του πραξικοπήματος, αυτή η μορφή λύσης είναι η μόνη που μπορεί να ενώσει ε/κ και τ/κ εργαζόμενους.

Είναι αλήθεια ότι το ΚΚΕ ήταν η μοναδική πολιτική δύναμη στην Ελλάδα που καταδίκασε αποφασιστικά και καθαρά το συνομοσπονδιακό, διχοτομικό «σχέδιο Ανάν» και στήριξε το ΟΧΙ του κυπριακού λαού. Δεν απορρίψαμε το σχέδιο Ανάν γιατί ήταν ΔΔΟ, το απορρίψαμε γιατί ήταν μια δυσλειτουργική χαλαρή συνομοσπονδία που θα οδηγούσε σύντομα σε νέες περιπέτειες τον κυπριακό λαό. Η άποψη του ΚΚΕ επηρέασε μεγάλη μερίδα του κυπριακού λαού που απέρριψε με μεγάλη πλειοψηφία το σχέδιο αυτό. Ένα παρόμοιο σχέδιο, συνομοσπονδιακό και διχοτομικό, είναι αυτό που ετοιμάζεται από τις αστικές τάξεις Κύπρου, Ελλάδας, Τουρκίας και των συμμάχων τους. Το σχέδιο αυτό πρέπει να απορριφθεί γιατί ουσιαστικά προωθεί τη λύση δύο κρατών.

Η νέα θέση της ΚΕ απομακρύνει τη μεγάλη πλειοψηφία των τ/κ εργαζόμενων, καθώς και μία μεγάλη μερίδα ε/κ που θεωρούν ότι μπορούν να ζήσουν όλοι μαζί σε μία Κύπρο ενιαία, ομοσπονδιακή, χωρίς ξένα στρατεύματα και εγγυήσεις, συνδέοντας πάντα αυτό το αίτημα με την ταξική απελευθέρωση.

Αυτό που χρειάζεται αυτή τη στιγμή στην Κύπρο είναι να βοηθήσουμε, τόσο με τη μεγάλη επιρροή που έχει το ΚΚΕ εκεί, όσο και με την οργάνωσή μας στην Κύπρο στη συγκρότηση ενός ταξικού πόλου στο λαϊκό κίνημα που θα συνενώνει τ/κ και ε/κ. Που θα δώσει ξανά ταξικό νόημα στην έννοια της επαναπροσέγγισης και θα καταφέρει να παλεύει ταυτόχρονα όλες τις αστικές τάξεις που έχουν μαζευτεί και δυναστεύουν το λαό της Κύπρου.

Προτείνω να προστεθεί η ΔΔΟ στο κείμενο των θέσεων και να αναλάβει η νέα ΚΕ να μελετήσει το ζήτημα σε μεγαλύτερο βάθος και να καταλήξει σε μια πιο σωστή επεξεργασία.

 

 

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΑΪΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

του Μαάιτα Τζαμάλ - Οδυσσέα

ΟΠ Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ

 

 Το Πρόγραμμα του 19ου Συνεδρίου περιγράφει λεπτομερώς την πρόταση διεξόδου που προτείνει το ΚΚΕ προς την εργατική τάξη και το λαό της χώρας μας. Αποδεικνύει, αναλύοντας τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, ότι αυτή η πρόταση είναι εφικτή με βάση τις αντικειμενικές δυνατότητες της χώρας, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη και ο λαός μπορεί να επιβάλει την δική του λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η καθημερινή δουλειά των κομμουνιστών όπου και αν δρουν, η διαπίστωση των προβλημάτων και αδυναμιών που αντιμετωπίζει το κίνημα, η θεωρητική επεξεργασία και δράση για την αντιμετώπισή τους, δείχνουν πως οι θέσεις και οι προτάσεις του ΚΚΕ δεν αποτελούν μια θεωρητική - ακαδημαϊκή προσπάθεια που στοχεύει στο να γεμίζει σελίδες βιβλίων ή ψηφιακά δεδομένα ιστοσελίδων, αλλά σχέδιο δράσης που στοχεύει στο να προετοιμάσει την εργατική τάξη, και τα λαϊκά στρώματα, για την κατάκτηση της εξουσίας.

Αυτό είναι που πονάει την αστική τάξη και γι’ αυτό χύνονται τόνοι μελάνι στην προσπάθεια υποβάθμισης του ρόλου, των θέσεων, της δράσης του ΚΚΕ. Άλλοι από τη θέση του εχθρού, άλλοι με τη μάσκα του αγαπητικού, άλλοι με λόγια απλά και άλλοι δυσνόητα και υπεροπτικά, όλοι για να δείξουν πως το ΚΚΕ δεν έχει θέσεις ή όταν έχει θέσεις δεν είναι εφικτές, ότι η ιστορία του είναι γεμάτη λάθη και προδοσίες, ότι ο λαός δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνδεθεί μαζί του γιατί σίγουρα θα βγει χαμένος. Όλοι για να πείσουν τελικά πως ο λαός πρέπει να μείνει δεμένος στο άρμα της αστικής πολιτικής.

Δεν τους κάνουμε το χατίρι! Συνεχίζουμε αταλάντευτα τον αγώνα, γινόμαστε πιο ικανοί στην προώθηση της πολιτικής του ΚΚΕ, απευθυνόμαστε πλατιά στην εργατική τάξη, στους αυτοαπασχολούμενους, στους αγρότες, σε όλους όσους έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την πολιτική πρόταση του ΚΚΕ.

Το πλατύ άνοιγμα σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα εκλαΐκευσης της πολιτικής μας. Αυτό σημαίνει αφομοίωση και καλή γνώση των σύγχρονων επεξεργασιών μας.

Έχουμε κάνει βήματα να ξεπεράσουμε λογικές που θέλουν τη θεωρητική δουλειά να την κάνει μια ομάδα «ειδικών» μέσα στο Κόμμα. Με τη συλλογική προσπάθεια που έγινε τα τελευταία 15 τουλάχιστον χρόνια, τη συζήτηση μιας σειράς σημαντικών επεξεργασιών όπως αυτές για τις αιτίες των ανατροπών, την ιστορία του ΚΚΕ κλπ., καταφέραμε να πάμε ένα βήμα μπροστά, να βοηθήσουμε στο δυνάμωμα του συλλογικού διανοητή, του ίδιου του Κόμματος. Καταφέραμε η επεξεργασία των θέσεων του ΚΚΕ και η εξαγωγή συμπερασμάτων να γίνει υπόθεση του κάθε μέλους του.

Οι διάφοροι κύκλοι οργανωμένης μελέτης και οι σχολές που λειτούργησαν όλο αυτό το διάστημα συνέβαλαν στο ανέβασμα του ιδεολογικού-πολιτικού επιπέδου των μελών αλλά και φίλων του ΚΚΕ. Όμως αυτό δεν αρκεί. Είναι γνωστό άλλωστε ότι στο ταξίδι της γνώσης υπάρχουν πολλές μοναχικές διαδρομές. Η μελέτη των θέσεων του Κόμματος είναι μια συνεχόμενη διαδικασία που χρειάζεται χρόνο και κόπο.

Δεν είναι λίγες οι φορές που κάτω από το βάρος των καθημερινών καθηκόντων και υποχρεώσεων το διάβασμα αφήνεται για δεύτερο μπορεί και τρίτο χρόνο. Η εμπειρία δείχνει πως αν η καθημερινή δράση δεν δεθεί με τις σύγχρονες επεξεργασίες μας και την ολόπλευρη γνώση των εξελίξεων δεν θα έχουμε αποτελέσματα. Θα μένουμε να τρέχουμε πίσω από τα προβλήματα χωρίς τελικά να μπορούμε να παρέμβουμε ουσιαστικά στη σκέψη του εργαζόμενου, χωρίς να τον βοηθάμε να κάνει βήματα στη συνείδησή του.

Μακριά από εμάς ο εμπειρισμός και η ψευδαίσθηση ότι «αυτά τα ξέρουμε». Είναι ανάγκη να δουλεύουμε συνεχώς με βάση τα ντοκουμέντα και τις αποφάσεις μας, κάτι το οποίο δεν έχουμε πλήρως κατακτήσει, το ξεχνάμε και μένουμε πολλές φορές σε έναν πρακτικισμό, μακριά από τις σύγχρονες επεξεργασίες μας.

Σαν Κόμμα έχουμε εργαλεία τα οποία αφήνουμε ανεκμετάλλευτα. Ο Ριζοσπάστης, η ΚΟΜΕΠ, οι εκδόσεις της Σύγχρονης Εποχής, οι άλλες εκδόσεις μας, καλύπτουν όλο το φάσμα των αναγκών για την ιδεολογική και πολιτική ισχυροποίηση μας. Υπάρχουν περιπτώσεις που μέλη, ακόμα και στελέχη μας, ανατρέχουν στο Ριζοσπάστη κύρια πριν από κάποια μάχη, μία Γ.Σ. ή κάπου που πρέπει να τοποθετηθούν, ενώ όλο το άλλο διάστημα μένουν στη περιστασιακή ανάγνωση. Τι μέτρα παίρνουμε στα όργανα για να βοηθήσουμε στο διάβασμα του βιβλίου; Για να ανεβάσουμε τη διακίνηση της ΚΟΜΕΠ;

Η ιδεολογική αντιπαράθεση οξύνεται τα χρόνια της κρίσης και οι απαιτήσεις από τους ίδιους τους εργαζόμενους αυξάνονται. Είναι πλέον δεδομένο ότι σε μία περιοδεία θα προκύψουν πολλές μικρές συσκέψεις μέσα στους χώρους δουλειάς όπου τα ερωτήματα είναι πολλά και αφορούν τις θέσεις του ΚΚΕ όχι μόνο σε σχέση με ζητήματα που αφορούν το χώρο εργασίας αλλά γενικότερα. Από τις συζητήσεις προκύπτει ότι οι θέσεις του Κόμματος δεν φτάνουν σε πολλούς εργαζόμενους, ενώ πολλές είναι οι φορές όπου κυριαρχεί η διαστρέβλωση των θέσεών μας.

Το γεγονός αυτό αυξάνει τις απαιτήσεις από εμάς για σταθερό, μαζικό πολιτικό άνοιγμα, την ανάγκη να φτάσουμε σε όσο το δυνατό περισσότερους εργαζόμενους. Χρειάζεται να ξεκινάμε από την αρχή σπάζοντας ένα-ένα τα ιδεολογήματα του αντιπάλου, αναπτύσσοντας ολοκληρωμένα τις θέσεις μας. Μακριά από εμάς η λογική του «αυτοί δεν καταλαβαίνουν». Δεν έχουμε περιθώρια να χαρίσουμε κανέναν εργαζόμενο στον αντίπαλο, ιδιαίτερα σήμερα, που ανώριμες πολιτικά μάζες κινητοποιούνται με τη μία ή την άλλη μορφή.

Η εμπειρία από τους χώρους που έχουμε σταθερή παρέμβαση είναι θετική. Εκεί που τις πρώτες φορές μπορεί να ήταν το κλίμα αρνητικό σιγά-σιγά αλλάζει, ανοίγει η συζήτηση σε καλύτερο επίπεδο, αποκτούνται δεσμοί, κινητοποιούμε κόσμο. Χρειάζεται σχέδιο, υπομονή και επιμονή ώστε να φτάσουμε σε ακόμα περισσότερους.

Οι θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ ανοίγουν πάρα πολλά ζητήματα με τα οποία πρέπει να προβληματιστούμε ώστε με τις αποφάσεις του συνεδρίου να γίνουμε πιο ικανοί για να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες απαιτήσεις του αγώνα.

Στην προσυνεδριακή διαδικασία, όπου θα ανοίξει η συζήτηση στο κείμενο των θέσεων, είναι ευθύνη του κάθε μέλους του Κόμματος αλλά και των φίλων και των οπαδών, να σταθούμε κριτικά και αυτοκριτικά αναδεικνύοντας την όποια θετική πείρα, διορθώνοντας αδυναμίες και προβλήματα που υπάρχουν στη δράση μας.

Δίνουμε όλες μας τις δυνάμεις ώστε μέσα από το 20ό Συνέδριο να κάνουμε ένα ακόμα βήμα στην ισχυροποίηση του ΚΚΕ, για δυνατό εργατικό κίνημα και κοινωνική συμμαχία, για την εξουσία και το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ... (Θέσεις 43 έως 47)

του Γιώργου Μαντικού

ΚΟΒ Γκύτερσλο, ΟΔ Γερμανίας του ΚΚΕ

 

 Ένα από τα κύρια ζητήματα που απασχολεί το κομμουνιστικό κίνημα από τις αρχές του είναι το θέμα, πώς το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας καταφέρνει να περνάει το δικό του τρόπο σκέψης και εξήγησης των φαινομένων σε σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης και σε άλλους εργαζόμενους, αν και αυτά έχουν μόνο λίγη δόση αλήθειας και κύρια στρέφονται ενάντια στα συμφέροντα των εργαζόμενων. Έτσι το προτσές εξέλιξης της εργατικής τάξης σε «τάξη καθεαυτή» δυσκολεύεται και αποπροσανατολίζεται. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της παρέμβασης της αστικής τάξης είναι ότι σε μεγάλο βαθμό απευθύνεται στο ασυνείδητο και χωρίς να το καταλαβαίνει η πλειοψηφία των εργαζόμενων.

Ένα πρώτο επίπεδο αυτής της παρέμβασης γίνεται μέσω των κλασικών θεσμών μεταβίβασης ιδεολογίας , όπως είναι εκκλησία, σχολείο, πανεπιστήμιο ή αστικά κόμματα. Ο Μαρξ εξήγησε στο Κεφάλαιο, με ποιο τρόπο τρόποι σκέψης δημιουργούνται αυθόρμητα στα πλαίσια των παραγωγικών σχέσεων αλλά και πώς παραχαράσσεται η εικόνα των κοινωνικών σχέσεων που δημιουργούνται στο πλαίσιο ταξικών δομών, μέσω του εμπορευματικού χαρακτήρα όλων των κοινωνικών σχέσεων στην αστική κοινωνία. Έτσι εμφανίζονται αυτές οι κοινωνικές σχέσεις σαν αδιαπέραστα αντικειμενικά εμπόδια που δήθεν δεν μπορούν να ανατραπούν. Απόψεις όπως π.χ. «οι επάνω κάνουν έτσι και αλλιώς ό,τι θέλουν» στηρίζονται πάνω σε άμεσες κοινωνικές εμπειρίες των εργαζόμενων, όμως για να επιδράσουν πλήρως χρειάζονται και την εμπειρία του ετεροκαθορισμού, του αυτοκαταπιεστικού χαρακτήρα της εργασίας και της πανταχού παρούσας βίας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ξεκινούν οι ιδεολογικές παρεμβάσεις της αστικής τάξης από τον «βωβό εξαναγκασμό των οικονομικών συνθηκών» (Μαρξ) που επιδρά στην καθημερινή ζωή. Επειδή η κρίση επιδρά εκφοβιστικά στους άνεργους, αυτοί ενεργούν περισσότερο συμβατικά και εμφανίζονται σαν πολιτικά «ουδέτεροι», π.χ. μέσω αποχής από εκλογές ή πολιτική δράση.

Η κοινωνική αβεβαιότητα και ο φόβος μπροστά στη δυνατότητα κοινωνικής κατάρρευσης έχει καθιερωθεί σαν μηχανισμός εξουσίας. Οι ρίζες βρίσκονται στην «πολιτική της κοινωνικής σταθερότητας» που κυριάρχησε στα κύρια καπιταλιστικά κράτη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Ελλάδα κύρια από τη δεκαετία του 1980. Αποτελεί μια πολιτική του «δούναι και λαβείν», όπου βέβαια το κεφάλαιο τελικά αποσπά περισσότερα από ό,τι ο εργαζόμενος (βλέπε και το ζήτημα της απόλυτης και σχετικής εξαθλίωσης). Παρόλα αυτά δημιουργείται όμως στον εργαζόμενο η εντύπωση ότι συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι και στη δημιουργία του κοινωνικού πλούτου. Ο μισθωτός όμως δεν συμμετέχει χωρίς θυσίες, η κύρια θυσία του είναι ότι καθορίζει όλη τη ζωή του με βάση τις απαιτήσεις του εργοδότη, δηλαδή η καθημερινή ζωή του γίνεται εργαλείο της επαγγελματικής ζωής του.

Ένας τρίτος τρόπος ιδεολογικής παρέμβασης γίνεται μέσω της παρέμβασης στο συναισθηματικό κόσμο του εργαζόμενου και αυτό γίνεται τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα και μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όσο οι άνθρωποι επαφίενται στην επιρροή του ψηφιακού κόσμου τόσο ενισχύονται τα συστήματα του ετεροκαθορισμού, που όσο περνάει ο χρόνος καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο τμήμα της ζωής μας. Αυξάνονται οι δυνατότητες παρακολούθησης αλλά και επηρεασμού τόσο ιδεολογικού όσο και απλών συνηθειών, όπως ο ελεύθερος χρόνος, ο τρόπος κατανάλωσης, και πολλαπλασιάζονται με τρομακτικούς ρυθμούς. Η συνεχής χρήση Smartphones επενεργεί σε βιοχημικά προτσές στον εγκέφαλο που παρακάμπτουν κάθε ορθολογική δυνατότητα σκέψης και απόφασης. Για παράδειγμα η ψηφιακή βιομηχανία χρησιμοποιεί τις λεγόμενες «μικρές επιτυχίες» κατά τη χρήση των Smartphones που οδηγούν σε έκκριση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο και σε τεχνητά «συναισθήματα ευτυχίας».

Η κυρίαρχη ιδεολογία δεν επιβάλλεται απλά με πειθώ ή αποπροσανατολισμό. Π.χ. το ιδεολόγημα, ότι με χαμηλούς μισθούς και αυξανόμενα κέρδη των εργοδοτών εξασφαλίζονται θέσεις εργασίας, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί εμπειρικά, μιας και πουθενά δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, όμως στηρίζεται στην «ελπίδα» των κοινωνικά απειλούμενων, ότι έτσι θα μείνουν αλώβητοι από την κρίση και δεν θα γίνουν άνεργοι. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το φαινόμενο, ενώ η πλειοψηφία των μισθωτών θεωρεί ότι ο καπιταλισμός δεν έχει μέλλον, παρόλα αυτά διατηρούν μια «θετική εικόνα» για την εταιρεία στην οποία εργάζονται. Πίσω απ’ αυτό κρύβεται επίσης η ελπίδα, ότι μ’ αυτή την ταύτιση, σαν μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας, δεν θα μείνουν άνεργοι.

Τέτοιοι μηχανισμοί άμυνας γίνονται ιδιαίτερα διακριτοί όσον αφορά φασιστικές λαϊκιστικές ή άλλης μορφής άκρως αντιδραστικές ιδεολογίες, όπως έγινε και με ένα μεγάλο μέρος εργαζόμενων στις ΗΠΑ κατά την εκλογή του Τραμπ. Αυτή τη στάση την χαρακτηρίζει με επιτυχία ο κοινωνιολόγος Löwenthal στην εργασία του «Prophets of Deceit» ήδη από το 1944, όπου ασχολείται με τη φασιστική προπαγάνδα στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή και χρησιμοποιεί τον όρο «αρνητική ψυχανάλυση». Ενώ δηλαδή η ψυχανάλυση βοηθάει στο να διαφωτίζεται το άγχος και να γίνεται το ασυνείδητο συνειδητό, αυτή η μορφή προπαγάνδας προσπαθεί να ενισχύσει το άγχος, για να μη βλέπουν οι καταπιεζόμενοι τη δυνατότητα αντίδρασης. Χαρακτηριστικό αυτού του μηχανισμού σήμερα είναι π.χ. ότι η φασιστική προπαγάνδα μεταθέτει τη διευρυνόμενη κριτική απέναντι στην καπιταλιστική αποξένωση στην ύπαρξη αλλοδαπών και προσφύγων και γι’ αυτό το λόγο «δεν αισθάνονται οι εργαζόμενοι άνετα στην πατρίδα τους». Άλλα παραδείγματα που αναφέρει ο Löwenthal είναι, ότι ο κόσμος είναι πολύπλοκος, γιατί υπάρχουν ομάδες, που έχουν σαν στόχο να τον κάνουν πολύπλοκο. (Εδώ το στερεότυπο χρησιμοποιείται όχι σαν αφετηρία για ανάλυση αλλά σαν να είναι ήδη το αποτέλεσμα της ανάλυσης). Ή ότι ο εργαζόμενος αντί να ασκεί κριτική στις σχέσεις ιδιοκτησίας, ασκεί κριτική απέναντι στα «όργια πολυτέλειας».

Ο χώρος του Διαλόγου δεν επιτρέπει βέβαια μια πιο επεκταμένη παρουσίαση, όμως δίνει τη δυνατότητα παραπέρα ενασχόλησης και έρευνας και σ’ αυτούς τους τομείς, μιας και το ζήτημα της συνείδησης της εργατικής τάξης θα μας απασχολήσει και τα επόμενα χρόνια, ίσως όχι μόνο στη διαδικασία της ανατροπής του καπιταλισμού αλλά και κατά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Αυτό όμως που διαφαίνεται είναι, ότι η απλή διαφώτιση και προπαγάνδα δεν αρκούν για να έχουμε άλμα στην αλλαγή συνείδησης, που θα έχει και διάρκεια. Εκείνο που βοηθάει σ’ αυτό είναι η ίδια η πράξη του ανθρώπου, η δράση του, που εξελίσσεται σε εμπειρία. Αυτό αλλάζει και το ασυνείδητο κάνοντάς το συνειδητό, βοηθώντας στην εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής του ανθρώπου, να φροντίζει για συνεχή βελτίωση των συνθηκών ζωής του επαναστατικοποιώντας τα μέσα παραγωγής και αντιστοιχίζοντας τις σχέσεις παραγωγής σ’ αυτή την επανάσταση.

Και μ’ αυτό τον τρόπο γίνεται δυνατή η αντιμετώπιση αντιδραστικών και φασιστικών ιδεολογημάτων μη αφήνοντας αυτό το χώρο ανοιχτό να καταλαμβάνεται απ’ αυτούς. Άλλωστε ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός δε σημαίνει απλά αντιστοίχηση των παραγωγικών σχέσεων στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και χρήση τους για κάλυψη των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων αλλά και παράθυρο στην ευτυχία και την απόλαυση.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Άγη Μαραγκουδάκη

Πύργος

  

Η Ρ. Λούξεμπουργκ («Γιούνιους») έγραφε το 1916 - και ο Λένιν επικροτούσε την επισήμανση: «…το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Έχω τη γνώμη ότι από κάθε άποψη –που ήδη αναδεικνύεται από την πείρα αλλά και τις σημερινές και αυριανές ανάγκες– είναι ωφέλιμη η βαθιά κατανόηση της τοποθέτησης αυτής, που αφορά και τη σχέση θεωρίας - πράξης, η οποία αγκαλιάζει ουσιαστικά το καθετί.

