Η ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Μέσα από τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο αλλά και την προσυνεδριακή διαδικασία, αναβλύζει η επιτακτική ανάγκη για την ολόπλευρη ισχυροποίηση του Κόμματος έτσι ώστε να αναδειχτεί πιο ικανό στην πάλη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, την ανάπτυξη της κοινωνικής συμμαχίας, στην πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, για την εργατική εξουσία. Οι Θέσεις βοηθούν στη συστηματοποίηση και κατάκτηση ενιαίας αντίληψης των σύνθετων καθηκόντων από τα Όργανα και τις ΚΟΒ, στην περαιτέρω ενίσχυση της ικανότητας του ΚΚΕ να δρα ως «κόμμα παντός καιρού». Οι αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου μπορούν να αποτελέσουν «οδηγό δράσης» συλλογικά για το Κόμμα και τη Νεολαία του, την ΚΝΕ.

Συστατικό στοιχείο της ισχυροποίησης του Κόμματος αποτελούν και τα βήματα στην αφομοίωση του περιεχομένου της εξειδίκευσης της γενικής δουλειάς του ΚΚΕ στις γυναίκες εργατικής-λαϊκής ένταξης ή καταγωγής, σε κάθε τομέα δράσης του –ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό– και στην παρέμβασή του στο κίνημα.

  

ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 Η σύνθετη, απαιτητική προσπάθεια του ΚΚΕ για τη συσπείρωση εργατικών, λαϊκών δυνάμεων, ιδιαίτερα των γυναικών, απαιτεί αμεσότητα και ευελιξία, παίρνοντας υπόψη το αποτύπωμα των σύνθετων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών εξελίξεων στους υλικούς όρους ζωής και στη συνείδηση της γυναίκας.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι στις γυναίκες επιδρούν πιο έντονα απ’ ότι στους άντρες οι αρνητικές συνέπειες παραγόντων όπως η αντεπανάσταση, οι απώλειες δικαιωμάτων για τα λαϊκά στρώματα, τα δεινά ενός κύκλου ιμπεριαλιστικών πολέμων (προσφυγιά, μετανάστευση κλπ.). Όσο απορροφάται η γυναίκα της εργατικής τάξης, του λαού, από τα προβλήματα της καθημερινής επιβίωσης τόσο περισσότερο προσηλώνεται στην προσωπική της στενή εμπειρία, κρίνοντας την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα με βάση αυτά τα στενά όρια. Σε αυτές τις συνθήκες, η γυναίκα δυσκολεύεται να μπει στο βάθος των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, να ανακαλύψει τις οικονομικές και κοινωνικές τους αιτίες. Ως αποτέλεσμα, εγκλωβίζεται σε αδιέξοδα, σε ψεύτικα διλήμματα, στην ηττοπάθεια.

Βέβαια, το ίδιο ισχύει και για τους άντρες της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων, όμως αυτά τα στοιχεία είναι ενισχυμένα στη συνείδηση, στη στάση των γυναικών. Αυτό οφείλεται στη μεγαλύτερη επιβάρυνσή τους με τη φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων μελών της οικογένειας, των ΑμΕΑ, του νοικοκυριού. Πρόκειται για παράγοντες που –σε συνδυασμό με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις τους– καθιστούν ακόμα πιο οξυμμένο γι’ αυτές το πρόβλημα του ελεύθερου χρόνου, της κόπωσης, της απουσίας διάθεσης ενασχόλησης με ζητήματα που δε συνδέονται άμεσα με την καθημερινή επιβίωση της οικογένειας. Πρόκειται για πρόσθετα –συγκριτικά με τους άντρες– εμπόδια, που αντικειμενικά δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο το αφιέρωμα χρόνου στο διάβασμα, τη συμμετοχή στην κοινωνική δράση.

Με τη σειρά τους, οι δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες εργασίας και ζωής, που οξύνθηκαν την περίοδο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, οι νέες μορφές ανισοτιμίας της γυναίκας, αναπαράγουν και ενισχύουν οπισθοδρομικές και συντηρητικές απόψεις για το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία και τα δικαιώματά της. Αναπτύσσονται και νέες ανορθολογικές, αντιεπιστημονικές θεωρίες1 για τα αίτια της γυναικείας ανισοτιμίας, που επενδύονται με το μανδύα του προοδευτισμού. Αυτές οι θεωρίες επιδρούν ιδιαίτερα στη συνείδηση γυναικών νεότερων ηλικιών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν έχουν παιδιά ή δεν έχουν ενταχτεί στην κοινωνική παραγωγή, οι οποίες αισθάνονται ότι έχουν κατακτήσει την ελευθερία και την ισότητα με τους άντρες στον τρόπο ζωής.

Σε αυτό το έδαφος αντικειμενικών συνθηκών και υποκειμενικών αντιλήψεων, πολλές φορές οι γυναίκες δεν είναι προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν στην πορεία τα σύνθετα προβλήματα που προκύπτουν λόγω της μητρότητας, των οικογενειακών βαρών, με αποτέλεσμα να οπισθοχωρούν και να αναδιπλώνονται σε συντηρητική κατεύθυνση. Αυτό αποδεικνύει ότι οι ρίζες των πολύμορφων διακρίσεων που υφίστανται οι γυναίκες αναπαράγονται μέσα από τους υλικούς όρους ζωής, τους εκμεταλλευτικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και ενσωμάτωσης, τα κυρίαρχα ιδεολογικά πρότυπα. Πρόκειται για στοιχεία που δυσκολεύουν αντικειμενικά την ταξική, πολιτική της συνειδητοποίηση. Στο βαθμό που δεν αντισταθμίζονται από τη στοχευμένη, ιδεολογική, πολιτική παρέμβαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, οι παραπάνω παράγοντες τις οδηγούν στην απογοήτευση, στη συντηρητικοποίηση.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

 Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι παραπάνω τάσεις που διαφαίνονται στην ανάπτυξη της συνείδησης και στάσης εκείνων των γυναικών για τις οποίες το ΚΚΕ ενδιαφέρεται κοινωνικοταξικά, αναπτύσσονται κάτω από την επίδραση των αντιφάσεων στη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος στη χώρα μας και παγκόσμια. Για να κατανοηθεί αυτό, αρκεί μια ματιά στη μαζική συμμετοχή γυναικών στις πρόσφατες κινητοποιήσεις ενάντια στον Τραμπ. Σύμφωνα με δημοσιογραφικά μέσα, η συμμετοχή άγγιξε τις 500.000 γυναίκες2 στην Ουάσινγκτον, ενώ αντίστοιχες κινητοποιήσεις οργανώθηκαν σε άλλες 600 πόλεις σε όλο τον κόσμο, εκ των οποίων οι 400 στις ίδιες τις ΗΠΑ3. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις «πορείες γυναικών» ήταν τα ροζ σκουφάκια που φορούσαν οι διαδηλώτριες, ως αντίδραση στη σεξιστική συμπεριφορά του νέου Προέδρου των ΗΠΑ.

Η αυξημένη παρουσία των γυναικών πυροδοτήθηκε από την προσβλητική προπαγάνδα του Τραμπ, που ουσιαστικά αναγόρευσε τη γυναίκα σε ερωτικό δοχείο και αντικείμενο. Από το περιεχόμενο των αιτημάτων, των συνθημάτων, ακόμα και από την παρουσία αστέρων του Χόλιγουντ, του Τζον Κέρι (πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ) και άλλων μπορούν να βγουν ορισμένα συμπεράσματα για την κατεύθυνση που απέκτησαν αυτές οι αντιδράσεις. Δίπλα στα αιτήματα για υπαρκτά προβλήματα που ταλανίζουν ευρύτερες λαϊκές μάζες στις ΗΠΑ, όπως οι σχεδόν πλήρως ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες υγείας, συμπεριλαμβανομένης της άμβλωσης, πρόνοιας, παιδείας, ασφάλισης, η φτώχεια και η ανασφάλεια, η έξαρση της αστυνομικής βίας κατά των Αφροαμερικανών, φιγουράριζαν πολλά άλλα, όπως οι συνέπειες των πολιτικών του Τραμπ στη «δημοκρατία και την κοινωνία»4, όπως λένε. Τα υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα λειτούργησαν ως συγκάλυψη ενός βαθύτερου προσανατολισμού, με βάση τους αστικούς σχεδιασμούς. Χαρακτηριστικό είναι ότι κυριάρχησαν –ανάμεσα σε άλλα– συνθήματα όπως: «Χρειαζόμαστε έναν πραγματικό ηγέτη, όχι έναν ανατριχιαστικό τύπο» και «ο Ντόναλντ Τραμπ πρέπει να φύγει». Εξάλλου, στην ερώτηση: «Τι θα άλλαζε στις κινητοποιήσεις σας αν πρόεδρος ορκιζόταν η Χίλαρι Κλίντον;», ένας από τους οργανωτές των κινητοποιήσεων απάντησε: «Θα είχαμε λιγότερο κόσμο». Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχες κινητοποιήσεις είχαν οργανωθεί το 2005, κατά τη δεύτερη ορκωμοσία του Τζορτζ Μπους.5

Από την πολιτική κατεύθυνση και τους οργανωτές των κινητοποιήσεων προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι δικαιολογημένες αντιδράσεις σε κάποιες σχετικές τοποθετήσεις του Τραμπ επιδιώκεται να ενταχτούν στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της αμερικανικής αστικής τάξης για το μίγμα διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας, για την αναδιάταξη των συμμαχιών της πρώτης οικονομίας παγκόσμια με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και καπιταλιστικά κράτη6. Φυσικά, αυτό δεν αναιρεί ότι οι λαθεμένες αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο αναπαράγονται και μέσω της στάσης, της συμπεριφοράς αντρών σε όργανα του αστικού κράτους, στην εν λόγω περίπτωση του Προέδρου των ΗΠΑ, γεγονός υπαρκτό και κατακριτέο.

