ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Η Οκτωβριανή Επανάσταση με τη νικηφόρα έκβασή της δικαίωσε τη στρατηγική επιλογή του Λένιν και του κόμματος των μπολσεβίκων με στόχο τη σοσιαλιστική επανάσταση, αμέσως μετά από το Φλεβάρη του ’17, και απέδειξε τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να εκπληρώσει την ιστορική αποστολή της κοινωνικής απελευθέρωσης. Στη συνέχεια και για δεκαετίες, η σοσιαλιστική οικοδόμηση απέδειξε επίσης την υπεροχή των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής συγκριτικά με τις καπιταλιστικές σχέσεις για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

 

Η διαμόρφωση της συγκεκριμένης στρατηγικής των μπολσεβίκων δεν ήταν ένα εύκολο, μονόπρακτο έργο. Η ωρίμανση της στρατηγικής επεξεργασίας προήλθε μέσα από εντατική, επίπονη θεωρητική δουλειά, συστηματική μελέτη των εγχώριων και διεθνών εξελίξεων, μελέτη της πείρας της ταξικής πάλης στη Ρωσία ιδιαίτερα στις περιόδους όξυνσής της, σε συνδυασμό με τη μαχητική πρακτική ικανότητα και τους πολιτικούς δεσμούς των μπολσεβίκων με ευρύτερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.

Η ανάπτυξη της λενινιστικής στρατηγικής έγινε με σκληρή διαπάλη ενάντια στις οπορτουνιστικές και δογματικές πολιτικές απόψεις του Πλεχάνοφ, του Μάρτοφ, του Κάουτσκι, του Τρότσκι και στις επιφυλάξεις στελεχών των ίδιων των μπολσεβίκων, που εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι η Ρωσία έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά από ένα στάδιο μεγαλύτερης ωρίμανσης του καπιταλισμού.

Η οπορτουνιστική γραμμή, που οδηγούσε πρακτικά στην υποταγή του εργατικού κινήματος στην αστική πολιτική, εδραζόταν στη συγκριτική καθυστέρηση του επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία σε σχέση με τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία), στην καθυστέρηση του εξηλεκτρισμού, στο μεγάλο ειδικό βάρος της αγροτικής παραγωγής στη ρωσική οικονομία και στο χαμηλό βαθμό μηχανοποίησής της και στις προκαπιταλιστικές επιβιώσεις σε μεγάλο μέρος της τσαρικής αυτοκρατορίας, στην έλλειψη εδραιωμένης λειτουργίας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ο Λένιν, στη μακρόχρονη, επίπονη προσπάθειά του για τη διαμόρφωση αποτελεσματικής επαναστατικής στρατηγικής, προσέγγισε από τα πρώτα έργα του με διαλεκτικό τρόπο το ζήτημα της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία, φωτίζοντας την αλληλεπίδραση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής.

Μελετώντας την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, γράφει χαρακτηριστικά: «Από το ένα μέρος ο καπιταλισμός είναι ίσα-ίσα ο παράγοντας που προκαλεί και διευρύνει τη χρησιμοποίηση των μηχανών στην αγροτική οικονομία, από το άλλο η χρησιμοποίηση των μηχανών στη γεωργία έχει κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα, δηλαδή οδηγεί στη διαμόρφωση κεφαλαιοκρατικών σχέσεων και στην παραπέρα ανάπτυξή τους»1.

Προσδιορίζει επίσης τον προοδευτικό ιστορικό ρόλο του καπιταλισμού έναντι της φεουδαρχίας, εστιάζοντας στο «ανέβασμα των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας και της κοινωνικοποίησής της»2.

Στη συνέχεια, μελετώντας το μονοπωλιακό καπιταλισμό, θα φωτίσει τη σημασία του περάσματος στη διεθνή εποχή του ιμπεριαλισμού, ως εποχή που έχουν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό στις περιοχές της Γης που έχουν εδραιωθεί οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Ο Λένιν δεν θα περιοριστεί σε αυτές τις γενικές επισημάνσεις σχετικά με την αναγκαιότητα και την ιστορική επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Στη διαπάλη του με το οπορτουνιστικό ρεύμα, θα τονίσει τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής να απελευθερώσουν και να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στο κορυφαίο έργο του «Κράτος και Επανάσταση», σημειώνει με ξεκάθαρο τρόπο: «Η απαλλοτρίωση των καπιταλιστών θα φέρει αναπόφευκτα μια τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρώπινης κοινωνίας. Πόσο γρήγορα όμως θα προχωρήσει η ανάπτυξη αυτή, πόσο γρήγορα θα οδηγήσει στην κατάργηση του καταμερισμού εργασίας […] αυτό δεν το ξέρουμε και ούτε μπορούμε να το ξέρουμε»3.

Η ζωή θα δικαιώσει στη συνέχεια τη συγκεκριμένη λενινιστική θέση. Η ιστορία των πρώτων δεκαετιών της ΕΣΣΔ θα αποδείξει την υπεροχή του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού (που μόνο η εργατική εξουσία και η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής μπορεί να διασφαλίσει) για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Θα αποδείξει ότι η όποια σχετική καθυστέρηση στη Ρωσία και σε άλλες χώρες που υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο υλικών προϋποθέσεων για το πέρασμα στο σοσιαλισμό μπορεί να ξεπεραστεί με επαναστατικό τρόπο, προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.

Η ταχύτητα και η απόσταση που κάλυψε η εργατική εξουσία στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ήταν τεράστια, αν συνυπολογίσουμε την ενεργητική επέμβαση και διαρκή υπονόμευση από τον εσωτερικό εχθρό και το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, καθώς και την υστέρηση της προεπαναστατικής Ρωσίας σε σχέση με τα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης και τις ΗΠΑ. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη γρήγορη εξάλειψη του αναλφαβητισμού και της ανεργίας, τον ταχύτατο εξηλεκτρισμό της χώρας, τα επιτεύγματα στη διερεύνηση του Διαστήματος, τη μετατροπή μονάδων της «ειρηνικής» βιομηχανίας σε πολεμική βιομηχανία πριν και μέσα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.4

Ο Λένιν φώτιζε με σαφήνεια τις ολέθριες πολιτικές συνέπειες που θα είχε η υιοθέτηση θέσεων του οπορτουνιστικού ρεύματος. Γράφει στην πολεμική του απέναντι στον Κάουτσκι: «Ο Μάρτοφ λέει (και ο Κάουτσκι επαναλαμβάνει τα ίδια) πως η Ρωσία δεν είναι ακόμα ώριμη για το σοσιαλισμό, απ’ όπου φυσικά βγαίνει: Είναι νωρίς ακόμα να μετατρέψουμε τα Σοβιέτ από όργανα πάλης σε κρατικές οργανώσεις (διάβαζε: είναι καιρός να μεταβάλουμε τα Σοβιέτ, με τη βοήθεια των μενσεβίκων ηγετών, σε όργανα υποταγής των εργατών στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη). Ο Κάουτσκι όμως δεν μπορεί να πει ανοιχτά ότι η Ευρώπη δεν είναι ώριμη για το σοσιαλισμό»5.

Επίσης στην πολεμική του με τους οπορτουνιστές ο Λένιν θα επαναλάβει συχνά τη θέση του Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», ότι το κράτος ανάμεσα στην καπιταλιστική και στην κομμουνιστική κοινωνία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.6

Σε αρκετά έργα του ο Λένιν ασκεί με σαφήνεια κριτική σε όσους μεταθέτουν την πάλη για το σοσιαλισμό σ’ ένα απομακρυσμένο, πρακτικά ακαθόριστο μέλλον, σε όσους αναφέρονται γενικά στο σοσιαλισμό χωρίς να προπαγανδίζουν συγκεκριμένη επαναστατική πολιτική και χωρίς να προετοιμάζουν, να οργανώνουν και να συγκεντρώνουν δυνάμεις μέσα από την επαναστατική δράση.7

Ωστόσο, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα στη συνέχεια αντί να μελετήσει και να εμβαθύνει θεωρητικά στην πολιτική πείρα από τη λενινιστική στρατηγική που οδήγησε στη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτώβρη του ’17, έμεινε στις προηγούμενες επεξεργασίες του 1905 για τη Ρωσία, τις γενίκευσε μηχανιστικά για άλλες χώρες και σταδιακά επικράτησε η στρατηγική των δυο σταδίων για τις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες, με τη μορφή των δύο αλλεπάλληλων επανάστασεων, της αστικοδημοκρατικής και της σοσιαλιστικής επανάστασης, στα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), και στη συνέχεια με τη μορφή του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού σταδίου που προηγείται της σοσιαλιστικής επανάστασης, με προβληματικά, λαθεμένα κριτήρια προσδιορισμού του χαρακτήρα της επανάστασης, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ασφαλώς η ολοκληρωμένη εξέταση του ζητήματος απαιτεί βαθιά, συλλογική, διεξοδική μελέτη από κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα κι εκτεταμένη συζήτηση από τις ζωντανές δυνάμεις που έχουν απομείνει σήμερα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα.

Το Κόμμα μας έχει καταβάλει προσπάθεια σε αυτήν την κατεύθυνση κι έχει παρουσιάσει ορισμένους παράγοντες και δυσκολίες που συνέβαλαν στην κυριαρχία των συγκεκριμένων αντιλήψεων στις επεξεργασίες της ΚΔ.8 Παράλληλα, συνεχίζει την έρευνα και μετέχει ενεργά στη συζήτηση που διεξάγεται μέσα στο πλαίσιο της «Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης»9.

Στη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 100 χρόνια της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης» αναφέρονται ορισμένοι παράγοντες και δυσκολίες που αφορούν την υποχώρηση του κύματος επαναστατικής ανόδου μετά από την ήττα της επανάστασης του ’18 στη Γερμανία και το ’19 στην Ουγγαρία, την επίδραση της προσπάθειας της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ να καθυστερήσει την ιμπεριαλιστική επίθεση, τις εναλλαγές της γραμμής της ΚΔ κ.ά.

Στο συγκεκριμένο άρθρο, που έχει εισαγωγικό χαρακτήρα στη διερεύνηση του θέματος, δε θ’ ασχοληθούμε με το σύνολο αυτών των ιστορικών παραγόντων. Θ’ ασχοληθούμε μόνο με ορισμένους παράγοντες που συνδέονται μεταξύ τους και αφορούν καθυστερήσεις στην αναγκαία θεωρητική επεξεργασία, καθώς και τη λαθεμένη μηχανιστική μεταφορά της αρχικής στρατηγικής επεξεργασίας των μπολσεβίκων του 1905 σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.

 

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΣΤΑΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

 Η προαναφερόμενη θετική πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν κυριάρχησε στη συνέχεια ως στρατηγική αντίληψη στις προγραμματικές επεξεργασίες της ΚΔ. Στις συγκεκριμένες επεξεργασίες υποτιμήθηκε ο διεθνής χαρακτήρας της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού και κυριάρχησε ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης με βασικά κριτήρια τη θέση κάθε καπιταλιστικής χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και το συσχετισμό δυνάμεων.

