ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (Δ΄ ΜΕΡΟΣ)

Η ΑΔΥΝΑΜΗ ΦΕΟΥΔΑΡΧΟΠΟΙΗΣΗ (1042-1453)

 Όπως τα περισσότερα δράματα αρχίζουν συνήθως με μια λαμπρή γιορτή, έτσι και τον Απρίλη του 1042, επί δυο συνεχείς Κυριακές (Πάσχα 11/4 και Αντίπασχα 18/4) τα εμποροβιοτεχνικά στρώματα της Κωνσταντινούπολης επευφημούν τον Μιχαήλ Ε΄ τον Καλαφάτη1, τον αυτοκράτορα με τη λαϊκή καταγωγή, που έχει ήδη αρχίσει να παραγκωνίζει τη νόμιμη απόγονο της δυναστείας, πορφυρογέννητη Ζωή2.

 

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ 1042

 Αυτό που δεν ήξερε ο λαός είναι ότι η Ζωή είχε ήδη εκτοπιστεί στην Πρίγκιπο από τον Μιχαήλ3 και οι Βυζαντινοί συγγραφείς, με πρώτο τον Ψελλό, ισχυρίζονται ότι αυτή ήταν η είδηση που έστρεψε τὸ ἀγοραῖον γένος να ἀντιτυραννήσει τον τύραννο της άρχουσας τάξης, Μιχαήλ Ε΄4. Αυτό θα συνέβαινε τη Δευτέρα του Θωμά, 19 Απρίλη, οπότε θα παρενέβαινε ο παράγοντας νομιμοποίησης κάθε μεσαιωνικής ενέργειας, δηλαδή η Εκκλησία, στο πρόσωπο του γηραιού και υπερσυντηρητικού πατριάρχη Αλέξιου Στουδίτη (1025-1043), πάντοτε στο πλευρό των ἐν τέλει5 και που μόλις είχε αποφύγει τη σύλληψη δωροδοκώντας ένα απόσπασμα που είχε στείλει ο Μιχαήλ Ε΄ να τον συλλάβει6 και καταφεύγοντας στην Αγία Σοφία Δευτέρα χαράματα. Είναι η στιγμή που διαλέγει και ο Μιχαήλ Ε΄ για να απευθυνθεί διαμέσου του Έπαρχου Πόλης στο πλήθος –που πιστεύει ευνοϊκό– για να εξηγήσει τις ενέργειές του.

Όπως λένε οι πηγές, προσπαθώντας ν’ αποφύγει τον καπνό έπεσε μέσα στη φωτιά7. Από την εσωτερική αυλή των ανακτόρων, ο τότε γραμματέας Μιχαήλ Ψελλός άκουσε μια βοή και κάποιος έφερε το νέο ότι ο λαός είχε εξεγερθεί εναντίον του αυτοκράτορα με ένα κοινό σύνθημα8. Το σύνθημα ήταν ἀνασκαφείη τὰ ὀστᾶ τοῦ Καλαφάτου9, δηλαδή να ξεθαφτούν τα κόκαλα του Καλαφάτη (του αυτοκράτορα λαϊκής καταγωγής), να είναι καταραμένος και να μη βρίσκει ησυχία. Πρόκειται για ένα σύνθημα το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί και το έτος 695, όταν η τότε άρχουσα τάξη ανέτρεπε με πραξικόπημα έναν άλλο φιλολαϊκό αυτοκράτορα, τον Ιουστινιανό Β΄10, και με το άκουσμα αυτό άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες της Αγίας Σοφίας καλώντας τους Έλληνες (έτσι τους αποκαλεί ο Ιμπν-αλ Άθιρ)11 ν’ ανατρέψουν το σταυροπάτη (δηλαδή τον καταπατητή του σταυρού, ο οποίος ήταν επίορκος ως προς τη Ζωή), τον Καλαφάτη, τον πληβείο Μιχαήλ. Όπως λέει ο Ψελλός –που έφιππος βγήκε στην Πόλη– αυτά που είδε ήταν τόσο τρομερά, ώστε στα γεράματά του δίσταζε να πει ότι τα είδε.

Είδε, λοιπόν, το λαό στα όπλα. Άλλος κρατούσε τσεκούρι, άλλος κράδαινε μια βαριά ρομφαία, άλλος τόξο και άλλος κοντάρι. Το πολύ πλήθος ήταν οπλισμένο μόνο με πέτρες, αλλά όλοι έτρεχαν ασύντακτα12. Και για τις γυναίκες, τι να πει σε όσους δεν τις ξέρουν;13 Είδε στη δημοσιά πολλές, που ποτέ δεν είχαν βγει από το γυναικωνίτη τους, τώρα να φωνάζουν, να χειρονομούν και να θρηνούν για τα παθήματα της αυτοκράτειρας Ζωής και άλλες που προχωρούσαν μαζικά, σαν Μαινάδες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι κάποιες επώνυμες που διέθεταν γυναικωνίτη θρηνούσαν για τα πάθη της Ζωής. Οι λαϊκές όμως γυναίκες, που αποτελούσαν τάγμα οὐ τι μικρόν, συμμετείχαν στην εξέγερση… έτσι. Γι’ αυτό και στον εκλεπτυσμένο λάτρη της Αρχαιότητας Ψελλό φάνταζαν σαν Μαινάδες.

Με άγρια αποφασιστικότητα, που χαρακτηρίζεται από τον Ψελλό σαν ομοψυχία που προήλθε από κάποιο κρεῖττον πνεῦμα (δηλαδή ανώτερο πνεύμα), το πλήθος επιτίθεται και ο Έπαρχος δεν έχει άλλη διέξοδο, παρά να εξαφανιστεί.14 Το πλήθος αναποδογυρίζει τους πάγκους των εμπόρων στην Αγορά (Φόρο) του Κωνσταντίνου και, με τα όπλα που έχει προμηθευτεί, άγνωστο από πού, εξοντώνει το απόσπασμα της αυτοκρατορικής φρουράς που συνόδευε τον Έπαρχο.15 Όπως φαίνεται όμως, μετά από την επιτυχία του στην πρώτη αυτή συμπλοκή, ο κόσμος δε διαλύεται, όπως συμβαίνει συνήθως σ’ ένα ετερόκλητο πλήθος χωρίς αρχηγούς, αλλά, αντίθετα, όλοι προχωρούν μπροστά ὥσπερ ἄνωθεν στρατηγούμενοι16. Αυτό το ἒν σύνθημα, το κρεῖττον πνεῦμα που στρατηγεῖ ἄνωθεν τον εξεγερμένο λαό και που οι λόγιοι Ψελλός και Ατταλειάτης δεν κατονομάζουν, αναφέρεται από τον Σκυλίτζη ως εξής: Καὶ ὁ πατριάρχης τὸν βασιλέα ἐδυσφήμει.17 Έτσι, όπως παλιά, στην ανατροπή του Ιουστινιανού το 695. Και με το ίδιο σύνθημα. Ο μεταγενέστερος Άραβας ιστορικός Ιμπν-αλ Άθιρ είναι ιδιαίτερα επιγραμματικός και κατατοπιστικός: «Και ξέσπασε αγώνας ανάμεσα στους οπαδούς του Μιχαήλ και τους οπαδούς του πατριάρχη και της Θεοδώρας»18.