Η Ρ. Λούξεμπουργκ διατύπωνε την τοποθέτηση αυτή με αφορμή το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, που «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει». Και η ίδια αυτή τοποθέτηση αφορά «το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού … όπως και όλα τ’ άλλα».

Το κύριο εδώ είναι το εξής: Ότι το σύνθημα του σοσιαλισμού μπορεί να «χρησιμεύει» όχι μόνο σαν «κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου», αλλά και «ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης»… Εναπόκειται επομένως στην πρωτοπορία, που αναδείχνει το σύνθημα του σοσιαλισμού, να το αναδείχνει έτσι ώστε να χρησιμεύει σαν κίνητρο και όχι σαν δικαιολογία.

«Δεν είναι μόνο πόσο αλλά και πώς δουλεύουμε» αναφέρεται στις θέσεις: Δεν είναι, επίσης, μόνο «πόσο» αναδείχνουμε το σύνθημα του σοσιαλισμού αλλά και πώς το αναδείχνουμε. Στη θεωρία και την πράξη. Δηλαδή στη μεταξύ τους σχέση «ενότητας αντιθέτων».

Ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να πραγματοποιήσει όχι μόνο το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης (την αφορμή της παραπάνω τοποθέτησης) αλλά σήμερα, πια, ανίκανος να ανταποκριθεί σε μια σειρά έως και στοιχειώδεις λαϊκές ανάγκες, συνολικά στις λαϊκές ανάγκες που εμφανίζονται στο έδαφος της ίδιας του της ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος να εντείνει και να βαθαίνει την επίθεσή του στα εργατικά, λαϊκά δικαιώματα.

Αλλά η αναγνώριση αυτών των ορίων του καπιταλισμού «από μόνη της», ενδέχεται να εμφανίζεται θεωρητικά, και να «οριστικοποιείται» πρακτικά, σαν «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης». Σαν οπισθοχώρηση από την άμεση διεκδίκηση δικαιωμάτων και αναγκών, μια που ο καπιταλισμός είναι ανίκανος ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτά. Σαν περιορισμός –σε περιεχόμενο και μορφές– της άμεσης διεκδίκησης εντός των μηδαμινών έως μηδενικών ορίων στα οποία «μπορεί» ν’ ανταποκριθεί ο καπιταλισμός

Ενώ, αντίθετα, η λαϊκή «απόφαση» για την αντικατάσταση των καπιταλιστικών σχέσεων από τις σοσιαλιστικές, δεν έρχεται σαν αποτέλεσμα της αφηρημένης θεωρητικής αναγνώρισης των ορίων της «υπάρχουσας κατάστασης», ούτε σαν αφηρημένη θεωρητική αναγνώριση της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού και σαν πάλη για την «εφαρμογή» της.

Η απόφαση έρχεται σαν αποτέλεσμα του αγώνα για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης στην οποία «νομοτελειακά» είναι αναγκασμένος ο καπιταλισμός, του αγώνα για τα δικαιώματα και τις ανάγκες τα οποία «νομοτελειακά» ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ικανοποιήσει, του αγώνα που στοχεύει με περιεχόμενο και μορφές στην πραγματική απόκρουση της επίθεσης και στην πραγματική κατάκτηση δικαιωμάτων και ικανοποίησης αναγκών. Και μόνο εφόσον στοχεύει έτσι σε αυτά, μπορεί ο αγώνας να αποτελέσει παρακαταθήκη με όλη τη σημασία της λέξης. Το αφετηριακό κριτήριο της λαϊκής πάλης δεν είναι το σε ποια διεκδίκηση μπορεί αλλά το σε ποια οφείλει να ανταποκριθεί ο καπιταλισμός, και όχι γιατί είναι καπιταλισμός αλλά επειδή η διεκδίκηση αφορά πραγματικές ανάγκες που απαιτούν ικανοποίηση.

Η οικονομική πάλη δεν έχει γνώμονα την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, αλλά πρώτιστα τους αναγκαίους για τον εργάτη όρους συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμής του, οι οποίοι όροι εκτείνονται ως το συνολικό πλούτο που παράγει η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι.

Η πάλη για το δικαίωμα στην εργασία - για δουλειά με δικαιώματα, δεν έχει γνώμονα τα όρια του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, αλλά είναι πάλη ενάντια στις ελευθερίες του κεφαλαίου. (Και, ταυτόχρονα, πάλη ενάντια στην προοπτική του σαπίσματος της εργατικής δύναμης, του σαπίσματος της ίδιας της εργατικής τάξης μέσω της θεσμοθέτησης της εξαθλίωσης με μορφές όπως το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα).

Η αναγνώριση, ανάδειξη, της αντιλαϊκής φύσης του αστικού κράτους, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, πρέπει να χρησιμεύει όχι για τον περιορισμό των λαϊκών διεκδικήσεων απέναντι στο αστικό κράτος, αλλά για την ενίσχυση της υπαρκτής λαϊκής απαίτησης, απέναντι στο κράτος, και την κρατική ιδιοκτησία, να αποτελεί όργανο που οφείλει να υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες.

Η αντιμετώπιση των εκλογικών αυταπατών και του «λεγκαλισμού» μπορεί να είναι οριστική μέσω μιας πορείας αξιοποίησης –στο έπακρο– κάθε τυπικής δυνατότητας που υποτίθεται ότι εγγυάται η αστική δημοκρατία. Συνθήκες όπου η αστική τάξη φτάνει αντιμέτωπη με τις ίδιες της τις ελευθερίες, είναι συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης σε ανώτατο βαθμό. Η ικανότητα της εργατικής τάξης ν’ ανταποκριθεί σε τέτοιες συνθήκες προϋποθέτει την ολόπλευρη ανάπτυξη της δικής της πάλης και οργάνωσης, την ολόπλευρή ανάπτυξη της κοινωνικής της συμμαχίας.

Η πάλη αποδέσμευσης από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, από την ΕΕ, –μέτωπο πάλης τόσο πιο αναγκαίο όσο πιο πολύ επιχειρείται εγκλωβισμός του λαού στον αστικό «ευρωσκεπτικισμό» και όσο πιο πριν από αυτό τον εγκλωβισμό– είναι πάλη ενάντια στην εξουσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, πάλη ενάντια στις συνέπειες αυτής της εξουσίας, που έρχονται σε σύγκρουση με την ικανοποίηση κάθε πλευράς των λαϊκών αναγκών.

Συνολικά η αντίφαση ανάμεσα στη στρατηγική επαναστατικής ανατροπής, απ’ τη μια, και στη δράση στο έδαφος του καπιταλισμού δηλ. σε συνθήκες που δεν την ευνοούν, απ’ την άλλη (θ.64), απαιτεί την πιο βαθιά, θεωρητική και έμπρακτη κατανόηση της δυνατότητας του ίδιου του συνθήματος του σοσιαλισμού να αποτελεί είτε «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης» είτε «δείκτη του δρόμου, … κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Διαζευκτική δυνατότητα που αποτελεί έκφραση αυτής της αντίφασης.

Ελλιπής κατανόηση, ελλιπής ανάπτυξη αυτής της δραστήριας πολιτικής σε «μη επαναστατικές» (και μη πολεμικές, και επίσης: ανεξάρτητα από πολεμικές) συνθήκες, είναι ικανή να συμβάλει σε καθυστέρηση εμφάνισης επαναστατικών συνθηκών (ή σε υποκειμενική παράκαμψη της αντικειμενικής τους πλευράς, στο να μπορούν οι πάνω μόνο και μόνο λόγω αδυναμίας των κάτω), ικανή να συμβάλει στην αναπαραγωγή –σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού ή πλέγματος ιμπεριαλιστικού/εθνικού πολέμου– των όσων «από μόνη της» δεν συνεπάγεται η καπιταλιστική κρίση όπως «από μόνος του» δεν συνεπάγεται και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Αυτά, ακόμα κι αν με αυτά δεν «ανακαλύπτεται η Αμερική», ακόμα κι αν με αυτά στον ένα ή άλλο βαθμό «κρούονται ανοιχτές θύρες». Έστω για το σκοπό της συνειδητής αντίληψης ζητημάτων, διαισθητικά ήδη ίσως αντιληπτών...

 

 

ΜΕ ΟΣΗ ΤΟΛΜΗ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

του Γιώτη Νικολαΐδη

ΚΟΒ Νότιας πόλης Καλαμάτας του ΚΚΕ

 

 Στον προσυνεδριακό διάλογο αναγκαστικά περιοριζόμαστε σε ειδικό ή ειδικά ζητήματα, επιλέγουμε τα κύρια στοιχεία και διατυπώνουμε συνοπτικά με όλες τις πιθανές δυσάρεστες συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς. Από δω προκύπτει και η επίκληση της κατανόησης του αναγνώστη.

  

1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

 Οι αναφορές μου στην ευθύνη του λαού για ό,τι του συμβαίνει είναι τόσες και τέτοιες, ώστε πιθανά κάποιος θα τις απόδινε σε έμμονη ιδέα, μια και έχουν ιστορία το λιγότερο τριάντα χρόνων. Κάθε φορά επικαιροποιούσα τα στοιχεία που στήριζαν την άποψή μου, ενίσχυα κατά δύναμη τις θεωρητικές βάσεις της και επισήμαινα τα βήματα που έχει κάνει το Κόμμα πάνω στο θέμα. Στην πιο πρόσφατη αναφορά μου είχα παρατηρήσει ότι ανώτερα στελέχη, όταν προκαλούνται, βάζουν «δειλά-δειλά» το ζήτημα. Η γνώμη μου ήταν και παραμένει πως αυτό δεν αρκεί. Σήμερα μάλιστα με την πρόσθετη συνθήκη της «αριστερής» κυβέρνησης προσφέρεται ισχυρό άλλοθι στους λαϊκούς ανθρώπους, για να καλύψουν την αυτοκτονική συμπεριφορά τους. Για να τονίσω κυρίως την ανάγκη αλλαγής και του ύφους της σχετικής προπαγάνδας μας, παραθέτω δυο αποσπάσματα από παλιότερες αναφορές μου:

«Να οργανώσουμε διαφωτιστική εκστρατεία ξεκινώντας από τον κομματικό και φιλοκομματικό χώρο. Απευθυνόμενοι στο λαϊκό άνθρωπο ν’ αναδείξουμε –με κάθε ευκαιρία– την ευθύνη του για ό,τι κακό του συμβαίνει και ν’ αποκαλύψουμε τις συγκεκριμένες ενέργειές του ή την απραξία του (δηλ. τις παραλείψεις του) που τον καθιστούν υπεύθυνο (απουσία από τους αγώνες, μακριά από το σωματείο, ψήφος στ’ άλλα κόμματα, αποχή από τις εκλογές, άμισθη προπαγάνδιση = πεμπτοφαλαγγιτισμός του “όλοι ίδιοι είναι” και του “δε γίνεται τίποτε”…). Επί τέλους να του πούμε ότι, όσο συνεχίζει έτσι, χάνει αυτοβούλως και το έσχατο δικαίωμά του, το δικαίωμα να διαμαρτύρεται. Να του πούμε, όσο γίνεται καθαρά, ότι η απουσία του από τους αγώνες δεν οφείλεται στους χίλιους λόγους που προβάλλει, για να πείσει τους άλλους και –κυρίως– τον εαυτό του, αλλά σ’ αυτό που επιμελώς κρύβει, ότι δεν έχει τα νεφρά να παλέψει. Δυστυχώς την πιο συνηθισμένη αιτία –παράγωγη άλλων, είναι αλήθεια– της ουσιαστικής αδράνειας και των απαράδεκτων συμβιβασμών του λαϊκού ανθρώπου την αποσιωπούμε, φοβούμενοι μη “σπάσουμε τις γέφυρες” μαζί του. Τις γέφυρες τις σπάζει το σύστημα με τα πιο σύγχρονα εργαλεία. Έτσι κι αλλοιώς η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της θα χρειαστεί να περάσουν το ποτάμι κολυμπώντας. Άλλωστε εμείς, εξοπλισμένοι από την ιδεολογία μας και την ιστορική πείρα, συμπληρώνουμε απαραίτητα το “δεν έχει τα νεφρά” με το “σ’ αυτή τη φάση”».

 «Χρειάζεται ακόμη να τονίσω, παρότι προδίνεται από το ύφος των ειπωμένων, τη σημασία της σκληρής –και πικρής λόγω της αλήθειας της– γλώσσας που μόνο το βαθμό της σκληρότητάς της πρέπει να ρυθμίζουμε κατά περίπτωση. Το “καλόπιασμα” ως μέθοδος να κερδίσουμε το συνομιλητή μας έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρο, εκεί που φτάσαμε κρύβει υποκρισία και πάντως ευνουχίζει τον προπαγανδιστικό λόγο μας. Ο οίκτος πάλι, που συνήθως μαλακώνει την κριτική μας στα θύματα της εκμετάλλευσης κι όταν ολοφάνερα συνεργούν στην εκμετάλλευση και τη διαιωνίζουν, δεν είναι κι από τα ευγενέστερα συναισθήματα, γιατί κατά τη γνώμη μου εδράζεται σε μια κατά βάθος αποδοχή της κοινωνικής αδικίας και γιατί αποτελεί ιδιόμορφη έκφραση της αλαζονίας του οικτίροντος. Αντίθετα από τα πιο φιλάνθρωπα συναισθήματα, πιο φιλάνθρωπο κι από την αγάπη, αναδείχνεται η αγανάκτηση μπροστά στην κοινωνική αδικία, η ιερή αγανάκτηση, η θεά-Μητέρα όλων των επαναστάσεων και των επαναστατικών θεωριών».

  

2. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ

 Στο Πρόγραμμά μας και στις μετά την ψήφισή του τοποθετήσεις του Κόμματος δεν είναι ξεκάθαρη και θεωρητικά πλήρης η πολιτική μας συμμαχιών. Αυτό που σίγουρα καταλαβαίνει κανείς είναι πως το ΚΚΕ δεν είναι διατεθειμένο να συμμετάσχει σε κυβέρνηση που θα διαχειριστεί τα συμφέροντα του συστήματος και είναι ολοφάνερο ότι η στάση μας αυτή είναι σ’ ένα βαθμό παράγωγο της απόρριψης των παλιότερων αντιλήψεών μας περί σταδίων. Είναι όμως αυτό αρκετό; Τουλάχιστον δε συνιστά σαφή και πλήρη πολιτική συμμαχιών παρ’ όλες τις αναλύσεις, εξηγήσεις και εξειδικεύσεις που ακολούθησαν το 19ο Συνέδριο μέχρι σήμερα. Ερωτήματα μικρά και μεγάλα μένουν αναπάντητα ή, όταν δίνονται απαντήσεις, αυτές δεν «καλύπτουν» τους ερωτώντες ή αλλοιώς γεννούν νέα ερωτήματα. Δεν έχει αποσαφηνιστεί ούτε αυτό το στοιχειώδες: όταν μιλάμε για πολιτική συμμαχιών, έχουμε στο νου μας συμμαχία οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων, βάζουμε δηλαδή στην άκρη τη λαϊκή ή κοινωνική συμμαχία που την αναγκαιότητά της, όπως και τις δυσκολίες υλοποίησής της, το κομμουνιστικό κίνημα έχει συνειδητοποιήσει εδώ και ενάμισυ αιώνα σχεδόν. Ας δούμε ενδεικτικά ορισμένα ερωτήματα:

 α) Σήμερα εκτιμάμε πως δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις με τις οποίες συμμαχώντας θα μπορούσαμε να κυβερνήσουμε (εννοείται όχι στη λογική διαχείρισης του συστήματος). Στο μέλλον αποκλείεται να υπάρξουν;

 β) Η συμμαχία αφορά μόνο τη διακυβέρνηση; Δεν μπορεί να υπάρξει συμμαχία για την αντιμετώπιση κάποιου ή κάποιων θεμάτων με αντιπολιτευόμενες δυνάμεις στο χρόνο και το χώρο της αντιπολίτευσης;

 γ) Η συμμαχία προϋποθέτει τουλάχιστον επαφή και σήμερα διατηρούμε επαφές αμοιβαίας ενημέρωσης μέσα κι έξω από τη Βουλή με όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός από τη Χ.Α. Ποιες μορφές και όρια έχουμε κατά νου; Κατανοούμε την παράλληλη δράση σα στοιχειώδη μορφή συμμαχίας;

 δ) Έχουμε κατασταλάξει σε βασικές αρχές συμμετοχής μας σε συμμαχία και ποιες είναι αυτές;

 

 3. ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 Στις θέσεις προσδιορίζεται το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της στάσης μας σ’ έναν ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο: θα δράσουμε υπέρ των συμφερόντων της Εργατικής Τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όμως τι ακριβώς θα κάνουμε και τι όχι δε λέγεται για δυο προφανείς λόγους: α) Γιατί για την εξειδίκευση και ακρίβεια απαιτείται να παρθούν υπόψη όλοι οι όροι της περίστασης, όπως θα ’χουν διαμορφωθεί στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Με βάση την ογκώδη σχετική ιστορική πείρα, εθνική και διεθνή, καλούμαστε να εκτιμήσουμε τους πιθανούς όρους στο κοντινό μέλλον και να εξειδικεύσουμε τη δράση μας (έχοντας συνεχώς κατά νου την ανάγκη πιθανής προσαρμογής την τελευταία ώρα), έργο που καλείται να αναλάβει η νέα ΚΕ ολοκληρώνοντας την όποια σχετική δουλειά της απερχόμενης ΚΕ. β) Γιατί –με βάση την πείρα πάλι– το όλο θέμα ανήκει σ’ εκείνα που θα ’ταν εγκληματική αφέλεια να τ’ απλώναμε αδιακρίτως στην κοινή θέα, πράγμα που σημαίνει ότι στο έργο της νέας ΚΕ εντάσσεται και η ευθύνη για το τι γνωστοποιούμε και σε ποιους.

 

 

Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

του Δημήτρη Παναγιώτου

Αθήνα

 

 ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 Από την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα στο καπιταλιστικό σύστημα καταγράφονται εξελίξεις οι οποίες αντικειμενικά οδηγούν στην αποδυνάμωση της οικονομικής του βάσης. Η παραπέρα όξυνση των ενδογενών αντιθέσεων ενισχύει τον παρασιτικό χαρακτήρα του στην πορεία της γενικής κρίσης.

Στον πυρήνα των εξελίξεων βρίσκονται χαρακτηριστικά που αφορούν στην ένταση των φαινομένων της υπερσυσσώρευσης, της επέκτασης της κυριαρχίας των υπερεθνικών μονοπωλίων και διεύρυνσης της συγκέντρωσης κεφαλαίου και παραγωγής. Τα φαινόμενα αυτά ανατροφοδοτούνται, διαταράσσουν κρίσιμες ισορροπίες του συστήματος, ενώ παράλληλα αναδείχνουν την ανεπάρκεια αν όχι τη χρεοκοπία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου πολιτικής κατεύθυνσης και διαχείρισης.

 

 Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

 Τις τελευταίες δεκαετίες από το 1980 και μετά η διαδικασία της συσσώρευσης πέρασε στη φάση της υπερσυσσώρευσης. Στη φάση αυτή το σταθερό κεφάλαιο (παραγωγικό-χρηματικό) αυξάνεται σε τέτοιο βαθμό που αδυνατεί πλέον να συνδυασθεί αποδοτικά με το μεταβλητό για την παραγωγή υπερκερδών. Κατά συνέπεια αποβάλλει την ιδιότητα των μέσων παραγωγής, πλεονάζει και προκύπτει η ανάγκη απαξίωσής του για τη συνέχιση της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας.

Στον καπιταλισμό του 21ου αιώνα η υπερσυσσώρευση αποκτά τη μορφή της εκρηκτικής αύξησης του χρηματικού κεφαλαίου που τροφοδοτείται από τη σφαίρα κυκλοφορίας της «πίστης» δηλαδή από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έτσι το μέγεθος του χρηματικού κεφαλαίου δεν αντιστοιχεί ούτε στα απαιτούμενα μέσα παραγωγής αλλά ούτε στον όγκο του κοινωνικού προϊόντος.

Το σύνολο των χρηματοπιστωτικών μέσων (ομόλογα, μετοχές, καταθέσεις, χρεόγραφα, τίτλοι κ.ά.) παγκόσμια για μια δεκαετία 2005-2014 αποτελεί πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο ή υπερτετραπλάσιο) της αξίας του παγκόσμιου κοινωνικού προϊόντος (375% του ΑΕΠ το 2014 με μέγεθος 294 τρις δολ.). Την ίδια περίοδο οι παγκόσμιες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που εκφράζουν την αναπαραγωγή δεν ξεπερνούν το 25% του ΑΕΠ. Πρέπει να σημειωθεί ότι το 1990 η αξία των χρηματικών μέσων ήταν 226% του ΑΕΠ με απόλυτο μέγεθος 51 τρις δολ. έναντι ΑΕΠ 22,5 τρις δολ. και το 1980 12 τρις δολ. με ΑΕΠ 10,1 τρις δολ. ήτοι 109% του ΑΕΠ σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Mcinsey Co και του Market Watch.

Στις ΗΠΑ το 2014 η συνολική αξία όλων των στοιχείων παγίου κεφαλαίου ιδιωτικού και δημόσιου τομέα ανέρχονταν σε 53 τρις δολ., ενώ το μέγεθος του χρηματικού κεφαλαίου σε 118 τρις δολ. (Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ - Mcinsey Co).

Από τα παραπάνω προκύπτει ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της σύγχρονης φάσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης με κυριαρχία του χρηματικού κεφαλαίου, το οποίο διογκώνεται πολύ πιο πάνω από τις ανάγκες της υλικής παραγωγής.

Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία γιατί το χρηματικό κεφάλαιο αποτελεί μορφή του σταθερού κεφαλαίου. Έτσι με την αγορά μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης μετατρέπεται σε παραγωγικό κατά τη διαδικασία της κυκλικής κίνησης προκειμένου να ολοκληρωθεί η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία και να διασφαλιστεί η αδιάκοπη κυκλοφορία του. Στο βαθμό όμως που κατά ένα τμήμα του δεν μπορεί να μετατραπεί σε παραγωγικό, καθότι η μάζα του δεν αντιστοιχεί με αυτό παραβιάζεται η συνεχής κίνηση του κεφαλαίου και προκαλούνται οι γνωστές φούσκες (κρίσεις.)

Σε συνθήκες διεθνοποίησης ο συγχρονισμός στη μετάδοση της κρίσης καθιστά το σύστημα πιο ευάλωτο, επηρεάζει όλες τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και επιβραδύνει την ανάκαμψη. Έτσι από τη μια πλευρά η υπερσυσσώρευση με το συγκεκριμένο σύγχρονο χαρακτήρα μεταβάλλεται σε παράγοντα κρίσεων και από την άλλη οξύνεται η αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη ελεγχόμενης διαχείρισης της απαξίωσης και την εγγενή αδυναμία του συστήματος για την υλοποίησή της λόγω ανταγωνιστικών συμφερόντων των επιμέρους ιμπεριαλιστικών κέντρων.