Στο Πρόγραμμα της ΚΔ που διαμορφώθηκε στο 6ο Συνέδριό της, προσδιορίζονται τρεις τύποι χωρών με κριτήριο το συγκριτικό επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, οι οποίοι παραπέμπουν όχι μόνο σε διαφορετικούς δρόμους κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, αλλά και σε διαφορετικές μορφές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Συγκεκριμένα το Πρόγραμμα της ΚΔ αναφέρει: «Η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού, που οξύνθηκε στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, προκάλεσε την ποικιλομορφία των τύπων του καπιταλισμού, διαφορετικές βαθμίδες της ανάπτυξής του στις διάφορες χώρες, καθώς και ποικιλόμορφους και ιδιαίτερους όρους του επαναστατικού προτσές. Τα γεγονότα αυτά κάνουν ιστορικά εντελώς αναπόφευκτη την ποικιλομορφία των δρόμων και των ρυθμών της κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο, την ανάγκη, σε σειρά από χώρες, ορισμένων μεταβατικών σταθμών που οδηγούν στη δικτατορία του προλεταριάτου, καθώς επίσης και την ποικιλομορφία των μορφών της ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού στις διάφορες χώρες. Την ποικιλομορφία των όρων και των δρόμων του περάσματος προς τη δικτατορία του προλεταριάτου στις διάφορες χώρες μπορούμε σχηματικά να την αναγάγουμε σε τρεις βασικούς τύπους»10.

Στη συνέχεια, όταν επιχειρείται η συγκεκριμένη κατάταξη των χωρών στους τρεις βασικούς τύπους, διαπιστώνουμε ότι το κριτήριο που στην πραγματικότητα δεσπόζει είναι το συγκριτικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών, σε συνδυασμό με άλλα κριτήρια, όπως το βαθμό λειτουργίας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως μορφής της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Ως χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού προσδιορίζονται οι χώρες «με ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις, με συγκεντροποιημένη σε μεγάλο βαθμό παραγωγή, όπου η μικρή οικονομία έχει σχετικά μικρή σημασία, με αστικοδημοκρατικό πολιτικό καθεστώς, που έχει συγκροτηθεί ήδη από πολύ καιρό»11.

Μόνο στις συγκεκριμένες χώρες τίθεται ως προγραμματική απαίτηση το άμεσο πέρασμα στη δικτατορία του προλεταριάτου, με σοσιαλιστική επανάσταση. Οι συγκεκριμένες αναφορές στις ΗΠΑ, Γερμανία, Αγγλία δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας ότι πρόκειται για τα καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονταν τη συγκεκριμένη περίοδο στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.

Ως χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης του καπιταλισμού προσδιορίζονται οι χώρες «που έχουν σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία, με ορισμένο μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων, αναγκαίων για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, κι όπου δεν έχει ακόμα αποτελειωθεί ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός»12.

Ενώ αναγνωρίζεται ότι υπάρχει το μίνιμουμ των υλικών προϋποθέσεων στις συγκεκριμένες χώρες για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, προτείνονται δυο παρεμφερείς εναλλακτικοί δρόμοι, δηλαδή του πολύ γρήγορου περάσματος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική, και της σοσιαλιστικής επανάστασης, που θα εκπληρώσει όμως σε μεγάλη έκταση καθήκοντα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα. Και σε αυτήν την περίπτωση η αναφορά σε συγκεκριμένες χώρες, όπως Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία, Ουγγαρία και βαλκανικές χώρες, προσδιορίζει κυρίως χώρες που βρίσκονται στις μεσαίες θέσεις του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος τη συγκεκριμένη περίοδο. Ως καθοδηγητική δύναμη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης προσδιορίζεται η εργατική τάξη, ενώ δίνεται βάρος στην κοινωνική συμμαχία του προλεταριάτου με την αγροτιά και στο σημαντικό προοδευτικό ρόλο των αγροτικών επαναστάσεων.

Στην τρίτη κατηγορία των «μισοαποικιακών κι εξαρτημένων χωρών», τίθεται ο στόχος μιας ολόκληρης περιόδου μετατροπής της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει χώρες με σημαντική ανάπτυξη της βιομηχανίας, η οποία όμως κρίνεται ως «ανεπαρκής, στις περισσότερες περιπτώσεις, για ανεξάρτητη σοσιαλιστική οικοδόμηση». Αναφέρονται η Αργεντινή και η Βραζιλία ως παραδείγματα εξαρτημένων χωρών. Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται και χώρες που δεν έχουν αποτινάξει τον αποικιακό ζυγό (Κίνα, Ινδίες) και στις οποίες κυριαρχούν σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής. Ασφαλώς η επεξεργασία στρατηγικής σε αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες την εποχή του ιμπεριαλισμού ήταν σύνθετο ζήτημα, που η ιστορική διερεύνησή του δε θα μας απασχολήσει στο συγκεκριμένο άρθρο.

Το σημαντικό είναι ότι στην ουσία υιοθετείται ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μιας χώρας, σε σχέση με το πιο υψηλό που είχαν φτάσει οι ηγετικές δυνάμεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα σε αρκετές καπιταλιστικές χώρες, που η ίδια η προγραμματική ανάλυση της ΚΔ θεωρεί ότι υπήρχαν οι ελάχιστες υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Η συγκεκριμένη επεξεργασία δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στις προγραμματικές θέσεις της ΚΔ. Στην επεξεργασία του Σχεδίου Προγράμματος στο προηγούμενο 5ο Συνέδριό της γίνεται ήδη με πιο γενικόλογο τρόπο ο διαχωρισμός των χωρών μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Η διαφορά των τύπων καπιταλισμού, της μιας χώρας από την άλλη, και η ποικιλία των συνθηκών της επαναστατικής εξέλιξης φέρουν ως μοιραίο τους αποτέλεσμα και την ποικιλία των νέων τύπων που δημιουργούνται, και αυτή η ποικιλία θα είναι αναπόφευκτο χαρακτηριστικό γνώρισμα της μακράς αυτής μεταβατικής εποχής»13.

Στο Σχέδιο Προγράμματος η συγκεκριμένη διάκριση γίνεται επίσης με το κριτήριο της σύγκρισης των επιπέδων ανάπτυξης του καπιταλισμού, χωρίς ανάλυση. Η τοποθέτηση του Σχεδίου είναι η ακόλουθη: «Η ΚΔ, ως Παγκόσμιο Κόμμα του προλεταριάτου, υποχρεώνει όλα τα τμήματά της να υπολογίζουν αυστηρά τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στη χώρα του το καθένα. Μόνο όταν έχουν υπόψη τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες μπορούν να ακολουθούν πολιτική αληθινά μαρξιστική. Η διαφορά μεταξύ των χωρών που ο καπιταλισμός τους είναι σε ανώτατο βαθμό αναπτυγμένος και που είναι στο κατώφλι της προλεταριακής επανάστασης, των χωρών όπου είναι στην ημερήσια διάταξη μια αστική επανάσταση η οποία θα μπορέσει να μετατραπεί σε προλεταριακή επανάσταση, και τέλος των χωρών που είναι αποικίες ή μισοαποικίες των ιμπεριαλιστικών κρατών και θα περάσουν αναπόφευκτα μια φάση αποικιακών κι εθνικών πολέμων –η διάκριση αυτή θα έχει μια ουσιώδη επίδραση πάνω σε όλη τη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων κάτω από την ενιαία και συγκεντρωτική διεύθυνση της ΚΔ»14.

Η ίδια η πορεία διαμόρφωσης του Σχεδίου και του τελικού Προγράμματος της ΚΔ, οι συζητήσεις για τη σύνταξή τους στο πλαίσιο της ΚΔ, έχουν αυτοτελές ιστορικό ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, στη σχετική αλληλογραφία του Μπουχάριν (ως υπεύθυνου των σχετικών επεξεργασιών) με τον Στάλιν, ο τελευταίος δίνει αρχικά μια διαφορετική κατηγοριοποίηση από αυτήν του Προγράμματος, η οποία από τις καπιταλιστικές χώρες ξεχωρίζει μόνο τις αποικιακές και μισοαποικιακές, και ασφαλώς διακρίνει την ΕΣΣΔ ως ξεχωριστή κατηγορία.15

Εξετάζοντας σήμερα αυτές τις στρατηγικές επεξεργασίες και λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική πείρα σχετικά με τις πολιτικές συνέπειές τους, πρέπει να κάνουμε δύο βασικές επισημάνσεις:

Α) Υποτιμήθηκε ότι ο χαρακτήρας της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού έχει διεθνή διάσταση ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις των καπιταλιστικών χωρών στο βαθμό και στον τρόπο ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού οξύνεται η βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας σε κάθε καπιταλιστική χώρα. Η συγκέντρωση κι επέκταση της εργατικής τάξης και γενικότερα της μισθωτής εργασίας, που αποτελεί την κύρια παραγωγική δύναμη, είναι ο βασικός δείκτης ωρίμανσης του καπιταλισμού.

Όπως επισημαίνεται στη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 100 χρόνια της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης»: «Γενικότερα στις στρατηγικές επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς υποτιμήθηκε ο χαρακτήρας της εποχής και κυριάρχησε ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης με κριτήριο τη θέση μιας καπιταλιστικής χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δηλαδή λαθεμένα υιοθετήθηκαν ως κριτήρια για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μιας χώρας, σε σχέση με το πιο υψηλό που είχαν φτάσει οι ηγετικές δυνάμεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, καθώς και ο αρνητικός συσχετισμός σε βάρος του επαναστατικού εργατικού κινήματος»16.

Ο χαρακτήρας της επανάστασης πρέπει να καθορίζεται αντικειμενικά από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, που καλείται να επιλύσει σε κάθε καπιταλιστική χώρα, ανεξάρτητα από τη σχετική μεταβολή της θέσης κάθε χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ο προσδιορισμός και η προσέγγιση του στόχου της εργατικής εξουσίας δηλαδή δεν πρέπει να γίνεται με κριτήριο τον εκάστοτε ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, ούτε με βάση τον εκάστοτε βαθμό ανισότιμων διακρατικών σχέσεων, εξαρτήσεων που αποτελούν παράγωγες αντιθέσεις, οι οποίες μπορούν να λυθούν προς όφελος της εργατικής τάξης μόνο με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις φωτίζουν το γιατί ο χαρακτήρας της επανάστασης έπρεπε να είναι σοσιαλιστικός και όχι αστικοδημοκρατικός.

Β) Η συγκεκριμένη στρατηγική προσέγγιση υποτιμούσε την υπαρκτή δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων να δώσουν μεγάλη ώθηση και ν’ απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε κάθε χώρα, στην οποία είχε εδραιωθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μετά από την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Γράφει ο Λένιν χαρακτηριστικά: «Αν για τη δημιουργία του σοσιαλισμού απαιτείται ένα ορισμένο επίπεδο πολιτισμού (αν και κανένας δεν μπορεί να πει ποιο είναι ακριβώς αυτό το ορισμένο επίπεδο πολιτισμού, γιατί κάθε δυτικοευρωπαϊκό κράτος έχει και διαφορετικό επίπεδο), τότε γιατί δεν μπορούμε να αρχίσουμε πρώτα απ’ την κατάκτηση με επαναστατικό τρόπο των προϋποθέσεων γι’ αυτό το ορισμένο επίπεδο και μετά πια, βασισμένοι στην εργατοαγροτική εξουσία και στο σοβιετικό καθεστώς, να προχωρήσουμε για να φτάσουμε τους άλλους λαούς;»17.