Όσο περνάει η ώρα, ο όγκος του πλήθους μεγαλώνει και, όπως λέει ο Ατταλειάτης, οι σκοποί ωριμάζουν19: Να μη δειλιάσουν, να μην πάψουν πριν εκτοπίσουν από την εξουσία τον ανάξιο, τον αχάριστο, τον αγνώμονα, τον αλιτήριο. Τα επίθετα που αναφέρουν οι ιστορικοί είναι ίσως λίγο εξεζητημένα για εκείνον που προσπαθούσε να τους αποδώσει ελευθερίες και προνόμια, αλλά το πλήθος εκφραζόταν πολύ έντονα και με μεγάλη βοή.

Άλλοι επιτίθενται στις φυλακές και, σκοτώνοντας τους φρουρούς, απελευθερώνουν τους φυλακισμένους που ενώνονται με τα πλήθη.20 Άλλοι πλησίαζαν ήδη στο Παλάτιον και η εξέγερση άρχιζε πια να μοιάζει με εμφύλιο πόλεμο.21 Ο Ψελλός και Ατταλειάτης ισχυρίζονται ότι τα πλήθη σκόπευαν να επιτεθούν στα μέγαρα των συγγενών του Μιχαήλ Ε΄, μεγάλα δυναμένων τῷ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ,22 κάτι που παραπέμπει μάλλον στους παντοδύναμους έπί συντηρητικού Μιχαήλ Δ΄ συγγενείς του Μιχαήλ Ε΄. Ψελλός και Ατταλειάτης περιγράφουν κατεδάφιση και ισοπέδωση αριστοκρατικών μεγάρων: Οι στέγες που έπεφταν στη γη καλύπτονταν αμέσως από μπάζα, ενώ από το έδαφος ξεπρόβαλλαν θεμέλια και σκάλες, σαν η γη να ξεφορτωνόταν το βάρος τους και πετούσε έξω τις βάσεις των σπιτιών23. Γκρέμιζαν τα σπίτια κι έπαιρναν από μέσα τον πλούτο που είχε θησαυριστεί από διάφορα αδικήματα και με πολλούς στεναγμούς εργαζόμενων φτωχών24 (ιδού η ουσία της εξέγερσης). Από το λαϊκό ξέσπασμα δε διαφεύγουν ούτε οι εκκλησίες και τα μοναστήρια που είχαν ανεγερθεί από τους μεγάλα δυναμένους με πολυτέλεια και πλούτο· λαφυραγωγούνται και βεβηλώνονται25. Ο Ψελλός πρέπει να έχει απόλυτο δίκιο: Όση ώρα γίνονταν αυτά, η Πόλη έχανε τη συνηθισμένη της όψη και άλλαζε με μεγάλη ταχύτητα και, όσο περνούσε η ώρα, η εξέγερση έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις, γινόταν λαμπρὰ, χωρίς αντίδραση από το Παλάτιον όπου βρισκόταν ο Μιχαήλ Ε΄. Ο άσπονδος εχθρός του λαϊκού αυτοκράτορα Μιχαήλ Ψελλός του αποδίδει αρχικά μια αταραξία, μαζί με πρόθεση να τερματίσει τον εμφύλιο πόλεμο χωρίς αιματοχυσία (ἀναιμωτὶ τὸν πολιτικὸν καταλῦσαι πόλεμον)26, για να καταληφθεί στη συνέχεια από τρομερό άγχος, καθώς ακόμα και οι αλλοδαποί μισθοφόροι της φρουράς υπάκουαν στις διαταγές με δυσκολία27.

Στην Αγία Σοφία, έδρα του πατριαρχείου, αρχίζουν ήδη να συρρέουν αρκετοί συγκλητικοί28, αλλά και πολλοί ευνούχοι του Κωνσταντίνου Η΄, πιστοί στη Ζωή29. Η γενική απόφαση είναι ν’ αναγορευτεί αυτοκράτειρα επιτόπου στην Αγία Σοφία η νεότερη αδελφή της Ζωής, επίσης πορφυρογέννητη Θεοδώρα, που μεταφέρεται βιαστικά από ένα μοναστήρι της συνοικίας του Πετρίου όπου μονάζει30. Η Θεοδώρα πείθεται από τὸ πολιτικὸν στράτευμα, τους ἐν τέλει και τα πλήθη να βασιλεύσει μαζί με την αδελφή της31 και, διασχίζοντας το κέντρο της Πόλης με ισχυρή φρουρά και ἑσπέρας οὔσης βαθείας φτάνει στην Αγία Σοφία, στρατηγείο της άρχουσας τάξης, όπου ανεβαίνει στα ιδιαίτερα ενδιαιτήματα του πατριάρχη32 όπου θα διανυκτερεύσει σε σύσκεψη με το σεβάσμιο Αλέξιο Στουδίτη. Συγκαλούνται οι ἐν τἐλει ταχέως33 και διορίζεται αμέσως νέα διοίκηση στην πρωτεύουσα: Στη θέση του εξαφανισμένου Έπαρχου Αναστάσιου διορίζεται κάποιος Καμπανάρης34. Έτσι, αν η Πόλη άλλαζε όψη τη μέρα, σύμφωνα με τον Ψελλό, τη νύχτα άλλαζε χέρια.

Έτσι όμως, η εξέγερση του λαού της Κωνσταντινούπολης μετατρέπεται σε κίνημα των αριστοκρατών που καθοδηγούν το λαό εναντίον του κοινωνικού μεταρρυθμιστή Μιχαήλ Ε΄, στο όνομα της δυναστικής νομιμότητας. Όσο είναι ακόμα νύχτα, η Ζωή μεταφέρεται από την Πρίγκιπο πίσω στο Παλάτιον35 για να επιδειχτεί στο λαό την επόμενη μέρα, μήπως και κοπάσει έτσι η ποδηγετούμενη οργή του πλήθους. Σε βοήθεια του αυτοκράτορα-ανιψιού του σπεύδει μαζί με το υπηρετικό του προσωπικό ο θείος του, νοβελίσσιμος Κωνσταντίνος, ευνούχος με στρατιωτικό τάλαντο και διοικητικές ικανότητες, και το Παλάτιον ετοιμάζεται για ν’ αμυνθεί36. Τον πληβείο αυτοκράτορα επικουρεί και ο άξιος στρατηγός Κατακαλών Κεκαυμένος μετά από μια μεγάλη του νίκη στην Ιταλία ενάντια στους Άραβες37 που παρατάσσει τη μονάδα του στο Τζυκανιστήριον (γήπεδο αθλοπαιδιών ακριβώς έξω από το ανατολικό τείχος του Παλατιού), καθώς τα πράγματα δείχνουν ότι την επόμενη μέρα, Τρίτη 20 Απρίλη, θ’ αποφασιστεί η έκβαση των πραγμάτων.