  

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΩΝ

 Η σημερινή φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται από γιγάντωση των πολυεθνικών και την κυριαρχία τους στην παγκόσμια οικονομία. Η αδιάκοπη ροή των άμεσων ξένων επενδύσεων οδήγησε στην διεύρυνση της κλίμακας του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Σε αυτό συνετέλεσε και η τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής.

Επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ δείχνουν την παραπέρα άνοδο του ρόλου των πολυεθνικών στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα την τελευταία δεκαετία. Υπό τον έλεγχό τους βρίσκεται σήμερα σημαντικό μέρος της καπιταλιστικής παραγωγής. Θυγατρικές πολυεθνικών από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη το 2015 κατέχουν εκτός εθνικών συνόρων παραγωγικό κεφάλαιο από ξένες άμεσες επενδύσεις 25 τρις δολ., πραγματοποιούν το 43,8% των παγκόσμιων εξαγωγών, αποκομίζουν κέρδη 1,4 τρις δολ.

Παράλληλα και σε συγχρονισμό με τις μεγάλες κλίμακες δραστηριοτήτων των πολυεθνικών μονοπωλίων ενισχύεται παραπέρα η τάση συγκέντρωσης του μονοπωλιακού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση της μεγάλης μάζας υπεραξίας και τη συγκεντροποίηση με τη συνένωση κεφαλαίων μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων.

Οι 100 μεγαλύτερες πολυεθνικές στον κόσμο σε στρατηγικούς τομείς (εξόρυξη ορυκτού πλούτου, ενέργεια, χημική βιομηχανία, ψηφιακή τεχνολογία) διαχειρίζονται κεφάλαια 12,8 τρις δολ. και πραγματοποιούν πωλήσεις 7,8 τρις δολ. με εξαγωγές 5,1 τρις δολ.

 

 ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

 Οι παραπάνω εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία ενισχύουν σε σημαντικό βαθμό κάποιες αντικειμενικές τάσεις στην ανάπτυξή της. Καθιστούν όμως έτσι πιο περίπλοκο το πλέγμα των αντιφάσεων και αντιθέσεων που περικλείει, χωρίς να συνιστούν βέβαια κάποια νέα μορφή του καπιταλισμού. Παραμένει ο μονοπωλιακός που αντιστοιχεί στο στάδιο του ιμπεριαλισμού με κυρίαρχο το ρόλο του κράτους.

Το εθνικό αστικό κράτος χρησιμοποιεί απαράλλαχτα την ισχύ του για διαφύλαξη και ενδυνάμωση του συστήματος με απόσπαση μεγαλύτερων κερδών. Όμως εδώ λειτουργεί νέα αντίφαση. Από τη μια πλευρά η υπερσυσσώρευση προωθεί παραπέρα την τάση επέκτασης σε υπερεθνικό επίπεδο και από την άλλη οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για κατάκτηση αγορών και σφαίρες οικονομικής επιρροής. Προφανώς η αντίφαση αυτή δεν πρόκειται να επιλυθεί με τους υπό διαμόρφωση υπερεθνικούς μηχανισμούς ρύθμισης. Οι προσπάθειες για νέες διακρατικές πολυμερείς συμφωνίες ζωνών ελεύθερου εμπορίου απλά προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες και δε φαίνεται να αποδίδουν. Η πρώτη πλήρης περιφερειακή καπιταλιστική ολοκλήρωση, η ΕΕ, χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και ρευστότητα αναφορικά με τη μελλοντική της πορεία. Ταυτόχρονα ενισχύονται τα φαινόμενα του εθνοκεντρισμού και προστατευτισμού.

Όπως τα μονοπώλια προσπαθούν να προστατεύσουν τα ατομικά κεφάλαιά τους, έτσι και το αστικό κράτος σαν συνολικός καπιταλιστής δεν μπορεί να αποξενωθεί από το ρόλο του ως προστάτης των εθνικών κεφαλαίων.

Συμπερασματικά στον 21ο αιώνα καταγράφεται μια νέα δυναμική εξελίξεων στην καπιταλιστική οικονομία. Διαμορφώνονται νέα αδιέξοδα για το σύστημα στην πορεία της γενικής κρίσης. Η νέα μορφή συσσώρευσης εξελίσσεται σε παράγοντα παραπέρα αποσταθεροποίησης του συστήματος, ενώ η εγγενής αδυναμία των υπερεθνικών ρυθμίσεων συντηρεί την παθογένεια των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων.

Στη φάση αυτή δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης των αγώνων του εργατικού κινήματος για την κατάργησή του. Όμως η δυναμική των εξελίξεων στην οικονομική βάση αυτόνομα δεν παράγει αποτελέσματα. Χρειάζεται να αξιοποιηθεί από τα κόμματα της εργατικής τάξης με σωστή στρατηγική για την οικοδόμηση κοινωνικών συμμαχιών και διεύρυνση του μετώπου πάλης με στόχο την συνολική αμφισβήτηση του πολιτικοϊδεολογικού εποικοδομήματος του συστήματος της εκμετάλλευσης.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Γιάννη Παντελίδη

ΤΟ Λάρισας του ΚΚΕ

  

Το Κόμμα έκανε βήματα τα προηγούμενα χρόνια, έδειξε αντοχή, στα όργανα και στις ΚΟΒ υπάρχει μεγαλύτερη ωριμότητα και συμφωνία με τη στρατηγική μας. Το θέμα είναι να δούμε πώς αυτή η συμφωνία θα δεθεί καλύτερα με την καθοδηγητική μας δουλειά, πώς οι γρήγορες, πιεστικές και σύνθετες εξελίξεις δε θα μας σπρώχνουν στο μεροδούλι-μεροφάι που δεν αφήνει αποτελέσματα, πώς θα υπάρχει σταθερός προσανατολισμός και αντίστοιχος τρόπος δουλειάς στα βασικά καθήκοντα, όπως αυτό της κομματικής οικοδόμησης, της βοήθειας στη ΚΝΕ, της ανασύνταξης του κινήματος. Δηλαδή να μη συμφωνούμε μόνο στα λόγια αλλά αυτό να εκφράζεται με συγκεκριμένες πράξεις κι έργα.

Σε αυτή τη φάση δεν κρινόμαστε για το αν θα καταφέρουμε να ξεσηκωθούν πλατιές λαϊκές μάζες, αφού δεν εξαρτώνται και όλα από εμάς. Μια τέτοια περίοδος θα έρθει αργά ή γρήγορα και χρειάζεται να μας βρει έτοιμους. Μπορεί όμως να προηγηθεί και περίοδος με μεγαλύτερη υποχώρηση, φόβο, αυταπάτες. Ετοιμότητα σημαίνει να έχουμε σωστή στρατηγική και γερές Κομματικές οργανώσεις που να μπορούν στην πράξη και όχι στα λόγια να ηγηθούν στις μάζες. Αυτό προϋποθέτει ότι σήμερα καταπολεμάμε τις αδυναμίες μας, ότι δουλεύουμε συστηματικά με όρους υποδομής, προετοιμασίας, αξιολογώντας την κάθε μας κίνηση με το αν βοήθησε τα βασικά μας καθήκοντα, μετρώντας μετά από κάθε μας ενέργεια το τι μας έμεινε.

Το Κόμμα μας έχει πλεονεκτήματα όπως το Πρόγραμμα, τα συμπεράσματα από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και την ιστορία του ΚΚΕ, καθώς και μια σειρά από σύγχρονες επεξεργασίες. Τα ντοκουμέντα αυτά είναι δύσκολο να κατανοηθούν από το κομματικό δυναμικό σε σύντομο χρόνο και πολύ περισσότερο να αφομοιωθούν σαν γνώση για την καθημερινή μας πρακτική. Η προσπάθεια όμως που πρέπει να γίνει στο επίπεδο της οργάνωσης ώστε να αφομοιωθούν καλύτερα τα παραπάνω είναι ο μόνος δρόμος που θα βοηθήσει τις δυνάμεις μας, που θα δώσει αυτοπεποίθηση, ικανότητα να βλέπουν τα πράγματα ψύχραιμα, αντικειμενικά και να οργανώνουν τη δουλειά τους σε ευρύτερο ορίζοντα με υπομονή και καρτερικότητα. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίζουν υπαρκτές αντικειμενικές δυσκολίες, να μην πάνε κι αυτές πίσω όπως επιτάσσει το γενικότερο κλίμα, πράγμα που δυστυχώς πολλές φορές το συναντάμε.

Έχουμε θετική κι αρνητική πείρα στην κομματική οργάνωση Λάρισας στο πώς ανοίγει αυτή η δουλειά τόσο εσωκομματικά όσο και στον περίγυρο.

• Τα μαθήματα για το Πρόγραμμα στις ΚΟΒ έδειξαν ότι υπάρχει διάθεση από τα μέλη του Κόμματος, σε πολλές ΚΟΒ άνοιξε πλούσια συζήτηση που παλιότερα δεν άνοιγε, ωστόσο δεν καταφέραμε να τα ολοκληρώσουμε κυρίως λόγω αναβολών γιατί δεν τα ιεραρχούσαμε πάντα έναντι καθημερινών καθηκόντων.

• Κάθε χρόνο πραγματοποιούμε έκθεση βιβλίου με στόχο την πλατιά διακίνησή τους, ωστόσο αυτοί που κύρια συμμετέχουν είναι δυνάμεις και περίγυρος από τις εδαφικές ΚΟΒ και λιγότερο από τις κλαδικές.

• Πραγματοποιήθηκαν βιβλιοπαρουσιάσεις, συζητήσεις άρθρων της ΚΟΜΕΠ με οπαδούς που θωράκισαν.

• Επεξεργαστήκαμε και οργανώσαμε εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια του ΔΣΕ, την ιστορία του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος. Σε γειτονιές της πόλης και πιο κεντρικές. Οι εκδηλώσεις αυτές ανέδειξαν ζητήματα αντοχής, ή το πώς απλοί καθημερινοί άνθρωποι μπορούν να θυσιάσουν τα πάντα για τον επαναστατικό σκοπό μας, αλλά παράλληλα έφεραν και στο προσκήνιο το ποια στρατηγική ήταν απαραίτητη τότε αλλά και σήμερα. Φροντίσαμε οι εκδηλώσεις αυτές να είναι προσεγμένες, να απευθυνθούμε μαζικά, να αποτελέσουν γεγονός για κάθε γειτονιά. Μπορούμε να πούμε ότι παρά τις αδυναμίες, έγιναν βήματα, συμμετείχε για πρώτη φορά κόσμος σε κομματική εκδήλωση, ανοίξαμε δρόμους. Η οργάνωση άλλωστε έχει και την πείρα από την περσινή εκδήλωση στο Τρίκερι που ανέβασε πολύ τον πήχη.

• Αντίστοιχη προσπάθεια στα πλαίσια της ΚΟ Θεσσαλίας αποτελούν οι εκδόσεις που βγήκαν και διακινήθηκαν πλατιά σε κόσμο πέραν του κλασικού μας περίγυρου.

• Αδύναμη είναι αυτή η δουλειά στις κλαδικές ΚΟ τόσο αυτοτελώς όσο και με τη συμμετοχή τους στις συνοικίες. Δυσκολευόμαστε να ανοίξουμε την πολιτική μας πρόταση ανά κλάδο, αν και υπάρχουν επεξεργασίες, δυσκολευόμαστε να πραγματοποιήσουμε εκδηλώσεις με τη συμμετοχή εργατών.

Βασικός στόχος παραμένει το πώς θα ριζώσουμε γερά στην εργατική τάξη και το πώς αυτό θα διαπερνά όλες τις ΚΟΒ και πιο συγκεκριμένα τις συνοικιακές που εκφράζεται η δυσκολία. Χρειάζεται να πάρουμε συγκεκριμένα μέτρα ώστε αυτές οι ΚΟΒ να αναπροσαρμόσουν-ανανεώσουν με κοινωνικοταξικά κριτήρια τον περίγυρό τους.

Η επιμονή για παρέμβαση έξω από εργασιακούς χώρους, η δουλειά με μητρώα σωματείων όπου υπάρχει επιμονή φέρνει αποτελέσματα. Ακόμα η συμμετοχή σ/φων στους συλλόγους γονέων, σε πολιτιστικούς και αθλητικούς συλλόγους μπορεί να μας ανοίξει δρόμους.

Οι ΚΟΒ έχουν κατακτήσει να φτάνουν κάθε Κυριακή σε σημαντικό αριθμό ανθρώπων με το Ριζοσπάστη. Με την είσοδο σε αυτά τα σπίτια χρειάζεται να έχουμε εικόνα συνολικά για την οικογένεια αυτών των ανθρώπων, των παιδιών τους. Έτσι θα αποκτάμε νέες επαφές

Αντίστοιχα πρέπει να δούμε την αυτοτελή δουλειά στη νεολαία και τη βοήθεια στην ΚΝΕ. Δεν μπορεί για παράδειγμα οι κλαδικές ΚΟΒ να μην ιεραρχούν χώρους όπως το ΤΕΙ, οι σχολές μαθητείας, ή οι συνοικιακές να μη γνωρίζουν τι γίνεται στα σχολεία της γειτονιάς τους. Πολλές φορές το λέμε αλλά στην πράξη δεν παίρνουμε όλα εκείνα τα μέτρα, όπως εξοπλισμός δυνάμεων, διάταξη σ/φων, συζήτηση για το τι θα ανοίξουμε και πώς και έτσι αυτή η δουλειά δεν προχωρά. Αντίστοιχα χρειάζεται η αντιστοίχηση ΚΟΒ-ΟΒ, η φροντίδα για πιο ουσιαστική βοήθεια των ΟΒ και των μελών της ΚΝΕ και όχι απλά η παρακολούθηση μιας ΟΒ τη μέρα που συνεδριάζει, χωρίς μάλιστα να έχει προηγηθεί η αντίστοιχη συνεργασία αυτών που έχουν την ευθύνη από το κομματικό και κνίτικο όργανο, να συζητιούνται συστηματικά, να ελέγχεται σταθερά, να βγαίνουν συμπεράσματα, να παίρνονται μέτρα. Δεν μπορούμε να ρίχνουμε στην ΚΝΕ την ευθύνη για δικές μας αδυναμίες, ή το κοινό σχέδιο να εξαντλείται σε κοινές εξορμήσεις ή ανάθεση πρακτικών καθηκόντων.

Μας λένε οι εχτροί μας: Τέλειωσε ο αγώνας.

Μα λέμε εμείς: Άρχισε τώρα.

Μας λένε οι εχτροί μας: Την αλήθεια την απαρνήθηκαν.

Μα λέμε εμείς: Την ξέρουμε ακόμα.

Μας λένε οι εχτροί μας: Και γνωστή ακόμα να γίνει η αλήθεια δεν μπορεί άλλο πια να διαδοθεί.

Μα είμαστε εμείς αυτοί που τη διαδίδουν.

Είναι η παραμονή της μάχης.

Είναι το σφυρηλάτημα των στελεχών μας.

Είναι η σπουδή του πλάνου του αγώνα.

Είναι η μέρα πριν τη πτώση των εχτρών μας.

 

 

ULTIMA THULE (ΕΣΧΑΤΟ ΟΡΙΟ): «ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ!»

Εύη-Μαρία Πιτσιάβα

ΚΟΒ Προαστίων ΤΕ Πιερίας του ΚΚΕ

 

 Οι μακροχρόνια άνεργοι μπορούν να είναι οργανικό κομμάτι της ιδεολογικής-πολιτικής οργανωμένης πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Γιατί με διακριτή διαγραφή το «μπορούν να»; Για να σκεφτούμε μετά από τις γενικές διαπιστώσεις ότι οι άνεργοι είναι νέοι ηλικιακά, είναι πολλές γυναίκες αλλά μένουν στη σιωπή, να υπερβούμε (έστω χάρη περιγραφής) την αποκλειστική ερμηνεία της «εφεδρείας», όταν βάζουμε στόχο τη μαχητική ταξική συσπείρωσή τους. Κοντολογίς, περισσότερο από το να στεκόμαστε στο πόσα δεν μπορούν να κάνουν, να τεκμηριώσουμε πώς οι άνεργοι είναι «από εμάς». Αν καταφέρουμε αυτό, ύστερα έχουμε να το εμπεδώσουμε, και για να το εμπεδώσουμε έχουμε να φανταστούμε: για την ακρίβεια, να σταματήσουμε οι άνεργοι να φανταζόμαστε ότι βρίσκουμε δουλειά στο ίδιο εκμεταλλευτικό σύστημα, κι οι εργαζόμενοι να σταματήσουμε να φανταζόμαστε ότι βρίσκουμε ελεύθερο χρόνο σ’ αυτό, και να μην πάψουμε να ονειροπολούμε τη σοσιαλιστική επανάσταση, που πλησιάζει. Σε αυτή, ας είμαστε σίγουροι, μαζί τωρινοί εργαζόμενοι και άνεργοι θα δουλεύαμε και, το καλύτερο, μαζί δε θα ξεκουραζόμαστε απλά πια, αλλά θα περνάμε «το χρόνο που ανήκει σε εμάς». Μαζί.

Για τη συμβατότητα της ονειροπόλησης με την οργάνωση, ο Λένιν στο έργο του Τι να κάνουμε; (σ. 205-6), υιοθετεί τα λόγια του Ρώσου κριτικού λογοτεχνίας Πίσαρεφ: «Υπάρχει διαφορά και διαφορά… σχετικά με το ζήτημα της διαφοράς ανάμεσα στα όνειρα και στην πραγματικότητα. Το όνειρο που μπορεί να ξεπερνάει τη φυσική πορεία των γεγονότων ή μπορεί να πάρει τελείως διαφορετική κατεύθυνση, μια κατεύθυνση όπου καμιά φυσική πορεία των γεγονότων δε μπορεί ποτέ να φτάσει. Στην πρώτη περίπτωση […] η διαφορά ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα δεν προκαλεί καμιά ζημιά, φτάνει μόνο το πρόσωπο που ονειροπολεί να πιστεύει σοβαρά στο όνειρό του, να παρατηρεί προσεκτικά τη ζωή, να συγκρίνει τις παρατηρήσεις του με τους ανάερους [αιθέριους] πύργους του και γενικά να δουλεύει ευσυνείδητα για να υλοποιεί τη φαντασία του».

Ας παρατηρήσουμε προσεκτικά τη ζωή.

Η διαπίστωση του Μαρξ ότι «η κεφαλαιοκρατική παραγωγή… σπαταλά… όχι μόνο τη σάρκα και το αίμα, αλλά ακόμα και τα νεύρα και το μυαλό» (Το Κεφάλαιο, ΙΙΙ, σ. 118), είναι κοινό σημείο εργαζομένων - άνεργων. Οι μακροχρόνια άνεργοι χάνουν την ουσιαστική τους σχέση με τον κλάδο τους (είναι χωρίς ζωτικό χώρο εργασίας, συναδέλφους κ.ο.κ.), αλλά και με την παραγωγικότητα καθαυτή. Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη ότι η καθημερινή συνθήκη της ανεργίας διαμορφώνεται ως άπλετος ελεύθερος χρόνος, η ρήξη του φράγματος ανάμεσα στο χρόνο που πουλάνε (0) και στο χρόνο που ανήκει στον εαυτό τους (0), σε βάθος χρόνου, επιδρά αρνητικά στο να αποκτήσουν ξανά εργασιακούς ρυθμούς που να μπορούν να ανταποκριθούν πνευματικά και σωματικά. Η αργή και περιορισμένη καθημερινή δραστηριότητα δε συμβαίνει χωρίς την αίσθηση βίας, φέρνοντας τον τρόπο ζωής των μακροχρόνια ανέργων πιο κοντά στων δεσμωτών.

Η μακροχρόνια ανεργία (στη χώρα μας) έχει μαζι-κό χαρακτήρα. Τα νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο αγγίζουν τις 350.000, οι μακροχρόνια άνεργοι τις 820.000 (902.gr, 19/12/16). Όλοι αυτοί, δεν είναι τίποτα άλλο από εξαρτημένοι ενήλικες από άλλους ενήλικες, και δη εξαρτημένοι από άλλους εργάτες. Ή αλλιώς (βλέποντας την κλίμακα του φαινομένου, όχι τη διαπροσωπική διάσταση) παρασιτούν σε άλλους εργάτες. Άρα, ο δεσμός τους με την εργατική τάξη δεν είναι δυνητικός, δεν περιορίζεται μόνο στο ότι η προοπτική τους φτάνει στη μισθωτή εργασία, στο ότι οι εργαζόμενοι μπορεί να είναι αυριανοί άνεργοι και τούμπαλιν. Στο παρόν, έχει αντικειμενικά επιβαρυντικό αντίκτυπο στις συνθήκες ζωής (σχεδόν) του συνόλου των εργατών, που τώρα «πουλάνε από το χρόνο τους» για να εξασφαλίσουν τα μέσα συντήρησης του εαυτού τους ΣΥΝ άλλων (μη αντικαταστατών τους πια, δηλαδή όχι μόνο των παιδιών τους). Αυτή είναι μια αφετηρία για να συγκροτήσουμε μια πιο αναλυτική θεώρηση της έμμεσης σχέσης της μακροχρόνιας ανεργίας με την εκμετάλλευση (ο Μαρξ σημειώνει, εξάλλου, «Οι όροι της άμεσης εκμετάλλευσης και οι όροι της πραγματοποίησής της δεν είναι ταυτόσημοι», Το Κεφάλαιο, ΙΙΙ, σ. 309), που να μην υποδεικνύει τους μακροχρόνια άνεργους σκέτα ως εύκολους ανταγωνιστικούς ελεύθερους εμπόρους στο προτσές κατανάλωσης της (ατομικής) εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο.