Όμως, όπως διαπιστώσαμε, υπερίσχυσε η αντίληψη που έθετε ως στόχο για τις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες ένα στάδιο μιας ενδιάμεσου τύπου εξουσίας ως μεταβατικής για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Οι πολιτικές συνέπειες της λαθεμένης στρατηγικής του ενδιάμεσου σταδίου μπορούν σήμερα ν’ αποτιμηθούν ευκολότερα, αφού μπορούν να γίνουν πιο αντικειμενικές εκτιμήσεις στην υπαρκτή ιστορική πείρα δεκαετιών. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα μας απασχολήσει η διερεύνηση ορισμένων αιτιών αυτής της πορείας.

Καταρχάς θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στις επεξεργασίες της ΚΔ αναδεικνύεται η σημασία της εποχής του ιμπεριαλισμού. Στο Πρόγραμμά της τονίζεται ότι: «Ο ιμπεριαλισμός ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αποτελείωσε την προετοιμασία όλων των υλικών προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας»18.

Αναφέρεται με σαφήνεια ότι η μονοπωλιακή μορφή του κεφαλαίου αναπτύσσει τα στοιχεία του παρασιτισμού και τείνει να παρεμποδίσει την περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Αναφέρεται η υπεροχή των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η ώθηση που δίνει στην κοινωνική πρόοδο η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Το Πρόγραμμα της ΚΔ διακηρύσσει: «Κανένας περιορισμός κοινωνικού χαρακτήρα δεν μπαίνει μπροστά στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ούτε ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ούτε οι ιδιοτελείς υπολογισμοί του κέρδους, ούτε η αμάθεια των μαζών που υποστηρίζεται τεχνητά, ούτε η φτώχεια τους που παρεμποδίζει την τεχνική πρόοδο στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία, ούτε τα τεράστια μη παραγωγικά έξοδα δεν υπάρχουν στην κομμουνιστική κοινωνία. Η πιο σκόπιμη χρησιμοποίηση των δυνάμεων της φύσης και των φυσικών όρων της παραγωγής στα διάφορα μέρη του κόσμου, η εξάλειψη της αντίθεσης μεταξύ της πόλης και του χωριού, αντίθεσης που είναι συνδεδεμένη με τη συστηματική καθυστέρηση της αγροτικής οικονομίας και με το χαμηλό επίπεδο της τεχνικής της, η συνένωση σε ανώτατο βαθμό της επιστήμης με την τεχνική των επιστημονικών ερευνών, με την πρακτική εφαρμογή τους στην πιο πλατιά κοινωνική κλίμακα, η με σχέδιο οργάνωση της πιο επιστημονικής δουλειάς, η εφαρμογή των πιο τελειοποιημένων μεθόδων στατιστικής και διακανονισμού της οικονομίας πάνω σε σχέδιο, οι πολύ γρήγορα αναπτυσσόμενες κοινωνικές ανάγκες –ισχυρότατοι εσωτερικοί κινητήρες όλου του συστήματος– όλα αυτά εξασφαλίζουν το ανώτατο όριο παραγωγικότητας της κοινωνικής δουλειάς και απελευθερώνουν με τη σειρά τους την ανθρώπινη δραστηριότητα για την πιο ισχυρή άνοδο της επιστήμης και της τέχνης»19.

Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι την ίδια περίοδο η θεωρητική σκέψη του ΚΚ (μπ), όπως συνοψίζεται από τον Στάλιν στο έργο του «Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός», αναφέρεται με σαφήνεια στην αλληλεπίδραση των σχέσεων παραγωγής και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Εμφανίζεται λοιπόν μια αντιφατική εικόνα. Από τη μια οι επεξεργασίες της ΚΔ διαπιστώνουν σωστά ότι μέσα στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού ωρίμασαν οι υλικές προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και αναγνωρίζουν την προωθητική δύναμη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και, από την άλλη, δεν εφαρμόζουν ουσιαστικά αυτές τις θέσεις όταν προσδιορίζουν το χαρακτήρα, τα καθήκοντα και τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης σε κάθε καπιταλιστική χώρα, ή τουλάχιστον δεν εστιάζουν στο κριτήριο της όξυνσης της βασικής αντίθεσης σε μια σειρά καπιταλιστικών χωρών ή δε δίνουν έμφαση στον καπιταλιστικό τους χαρακτήρα αλλά σε εξωγενείς παράγοντες.

Αντίθετα, όταν η επεξεργασία φτάνει στο βασικό πολιτικό «διά ταύτα», εμφανίζεται ξανά η αρχική στρατηγική επεξεργασία των μπολσεβίκων του 1905.

Συγκεκριμένα, στο Πρόγραμμα της ΚΔ για τις χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης διευκρινίζεται ότι: «Εδώ συνεπώς μπορεί να μην επέλθει μονομιάς η δικτατορία του προλεταριάτου, μα να επανέλθει στο προτσές του περάσματος απ’ τη δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς…»20.

Για να κατανοήσουμε αυτήν την αντιφατική εικόνα της στρατηγικής επεξεργασίας της ΚΔ, οφείλουμε να εξετάσουμε, μεταξύ άλλων, δυο παράγοντες που αλληλοδιαπλέκονται. Οφείλουμε συγκεκριμένα να εξετάσουμε το ειδικό βάρος της ιστορικής κληρονομιάς της περιόδου 1900-1917 της επαναστατικής δράσης στη Ρωσία και τις συνέπειες από την άστοχη, μηχανιστική γενίκευση της αρχικής στρατηγικής επεξεργασίας του 1905 σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Επίσης σημαντικός παράγοντας είναι ο βαθμός που προχώρησε και βάθυνε η θεωρητική επεξεργασία στο ζήτημα της αλληλεπίδρασης των σχέσεων παραγωγής και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και ο βαθμός που τα όποια συμπεράσματά της ενσωματώθηκαν στην επαναστατική πολιτική της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.

Ασφαλώς υπάρχουν αρκετοί ακόμη παράγοντες που απαιτούν ιδιαίτερη ιστορική διερεύνηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ενώ οι «Θέσεις του Απρίλη» του Λένιν διαμορφώθηκαν και υλοποιήθηκαν σε επαναστατική κατάσταση, το 1917, οι επεξεργασίες της ΚΔ στη συνέχεια διαμορφώθηκαν σε αρνητικό συσχετισμό, που αντικειμενικά ασκούσε κάποια πίεση. Στις επεξεργασίες της ΚΔ επιδρούσε η προσπάθεια της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ να καθυστερήσει την ιμπεριαλιστική επίθεση εναντίον της. Στα όργανα της ΚΔ υπήρχαν στελέχη των μπολσεβίκων (π.χ. Μπουχάριν) με πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις, οι οποίες είχαν ήδη αποκαλυφθεί στη σχετική διαπάλη που εκδηλώθηκε στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ τη δεκαετία του ’20 και στη συνέχεια.

Ιδιαίτερη διερεύνηση απαιτείται και για τις αναλύσεις της συγκεκριμένης περιόδου σχετικά με τον αγροτικό τομέα, τις εκτιμήσεις τους για ύπαρξη ισχυρών προκαπιταλιστικών επιβιώσεων σε πολλά καπιταλιστικά κράτη, καθώς και για τα ζητήματα που αφορούσαν την κοινωνική συμμαχία με την αγροτιά. Η διερεύνηση όλων αυτών των παραγόντων θα βοηθήσει να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη συγκεκριμένη περίοδο, που ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος εισαγωγικού άρθρου.

 

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

 Η συγκεκριμένη ιστορική πορεία και οι επεξεργασίες που αφορούσαν τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετώπιζε το μαρξιστικό ρεύμα στη Ρωσία, από τη συγκρότησή του μέχρι τη διαμόρφωση της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης το 1917, άσκησαν επίσης σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος τις επόμενες δεκαετίες.

Μεταφέρθηκε μηχανιστικά σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες η αρχική επεξεργασία του Λένιν την περίοδο της επανάστασης του 1905 που, όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια, προέβλεπε δυο στάδια, αρχικά μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην ουσία (αλλά προλεταριακή στη μορφή της) για την ανατροπή της τσαρικής εξουσίας και στη συνέχεια της σοσιαλιστικής επανάστασης. Πρόκειται για τη στρατηγική που αποτυπώθηκε συνοπτικά με τη θέση για «τη δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», προκειμένου το εργατικό κίνημα να διασφαλίσει την πολιτική του αυτοτέλεια και τον ηγεμονικό, πρωτοπόρο ρόλο του έναντι της αστικής τάξης στην πάλη απέναντι στην τσαρική εξουσία. Ο Λένιν θεωρούσε ότι η «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» μπορούσε να έχει ενιαία θέληση όσον αφορούσε το τσάκισμα της απολυταρχίας, αλλά όχι όσον αφορούσε το σοσιαλισμό. Όσο θα εξελισσόταν η επανάσταση, ο Λένιν προέβλεπε ότι θα οξυνόταν η διαπάλη στους κόλπους της συμμαχίας εργατών-αγροτών και θα οδηγούσε τελικά στον πλήρη διαχωρισμό της εργατικής τάξης από τους πλούσιους αγρότες.

Μετά από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, την εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης στη Ρωσία, την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας το Φλεβάρη του ’17 και την περίοδο της δυαδικής εξουσίας (δηλαδή της συνύπαρξης ως κέντρων εξουσίας της ρωσικής αστικής κυβέρνησης από τη μια και των Σοβιέτ από την άλλη), ο Λένιν επεξεργάστηκε τις Θέσεις του Απρίλη και καθοδήγησε στην πράξη την οργάνωση και τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η συνθετότητα στην εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας, αν και δεν οδήγησε πρακτικά στη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», επέδρασε στην επεξεργασία της στρατηγικής των σταδίων απ’ την ΚΔ, τουλάχιστον για κάποιες καπιταλιστικές χώρες.

Για να κατανοηθεί το μεγάλο ειδικό βάρος και η σημαντική επίδραση που συνέχισε ν’ ασκεί αυτή η αρχική επαναστατική πολιτική των μπολσεβίκων, πρέπει ν’ ανατρέξουμε στην ιστορική πορεία του μαρξιστικού ρεύματος στη Ρωσία την εικοσαετία πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Οι Ρώσοι μαρξιστές με επικεφαλής αρχικά τον Πλεχάνοφ, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, βρίσκονται αντιμέτωποι με το ιδιαίτερο πρόβλημα της τσαρικής απολυταρχίας, της δικτατορίας των ευγενών και των γαιοκτημόνων και της επίδρασής της που οδηγεί στη σχετικά αργή ανάπτυξη του καπιταλισμού. Παράλληλα, αντιπαλεύουν το ρεύμα των ναρόντνικων που θεωρούν ότι η Ρωσία μπορεί ν’ αποφύγει το δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να περάσει σε μια ουτοπική σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνικής ζωής, η οποία θα στηρίζεται στις αγροτικές κοινότητες (μια «αδελφότητα των αγροτών που δε θα υπήρχε δικό μου και δικό σου, ούτε κέρδος και καταπίεση»).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της θεωρητικής και πολιτικής διαπάλης, εμφανίζεται το ρεύμα του «νόμιμου» μαρξισμού, των πολιτικών υποστηρικτών της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που στην ουσία απολυτοποιούν τον προοδευτικό ρόλο της μεγάλης καπιταλιστικής παραγωγής έναντι της φεουδαρχίας και καλούν το εργατικό κίνημα σε στήριξη της πολιτικής και των στόχων της αστικής τάξης.