Επιβεβαιώνεται ότι, σε συνθήκες οξύτατων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, μερίδες της αστικής τάξης προσπαθούν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους, ενεργοποιώντας αντανακλαστικά του λαϊκού παράγοντα σε κατεύθυνση στράτευσής του με τις συγκεκριμένες επιδιώξεις και συμφέροντα. Η αστική επιδίωξη κινητοποίησης εργατικών, λαϊκών μαζών οργανώνεται είτε απευθείας από την καπιταλιστική εργοδοσία7 είτε και μέσω της δράσης πολυποίκιλων οργανώσεων8 και άλλων κέντρων κινητοποίησης, όπως, για παράδειγμα, έγινε πριν λίγα χρόνια στην Ελλάδα και αλλού με τους λεγόμενους «αγανακτισμένους». Ταυτόχρονα, αυτού του είδους οι κινητοποιήσεις λειτουργούν «πυροσβεστικά» ώστε η αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια να μη στραφεί στην αμφισβήτηση των αστικών θεσμών-θεματοφυλάκων της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης.

Αντίστοιχα, όσο οι διεκδικήσεις ενάντια στη φυλετική-γυναικεία καταπίεση είναι αποστεωμένες από την ταξική ανάλυση και αποκτούν χαρακτηριστικά που τις καθιστούν αξιοποιήσιμες από κάποιες αστικές επιδιώξεις, η κυρίαρχη τάξη χρησιμοποιεί πρόθυμα τις γυναίκες ακόμα και με κινηματικό τρόπο. Δε διστάζει, δηλαδή, να βγάλει τη γυναίκα από την καρτερικότητα στην κοινωνική δράση, ακόμα και να στηρίξει ή να αποδεχτεί μορφές πάλης που είναι ανώδυνες για τα αστικά συμφέροντα, όπως η πρόσφατη ιδιότυπη «απεργία γυναικών» στις ΗΠΑ, που απείχαν από καθήκοντα που θεωρούνται γυναικεία.9 Παράλληλα, αξιοποιούνται γυναίκες εκπρόσωποι της αστικής τάξης, όπως οι σύζυγοι των προέδρων των ΗΠΑ, οι οποίες προβάλλονται για το «φιλανθρωπικό» τους έργο και εμφανίζονται να διαδραματίζουν ένα φιλολαϊκό ρόλο, κοντά δήθεν στη γυναίκα των καταπιεσμένων λαϊκών δυνάμεων.10 Ακόμα, αξίζει να σημειώσουμε ότι, ιστορικά, η προσπάθεια να αξιοποιηθεί η γυναικεία συμμετοχή στην κοινωνική δράση για τη στήριξη των αστικών σχεδιασμών εντείνεται σε περιόδους που το αστικό πολιτικό σύστημα έχει προβλήματα σταθερότητας, σε περιόδους καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.

 

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΣΤΕΛΕΧΗ

 Από τα παραπάνω προκύπτει η συνθετότητα στην ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης και δράσης της γυναίκας και η αναγκαιότητα της εξειδίκευσης της γενικής δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες, ως στοιχείο ενταγμένο οργανικά στο σχεδιασμό και την οργάνωση της καθημερινής πολιτικής δράσης των Οργάνων, των ΚΟΒ. Να γίνεται, δηλαδή, αντικείμενο συζήτησης στη συνεδρίαση, στη συνέλευση, είτε ως ξεχωριστό θέμα, αλλά και στο γενικότερο προγραμματισμό της δράσης του Κόμματος. Αποτελεί και παράγοντα που βοηθά την ανάπτυξη πολύπλευρων στελεχών και καλλιεργεί την ικανότητα εξειδίκευσης σε άντρες και γυναίκες. Η αναγκαιότητα αυτή συνειδητοποιείται στο βαθμό που αφομοιώνεται η μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για το γυναικείο ζήτημα, μαζί με τη γνωριμία των σύγχρονων μορφών έκφρασης της γυναικείας ανισοτιμίας, των αντικειμενικών εμποδίων που ορθώνονται για τη συμμετοχή της γυναίκας στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Κι αυτή η εξειδίκευση δεν μπορεί να γίνει αν δεν αφιερωθούν σ’ αυτήν πρώτ’ απ’ όλα τα γυναικεία στελέχη του Κόμματος και της ΚΝΕ, ανεξάρτητα από τις χρεώσεις και τα καθήκοντα που έχουν. Η ευαισθητοποίηση των γυναικείων στελεχών σε αυτό το καθήκον μπορεί να κατακτηθεί όσο αφομοιώνεται η ανάγκη της ταξικής, πολιτικής συνειδητοποίησης των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων και κατανοείται ότι η προσπάθεια του ΚΚ για την πολιτική αφύπνιση της γυναίκας έχει να αντιμετωπίσει πρόσθετα αντικειμενικά εμπόδια. Με αυτήν την έννοια, χρειάζεται ιδιαίτερη δουλειά στην ίδια την πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, το ΚΚ, που να επεκτείνεται στο μαζικό κίνημα.

Κριτήριο δεν μπορεί να αποτελεί η περιορισμένη πείρα από τη στάση ζωής των γυναικείων στελεχών, που ενδεχομένως οι ίδιες έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν δυσκολίες και αναχρονιστικές αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας, αναλαμβάνοντας κομματικές ευθύνες, χρεώσεις στα όργανα του Κόμματος ή του κινήματος, παρά το φόρτο που και αυτές έχουν ως μητέρες. Άλλωστε, ο βαθμός χειραφέτησής τους είναι αποτέλεσμα της συλλογικής σκέψης και δράσης του Κόμματος στη σχεδόν 100χρονη διαδρομή του, που εκφράζει με συνέπεια την ταύτιση της γυναικείας ισοτιμίας και χειραφέτησης με την πάλη για τη συνολική απελευθέρωση από την εκμετάλλευση αντρών και γυναικών. Αντανακλά την ενσωμάτωση της ιστορικής πείρας του διεθνούς επαναστατικού, εργατικού κινήματος, του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας, με το παράδειγμα των πρώτων κομμουνιστριών, που ήρθαν σε σύγκρουση με τις αναχρονιστικές απόψεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, με το παράδειγμα της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό, αγροτικό κίνημα των δεκαετιών ’20-’30, με κορύφωση το Μάη του ’36, μετέπειτα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στο ΔΣΕ.

Τα όργανα και τα γυναικεία στελέχη πρέπει να έχουν στραμμένες τις κεραίες επαγρύπνησης και συντροφικής βοήθειας στις κοπέλες, μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ, ακόμα και στον περίγυρο, ιδιαίτερα στις μεταβατικές φάσεις της ζωής τους, δηλαδή όταν βγαίνουν στην παραγωγή ως μισθωτές, όταν γίνονται μητέρες ή όταν πιέζονται από προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα. Όπως δείχνει και η εμπειρία, σε αυτές τις περιόδους της ζωής τους είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος να εκφραστεί η τάση υποχώρησης στην ανάληψη καθηκόντων αυξημένης ευθύνης.

Ιδιαίτερα οι γυναίκες κομματικά μέλη με μικρά παιδιά έρχονται καθημερινά αντιμέτωπες με το ερώτημα αν η πολιτική και κοινωνική τους δράση έρχεται σε αντίθεση με τη σχέση τους με το παιδί. Πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες, αυτό το δίλημμα αντανακλά σε ένα βαθμό την επίδραση της κυρίαρχης άποψης ότι η μητέρα έχει την κύρια και αποκλειστική ευθύνη για τη σωματική, συναισθηματική, διανοητική και κοινωνική ανάπτυξη και διαπαιδαγώγηση του παιδιού. Πρόκειται για άποψη που καλλιεργείται στο έδαφος της επιδείνωσης των όρων στήριξης της μητρότητας από το κράτος, συνολικά των υλικών όρων ζωής μιας νέας γυναίκας, ιδιαίτερα της εργαζόμενης μητέρας (γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, εντατικοποίηση της εργασίας, υποχώρηση –και όσων στοιχειωδώς υπήρχαν– όρων προστασίας του γυναικείου οργανισμού στο χώρο εργασίας, μεγάλο ποσοστό μακροχρόνια άνεργων γυναικών κ.ά.). Ελλοχεύει ως κίνδυνος ακόμα και κομμουνίστριες να βλέπουν με «στενά» χρονικά κριτήρια τη σχέση τους με τα παιδιά, υποβαθμίζοντας άθελά τους το ζήτημα του περιεχομένου αυτής της σχέσης. Να θεωρούν δηλαδή ότι η διαπαιδαγωγητική δουλειά στα παιδιά τους εξαρτάται αποκλειστικά από το χρόνο που αφιερώνουν καθημερινά μαζί τους. Να δυσκολεύονται να δουν το διαπαιδαγωγητικό ρόλο που έχει η στάση τους ως κομμουνίστριες μητέρες στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, της συνείδησης, της στάσης ζωής του παιδιού.