Άλλωστε, στην πραγματικότητα, οι μακροχρόνια άνεργοι, στην παρατεταμένη διαδικασία σταδιακής επιδείνωσης των συνηθειών ζωής τους, ενίοτε έχουν πιο γειωμένες προσδοκίες για το πόσο λίγο αυτές θα αλλάξουν, αν καταφέρουν περιστασιακά να έχουν τον υποκατώτερο μισθό. Κομβική φάση για τις υποχωρήσεις είναι πιο συχνά η απότομη εναλλαγή υποαπασχόλησης-ανεργίας, κι επιρρεπείς στις μειωμένες απαιτήσεις είναι όσοι εργάζονται (και με το βάρος, βέβαια, του παραπάνω παρασιτισμού). Η εμπειρία (στα μαύρα χρόνια των εξοριών, και πιο πρόσφατα, π.χ. στους αγώνες των χαλυβουργών, των αγροτών, των εργαζομένων Μαρινόπουλου κ.α.) έχει δείξει ότι παίζει σημαντικό ρόλο η οργανωμένη δράση οικογενειών και συγγενών, ώστε ίσως είχε νόημα να την εξετάσουμε ως πιο ειδικό άξονα της κομματικής παρέμβασης σε Λαϊκά Φροντιστήρια, Λαϊκές Επιτροπές, Επιτροπές Ανέργων, Συνδικάτα και Εργατικά Κέντρα, χωρίς να την «κλείνουμε» στην κομματική παρέμβαση στο κίνημα γονέων. Μέχρι τώρα, τέτοια συσπείρωση έχουμε επιδιώξει περισσότερο μέσω πολιτιστικών εγχειρημάτων, και με μια επιμονή σε οικογένειες με ανήλικα παιδιά/μαθητές (άρα με περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο), ή σε οικογένειες απολυμένων (δηλαδή σε έκτακτες περιστάσεις). Χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας πιο συγκεκριμένα α) στο στενό περιβάλλον της νέας βάρδιας που «μένει στο ράφι», καθώς και β) στις τακτικές αγωνιστικές πρωτοβουλίες (σε συνέχεια των κοινών κινητοποιήσεων μαζικών φορέων). Υπάρχει περιθώριο και για αυτοτελείς κομματικές παρεμβάσεις (π.χ. χιαστί, της ΚΝΕ σε ΚΑΠΗ, συνταξιούχων συντρόφων σε κινηματογράφους), με ειδικό υλικό και σκοπό τη ζύμωση της κεντρικής μας αντίληψης ότι η επώδυνη εμπειρία της μη/εργασίας όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό δεν είναι οριστικά (μόνο ιστορικά) ληγμένη σχέση.

Ας μεταδώσουμε με κάθε μέσο τη βεβαιότητά μας ότι ο κόσμος δεν μπορεί παρά να αλλάξει, κι άρα η απόφαση που μένει δεν είναι πότε, αλλά: τι θες (με ποια μεριά) να κάνεις τότε;

Υστερόγραφο: Οι μακροχρόνια άνεργοι είναι «από εμάς», ή είμαστε εμείς; Σύντροφοι/συντρόφισσες χωρίς δουλειά/ οικείοι ανέργων, μέχρι την τελική νίκη, δέντρα να μας φανταζόμαστε: με βαθιές ρίζες (στο λαό μας), ψηλό κορμό (στο μπόι των ονείρων μας), ευλύγιστα κλαδιά (σε ετοιμότητα), φυλλώματα π’ ανασαίνουν στον ήλιο (όνειρα στο παρόν). Περήφανα να το διαδώσει, παντού, κάθε κομματικό μέλος: «Στις γραμμές μας παραμένει σημαντικό ποσοστό ανέργων» (θ. 62, σ. 80)! Σφιχτά τις γραμμές μας!

Ζήτω το 20ό Συνέδριο ΚΚΕ!

 

 

ΟΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΙ

του Λάμπου Προυσανίδη

ΚΟΒ Αργυρούπολης του ΚΚΕ

 

 Πριν από τέσσερα χρόνια, στον προσυνεδριακό διάλογο για το 19ο Συνέδριο, από τη φαρέτρα των αστών δημοσιολόγων, αλλά και των οπορτουνιστών που συμμετείχαν στο διάλογο, άνθισαν πολλά λουλούδια που κατακεραύνωναν την «τυχοδιωκτική επιλογή» και τον ολισθηρό «σεκταριστικό» δρόμο της ηγεσίας του κόμματος.

Μάλιστα θέλησαν να δώσουν «επιστημονική» τεκμηρίωση στο σκεπτικό τους. Αφού σε περίοδο κρίσης που φτώχεια και εξαθλίωση τσακίζουν κόκαλα δεν έχουμε εκλογικά οφέλη (εκλογές του Ιούνη 2012), τότε, φως φανάρι, η στρατηγική μας είναι λάθος. Η μαρξιστική ανάλυση στο απόγειό της. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αναγόρευαν τον κοινοβουλευτισμό σαν εκείνο το ενδιάμεσο σκαλοπάτι που πάνω του θα πατήσει η εργατική τάξη για να κάνει την έφοδό της στον ουρανό. Αγνοώντας(;) ότι το εκλογικό δικαίωμα, που η αστική τάξη το επιτρέπει όσο την εξυπηρετεί, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιβεβαίωση της δικής της κυριαρχίας στην εξουσία. Δεν είναι παρά «ο δείκτης ωριμότητας της εργατικής τάξης περισσότερο δεν μπορεί να δώσει και ούτε θα δώσει ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος» έγραφε ο Ένγκελς. Από αυτή την άποψη είναι θετικό και σημαντικό αυτό που λένε οι θέσεις (75). «Ότι μια νέα γενιά στελεχών του κόμματος και της ΚΝΕ αναπτύσσεται και διαπαιδαγωγείται με κριτήρια που ξεφεύγουν από τον κοινοβουλευτισμό σαν βάση μέτρησης της πολιτικής επιρροής και ισχυροποίησης του κόμματος». Η εργατική τάξη για να νικήσει πρέπει να έχει την πλειοψηφία του λαού με το μέρος της. Αυτό όμως είναι άλλο και άλλο «…να περιορίζεις ή να εξαρτάς την κατάκτηση αυτήν από την απόκτηση της πλειοψηφίας των ψήφων στις εκλογές μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης» αυτό «σημαίνει αθεράπευτη βλακεία ή εξαπάτηση των εργατών…» (Λένιν, Άπαντα, τόμος 40, σελ. 1-24). Στις οπορτουνιστικές αυτές αντιλήψεις, που υπονομεύουν την προοπτική της επανάστασης, ο Λένιν ήταν κατηγορηματικός: «χωρίς μια εξαιρετικά σοβαρή και ολόπλευρη προετοιμασία […] για την εξοστράκιση και τη συντριβή του οπορτουνισμού είναι ανόητο και να σκέπτεται κανείς για τη δικτατορία του προλεταριάτου» (Άπαντα, τόμος 40, σελ. 1-24). Όταν μπαίνει το ζήτημα της εξουσίας τίποτε το ενδιάμεσο δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο το «…είτε δικτατορία της αστικής τάξης είτε δικτατορία του προλεταριάτου. Κάθε ονειροπόλημα για κάποια τρίτη λύση είναι αντιδραστικό θρηνολόγημα μικροαστού» (Λένιν, Άπαντα, τόμος 37, σελ. 491-509). Τέτοια ονειροπόλα θρηνολογήματα δεν έχουν εκφραστεί (μέχρι τώρα) στον προσυνεδριακό διάλογο. Αυτό που κυκλοφορεί είναι ότι το κόμμα κάνει το συνέδριο για τον εαυτό του. Είναι μια εσωκομματική διαδικασία. Και αυτό βέβαια θρηνολόγημα μικροαστού είναι.

Επειδή λοιπόν ο οπορτουνισμός δρα με πολλά προσωπεία και φορεσιές, λειτουργώντας ως πολιορκητικός κριός στο εργατικό κίνημα, το κόμμα της επανάστασης πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαγρύπνηση και ετοιμότητα. Θεωρητική - ιδεολογική - οργανωτική. Έχουμε ένα επεξεργασμένο σύγχρονο επαναστατικό πρόγραμμα - στρατηγική και ανεξάρτητα από τους συσχετισμούς και τις διαθέσεις των μαζών βάζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το ζήτημα της εξουσίας σαν την οριστική λύση για τους καταπιεσμένους, προτρέποντας οι αγώνες να υποτάσσονται στο στρατηγικό στόχο, αλλαγής τάξης στην εξουσία. Το μπόι του κόμματος μεγάλωσε και ψήλωσε σύντροφοι. Μεγαλώνει και η ευθύνη. Το καθήκον να ανταποκριθούμε.

Στη θέση 43 διαβάζουμε: «Και για το επόμενο διάστημα, μέχρι το 21ο Συνέδριο, παραμένει ως πυρήνας της ιδεολογικής δουλειάς η βαθιά αφομοίωση του προγράμματος του κόμματος…». Το σε σημαντικό βαθμό αφομοίωσης που κατακτήθηκε και αναφέρεται πιο κάτω στις θέσεις, απέχει πολύ από το βαθιά αφομοίωση που απαιτείται. Το κομματικό μέλος σαν συλλογικός διαφωτιστής, για να ανταποκριθεί στον ιστορικό του ρόλο δε φτάνει να δηλώνει απλά πίστη στο κόμμα. Χρειάζεται, όπως αναφέρουν οι θέσεις (40) «Και ένα ορισμένο επίπεδο διαλεκτικής υλιστικής σκέψης» όπως «και ένα ελάχιστο αλλά ικανοποιητικό επίπεδο αφομοίωσης των θέσεων της διαλεκτικής - υλιστικής φιλοσοφίας, της μαρξιστικής ανάλυσης της καπιταλιστικής οικονομίας». Να μου επιτρέψετε να πω, το «ορισμένο» και το «ελάχιστο» είναι λίγο για το μέλος επαναστατικού κόμματος, πολύ περισσότερο για το ανώτερο - ανώτατο στέλεχος. Η επιδίωξη να είναι (αυτή η διατύπωση θα ήταν ποιο σωστή) να φτάσουμε στο ανώτατο επίπεδο αφομοίωσης της διαλεκτικής-υλιστικής σκέψης και φιλοσοφίας. Τότε ο καθοδηγητής-οργανωτής θα ανταποκριθεί στο ρόλο του διαφωτιστή των μαζών. Θα αποκτήσουμε τότε την ικανότητα να διαπαιδαγωγήσουμε τις μάζες να αποκτήσουν εκείνες ένα ελάχιστο επίπεδο κατανόησης της ιστορικής εξέλιξης, που θα τους βοηθήσει να καταλάβουν την ταξική τους θέση. Τότε η αντιστοίχηση της καθοδηγητικής δουλειάς με τις σημερινές ανάγκες θα κάνει ποιοτικά άλματα και τα τομεακά όργανα σαν κρίκος, όπως σωστά επισημαίνεται, θα αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο στην εξειδίκευση των γενικών κατευθύνσεων της πολιτικής του κόμματος.

Στην αποτίμηση της δουλειάς της η ΚΕ με περίσσιο θάρρος κάνει αυτοκριτική σε αδυναμίες και ελλείψεις. Δείγμα σοβαρού επαναστατικού κόμματος αυτό. Στη συλλογική ευθύνη όμως μερίδιο έχει και η ατομική ευθύνη. Η αδυναμία να μην περνούν από μαθήματα μαρξιστικής μόρφωσης μέλη της ΚΕ και των επιτροπών περιοχών είναι ζήτημα και ατομικής ευθύνης. Η νέα ΚΕ πρέπει να το δει με τη δέουσα προσοχή. Να θυμηθούμε: το ΚΚΣΕ άρχισε να χάνει τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά του όταν υποτιμήθηκε η θεωρητική - ιδεολογική μαρξιστική - λενινιστική ανάπτυξη μέσα στο κόμμα.

«Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της επανάστασης» Λένιν, σαν αποτέλεσμα των αξεπέραστων αντιθέσεων και των οξυμμένων ανταγωνισμών. Σήμερα βρισκόμαστε στο επίκεντρο τέτοιων σφοδρών αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Η κρίση, σαν αποτέλεσμα υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που δεν μπορεί να αναπαραχθεί, δε γίνεται να ξεπεραστεί, αν ένα σημαντικό μέρος του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου δεν απαξιωθεί-καταστραφεί. Όμως η ανισόμετρη ανάπτυξη, οι αντιθέσεις-ανταγωνισμοί ιμπεριαλιστικών κρατών και συμμαχιών, δυσκολεύει να συμφωνήσουν σε μια ελεγχόμενη απαξίωση-καταστροφή. Όσο αυτό δεν γίνεται, τότε αναγκαστικά, ιστορικά τη λύση θα την δώσει ο πόλεμος. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο το κόμμα έχει πει τι πρέπει να κάνουμε. Το Πρόγραμμα εξειδικεύει τη θέση μας για τον πόλεμο. Είναι προϋπόθεση λοιπόν η ιδεολογική δουλειά για τη βαθειά αφομοίωση του Προγράμματος και πιο ειδικά τη θέση για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Σε τέτοιες συνθήκες το πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης αναλαμβάνει τον ιστορικό του ρόλο. Για το πέρασμα από το γερασμένο καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό είναι χρειαζούμενοι οι απαραίτητοι, αυτοί που αγωνίζονται σε όλη τους τη ζωή όπως έλεγε ο Μπρεχτ. Θέλει τους κομμουνιστές. Θέλει τον αναντικατάστατο ρόλο του κόμματος της επανάστασης. Καλή δύναμη.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Σπύρου Ρεκατσίνα

Αθήνα

 

 ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

 Οι οικονομικές εξελίξεις στον κόσμο στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα (Θέσεις 1 έως 7)

Θα ήταν χρήσιμη μία αναφορά στο νομοτελειακό ή μη χαρακτήρα της ΕΕ ως ιμπεριαλιστικής διακρατικής ένωσης (ή, κατά άλλους, περιφερειακής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης).

Με αυτή την έννοια, θα ήταν ενδιαφέρουσα και η εκτίμηση για το χαρακτήρα (προοδευτικός, αντιδραστικός κλπ.) της ιδρύσεώς της, καθώς και για τα πρωταρχικά καθήκοντα του κινήματος στην περίπτωση της αυτοδιάλυσής της.

Όταν γίνεται αναφορά στην ανισόμετρη ανάπτυξη, μεταξύ των χωρών της ΕΕ –και ειδικότερα για την Ελλάδα–, ίσως θα ήταν χρήσιμο να γίνεται μία εξειδίκευση στην στάθμη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεών τους, ως αντικειμενικού δείκτη των οικονομικών καθηκόντων και των προτεραιοτήτων του ταξικού κινήματος, στην πορεία για τον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

 

Ένταση των τοπικών - περιφερειακών πολεμικών συγκρούσεων και αύξηση του κινδύνου γενίκευσής τους (Θέσεις 8 έως 16)

Υπάρχει μία εκτεταμένη συζήτηση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, γύρω από το χαρακτήρα των αναφερόμενων πολέμων, το ρόλο και την εξωτερική πολιτική των ηγέτιδων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και κυρίως της Αμερικής.

Σε αυτή την κατεύθυνση, οι συγκεκριμένες θέσεις θα μπορούσαν να ήταν λίγο περισσότερο εκτεταμένες.

 

 Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η θέση της Ελλάδας σε αυτή (Θέσεις 17 έως 19)

Κατά τη γνώμη μου, δεν νοείται ολοκληρωμένη η εκτίμηση της θέσης της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, χωρίς να εκτιμάται συγχρόνως και η στρατιωτική της ισχύ.

  

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία (Θέσεις 20 έως 22)

Θεωρώ ότι υπάρχουν οικονομικοί τομείς, όπως ο αγροτικός, ο κτηνοτροφικός, ο διατροφικός, ο φαρμακευτικός κλπ., που λόγω της μεγάλης σημασίας τους, θα έπρεπε ίσως να έχουν ιδιαίτερη και αυτοτελή αναφορά στις θέσεις.

Επίσης, θα ήταν σημαντικό, κατά την γνώμη μου, να υπάρχει και μία συνοπτική παρουσίαση της κατάστασης στην ενέργεια, στο νερό, στην εξορυκτική βιομηχανία, στη βιομηχανία οχημάτων, στην αεροπορική βιομηχανία και τη βιομηχανία όπλων και πυρομαχικών.

 

Η κατάσταση της εργατικής τάξης, των άλλων λαϊκών στρωμάτων και η κυβερνητική πολιτική (Θέσεις 23 έως 26)

Θεωρώ ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση η πρόταση της Κεντρικής Επιτροπής για την ολοκλήρωση της μελέτης για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας (βλ. και θέση 82).

 

Η πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος (Θέσεις 27 έως 36)

Κανένα σχόλιο.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΤΟΥ ΕΩΣ ΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

 

 Γενικός απολογισμός δουλειάς της τετραετίας στην προσπάθεια για την ισχυροποίηση του Κόμματος και της ΚΝΕ (Θέσεις 37 έως 42)

Αν και κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εκλογών το Κόμμα κατόρθωσε να κάνει διακριτή την πολιτική του αυτοτέλεια σε σχέση με τον οπορτουνισμό, όπως αυτός εκφράστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, εν τούτοις παραμένει προς προβληματισμό, ότι από τις επαναληπτικές κοινοβουλευτικές εκλογές του 2012 και πέρα, απώλεσε σχεδόν το 40% των ψηφοφόρων του από αυτόν.

Νομίζω αποτέλεσε πρόβλημα η διαχείριση κάποιων πολιτικών προσταγμάτων, όπως η «έξοδος από την ΕΕ, αλλά με λαϊκή εξουσία», που όσο και να υπηρετούν την γραμμή πάλης, ίσως να δημιούργησαν κάποια σύγχυση σε σχέση και με την προηγούμενη θέση –χωρίς αναφορά στο θέμα της εξουσίας– του Κόμματος για έξοδο.

Τέλος, είναι εξαιρετικά σημαντική η παρατήρηση που διατυπώνεται προς το τέλος της θέσης 40, σχετικά με τη σχέση του κομμουνιστή με το διάβασμα.

 

Άξονες επικέντρωσης της ιδεολογικής παρέμβασης του Κόμματος (Θέσεις 43 έως 48)

Πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη η κακή οικονομική κατάσταση και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, που αυξάνουν το βαθμό δυσκολίας της ιδεολογικής δουλειάς.

 

Η πάλη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος (Θέσεις 49 έως 55)

Μέσα σε όλη την πάλη, θα πρέπει να τονιστεί η σημασία που έχει το προσωπικό παράδειγμα ως μέτρο αυτοσεβασμού και αποτελεσματικότητας της δράσης κάθε κομμουνιστή.

 

Η πορεία της Κοινωνικής Συμμαχίας (Θέσεις 56 έως 63)

Είναι σημαντικό και ελπιδοφόρο ότι το ΠΑΜΕ έχει σταθεροποιήσει την παρουσία του στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Επίσης, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικές και ελπιδοφόρες τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις στην Αθήνα, που διοργανώθηκαν με τις πρωτοβουλίες της ΠΑΣΥ.

Το ίδιο και αυτές στο χώρο των συνταξιούχων.

Αντιθέτως, στο χώρο των αυτοαπασχολούμενων, στις γυναίκες και στους ανέργους η κατάσταση είναι σχετικά στάσιμη.

Τέλος, θεωρώ πολύ σημαντική την παρακαταθήκη των Λαϊκών Επιτροπών για το κίνημα, έστω και αν ακόμη δεν έχουν σχηματοποιήσει την παρουσία τους σε αυτό με τόσο εμφατικό τρόπο.

 

Να φωτίσουμε καλύτερα το ζήτημα της σχέσης Κόμματος - κινήματος (Θέσεις 64 έως 67)

Κανένα σχόλιο.

 

Για την πορεία της κομματικής οικοδόμησης, την οργανωτική αναδιάταξη και το θέμα των στελεχών (Θέσεις 68 έως 75)

Η επερχόμενη επέτειος των 100 χρόνων από την ίδρυση του Κόμματος θα πρέπει να αποτελέσει ένα επιπρόσθετο κίνητρο για όλους (κομματικά στελέχη & μέλη, φίλοι, οπαδοί), ώστε να δώσουν κάτι παραπάνω σε σχέση με την έως τώρα δράση τους.

 

Για τα οικονομικά του Κόμματος (Θέση 76)

Είναι απαράδεκτο, πέρα από μια σειρά ευρύτερων ζητημάτων που άπτονται της μελέτης του, ο Ριζοσπάστης να έχει τόσο χαμηλή κυκλοφορία.

Ακόμη, χρειάζεται να καταπολεμούνται συστηματικά τυχόν ολιγωρίες και ερασιτεχνισμοί σε οτιδήποτε άπτεται της οικονομικής λειτουργίας του Κόμματος.

 

Η κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και η δράση του ΚΚΕ (Θέση 77 έως 79)

Είναι εξαιρετικά σημαντικές οι πρωτοβουλίες που παίρνει το Κόμμα το τελευταίο διάστημα σε όλα τα επίπεδα, στην έκδοση της Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, στις διεθνείς συναντήσεις κλπ.

 

Συνολική συνοπτική εκτίμηση της απόδοσης της απερχόμενης Κεντρικής Επιτροπής (Θέση 80 & 81)

Η Κεντρική Επιτροπή διασφάλισε, πρώτα από όλα, την ποικιλόμορφη δράση και παρουσία του Κόμματος σε πολλούς τομείς, κάτι πολύ σημαντικό.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι έδρασε με την ίδια επιτυχία και αποτελεσματικότητα παντού.

Είναι ιδιαίτερη χρέωση και ευθύνη των συνέδρων, με αίσθημα δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και με οξυδέρκεια, να αναδείξουν στην νέα Κεντρική Επιτροπή τα στελέχη εκείνα, που θα μπορέσουν να βελτιώσουν ακόμη περισσότερο την απόδοσή της.

Όσο για την νέα Κεντρική Επιτροπή που θα προκύψει, οι συνθήκες υποχώρησης του κινήματος στις οποίες θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μεγαλύτερο περιθώριο βελτίωσης της δράσης και των αποτελεσμάτων της.

 

 

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΞΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

του Βαγγέλη Σακκάτου

Καισαριανή

 

 1. Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 Η θεωρητική και πολιτική «αλλαγή» που αφορά τη στρατηγική του, εγκαινιάζεται στο ΚΚΕ με την 6η Ολομέλεια της ΚΕ του Γενάρη του 1934 και την εισήγηση του Νίκου Ζαχαριάδη, που έλεγε πως η επανάσταση που θα ανατρέψει την εξουσία των καπιταλιστών στην Ελλάδα δε θα είναι προλεταριακή σοσιαλιστική αλλά κάποια άλλη «αστικοδημοκρατική», και απ’ αυτή δε θα προκύψει η δικτατορία του προλεταριάτου αλλά κάποια άλλη «δημοκρατική δικτατορία» του προλεταριάτου και των φτωχομεσαίων χωρικών, ένα αναπότρεπτο ενδιάμεσο πολιτικοοικονομικό καθεστώς και θα ακολουθήσει, «λίγο ή πολύ γρήγορα» η δικτατορία του προλεταριάτου.

Το μικτό αυτό «εργατοαγροτικό» καθεστώς, δε θα πάρει σοσιαλιστικά μέτρα, αλλά θα περιοριστεί στο να συμπληρώσει τον ανολοκλήρωτο από την αντιδραστική μπουρζουαζία αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας, μέχρι να ωριμάσουν «λίγο ή πολύ γρήγορα» οι «προϋποθέσεις» για την έναρξη της σοσιαλιστικής μετατροπής και στη χώρα μας («Ριζοσπάστης» 21, 24, 25, 26 του Γενάρη του 1934). Από εδώ προέκυψε και η θεωρία των σταδίων.