Από νωρίς το πρωί αρχίζει η έφοδος στο Παλάτιον38 απ’ όπου προβάλλεται σθεναρή αντίσταση, κάτι που υποχρεώνει τα πλήθη ν’ ανακόψουν για λίγο την ορμή τους39. Εδώ φαίνεται ότι παρεμβαίνει για δεύτερη φορά ο Μιχαήλ Ε΄ (η πρώτη ήταν χτες, στο Φόρο του Κωνσταντίνου)40 για να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού: Από τη μεσοτοιχία41, η Ζωή μεταφέρεται στον Ιππόδρομο και ο Μιχαήλ επιχειρεί να επικαλεστεί την αποκατάσταση της νομιμότητας. Κατά τον Ψελλό, ο πολύς λαός δεν αναγνώρισε την αυτοκράτειρα, αντίθετα, οι λίγοι που την αναγνώρισαν μίσησαν ακόμα περισσότερο τον τύραννον42. Κατά τον Σκυλίτζη, παρόλα τ’ αυτοκρατορικά διάσημα που φορούσε η Ζωή, τα πλήθη απάντησαν με ύβρεις και βλήματα43. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι στόχοι της παραπλανημένης εξέγερσης ξεπερνούσαν κατά πολύ την απλή επαναφορά της Ζωής και ο λαός υπάκουε πια στις εντολές του πατριάρχη Αλέξιου, της πορφυρογέννητης Θεοδώρας και των ἐν τέλει που τους περιστοίχιζαν. Ο Ψελλός μάλιστα δεν αναφέρει καν τη Θεοδώρα (καθώς τα συμφέροντα της συγκλητικής τάξης, στην οποία αυτός ανήκε, τα εκπροσωπούσε η Ζωή), παρά μόνο όταν πιστοποιήθηκε ότι η εμφάνιση της Ζωής στον Ιππόδρομο κάθε άλλο παρά ηρέμησε τα πλήθη. Αντίθετα μάλιστα, ἐξήφθη γοῦν ἐπὶ μᾶλλον ὁ πόλεμος44.

Η αντίσταση που προβάλλεται στον Ιππόδρομο από τον ίδιο τον Μιχαήλ Ε΄ και το νοβελίσσιμο Κωνσταντίνο στα εξκούβιτα45 από τη φρουρά του Παλατίου που αποκρούει και στο Τζυκανιστήριον όπου έχει παρατάξει το τμήμα του ο στρατηγός Κεκαυμένος46 έχει ως αποτέλεσμα βαριές απώλειες στις τάξεις του λαού. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες (φασί γὰρ), αυτή την Τρίτη του Αντίπασχα, όπως την αποκαλεί ο Σκυλίτζης47, έπεσαν γύρω στις τρεις χιλιάδες άντρες, ενώ για τις γυναίκες (τις Μαινάδες του Ψελλού) δεν υπάρχουν πληροφορίες. Σε κάθε περίπτωση, αποκλεισμένο από τρεις κατευθύνσεις, το Παλάτιον δε διαθέτει πια επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, παρά μόνο από τη θάλασσα48. Σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, ο Μιχαήλ Ε΄ δεν επιχείρησε να διαφύγει, όσο κι αν το σκεφτόταν από πριν49, παρά μόνο όταν οι επιτιθέμενοι έσπασαν τις πύλες των ανακτόρων, λαφυραγώγησαν τα χρήματα των σεκρέτων (δηλαδή των διάφορων γραφείων της γραμματείας) και ό,τι άλλο πολύτιμο είδος υπήρχε εκεί, κατέστρεψαν τις δημόσιες απογραφές και αναζητούσαν επίμονα τον αυτοκράτορα για να τον συλλάβουν50.

Με μόνη συνοδεία το θείο του Κωνσταντίνο, αποφασισμένο να τον ακολουθήσει ως το τέλος, κι ελάχιστους έμπιστους, ο Μιχαήλ Ε΄ διαφεύγει διά θαλάσσης με προορισμό τη μονή του Αγ. Ιωάννη Προδρόμου των Στουδίου51, στο νοτιοδυτικό άκρο της Πόλης, κοντά στο θαλάσσιο τείχος, όπου η θαλάσσια απόβαση αλλά κι επιβίβαση είναι εύκολη. Στο Ιερό του Καθολικού της Μονής –πρώην αυτοκράτορας και νοβελίσσιμος είναι– βρίσκονται ως ικέτες, ασφαλείς, για την ώρα τουλάχιστον. Στο Παλάτιον απομένει, μόνη ανάμεσα στο λαό που το έχει κυριεύσει, η αυτοκράτειρα Ζωή52. Όταν μαθεύεται η φυγή του Μιχαήλ Ε΄ σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη, λέει ο Ψελλός, άλλοι δοξάζουν το Θεό, άλλοι επευφημούν την αυτοκράτειρα και, τέλος, τα λαϊκά στρώματα (τὸ δημῶδες καὶ ἀγοραῖον) χορεύουν και τραγουδούν στους δρόμους αυτοσχεδιάζοντας στίχους για τα όσα είχαν συμβεί. Οι περισσότεροι όμως, χωρίς να χάνουν χρόνο, έτρεχαν να συλλάβουν τον τύραννο, να τον εξοντώσουν, να τον σφάξουν53.

Όπως πάντα, έτσι κι εδώ, ο Ψελλός προσπαθεί να προκαταλάβει τον αναγνώστη του. Η εικόνα, πάντως, που δίνει ο Ψελλός, με το λαό να πανηγυρίζει, να τραγουδάει και να χορεύει στους δρόμους δείχνει τη χαλάρωση του κόσμου που ταιριάζει με την ολοκλήρωση του ρόλου του –να εκτελέσει αυτό στο οποίο τον έστρεψε η άρχουσα τάξη και μετά, ο κύριος ρόλος θα ανήκει και πάλι στους ίδιους με πριν– αλλά και με τον ερχομό της νύχτας που κατευνάζει πάθη που ολοκληρώνονται στη διάρκεια της μέρας. Η νύχτα αυτή ήταν οπωσδήποτε διαφορετική για τον Μιχαήλ Ε΄ και το νοβελίσσιμο Κωνσταντίνο στα Στουδίου, για τον πατριάρχη Αλέξιο και τη Θεοδώρα στην Αγία Σοφία και για τη Ζωή στο Παλάτιον και, αν ο Σκυλίτζης θεωρεί, με κάποιο δίκιο, ότι τα πράγματα ησύχασαν –τώρα που ο κύριος ρόλος ανήκει ξανά στην άρχουσα τάξη– η λύση θα δοθεί με ανατριχιαστικό τρόπο την επόμενη μέρα, Τετάρτη, εἰκάδι πρώτῃ μηνὸς Ἀπριλίου ἰνδικτιῶνος δεκάτης τοῦ ςφν΄ ἔτους54.

Η Ζωή θα είναι η πρώτη που θα διαπιστώσει τη ριζική μεταβολή των πραγμάτων, όταν θα επιχειρήσει ν’ απομακρύνει από την εξουσία τη νεότερη αδελφή της Θεοδώρα55, όπως είχε πράξει παλιότερα56. Το σχέδιο της πρεσβύτερης αυτοκράτειρας ἐκωλύθη παρὰ τοῦ πλήθους, που επιβάλλει συμβασιλεία των δυο πορφυρογέννητων πριγκιπισσών57. Η Ζωή, λοιπόν, δεν έχει εξουσία πριν καταφτάσει στο Παλάτιον από την Αγία Σοφία η Θεοδώρα, κάτι που υποδηλώνει κι ένα νέο συσχετισμό των δυνάμεων εξουσίας. Η σύγκλητος δε θα συναθροιστεί πριν την άφιξη της πρώην παραγκωνισμένης αδελφής της Ζωής, η οποία όμως, ως πρεσβύτερη κι εστεμμένη, έχει το δικαίωμα της δημηγορίας μπροστά στους συγκλητικούς. Αρχικά, απευθύνει ευχαριστίες για τη νομιμοφροσύνη προς το πρόσωπό της και, γρήγορα, φτάνει στο ακανθώδες ερώτημα: Τι θα γίνει με τον αυτοκράτορα; Το ξέσπασμα είναι τότε ομόφωνο: Θάνατος στον καταραμένο, βγάλε από τη μέση τον αλιτήριο! Παλούκωμα! Σταύρωση! Τύφλωση!58. Με την έκφραση πάντες ὁμοφώνως ο Σκυλίτζης δείχνει να υπονοεί την αντίδραση και των συγκλητικών και του πλήθους. Η Ζωή μοιάζει να διστάζει μπροστά σε τόσο δραστικές κι αιμοσταγείς προθέσεις κι, έτσι, είναι σαν να εκδηλώνει κάποια συμπάθεια προς το δυστυχισμένο πληβείο μεταρρυθμιστή Μιχαήλ Ε΄59 που η ίδια είχε ανεβάσει στο θρόνο.