Η ιδεολογική-μορφωτική εσωκομματική δουλειά, ιδιαίτερα στην ΚΝΕ, παίζει καθοριστικό ρόλο. Ταυτόχρονα, χρειάζονται και πρακτικά μέτρα στήριξης ιδιαίτερα των νέων μητέρων, ώστε να αμβλυνθούν οι συνέπειες των παραπάνω παραγόντων στην κομμουνιστική σκέψη και δράση της νέας μητέρας. Ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αντικειμενικές δυσκολίες όταν δεν έχει στήριξη στη φροντίδα του παιδιού, πολύ περισσότερο αν ο σύντροφός της και η οικογένειά της δεν αποδέχονται την κομματική της δράση ή ο σύντροφός της είναι και αυτός χρεωμένος σε κομματική στελεχική ευθύνη. Βέβαια, υπάρχει αντικειμενικά και ο περιορισμένος χρόνος της γυναίκας τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης, της μωρομάνας τους πρώτους μήνες του παιδιού, δηλαδή την περίοδο του θηλασμού. Η προσπάθεια για να μην ξεκόψει από τα καθήκοντα ή για να προσαρμοστεί και να επανέλθει γρήγορα στην κομματική ζωή και δράση αποτελεί συλλογική ευθύνη των Οργάνων, των ΚΟΒ, εδαφικών και κλαδικών.

Η γενίκευση της μέχρι τώρα πείρας από τις μορφές συντροφικής βοήθειας και στήριξης σε συντρόφισσες, μέλη και στελέχη, μπορεί να αξιοποιηθεί: Με κομματικά μέλη που εθελοντικά στηρίζουν το νέο ζευγάρι κομμουνιστών ή συναγωνιστών ώστε να μπορούν να συμμετέχουν και οι δύο, με την προσαρμογή του προγραμματισμού και του μέρους των κομματικών συνεδριάσεων-δράσεων για να διευκολύνουν τη νέα μωρομάνα να συμμετέχει κλπ. Η λήψη μέτρων σε αυτήν την κατεύθυνση –στην οποία μπορούν να αξιοποιηθούν και οπαδοί– αποτελεί στοιχείο διαπαιδαγώγησης συλλογικά για το Κόμμα και τη Νεολαία του, για το περιεχόμενο της κομμουνιστικής στάσης ζωής μιας νέας μητέρας σε μη επαναστατικές συνθήκες, της μη ενσωμάτωσης στη σχετικά «νόμιμη», «ειρηνική» –όσον αφορά τη μορφή της αστικής διακυβέρνησης– περίοδο δράσης του Κόμματος.

Στο βαθμό που δεν αντιμετωπίζονται, οι παραπάνω ανασταλτικοί παράγοντες επιδρούν πολλαπλασιαστικά στην έλλειψη προετοιμασίας γυναικών από την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, για την ένταξή τους στο Κόμμα. Ταυτόχρονα, αντανακλάται σε ορισμένες περιπτώσεις και στις αναστολές που έχουν άντρες υποψήφιοι για την ένταξή τους στο Κόμμα, κάτω από την πίεση της συζύγου τους, του ευρύτερου οικογενειακού περίγυρου, που ανησυχούν ότι μια τέτοια επιλογή θα τους αποκόψει από το χρόνο που αφιερώνουν στην οικογένειά τους. Η εξειδικευμένη δουλειά του Κόμματος στις γυναίκες, ως οργανικό στοιχείο στο σχέδιο οικοδόμησης στην εργατική τάξη, στην προετοιμασία για στρατολογία, μπορεί να αμβλύνει την επίδραση αυτών των παραγόντων στη συνείδηση και στάση ενός πρωτοπόρου κομματιού της εργατικής τάξης, αντρών και γυναικών. Να λειτουργήσει ανασχετικά στη μακροχρόνια επίδραση αντιδραστικών αντιλήψεων, θρησκευτικών καταβολών, που αναπαράγονται κοινωνικά και μέσα από το θεσμό της οικογένειας. Ταυτόχρονα, το έμπρακτο παράδειγμα των κομμουνιστριών συμβάλλει να ξεπερνιούνται αναστολές από πρωτοπόρες γυναίκες που έχουν διάθεση συμμετοχής στο κίνημα, αλλά διστάζουν να αναλάβουν νέες ευθύνες ως μέλη του Κόμματος.

 

Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

 Η ανάδειξη των παραπάνω ζητημάτων πρέπει να εμπλουτίζεται και να διαπερνά όλους τους τομείς δράσης του Κόμματος: Τον ιδεολογικό, τον παιδαγωγικό, τη μαζική διαφώτιση, τη δουλειά στο εργατικό, συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο, στο μαθητικό, σπουδαστικό, φοιτητικό κίνημα.

Η ικανότητα εξειδίκευσης σε αυτό το σύνθετο ζήτημα καλλιεργείται και από την καλή γνώση του χώρου δράσης μιας ΚΟΒ, ιδιαίτερα σε χώρους που συγκεντρώνουν κατά πλειοψηφία γυναίκες. Το σχέδιο παρέμβασης δεν περιορίζεται σε ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων, όπως εξορμήσεις, περιοδείες, εκδηλώσεις, που απευθύνονται σε γυναίκες. Απαιτεί ικανότητα οργάνωσης της ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης, από τη σκοπιά της εκλαΐκευσης, προβολής και ζύμωσης του Προγράμματος του Κόμματος. Σήμερα το ιδεολογικό στοιχείο μπορεί να γίνει κίνητρο για δράση και παράγοντας συνειδητοποίησης των γυναικών.

Για παράδειγμα, το σχέδιο οικοδόμησης σε ένα μονοπωλιακό όμιλο τηλεπικοινωνιών, όπου εργάζονται πολλές μισθωτές, χρειάζεται να παίρνει υπόψη τις στρατηγικές κατευθύνσεις ΕΕ και κυβέρνησης για τη γυναικεία συμμετοχή στη μισθωτή εργασία στο συγκεκριμένο κλάδο, αλλά και την αντίστοιχη εξειδίκευση που κάνει η καπιταλιστική εργοδοσία στο γυναικείο εργατικό δυναμικό. Οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις και το κυλιόμενο ωράριο εργασίας συμβάλλουν στην εντατικοποίηση της εργασίας για τις μισθωτές στα τηλεφωνικά κέντρα, που επιβαρύνουν το γυναικείο οργανισμό και σμπαραλιάζουν τόσο τον εργάσιμο όσο και το μη εργάσιμο χρόνο τον οποίο οι μητέρες συνήθως αφιερώνουν στην οικογένεια.

Μαζί με αυτά, «πακέτο» πηγαίνει και η λεγόμενη Κοινωνική Εταιρική Ευθύνη. Μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι τηλεπικοινωνιών οργανώνουν καμπάνιες για τον περιορισμένο δημιουργικό χρόνο που αφιερώνεται στη «σύνδεση» της οικογένειας, απευθυνόμενοι στους αποδέκτες των υπηρεσιών τους και διαφημίζοντας με αυτόν τον τρόπο την «κοινωνική ευαισθησία» της επιχείρησης. Την ίδια στιγμή, παίρνουν πρωτοβουλίες για τους εργαζόμενους της επιχείρησης με «μέρες χαλάρωσης», με επιβράβευση των παιδιών των εργαζόμενων που πέρασαν σε κάποια πανεπιστημιακή ή τεχνική σχολή, με έξτρα μπόνους για τα πρώτα έξοδα των παιδιών στην αρχή της σχολικής χρονιάς, καλλιεργώντας την «κοινωνική», ταξική ειρήνη.

Η γνώση της προσαρμοσμένης παρέμβασης της καπιταλιστικής εργοδοσίας στις γυναίκες, μαζί με την ανάπτυξη του ιδεολογικού υπόβαθρου των οργάνων, την ενσωμάτωση της πείρας της ταξικής πάλης, είναι προϋπόθεση και για την εύστοχη οργάνωση της ιδεολογικής-πολιτικής διαπάλης στους βιομηχανικούς και άλλους κλάδους στο ζήτημα της γυναικείας ισοτιμίας και χειραφέτησης. Αποτελεί στοιχείο για την άνοδο της συμμετοχής των μισθωτών γυναικών στο επιχειρησιακό, κλαδικό σωματείο, στον πολιτικό αγώνα.

Η εξειδικευμένη δουλειά του Κόμματος στις γυναίκες υπολογίζει την κοινωνική σύνθεση του χώρου δράσης της ΚΟΒ, αν δρα σε αστικό κέντρο ή στην ύπαιθρο. Για παράδειγμα, οι δύσκολες συνθήκες δουλειάς στην ύπαιθρο (κτηνοτροφία, γεωργία), που επιβαρύνουν ιδιαίτερα το γυναικείο οργανισμό, δημιουργούν επιπλέον εμπόδια στην κοινωνική τους δράση. Βέβαια, υπάρχουν διαφοροποιήσεις στη συμμετοχή της γυναίκας στην αγροτική παραγωγή, από περιοχή σε περιοχή, ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας, το βαθμό της εκμηχάνισης των γεωργικών και κτηνοτροφικών εργασιών11. Η δραστηριοποίησή τους περιορίζεται σε πολιτιστικούς, μορφωτικούς συλλόγους γυναικών στο χωριό, που έρχεται να καλύψει τα αντίστοιχα κενά σε υποδομές και υπηρεσίες αθλητισμού, πολιτισμού.

Οπωσδήποτε, στις αγροτικές περιοχές είναι πιο έντονες οι επιβιώσεις αναχρονιστικών συμπεριφορών και αντιλήψεων για το ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια, στην εργασία, στην κοινωνία12, αφού η αγροτική παραγωγική μονάδα ως ατομική και όχι ως καπιταλιστική ιδιοκτησία κρατά πιο έντονα συνήθειες και αντιλήψεις του προκαπιταλιστικού παρελθόντος ή του πρώιμου καπιταλισμού, προσαρμοσμένες βέβαια στις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες.