Το συγκριμένο ρεύμα εξέφρασε στις αναλύσεις του κυρίως ο Πετρ Στρούβε. Ο Πλεχάνοφ, παρόλο που του ασκεί κριτική, δε διαχωρίζεται πλήρως και ουσιαστικά από το συγκεκριμένο ρεύμα των απολογητών της καπιταλιστικής ανάπτυξης, το οποίο μεταθέτει την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης σ’ ένα αόριστο μέλλον, μεγαλύτερης και πιο ισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού στην τσαρική Ρωσία.

Μόνο ο Λένιν από τα πρώτα έργα του διαβλέπει και προσδιορίζει τον κίνδυνο που γεννά για το επαναστατικό εργατικό κίνημα το συγκεκριμένο ρεύμα του «αντικειμενισμού», του «νόμιμου» μαρξισμού. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ο αντικειμενιστής μιλάει για την αναγκαιότητα ενός δοσμένου ιστορικού προτσές, ο υλιστής διαπιστώνει με ακρίβεια το δοσμένο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό και τις ανταγωνιστικές σχέσεις που γεννά. Ο αντικειμενιστής, αποδείχνοντας την αναγκαιότητα μιας δοσμένης σειράς γεγονότων, κινδυνεύει πάντα να ξεστρατίσει προς την άποψη του απολογητή αυτών των γεγονότων, ο υλιστής ξεσκεπάζει τις ταξικές αντιθέσεις κι έτσι καθορίζει την άποψή του. Ο αντικειμενιστής μιλάει για ακατανίκητες τάσεις στην ιστορική εξέλιξη, ο υλιστής μιλάει για την τάξη εκείνη που διευθύνει ένα δοσμένο οικονομικό καθεστώς, δημιουργώντας ορισμένες μορφές αντίδρασης των άλλων τάξεων»21.

Από τα πρώτα έργα του ο Λένιν εστιάζει στο ζήτημα της ταξικής πάλης, στο ποια τάξη θα καθορίσει την ιστορική εξέλιξη τα επόμενα χρόνια.

Όσα προαναφέραμε δεν υποβαθμίζουν τη σημαντική ιστορική προσφορά του Πλεχάνοφ στην αντιμετώπιση των ναρόντνικων. Υπογραμμίζουν απλά τις παρενέργειες που προκλήθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαπάλης.

Ας δούμε όμως συνοπτικά και πιο συγκεκριμένα την ιστορική εξέλιξη της θεωρητικής διαπάλης εκείνη την περίοδο.

Στα τέλη του 19ου αιώνα δεσπόζει ακόμα η σκέψη των ναρόντνικων που προσπαθούν ν’ αποδείξουν τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα ενός «μη καπιταλιστικού» δρόμου ανάπτυξης στη Ρωσία.

Ο Β. Π. Βοροντσόφ υποστηρίζει στο έργο του «Η μοίρα του καπιταλισμού στη Ρωσία» (1882) ότι ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να γίνει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, γιατί αφενός αναπτύχθηκε με καθυστέρηση και δεν μπορούσε να διασφαλίσει διεθνείς αγορές και αφετέρου γιατί η εσωτερική αγορά συρρικνωνόταν λόγω της καταστροφής πολλών αγροτών και μικροβιοτεχνών.

Ο Πλεχάνοφ, που διαχωρίζεται ουσιαστικά από το ναροντνικισμό την περίοδο 1880-1882 και ιδρύει την «Ομάδα Απελευθέρωσης της Εργασίας» το 1883, αντιπαλεύει αυτές τις απόψεις (με τα έργα του «Σοσιαλισμός και πολιτική πάλη» και «Οι διαφορές μας»). Αντικρούει τη θεωρία για την αδύναμη ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Φωτίζει την αυξανόμενη ταξική ανισότητα μέσα στις αγροτικές κοινότητες και αναδεικνύει ότι ιστορικά αποτέλεσαν βασικό στήριγμα της τσαρικής απολυταρχίας.

Ο Πλεχάνοφ φωτίζει την ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή και δείχνει ότι η Ρωσία έχει μπει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στη δική του πολεμική ενάντια στους ναρόντνικους, ο Λένιν υπογραμμίζει την προσφορά του Πλεχάνοφ που απάντησε μαρξιστικά στο αφηρημένο ερώτημα αν η Ρωσία πρέπει να περάσει αναγκαστικά από το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο Λένιν υπογραμμίζει ότι ο Πλεχάνοφ θεώρησε λαθεμένο τον αφηρημένο τρόπο που τέθηκε το ερώτημα και απάντησε συγκεκριμένα εξηγώντας ότι αντικειμενικά η Ρωσία είχε ήδη μπει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Γράφει: «Και πώς απάντησε ο Πλεχάνοφ; Έτσι ακριβώς όπως μπορούσε να απαντήσει ένας μαρξιστής: Άφησε ολότελα κατά μέρος το ζήτημα της δεοντολογίας σαν κάτι ανώφελο που θα μπορούσε να ενδιαφέρει μόνο τους υποκειμενιστές και όλο τον καιρό μιλούσε μόνο για τις πραγματικές κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, για την πραγματική τους εξέλιξη. Γι’ αυτό και δεν έδωσε άμεση απάντηση στο ερώτημα που έμπαινε τόσο λαθεμένα, μα απάντησε διαφορετικά, ως εξής: Η Ρωσία έχει μπει στον κεφαλαιοκρατικό δρόμο»22.

Πού καταλήγει όμως πολιτικά ο Πλεχάνοφ στη θεωρητική του διαπάλη με τους ναρόντνικους; Καταλήγει στη θέση ότι η εργατική τάξη πρέπει αρχικά να παλέψει για την κατάκτηση της αστικής δημοκρατίας, διαχωρίζοντας τη δράση του προλεταριάτου για το «αστικοδημοκρατικό ζήτημα» απ’ την πάλη για το σοσιαλισμό.

Στο έργο του «Σοσιαλισμός και πολιτική πάλη», που δημοσιεύτηκε το 1881, ο Πλεχάνοφ γράφει: «Η συγχώνευση σε ένα, δύο τόσο θεμελιακά διαφορετικών ζητημάτων, όπως της ανατροπής του απολυταρχισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης, η διεξαγωγή επαναστατικής πάλης με την πεποίθηση ότι αυτά τα στοιχεία της κοινωνικής ανάπτυξης θα συμπίπτουν στην ιστορία της χώρας μας, ισοδυναμεί με τη ματαίωση και των δύο»23.

Ο Λένιν στο έργο του «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση» το καλοκαίρι του 1905 διατυπώνει με τη σειρά του την ακόλουθη θέση: «Ο βαθμός οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας και ο βαθμός της ταξικής συνείδησης και της οργάνωσης των πλατιών μαζών του προλεταριάτου καθιστούν αδύνατη την άμεση και ολοκληρωτική απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μόνο οι πιο αδαείς μπορούν να αγνοούν τον αστικό χαρακτήρα της συντελούμενης δημοκρατικής επανάστασης»24.

Η αρχική συμπόρευση του Λένιν με τον Πλεχάνοφ στην πάλη κατά του ναροντνικισμού δεν ισοδυναμεί ασφαλώς με ταύτιση των απόψεών τους. Η διαφοροποίηση και η διαπάλη μέσα στο μαρξιστικό ρεύμα εντάθηκε και οδήγησε, όπως ξέρουμε, στην πολιτική και οργανωτική διάσπαση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, με αρχικό βασικό πεδίο αντιπαράθεσης τον προσδιορισμό των κινητήριων δυνάμεων της επανάστασης και την πολιτική κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης.

Οι περισσότεροι μαρξιστές συμφωνούν το 1905 στην ανάγκη ενός ελάχιστου, μίνιμουμ προγράμματος αστικοδημοκρατικής επανάστασης, που θα έδινε ώθηση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Ωστόσο, η θέση ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός σε σχέση με τη φεουδαρχία δεν οδηγεί στη χάραξη της ίδιας επαναστατικής πολιτικής από τον Λένιν από τη μια και από τον Πλεχάνοφ και τους μενσεβίκους από την άλλη.

Ο Πλεχάνοφ στην ουσία συμπλέει πολιτικά με το «νόμιμο μαρξισμό» του Στρούβε στην πολιτική υπόκλιση της εργατικής τάξης στην αστική τάξη. Υποστηρίζει ότι ο στόχος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης θα πρέπει να εστιάσει στο αίτημα για «ένα αστικό δημοκρατικό σύνταγμα», σε πολιτική συμμαχία με τους φιλελεύθερους αστούς πολιτικούς. Τονίζει ότι οι μαρξιστές δεν πρέπει να τρομάζουν κανένα με το μακρινό ακόμα «κόκκινο φάντασμα».

Ο Λένιν, από τα πρώτα του ακόμη έργα, εστιάζει στο ότι ο καπιταλισμός έχει ήδη γεννήσει το νεκροθάφτη του, την εργατική τάξη.

Η διαφορά από τον Πλεχάνοφ φαίνεται από τα πρώτα έργα του Λένιν, ιδιαίτερα στην κριτική του στον Στρούβε σχετικά με τον αντικειμενικό προοδευτικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που υποβαθμίζει τη σημασία της ταξικής πάλης. Γράφει: «Το βασικό χαρακτηριστικό των συλλογισμών του συγγραφέα είναι ο στενός αντικειμενισμός του, που περιορίζεται στο να αποδείξει το αναπόφευκτο και την αναγκαιότητα του προτσές και που δεν προσπαθεί να αποκαλύψει σε κάθε συγκεκριμένο στάδιο αυτού του προτσές τη μορφή του ταξικού ανταγωνισμού που προσιδιάζει σ’ αυτό»25.

Τη συγκεκριμένη περίοδο ο Λένιν ασκεί οξύτατη κριτική σε όσους δεν αντιλαμβάνονται ή υποβαθμίζουν τα διαφορετικά ανταγωνιστικά ταξικά συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων που αντικειμενικά είναι αντίπαλοι της δουλοπαροικίας και της τσαρικής απολυταρχίας. Επισημαίνει από πολύ νωρίς τον κίνδυνο να γίνει το εργατικό κίνημα «τσιράκι της αστικής τάξης».

Στη συνέχεια, μέσα στη φωτιά της επανάστασης του 1905 θ’ αντιπαρατεθεί ανοιχτά με τους μενσεβίκους, τον Μάρτοφ και τον Πλεχάνοφ που θεωρούσαν ότι η αστική τάξη θα πρέπει να είναι πολιτικός καθοδηγητής και βασική κινητήρια δύναμη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.

Πρόθεση της αρχικής στρατηγικής επεξεργασίας του Λένιν είναι να εξασφαλίσει την πολιτική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης απέναντι στην αστική τάξη και τον ηγεμονικό ρόλο της στην καθοδήγηση του λαϊκού κινήματος ενάντια στον τσάρο. Η διαφωνία του Λένιν με τους μενσεβίκους αφορά όχι μόνο τις κινητήριες δυνάμεις, αλλά στην ουσία και τον ίδιο το χαρακτήρα που θα μπορούσε να πάρει η επανάσταση. Σχετικά με τις κινητήριες δυνάμεις, σε μια σειρά έργα του φωτίζει την πολιτική συμβιβασμού της αστικής τάξης με την τσαρική απολυταρχία και το φόβο της για την ανάπτυξη του ρωσικού εργατικού κινήματος.26

Παράλληλα διαβλέπει τη δυνατότητα της συμμαχίας με την αγροτιά με βάση τη γραμμή: Μαζί με όλη την αγροτιά ενάντια στο μεσαίωνα. Ύστερα μαζί με τη φτωχή αγροτιά και μαζί με τους μισοπρολετάριους ενάντια στον καπιταλισμό και ενάντια στους πλούσιους του χωριού.27

Σχετικά με το χαρακτήρα και την προοπτική της επανάστασης, ο Λένιν τονίζει ότι δεν εξαντλεί την αποστολή της με την ανατροπή του τσαρισμού και δεν ταυτίζεται με τη νίκη της αστικής τάξης.