Ο παλιός Γεν. Γραμματέας του Κόμματος, αυτός που έκαμε το ΣΕΚΕ ΚΚΕ, ο Παντελής Πουλιόπουλος, αντέδρασε με το αφιερωμένο στην Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία έργο του «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα; Νέα φάση της κρίσης του κομμουνισμού στην Ελλάδα», καταγγέλλοντας πως «μία τέτοιας κολοσσιαίας σημασίας αλλαγή, που οι συνέπειές της θίγουνε το σύνολο της πρακτικής δράσης του Κόμματος σαν ταξικού κόμματος του προλετα-ριάτου, αναγγέλθηκε στις 21 του Γενάρη 1934 αιφνιδιαστικά, σαν αναπάντεχη είδηση για κάποιο παράδοξο γεγονός, δίχως το Κόμμα ούτε σε συνέδριό του ούτε στη βάση του, όχι να συζητήσει, να διαφωτιστεί και να πιστεί για την ορθότητά της, μα ούτε καν να υποψιάζεται πως υπάρχει ένα τέτοιο ζήτημα». Έτσι γράφει στη σελίδα 24 του προαναφερόμενου βιβλίου του, που κυκλοφόρησε αμέσως μετά την 6η Ολομέλεια, Εκδόσεις «Διαλεχτά Κείμενα», Αθήνα 1964.

Το έργο αυτό του εκτελεσμένου στις 6.6.1943 στο Νεζερό της Λάρισας, μαζί με άλλους 103 επαναστάτες αγωνιστές, από τους Ιταλούς φασίστες Παντελή Πουλιόπουλου, θεωρείται κλασσικό, ως προς την ανάλυση, την πολιτική, την οικονομική, την ιστορική της τότε ελληνικής κοινωνίας, αποδεικνύοντας πως όλοι οι ισχυρισμοί του εισηγητή της 6ης Ολομέλειας ήταν λάθος. Προέβλεψε πως εφόσον στο ελληνικό επαναστατικό κίνημα επιβληθεί αυτή η γραμμή της σύγχυσης ως προς τους σκοπούς, οι ιστορικές ήττες και καταστροφές είναι αναπόφευκτες, άποψη που την αναπτύσσει διεξοδικά στο XIV (14ο) κεφάλαιο του βιβλίου του, που έχει τον τίτλο «Κατευθείαν για τη διάλυση του Κομμουνισμού», σελίδες 178-182.

Οι συνέπειες αυτού του ιδεολογικού αφοπλισμού, με την αφαίρεση του σοσιαλιστικού προσανατολισμού από το Κόμμα είναι γνωστές, όπως και οι ιστορικές ήττες που η ηγεσία του «χάρισε» στο κίνημα εφαρμόζοντας αυτή τη γραμμή. Σχετική αναφορά και στη σελίδα 105 των θέσεων του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο: «Ολοκλήρωση της μελέτης για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας».

 

 2. ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΞΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

 Ένα επαναστατικό Κόμμα, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, χρησιμοποιεί πάντα το Ενιαίο Ταξικό Μέτωπο για την ενιαία δράση του συνόλου του Εργατικού Κινήματος. Αυτό προτείνει πάντα στους ρεφορμιστές ένα πρόγραμμα δράσης, πάντα σε ταξική βάση, χωρίς καμία θυσία προγράμματος και αρχών, με πλήρη διαφάνεια, ανοιχτά μπροστά στην εργατική τάξη, για συγκεκριμένους σκοπούς, για την κατάκτηση καλύτερων θέσεων για τους μελλοντικούς μας αγώνες και πάντα σε σύνδεση με τον τελικό σκοπό. Η Κοινωνική Συμμαχία που προτείνει το ΚΚΕ, δεν είναι απορριπτέα, έχει οπωσδήποτε σημασία, αλλά δεν αρκεί.

Αυτός είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να αποσπαστούνε οι εργαζόμενοι από τις ρεφορμιστικές ηγεσίες. Η δράση του ΕΤΜ θα μπορούσε να αρχίσει από συγκεκριμένα ζητήματα, όπως μια παλλαϊκή διαδήλωση ενάντια στο φασισμό και μαζικές κοινές κινητοποιήσεις κατά της ανεργίας, κατά των διαρκών περικοπών των μισθών, των μεροκάματων και των συντάξεων, κατά της φοροληστείας κλπ., συνδέοντας πάντα αυτές τις κινητοποιήσεις με τη σοσιαλιστική λύση της κρίσης εθνικά και παγκόσμια, μια και είναι πασιφανές ότι άλλη επωφελής λύση για τους εργαζόμενους και το λαό, στα πλαίσια αυτού του υπάρχοντος παρακμασμένου και σαπισμένου καπιταλιστικού συστήματος, δεν μπορεί να υπάρξει.

Στην πορεία αυτών των αγώνων θα προκύψουνε γενικότερα πολιτικά ζητήματα που το Μέτωπο θα πρέπει να αντιμετωπίσει, όπως της εργατοαγροτικής κυβέρνησης, του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή, των εργατικών επιτροπών, της κινητής κλίμακας μισθών και ωρών εργασίας κλπ.

Στο ΕΤΜ καλούνται όλα τα κόμματα και οργανώσεις που αναφέρονται στο εργατικό κίνημα και το σοσιαλισμό, εξαιρουμένου του σημερινού Σύριζα και της «Αριστερής (του) κυβέρνησης», εναντίον των οποίων συγκροτείται το ΕΤΜ.

Σαν πρώτη ιδρυτική πράξη αυτού του Μετώπου θεωρείται η πολιτική συμφωνία των κομμάτων και οργανώσεων που θα το συναποτελέσουν και η συγκρότηση μιας Συντονιστικής Επιτροπής δράσης.

Το Ενιαίο Ταξικό Μέτωπο συγκροτείται μεταξύ ρεφορμιστικών και επαναστατικών εργατικών κομμάτων και ποτέ μεταξύ εργατικών και αστικών, που σημαίνει περιορισμό της δράσης του Εργατικού Κινήματος στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, δηλαδή συνεργασία των τάξεων, τα γνωστά Λαϊκά Μέτωπα της απόφασης του 7ου και τελευταίου συνεδρίου της ΚΔ το 1935, που όπου εφαρμόστηκαν είχαν καταστροφικά αποτελέσματα.

Το ΕΑΜ, και παρά τις αρχικές προθέσεις των ιδρυτών του, δεν ήταν Λαϊκό Μέτωπο αλλά Ενιαίο. Αυτό συγκέντρωσε γύρω του σχεδόν ολόκληρη την εργατική τάξη, τη φτωχή αγροτιά και την προοδευτική διανόηση, με τελικό σύνθημά του το τρίπτυχο: «Εθνική, Πολιτική και Κοινωνική Απελευθέρωση» και όχι μόνο εθνική απελευθέρωση.

Λαϊκό Μέτωπο έχουμε τον Οκτώβρη του 1944, όταν το ΕΑΜ, με βάση τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, μπαίνει στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενώσεως» του Γ. Παπανδρέου, όπου και ακολουθεί η ένοπλη σύγκρουση και η ήττα του Κινήματος, όπως τα είχαν προετοιμάσει και οργανώσει οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές, με οργανέτο τους τον Γ. Παπανδρέου και τους ομοίους του.

Επιτυχή συγκρότηση Ενιαίου Μετώπου έχουμε τον Ιούλη του 1917 στη Ρωσία μεταξύ Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων ενάντια στον Κορνήλωφ και του νεαρού γερμανικού ΚΚ το 1920 με την αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας, το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD) ενάντια στο πραξικόπημα του Καππ.

Η σημερινή τακτική του ΚΚΕ, που δεν ασχολείται καθόλου με το θέμα του Ενιαίου Ταξικού Μετώπου, είναι σοβαρό λάθος τακτικής. Αν αυτό επρότεινε το ΕΤΜ, θα μοίραζε αυτό τα χαρτιά και θα είχε τον πρώτο λόγο. Ο φασιστικός κίνδυνος είναι επί θύραις και το Κόμμα φαίνεται να τον αγνοεί. Και δεν είμαστε καν στο παρά πέντε αλλά στο και πέντε.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ «ΘΕΣΕΙΣ»

του Γιώργο Σαρηγιάννη

ΚΟΒ ΕΜΠ (δομικών) του ΚΚΕ

 

 Α. Η ΚΡΙΣΗ (3, 4, 7, 17, 18, 22, 26, 45)

 1. Επιμένουμε σε παληές καταστάσεις (κρίση υπερπαραγωγής, ή ότι ξεκίνησε από τα δάνεια κατοικίας ή υπερσυσσώρευση Κεφαλαίου –γιατί όμως;– παρ’ όλο που ο Μαρξ (Το Κεφάλαιο τ. 3ος κεφ. 27-35 σελ. 549-740, 1864), ο Ένγκελς (Συμπλήρωμα στο ίδιο, κεφ. Η Πίστη, 1893), ο Λένιν (Ιμπεριαλισμός…, σελ. 48 κ.εφ. 1916) έχουν με έμφαση τονίσει την σημασία του Τραπεζοπιστωτικού Συστήματος και τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της Οικονομίας σ’ αυτό.

2. Έχομε: Κατάργηση του Κανόνα Χρυσού (1973) > απελευθέρωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών (1980) > μετατροπή της υλικής παραγωγής σε «χρηματοπιστωτικά παράγωγα» > χρηματιστηριακή έκρηξη > Κρίση (στο Χ/Π σύμπλεγμα). Τι σημαίνει το ότι «ο όγκος των χρηματιστηριακών συναλλαγών 3 ημερών στην Νέα Υόρκη υπερβαίνει τον ετήσιο όγκο του εξωτερικού Εμπορίου στις ΗΠΑ», το ότι η οικονομία μετατρέπεται σε «άϋλα» και πλασματικά αγαθά και αξίες –πετάμε ένα «είναι η σαπίλα του Καπιταλισμού» και τελειώσαμε…

3. Φαινόμενα που συνοδεύουν μια Κρίση όπως ένταση της συγκεντροποίησης Κεφαλαίων, έξαρση του ΚΜΚ με τους επικεφαλής Τραπεζών να είναι …Υπουργοί Οικονομικών:  λέμε πάλι «σαπίλα του Κ.». και ησυχάσαμε… (πού είναι  ο λενινιστικός όρος «ΚΜΚ» στα κομματικά μας έντυπα;;;).

 

 Β. «ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ» ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ (4, 20)

 Μαρξ: το Κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και επενδύεται όπου υπάρχει μεγαλύτερο κέρδος. Εμείς επιμένουμε να ψάχνουμε αντιθέσεις σε «εθνικά» κεφάλαια και «εθνικές»  αστικές τάξεις, (υπάρχουν, όμως αυτό είναι το κυρίαρχο;;;) ενώ η εποχή των δύο Παγκοσμίων Πολέμων μάλλον έχει μεταλλαχθεί. Και δεν είδαμε μια έρευνα του Κόμματος για τις συμμετοχές «ξένων» κεφαλαίων σε «ελληνικές» επιχειρήσεις να μάθουμε επιτέλους «τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά…» (ποια είναι ελληνική; Η Δέλτα; η Μίσκο; η Παυλίδης; τα πετρέλαια του Πρίνου; ο χρυσός στις Σκουριές; τα μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα;).  Ούτε είδαμε αναλύσεις για τα κινέζικα Κεφάλαια, ή δεν ξέρουμε ότι η Κίνα έχει πλημμυρίσει από τοξικά αμερικανικά ομόλογα που της φόρτωσε η Γκόλντμαν Ζαξς (όπως και στην Ντόϋτσε Μπάνκ, την Μπάνκ οφ Σκότλαντ,  στο Ελληνικό Δημόσιο κ.α.). 

  

Γ. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ (4, 20, 40, 41, 45, 80)

 1. Όχι μόνο στο παραπάνω θέμα αλλά και σε όλα τα άλλα, παραμένουμε σε συνθηματολογικούς αφορισμούς  και δεν εξετάζουμε το τι ακριβώς συμβαίνει,

2. αρνούμαστε ουσιαστικά την επιστημονική δουλειά, εκτός από κάποια πάρα πολύ καλά ιστορικά άρθρα στο «Ρ» και ελάχιστα άλλα. Και γίνονται τόσα γύρω μας: Κρίση, σκάνδαλα της Ζήμενς, της Νοβάρτις, λίστες Λαγκάρντ, Παναμά, καταστροφές περιβάλλοντος με τραγικές επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία κ.α. Εμείς, συνθήματα και μόνο συνθήματα…

3. Τι παράγουμε σήμερα; Το ψάξαμε;;;;

 

 Δ. ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ (40, 41, 80)

 Οι  θέσεις μας σε διάφορα θέματα διαμορφώνονται αντιθετικά: επειδή οι αστοί λένε έτσι, εμείς λέμε αλλιώς. Στην Ολυμπιάδα 2004, πολλοί φωνάζαμε  ενάντια, τελικά το Κόμμα είπε «ναι» επειδή ο ΣΥΝ έλεγε «όχι»  και βγήκε τελικά μετά από δέκα χρόνια η σ. Αλέκα να πει ότι οι Ολυμπιακοί είναι ιμπεριαλιστική φιέστα των Μονοπωλίων (Ριζοσπάστης 11.4.2008), έτσι την έχουμε πάθει με τις Σκουριές που αλωνίζει ο Σύριζα που λέει και  σοσιαλδημοκρατικές κουταμάρες, (όλη η αντίθεσή του είναι στα περιβαλλοντικά θέματα) και κανείς δεν λέει για την καταλήστευση του Εθνικού (γράφε Λαϊκού) πλούτου της Χώρας μας.

 

 Ε. ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ (49, κ.εφ., έως 63)

 Συμβαίνουν καθημερινά διώξεις, ξυλοδαρμοί, απολύσεις, εισαγωγές στα δικαστήρια κ.ά. στον εργατικό χώρο, στη Μέση Εκπαίδευση, στους μετανάστες, παντού. Αν τα θύματα δεν είναι κομματικά μέλη ή έστω του ΠΑΜΕ, τα αγνοούμε, ούτε στα «ψιλά» δεν αναφέρονται. Άντε μετά να οικοδομήσεις «κοινωνικές συμμαχίες»…

 

 ΣΤ. ΙΣΤΟΡΙΑ (78)

 Επιμένουμε στις γνωστές θέσεις για τον «Δεκέμβρη» και παραβλέπουμε τη σύσκεψη της Καστανιάς (υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Βρετανικό Στρατηγείο), η οποία και καθόρισε τα μετέπειτα (Λίβανος, Καζέρτα, Δεκέμβρης), ξεχνώντας τι έχουν γράψει επίλεκτα μέλη του Κόμματος που μετείχαν τότε στα γεγονότα όπως ο Ιωαννίδης, ο Τρικαλινός, ο Κωτσάκης….

 

Ζ. ΣΤΕΛΕΧΗ  (4, 8, 10, 75)

 Επιμένουμε στο δόγμα «καλός σύντροφος, είναι ο καλός συνδικαλιστής». Δεν διαφωνώ ότι ο καλός συνδικαλιστής είναι και καλός σύντροφος, αλλά αυτό δεν φτάνει. Θυμίζω την –αν και αργοπορημένη– πολεμική του Στάλιν στο γλωσσολόγο Μαρ που με «επαναστατική φρασεολογία» είχε εξαπολύσει διωγμό σε όλους τους σοβιετικούς γλωσσολόγους καθυστερώντας την επιστήμη για δεκαετίες, ή του βιολόγου Λυσένκο που με την ίδια μεθόδευση έκανε την σιτοπαραγωγό ΕΣΣΔ να εισάγει σιτηρά από τον Καναδά. Ακόμη του οικονομολόγου Λίμπερμαν που παραμύθιαζε τον Χρουστσώφ ότι «αύριο το πρωί καταρρέει ο Καπιταλισμός» και εξώθησε την ΕΣΣΔ στην οικονομία της Αγοράς με αποτέλεσμα την διάλυσή της.  Όλοι ξέρουμε ότι αυτά ήταν συνέπειες του ότι ικανά σε διαδικασίες επανάστασης στελέχη του ΚΚΣΕ αλλά χωρίς επιστημονικές γνώσεις, παρασύρονταν γι’ αυτόν το λόγο από τις τάχα «επαναστατικές φρασεολογίες». Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν, που είχαν γράψει χιλιάδες σελίδες, δεν ήταν «εργασιομανείς», είχαν κατανοήσει το αυτονόητο, ότι «η Γνώση είναι Δύναμη». Πού είναι η συλλογική δουλειά στο Κόμμα, που αποτελεί θεμέλιο του Καταστατικού μας; Χρειαζόμαστε λενινιστικά στελέχη, όχι συντρόφους που απλά «συμφωνούν με την εισήγηση». Οι «Θέσεις», βλέπουν τα αποτελέσματα, αλλά δεν θέλουν να δουν τις αιτίες, και όταν δεν μελετάς το «γιατί» δεν μπορείς να πας στο «πώς».

  

Η. ΚΟΒ (68, 69,…)

 Οι ΚΟΒες μας ασχολούνται με τα τρέχοντα, απαραίτητα βέβαια, όπως η συλλογή των συνδρομών και η διακίνηση του Ριζοσπάστη, αλλά σπάνια με θέματα που τις αφορούν. Ακόμη, πολλές φορές διαμορφώνονται Αποφάσεις και Θέσεις έξω από την ΚΟΒα, «κεντρικά» και μάλιστα από ικανούς κατά τα άλλα συντρόφους που όμως δεν έχουν σχέση με τον τομέα της ΚΟΒας αλλά γνωρίζουν το αντικείμενό της «από δεύτερο» ή «τρίτο» χέρι μόνο μέσω εισηγήσεων κατώτερων οργάνων.

 

 Θ. ΚΛΕΙΣΙΜΟ

 Ο Μαρξισμός είναι «καθολική φιλοσοφία», και ο κομμουνιστής πρέπει να τα ξέρει όλα. Το κακό είναι ότι το δεχόμαστε μεν,  αλλά πρακτικά και αρνούμενοι τη Γνώση, νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα και μάλιστα «ιεραρχικά»: σε μια διαφορετική εκτίμηση, δίκηο έχει ο ανώτερος. Αποτέλεσμα: Μαρ, Λυσένκο. Λίμπερμαν, Χρουστσώφ, ΤΕΛΟΣ…

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Μπάμπη Σιδηρόπουλου

ΚΟΒ Μηχανικών Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ

 

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΒΑ

 Στη Θέση αναφέρεται ότι η ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων σε χώρες που επιδίωκαν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, όπως το Βιετνάμ και η Κούβα, χειροτέρευσαν την κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Κεντρική εισήγηση στο 7ο Συνέδριο του ΚΚ Κούβας υπογραμμίζει τη σοσιαλιστική αρχή της κυριαρχίας της ιδιοκτησίας όλου του λαού πάνω στα βασικά μέσα παραγωγής, καθώς και την ανάγκη να απαλλαχτεί το κράτος από άλλες δραστηριότητες που δεν είναι καθοριστικές για την ανάπτυξη του έθνους και τονίζει ότι οι συνεταιρισμοί, η αυτοαπασχόληση και η ιδιωτική μεσαία, μικρή και μικροεπιχείρηση δεν είναι από τη φύση τους αντισοσιαλιστικές ούτε αντεπαναστατικές και η τεράστια πλειοψηφία αυτών που δουλεύουν εκεί είναι επαναστάτες και πατριώτες που υπερασπίζονται τις αρχές και επωφελούνται από τις κατακτήσεις αυτής της Επανάστασης.

Πρώτα απ’ όλα, αναφερόμενοι στην Κούβα, πριν αποφανθούμε για την ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Κούβα πρέπει να γνωρίζουμε ότι πριν την επανάσταση η Κούβα ήταν μια τριτοκοσμική χώρα με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η επανάσταση στην Κούβα κατόρθωσε να πραγματοποιήσει σοβαρά βήματα οικονομικής ανάπτυξης. Ο κοινωνικός πλούτος διανεμήθηκε δίκαια. Στους τομείς της κοινωνικής πολιτικής (ιδίως στην υγεία και στην εκπαίδευση) η Κούβα υπήρξε πρωτοπόρα ακόμη και για τα δυτικοευρωπαϊκά δεδομένα. Ο λαός της Κούβας είχε πετύχει το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο σε όλη τη Λ. Αμερική. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1991 όταν η Κούβα έχασε τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους εξαιτίας των ανατροπών στην πρώην Σοβιετική Ένωση και τα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη.

Η Κουβανική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρόκληση, με μια δύσκολη πορεία με πολλές αντιθέσεις. Είναι αναγκασμένη να κάνει κάποιες επιμέρους παραχωρήσεις στον καπιταλισμό προκειμένου να δώσει μια ώθηση στην άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων με βάση τις υπαρκτές συνθήκες και όχι κάποιες άλλες, ιδεατές αλλά ανύπαρκτες. Βασικοί στόχοι όπως ισχυρίζεται, η άνοδος της αγροτικής εγχώριας παραγωγής με την παραχώρηση για εκμετάλλευση ακαλλιέργητων εκτάσεων γης και η αύξηση της παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα. Στις υπηρεσίες (εστιατόρια, ταξί, κομμωτήρια κλπ.) με τη νομιμοποίηση της ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ή και της συνένωσης των ατομικών παραγωγών σε συνεταιρισμούς επιχειρεί να ελέγξει οικονομικά και κοινωνικά μέρος του πληθυσμού που συσσώρευε παράνομα εισοδήματα από αυτές τις δραστηριότητες.

Η εμφάνιση ατομικής ιδιοκτησίας σε περιορισμένη έκταση αποτελεί, με μια έννοια, υποχώρηση από τη λογική της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής. Δεν αποτελεί όμως κάτι πρωτόγνωρο για τη μαρξιστική αντίληψη.

Ο Λένιν είχε εφαρμόσει το πρώτο διάστημα στη σοβιετική Ρωσία τη λεγόμενη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ). Τα άμεσα καθήκοντα που έμπαιναν ήταν η τροφοδοσία των πόλεων σε τρόφιμα, η άμεση λειτουργία της παραγωγής, ο εφοδιασμός της παραγωγής με καύσιμα και πρώτες ύλες, αλλά και το πολύ σημαντικό καθήκον της διατήρησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την τεράστια μάζα της αγροτιάς. Για το στέριωμα αυτής της συμμαχίας η εργατική εξουσία έπρεπε να είχε στα χέρια της τα απαραίτητα εφόδια που προέρχονται από τη βιομηχανία για την ανταλλαγή με τους αγρότες. Επίσης, για να προχωρήσει η ανάπτυξη της παραγωγικότητας στο χωριό (η συνεταιριστικοποίηση σε εκείνη τη φάση), απαιτούνταν η άνοδος της βιομηχανίας που θα τροφοδοτούσε, μέσω της σοσιαλιστικής παραγωγής, το χωριό με αγροτικά μηχανήματα, εργαλεία, λιπάσματα, αλλά και είδη ατομικής κατανάλωσης. Έτσι αποφασίστηκε η εφαρμογή της ΝΕΠ, δηλαδή η εκχώρηση επιχειρήσεων σε πρώην καπιταλιστές της Ρωσίας ή σε ξένους καπιταλιστές, για να τις λειτουργήσουν για ένα χρονικό διάστημα, η προσέλκυση μέσω αυτών νέας τεχνολογίας και εξοπλισμού, η προσέλκυση αστών ειδικών στην παραγωγή. Όλα αυτά, χωρίς να συνιστούν γενική νομοτέλεια της επανάστασης, σήμαιναν προσωρινή και χρονικά περιορισμένη υποχώρηση από τις σοσιαλιστικές σχέσεις, που σ’ αυτές τις συνθήκες υπήρξε απαραίτητη.