Σε ένα βαθμό, αυτοί οι αναχρονιστικοί κοινωνικοί οικογενειακοί περιορισμοί εκφράζονται ποικιλοτρόπως όσον αφορά τη γυναικεία συμμετοχή στο αγροτικό κίνημα. Ο βαθμός οργάνωσης των αγροτισσών επιδεινώνεται ακόμα περισσότερο από την κατάσταση του οργανωμένου αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο έχει διαλυθεί με ευθύνη των αγροτοσυνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Η κατάσταση αυτή μπορεί εν μέρει να αντιστραφεί από την προσπάθεια –που λαμβάνει χώρα αυτήν την περίοδο– συμμετοχής των γυναικών σε ανασυγκροτημένους ή νεοϊδρυόμενους αγροτικούς συλλόγους. Αυτή η προσπάθεια έχει φυσικά να αντιμετωπίσει και την απόπειρα αποπροσανατολισμού των γυναικών μέσω της προσέλκυσής τους σε νέα εγχειρήματα συνεταιριστικών οργανώσεων.

Η αυτοτελής παρέμβαση του Κόμματος στο στρώμα των βιοπαλαιστών αγροτών χρειάζεται να εμπλουτίζεται με την αντίληψη του Κόμματος για το γυναικείο ζήτημα και την πείρα της σοβιετικής εξουσίας, ιδιαίτερα στα πρώτα βήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι σκοταδιστικές απόψεις για τη θέση της γυναίκας στην ύπαιθρο της προεπαναστατικής Ρωσίας ξεπεράστηκαν στο βαθμό που επεκτεινόταν η μαζική συμμετοχή της στην κοινωνική εργασία13, σε συνδυασμό με την προσπάθεια του σοβιετικού κράτους να αναπτύξει υποδομές και υπηρεσίες για τη φροντίδα της οικογένειας στο χωριό. Αντίστοιχη εξειδίκευση χρειάζεται στη διαπάλη με την αστική στρατηγική για τους αγροτικούς, γυναικείους συνεταιρισμούς.

 

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

 Η αστική πολιτική επηρεάζει τη ζωή της γυναίκας τόσο μέσω της γενικής της κατεύθυνσης όσο και μέσω των συγκεκριμένων επιλογών για τις γυναίκες. Πολύμορφοι μηχανισμοί και υπηρεσίες ενεργοποιούνται στους χώρους εργασίας, στους τόπους κατοικίας και σπουδών, παρεμβαίνοντας δραστικά από αστική σκοπιά σε διάφορα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν καθημερινά την εργατική-λαϊκή οικογένεια. Για παράδειγμα, μια σειρά δήμων, ΜΚΟ, κρατικών υπηρεσιών, αναπτύσσουν δράση γύρω από το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών.

Αυτή η πολύμορφη αστική παρέμβαση αποκρύπτει ότι η όξυνση των περιστατικών βίας κατά των γυναικών αποτελεί ακραία φυλετική διάκριση που απορρέει από την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, από τους όρους ζωής και τις αντιλήψεις που αυτή «γεννά». Αποκρύπτει ότι ο ατομισμός, ο ανταγωνισμός, ο εγωιστικός τρόπος ζωής ως κυρίαρχες αξίες στον καπιταλισμό –που ενισχύθηκαν κάτω από τη συνολική οπισθοδρόμηση που επέφερε σε όλους τους τομείς της ζωής η νίκη της αντεπανάστασης– σακατεύουν την προσωπικότητα της γυναίκας και του άντρα και σμπαραλιάζουν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών μεταξύ των δύο φύλων.

Η βία κατά των γυναικών περιλαμβάνει τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας από τον προϊστάμενο, τα κυκλώματα δουλεμπορίας και σωματεμπορίας (trafficking), την ενδοοικογενειακή βία.14 Με βάση στοιχεία15 του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), οι 7 στις 10 γυναίκες που απευθύνονται στις δομές για κακοποιημένες γυναίκες είναι άνεργες μητέρες. Πρόκειται για γυναίκες που εγκλωβίζονται σε μια αυταρχική και βίαιη συζυγική σχέση, εξαιτίας των οικονομικών όρων ζωής τους, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημόσιων και δωρεάν παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών.16

Ως υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα, η διαχείρισή του ανατίθεται σε δήμους και άλλους αστικούς θεσμούς, κυρίως όμως σε ΜΚΟ, με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά προγράμματα, ολιγοετούς διάρκειας.17 Αυτό το γεγονός αναδεικνύει τον περιορισμό της κρατικής ευθύνης σε υποβαθμισμένες και ανεπαρκείς δωρεάν υπηρεσίες για τις κακοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά τους. Την ίδια στιγμή, η ευθύνη και για την κοινωνική προστασία των γυναικών που έχουν υποστεί βία μετριέται με βάση το κόστος για το αστικό κράτος και τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις.18

Στο έδαφος των σύνθετων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας και διεθνώς, το αστικό κράτος αξιοποιεί και την «Κοινωνικά Αλληλέγγυα Οικονομία»19, μέσω της οποίας αφενός το κράτος απαλλάσσεται από την υποχρέωση της χρηματοδότησης και λειτουργίας κρατικών-κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών, αφετέρου διαμορφώνεται ένα δίκτυο αποσπασματικών και υποβαθμισμένων δομών και υπηρεσιών, που λειτουργούν και ως μηχανισμός ενσωμάτωσης και χειραγώγησης των γυναικών των εργατικών, λαϊκών οικογενειών. Αυτή προβάλλεται από το αστικό πολιτικό σύστημα ως ένας τομέας της οικονομίας, ανάμεσα στον κρατικό και τον ιδιωτικό, τον οποίο χαρακτηρίζουν «μη καπιταλιστικό», αφού ισχυρίζονται ότι αναπτύσσει δραστηριότητες για το «κοινωνικό όφελος». Στο έδαφος του καπιταλισμού, όμως, καμιά ιδιωτική δραστηριότητα που έχει οικονομική σημασία δεν αποσπάται από τις καπιταλιστικές σχέσεις και κερδοφορία. Ουσιαστικά, σε συνθήκες όξυνσης της ανεργίας, αξιοποιείται ως μηχανισμός διαχείρισης της ανεργίας, ως χώρος όπου διαμορφώνεται ακόμα πιο χαμηλά η τιμή της εργατικής δύναμης, ασκώντας συνολικά πίεση για μείωσή της και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Αυτός ο τομέας στοχεύει ιδιαίτερα στην προσέλκυση άνεργων γυναικών και μισθωτών επιστημόνων, προβάλλοντας τη δράση του ως «ταιριαστή» με τις «ικανότητες», το αίσθημα αλληλεγγύης και τις «ευαισθησίες» των γυναικών. Οι σχέσεις εργασίας σε αυτόν τον τομέα ως επί το πλείστον κάνουν δυσδιάκριτη στη συνείδηση των εργαζόμενων γυναικών τη σχέση μισθωτής εργασίας. Διαμορφώνει στάση, αντίληψη προσωπικής υποχρέωσης και ατομικής ευθύνης των εργαζόμενων γυναικών προς το «κοινωφελές» έργο των δομών αυτών. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύονται τα όρια αποδοχής, συμβιβασμού με τις συνθήκες εργασίας, οι μειωμένες απαιτήσεις για το εισόδημα, την κοινωνική πολιτική, η αναζήτηση ατομικών λύσεων στα εργασιακά προβλήματα.

Επίσης, ο τομέας αυτός απευθύνεται ιδιαίτερα στις γυναίκες ως αποδέκτες κοινωνικών υπηρεσιών για τη φροντίδα μικρών παιδιών, ηλικιωμένων, ΑμΕΑ. Παρουσιάζουν τις δομές «Κοινωνικά Αλληλέγγυας Οικονομίας» ως λύση, αφού οι υπηρεσίες του ιδιωτικού-καπιταλιστικού τομέα είναι πολύ ακριβές για τις άνεργες και τις εργαζόμενες γυναίκες, ενώ οι υπηρεσίες του κρατικού καπιταλιστικού τομέα έχουν συρρικνωθεί, εμπορευματοποιηθεί ή είναι εντελώς ανύπαρκτες.

Παράλληλα με την αποκάλυψη του χαρακτήρα των δομών της «Κοινωνικά Αλληλέγγυας Οικονομίας» στη γενίκευση της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης κοινωνικών υπηρεσιών, χρειάζεται το αντιπάλεμα της άκρως αντιδραστικής αστικής άποψης για την «τοπικότητα», που καλλιεργείται και μέσα από αυτόν το μηχανισμό. Επιδιώκεται να εγκλωβιστεί η εργατική, λαϊκή συνείδηση σε αναζήτηση διεξόδου στα οξυμμένα λαϊκά προβλήματα εντός του πλαισίου της «τοπικής κοινωνίας», δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο την κατανόηση της σύνθετης κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, του μηχανισμού της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Σε τελική ανάλυση, αποτελεί ένα επιπλέον εμπόδιο στον ταξικό, αντικαπιταλιστικό, αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό της πάλης σε πανεθνικό επίπεδο, με αρνητικά αποτελέσματα αντίστοιχα με αυτά του «συντεχνιασμού» στο επίπεδο του κλάδου, των ομοιοεπαγγελματικών κατηγοριών.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ, ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

 Ως ιδιαίτερο ζήτημα της παρέμβασης στις γυναίκες ξεχωρίζει η στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με δεδομένο ότι σε περιόδους προετοιμασίας και συμμετοχής καπιταλιστικών κρατών σε τοπικό, περιφερειακό ή γενικευμένο πόλεμο εντείνεται η προσπάθεια της αστικής τάξης να αξιοποιήσει τη συμμετοχή των γυναικών. Τα συμπεράσματα από την ιστορική, συλλογική πείρα του Κόμματος, του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, όπως αποτυπώνονται στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ για τη στάση του στο ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικού πολέμου, χρειάζεται να αξιοποιηθούν ως συστατικά μέρη της πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής προετοιμασίας μιας γυναικείας κομμουνιστικής πρωτοπορίας.