Σύμφωνα με τις «δύο τακτικές», η επαναστατική ανατροπή θα έπρεπε να εγκαθιδρύσει μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, τη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», η οποία θα υλοποιούσε όσα περιέχονταν στο «μίνιμουμ» πρόγραμμα των μπολσεβίκων (Συντακτική Συνέλευση, καθολικό δικαίωμα ψήφου, αγροτική μεταρρύθμιση κλπ.). Αυτή η εξουσία θα ξεκαθάριζε ριζικά τα υπολείμματα του τσαρισμού, ενώ θα έδινε το έναυσμα της προλεταριακής επανάστασης στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη, η οποία θα γινόταν στήριγμα για την προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία. Αυτή η επεξεργασία στηρίχτηκε και μετέφερε ως ένα βαθμό στις νέες, διαφορετικές συνθήκες της Ρωσίας του 1905 την παλιότερη προσέγγιση των Μαρξ-Ένγκελς κατά τη διάρκεια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Γερμανία το 1850.

Ως στρατηγική στόχευση, η «δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» επιδίωκε να δώσει χρόνο στην εργατική τάξη να προετοιμαστεί για το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ ταυτόχρονα επιδίωκε να διευκολύνει την κοινωνική συμμαχία της με τους φτωχούς αγρότες και τους μισοπρολετάριους απέναντι στην αστική τάξη της πόλης και του χωριού.

Την περίοδο εκείνη ο Λένιν θεωρεί ότι η επαναστατική διαδικασία στη Ρωσία θα δώσει το έναυσμα της προλεταριακής επανάστασης στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική Ευρώπη και δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στη δυνατότητα να νικήσει ο σοσιαλισμός σε μία χώρα ή σε ομάδα χωρών. Όπως γνωρίζουμε, η συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης της αρχικής επεξεργασίας του Λένιν δεν πραγματοποιήθηκε.

Ακολούθησαν οι σημαντικές ιστορικές εξελίξεις που οδήγησαν στη συνέχεια στη διαμόρφωση της νέας, νικηφόρας στρατηγικής των μπολσεβίκων, που αποτυπώνεται στις «Θέσεις του Απρίλη» το 1917, δηλαδή της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης με στόχο την εργατική εξουσία. Έχουμε ήδη αποτυπώσει σε πλήθος σχετικών εκδόσεων και άρθρων τη συγκεκριμένη πορεία που αφορά την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, το πέρασμα στη διεθνή εποχή του ιμπεριαλισμού, το ξέσπασμα του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, τη συμμετοχή της ρωσικής άρχουσας τάξης στον πόλεμο, τη δημιουργία επαναστατικής κατάστασης, την επανεμφάνιση και ισχυροποίηση των Σοβιέτ, την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας το Φλεβάρη του ’17 και τη διαμόρφωση της προσωρινής αστικής επαναστατικής κυβέρνησης.

Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί στην εξέλιξη και ωρίμανση της στρατηγικής επεξεργασίας του Λένιν από τον Απρίλη μέχρι τον Οκτώβρη του ’17 η αποφασιστική συμβολή που είχε η θεωρητική μελέτη της εποχής και των χαρακτηριστικών του μονοπωλιακού καπιταλισμού (με το έργο «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού») και της στάσης απέναντι στο αστικό κράτος και για το χαρακτήρα της εργατικής εξουσίας (με το έργο «Κράτος και Επανάσταση»).

Μελετώντας το μονοπωλιακό καπιταλισμό, ο Λένιν δε φωτίζει μόνο το διεθνή χαρακτήρα του ως ιστορικής εποχής. Φωτίζει την όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής σε πρωτοφανή κλίμακα και την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Φωτίζει τον παρασιτισμό και την τάση προς τη σχετική στασιμότητα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, σε σχέση με τις δυνατότητες και τη δυναμική που δημιουργεί το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αναδεικνύει ότι ο ιμπεριαλισμός σηματοδοτεί την αντίδραση σε όλη τη γραμμή, κάτω απ’ οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς, κάτω απ’ οποιαδήποτε μορφή δικτατορίας του κεφαλαίου.

Παράλληλα, φωτίζει την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και τις δυνατότητες που δημιουργεί η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη για να νικήσει η σοσιαλιστική επανάσταση και να ξεκινήσει η σοσιαλιστική οικοδόμηση σε μία χώρα ή ομάδα χωρών. Τέλος, αναδεικνύει τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού του κράτους της εργατικής εξουσίας να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Αυτή η θεωρητική ανάλυση απάντησε αποφασιστικά στις θέσεις του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι, του Μάρτοφ, αλλά και πολλών μπολσεβίκων που θεωρούσαν ακόμη ότι η Ρωσία έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά από το στάδιο μεγαλύτερης ωρίμανσης του καπιταλισμού. Ο επαναστατικός δρόμος ήταν η απάντηση στην προτεινόμενη παθητική αναμονή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που ισοδυναμούσε με υποταγή στην αστική τάξη. Ασκώντας κριτική στο ιδεολογικό ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού της Β΄ Διεθνούς την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ο Λένιν γράφει: «Ακόμα μια “μαρξιστική θεωρία” του σοσιαλσοβινισμού: ο σοσιαλισμός βασίζεται στην ταχύρρυθμη ανάπτυξη του καπιταλισμού· η νίκη της χώρας μου θα επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού, άρα θα επισπεύσει την έλευση του σοσιαλισμού [...] Μια τέτοια στρουβιστική θεωρία αναπτύσσει στη χώρα μας ο Πλεχάνοφ και στη Γερμανία ο Λεντς και άλλοι»28.

Είναι γνωστή επίσης η αντίδραση των «παλιών μπολσεβίκων» (Κάμενεφ, Ζινόβιεφ κλπ.) στην αλλαγή στρατηγικής και η κριτική τους ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο Λένιν εξήγησε ότι το κύριο ζήτημα σε κάθε επανάσταση είναι το ζήτημα της εξουσίας και, με αυτήν την έννοια, η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε ολοκληρωθεί.

Ο Λένιν έδωσε μάχη τη συγκεκριμένη περίοδο για να εξηγήσει ότι έχει μείνει πίσω από τη ζωή όποιος μιλά μόνο για την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Τόνισε επίσης τη μαρξιστική θέση ότι δεν μπορεί να υπάρχει ενδιάμεσος τύπος εξουσίας μεταξύ της δικτατορίας της αστικής τάξης και της δικτατορίας του προλεταριάτου.29 Η αποφασιστικότητα του Λένιν και όσων μπολσεβίκων υποστήριξαν τη γραμμή της σοσιαλιστικής επανάστασης δικαιώθηκε με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Στη συνέχεια αποδείχτηκε στην πράξη η δυνατότητα της σοβιετικής εργατικής εξουσίας ν’ αντιμετωπίσει, να ξεπεράσει γρήγορα ορισμένα προβλήματα που πήγαζαν από μια σχετική καθυστέρηση της προσοσιαλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποδείχτηκε επίσης ότι τα άμεσα οξυμμένα λαϊκά προβλήματα, που αφορούσαν την επιβίωση, την ειρήνη, το ζήτημα της γης, τα αντιμετώπισε η εργατική εξουσία και όχι κάποια «ενδιάμεση» εξουσία.

Ωστόσο, στις νέες συνθήκες η πολιτική πείρα δεν αξιοποιήθηκε στον αναγκαίο βαθμό για βαθύτερη θεωρητική επεξεργασία. Επανήλθαν και κυριάρχησαν στη χάραξη της επαναστατικής πολιτικής λαθεμένες αντιλήψεις για την ανάγκη μεγαλύτερης ωρίμανσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης των σχετικά καθυστερημένων χωρών (μέσου επιπέδου ανάπτυξης κλπ.), ενώ βρισκόμασταν πλέον στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Αντί για την ώριμη επεξεργασία της γραμμής της σοσιαλιστικής επανάστασης που διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση με το οπορτουνιστικό ρεύμα, επανήλθαν στο προσκήνιο οι αρχικές στρατηγικές επεξεργασίες, όταν ακόμα ο Λένιν μαζί με τον Πλεχάνοφ πάλευαν ενάντια στους ναρόντνικους κι εξηγούσαν τον προοδευτικό ρόλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης συγκριτικά με τη φεουδαρχία, όταν ακόμα στη Ρωσία κυριαρχούσε η τσαρική απολυταρχία και πριν ξεκινήσει ουσιαστικά η διεθνής εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Έτσι, μεταφέρθηκε μηχανιστικά σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες η στρατηγική προσέγγιση των σταδίων.

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι λενινιστικές επεξεργασίες της περιόδου 1905-1917 διαμορφώθηκαν σε σκληρή αντιπαράθεση με τον Τρότσκι, ο οποίος υποτιμούσε το ζήτημα των αναγκαίων κοινωνικών συμμαχιών του προλεταριάτου. Ο Λένιν τόνιζε ότι η θέση του Τρότσκι οδηγούσε στην «άρνηση του ρόλου της αγροτιάς» στη Ρωσία της εποχής εκείνης και στο χαντάκωμα της επανάστασης, ακυρώνοντας τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης στις δεδομένες συνθήκες και βοηθώντας έμμεσα την αστική τάξη.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

 Η θεωρητική διερεύνηση της αλληλεπίδρασης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής σχετίζεται τόσο με τα ζητήματα που αφορούν την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όσο και με τη διαμόρφωση της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Από τα πρώτα έργα του ο Λένιν, μελετώντας την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, θα αναδείξει τη σημασία της μαρξιστικής θεωρίας για την κοινωνική εξέλιξη, δηλαδή ότι αυτή καθορίζεται ιστορικά από τον τρόπο παραγωγής της υλικής ζωής.30

Το σύνολο της λενινιστικής ανάλυσης στηρίζεται στη μαρξιστική θέση ότι η διαδικασία της υλικής παραγωγής αποτελεί ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής και πραγματοποιείται στην κοινή τους κίνηση. Οι μαρξιστές θεωρητικοί, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, ήδη από τη δεκαετία του ’20 αναγνωρίζουν γενικά τη διαλεκτική διαδικασία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για θέματα πολιτικής οικονομίας στην ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του ’20 (στην οποία θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια), ο Γκ. Ντεμπόριν γράφει χαρακτηριστικά: «Σύμφωνα με την ίδια τους την ονομασία οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν εκείνες τις αμοιβαίες σχέσεις που εμφανίζονται μεταξύ των ανθρώπων στη διαδικασία της υλικής παραγωγής, δηλαδή ως αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης από τον κοινωνικό άνθρωπο των παραγωγικών δυνάμεων που του ανήκουν. Χωρίς τις παραγωγικές δυνάμεις, φυσικά, είναι αδύνατες οι σχέσεις παραγωγής, οι οποίες εμφανίζονται μόνο ως αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων στη βάση της χρησιμοποίησης και αξιοποίησης αυτών των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, οι παραγωγικές δυνάμεις προϋποθέτουν την ύπαρξη σχέσεων παραγωγής, χωρίς τις οποίες μετατρέπονται αναπόφευκτα σε σκόρπια μέσα παραγωγής και οι προϋποθέσεις παραγωγής, γίνονται νεκρές και όχι ζωτικές»31.