 

 Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 Στο κείμενο των θέσεων δεν υπάρχει αναφορά για την θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι από το 19ο Συνέδριο έχει δυναμώσει η οικονομική εξάρτηση της πατρίδας μας από το ξένο κεφάλαιο και το διεθνή ιμπεριαλισμό. Επιβεβαιώνεται ο πυρήνας της λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό, ότι δηλαδή μια ομάδα από μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη, τα οποία πραγματοποίησαν το μοίρασμα του κόσμου και που μάχονται για την ανακατανομή του, σε περίοδο ιμπεριαλισμού ληστεύουν όλα τα υπόλοιπα αστικά κράτη. Ο Λένιν διέκρινε τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, δηλαδή τα κράτη εισοδηματίες τοκογλύφους που κατέχουν μονοπωλιακή θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα από τις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες. Σήμερα αυτές οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν ως επικεφαλής τις ΗΠΑ και συμπεριλαμβάνονται σε αυτές λίγες χώρες της ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία).

 

 ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ

 Θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τη στρατηγική και την τακτική στη διαλεκτική τους ενότητα ως αδιαχώριστα στοιχεία της συνειδητής σχεδιασμένης πολιτικής πάλης του προλεταριάτου για τη σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση. Μεθοδολογικά όμως είναι αναγκαίο να τις διακρίνουμε. Επιπλέον πρέπει να αξιολογούμε πότε η τακτική δεν είναι αποτελεσματική και πώς άμεσα πρέπει να προσαρμοστεί λαμβάνοντας υπόψη το συσχετισμό δυνάμεων. Με ποια κριτήρια όμως αξιολογείται αν η τακτική είναι αποτελεσματική ή αν είναι ελλιπής πότε, πως και πόσο γρήγορα πρέπει να αλλάξει. Βασικά κριτήρια είναι αν ο στρατηγικός στόχος ήρθε πιο κοντά, αν κερδήθηκαν καλύτερες θέσεις στην πάλη με την αστική τάξη, αν άλλαξαν οι συσχετισμοί προς το καλύτερο για τις δυνάμεις του κόμματος αν υπήρξε «ανέβασμα της συνείδησης των μαζών και στη έκταση των συλλογικών ενεργειών τους». Όταν η επαναστατική πάλη αναπτύσσεται και αλλάζει, το κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει να γαντζώνεται σταθερά από τακτικές οι οποίες επιβίωσαν εξαιτίας της χρησιμότητάς τους στο παρελθόν. Το πιο επικίνδυνο και καταστρεπτικό λάθος που μπορεί να διαπράξει ένα επαναστατικό κόμμα νέου τύπου, βρίσκεται στο ότι μπορεί να παραμείνει σ’ εκείνες τις διατυπώσεις οι οποίες χθες ταίριαζαν, όμως δεν συμβαδίζουν με το σημερινό αλλαγμένο συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν οι στροφές της ιστορίας είναι απότομες. Επομένως, η στρατηγική, ιδιαίτερα όμως η τακτική, πρέπει να είναι ευέλικτες. Ο συσχετισμός μεταξύ των ανταγωνιστικών τάξεων υποτάσσεται σε μια διαρκή μεταβολή, στην αλλαγή της οποίας πρέπει να προσαρμοστεί και το κόμμα. Για να είναι αποτελεσματική η τακτική, απαιτείται η ικανότητα να χρησιμοποιεί τις πιο διαφορετικές μορφές πάλης, ανάλογα με τις συνθήκες και το συσχετισμό δυνάμεων, χρειάζεται ευελιξία για την πραγματοποίηση των αναγκαίων συμβιβασμών.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Τάκη Σούλιου

Αθήνα

 

 Το ΚΚΕ με το 19ο Συνέδριο υιοθέτησε την αντικαπιταλιστική αντιμονοπωλιακή γραμμή μεταφέροντας τη γραμμή αντιπαράθεσης στη βασική αντίθεση κεφάλαιο - εργατική τάξη, μονοπωλιακός/ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός - σοσιαλισμός/κομμουνισμός, αφήνοντας πίσω τα στάδια και τη συνεργασία με μερίδες της αστικής τάξης. Με αυτήν την επαναστατική γραμμή απέκρουσε τις επιθέσεις φιλίας που εξαπέλυσε ο οπορτουνισμός την περίοδο 2012-2015 καταφέρνοντάς του ίσως το σημαντικότερο πλήγμα παγκόσμια μετά την αντεπανάσταση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε αυτήν την ιστορική στιγμή το ΚΚΕ ήταν παρόν.

Η ανάκτηση της επαναστατικής θεωρίας είναι προϋπόθεση της επαναστατικής πράξης, δεν οδηγεί όμως αυτόματα σ’ αυτήν, είναι το ζητούμενο και αυτό είναι το βασικό καθήκον που θέτει το 20ό Συνέδριο: το χτίσιμο ενός ισχυρού επαναστατικού κόμματος ικανού να ηγηθεί της επαναστατικής ανατροπής.

Οι επισημάνσεις μου για τις θέσεις, οι οποίες συνιστούν ένα επαναστατικό θεωρητικό εργαλείο, είναι:

1. Το μέρος των θέσεων για την κατάσταση της εργατικής τάξης (θέσεις 23, 24) χρήζει βαθύτερης τεκμηρίωσης. Οι προβληματικές αστικές στατιστικές επεξεργασίες, στις οποίες βασίζεται, αδυνατούν να εμφανίσουν τη σημερινή κατάσταση και τις μορφές της. Δεδομένου ότι οι τελευταίες αναλύσεις του κόμματος αναφέρονται στη δεκαετία του ’90, η εξέταση του ζητήματος συνιστά πρώτιστη ανάγκη. Για την πληρέστερη ανάλυση θα πρέπει να έχουμε κατά νου: α) τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύθηκαν το ζήτημα ο Ένγκελς στην «κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο και ο Λένιν, οι οποίοι πέραν των ποσοτικών, έκαναν χρήση και ποιοτικών στοιχείων (αφηγήσεις, προσωπικές μαρτυρίες κλπ.). Θα πρέπει δηλ. να γίνει χρήση όλων των εργαλείων της σύγχρονης στατιστικής (ποσοτικές και ποιοτικές μέθοδοι κλπ.). β) Η εργατική τάξη, κατά τον Μαρξ, χωρίζεται σε ενεργή εργατική τάξη (εργαζόμενοι) και σε εφεδρική (κατά βάση μερικώς απασχολούμενοι και άνεργοι). Η διάκριση αυτή είναι μεθοδολογική και όχι οντολογική δηλ. δεν πρόκειται για διαφορετικές τάξεις αλλά για επί μέρους μορφές, η εναλλασσόμενη σχέση των οποίων καθορίζει μεταξύ των άλλων, σε «χοντρές γραμμές, τις γενικές κινήσεις του μισθού». γ) Ο Μαρξ συμπεριλαμβάνει τους μερικώς απασχολούμενους, έννοια διαφορετική από αυτήν του μισοπρολετάριου, στην εφεδρική εργατική τάξη διότι ο μισθός τους είναι κατά πολύ κατώτερος από το επίπεδο αναπαραγωγής.

Επομένως: Εργατική Τάξη = Ενεργή (εργαζόμενοι) + εφεδρική (μερικώς απασχολούμενοι + άνεργοι).

Ο συνυπολογισμός των μερικώς απασχολουμένων και των ανέργων στην έννοια της εφεδρικής εργατικής τάξης, σήμερα που η ραγδαία αύξησή τους αποκτά μονιμότητα λόγω της βαθειάς κρίσης, πέραν της ουσίας είναι και ζήτημα βαθειά πολιτικό καθώς διαχωρίζει κάθετα τη μαρξιστική ανάλυση από προσεγγίσεις (αστικές, οπορτουνιστικές) που το θεωρητικό τους οπλοστάσιο αδυνατεί να «δει» την εξαθλίωση μιας μεγάλης μάζας ανθρώπων που εργάζονται με μισθούς πείνας, αδυνατεί να «δει» τη διαλεκτική ενότητα της εργατικής τάξης.

2. Η υιοθέτηση της αντικαπιταλιστικής αντιμονοπωλιακής γραμμής οδηγεί στη θέση για αποδέσμευση από την ΕΕ με εργατική εξουσία. Δεν τίθεται δηλ. και σωστά ως σκαλί για την εργατική εξουσία η έξοδος από την ΕΕ, πόσο μάλλον η έξοδος από το ευρώ. Όμως οι αντιθέσεις που οξύνονται υπό τη δράση του νόμου της ανισομετρίας, φουντώνουν τον ευρωσκεπτικισμό καθιστώντας τη συζήτηση για το «εθνικό» νόμισμα και δευτερευόντως για την ΕΕ κομβικό σημείο εκτροπής προς τον οπορτουνισμό και τον εθνικισμό αλλά και εργαλείο χειραγώγησης και ιδεολογικής τρομοκρατίας. Δεδομένου ότι το «ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα» στην Ελλάδα είναι υπό διαμόρφωση, (θέση 30), είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν τα αναγκαία επιχειρήματα, ενδεχομένως και κάποιοι ελιγμοί, ώστε η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της να αντιμετωπίσουν το φόβο και την ιδεολογική τρομοκρατία που σπέρνουν οι παθιασμένοι οπαδοί του συστήματος. Επιχειρήματα για την επόμενη μέρα της εξόδου από την ΕΕ και το νόμισμα της εργατικής/λαϊκής εξουσίας το οποίο θα λειτουργεί ως απλό μέσο τόσο στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών της νέας εποχής, όσο και στις σχέσεις με άλλες χώρες με τις οποίες το σοσιαλιστικό/εργατικό κράτος θα έχει οικονομικές συναλλαγές. Ο φόβος ξεπερνιέται με τη γνώση.

3. Το τελευταίο διάστημα εκ μέρους των εντεταλμένων οργάνων της αστικής εξουσίας βγαίνουν στην επιφάνεια πλήθος αναλύσεων για τον ελληνικό εμφύλιο, τον Ζαχαριάδη, τη σοβιετική περίοδο, τον Στάλιν, όλες στα πλαίσια του αντικομμουνισμού. Αρκεί η παρακάτω αναφορά για να αντιληφθούμε το μέγεθος: «…Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να απαλλαγούν… οι νεότερες γενιές από το σάβανο της κομμουνιστικής επικυριαρχίας…» (Τ. Θεοδωρόπουλος, «Καθημερινή» 22/1/17). Ο τρόμος που βιώνει το καπιταλιστικό σύστημα στο ενδεχόμενο ανόδου του εργατικού κινήματος ερμηνεύει αυτήν τη στάση. Οι αστοί άλλωστε είναι προνοητικοί. Το κόμμα έχει αναφερθεί σ’ αυτά τα ζητήματα με το 18ο Συνέδριο, όμως πρέπει να γίνουν συστηματικότερες τοποθετήσεις και ειδικά για τον Στάλιν και την περίοδο που ηγήθηκε, πρέπει να επιδειχθεί περισσότερο θάρρος. Συχνά αφήνουμε τους άλλους να μιλάνε για τον Στάλιν και το «σταλινισμό» μας. Ίσως είναι η στιγμή να μιλήσουμε εμείς για τον επαναστάτη, με ειδικά αφιερώματα, ημερίδες, μελέτες κλπ.

4. Για την προπαγάνδα: 1. Το ραδιόφωνο είναι το αποτελεσματικότερο μέσο. Γι’ αυτό επανίδρυση ραδιοσταθμού. 2. Για τον Ριζοσπάστη: α) Η ιστοσελίδα του Ριζοσπάστη δεν πρέπει να αναρτά όλο το σώμα της εφημερίδας, παρά κάποια στοιχεία και αυτά μεταχρονολογημένα. β) Να υπάρξει στήλη για τους φίλους και οπαδούς του κόμματος, ειδικά των νέων σε ηλικία. γ) Συστηματική αρθρογραφία των μελών του ΠΓ, του Γραμματέα και των μελών της ΚΕ. δ) Αφαίρεση των σελίδων της τηλεόρασης, αλλαγή της στήλης των αναφορών σε συντρόφους που έχουν φύγει από τη ζωή με αφαίρεση των φωτογραφιών. ε) Στήλη με μορφή σχολίων, σκίτσων, κατά βάση ειρωνικών, με στόχο την συστηματική αποδόμηση της αστικής ιδεολογίας και του οπορτουνισμού, κάτι που γίνεται με επιτυχή τρόπο στον Οδηγητή. ζ) Πολλά πρωτοσέλιδα και αναφορές είναι πανομοιότυπα. η) Η προσπάθεια εκλαΐκευσης οδηγεί σε υπεραπλουστεύσεις. Η εργατική τάξη σήμερα δεν βρίσκεται στην εποχή του ’60 καθώς και ο πλέον ανειδίκευτος εργάτης είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γράφει, διατυπώνει σκέψεις. ι) Οι διαφημίσεις σε ένα όργανο επαναστατικού κόμματος δεν έχουν καμία θέση.

5. Η θέση για τον πόλεμο είναι καταλυτική για όλη την λειτουργία του κόμματος. Γίνεται απολύτως καθαρό ότι η συμμετοχή σ’ αυτό δεν συνιστά περίπατο στην ακροθαλασσιά, αλλά συνεπάγεται διώξεις, θυσίες και ανιδιοτελή προσφορά. Η ωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα σε επαναστατικές συνθήκες κρίνεται από την πολιτική ωρίμανση και την ικανότητα δράσης στις μη επαναστατικές συνθήκες.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

του Παύλου Ταμουρίδη

 

 Στο κεφάλαιο των Θέσεων για την κατάσταση στο Διεθνές Κομμουνιστικό κίνημα γίνεται αναφορά στις εξελίξεις στη Κίνα και σε άλλες χώρες (Βιετνάμ, Κούβα) που παλαιότερα επεδίωκαν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού (πάντοτε σύμφωνα με το κείμενο). Στην αναφορά αυτή δεν γίνεται καμία τοποθέτηση για το καθοριστικό ζήτημα δηλαδή ποια τάξη βρίσκεται στην εξουσία στις χώρες αυτές. Και βέβαια μένει αναπάντητο και το ερώτημα εάν τα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών αυτών είναι κόμματα της εργατικής ή της αστικής τάξης. Αντίθετα χρησιμοποιούνται όροι όπως «καπιταλιστικοποίηση» και «ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων» οι οποίοι είναι ασαφείς και δεν δίνουν συγκεκριμένες απαντήσεις. Δεν γίνεται επίσης καμία αναφορά στο θεμελιακό ζήτημα των χαρακτηριστικών του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου και ιδιαίτερα του πυρήνα του που είναι όπως και σε κάθε κράτος οι κατασταλτικοί μηχανισμοί. Αποσιωπάται πλήρως η σαφής και κατηγορηματική θέση του Μαρξ και του Λένιν ότι στο κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν υπάρχει μόνιμος στρατός και αστυνομία αλλά οι οπλισμένοι εργάτες αναλαμβάνουν τα καθήκοντα της προστασίας της ταξικής κυριαρχίας τους. Το ΚΚΕ οφείλει να διευκρινίσει αν ο κρατικός μηχανισμός σε χώρες όπως η Κίνα, το Βιετνάμ και η Κούβα έχει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δικτατορίας του προλεταριάτου όπως την περιγράφουν (με εξαιρετική σαφήνεια) ο Μαρξ και ο Λένιν. Το ίδιο φυσικά πρέπει να γίνει και για τη Σοβιετική Ένωση (από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μετά όταν εξαφανίζονται τα χαρακτηριστικά της δικτατορίας του προλεταριάτου και θεσμοθετείται αυτή η εξαφάνιση με το Σύνταγμα του 1936) καθώς και για τις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Και βέβαια να εξάγει και τα απαραίτητα συμπεράσματα για το χαρακτήρα της ταξικής κυριαρχίας στις χώρες αυτές. Και αυτό όχι απλά για να λυθούν κάποιες ιστορικές εκκρεμότητες αλλά για να μην επαναληφθούν οι ίδιες πρακτικές που δεν οδηγούν παρά μόνο σε ήττα. Έτσι οφείλει και το ίδιο να αναδιατυπώσει άμεσα το μέρος εκείνο του προγράμματός του που αναφέρεται στους κατασταλτικούς μηχανισμούς όπου για την μεν Αστυνομία δεν γίνεται καμία αναφορά για τον δε στρατό επιφυλάσσει στην εργατική τάξη έναν καθαρά διακοσμητικό ρόλο («αξιοποιείται η θετική πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όπου τα καθήκοντα περιφρούρησης δεν εκτελούνται μόνο από τα μόνιμα ειδικά σώματα αλλά και από επιτροπές εργατών»). Στο πρόγραμμα πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια ότι τόσο ο στρατός όσο και η αστυνομία, εκτός από τον εντελώς απαραίτητο αριθμό ειδικευμένου προσωπικού με τις απαιτούμενες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, θα αποτελούνται από εργάτες. Αυτοί θα ασκούν ιδεολογικό και πολιτικό έλεγχο στα μέλη του μόνιμου μηχανισμού και θα έχουν αποφασιστικό λόγο για τη στελέχωσή του μέσα και από εκλογικές διαδικασίες.

Το γεγονός ότι μέχρι το 2013 (19ο Συνέδριο) η στρατηγική του ΚΚΕ βρίσκονταν καθηλωμένη στο τέλμα του ΑΑΔΜ, της συγκαλυμμένης δηλαδή θεωρίας των σταδίων δείχνει με τον πιο αναντίρρητο τρόπο την εξαιρετικά ισχυρή παρουσία και επιρροή του οπορτουνισμού στις γραμμές του. Η θετική αυτή αλλαγή στη στρατηγική του μετά από σχεδόν οκτώ δεκαετίες δεν συνοδεύτηκε από μια σε βάθος κριτική της περιόδου που υιοθετήθηκε (μέσα της δεκαετίας του 1930). Το γεγονός ότι το 7ο Συνέδριο της Κομ. Διεθνούς ουσιαστικά καλεί τα Κομμουνιστικά Κόμματα να εγκαταλείψουν την πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση και να στοιχηθούν πίσω από την αστική τάξη της χώρας τους ή τμημάτων της στο όνομα του φασιστικού κινδύνου, το γεγονός ότι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος (η σοσιαλδημοκρατία) αναγορεύεται σε ζωτικό σύμμαχο, ότι στην ουσία εγκαταλείπεται ολόκληρη η πολιτική θεωρία του Λενινισμού για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, δεν οδήγησαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις διεργασίες και την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη Σοβιετική Ένωση καθώς και το ρόλο της ηγεσίας της. Όταν μάλιστα το ΚΚΣΕ έδρασε κυριολεκτικά σαν Δούρειος Ίππος μέσα στο Κομμουνιστικό Κίνημα στην προσπάθεια ρυμούλκησής του σε αυτήν τη στρατηγική η οποία όχι μόνο ήταν ολέθρια αλλά και οι συνέπειές της θα αποδειχθούν πολύ πιο ανθεκτικές ακόμη και από αυτές της προδοσίας της ηγεσίας της Β΄ Διεθνούς το φθινόπωρο του 1914. Εκείνες σε μεγάλο βαθμό ξεπεράσθηκαν μετά από τρία χρόνια ενώ οχτώ δεκαετίες μετά το 7ο συνέδριο της Κ.Δ. το Κομμουνιστικό Κίνημα βρίσκεται σε κατάσταση ολοκληρωτικού εκφυλισμού…

Η άρνηση του ΚΚΕ να διαρρήξει τους δεσμούς με τον οπορτουνισμό εκφράζεται και με τη διατήρηση σχέσεων με μια σειρά κόμματα που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τα κόμματα που συμμετέχουν στο ΚΕΑ. Μόνο ένα είδος σχέσεων μπορεί να υπάρχει με τα κόμματα αυτά: η κατηγορηματική προτροπή να τα εγκαταλείψουν όσοι μαρξιστές-λενινιστές υπάρχουν (αν υπάρχουν) στις γραμμές τους και να προχωρήσουν στην ίδρυση επαναστατικού κόμματος. Κατά τα άλλα με τον οπορτουνισμό ούτε «συζητάς», ούτε «ανταλλάσεις απόψεις» ούτε «επιδιώκεις κοινές δράσεις». Με τον οπορτουνισμό βρίσκεσαι σε διαρκή πόλεμο. Μόνο αφελείς μπορεί να πιστεύουν ότι κόμματα που επί δεκαετίες συμπορεύονται με την αστική τάξη θα πεισθούν να ακολουθήσουν, εξ αιτίας της επίδρασης που θα ασκήσει επάνω τους ένα επαναστατικό κόμμα, ένα διαφορετικό δρόμο. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή ενισχύεται το οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο επαναστατικό κόμμα… Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πού οδηγούν αυτές οι σχέσεις είναι η εκδήλωση στο Σπόρτιγκ με το ΚΕΚΡ και τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Συρίας και της Τουρκίας . Τα δύο από αυτά στηρίζουν την αστική τάξη της χώρας τους στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στη Συρία και την Ουκρανία και το τρίτο είναι ενοχλημένο γιατί η αστική τάξη της χώρας του διάλεξε εκείνον και όχι τον άλλον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό. Ο καθένας ας αναρωτηθεί αν με όσα ακούσθηκαν στην εκδήλωση αυτή εμπεδώθηκαν η υπονομεύθηκαν οι, σε σωστή κατά τα άλλα κατεύθυνση, θέσεις του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο…

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Μανώλη Τσιτσιρίδη

ΤΟ ΑΕΙ-ΤΕΙ Πάτρας του ΚΚΕ

 

Συμφωνώ με τις θέσεις της ΚΕ. Ως ΚΟΒ Πολυτεχνείου, του χώρου που κατεξοχήν παράγει το επιστημονικό προλεταριάτο των περισσότερων εργασιακών χώρων που ιεραρχεί το κόμμα μας, πιστεύω ότι πρέπει να τονίσουμε κάποια πράγματα σχετικά με το άνοιγμα που κάνουμε τα τελευταία χρόνια με το επιστημονικό αντικείμενο ανά σχολή. Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτή η διαδικασία, η έρευνα, η επεξεργασία και η παρουσίαση δεν γίνεται με σκοπό την καλύτερη παρέμβαση στο χώρο, αλλά πρώτα και κύρια για την ολοκλήρωση της δικιάς μας αντίληψης, την εξειδίκευση της πρότασης του κόμματος στον κλάδο, τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση των εξελίξεων. Η παρέμβαση μας ενισχύεται όσο εμείς γινόμαστε καλύτεροι σε αυτά, όταν η ΚΟΒ και οι ΟΒ είναι έτοιμες να ανοίξουν μέτωπο ιδεολογικοπολιτικό με τους κλάδους της βιομηχανίας.