Στόχος αυτής της προετοιμασίας είναι οι πρωτοπόρες μισθωτές, άνεργες, αυτοαπασχολούμενες, αγρότισσες, νέες και συνταξιούχοι, ιδιαίτερα οι νέες μητέρες, να αποκτούν την ικανότητα να προσανατολίζουν αποτελεσματικά τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε αντικαπιταλιστική, αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, αναχαιτίζοντας την αστική επιδίωξη να διοχετευτεί σε ανώδυνους, «ελεγχόμενους» δρόμους για το εκμεταλλευτικό σύστημα. Η προετοιμασία και διεύρυνση αυτής της πρωτοπορίας θα επιδρά ευρύτερα στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, στη συμμετοχή των γυναικών σε αυτό.

Πρόκειται για σύνθετη διαδικασία που –ανεξάρτητα από τις εξελίξεις και το συσχετισμό της ταξικής πάλης– χρειάζεται να αποτελεί σταθερά συστατικό μέρος της αυτοτελούς δουλειάς του Κόμματος, αλλά και της παρέμβασης των κομμουνιστριών και κομμουνιστών στους φορείς του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, του κινήματος των σύμμαχων της εργατικής τάξης στρωμάτων στην πόλη και στο χωριό, του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος. Ενδεχομένως, στις σημερινές συνθήκες σχετικής «νηνεμίας» στο εργατικό, λαϊκό κίνημα –που εκφράζεται και ως «αδιαφορία» των γυναικών απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα– να φαντάζει δύσκολη υπόθεση. Οι γυναίκες από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν είναι εύκολες στις ανατρεπτικές αλλαγές στη ζωή τους, επιδρά στη συνείδησή τους η δύναμη της συνήθειας. Επιζητούν τη διατήρηση της «ήρεμης, οικογενειακής ζωής».

Σε συνθήκες εμπλοκής του αστικού κράτους σε περιφερειακή ή γενικευμένη πολεμική σύγκρουση, αντικειμενικά όλα αυτά σπάνε. Η αστική τάξη δέχεται πρόθυμα τη σύμπραξη των γυναικών και στα «πεδία των μαχών», πλέκοντας το εγκώμιο της «πατριώτισσας γυναίκας» που συμβάλλει στην «εθνική ενότητα» και τους «εθνικούς στόχους». Όμως στο πλαίσιο της ταξικής κοινωνίας, είτε σε συνθήκες «ειρήνης» είτε σε συνθήκες πολέμου, δεν υπάρχει καμία ενότητα συμφερόντων μεταξύ της αστικής τάξης από τη μία και της εργατικής τάξης, των σύμμαχων στρωμάτων των βιοπαλαιστών αυτοαπασχολούμενων και αγροτών από την άλλη. Η σημερινή προετοιμασία του Κόμματος και της ΚΝΕ –ακόμα και προσαρμοσμένα μέσα από το κίνημα– για τέτοιες στιγμές είναι απαραίτητος όρος για να διαπεράσει ως στάση μέρος των γυναικών του λαού, που θα βρεθούν στο προσκήνιο της ταξικής πάλης.

Σε αυτόν το σκοπό μπορεί να αξιοποιηθεί η γενίκευση της πείρας από την πολύμορφη δραστηριότητα που αναπτύχθηκε από τις Κομματικές Οργανώσεις με αφορμή την πλούσια εκδοτική δραστηριότητα της Σύγχρονης Εποχής, όπως «Ο Δεκέμβρης του ’44», «Ο ιταλοελληνικός πόλεμος», «Η συμμετοχή της γυναίκας στο ΔΣΕ», «Το γυναικείο ζήτημα: Από την πρωτόγονη εποχή στη σύγχρονη κοινωνία» που αναφέρονται στη συμμετοχή της γυναίκας σε κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης στη χώρα μας, παγκόσμια, και εμπλουτίζουν με στρατηγικής σημασίας συμπεράσματα για τη στάση του Κόμματος στον πόλεμο.

Αντίστοιχα, πλούσια σε συμπεράσματα είναι η αντίστοιχη δραστηριότητα που οργανώθηκε από Συλλόγους και Ομάδες (Σ/Ο) της ΟΓΕ. Οι επεξεργασμένες θέσεις του ΔΣ της ΟΓΕ για τις εξελίξεις στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, συνδεδεμένο με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, συζητήθηκαν με τις γυναίκες σε εργατικές, λαϊκές γειτονιές, στην πόλη και στην ύπαιθρο. Παρουσιάστηκαν και μέσα από πολιτιστικά δρώμενα, δεμένα με αγωνιστικές παρεμβάσεις για τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων, ιδιαίτερα των γυναικών και των παιδιών, με πρωτοβουλίες λαϊκής αλληλεγγύης. Η πολύμορφη παρέμβαση, ανεξαρτήτως συμμετοχής, βοήθησε στην προετοιμασία των γυναικείων συλλόγων και στην παρέμβασή τους ώστε να αναχαιτίζονται –ως ένα βαθμό– οι αντιδραστικές απόψεις γύρω από την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων, που εκφράστηκαν και με εχθρική αντιμετώπιση των παιδιών των προσφύγων από κάποιες μητέρες, που δεν μπορούν να τα δουν συνολικά, σαν παιδιά, αλλά μόνο σαν απειλή για το δικό τους παιδί. Βοήθησε έτσι ώστε η υπαρκτή ευαισθησία των γυναικών σε ζητήματα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες, ιδιαίτερα τις γυναίκες και τα παιδιά, να μην αξιοποιείται για την προσέλκυσή τους σε δράσεις υποκατάστασης της κρατικής ευθύνης, χωρίς διεκδικητικό χαρακτήρα από το κράτος.

Η ανοιχτή επιστολή της ΟΓΕ, οι ανακοινώσεις που έβγαλαν Σ/Ο με αφορμή την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων, είχαν στο επίκεντρο την αποκάλυψη των αιτιών του πολέμου. Είχαν επίσης και χαρακτήρα ζύμωσης, πάλης κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, καταδίκης της συμμετοχής του ελληνικού κράτους στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ΝΑΤΟ, ΕΕ και της εμπλοκής της χώρας σε περιφερειακούς, τοπικούς πολέμους μέσω της βάσης της Σούδας, με αποστολή εκστρατευτικών σωμάτων σε ΝΑΤΟϊκές αποστολές. Επιδίωξη ήταν η καλλιέργεια της αλληλεγγύης των λαών, η απομόνωση του ρατσιστικού δηλητηρίου της ναζιστικής ΧΑ, η αντίδραση των γυναικών σε συνθήκες που τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν στη γειτονιά μας και αυξάνεται ο κίνδυνος τα παιδιά των εργαζόμενων να «κληθούν να γίνουν κρέας στα κανόνια των εκμεταλλευτών του μόχθου του λαού». Ο ατομικός φόβος για το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους, το μούδιασμα, όπως εκφράστηκε από γυναίκες στις εκδηλώσεις με θέμα «Μιλώντας στα παιδιά μας για την προσφυγιά και τον πόλεμο», είναι απόλυτα φυσιολογικά και αντιμετωπίζονται εν μέρει μέσα από τη συμμετοχή στη συλλογική, ριζοσπαστική δράση.

 

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ

 Σε μεγάλο βαθμό, η προσπάθεια αναβάθμισης της εξειδικευμένης ιδεολογικής-πολιτικής δράσης του Κόμματος και της ΚΝΕ στις γυναίκες συνδέεται με την ανάγκη να αποκτήσει έκταση και μεγαλύτερο βάθος η προβολή του περιεχομένου των σύγχρονων εργατικών-λαϊκών αναγκών. Αυτές καθορίζονται από το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστημονικής-τεχνολογικής προόδου, ενώ η ικανοποίησή τους εμποδίζεται από τις κυρίαρχες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές σχέσεις. Έτσι, είναι βασικό το ζήτημα με ποιες οικονομικές-πολιτικές προϋποθέσεις μπορούν να ικανοποιηθούν.

Κεντρικό ζήτημα αυτών των σύγχρονων αναγκών είναι η εξασφάλιση του δικαιώματος της γυναίκας στην κοινωνική εργασία, σε συνδυασμό με την προστασία της μητρότητας. Η πολύ μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κάνει αναγκαία και ρεαλιστική τη συνολική μείωση του γενικού εργάσιμου χρόνου, εξασφαλίζοντας σε όλες και όλους μόνιμη και σταθερή δουλειά με ταυτόχρονη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, μέσω της αύξησης των μισθών, της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και ζωής. Ταυτόχρονα, όμως, η κατάκτηση της γυναικείας ισοτιμίας προϋποθέτει αποκλειστικά κρατικές, δωρεάν παρεχόμενες κοινωνικές υπηρεσίες παιδείας, υγείας, πρόνοιας, με έμφαση στις ιδιαίτερες βιολογικές ανάγκες της γυναίκας λόγω του ρόλου της στην αναπαραγωγική διαδικασία, σε κάθε ηλικιακή περίοδο της ζωής της. Πρέπει να εξασφαλίζονται στην πράξη η κοινωνική προστασία της μητρότητας και οι δυνατότητες για τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου της σε όλα τα πεδία των ενδιαφερόντων της και της δράσης της, των σχέσεών της και με το παιδί.