Όπως είδαμε αναλυτικά στην προηγούμενη ενότητα, ο Λένιν μέσα από τη συνεχή, επίπονη επεξεργασία της επαναστατικής πολιτικής των μπολσεβίκων την περίοδο 1905-1917, κατέληξε σε αποφασιστική αντιπαράθεση με τις θέσεις του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι και των μενσεβίκων, που θεωρούσαν ότι η Ρωσία έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά από ένα στάδιο μεγαλύτερης ωρίμανσης του καπιταλισμού. Τόσο με τα έργα του (όπως το κορυφαίο «Κράτος και Επανάσταση») όσο και με την πολιτική καθοδήγηση της επαναστατικής δράσης την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης, απέδειξε στην πράξη ότι δεν ήταν αναγκαία η παθητική αναμονή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία, μέσα στο πλαίσιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Απέδειξε ότι η όποια σχετική προσοσιαλιστική καθυστέρηση μπορεί να ξεπεραστεί με επαναστατικό τρόπο.

Ωστόσο, στη διαμόρφωση της προαναφερόμενης στρατηγικής των σταδίων στο πλαίσιο της ΚΔ, υποτιμήθηκαν στην πράξη οι δυνατότητες απελευθέρωσης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που προκύπτουν από την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στη συνέχεια από την αποφασιστική πάλη, μέχρι την πλήρη εξάλειψη κάθε μορφής σχέσεων ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας. Δηλαδή υποτιμήθηκε ουσιαστικά ο ενεργητικός ρόλος των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, παρότι αναγνωριζόταν τυπικά, διακηρυκτικά.

Στις συγκεκριμένες επεξεργασίες υποτιμήθηκε ο προωθητικός ρόλος των νέων σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής που μπορούσαν να επενεργήσουν αποφασιστικά στην ανάπτυξη των σχετικά πιο καθυστερημένων παραγωγικών δυνάμεων, αν και υπήρχε ορισμένη θεωρητική συζήτηση. Στην ουσία δεν ενσωματώθηκε δημιουργικά η μαρξιστική θέση για την καθοριστική επίδραση της επαναστατικής αλλαγής των σχέσεων παραγωγής, στην αλλαγή των σκοπών, των κινήτρων, της κατεύθυνσης, της έκτασης και του ρυθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που προσφέρει το εκάστοτε κληρονομημένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.32 Υποτιμήθηκε, απ’ την πλευρά των υποστηρικτών της ανάγκης ωρίμανσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε αρκετές χώρες, το σκέλος του παρασιτισμού, της σχετικής παρεμπόδισης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην εποχή του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού.

Ο Λένιν θα επισημάνει, στη μελέτη του ιμπεριαλισμού, ότι «οι επιχειρήσεις των μεγάλων τραπεζών μπορούν να προωθούν προς τα μπρος την τεχνική πρόοδο με μέσα που δεν επιδέχονται καμία σύγκριση με τα προηγούμενα»33 και θα εξηγήσει πως οι μονοπωλιακοί όμιλοι βαθαίνουν την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, οργανώνοντας σε μεγάλη κλίμακα την προμήθεια, τη μεταφορά και την κατεργασία των πρώτων υλών, τη βιομηχανική παραγωγή και την προώθηση στην αγορά μεγάλης ποικιλίας εμπορευμάτων.34

Ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει τα στοιχεία παρασιτισμού του καπιταλισμού και σχετικής στασιμότητας σε σύγκριση με τις δυνατότητες των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής με πλήθος παραδειγμάτων, όπως οι πατέντες περιορισμού της διάχυσης της τεχνολογίας και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας σύγχρονων μηχανών που αγοράζουν τα μονοπώλια.35

Η προωθητική δύναμη της ιστορικής εξέλιξης επομένως δεν προέρχεται από μια αυτοτελή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ανεξάρτητη από τις σχέσεις παραγωγής και την έκβαση της ταξικής πάλης. Σε τελευταία ανάλυση, μόνο η νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί ν’ ανοίξει στην εποχή του ιμπεριαλισμού το δρόμο για την απελευθέρωση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, για την επαναστικοποίηση των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων και τη μεγάλη άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας.

Αυτό που επίσης πρέπει να κατανοηθεί είναι ότι ο ενεργητικός ρόλος των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής πραγματοποιείται μέσω της εργατικής εξουσίας, μέσω των πιο ώριμων και συνειδητών τμημάτων της εργατικής τάξης, με την προσπάθειά τους για την εξάλειψη των επιβιώσεων της ατομικής ιδιοκτησίας και της συνειδητής αντίδρασης. Μ’ αυτή την έννοια πρόκειται για συνεχή, διαρκή ταξική πάλη.

Συνοψίζοντας διαλεκτικά την αλληλεπίδραση της ανάπτυξης των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι: Καθορισμένες σχέσεις παραγωγής αντιστοιχούν σε ορισμένες παραγωγικές δυνάμεις, λειτουργούν σαν μορφές ανάπτυξής τους, μετατρέπονται σ’ ένα ορισμένο σημείο εξέλιξης ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής σε δεσμά των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτές οι σχέσεις παραγωγής αντικαθίστανται με νέες, που αντιστοιχούν στις ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις.

Αυτή η νομοτελειακή αλληλεπίδραση πραγματοποιείται στους ταξικούς εκμεταλλευτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς σε σημαντικό βαθμό μέσω της σκληρής ταξικής πάλης και τελικά μέσω της απελευθερωτικής δύναμης των κοινωνικών επαναστάσεων.

Η διαλεκτική αλληλεπίδραση και οι αντιθέσεις των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων δεν εμφανίζονται μόνο στις ιστορικές στιγμές που σηματοδοτούν την αλλαγή ενός τρόπου παραγωγής, αλλά από την αρχή ως το τέλος κάθε τρόπου παραγωγής. Γι’ αυτό και έχει μεγάλη θεωρητική και πολιτική σημασία η γνώση της συγκεκριμένης διαλεκτικής αλληλεπίδρασης για τη βαθύτερη κατανόηση των όρων γέννησης, διαμόρφωσης, εξέλιξης και ωρίμανσης κάθε τρόπου παραγωγής. Η συγκεκριμένη γνώση παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο για τη διαμόρφωση αποτελεσματικής επαναστατικής στρατηγικής ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, όσο και στη συνέχεια για τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τα οποία δε μένουν στατικά στον ιστορικό χρόνο.

Ο Στάλιν, την περίοδο που εξετάζουμε, ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα, συγγράφοντας ένα συνοπτικό κεφάλαιο της ιστορίας του μπολσεβίκικου κόμματος με τίτλο «Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός». Σ’ αυτό το έργο προσδιόριζε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι η καθοριστική πλευρά για την εξέλιξη της παραγωγής, τόνιζε όμως ταυτόχρονα ότι: «Αυτό όμως δε θα πει πως οι παραγωγικές σχέσεις δεν επιδρούν στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και πως οι τελευταίες δεν εξαρτώνται από τις πρώτες. Οι παραγωγικές σχέσεις, που η εξέλιξή τους εξαρτάται από την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, επιδρούν με τη σειρά τους στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντάς την»36.

Αναφερόμαστε στο γνωστό ορισμό που αναπαράγεται στη συνέχεια σε πολλά εγχειρίδια: «Τα εργαλεία παραγωγής που με τη βοήθειά τους παράγονται υλικά αγαθά, οι άνθρωποι που βάζουν σε κίνηση αυτά τα εργαλεία παραγωγής και παράγουν τα υλικά αγαθά, χάρη σε μια ορισμένη παραγωγική πείρα και συνήθειες δουλειάς, όλα αυτά μαζί τα στοιχεία αποτελούν τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις αποτελούν μόνο τη μία πλευρά της παραγωγής, τη μία πλευρά του τρόπου παραγωγής, εκείνη που εκφράζει τη σχέση των ανθρώπων με τα αντικείμενα και τις δυνάμεις της φύσης, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των υλικών αγαθών»37.

Ωστόσο, τη συγκεκριμένη περίοδο δεν προχώρησε βαθύτερα η θεωρητική επεξεργασία για να φωτίσει πλευρές που σε τελευταία ανάλυση αφορούν τη δυνατότητα να ξεπεραστούν προσοσιαλιστικές καθυστερήσεις με την επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Καταρχήν είχε σημασία να αναδειχθεί περισσότερο ότι οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει μια κοινωνία δεν είναι ένα απλό, στατικό άθροισμα χωριστών παραγωγικών στοιχείων, ότι αποτελούν ένα οργανικό σύνολο που αναπτύσσεται ιστορικά. Οι παραγωγικές δυνάμεις εκπληρώνουν το ρόλο τους σαν τέτοιες, μόνο εφόσον μπουν στη διαδικασία της παραγωγής, δηλαδή μόνο εφόσον τα μέσα παραγωγής και τα αντικείμενα της εργασίας χρησιμοποιηθούν παραγωγικά από τον εργαζόμενο άνθρωπο.

Για παράδειγμα, μια απλή συσσώρευση μηχανών, οικοδομικών υλικών, οικοδόμων, μηχανικών και τεχνικών δεν επαρκεί για να σηματοδοτήσει την έναρξη και την ύπαρξη μιας παραγωγικής κατασκευαστικής δραστηριότητας. Χρειάζεται οργάνωση και διεύθυνση αυτής της διαδικασίας κατασκευής. Στον καπιταλισμό το συνεκτικό στοιχείο είναι το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους, στο οποίο αντικειμενικά υποτάσσεται η εργατική δύναμη. Αυτό το κίνητρο προωθεί και την οργάνωση της κατασκευής με συγκεκριμένο κάθε φορά επιστημονικό σχέδιο.

Ο Μαρξ τονίζει εύστοχα: «Κάθε άμεσα κοινωνική ή κοινή εργασία σε μεγάλη κλίμακα χρειάζεται λιγότερο ή περισσότερο μια διεύθυνση που εξασφαλίζει την εναρμόνιση των ατομικών δραστηριοτήτων και πραγματοποιεί τις γενικές λειτουργίες που ξεπηδούν απ’ την κίνηση όλου του παραγωγικού σώματος σε διάκριση απ’ την κίνηση των ανεξάρτητων οργάνων του. Ένας βιολιστής διευθύνεται μόνος του, μια ορχήστρα χρειάζεται μαέστρο»38.

Στην ουσία δεν υπάρχει κάποιος αφηρημένος «εξωιστορικός» άνθρωπος που επιδρά στη φύση, αλλά κάθε φορά μια συγκεκριμένη, ιστορικά προσδιορισμένη κοινωνία που παράγει μέσα στο πλαίσιο συγκεκριμένων σχέσεων παραγωγής. Στον καπιταλισμό το κεφάλαιο καθορίζει τι, πώς, πότε και πόσο θα παραχθεί, με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος.

Γι’ αυτό και η σχέση των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής δεν αφορά μια εξωτερική, μηχανική σύνδεση δυο ανεξάρτητων, αυτόνομων μεταβλητών, αλλά την αλληλεπίδραση δυο πλευρών μιας οργανικής ενότητας, του συγκεκριμένου κάθε φορά τρόπου παραγωγής.