Θα προσπαθήσω να ιεραρχήσω κάπως, κάποια στοιχεία που βοηθάνε. Πρώτον απαιτείται τακτική παρακολούθηση των εξελίξεων στον κλάδο. Γρήγορα αντανακλαστικά για τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης για τον κλάδο, τους ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται διεθνώς και εγχώρια, τις αντιθέσεις που οξύνονται, τις πραγματικές δυνατότητες που δημιουργούνται από την πρόοδο της τεχνογνωσίας και τις παραγωγικές δυνάμεις που καταστρέφονται ή μένουν αναξιοποίητες εφόσον οργανώνονται με βάση το καπιταλιστικό κέρδος.

Επιπλέον κομμάτι αυτού είναι η παρακολούθηση των επιστημονικών εξελίξεων και δεν πρέπει να υποτιμούνται καθόλου. Ο Ριζοσπάστης έχει λίγα άρθρα κάποιες Κυριακές που αφορούν τους χώρους μας αλλά μένουν αναξιοποίητα. Απέχουμε πολύ από το να μπορούμε να ανοίγουμε σύγχρονα επιστημονικά μέτωπα αλλά απαξιούμε και να τα παρακολουθούμε. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε την κάθε επιστήμη με την ίδια σοβαρότητα όπως και την «δικιά μας», την πολιτική επιστήμη. Αν δεν το κάνουμε, αφήνουμε ανενόχλητη την αστική ιδεολογία, τη μεταφυσική και τον ιδεαλισμό να φτάνουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα σκοταδισμού τόσο τους επιστήμονες όσο και τον υπόλοιπο λαό. Η παρακολούθηση επιστημονικών περιοδικών, ημερίδων και συνεδρίων πρέπει να μπει στο πρόγραμμα μας, με στόχο να μπορούμε να οργανώνουμε, να παρεμβαίνουμε τακτικά. Τα παραπάνω θα βοηθήσουν με κάποιο κόσμο που μας βλέπει σαν πολιτικούς «επιστημονίσκους» να αντιληφθούν καλύτερα ο μαρξισμός-λενινισμός, η κοσμοθεωρία μας δεν είναι καθόλου ξεκομμένη από τις υπόλοιπες επιστήμες, αλλά τις συμπληρώνει ακριβώς εκεί που τις χρειάζεται ο άνθρωπος, στη σχεδιασμένη δράση για την πρόοδο της κοινωνίας.

Επόμενο εξίσου σημαντικό είναι τα εργασιακά του κλάδου. Να μπορούμε να παρουσιάζουμε μια εικόνα της υπεραξίας που παράγεται, δηλαδή της εκμετάλλευσης, έτσι να αποκαλύπτουμε τα τεράστια κέρδη αλλά και τους όρους της σύγχρονης σκλαβιάς. Χρειάζεται καλύτερη επιμέλεια δεδομένου των πολλών μεταναστεύσεων νέων επιστημόνων προς το εξωτερικό να γίνει έρευνα και ανά χώρα. Να λάβουμε υπόψη ότι είναι κατεύθυνση της εργασιακής αγοράς της ΕΕ η κινητικότητα όλων των εργαζομένων και πολύ ειδικά για το υψηλά εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό της Ελλάδας.

Τέλος και το πιο δύσκολο είναι η εικόνα του κλάδου στην εργατική εξουσία. Εδώ συνήθως καταλήγουμε κάπως αποκομμένα με τα υπόλοιπα ιδεολογικά μέτωπα. Κυρίαρχα στο χώρο μας είναι η κρίση (αναπόφευκτη, κομμάτι του κύκλου του καπιταλισμού) και ο πόλεμος (συνέχεια του ανταγωνισμού, της ίδιας πολιτικής με άλλα μέσα, μέθοδος καταστροφής κεφαλαίων) αλλά δεν πρέπει να υποτιμούμε και τα υπόλοιπα, όπως κρατικές αντί ιδιωτικών επενδύσεων, εξωστρέφεια της παραγωγής, καινοτομία και επιχειρηματικότητα της τεχνολογίας, αύξηση της παραγωγικότητας και σύνδεση της με τον μισθό, γενικά με τις νομοτέλειες του καπιταλισμού, τις διάφορες μορφές διαχείρισης του και την φύση του κράτους. Αν δεν απαντηθούν όλα αυτά δεν μπορεί ένας νέος να φανταστεί μια κοινωνία χωρίς τον ανταγωνισμό σαν τροχό ανάπτυξης, τον ηγετικό ρόλο του εργαζόμενου στην οργάνωση της παραγωγής και στη διεύθυνση του κράτους, την οργάνωση της ίδιας της παραγωγής με γνώμονα τις διευρυνόμενες ανάγκες της κοινωνίας και όχι την εμπορευματική αξίας αυτής, πόσο μάλλον πιο σύνθετα ζητήματα όπως τον κοινωνικό ρόλο του επιστήμονα.

Το αστικό πανεπιστήμιο δεν μαθαίνει τη νεολαία να μελετά, να ερευνά, να επεξεργάζεται και να βγάζει συμπεράσματα, οπότε εμείς φροντίζοντας για την αυτομόρφωση μας, με τα κατάλληλα ερεθίσματα μπορούμε να σπρώξουμε και την υπόλοιπη νεολαία. Πολλά από αυτά τα ερεθίσματα βρίσκονται στο κομμάτι του επιστημονικού αντικειμένου.

Το προηγούμενο διάστημα μετρήσαμε πολλά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Οι μορφές που αξιοποιήσαμε, με ερωτηματολόγια και ομάδες εργασίας έβγαλαν στο φως κάποιες αντιφατικές αντιλήψεις των φοιτητών για την οικονομία, την επιστήμη και το πανεπιστήμιο. Επιβεβαιώνεται η αποπροσανατολιστική παρέμβαση της αστικής ιδεολογίας. Συναντάμε ότι για την οικονομία και τις αναδιαρθρώσεις στους διάφορους κλάδους φταίει η πολιτική διαχείριση από κυβερνήσεις ή κάποιες φορές από την ΕΕ, αλλά όταν πρόκειται για αναδιαρθρώσεις σε μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους που ελέγχουν στην ουσία την πορεία των κλάδων και φαίνεται με στοιχεία ότι ακόμα και μέσα στην κρίση είχαν υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και κερδών το φταίξιμο για συγχωνεύσεις, απολύσεις, αυξήσεις στα τιμολόγια και μειώσεις μισθών πάει στην «κακοδιαχείριση» των διευθυντών, τον εγωισμό και την πλεονεξία των επιχειρηματιών, κάποιες φορές και «καλά κάνουν». Από την άλλη όσον αφορά το πανεπιστήμιο όλοι θέλουν να είναι δωρεάν και δημόσιο αλλά υπάρχει στο μυαλό πολλών η ντε φάκτο υποχρηματοδότηση, οπότε αρκετοί θα δέχονταν επιχειρήσεις να χρηματοδοτούν τα εργαστήρια και τις έρευνες, ενώ ακόμα λιγότεροι θα δέχονταν να πλήρωναν κάτι για να αναβαθμίσουν την ποιότητα των σπουδών τους ή έστω την αναγνώρισή τους από τις επιχειρήσεις. Τέλος, για το ρόλο του επιστήμονα υπάρχει σε μεγάλο βαθμό η άποψη ότι σαν μηχανικοί πρέπει να ολοκληρώσουμε το έργο που μας αναθέτουν χωρίς να κρίνουμε το περιεχόμενο και τον προορισμό του, ακόμα και αν χρησιμοποιείται για πολεμικούς σκοπούς, ότι η τεχνολογική έρευνα είναι ανεξάρτητη της πολιτικής. Όλα αυτά αποτέλεσαν πεδίο για πλούσια συζήτηση και υλικό για επεξεργασία της δράσης μας στη συνέχεια. Σε κάποιους χώρους μπορέσαμε και ειδικεύσαμε καλύτερα με αυτές τις μορφές, ενώ αλλού μείναμε στα γενικά. Μπορούμε να δούμε το επόμενο διάστημα νέες μορφές ειδικά για κάποιους χώρους που θα συσπειρώσουν στα πιο ειδικά ζητήματα του κλάδου τους πέρα από τις γενικές κατευθύνσεις. Αυτό θα χρειαστεί περισσότερη μελέτη και προετοιμασία από εμάς.

Τέλος να μη μείνει η εντύπωση ότι με αυτό ασχολιόμαστε επετειακά, μια φορά το χρόνο για μια εκδήλωση. Να μείνει μόνιμη ανησυχία και αναζήτηση, θα είναι μια αστείρευτη πηγή θωράκισης και εκσυγχρονισμού της δουλειάς μας.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Σεραφείμ Τσιώνου

ΚΟΒ Βλαχομαλά Καρδίτσας του ΚΚΕ

 

Μπροστά στο 20ό Συνέδριο του Κόμματος πρέπει να εξετάσουμε ζητήματα που προέκυψαν από την τακτική μας σε εφαρμογή της στρατηγικής μας και του Προγράμματος.

Σύμφωνα με τον πρόλογο των θέσεων το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, τη θέση της στην ΕΕ κλπ. Σε καμία από τις θέσεις (Θ. 17, 18, 19) που απαρτίζουν το δεύτερο κεφάλαιο δεν αναφέρεται ποια είναι η θέση της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Στο Πρόγραμμα του Κόμματος αναφέρεται ότι: «Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ». Η παραπάνω θέση που ισχύει αλλά δεν αναφέρεται στο κείμενο των θέσεων πρέπει να διορθωθεί στο παρόν συνέδριο.

Η Ελλάδα στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από το 19ο Συνέδριο αποδείχτηκε με τα τρία προς το παρόν μνημόνια ότι είναι εξαρτημένη χώρα (όχι με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις) και για όλα τα ζητήματα αποφασίζουν οι Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές με τη στήριξη μερίδας της αστικής τάξης της Ελλάδας.

Εάν συνδυάσουμε το δεύτερο με το τρίτο κεφάλαιο (Θ. 30-31) θα παρατηρήσουμε ότι λείπει η θέση μας για την αποδέσμευση από την ΕΕ. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να θυμίσω την απόφαση της συνδιάσκεψης για την ΕΟΚ το 1993 και την ανακοίνωση της ΚΕ για τα 32 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ-ΕΕ. Συμπερασματικά, επαληθεύονται πλήρως οι απόψεις που περιέχουν οι παραπάνω δύο αποφάσεις για τη θέση της Ελλάδας μέσα στον ιμπεριαλιστικό οργανισμό της ΕΕ. Αναφέρω μερικά αποσπάσματα: «Η αντίληψη ΕΟΚ=μονόδρομος και όλη η φιλολογία περί “Ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού” επιδιώκουν να συγκαλύψουν την ταξική ουσία και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής. Κέρδη δηλαδή για την ντόπια και ξένη οικονομική ολιγαρχία και φτώχια, ανεργία, πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και τοποθέτηση της Ελλάδας στο περιθώριο […] Η μόνη πολιτική που μπορεί να δώσει λύσεις στα μεγάλα προβλήματα των εργαζομένων και της χώρας βρίσκεται σε κατεύθυνση ακριβώς αντίθετη από το δρόμο της εξάρτησης και των πολυεθνικών […] Η αποδέσμευση, η έξοδος της χώρας μας από την ΕΟΚ και η αναζήτηση εναλλακτικών μορφών συνεργασίας στον ευρωπαϊκό και βαλκανικό χώρο, στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής, ισότιμης συμμετοχής στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η αποδέσμευση θα αποτελέσει σημαντική συμβολή στον αγώνα για αποδυνάμωση και ανατροπή της καπιταλιστικής ενοποίησης…».

Μετά τα παραπάνω πρέπει να ξαναδούμε τη νέα θέση μας ότι η αποδέσμευση από την ΕΕ έχει νόημα μόνο όταν ο λαός πάρει τη λαϊκή εξουσία. Η αποδέσμευση (και χωρίς λαϊκή εξουσία) θα αποτελέσει ρήγμα στους κόλπους των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών και της λυκοσυμμαχίας τους και θα βοηθήσει την υπόθεσή μας. Προφανώς συνδέεται και συμβάλλει στο στρατηγικό στόχο, χωρίς να σημαίνει ότι οδηγεί σε μεταβατικό στάδιο ή κυβέρνηση αστικής διαχείρισης.

Η Θ. 44 καθορίζει τη στρατηγική και την τακτική μας σε περίπτωση εμπλοκής της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Η θέση αυτή μπορούμε να πούμε ότι είναι παρόμοια με τη θέση του Λένιν στις τότε συνθήκες της Οκτωβριανής επανάστασης. Οι συνθήκες βέβαια σήμερα είναι διαφορετικές. (Λένιν, Άπαντα, τόμος 32ος). Είναι σωστό, σε περίπτωση ενός τέτοιου πολέμου, η ΚΕ και όλο το κόμμα –αναλόγως των τότε συνθηκών– να εκτιμήσουν βήμα-βήμα την κατάσταση και να έχουμε ευέλικτη τακτική για την αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων προκύπτουν.

Η πείρα από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την τριπλή κατοχή της Ελλάδας είναι συγκεκριμένη: Η πρωτοβουλία του ΚΚΕ να δημιουργήσει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ πατούσε στις σωστές αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν. Γι’ αυτό η αντίσταση κατά των εισβολέων-κατακτητών μεγαλούργησε. Η μετέπειτα αρνητική εξέλιξη οφειλόταν στην αδυναμία και τα λάθη της ηγεσίας να εφαρμόσει τις αποφάσεις της Kομιντέρν που τόνιζε ότι: «Η κυβέρνηση του ενιαίου ή λαϊκού μετώπου περικλείνει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε κυβέρνηση της επαναστατικής-δημοκρατικής δικτατορίας της εργατικής τάξης και της αγροτιάς» (βλ. ιστορική επιτομή Βερολίνο 1970). Τέλος μπαίνει ένα ερώτημα, πώς εφαρμόζεται η σημερινή θέση μας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που δέχεται η Συρία και πώς πρέπει να ενεργήσει το κομμουνιστικό κίνημα εκεί;

Στη Θ. 55 σωστά αναφέρεται ότι: «το ΠΑΜΕ είναι μέτωπο συσπείρωσης σωματείων, εργατικών κέντρων, Ομοσπονδιών, επιτροπών αγώνα, συνδικαλιστών…». Μετά το 18ο Συνέδριο και ιδιαίτερα μετά το Δεκέμβρη του 2009 μέχρι σήμερα, το ΠΑΜΕ δεν λειτουργούσε σύμφωνα με την παραπάνω θέση που είναι και η ιδρυτική του διακήρυξη. Και πιο κάτω (παρ. 7) αναφέρεται για τη συνδιάσκεψη του ΠΑΜΕ το Νοέμβρη του 2016 που αποφάσισε: «την ενίσχυση της οργάνωσης της εργατικής τάξης στα σωματεία, τη λειτουργία των συνδικάτων… την προώθηση της ενότητας της εργατικής τάξης». Τη σωστή αυτή θέση την είχα επισημάνει στον προσυνεδριακό του 19ου: «Υπάρχει σύγχυση στην ακολοθούμενη τακτική… Η απόφαση να προχωρήσουμε μόνοι μας στην ίδρυση παράλληλων ταξικών πρωτοβάθμιων κλαδικών συνδικάτων ήταν λαθεμένη όπως απέδειξε η ζωή. (βλ. Λένιν: για τα συνδικάτα, σελ. 46). Παραμελήσαμε τη δουλειά στα πρωτοβάθμια σωματεία-ομοσπονδίες που δεν ελέγχαμε… Στα σωματεία και τις ομοσπονδίες είναι δυνατή η συσπείρωση όλων των εργαζομένων και με την καλύτερη και ουσιαστικότερη παρέμβασή μας, η αλλαγή των αρνητικών συσχετισμών. ΠΡΟΤΑΣΗ: Δουλειά στα πρωτοβάθμια σωματεία, ουσιαστική επαναλειτουργία της παράταξης».

Τώρα στο χέρι μας είναι να υλοποιήσουμε στην πράξη τη σωστή αυτή θέση.

Επίσης, θέλω να τονίσω τα εξής:

1. Οι θέσεις χρειάζονται αρκετή δουλειά για την παραπέρα επεξεργασία και επεξήγηση ορισμένων βασικών ζητημάτων με σκοπό να εκλαϊκευτούν και να γίνουν περισσότερο κατανοητές όχι μόνο από τα μέλη αλλά και από τους φίλους του κόμματος.

2. Το κείμενο των θέσεων είναι μεγάλο (105 σελ.), το αντίστοιχο του 16ου (48 σελ.). Μπορεί να γίνει μικρότερο εάν πυκνώσει σε αρκετά σημεία και αποφευχθούν επαναλήψεις.

Τέλος, πιστεύω ότι μετά τον προσυνεδριακό η ΚΕ πρέπει να λάβει υπόψη της τις τεκμηριωμένες απόψεις, παρατηρήσεις και προτάσεις των μελών και φίλων του κόμματος, ως συμβολή στη διατήρηση των Μαρξιστικών-Λενινιστικών χαρακτηριστικών του κόμματος ΝΕΟΥ ΤΥΠΟΥ, ώστε με την καθοριστική συμβολή όλων μας να θεριέψει η ταξική πάλη, να πάψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και να υλοποιήσουμε το στρατηγικό μας στόχο, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

 

 

ΓΙΑ ΤΑ ΤΟΜΕΑΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

της Έφη Χαλιού

ΤΟ Χρηματοπιστωτικού ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ

 

 Οι βάσεις για την πιο ολοκληρωμένη συζήτηση –εσωκομματικά και στο λαό– έχουν ήδη μπει με τις αποφάσεις των προηγούμενων Συνεδρίων του Κόμματός μας, και ιδίως με το 18ο και 19ο, στα οποία καταλήξαμε σε πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα για τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα και στο πρόγραμμα του Κόμματός μας αντίστοιχα. Αποφάσεις οι οποίες πατούν στην αντικειμενική πραγματικότητα, στις εξελίξεις που γεννά η βαρβαρότητα του καπιταλιστικού συστήματος, στην επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίληψή μας ότι η εργατική εξουσία, ο σοσιαλισμός, τον οποίο όχι μόνο οραματιζόμαστε αλλά και βάζουμε θεμέλια για να χτίσουμε, είναι αναγκαίος και επίκαιρος ΣΗΜΕΡΑ.

Η ΚΕ σωστά εκτιμά στις Θέσεις για το 20ό Συνέδριο ότι όλο το προηγούμενο διάστημα ο στόχος να γίνει το Κόμμα μας «παντός καιρού» ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στα σύνθετα καθήκοντα που προκύπτουν από την επαναστατική στρατηγική μας «…παραμένει –παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει– προς κατάκτηση για όλα τα όργανα…». Ο σημαντικός στόχος για ισχυροποίηση του Κόμματος, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να δυναμώσει το εργατικό κίνημα και η συμμαχία και να επιβάλουμε την εργατική εξουσία, σήμερα προβάλλει επιτακτικός, κυρίως λόγω των έντονων εξελίξεων στην περιοχή, του κινδύνου μεγαλύτερης εμπλοκής της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αλλά και τις δυσμενείς προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση του λαού μας.

Κατά συνέπεια, τα Τομεακά Όργανα των κλαδικών και εδαφικών οργανώσεων σήμερα επιμερίζονται αντικειμενικά μεγαλύτερες ευθύνες. Πρώτον για να μπορέσουν να εξοπλίσουν τα κομματικά μέλη και τους υποστηρικτές της στρατηγικής μας με τα κατάλληλα ιδεολογικά και πολιτικά-οργανωτικά εφόδια ώστε να κάνει η εργατική τάξη κτήμα της το πρόγραμμα του ΚΚΕ, και δεύτερον να βοηθήσουν την ΚΕ στις συλλογικές εκτιμήσεις του Κόμματος μέσα από την εξειδίκευση της δράσης στον χώρο ευθύνης τους.

Το καθήκον αυτό συνιστά βελτίωση του τρόπου λειτουργίας των καθοδηγητικών οργάνων των τομεακών οργανώσεων. Λίγες σκέψεις πάνω σε αυτό:

- Τα ίδια τα Τομεακά Όργανα χρειάζεται να απαρτίζονται από στελέχη δοκιμασμένα (στον τόπο δουλειάς, στη γειτονιά, στις σχολές που δρουν). Στελέχη μαζικά, με ικανότητα να προωθούν την πολιτική μας στο λαό, που να ’χουν έγνοια για το πώς και πόσο γίνονται οι θέσεις του ΚΚΕ γνωστές και κατανοητές. Στελέχη που να αφιερώνουν χρόνο και σκέψη στο Κόμμα, να διαβάζουν για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα ιδεολογήματα του αντιπάλου. Στελέχη που «να μην κάνουν πίσω» στις δυσκολίες, να μην ταλαντεύονται. Που η στάση και ο τρόπος ζωής τους, μέσα στην οικογένεια, στο πώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους, πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής (μια απόλυση, μια δύσκολη κατάσταση) να αποτελεί πρότυπο για όσους μας γνωρίζουν. Χρειαζόμαστε στελέχη πιο ολοκληρωμένα, και σε αυτό πρέπει να δουλέψουμε ολόπλευρα και καθημερινά. Με απαιτητικότητα να «φροντίζουμε» τα ΚΝίτικα και νέα (ηλικιακά) κομματικά μέλη για να εξοπλίζονται με τέτοια κομμουνιστικά χαρακτηριστικά.

- Η ολόπλευρη ανάπτυξη των στελεχών προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την κατά καιρούς αλλαγή των χρεώσεών τους. Σίγουρα, δύσκολα ένα Τομεακό Όργανο καταφέρνει να αναδεικνύει ικανά στελέχη που να ανταποκρίνονται εξίσου καλά άλλοτε στα οργανωτικά καθήκοντα, άλλοτε σε συνδικαλιστικές χρεώσεις κλπ., όμως και η «μόνιμη ενασχόληση» ενός στελέχους με το ίδιο καθήκον, βαλτώνει τη δουλειά του, δεν του δίνει κίνητρο για μεγαλύτερη αυτοβελτίωση. Ταυτόχρονα καθησυχάζει το Τομεακό Όργανο, σε σημείο πολλές φορές να μην σχεδιάζεται η ανάπτυξη ικανών στελεχών για όλες τις χρεώσεις.