Στο σύνολό τους, αυτές οι ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών, που κριτήριο έχει την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών σε όλο και διευρυνόμενο επίπεδο, με έλεγχο που προκύπτει από την ανεβασμένη και σε όλα τα επίπεδα εργατική συμμετοχή. Αυτές είναι οι οικονομικές-κοινωνικές-πολιτικές σχέσεις της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Η πάλη των πρωτοπόρων γυναικών γι’ αυτήν την κοινωνία προϋποθέτει επαναστατικές ανατροπές στη σκέψη και στη δράση τους.

Η μητρότητα και η συμμετοχή της γυναίκας στην κοινωνική παραγωγή ως μισθωτή εργαζόμενη έρχονται πρακτικά σε αντίθεση στον καπιταλισμό. Όσο τα συλλογικά, κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν ατομική-οικογενειακή υπόθεση, όσο οι εργατικές-λαϊκές ανάγκες τσακίζονται στις μυλόπετρες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, του μέγιστου καπιταλιστικού κέρδους, θα παραμένει η διπλή καταπίεση των γυναικών σε κάθε τομέα της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής ζωής.

Η τυπική αναγνώριση των δικαιωμάτων της γυναίκας στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία δεν την απαλλάσσει στην πραγματικότητα από μια ζωή-λάστιχο, κατά την οποία η μητρότητα βαραίνει κυρίως τους δικούς της ώμους, με κίνδυνο να λυγίζει κάτω από το διπλό βάρος της δουλειάς στο χώρο εργασίας και στο νοικοκυριό. Δεν της εξασφαλίζει καμιά προστασία από την έκθεση σε όλους τους κινδύνους της εμπορευματοποίησης, σε διαστρεβλωμένες ιδέες περί χειραφέτησης, ενώ αναπαράγει με νέες μορφές αναχρονιστικές ιδέες και συμπεριφορές, τους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς καταναγκασμούς και στο θεσμό της οικογένειας. Πολύ περισσότερο, δεν την απαλλάσσει –και αυτό είναι το καθοριστικό– από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Όσον αφορά το γενικότερο ζήτημα του περιεχομένου της έννοιας του δικαιώματος και συγκεκριμένα του ατομικού δικαιώματος, αποκτά άλλο περιεχόμενο ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στην αυγή του καπιταλισμού, η ατομικότητα του ανθρώπου απέκτησε τόση σπουδαιότητα, γιατί η αναγνώρισή της στηριζόταν στην ανάγκη της καπιταλιστικής σχέσης να αντικρίζει τον άνθρωπο ελεύθερο από κάθε φυσικό, θρησκευτικό και κοινωνικό καταναγκασμό, έτσι ώστε να είναι ελεύθερος προς εκμετάλλευση μέσω του οικονομικού εξαναγκασμού της πώλησης της εργατικής δύναμης στο κεφάλαιο. Σήμερα, το ατομικό δικαίωμα προβάλλεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία, στη μόρφωση, στην υγεία, πρόνοια κλπ. Η κάλυψη όλων των παραπάνω θεωρείται ατομική υπόθεση, αποτέλεσμα ατομικής ικανότητας και όχι καθολικό δικαίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι εκκλήσεις των αστικών επιτελείων για σεβασμό στην ατομικότητα ή διαφορετικότητα, οι οποίες είναι αποστειρωμένες από κάθε ταξική αναφορά. Τελικά, η έννοια της «ατομικής ελευθερίας», του «ατομικού δικαιώματος» ακολουθεί σα σκιά την ελευθερία του κεφαλαιοκράτη στη διακίνηση κεφαλαίου, εμπορευμάτων, εργατικού δυναμικού, υπηρεσιών. Αξιοποιείται για τη διάσπαση της εργατικής τάξης, ως ένα επιπλέον εμπόδιο στην κοινή δράση των λαϊκών δυνάμεων, είναι δυνατό να εξουδετερωθεί με βάθεμα του περιεχομένου του αγώνα, για την προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

 Πλευρά της εξειδικευμένης δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες είναι η κατάκτηση ενιαίας αντίληψης από τα Όργανα και τις ΚΟΒ για το περιεχόμενο της αυτοτελούς παρέμβασης του Κόμματος, η οποία δεν ταυτίζεται, δεν υποκαθίσταται από τη δουλειά των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Συνδέεται με την προσπάθεια εμβάθυνσης και συγκέντρωσης υλικού για τη γενίκευση της μέχρι τώρα πείρας.

Μόνο το ΚΚ μπορεί να εκφράσει ολοκληρωμένα την πάλη για την απελευθέρωση της γυναίκας από τη διπλή καταπίεση, αφού αντικειμενικά αυτή συνδέεται με την ανατροπή των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής που γέννησαν το γυναικείο ζήτημα, δηλαδή με την ανατροπή της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Άρα, για την απελευθέρωση της γυναίκας χρειάζεται επαναστατικό εργατικό κίνημα, δηλαδή κομμουνιστικό κίνημα, στο οποίο συμμετέχουν πρωτοπόρες γυναίκες, διαμορφώνοντας προϋποθέσεις να τραβηχτεί στην πάλη μια ευρύτερη μάζα μάχιμων γυναικών από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Αυτό όμως προϋποθέτει και πρωτοπόρα δράση των Οργανώσεων, των κομμουνιστριών, που με τη δράση τους στις γραμμές του γυναικείου κινήματος μπορούν να το ριζοσπαστικοποιούν σε αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.20

Η ύπαρξη του γυναικείου κινήματος έχει τη δική της ιστορία, προσλαμβάνοντας διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε φάση. Η αντίφαση στα πρώτα βήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης ανάμεσα στην αύξηση της συμμετοχής της γυναίκας στην κοινωνική παραγωγή και στη στέρηση από αυτή μιας σειράς κοινωνικών δικαιωμάτων γέννησε ένα νέο φαινόμενο, το γυναικείο κίνημα, το οποίο από την αρχή διαχωρίστηκε σε δύο ρεύματα. Από τη μία ήταν το αστικό φεμινιστικό κίνημα, που διεκδικούσε ισότητα δικαιωμάτων αντρών και γυναικών, στοχοποιώντας ως αιτία των κραυγαλέων διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας τη συμπεριφορά των αντρών, περιορίζοντας τον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας στην επέκταση των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και στις γυναίκες. Και από την άλλη ήταν το κίνημα των εργατριών, που η πάλη του δεν περιοριζόταν στις οικονομικές και συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, στις διεκδικήσεις για την προστασία του γυναικείου οργανισμού, της μητρότητας, αλλά συνδεόταν με την ανάδειξη της ταξικής ρίζας της γυναικείας ανισοτιμίας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πάλης αυτού του γυναικείου κινήματος –το οποίο δεν αναπτυσσόταν βέβαια αυθόρμητα, αλλά με την παρέμβαση των γυναικών της τότε επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, στη συνέχεια των κομμουνιστριών– είναι η πάλη για την ενότητα της εργατικής τάξης, αντρών και γυναικών.

Κληρονομιά αυτού του κινήματος είναι σήμερα το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα για την ισοτιμία και τη χειραφέτηση της γυναίκας, που αναδεικνύει την ταξική ουσία του γυναικείου ζητήματος. Συσπειρώνει εργαζόμενες, άνεργες, αυτοαπασχολούμενες, αγρότισσες, συνταξιούχους, φοιτήτριες, νοικοκυρές (αφού ιδιαίτερα παλιότερα, αλλά και σήμερα –αν και σε μικρό βαθμό– δεν εντάσσονται όλες οι γυναίκες στην κοινωνική παραγωγή). Συμβάλλει στην οργάνωση των γυναικών, στη συνειδητοποίηση της σχέσης ανάμεσα στη γυναικεία ανισοτιμία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά και στην αγωνιστική διεκδίκηση με κριτήριο τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες. Διευκολύνει ακόμα τη δράση γυναικών που η δομή των σωματείων, των ενώσεων αυτοαπασχολούμενων, των αγροτικών συλλόγων, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες του καθημερινού τρόπου ζωής, δυσκολεύουν τη συμμετοχή τους. Στις μικρές πόλεις και τα χωριά, η δραστηριοποίηση των Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ συμβάλλει να σπάνε πιο εύκολα προκαταλήψεις, αναχρονιστικές επιβιώσεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνική δράση. Με αυτόν τον τρόπο ευαισθητοποιεί και κινητοποιεί για τις ιδιαίτερες διεκδικήσεις των γυναικών και το ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, τους άλλους μαζικούς φορείς του εργατικού, λαϊκού κινήματος, αλλά και συμβάλλει στην άνοδο του βαθμού οργάνωσης των γυναικών, στην προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας.

Η δράση των κομμουνιστριών πρέπει να παίρνει υπόψη πολλούς παράγοντες: Τα αντικειμενικά εμπόδια στην ανάπτυξη της ταξικής, πολιτικής συνείδησης της γυναίκας, στη συμμετοχή στο κίνημα, τη διαπάλη γύρω από το γυναικείο ζήτημα, που είναι πιο απαιτητική σε σχέση με το παρελθόν. Με αυτήν την έννοια, χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια στην επεξεργασία της γραμμής συσπείρωσης στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, στο οποίο έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό κατακτηθεί η αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, τουλάχιστον κεντρικά.