Γι’ αυτό επίσης, η επιστημονική τεχνική πρόοδος δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως αυτόνομος παράγοντας που δρα ανεξάρτητα από τους κοινωνικούς σχηματισμούς και τις ταξικές δυνάμεις που την πραγματοποιούν.

Κύρια παραγωγική δύναμη είναι ο άνθρωπος. Όμως όχι ένας αφηρημένος, αποσπασμένος από τις ιστορικές συνθήκες άνθρωπος. Αλλά ο εργαζόμενος άνθρωπος που καθορίζεται τόσο από τη σχέση του με το σύνολο του υπάρχοντος συστήματος των παραγωγικών δυνάμεων όσο και από τις ταξικές αντιθέσεις και την ταξική πάλη που κάθε φορά εδράζονται σε συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής.

Τόσο η οργάνωση όσο και η κατανομή παραγωγικών δυνάμεων είναι κοινωνικά φαινόμενα που, από την άποψη της τεχνικής λειτουργίας, εντάσσονται στο σύστημα παραγωγικών δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.

Σε κάθε τρόπο παραγωγής, μια αποτελεσματικότερη οργάνωση της παραγωγής, δηλαδή του τρόπου συνένωσης και συντονισμού του εργατικού δυναμικού και των μέσων παραγωγής (σύμφωνα με τις εκάστοτε σύγχρονες τεχνολογικές απαιτήσεις και δυνατότητες), οδηγεί σε σημαντική άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας. Όμως δεν υπάρχει μια ταξικά ουδέτερη οργάνωση της εργασίας. Κριτήριο της αποτελεσματικότητας της οργάνωσης της εργασίας στο σοσιαλισμό σε αντίθεση με τον καπιταλισμό δεν αποτελεί το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά η ικανοποίηση των διευρυνόμενων σύγχρονων αναγκών.

Γύρω από αυτά τα σύνθετα ζητήματα αναπτύχθηκε σημαντική επιστημονική συζήτηση, διερεύνηση και διαπάλη, κυρίως στην ΕΣΣΔ και στη ΓΛΔ, που δεν είναι γνωστή σε όλη της την έκταση στη χώρα μας.

Την περίοδο 1927-1929 υπήρξε θεωρητική συζήτηση στην ΕΣΣΔ για τη διαλεκτική σχέση των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής.39 Το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης εστιάστηκε στο επιστημονικό αντικείμενο της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, στην ανάγκη διαχωρισμού του από το ευρύτερο επιστημονικό αντικείμενο του ιστορικού υλισμού και στην ανάγκη περιορισμού της πολιτικής οικονομίας στη μελέτη της εξέλιξης των σχέσεων παραγωγής.

Στη συζήτηση εκείνη, παρά τις διαφορές ήταν γενικά αποδεκτό ότι χρειάζεται βαθύτερη διερεύνηση του ζητήματος της αλληλεπίδρασης. Ο Ρούμπιν40, για παράδειγμα, αναφέρει ότι ο Μαρξ στις συνοπτικές διατυπώσεις του δεν ξεκαθαρίζει ποιες αλλαγές των παραγωγικών δυνάμεων προκαλούσαν τη μια ή την άλλη μεταβολή στις σχέσεις παραγωγής.

Η συζήτηση και διερεύνηση σε ακαδημαϊκό, θεωρητικό επίπεδο συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες μετά από την προαναφερόμενη διαπάλη με πρωταγωνιστές τους Ρούμπιν, Μπεσόνοφ και Ντεμπόριν.

Το 1974 κυκλοφόρησε στο Βερολίνο το έργο των W. Eichhorn - A. Bauer - G. Koch «Η διαλεκτική των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων», που περιλαμβάνει μια πολύ συνοπτική αναφορά σε προηγούμενες σχετικές εργασίες και συζητήσεις. Στο συγκεκριμένο έργο γίνονται αναφορές σε αρκετούς θεωρητικούς (Β. Ι. Γκόρεφ, Β. Ν. Τσερκόβετς κ.ά.) που εστίασαν στα ζητήματα αυτά, και ιδιαίτερα στους Γκ. Κόζελ και Κ. Τέσμαν που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της επιστήμης ως παραγωγικής δύναμης.

Οι συγγραφείς της συγκεκριμένης μελέτης τοποθετούνται σωστά για το ζήτημα του ενεργητικού ρόλου των σχέσεων παραγωγής με βάση τη μαρξιστική αντίληψη, τονίζοντας ότι: «Οι σχέσεις παραγωγής δε γίνονται δεσμά των παραγωγικών δυνάμεων γιατί είναι ένα παθητικό και κοκκαλιασμένο περίβλημα των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά αντίθετα γιατί παίζουν ένα ρόλο ενεργητικό, γιατί, στα πλαίσια των δυνατοτήτων που προσφέρονται υλικά από μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, προκαλούν μια ορισμένη δυναμική στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που έχει τελικά σαν συνέπεια να στενεύουν και να εμποδίζουν την ανάπτυξη οι ίδιες σχέσεις που την προκαλούν»41.

Ιδιαίτερη συζήτηση και διαπάλη γι’ αυτά τα θεωρητικά ζητήματα υπήρξε και σε σχέση με τα προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ένα μέρος μόνο της οποίας είναι γνωστό στη χώρα μας από τη δημοσίευση του έργου «Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» του Στάλιν τη δεκαετία του ’50. Θεωρητική κριτική και πολιτική διαπάλη υπήρξε και τη δεκαετία του ’60 απέναντι στις οπορτουνιστικές θέσεις υπέρ της ενίσχυσης της αγοράς και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, οι οποίες τελικά επικράτησαν (π.χ. Κοσίγκιν).

Υπήρχαν διαφορετικές απόψεις, κυρίως του Ο. Κ. Αντόνοφ και άλλων ακαδημαϊκών (π.χ. Α. Ι. Μπεργκ, Β. Μ. Γκλουσκόφ), που αντιπρότειναν την αναβάθμιση και γρήγορη συνεχή προσαρμογή του κεντρικού σχεδιασμού, καθώς και την επέκταση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ως απάντηση στα νέα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί. Ο Ο. Κ. Αντόνοφ πρότεινε ν’ αλλάξουν οι δείκτες του κεντρικού σχεδιασμού42 (που στηρίζονταν στην καταμέτρηση προϊόντων με βάση το ακαθάριστο προϊόν, στο κόστος παραγωγής και στην αποδοτικότητα κάθε μεμονωμένης επιχείρησης), γιατί είναι δείκτες κατάλληλοι μόνο για την οικονομία της αγοράς, όπου η κοινωνική παραγωγή είναι κατακερματισμένη και υπάρχουν σχέσεις ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας. Εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος κεντρικός σχεδιασμός αυτούς τους δείκτες δε λάμβανε υπόψη κι εμπόδιζε την ταχεία βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, που με τη σειρά της εμπόδιζε τη γρήγορη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (π.χ., το κόστος παραγωγής μιας παραγωγικής μονάδας που έφτιαχνε υλικά για αεροσκάφη αυξανόταν αν βελτίωνε τη σύνθεσή τους, όμως αυτό έπρεπε να γίνει για ν’ αναβαθμιστούν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του παραγόμενου αεροσκάφους).

Σε κάθε περίπτωση, όλες αυτές οι θεωρητικές συζητήσεις έμειναν δυστυχώς σε ακαδημαϊκό επίπεδο και δε σφράγισαν τις κομματικές επεξεργασίες και αποφάσεις της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Η πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ανέδειξε ότι η σοβιετική εργατική εξουσία, η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός μπορούν ν’ «απελευθερώσουν» και να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Απέδειξε επίσης ότι το αποφασιστικό στοιχείο μέσα στο σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων είναι ο εργαζόμενος άνθρωπος, ότι η εργατική τάξη είναι η κύρια παραγωγική δύναμη της σύγχρονης εποχής. Τα αποτελέσματα των πρώτων πεντάχρονων πλάνων43 του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού στην ΕΣΣΔ ως το 1937 απέδειξαν τι μπορούν να πετύχουν οι εργαζόμενοι όταν κατακτήσουν την πολιτική εξουσία και γίνουν κυρίαρχοι των μέσων παραγωγής. Η ταχύτατη μείωση της απόστασης που χώριζε την προεπαναστατική Ρωσία από τα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και οξυμμένης ταξικής πάλης στο εσωτερικό της χώρας, η γρήγορη εξάλειψη της ανεργίας και του αναλφαβητισμού, η θεαματική ανάπτυξη των βιομηχανικών κλάδων παραγωγής μέσων παραγωγής, η γρήγορη ολοκλήρωση του εξηλεκτρισμού της χώρας είναι μερικά μόνο από τα μεγάλα αναμφισβήτητα επιτεύγματα της περιόδου.

Αυτός ο δρόμος άνοιξε με τη νικηφόρα στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης των μπολσεβίκων.

Αυτή η πλούσια πολιτική πείρα δεν μπόρεσε έγκαιρα ν’ αποτελέσει αντικείμενο βαθύτερης θεωρητικής επεξεργασίας, ώστε να κυριαρχήσει στην πράξη στις στρατηγικές επεξεργασίες της ΚΔ που ολοκληρώθηκαν στο Πρόγραμμα που ψήφισε το 6ο Συνέδριό της το 1928.

Υιοθετήθηκαν λαθεμένα ως κριτήρια για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μιας χώρας, σε σχέση με το υψηλότερο που είχαν φτάσει οι ηγετικές δυνάμεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, καθώς και ο αρνητικός συσχετισμός σε βάρος του εργατικού επαναστατικού κινήματος.

Η προβληματική προσέγγιση του Προγράμματος της ΚΔ αντικειμενικά υποτιμούσε την υπεροχή των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, το ρόλο της εργατικής τάξης ως κύριας παραγωγικής δύναμης και τη διεθνή διάσταση της ιστορικής εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών. Στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ο χαρακτήρας της επανάστασης σε κάθε καπιταλιστική χώρα πρέπει να προσδιορίζεται αντικειμενικά από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, που καλείται να επιλύσει.

Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι η επεξεργασία του Προγράμματος της ΚΔ έγινε πριν αναδειχτούν πλήρως και σε μεγάλη έκταση τα επιτεύγματα και οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο σοσιαλισμό. Στη δεκαετία του ’20 η προσπάθεια να ξεκινήσει η σοσιαλιστική οικοδόμηση έγινε μέσα σε συνθήκες οξυμμένης ταξικής πάλης, ιμπεριαλιστικής επέμβασης και στη συνέχεια προσωρινών υποχωρήσεων κι ελιγμών την περίοδο της ΝΕΠ, όπως αναφέρουμε και σε επόμενα άρθρα του παρόντος τεύχους. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογίσουμε τη σταδιακή υποχώρηση του επαναστατικού κύματος, μέχρι το 1923 (μετά από τις ήττες των εργατικών επαναστάσεων κι εξεγέρσεων σε Ουγγαρία, Γερμανία, Ιταλία), και της επίδρασης που είχε στη διαμόρφωση της στάσης της ΚΔ απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, καθώς και στα ζητήματα της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης. Να συνυπολογίσουμε επίσης την επίδραση που είχε στις επεξεργασίες της ΚΔ η προσπάθεια της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, η οποία επιδίωκε να καθυστερήσει την ιμπεριαλιστική επίθεση εναντίον της. Επίσης πρέπει να διερευνηθεί ουσιαστικά η επίδραση της διαπάλης στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ και της ΚΔ τη δεκαετία του ’20, καθώς και οι εκτιμήσεις που υπήρχαν σχετικά με το μεγάλο βαθμό ύπαρξης προκαπιταλιστικών επιβιώσεων στον αγροτικό τομέα σε πολλές καπιταλιστικές χώρες. Ακόμη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια περίοδος που το κόμμα των μπολσεβίκων προσπαθεί να σταθεροποιήσει τη σοβιετική εξουσία στην ίδια τη Ρωσία.