Αυτό το πρωινό της Τετάρτης όμως η εξουσία ανήκει σ’ εκείνους που επιδιώκουν την εξαφάνιση αυτού του χαρακτηρισμένου πια ως εχθρού της υψηλής καταγωγής και διαγωγής. Εκπρόσωπος αυτών των δυνάμεων, η Θεοδώρα διατάζει γεμάτη οργή την άμεση τύφλωση ανιψιού και θείου, αυτοκράτορα και νοβελίσσιμου. Αποδέκτης της εντολής για άμεση εκτέλεση είναι ο διορισμένος τη νύχτα Δευτέρας προς Τρίτη στην Αγία Σοφία νέος Έπαρχος Πόλης Καμπανάρης, που φεύγει ολοταχώς60.

Ο Ψελλός, που αναφέρει ότι αυτοί που περιστοίχιζαν τη Θεοδώρα61 είχαν ήδη στείλει τινὰ τῶν γενναίων (=ευγενών, ευγενικής καταγωγής) με ένα απόσπασμα να καταδιώξει τους δυο φυγάδες, βρέθηκε –άγνωστο πώς– ν’ ακολουθεί από κοντά τον αρχηγό του αποσπάσματος που πορευόταν ήδη προς τη μονή Στουδίου. Ο ίδιος δίνει την εξήγηση ότι ακολούθησε τον αποσπασματάρχη φίλος τελῶν ἐκείνῳ, δηλαδή ένας αφοσιωμένος οπαδός της Ζωής βρίσκεται ν’ ακολουθεί φιλικά έναν ευγενή διορισμένο από τη Θεοδώρα62. Εδώ, η πτέρυγα της άρχουσας τάξης που έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα προσπαθεί ν’ ακολουθήσει το ρυθμό της πτέρυγας που έχει υπερισχύσει και στην ενέργεια αυτή του Ψελλού μπορεί κανείς να εντοπίσει τις πρώτες ενέργειες της άρχουσας τάξης ν’ ανασυγκολλήσει τα ραγισμένα μέλη της που, έτσι ή αλλιώς, δε θα ξαναενώνονταν ποτέ πια στο μέλλον.

Φτάνοντας στον προορισμό τους, φρούραρχος, Ψελλός και απόσπασμα, βρήκαν τη μονή Στουδίου περικυκλωμένη από πλήθη λαού (δημώδη φάλαγγα) που, σαν δεύτερη, εθελοντική φρουρά (αὐτοκέλευστος) δεν απείχε πολύ από το να την κατεδαφίσει. Όλοι έβριζαν τον αλιτήριο Μιχαήλ, έτσι ώστε η είσοδος να είναι πολύ δύσκολη63. Ακόμα πιο δύσκολο ήταν το συναίσθημα που προκαλούσε η εμφάνιση των ικετών στην Αγία Τράπεζα, αυτοκράτορα και νοβελίσσιμου. Τα οποιαδήποτε όμως συναισθήματα που περιγράφει γλαφυρά ο Ψελλός δεν τον εμπόδισαν ν’ απευθύνει στους δυο προγραμμένους ήρεμα, όπως λέει, ένα κατηγορητήριο που, ακόμα και αν είχε εντολή να έρθει στα Στουδίου για ανάκριση και όχι από φιλία προς τον αποσπασματάρχη, το μόνο αποτέλεσμα ήταν ο ακόμα μεγαλύτερος ερεθισμός του κόσμου που στεκόταν γύρω από τους δυο υποψήφιους μοναχούς. Ο Ψελλός δεν κρύβει ότι αυτό ήταν βραχύ τι προοίμιον χειρόνων τραγωδιῶν64. Με την ατμόσφαιρα ν’ αποπνέει τρόμο, η μέρα άρχιζε να πηγαίνει κι αυτή προς το τέλος της65. Τότε εμφανίστηκε μπαίνοντας στην εκκλησία ο Έπαρχος Καμπανάρης, ακολουθούμενος από ένα πλήθος πολιτικό και στρατιωτικό66.

Καθώς ο ρόλος του υπερκαλλιεργημένου Ψελλού στο δράμα δεν έχει σχέση μ’ ένα ανώτερο ή, απλά, αξιοπρεπές επίπεδο, τα πράγματα φτάνουν στο τέλος με μια αγριότητα αντάξια των υποθέσεων που διακυβεύτηκαν στις τρεις αυτές μέρες του Απρίλη και όχι με μια λόγια μικρότητα, σκεπασμένη από αττική καλλιέπεια. Οι προθέσεις της νέας εξουσίας είναι φανερές και διακηρυγμένες και ο Έπαρχος δε χρειάζεται να καταφύγει στη βίαιη σύλληψη. Είναι αρκετό να διατάξει τον κατάλληλα προετοιμασμένο κι ερεθισμένο κόσμο να παραβιάσει το άσυλο67 και να τους απαγάγει. Έτσι, συμπληρώνει ο Ψελλός, η παραβίαση του ασύλου προκάλεσε οίκτο και ντροπή, αλλά έτσι ήταν οι περιστάσεις και κανείς δεν τόλμησε να εναντιωθεί68. Τώρα που η άρχουσα τάξη ασκεί βία, ο Ψελλός χρησιμοποιεί σαν γενικό περίγραμμα κι αίτιο των γεγονότων τον καιρόν, δηλαδή τις περιστάσεις, και οι περιστάσεις επιβάλλουν υποταγή.

Ακολουθεί η διαπόμπευση, πομπὴ ἄτιμος, όπως λέει ο Ψελλός69, που αποδίδει τη βάναυση διαγωγή του κόσμου και πάλι στις περιστάσεις70. Η πορεία δεν κράτησε πολύ, επειδή η πομπή γρήγορα συνάντησε τους δήμιους της Θεοδώρας που θα τύφλωναν τους καταδικασμένους. Ο τόπος λεγόταν Σίγμα71. Ο κόσμος πλησίασε τόσο πολύ τους δήμιους και τα θύματα, ώστε να μην υπάρχει ο απαραίτητος χώρος για την εξόρυξη των ματιών. Όλοι ήθελαν να μη χάσουν το θέαμα72. Οι εκτιμήσεις για την απονομή δικαιοσύνης είναι πάντα ευκολότερες από τη σχετικά άνετη θέση του παρατηρητή και ο Ψελλός δεν πρέπει να κάνει λάθος όταν βαθμολογεί ποιος ήταν τοῦ καιροῦ ἥττων και ποιος τοῦ καιροῦ δυνατώτερος73.