Με βάση αυτά τα κριτήρια, μπορεί να γενικευτεί η πείρα πώς περνάει στο γυναικείο κίνημα η πάλη για τη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης των γυναικών. Χωρίς να χάνονται οι «ράγες», οι άξονες στην πολιτικοποίηση της πάλης, χρειάζεται να προβάλλονται ισομερισμένα τα ταξικά και φυλετικά χαρακτηριστικά της γυναικείας ανισοτιμίας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό εξαρτάται από την ανάπτυξη της ικανότητας εκλαΐκευσης, κυρίως στο πώς ο άξονας των επεξεργασμένων θέσεων στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα δουλεύεται με βάση τα σημερινά προβλήματα και τις ανάγκες της γυναίκας εργατικής-λαϊκής ένταξης ή καταγωγής. Αντίστοιχα, πρέπει να υπάρχει εμπλουτισμός με τη διαπάλη με την αστική στρατηγική, τις κατευθύνσεις μονοπωλίων, ΕΕ και κυβερνήσεων, οι οποίοι ενδιαφέρονται για τη γυναικεία συμμετοχή σε μια σειρά αστικούς θεσμούς που περιλαμβάνουν και τα λεγόμενα Κέντρα Λήψης Αποφάσεων. Το κλειδί για να βαθαίνει ο αντικαπιταλιστικός-αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα είναι το ίδιο το πλαίσιο, η παρέμβασή μας, η διαπάλη που διεξάγουμε με την αστική πολιτική και τις ρεφορμιστικές, οπορτουνιστικές απόψεις στο κίνημα, να φωτίζουν την ανάγκη ανατροπής του πραγματικού αντιπάλου.

Η συγκέντρωση της πείρας από τη δράση των κομμουνιστριών μέσω της ΟΓΕ στη λειτουργία ορισμένων Λαϊκών Επιτροπών μπορεί να αφήσει ένα αποτύπωμα στην κατανόηση αυτού του σύνθετου ζητήματος. Υπάρχουν Λαϊκές Επιτροπές όπου αναπτύσσονται κοινές δράσεις των φορέων του λαϊκού κινήματος στην περιοχή, με ραχοκοκαλιά τα εργατικά σωματεία, και αγωνιστικές πρωτοβουλίες σε υπουργεία, δήμους για τα ζητήματα της υγείας, της προσχολικής αγωγής, του σχολείου κλπ. Λειτουργούν με υποδειγματικό και μεθοδικό τρόπο λαϊκά φροντιστήρια, που διευρύνονται με πολύμορφες πρωτοβουλίες για τους μαθητές, για παράδειγμα με εκδηλώσεις για ιστορικές επετείους, όπου τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη διαλεκτική-υλιστική, ταξική εξήγηση των ιστορικών γεγονότων. Αυτές οι πρωτοβουλίες μπορούν να επεκταθούν και σε άλλα κοινωνικά θέματα, τα οποία παρουσιάζονται με ανορθολογικό τρόπο στο σχολείο. Τέτοια πείρα μπορεί να συγκεντρωθεί από τη συζήτηση πάνω στα κοινωνικά ζητήματα που ανοίγονται μέσω της θεματικής βδομάδας «Σώμα και ταυτότητα» στα Γυμνάσια.

Ταυτόχρονα, η παρέμβαση των γυναικείων συλλόγων της ΟΓΕ στη λειτουργία των λαϊκών φροντιστηρίων μπορεί να διευκολύνει τη γνωριμία, την επαφή των μητέρων με τη συλλογική, ριζοσπαστική δράση, ως στοιχείο διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους με την αγωνιστική στάση ζωής. Δίπλα στη θετική πείρα, υπάρχουν και εκείνες οι λαϊκές επιτροπές που λειτουργούν ως «επιτροπές πολιτών», χωρίς να στηρίζονται από φορείς του εργατικού, λαϊκού κινήματος. Σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις, ο σύλλογος γυναικών είναι ο μοναδικός φορέας της λαϊκής επιτροπής. Σε αυτές τις περιπτώσεις σίγουρα δεν προωθείται ούτε η κοινωνική συμμαχία, ούτε η πάλη για την ισοτιμία της γυναίκας.

Η επεξεργασία του περιεχομένου και των μορφών κοινής δράσης Σ/Ο με εργατικά σωματεία, με ενώσεις αυτοαπασχολούμενων, με αγροτικούς συλλόγους –έστω και σε εμβρυακό επίπεδο, σε επίπεδο κατεύθυνσης– συνέβαλε στην πράξη να περιοριστεί η τυπική σχηματοποίηση της κοινωνικής συμμαχίας «από τα πάνω». Μπορεί να γενικευτεί στο επίπεδο του κλάδου, της γειτονιάς, του χώρου σπουδών, στο βαθμό που οι κοινές επισκέψεις εργατικών σωματείων, γυναικείων συλλόγων ή φοιτητικών και γυναικείων συλλόγων με χαρακτήρα ζύμωσης επεκταθούν σε ένα πολύμορφο σχέδιο παρέμβασης.

Η αφετηρία αυτής της παρέμβασης μπορεί να είναι η προβολή των σύγχρονων μορφών ανισοτιμίας και οι σύγχρονες ανάγκες της γυναίκας, μαζί με την αποκάλυψη των οικονομικών, κοινωνικών αιτιών που εμποδίζουν την ικανοποίησή τους. Η παρέμβαση αυτή δεν πρέπει να έχει μόνο καταγγελτικό χαρακτήρα στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και τις συνέπειές της στις συνθήκες εργασίας και ζωής της γυναίκας, συνολικά της εργατικής, λαϊκής οικογένειας, αλλά να δένεται με αγωνιστικές παρεμβάσεις, καλά προετοιμασμένες, που δίνουν το στίγμα της αγωνιστικής δράσης. Μια τέτοια ζύμωση μπορεί να συμβάλει στην αναθάρρηση γυναικών που βρίσκονται έξω από το κίνημα και αναζητούν μια αγωνιστική φωνή. Η καλλιέργεια αγωνιστικής διάθεσης περνάει και μέσα από τη σαφήνεια των διεκδικήσεων για τις οποίες καλούμε τις γυναίκες να παλέψουν. Αυτά τα στοιχεία μπορούν να ενισχυθούν στην προπαγάνδα, στην κοινή δραστηριότητα των φορέων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, του κινήματος των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο.

Όσο σαφέστατα και να διατυπωθεί το πλαίσιο πάλης, χρειάζεται να εμπλουτίζεται με την πείρα της γυναίκας από τον τόπο εργασίας ή σπουδών ή με την έκφραση των κοινωνικών προβλημάτων σε επίπεδο δήμου, πόλης. Να απαντά επιθετικά και να αποκαλύπτει τις διαχειριστικές λύσεις που προωθεί, για παράδειγμα, η καπιταλιστική εργοδοσία για να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα των εργαζόμενων γυναικών. Για παράδειγμα, στο χώρο των μισθωτών επιστημόνων, σε ερευνητικά κέντρα, προβάλλουν ως «λύση» στα ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα προστασίας των εργαζόμενων μητέρων21 με μπλοκάκι τη διαμόρφωση χώρου μητρικού θηλασμού μέσα στον εργασιακό χώρο. Πρόκειται για εξέλιξη που στην πορεία θα αξιοποιηθεί για τη διεύρυνση του ωραρίου της γυναίκας ή της ρύθμισης του εργάσιμου χρόνου με ακόμα πιο ευέλικτό τρόπο, εφόσον θα είναι αποδεσμευμένη τουλάχιστον από τις πρακτικές ανάγκες του θηλασμού του παιδιού.

Η ενασχόληση των Οργάνων και των ΚΟΒ με τη δουλειά των κομμουνιστριών στο κίνημα και ο αντίστοιχος δημιουργικός έλεγχος –όχι μόνο στο τι κάναμε και πόσα καταφέραμε, αλλά και πώς δουλεύουμε, ανεξάρτητα αν εκφράζεται σε άμεσα αποτελέσματα– θα φέρει στην επιφάνεια τους παράγοντες που επιδρούν στη συμμετοχή των γυναικών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Ακόμα, το περιεχόμενο της συζήτησης και δράσης των κομματικών ομάδων με ειδική χρέωση στους συλλόγους γυναικών μπορεί να αναδείξει τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες που αντανακλώνται στην περιορισμένη μαζικότητά του.

Σε αυτήν την προσπάθεια, δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο προόδου της συσπείρωσης των γυναικών στους Σ/Ο της ΟΓΕ η σύγκριση με την περίοδο μετά από την αποκατάσταση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου ήταν διαφορετικές τόσο οι οικονομικές συνθήκες όσο και οι συνθήκες της ταξικής πάλης παγκοσμίως. Μεταξύ άλλων παραγόντων, εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα σημαντική η θετική επίδραση των κατακτήσεων των γυναικών στις σοσιαλιστικές χώρες, οι οποίες –ανεξάρτητα από λάθη, αδυναμίες και ελλείψεις– άφηναν αποτύπωμα στην αγωνιστική διάθεση, στη γυναικεία συμμετοχή.