Μεταξύ των αιτιών που συνέβαλαν στην επικράτηση της στρατηγικής των σταδίων ήταν η υποτίμηση και τελικά η έλλειψη μιας βαθύτερης θεωρητικής επεξεργασίας της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Αυτή η επεξεργασία θα μπορούσε να φωτίσει καλύτερα τόσο τον ενεργητικό ρόλο των σχέσεων παραγωγής στην πορεία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όσο και την εξάρτηση των σχέσεων παραγωγής από τις παραγωγικές δυνάμεις. Θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση μηχανιστικών, οικονομίστικων αντιλήψεων, που υποτιμούσαν τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ν’ απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και να ξεπεράσουν γρήγορα την όποια σχετική προσοσιαλιστική καθυστέρηση υπήρχε σε μια χώρα. Αντιλήψεις που υποτιμούσαν στην ουσία τη δυνατότητα περαιτέρω ωρίμανσης με επαναστατικό τρόπο των υλικών προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, δηλαδή με την επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Ασφαλώς υπήρξαν μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση θεωρητικές συζητήσεις και μαρξιστικές προσεγγίσεις, που ανέδειξαν ότι η διαδικασία της υλικής παραγωγής πραγματοποιείται μόνο ως οργανική ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων με τις σχέσεις παραγωγής και ότι μέσα σε αυτήν την ενότητα κάθε ιστορικού τρόπου παραγωγής εξελίσσεται και ωριμάζει η αντίθεση ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής.

Υπήρξαν προσπάθειες εμβάθυνσης σχετικά με την ίδια την έννοια των παραγωγικών δυνάμεων, ώστε αυτές να μην εκλαμβάνονται ως ένα στατικό άθροισμα, μια απλή συσσώρευση και απαρίθμηση των χωριστών στοιχείων της παραγωγής (εργαζόμενος άνθρωπος, μέσα παραγωγής, αντικείμενα εργασίας), αλλά να φωτίζεται η οργανική ενότητα αυτών των στοιχείων που συμπράττουν μέσα στην ιστορική κίνηση της παραγωγικής διαδικασίας. Να φωτίζεται κυρίως ότι οι σχέσεις παραγωγής καθορίζουν το σκοπό, τα κίνητρα, την έκταση και το ρυθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ασφαλώς αυτό συμβαίνει μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που καθορίζει κάθε φορά το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά αυτό δεν αναιρεί όσα επισημάναμε προηγουμένως.

Ωστόσο, αυτές οι θεωρητικές συζητήσεις έμειναν σε ακαδημαϊκό επίπεδο, δεν έγιναν ουσιαστικά αντικείμενο της πολιτικής διαπάλης, δεν ενσωματώθηκαν δημιουργικά στις όποιες στρατηγικές επεξεργασίες του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ούτε μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για ένα γενικότερο πρόβλημα που αφορά τη σημασία της προσπάθειας ανάπτυξης της θεωρίας της επαναστατικής πολιτικής και γενικότερα της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού, από κάθε κομμουνιστικό κόμμα, ως απαραίτητο όρο για να συνεχίσει να παίζει το ρόλο του ως επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Ο Λένιν, από τα πρώτα έργα του, τόνισε τη σημασία της συνεχούς θεωρητικής επεξεργασίας, στηριγμένης πάντοτε στη μελέτη της ιστορικής πείρας και της σύγχρονης πραγματικότητας, καθώς και την ανάγκη κατεύθυνσης της θεωρητικής δουλειάς προς την τροχιά των απαιτήσεων της επαναστατικής πράξης. Ακολούθησε με συνέπεια αυτήν την πορεία όσο ζούσε.

Η σχετική υποχώρηση αυτής της αναγκαίας επίπονης προσπάθειας συνοδεύτηκε με την επανεμφάνιση και την κυριαρχία θεωρητικών αντιλήψεων της ιστορικής κληρονομιάς της προεπαναστατικής Ρωσίας (1900-1917). Αντιλήψεων του Πλεχάνοφ, του Μάρτοφ, για την ανάγκη ενός σταδίου ωρίμανσης του καπιταλισμού στη Ρωσία, στις οποίες είχε ήδη αντιπαρατεθεί ο Λένιν καθώς προχωρούσε στην αναμόρφωση της στρατηγικής των μπολσεβίκων σε σχέση με την αρχική επεξεργασία του 1905. Η μηχανιστική μεταφορά και γενίκευση της στρατηγικής του 1905 και η θεωρητική καθυστέρηση ήταν δυο συνδεόμενοι αρνητικοί παράγοντες.

Η μελέτη της στρατηγικής των μπολσεβίκων στη νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση, καθώς και της βασανιστικής πορείας για την ωρίμανσή της (από το 1905 ως το 1917), βοηθά στην εξαγωγή πολύτιμων συμπερασμάτων για την εκπλήρωση της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης.

Το ΚΚΕ σε δύσκολες συνθήκες προσπάθησε όλα αυτά τα χρόνια να μελετήσει την ιστορική πείρα και να βγάλει συμπεράσματα, που αποτυπώθηκαν στις Εκτιμήσεις για το Σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ (18ο Συνέδριο, 2009) και στο Πρόγραμμά του που ψήφισε το 19ο Συνέδριο το 2013.

Η σχετική μελετητική προσπάθεια και η συζήτηση με άλλα ΚΚ συνεχίζεται και θ’ αποδώσει νέους καρπούς.

Σε κάθε περίπτωση, η διαρκής προσπάθεια θεωρητικής ετοιμότητας και αναβάθμισης της μαχητικής πρακτικής ικανότητας του Κόμματος αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να τιμήσουμε τα 100 χρόνια της νίκης του Οκτώβρη του 1917.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Β. Ι. Λένιν: «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», «Άπαντα», τ. 3, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 230.

2. Ό.π., σελ. 626.

3. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και επανάσταση», «Άπαντα», τ. 33, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 96.

4. Δες αναλυτικά, «Τα επιτεύγματα και οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο σοσιαλισμό», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2017.

5. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1986, σελ. 35.

6. Ό.π., σελ. 7.

7. Ενδεικτικά βλ. Β. Ι. Λένιν: «Θεμελιακές θέσεις σχετικά με το ζήτημα του πολέμου», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 214.

8. Δες Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τα 100 χρόνια της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης», σελ. 36-40, και Διημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ: «Η εμφάνιση της εργατικής τάξης, ο ρόλος της στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στον 20ό αιώνα και η στρατηγική του ΚΚΕ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 14-15 και 77-81.

9. Η «Διεθνής Κομμουνιστική Επιθεώρηση - Βήμα Διαλόγου» διευθύνεται από Συντακτική Επιτροπή στην οποία μετέχουν σήμερα δέκα Κομμουνιστικά Κόμματα, με στόχο την ανάπτυξη της θεωρητικής δουλειάς και την ανταλλαγή απόψεων που συμβάλλουν στην ανασύνταξη του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

10. «Πρόγραμμα και Καταστατικό της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς», β΄ έκδοση, εκδ. «Ειρήνη», σελ. 59-60.

11. «Πρόγραμμα και Καταστατικό της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς», β΄ έκδοση, εκδ. «Ειρήνη», σελ. 60.

12. Ό.π.

13. «Το Κομμουνιστικό Πρόγραμμα», εκδ. «Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου», 1924, σελ. 24-25.

14. «Το Κομμουνιστικό Πρόγραμμα», εκδ. «Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου», 1924, σελ. 49-50.

15. РГАСПИ, Ф. 558 (Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας).

16. Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τα 100 χρόνια της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης», σελ. 38.

17. Β. Ι. Λένιν: «Για την επανάστασή μας», «Άπαντα», τ. 45, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 381.

18. «Πρόγραμμα και Καταστατικό της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς», β΄ έκδοση, εκδ. «Ειρήνη», σελ. 18.

19. «Πρόγραμμα και Καταστατικό της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς», β΄ έκδοση, εκδ. «Ειρήνη», σελ. 33-34.

20. «Πρόγραμμα και Καταστατικό της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς», β΄ έκδοση, εκδ. «Ειρήνη», σελ. 60-61.

21. Β. Ι. Λένιν: «Το οικονομικό περιεχόμενο του ναροντνικισμού», «Άπαντα», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 418.

22. Β. Ι. Λένιν: «Τι είναι οι “φίλοι του λαού”», «Άπαντα», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 196.

23. Αναφέρεται στο Καρλ Ράντεκ: «Οι μαρξιστές και η επανάσταση του 1905», από τη συλλογή «Η ρωσική επανάσταση του 1905», εκδ. «Λέων».

24. Β. Ι. Λένιν: «Οι δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση», «Άπαντα», τ. 11, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 15-16.

25. Β. Ι. Λένιν: «Το οικονομικό περιεχόμενο του ναροντνικισμού», «Άπαντα», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 524.

26. Βλ. ενδεικτικά Β. Ι. Λένιν: «Επαναστατική πάλη και φιλελεύθερη μεσιτεία», καθώς και «Τα δημοκρατικά καθήκοντα του επαναστατικού προλεταριάτου», «Άπαντα», τ. 10, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

27. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1986, σελ. 67.

28. Β. Ι. Λένιν, «Η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 27.

29. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 7.

30. Β. Ι. Λένιν: «Τι είναι οι “φίλοι του λαού”», «Άπαντα», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 134-135.

31. «Συζήτηση για θέματα Πολιτικής Οικονομίας στα τέλη της πρώτης δεκαετίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2005, σελ. 289.

32. W. Eichhorn, A. Bauer, G. Koch: «Η διαλεκτική των παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων», εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 128.

33. Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», «Άπαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 347.

34. Ό.π., σελ. 432.

35. Ό.π., σελ. 403.

36. Ι. Β. Στάλιν: «Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός», εκδ. «Γνώσεις», σελ. 30.

37. Ι. Β. Στάλιν: «Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός», εκδ. «Γνώσεις», σελ. 27.

38. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 346.

39. Δες «Συζήτηση για θέματα Πολιτικής Οικονομίας στα τέλη της πρώτης δεκαετίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2005.

40. Ο Ρούμπιν Ιβάν Ιλίτς ήταν οικονομολόγος που τη δεκαετία του 1920 εργαζόταν σε επιστημονικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα της Μόσχας. Ήταν ο συγγραφέας των «Δοκιμίων για τη θεωρία της αξίας του Μαρξ», με αφορμή τα οποία εκτυλίχθηκε σχετική συζήτηση των σοβιετικών οικονομολόγων.

41. W. Eichhorn, A. Bauer, G. Koch: «Η διαλεκτική των παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων», εκδ. «Αναγνωστίδη», σελ. 131-132.

42. Άρθρο του Α. Σαμάρσκιι: «Οι απόψεις του Ο. Κ. Αντόνοφ για την οικονομία του σοσιαλισμού», περιοδικό «Μαρξισμός και Σύγχρονη Εποχή», τεύχ. 1-2/2011.

43. Δες και «Russia has a Plan», by Kursky, έκδοση Soviet News, London, 1945.