Ο Ατταλειάτης χρησιμοποιεί την επική έκφραση: χάνουν τα μάτια τους μαζί με τη βασιλεία, κάτι που οπωσδήποτε διυλίζει κι εξατμίζει τη φρίκη της δημόσιας τύφλωσης με ακονισμένο σίδερο74, κάτι που δεν επιχειρεί να παρακάμψει ο Ψελλός. Το θέαμα είναι τέτοιο που, όταν τελειώνει, τελειώνει μαζί του το θράσος και το μίσος που τρέφει ο κόσμος για τους δυο δυστυχισμένους75. Τέλος, η μετάβαση στο καθεστώς που επιθυμεί η άρχουσα τάξη διατυπώνεται από τον Ψελλό ως εξής: Αυτοί αφήνονται κάπου για ν’ αναπαυτούν, δηλαδή όλα γι’ αυτούς είναι πια αδιάφορα, τ’ όνομά τους και ο τόπος που αναπαύονται, και η προσοχή στρέφεται ολόκληρη προς τις δυο αυτοκράτειρες76 που εκπροσωπούν τις δυο πτέρυγες της άρχουσας τάξης, τη συγκλητική η πρεσβύτερη και τη στρατιωτική της επαρχίας η νεότερη. Ακόμα –και κατά τον Ψελλό πάντα– καμιά από τις δυο δεν είχε τ’ απαραίτητα προσόντα για να κυβερνήσει77. Η μεταγενέστερη τύχη των Μιχαήλ Ε΄ και νοβελίσσιμου Κωνσταντίνου ακολουθείται αμυδρά για ορισμένους μήνες78 και μετά απόλυτη σιγή. Ανατρέποντας τους πάγκους των εμπόρων στο Φόρο του Κωνσταντίνου και μαζί μ’ αυτούς το λαϊκό αυτοκράτορα που τους υποστήριζε, ο λαός ξαναγύριζε στη συνηθισμένη του κατάσταση της πολιτικής υποδούλωσης. Έτσι συνέβαινε σχετικά συχνά στο Μεσαίωνα.

Με τον Ψελλό να επιστρέφει ήσυχος στο γνώριμο ανακτορικό του περιβάλλον (το ουσιώδες στους ανώτατους αξιωματούχους είναι η πίστη στην παράδοση79), ο γενναίος στρατηγός Κεκαυμένος, που είχε πάρει το μέρος του άτυχου Μιχαήλ Ε΄ για να τον δει το ίδιο βράδυ ελεεινό, έρημο και τυφλό80, κατέληγε στ’ απομνημονεύματά του ως εξής για τον αναγνώστη του έργου του: Φύλασσε ἵνα μὴ ἀναισχυντήσει ὁ λαὸς κατὰ σοῦ εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως81.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Ε΄ ΣΤΗ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ 1204

 Σε αντίθεση με τον οπαδό της Ζωής και της συγκλήτου Ψελλό που διατείνεται ότι η εξουσία περιήλθε ισομερώς στις δυο αυτοκράτειρες (τό τε πολιτικὸν πλῆθος τό τε στρατιωτικὸν συμφωνούντας ὑπὸ δεσπότισι82), από τον Σκυλίτζη προκύπτει ότι το προβάδισμα στη νέα εξουσία είχε η σύγκλητος83, επιβιώνοντας σε μια κατεξοχήν εποχή κοινωνικής ανόδου μιας αριστοκρατίας της υπαίθρου. Ο Ψελλός δεν κρύβει τούς φόβους του σχετικά με τις βλέψεις των στρατιωτικών της επαρχίας: «Ήθελαν ολόκληρη την εξουσία και ν’ αναδείξουν ένα στρατηγό αυτοκράτορα, καταλύοντας έτσι την πολιτική διαδοχή των αυτοκρατόρων»84, λέει απερίφραστα λίγο πριν αυτό συμβεί και στην πραγματικότητα, χωρίς όμως και να κρύβει την απέχθειά του προς τον απλό λαό της πρωτεύουσας που αποκαλεί, σε μια περίπτωση «ἀγοραῖον καὶ ἀγύρτην δῆμον ξύμπαντα»85, ενώ σε μια άλλη «…δῆμος ὄντες αὐθαδείᾳ χαίρων τε καὶ θρασὐτητι, καὶ οὐ στρατιωτικῆς ἀλλὰ πολιτικῆς βωμολοχίας ὄντες έθάδες»86 και σε μια τρίτη «…ἐγνώκεισαν ὅτι ἀγυρτικὸς ὄχλος αἱ παρ’ ἡμῖν δυνάμεις τυγχάνουσιν ὄντες»87.

Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι, μαζί με τον απλό λαό που απεχθάνεται, ο ύπατος των φιλοσόφων Μιχαήλ Ψελλός περιφρονεί βαθύτατα και τους στρατιωτικούς που, από την άλλη πλευρά, φοβάται. Απ’ ό,τι επίσης φαίνεται88, ο λαός της πρωτεύουσας πρέπει να διατήρησε για κάποια χρόνια ακόμη την ίδια νομιμοφροσύνη προς τη Μακεδονική δυναστεία που είχε δείξει και στην εξέγερση του 1042, ενώ παράλληλα αρχίζουν και ορισμένες μικρής έκτασης στασιαστικές κινήσεις αριστοκρατών που θα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνες89, καθώς το 1057 που θ’ ανατραπεί η δυναστεία από τους στρατιωτικούς αριστοκράτες της επαρχίας ο τότε αυτοκράτορας Μιχαήλ ΣΤ΄ (1056-1057) ελπίζει να επικρατήσει εἰ τὴν τῶν πολιτῶν εὔνοιαν ἐπισπάσεται90 (δηλαδή αποσπώντας την εύνοια των υπηκόων του). Γι’ αυτό και, όταν τη Μεγάλη Πέμπτη του 1081 ο οικογενειακός συνασπισμός Δουκών, Κομνηνών και Παλαιολόγων εισέβαλε στην Κωνσταντινούπολη καταλαμβάνοντας οριστικά την εξουσία για λογαριασμό της στρατιωτικής αριστοκρατίας της επαρχίας, επιδόθηκαν σε μαζική σφαγή και λεηλασία των πολιτών91.

Η Άννα Κομνηνή92 και ο επίσης ευγενής σύζυγός της Νικηφόρος Βρυέννιος93 εκφράζουν ανοιχτά μεγάλη περιφρόνηση για το λαό και για οποιαδήποτε συλλογική αντίληψη, γνώμη ή απόφαση, που δεν μπορεί ποτέ να ισχύει, εφόσον εξαρτάται από τις απότομες μεταστροφές των διαθέσεων του πλήθους. Για την Άννα Κομνηνή, το άριστο πολίτευμα λέγεται ἀριστοκρατία94 –το λαό τον αναφέρει ως ὄχλον ὅλον, ὅσος ἐγχώριος καὶ ὅσος ἔξωθεν (πάντως, σε κάθε περίπτωση, όχλος!)95, ενώ ο Βρυέννιος θεωρεί ότι το πλήθος είναι ἀπόλεμον καὶ βάναυσον (ΙΙΙ, 2). Η εμφανής αυτή όξυνση της κοινωνικής ανισότητας θ’ αποτελέσει το κύριο χαρακτηριστικό του βυζαντινού 12ου αιώνα, ενώ εξίσου χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το μέγεθος και η έκταση της μεγάλης αυτής κοινωνικής ανισότητας θα γίνουν αντιληπτά μόνο προς το τέλος της περιόδου αυτής (δυναστείες Κομνηνών και Αγγέλων ως το 1204) με μια έκρηξη διαδοχικών εξεγέρσεων, οι κυριότερες από τις οποίες (Σερβία, Βουλγαρία, Κύπρος) θα έχουν τελεσίδικα αποσχιστικό χαρακτήρα96.