 

Η ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

 Οι αντεπαναστατικές ανατροπές, η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος οπωσδήποτε δρα ακόμα ανασταλτικά στη γενικότερη ανασύνταξη του κινήματος, καθώς και του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος. Ασκεί επίδραση στο γενικευμένο κλίμα απογοήτευσης και συμβιβασμού, για το οποίο ιδιαίτερα ευθύνεται η σοσιαλδημοκρατία, ο σύγχρονος οπορτουνισμός. Απαιτεί πολύ πιο επίμονη, κοπιαστική, βαθιά ιδεολογική-πολιτική παρέμβαση των κομμουνιστριών για την πολιτική αφύπνιση γυναικών, έστω για να δουν με άλλο τρόπο σκέψης και στάσης τη ζωή τους, να δουν με ενδιαφέρον τη συμμετοχή τους στη δραστηριότητα ενός γυναικείου συλλόγου, του εργατικού σωματείου, του αγροτικού συλλόγου, στον πολιτικό αγώνα.

Όσο πολύτιμη και αν είναι η παρατήρηση, η πείρα που δίνει η ταξική πάλη, δεν μπορεί από μόνη της να αξιοποιηθεί στην αφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής αντίληψης και ανάλυσης των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας, των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης, της κίνησης των μαζών στην καθημερινή πολιτική δράση. Η γνώση, ως στοιχείο της καθημερινής πολιτικής δράσης, βοηθά στη γνωριμία με όσα έχει διαμορφώσει η ανθρώπινη σκέψη, η κομμουνιστική σκέψη. Συμβάλλει να αναπτύσσεται κριτήριο σε κάθε κομματικό μέλος και στον συμπορευόμενο με το ΚΚΕ στην καθημερινή σκέψη και δράση, να καλλιεργείται η πρωτοβουλία τους.

Παράλληλα, η προβολή της σύγχρονης στρατηγικής αντίληψης του Κόμματος –προσαρμοσμένη στον κλάδο, τον τόπο δουλειάς, τον τόπο κατοικίας ή μόρφωσης– μπορεί να εμπλουτίζεται με την πείρα από τη συμμετοχή των γυναικών στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η φλόγα της Οκτωβριανής Επανάστασης, από την οποία φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια, όχι μόνο εκπέμπει τη λάμψη της επαναστατικής αποφασιστικότητας των γυναικών της εργατικής τάξης, του λαού, αλλά προσφέρει και πλούσια συμπεράσματα για την παραπέρα ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης, μελέτης και επεξεργασίας του γυναικείου ζητήματος, που κληρονόμησαν στο επαναστατικό εργατικό κίνημα οι θεωρητικοί του επιστημονικού κομμουνισμού, Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, μαζί με άλλους εκπροσώπους του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

*  Κείμενο του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισοτιμία των Γυναικών, βασισμένο στη συζήτηση των Θέσεων της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο στο Τμήμα της ΚΕ και την ΚΟ της ΟΓΕ.

1.  Η αναφορά γίνεται στις θεωρίες για το «κοινωνικό φύλο». Για πιο αναλυτικά, βλ.   ΚΟΜΕΠ, τ. 5/2010, «Μαρξιστικό μέτωπο στις φεμινιστικές και νεοφεμινιστικές αντιλήψεις» και ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2016, «Για το Σύμφωνο Συμβίωσης».

2. «Εφημερίδα των Συντακτών», 23 Γενάρη 2017.

3. 400 αμερικανικές πόλεις, «Εφημερίδα των Συντακτών», 26 Γενάρη 2017.

4. «Εφημερίδα των Συντακτών», 23 Γενάρη 2017.

5. Πρακτορείο ειδήσεων Reuters (Thomson Reuters Foundation, A.P.).

6. Οι αντιθέσεις αυτές λαμβάνουν χώρα στο έδαφος της διακύβευσης της ηγεμονικής θέσης των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα κυρίως λόγω της οικονομικής –και όχι μόνο– ισχυροποίησης της Κίνας και της αντίστοιχης όξυνσης του ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο κράτη. Βλέπε πιο αναλυτικά τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο (Θέση 1-7).

7. Την εναντίωσή τους σε πλευρές της αστικής πολιτικής του Τραμπ εξέφρασαν και μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες που αντλούσαν φθηνό επιστημονικό εργατικό δυναμικό μέσω των μεταναστευτικών ροών, προβάλλοντας ταυτόχρονα το «κοινωνικό» τους πρόσωπο (Amazon, Starbucks, Google, GoldmanSachs, Netflix, Facebook, Lyft κ.ά.).

8. Ανάμεσα στους διοργανωτές των κινητοποιήσεων στις ΗΠΑ, περιλαμβάνονται ο «Εθνικός Οργανισμός για τις Γυναίκες στην Ουάσινγκτον» (ΑΜΕ-ΜΠΕ, 23.1.2017), η Planned Parenhood, οργάνωση που προσφέρει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και άμβλωσης σε φτωχές γυναίκες, και άλλες γυναικείες και κοινωνικές οργανώσεις («Εφημερίδα των Συντακτών», 23 Γενάρη 2017). Αρνητική στάση απέναντι στις πολιτικές του Τραμπ όσον αφορά τη χρηματοδότηση ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται γύρω από την «αναπαραγωγική υγεία» των γυναικών κράτησαν πολλές αντίστοιχες οργανώσεις, όπως η Marie Stopes International (MSI). («Εφημερίδα των Συντακτών», 26 Γενάρη 2017).

9. Πρακτορείο ειδήσεων Reuters (Thomson Reuters Foundation, A.P.).

10. Για παράδειγμα, η σύζυγος του προηγούμενου Προέδρου των ΗΠΑ, Μισέλ Ομπάμα, παρουσιάζεται με το προφίλ της φιλάνθρωπης Αφροαμερικάνας.

11. Για παράδειγμα, σε ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου η χειρωνακτική εργασία των γυναικών (κυρίως στη συγκομιδή της ελιάς) είναι πιο εκτεταμένη σε σχέση με εκτατικές καλλιέργειες (σιτηρά) σε περιοχές της Θεσσαλίας. Ταυτόχρονα, γενικεύεται η γυναικεία εργασία στα συσκευαστήρια αγροτικών προϊόντων.

12. Σε ορισμένες αγροτικές περιοχές εξακολουθούν οι γυναίκες να συγκεντρώνονται σε ξεχωριστά δωμάτια από τους άντρες, να θεωρείται κοινωνικά κατακριτέα η επίσκεψη μιας γυναίκας στο καφενείο του χωριού.

13. Είτε ως συνεταιρισμένοι παραγωγοί είτε ως εργαζόμενες στην άμεσα κοινωνική παραγωγή ή υπηρεσία.

14. Με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία το Νοέμβρη του 2016: 40% με 50% των γυναικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναφέρει κάποια μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας. 500.000 με 2.000.000 άνθρωποι στον κόσμο, κυρίως γυναίκες και παιδιά, εκτιμάται ότι διακινούνται παράνομα κάθε χρόνο με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την εξαναγκαστική εργασία. (http://www.un.org/)

15. Αφορούν στοιχεία του 2015.

16. Αυτά έρχονται να προστεθούν στην ταξική βία των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της ανεργίας, των ελαστικών σχέσεων εργασίας, της απόλυσης λόγω εγκυμοσύνης, του εργοδοτικού εκβιασμού για παραίτηση των γυναικών από τα δικαιώματα προστασίας της μητρότητας.

17. Η κατεύθυνση της χρηματοδότησης είναι κυρίως σε ΜΚΟ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της χρηματοδότησης του Ιδρύματος Μποδοσάκη από τον ΕΟΧ (Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο) με 117.986,99 ευρώ, προκειμένου να αναθέσει στη ΜΚΟ «Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών - ΔΙΟΤΙΜΑ» την υλοποίηση προγράμματος Νομικής Βοήθειας σε γυναίκες θύματα έμφυλης βίας. Το πρόγραμμα αυτό είχε υποχρέωση να στηρίζει μόλις 65 οικονομικά ασθενείς γυναίκες (γηγενείς ή μετανάστριες) (http://www.weareallcitizens.gr/projects_gr/kentro-gunaikeion-meleton-kai-ereunon diotima.html#.V_dKb9SLRk, http://www.diotima.org.gr/?p=2507).

18. Το Ευρωπαϊκό Λόμπι Γυναικών, στην ανακοίνωσή του για την 25η Νοέμβρη 2016, εκτίμησε ότι «το κόστος της ενδοοικογενειακής βίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε 17 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, δηλαδή 1 εκατομμύριο ευρώ ανά ημίωρο, ενώ η πρόληψη θα κόστιζε το 1/10».

19. Βλέπε πιο αναλυτικά τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο (Θέση 36).

20. Βλέπε πιο αναλυτικά τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο (Θέση 67).

21. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να προβάλλονται οι διεκδικήσεις του ταξικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος, του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος για τα δικαιώματα της εργαζόμενης μητέρας κατά τα πρώτα χρόνια του παιδιού. Αυτές περιλαμβάνουν: Άδεια κύησης, τοκετού, λοχείας δύο μήνες πριν και έξι μήνες μετά από τον τοκετό με πλήρεις αποδοχές και ασφαλιστικά δικαιώματα, ανεξαρτήτως εργασιακών σχέσεων. Άδεια μητρότητας για ένα χρόνο, με πλήρη μισθό, ασφάλιση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Δυνατότητα να γίνει χρήση της και από τον πατέρα. Στη συνέχεια, διευκόλυνση της επιστροφής της μητέρας στην εργασία με μειωμένα ωράρια κατά δύο ώρες για τα επόμενα δύο χρόνια και κατά μία ώρα για άλλα δύο, με δίκτυο δημόσιων και δωρεάν βρεφονηπιακών σταθμών και υποδομών για τη δημιουργική απασχόληση βρεφών, νηπίων, παιδιών.