- Το Τομεακό Όργανο οφείλει να βοηθά ιδιαίτερα τα νέα στελέχη να αποκτήσουν κοινωνική πείρα, αλλά και τα γυναικεία στελέχη για να ανταποκριθούν στις σύνθετες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν λόγω αντικειμενικών συνθηκών. Είναι σωστή η εκτίμηση της ΚΕ ότι υπάρχουν συγχύσεις ως προς «…το περιεχόμενο της εξειδικευμένης δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες και της δράσης των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα…». Και όσο πρακτικά δεν λύνουμε ζητήματα συμμετοχής των γυναικείων μας στελεχών στη δράση των οργάνων, η οποία μπορεί να δυσκολεύει εξαιτίας οικογενειακών κυρίως υποχρεώσεων, θα αδυνατίζει αντικειμενικά και η δουλειά μας σε αυτό το σύνθετο καθήκον. Κι είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ότι για την ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος (το οποίο συσπειρώνει μεγάλο αριθμό γυναικών από τις εργατικές- λαϊκές δυνάμεις), χρειάζεται πιο απαιτητική διαφωτιστική δουλειά ώστε να κατανοηθεί και η αντίληψή μας για το γυναικείο ζήτημα.

- Η ίδια η λειτουργία του Τομεακού Οργάνου χρειάζεται να γίνει πιο αποτελεσματική. Είναι κριτήριο για τη δράση ενός Οργάνου αν μπορεί να εξειδικεύσει στο χώρο ευθύνης του. Αν για να προωθήσει τις γενικές κατευθύνσεις του Κόμματος, λαμβάνει υπόψη σε ποιους απευθύνεται, την κοινωνική σύνθεση, το επίπεδο συνειδητοποίησης, τα ιδεολογήματα που επικρατούν στο χώρο. Είναι κριτήριο να γνωρίζει τις εξελίξεις που επικρατούν στο χώρο και τις αιτίες. Να γνωρίζει πώς κινείται ο αντίπαλος, με τι μορφές και τρόπους, για να μπορεί να σχεδιάσει την απάντησή μας. Είναι σημαντικό να γίνονται θεματικές συνεδριάσεις του Τομεακού Οργάνου, για την εκτίμηση π.χ. της δουλειάς μας από μια δράση που είχαμε ή για την εκτίμηση της δράσης του αντιπάλου, ακόμη κι αν αυτό πάει πίσω άλλες δουλειές. Συνεδριάσεις για να διαμορφώνουμε εμείς τα ειδικά αιτήματα του χώρου που καθοδηγούμε, πάντα βέβαια πατώντας στα γενικά αιτήματα που αφορούν στο λαό μας, να οργανώνουμε όχι ευκαιριακά και συγκυριακά, αλλά ολοκληρωμένα και μόνιμα τη δράση μας με στόχο την ισχυροποίησή μας στο χώρο ευθύνης, την οικοδόμηση γερών κομματικών οργανώσεων σε χώρους δουλειάς. Αυτές οι εκτιμήσεις να φροντίζουμε να γίνονται κτήμα των ΚΟΒ, να συζητιούνται μέσα στις οργανώσεις, να μεταφέρεται ζωντανά η πείρα που θα εμπλουτίζει την δράση μας.

Η ευθύνη του Κόμματος να βοηθήσει τα Τομεακά Όργανα να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους και να αντιστοιχηθεί η δράση τους με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από το επαναστατικό πρόγραμμά μας, δε σταματά στην ολοκλήρωση της προσυνεδριακής διαδικασίας, ούτε βέβαια σταματά αυτόματα με την ολοκλήρωση του 20ού Συνεδρίου και τις αποφάσεις που θα πάρουμε σε αυτό. Η επίμονη, στοχευμένη δουλειά, η φροντίδα για την ολόπλευρη βελτίωση των καθοδηγητικών οργάνων είναι καθήκον που διαπερνά όλα τα ανώτερα όργανα και απαιτεί καθημερινό προγραμματισμό και έλεγχο.

Με τη βεβαιότητα ότι το 20ό Συνέδριο του Κόμματος θα δώσει ώθηση στην απόφασή μας να οδηγήσουμε την εργατική τάξη στο νικηφόρο αγώνα της για να σπάσει τα δεσμά της, καταθέτω τη συμφωνία μου με τις θέσεις που δημοσίευσε η ΚΕ για το 20ό Συνέδριο.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Χριστόφορου Χαματζόλα

ΚΟΒ Υγείας της ΤΟ ΑΕΙ-ΤΕΙ-ΕΚ του ΚΚΕ

  

Συμφωνώ με τις Θέσεις για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ.

Διαβάζοντας τις θέσεις θα μπορούσε να δημιουργηθεί το ερώτημα σε ένα νέο και μάλιστα φοιτητή γιατί να ασχοληθώ με τις θέσεις του ΚΚΕ, τι έχουν να μου προσφέρουν. Για ένα φοιτητή το μέλλον πολλές φορές δεν προδιαγράφεται όπως επιθυμεί. Η μεγάλη πλειοψηφία της νεολαίας είναι άνεργη, ενώ προβάλλεται ως λύση ιδιαίτερα για σχολές όπως αυτές που σχετίζονται με την υγεία η μετανάστευση στο εξωτερικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη μία πλευρά έχουν φύγει πάνω από 16.000 γιατροί τα χρόνια της κρίσης και την ίδια στιγμή τα νοσοκομεία, τα κέντρα υγείας και γενικότερα όλες οι μονάδες παροχής υπηρεσιών είναι υποστελεχωμένες.

Άραγε ποια είναι η άποψη του καπιταλιστικού συστήματος για την υγεία;

Στις θέσεις 43-47 γίνεται λόγος ότι με αφορμή ότι χρειάζεται να επικεντρωθούμε στο ζήτημα της ιδεολογικής παρέμβασης του κόμματος προβάλλοντας την πρότασή μας και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες που προσφέρει ο σοσιαλισμός. Δεν μπορεί να παραλείψει κανείς τα τεράστια επιτεύγματα του σοσιαλισμού στον τομέα της υγείας. Δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνολογικής προόδου που και αυτό παίζει ρόλο αλλά κυρίως κάλυψη κοινωνικών αναγκών. Σήμερα που η τεχνολογία έχει προοδεύσει αρκετά, παρόλο που οι παραγωγικές δυνάμεις κάτω από τη σαπίλα του καπιταλιστικού συστήματος ασφυκτιούν να αναπτυχθούν, η υγεία είναι στα χέρια της αστικής τάξης. Φάρμακα παραμένουν πανάκριβα μέχρι να λήξει η πατέντα προκειμένου να προστατευτεί η κερδοφορία του φαρμακοβιομηχανικού ομίλου. Ολοκληρωτικά το σημερινό σύστημα υγείας σε οποιαδήποτε χώρα έχει στραφεί αποκλειστικά και μόνο στο κομμάτι της θεραπείας απ’ όπου προέρχονται και τα κέρδη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η υγεία και ειδικά η εκπαίδευση στον κλάδο της υγείας είναι ένα εμπόρευμα με διαρκή κέρδη για την αστική τάξη. Γι’ αυτό το λόγο τίθεται κάτω από τις ανάγκες της αστικής τάξης και όχι από αυτές της εργατικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Όμιλος «Υγεία», που τα καθαρά του κέρδη μόνο για το 1ο εξάμηνο του 2016 έφτασαν τα 4,3 εκατομμύρια ευρώ. Αδιαφορούν για τους εργαζόμενους που καθημερινά υφίστανται την εκμετάλλευση στους χώρους δουλειάς. Η επαγγελματική έκθεση σε παράγοντες που είναι καρκινογόνοι θεωρούνται ελευθερία του εργαζόμενου να επιλέξει αν θέλει να δουλέψει ή να είναι άνεργος. Άλλωστε η εφεδρεία εργαζομένων που υπάρχει είναι αρκετή να καλύψει τις ανάγκες σε στελέχωση θέσεων εργασίας.

Όλο και περισσότερα παρατηρείται ορισμένες ασθένειες να αποκτούν την ονομασία «του δυτικού κόσμου», «των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών». Αυτό παρατηρείται εξαιτίας των συνθηκών εργασίας των ίδιων των εργαζόμενων αλλά και της παντελούς έλλειψης της πρόληψης. Από τα αστικά επιτελεία προβάλλεται ότι είναι ατομική ευθύνη του καθενός η πρόληψη και το μόνο που πρέπει να κάνει το κράτος από την πλευρά του είναι να ευαισθητοποιεί τους πολίτες μέσα από καμπάνιες και διαφημιστικά σποτ, αντί να εφαρμόσει μία πολιτική που θα υπηρετεί το κομμάτι της έγκαιρης πρόληψης των νόσων.

Μέσα από τις σχολές που σχετίζονται με την υγεία (π.χ. Ιατρική, Οδοντιατρική, Νοσηλευτική) έρχεται ο φοιτητής από τη πρώτη στιγμή που θα έχει απέναντι του ασθενή με το ερώτημα: υπηρεσίες υγείας για το όφελος ποιου;

Χρειάζεται να γίνει φανερό ότι εδώ είναι που ένας κομμουνιστής υγειονομικός μπορεί να αναγνωριστεί μέσα στο χώρο του. Δεν είναι μόνο να μπορεί ο ασθενής να κάνει δωρεάν τις εξετάσεις αν χρειαστεί, αλλά πολύ περισσότερο να φανερώσεις την αιτία που και η υγεία είναι εμπόρευμα σήμερα. Ποιος βγαίνει κερδισμένος και ποιος είναι αυτός που χάνει; Δεν είναι μόνο το οικονομικό ζήτημα του πράγματος αλλά και η προσέγγιση της ίδιας της επιστήμης. Έχει απεμπολήσει εδώ και καιρό το διαλεκτικό υλισμό από την αντιμετώπιση των νόσων και κινείται με ιδεαλιστική αντίληψη. Αυτό φαίνεται κυρίως σε τομείς όπως η ψυχολογία.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό από τους φοιτητές ότι παρόλο που προβάλλεται το εξωτερικό ως λύση δεν είναι ο επίγειος παράδεισος το εξωτερικό. Λόγω και της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού είναι λογικό να παρατηρείται σε ορισμένες χώρες τόσο το σύστημα υγείας όσο και ο μισθός να είναι καλύτεροι. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο καπιταλισμός ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα κυριαρχεί παντού. Οι οποιαδήποτε διαφοροποιήσεις που μπορεί να παρατηρούνται αντανακλούν την ίδια πραγματικότητα ότι η πρόσβαση της εργατικής τάξης στο σύστημα υγείας είναι δυσχερής, ο ιδιωτικός τομέας κυριαρχεί, ενώ την ίδια στιγμή ο δημόσιος τομέας στο κομμάτι της υγείας έρχεται να καλύψει πολύ βασικά ζητήματα ή παρέχει τις υπηρεσίες του λειτουργώντας πλήρως κάτω από ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Ζούμε σε μία κοινωνία που ο καθένας συνεισφέρει με το δικό του μερίδιο. Τόσο οι γονείς μας όσο και ο κάθε άλλος εργαζόμενος έχει κάνει θυσίες και θέλει οι αυριανοί επιστήμονες υγείας να μη φύγουν στο εξωτερικό αλλά να μείνουν στη χώρα τους και να παλέψουν εδώ. Είναι υποχρέωσή μας να μη γυρίσουμε την πλάτη μας για μια καλύτερη φαινομενικά στάση ζωής, αλλά να αντιμετωπίσουμε με κάθε πυγμή τα προβλήματα που γεννιούνται και στερούν από τον κάθε εργαζόμενο μία καλύτερη ευκαιρία ζωής.

Τέλος, χρειάζεται να απορρίψουμε αντιλήψεις που μιλάνε περί ελληνικής πραγματικότητας και στην πραγματικότητα αποτελούν μόνο άλλοθι για το καπιταλιστικό σύστημα.

Παρατηρήσαμε το προηγούμενο διάστημα να οργανώνονται από τις λαϊκές επιτροπές διάφορων περιοχών κινητοποιήσεις μαζί με σωματεία και συλλόγους εργαζόμενων της περιοχής για το ζήτημα της υγείας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό το παράδειγμα καθώς εκφράζει την κοινωνική συμμαχία και τις μορφές που μπορεί να πάρει. Η εργατική τάξη ως πρωτοπόρο τμήμα της κοινωνίας μαζί με τα σύμμαχα κοινωνικά στρώματα (π.χ. αυτοαπασχολούμενους) μπορεί να αποτελέσουν τον κινητήριο μοχλό ώστε να επιτευχθεί η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. Στον τομέα αυτό οι φοιτητές εφόσον δεν αποτελούν διαφορετική τάξη ούτε στρώμα πρέπει να μέσα από τη δράση τους να δίνουν τη δυνατότητα για καλύτερη εξειδίκευση επιστημονικών ζητημάτων.

Αλήθεια τι χρέος έχει ένας επιστήμονας υγείας απέναντι στην εργατική τάξη; Η εργατική τάξη καθημερινά υφίσταται εκμετάλλευση και η δυνατότητά της για εργασία μειώνεται. Η εργατική δύναμη είναι το μοναδικό εμπόρευμα που έχει ένας εργαζόμενος να προσφέρει προκειμένου να ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του.

Υποχρέωσή μας από τώρα κιόλας να έχουμε πρωτοπόρους αγωνιστές υγειονομικούς, διότι είναι σημαντικός ο ρόλος τους τόσο σε μη επαναστατικές συνθήκες όσο και στην επανάσταση και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

 

 

Η «ΟΥΤΟΠΙΑ» ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ

του Μιχάλη Χριστοφή

ΚΟΒ Ιλισίων του ΚΚΕ

  

Στις θέσεις εύστοχα και με σαφήνεια προσδιορίζεται το βασικό καθήκον, για την επόμενη τετραετία, δηλαδή η ιδεολογικοπολιτική, οργανωτική θωράκιση του κόμματος, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην προγραμματική, στρατηγική μας θέση, για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, ανάπτυξη της λαϊκής συμμαχίας και, τελικά, κατάκτησης της εργατικής εξουσίας.

Λογικό είναι οι θέσεις να αναφέρονται σε ζητήματα κρίσιμα αλλά και αδύναμα της δουλειάς μας, ζητήματα που στον ένα ή στον άλλο βαθμό συνδέονται με το στρατηγικό μας στόχο. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, η αναφορά αυτή είναι εν μέρει ασαφής ή ανεπαρκής, θα προσπαθήσω να συμβάλω με κάποιους προβληματισμούς μου.

Όσον αφορά στις διεθνείς εξελίξεις, ένα σοβαρό και σύνθετο ζήτημα είναι αυτό που περιγράφεται ως ευρωσκεπτικισμός. Πρόκειται για μία διαρκώς ογκούμενη και εκ πολλών αφετηριών και σκοπιμοτήτων προερχόμενη αμφισβήτηση του ρόλου της ΕΕ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις οι επερχόμενες εκλογές σε Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία θα καταστήσουν πιο ισχυρό, έως κυρίαρχο (βλέπε Αγγλία) το ρεύμα αυτό. Ο κίνδυνος είναι ο κόσμος αυτός που αηδιάζει και απορρίπτει αυτήν την ιμπεριαλιστική διακρατική ένωση, να εγκλωβιστεί σε άμεσα ή έμμεσα ακροδεξιά ρατσιστικά, φασιστικά σχήματα, τα οποία κρύβουν ισχυρά συμφέροντα κύκλων του κεφαλαίου. Στη χώρα μας οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τα συνθήματα «Έξω το ευρώ», «Έξω από την ΕΕ» θα «παίξουν» αρκετά. Εδώ να σημειώσω ότι δε βάζω στο ίδιο τσουβάλι με τη Χρυσή Αυγή και τα άλλα εν εξελίξει ακροδεξιά σχήματα, τους οπορτουνιστές της ΛΑΕ και Ανταρσύα, ανεξάρτητα αν αντικειμενικά ρίχνουν νερό σε αυτό το μύλο. Αυτό που πρέπει να κάνει το κόμμα είναι να ενισχύσει την προπαγάνδα του γύρω από αυτό το ζήτημα, «ανεβάζοντας» και εντείνοντας το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ, Ευρώ, κάτω βέβαια από προϋποθέσεις που βάζουμε και που συγκλίνουν στο ερώτημα: Ποιος αξιόπιστα και αποτελεσματικά θα το κάνει αυτό, αν όχι ένας λαός που έχει την εξουσία και που δεν υπηρετεί αλλότρια συμφέροντα;

Περνάω τώρα στο, κατά τη γνώμη μου, πιο σοβαρό πρόβλημα της σχέσης του Κόμματος με το κίνημα, την κοινωνία, την αντιστοίχηση της κομματικής καθοδήγησης με τις κομματικές ανάγκες. Εδώ είναι το πρόβλημα. Να το πω απλά. Πώς θα καταφέρουμε αυτόν που κάθεται σπίτι και κλαίει τη μοίρα του να κατέβει στους δρόμους, να οργανωθεί στο σωματείο του και πώς την κραυγή διαμαρτυρίας για το ψωμί και τη δουλειά που δεν έχει να την κάνουμε σφιγμένη γροθιά για να γκρεμίσει τα κάστρα της αστικής τάξης, που είναι υπεύθυνη γι’ αυτά που λείπουν.

Η κοινωνική συμμαχία (ΠΑΜΕ,ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΟΓΕ, ΜΑΣ) παρουσιάζει μια στασιμότητα με αρνητικό πρόσημο, σε σχέση με τις σημερινές ανάγκες αλλά και τη στρατηγική της συμμαχίας. Βασικές αιτίες είναι: η (όπως αναγνωρίζεται και από τις θέσεις) τυπική σχηματοποίηση από τα πάνω και η σημαντική καθυστέρηση στην είσοδο νέων εργατικών - συμμαχικών μαζών, που θα βοηθήσουν την αναδιάταξη και αναζωογόνησή της, με όρους κινήματος. Προϋπόθεση είναι η μεγαλύτερη πρωτοβουλία των συνιστωσών και οργάνων της, ώστε στο βαθμό που θα δικαιώνεται από την κοινή δράση, να επιβεβαιώνει και να δικαιώνει τη συμμετοχή στη συμμαχία.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στη σημασία της κοινωνικής έκφρασης της κοινωνικής συμμαχίας, τη Λαϊκή Επιτροπή. Με δεδομένο ότι η οργάνωση στα τοπικά σωματεία είναι πολύ μικρή (γύρω στο 20%), ότι υπάρχουν περίπου 1.500.000 άνεργοι, ότι υπάρχουν αρκετές νοικοκυρές - μητέρες που δεν απομακρύνονται πολύ από το σπίτι τους, ότι κάποιοι νέοι βολεύονται με μικροδουλειές στα μαγαζιά της περιοχής τους, οι Λαϊκές Επιτροπές αποτελούν πολύτιμα εργαλεία συσπείρωσης, μπορούν να αποτελέσουν τα ρυάκια για το μεγάλο ποτάμι της Λαϊκής συμμαχίας. Και έχουν ευρύ πεδίο δράσης για να καλύπτουν ζητήματα μορφωτικά (Λαϊκό φροντιστήριο), πολιτιστικά (θεατρικές ομάδες, χορωδίες, προβολές ταινιών κλπ.), αλληλεγγύης (διανομή τροφίμων, ρούχων), ανεργία, συντονισμού με το κίνημα Ειρήνης, την εθνική αντίσταση (ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ) κλπ. Ακόμα, και γιατί η συνοικία είναι σαν πεδίο κρίσιμης μάχης απέναντι στις δομές «αλληλεγγύης» (κοινωνικά παντοπωλεία, φαρμακεία) που στήνουν κυβερνητικές-οπορτουνιστικές δυνάμεις αλλά και που ετοιμάζονται να προωθήσουν («Κοινωνική Αλληλέγγυα Οικονομία») σε συνθήκες φτωχοποίησης του λαού.

Μια τέτοια σύνθετη και πολύμορφη δραστηριότητα, για να μην κολλήσει ή ατροφήσει στην πορεία, έχει ως αναγκαία και ικανή συνθήκη την επαρκή, σταθερή και συνεχή καθοδήγηση καθώς και τον συντονισμό των επιμέρους δράσεων. Η ΚΟΒ, το μάτι, ο νους και η ψυχή του Κόμματος στην περιοχή, θα πρέπει, ξεπερνώντας όσο πιο γρήγορα γίνεται δείγματα κόπωσης και ρουτίνας, να ενεργοποιήσει όλα τα μέλη της και να οργανώσει έναν ευέλικτο μηχανισμό συντονισμού και καθοδήγησης. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να αξιοποιηθεί πολύπλευρα και μέσα από διαδικασίες ουσιαστικής συμμετοχής ο χώρος των επιρροών και φίλων. Ένας χώρος ζωτικός και προνομιακός για τη δράση του Κόμματος, που δεν επιτρέπεται να περιορίζεται μόνο στο ρόλο της εφεδρείας ψήφων για τις εκάστοτε εκλογές.

Σύντροφοι, πιστεύω ότι κλειδί για να δέσουμε την τακτική της συσπείρωσης των δυνάμεων μέσα από την καθημερινή πάλη με τη στρατηγική για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας είναι η προβολή στόχων που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων. Η αλματώδης άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης - τεχνολογίας, η τεράστια συσσώρευση πλούτου στα χέρια ελάχιστων (560 εκατομμυριούχοι κατέχουν το 45% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 75 δισ.) δε δικαιολογούν τα σημερινά επίπεδα μισθών και συντάξεων, την ανεπάρκεια προληπτικής και βασικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, το χάλι της παιδείας, την έλλειψη χώρων αθλητισμού, πολιτισμού, ψυχαγωγίας, τελικά (και είναι βασικό) την εξασφάλιση ελεύθερου χρόνου και ποιότητας ζωής.

Θα τελειώσω σύντροφοι (ζητώντας συγγνώμη από το μεγάλο μας ποιητή Κ. Καβάφη) παραφράζοντας και αντιστρέφοντας το νόημα γνωστού ποιήματός του. Εμείς οι κομμουνιστές μπήκαμε στο καράβι-κόμμα για ένα δύσκολο ταξίδι - αγώνας με στόχο την Ιθάκη - σοσιαλισμό, κομμουνισμό. Στο ταξίδι αυτό μέσα στο άγριο πέλαγος του καπιταλισμού γνωρίσαμε και θα γνωρίσουμε τρικυμίες, φουρτούνες, θύελλες αλλά και διαλείμματα από μπονάτσες. Υπάρχουν αρκετοί «φίλοι» - σειρήνες που μας συμβουλεύουν να απολαύσουμε το ταξίδι-περιπέτεια για την περιπέτεια και να αφήσουμε (…ίσως για αργότερα) την ουτοπία της Ιθάκης! Μας προσφέρουν μάλιστα και διάφορα δελεαστικά (δημοκρατικές αλλαγές, ενδιάμεσα στάδια, αντιφασιστικά μέτωπα, αντιμνημονιακό μέτωπο, συγκυβερνήσεις κ.ά.). Ας μην κουράζονται! Για μας οι τρικυμίες και οι μπονάτσες είναι εμπειρίες - όπλα, για να φτάσουμε ταχύτερα και ασφαλέστερα στον προορισμό μας. Τους απαντάμε λοιπόν: όχι, δε θα πάρουμε! Εμάς μας ενδιαφέρει η Ιθάκη!