Την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων είναι σαν να εξαφανίζονται οι τόσο δραστήριες μέχρι την ανατροπή του Μιχαήλ Ε΄ συντεχνίες εμπόρων και βιοτεχνών της Κωνσταντινούπολης, καθώς η φεουδαρχική αριστοκρατία που κατέχει τώρα την κρατική εξουσία παραδίνει βιοτεχνία κι εμπόριο στο ιταλικό κεφάλαιο που τότε εισβάλλει ορμητικά στην Ανατολική Μεσόγειο97. Παράδοση του εμπορίου στους ξένους και υποτίμηση του χρυσού νομίσματος που ξεπερνάει τα όρια της νομισματικής μεταρρύθμισης διαγράφουν το σχεδόν ασφυκτικό πλαίσιο, στο οποίο η φεουδαρχική άρχουσα τάξη θα κλείσει τη βυζαντινή κοινωνία ως τα τέλη της ζωής της. Από την άλλη πλευρά, κράτος κι Εκκλησία ταυτίζονται, το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης γίνεται όλο και λιγότερο ανεκτικό προς κάθε νεοτερισμό και όλο και πιο αδιάλλακτο απέναντι στους Λατίνους, που θεωρεί πια αιρετικούς.

Το ότι το βυζαντινό πολίτευμα και το κοινωνικό καθεστώς γίνεται όλο και ολιγαρχικότερο, αυταρχικότερο και τηρεί ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από το λαό προκύπτει αβίαστα τόσο από τον Ιωάννη Ζωναρά όσο και από την Άννα Κομνηνή, που περιγράφουν τις κύριες μεταβολές που επικράτησαν με την άνοδο στο θρόνο του Αλέξιου Α΄ (1081-1118): Το κράτος αρχίζει να διοικείται με βάση όχι τόσο το όφελος ολόκληρου του λαού, αλλά κάπως σαν ιδιοκτησία του κυβερνητικού συνασπισμού των αριστοκρατικών οικογενειών υπό τους Κομνηνούς. Αυτός ο φεουδαρχίζων, από τη φύση του, συνασπισμός αριστοκρατικών οικογενειών θα καταστεί μεσοπρόθεσμα, δηλαδή μετά από έναν περίπου αιώνα σχετικής σταθεροποίησης, ακατάλληλος για τη διοίκηση ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους98.

Ο Ιωάννης Ζωναράς συνοψίζει τις αλλαγές: Ενώ φροντίδα του αυτοκράτορα ήταν η δικαιοσύνη για τους υπηκόους, ο Αλέξιος Α΄ είχε μόνιμο μέλημα την αλλοίωση των αρχαίων ηθών και του πολιτεύματος. Τις δημόσιες υποθέσεις τις χειριζόταν όχι σαν διαχειριστής (οικονόμος), αλλά σαν δεσπότης και θεωρούσε τ’ ανάκτορα δικό του σπίτι. Δεν τιμούσε τους συγκλητικούς, αλλά συνήθως τους ταπείνωνε. Την αρετή της δικαιοσύνης δεν την τηρούσε πάντα, αλλά έδινε στους συγγενείς του και ορισμένους υπηρέτες του ολόκληρα αμάξια φορτωμένα με δημόσιο χρήμα, έτσι ώστε να μοιάζουν με βασιλιάδες με ανάκτορα σε μέγεθος πόλεων99. Η ριζική αλλαγή προς ένα σύστημα αριστοκρατικό-οικογενειοκρατικό συγχωρείται κάπως από τον Ζωναρά, επειδή, όπως λέει, ο Αλέξιος Κομνηνός δε θα έπρεπε να θεωρηθεί φαύλος, επειδή, σε τελική ανάλυση, κανένας απολύτως αυτοκράτορας ως τότε δεν είχε ευδοκιμήσει σε όλα.

Η «εσωτερική» αλληλεγγύη ανάμεσα στις οικογένειες της υψηλής αριστοκρατίας αποτυπώνεται στα λεγόμενα της Άννας Κομνηνής, που εκφράζει την περιφρόνησή της για ορισμένους ασήμαντους που υποκρίνονται ότι κατάγονται από ευγενή γένη100, δηλαδή δεν κατάγονται ούτε από συγγενείς ευγενών (ἐκ τοῦ αἵματος συμφυεῖς αὐτῶν)101. Σε ό,τι αφορά το λαό που στενάζει, έχει μόνο αφ’ υψηλού περιφρόνηση: Ἔτσι μὲν γὰρ τὸ ὑπήκοον ὡς ἐπίπαν δύσνουν τοῖς κρατοῦσι, σχηματιζόμενον δὲ τὰ πολλὰ καὶ διὰ κολακείας ἐπισπώμενον τοὺς ὑπερέχοντας.102 O συρφετώδης ὄχλος τρομοκρατείται και καταλαμβάνεται από υστερία με την άφιξη των Σταυροφόρων το 1097, ενώ ο αυτοκρατορικός πατέρας της, Αλέξιος, στέκει ακλόνητος103.

Γενικά, τόσο επί Αλέξιου Α΄ όσο και σε όλες τις αυτοκρατορικές εκστρατείες το 12ο αιώνα, ο αυτοκράτορας ξεκινάει με λίγους και κάποιους συγγενείς του104, στη μάχη, το κέντρο της παράταξης κατέχεται ἀπό τε τῶν ἐξ αἵματος καὶ ἀγχιστείας προσηκόντων συγγενῶν του αυτοκράτορα105, η δεξιά και η αριστερή πτέρυγα κατέχονται από ευγενείς αξιωματούχους106, ενώ ακολουθούν όλοι οι υπόλοιποι (οι περισσότεροι επίσης ευγενείς) διοικητές τμημάτων. Για τους αξιωματούχους που περιστοιχίζουν τον αυτοκράτορα αρχίζει να χρησιμοποιείται ο περιβόητος από την Αρχαιότητα όρος σατράπαι (!) τῶν Ῥωμαίων107, ενώ ο ήδη γνωστός από το 10ο αιώνα μεγιστᾶνες108 θα έχει μέλλον στη συνέχεια. Στη διαθήκη του, ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός θ’ αποκαλέσει το γιο και διάδοχό του Ιωάννη Β΄ Κομνηνό (1118-1143) ἄρχοντα παντὸς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ γένους109. Στις ιστορικές πηγές της εποχής (Ιωάννης Κίνναμος και Νικήτας Χωνιάτης), ο όρος τὸ γένος τείνει ν’ αντικαταστήσει τον κλασικό όρο που χαρακτήριζε ως τότε την άρχουσα τάξη οἱ ἐν τέλει ως τα τέλη του 12ου αιώνα. Στρατός και οικογένεια με την ευρεία έννοια (γένος=σόι) είναι αμιγώς φεουδαρχικά χαρακτηριστικά. Η φεουδαρχική άρχουσα τάξη στο Βυζάντιο κατά το 12ο αιώνα είναι πρώτ’ απ’ όλα τάξη άσκησης της κρατικής εξουσίας110.

Αυτό που έχει επαληθευτεί με μετρήσεις111 είναι ότι οι εξεγέρσεις (κυρίως συνωμοσίες ανταπαιτητών) ως το 1180 ξεσπούσαν κατά μέσο όρο κάθε τέσσερα χρόνια, ενώ στα δεκαοκτώ χρόνια 1185-1203 έχουμε δύο εξεγέρσεις κάθε χρόνο, που όμως δεν αποτελούν μια γενικότερη απειλή και αμφισβήτηση του όλου συστήματος διακυβέρνησης, δεν πρόκειται δηλαδή για καθαρά κοινωνικές εξεγέρσεις και απειλές για το ισχύον καθεστώς, όπως, π.χ., η Στάση του Νίκα το 532, η πληβειακή-στρατιωτική επανάσταση του 602, η μεγάλη αγροτική εξέγερση το 821-823 υπό τον Θωμά τον Σλάβο και η ανατροπή του Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη το 1042.

Η διαδικασία έχει ως εξής: Στο μέτρο που οι αριστοκρατικές οικογένειες μονιμοποιούνται στην κρατική διοίκηση και, καθώς η κρατική διοίκηση μειώνεται βαθμιαία από την εξωτερική πίεση σε όλα τα μέτωπα, επίσης βαθμιαία αναπτύσσονται και ανταγωνισμοί ανάμεσα στις οικογένειες για την κατάληψη του αυτοκρατορικού θρόνου112, που δεν τελειώνουν ούτε με την άλωση του 1204. Aπό το 1182 ἐμφυλίων στάσεων καὶ πολέμων αἱ ἀσιάτιδες ἔγεμον πόλεις κατά τον Νικήτα Χωνιάτη113, γνωστό για το άσβεστο μίσος που έτρεφε για το λαό της Κωνσταντινούπολης114.

Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ίσως ενθαρρυμένος από την άφιξη του Ανδρόνικου Κομνηνού από την Παφλαγονία, ο λαός της πρωτεύουσας εξεγέρθηκε αυθόρμητα115 με βιαιοπραγίες ενάντια στους Λατίνους, κύρια εμπόρους, που όχι μόνο πλούτιζαν προκλητικά, αλλά συντηρούσαν και μια μεγάλη ακρίβεια των αγαθών στην Κωνσταντινούπολη116. Οι λιγότεροι από αυτούς που γλίτωσαν τη σφαγή που ακολούθησε αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν στα πλοία τους και ν’ αποπλεύσουν117. Η σφαγή αυτή των Λατίνων, χαρακτηριστική για τη βιαιότητά της, θ’ ακολουθηθεί από κορύφωση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Το 1189, στη Μικρασιατική Φιλαδέλφεια τὸ τῆς πόλεως ταύτης ἀγελαῖον … θρασὺ καὶ ἀναιδέστατον (εδώ ο Χωνιάτης επαναλαμβάνει τις γνωστές απόψεις του για τις λαϊκές μάζες118) υποστηρίζει έναν ανταπαιτητή, τον Θεόδωρο Μαγκαφά. Όταν, το 1197, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος (1195-1203) θα θελήσει να επιβάλει το νέο και φοβερά δυσβάστακτο φόρο του ἀλαμανικοῦ119, η βίαιη αντίδραση του πλήθους περιγράφεται με ενάργεια από τον Χωνιάτη: «Κραύγαζαν με στασιαστική διάθεση και ορισμένοι ζητούσαν το λογαριασμό από τον αυτοκράτορα, που διασπάθιζε το δημόσιο χρήμα και μοίραζε τα έσοδα από τις επαρχίες στους συγγενείς του»120.

Έτσι, ο λαός της Κωνσταντινούπολης περνάει σ’ ένα στάδιο σχεδόν μόνιμης εξέγερσης ενάντια (καθαρά πια) στην άρχουσα τάξη και, καθώς την εποχή αυτή δεν υπάρχει άλλη λύση, καταλήγει να υποστηρίζει ανταπαιτητές του θρόνου, κι έτσι διχάζεται. Όταν το καλοκαίρι του 1200 εξεγείρεται ο Ιωάννης Κομνηνός Αξούχ ο Παχύς με υποστήριξη όχι μόνο αριστοκρατών, αλλά και του απλού λαού, ο Χωνιάτης δεν παραλείπει και πάλι να ελεεινολογήσει τις λαϊκές μάζες: Ὁ μωρὸς λαός μετὰ μέθην ἀμαθῶς ἐχοάνευσε καὶ κύψας φρενοβλαβῶς ὡς βασιλεῖ προσεφέρετο.121 Μωρὸν αποκαλεί επίσης το λαό και ο επίσκοπος Ευθύμιος Τορνίκης122, ενώ ο Χωνιάτης, αντικρίζοντας λεηλασίες μεγάρων πλουσίων από τα πλήθη, τα παρομοιάζει με αρπακτικά πουλιά (κατ’ ἀγέλας ὀρνίθων διέστησαν)123. Με αυτήν την οξύτατη κοινωνική διαίρεση, το Βυζάντιο θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσει την 4η Σταυροφορία, η οποία τελικά οδήγησε στη λατινική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και την πρόσκαιρη κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗΣ

 Τον Απρίλη του 1204, μαζί με άλλους ευγενείς και κρατικούς παράγοντες, ο Νικήτας Χωνιάτης έπαιρνε το δρόμο της εξορίας ξέροντας ότι άλλοι όμοιοί του είτε προσκυνούσαν τους Φράγγους κατακτητές είτε ίδρυαν μικρές ημιαυτόνομες ηγεμονίες. Οι ευγενείς από τη Θράκη δηλώνουν πίστη στο μαρκήσιο Βονιφάτιο Μομφερρατικό, αλλά αυτός τους διώχνει. Στη συνέχεια καταφεύγουν στον κόμη της Φλάνδρας Βαλδουίνο, αλλά ούτε αυτός τους δέχεται. Έτσι, οι Βυζαντινοί ευγενείς τελικά καταφεύγουν στο βασιλιά των Βουλγάρων Ιωαννίτζη ή Καλογιάννη που, κατά τον Χωνιάτη πάντα, ήταν ἐχθρὸς ἅμα καὶ ἐκδικητὴς Ῥωμαίοις124.

Η στάση της βυζαντινής αριστοκρατίας, στάση καθαρά ταξική, είναι ανάλογη προς την επίσης καθαρά ταξική στάση του λαού που κι αυτός επωφελείται από τη βυζαντινή κατάρρευση, όπως λέει και ο Χωνιάτης: Οἱ δ’ἀγροῖκοι καὶ ἀγελαῖοι ἐπεκερτόμουν μᾶλλον τοῖς ἐκ Βυζαντίου ἡμῖν καὶ τὴν ἐν πτωχείᾳ καὶ γυμνότητι ἰσοπολιτείαν ἀφρόνως ὠνόμαζον, οὐ τοῖς τῶν πέλας κακῶν παιδευόμενοι.125

Ο λαός χαίρεται οφθαλμοφανώς με την τωρινή αθλιότητα των ευγενών, αθλιότητα που τους φέρνει σε ίση μοίρα (ἰσοπολιτεία=νομική ισότητα ίσα δικαιώματα και καθήκοντα), και υποδέχεται με χαρά (ὡς ἐν πανηγύρεσιν εἴθισται καὶ πομπαῖς) τον Βαλδουίνο που πλησιάζει με το στρατό του στη Θεσσαλονίκη, ενώ ένα έγγραφο από τη Δυτική Μικρασία όπου μαίνονται πυρκαγιές στην ύπαιθρο μας πληροφορεί ότι τα κτήματα των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων έγιναν λεία των αγροτών που δούλευαν εκεί126. Ο λαός μοιάζει ν’ ανακουφίζεται από τη βυζαντινή κατάρρευση, επειδή, σύμφωνα πάντα με τον Χωνιάτη, ακούγεται σ’ ένα θριαμβευτικό και πανηγυρικό τόνο η κραυγή κάποιων αδυνάτων που μόλις έχουν λεηλατήσει εγκαταλελειμμένα κτήματα πλουσίων: Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὅτι πεπλουτήκαμεν.127

Τα αίτια της τέτοιας υποδοχής των Λατίνων πρέπει ν’ αναζητηθούν στη γενικότερη κακή κοινωνική και πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Αυτοκρατορία στη στροφή από το 12ο στο 13ο αιώνα, δηλαδή στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, στη διοικητική καταπίεση και στη βαρύτατη φορολογία που έπεφτε στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού128. Αυτό που γίνεται εύκολα αντιληπτό για την αμέσως μετά από το 1204 περίοδο είναι ότι οι ηγεμόνες όποιων περιοχών έμειναν εκτός λατινικής κατάκτησης κατόρθωσαν να επικρατήσουν ανάμεσα σε μια γενική κοινωνική αναστάτωση και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να υιοθετήσουν μια κοινωνική πολιτική, στην ύπαιθρο τουλάχιστον, λιγότερο φιλοαριστοκρατική και αντιλαϊκή από εκείνη που επικρατούσε πριν το 1204.

Αυτό τουλάχιστον πρέπει να συνέβη στη μικρή αυτοκρατορία της Νίκαιας που ιδρύθηκε στη Δυτική Μικρασία το 1204/5 από τη δυναστεία των Λασκαριδών129. Υπάρχουν ενδείξεις για μια εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής στη Δυτική Μικρασία στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα· γεννήθηκαν νέα χωριά130, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν και οι πάροικοι στα κτήματα των αριστοκρατών131. Αυτό το τελευταίο πρέπει να αντέστρεψε την προσωρινή αυτή ευημερία και να προκάλεσε στη διάρκεια του δεύτερου μισού του αιώνα την πτώχευση του αγροτικού πληθυσμού και την έξωσή του από τη γη του, καθώς οι πάροικοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τη γαιοπρόσοδο και καθώς το κράτος έπαιρνε το μέρος των γαιοκτημόνων, λαϊκών κι εκκλησιαστικών132. Με άλλα λόγια, όσο φιλολαϊκή κι αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η κοινωνική πολιτική των Λασκαριδών αυτοκρατόρων (Θεόδωρος Α΄, Ιωάννης Β΄, Θεόδωρος Β΄), δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι και ο 13ος αιώνας ευνοούσε σταθερά την ανάπτυξη της μεγάλης ιδιοκτησίας της γης (στη Δυτική Ευρώπη είναι ήδη ορατά τα πρώτα σπέρματα καπιταλιστικής ανάπτυξης133) και την κυριαρχία των γαιοκτημόνων-φεουδαρχών που, περίπου νομοτελειακά, κατέκτησαν την κρατική εξουσία το 1258, εγκαινιάζοντας έτσι την τελευταία και πιο μακρόβια απ’ όλες τις προηγούμενες αυτοκρατορική δυναστεία της βυζαντινής ιστορίας.

Η σχετική ευημερία της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας αρχίζει με τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρι (1205-1222), που πλείστας ἀνώρθωσε πόλεις καλλίσταις οἰκοδομαῖς, σύμφωνα με το λόγιο ιστορικό Νικηφόρο Γρηγορά134. Στη συνέχεια, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254) έκανε τα πάντα με μέτρο, είχε στρατιωτικές και ναυτικές επιτυχίες και δημιούργησε τις προϋποθέσεις να γεμίσουν χρήμα τα κρατικά ταμεία135. Στη διάρκεια της μακρόχρονης βασιλείας του επικράτησε ένα είδος κρατικού οικονομικού προστατευτισμού στις εισαγωγές, ώστε να μη χρησιμοποιούνται ξένα προϊόντα, ἀλλ’ ἢ μόνοις τοῖς ὅσα ἡ Ῥωμαίων γῆ γεωργεῖ καὶ αἱ Ῥωμαίων ἀσκοῦσι χεῖρες136, κάτι που εκφράζεται με την κλασική βραχυλογία: τὸν πλοῦτον οἴκοθεν οἴκαδε.

Στο κράτος της Νίκαιας υπήρξε για χρόνια αυτάρκεια και ποικιλία από γεωργικά, κτηνοτροφικά και βιοτεχνικά προϊόντα. Για να ενισχυθεί η άμυνα, διατέθηκαν χρήματα για τείχη στις «πόλεις» και νέα φρούρια στην ύπαιθρο. Τοποθετήθηκαν μόνιμοι στρατιώτες στις ακριτικές περιοχές με φοροαπαλλαγές και νομή της γης που καλλιεργούσαν. Υπήρξε φροντίδα για ν’ απονέμεται κατά το δυνατό σωστά η δικαιοσύνη και, έτσι, ευνοήθηκαν κάπως και τα ενδιάμεσα βιοτεχνικά στρώματα. Δημιουργήθηκαν νοσοκομεία, πτωχοκομεία και άλλα ευαγή ιδρύματα. Θεσπίστηκαν φοροαπαλλαγές για τους φτωχούς και σε εποχές «ἁχαμνών αγελάδων» οι γεμάτες κρατικές αποθήκες μοίραζαν συχνά δημητριακά στο λαό. Αναπτύχθηκαν κτηνοτροφία και πτηνοτροφία. Τον καιρό της μογγολικής απειλής (1240 κ.ε.) οι αγορές της Νίκαιας ήταν ανοιχτές για τους γείτονες Σελτζούκους Τούρκους που πλήρωναν κανονικά γεμίζοντας τα κρατικά ταμεία. Επί Ιωάννη Γ΄ και Θεόδωρου Β΄ (1254-1258) έγινε μια προσπάθεια να παρεμποδιστεί –στο μέτρο του δυνατού– η επέκταση της μεγάλης ιδιοκτησίας της γης, έγιναν μάλιστα και κατασχέσεις μεγάλων ιδιοκτησιών137.

Έτσι, το κράτος της Νίκαιας δεν είχε ν’ αντιμετωπίσει λαϊκές ταραχές. Οι ταραχές θα προέρχονταν από την αντίθετη πλευρά: Η αριστοκρατία δεν άργησε καθόλου ν’ αντιδράσει, και μάλιστα βίαια. Ήδη από το 1225 είχε εκδηλωθεί ἀνταρσία από ευγενείς138, που όμως καταστάλθηκε σχετικά εύκολα από το κράτος. Το 1255, έλαβε χώρα νέα ανταρσία-απόπειρα της αριστοκρατίας να καταλάβει την εξουσία, το ίδιο ανεπιτυχής139 όπως τριάντα χρόνια νωρίτερα.

Το 1258, η άρχουσα τάξη της Νίκαιας κατορθώνει επιτέλους να επικρατήσει. Η μεγαλογενὴς καὶ χρυσῆ σειρά –όπως αποκαλεί ο αμερόληπτος ιστορικός Γεώργιος Παχυμέρης140εὐγενεῖς καὶ τῆς πρώτης τυγχάνοντες τάξεως, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ακροπολίτη141) τους Βυζαντινούς αριστοκράτες με τα ευγενή επίθετα που παραθέτει, όπως Λασκαρίδες, Τορνίκιοι, Στρατηγόπουλοι, Ραούλ, Παλαιολόγοι, Βατάτζηδες, Φιλήδες, Καβαλλάριοι, Νεστόγγοι, Καμύτζηδες, Απρηνοί, Άγγελοι, Λιβαδάριοι, Ταρχανειώτες, Φιλανθρωπηνοί, Καντακουζηνοί και άλλοι– θα σφάξει τον ικανό επίτροπο του ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρι, Γεώργιο Μουζάλωνα142, άνθρωπο γένους ού λαμπροῦ143, κάτι μεμπτό και απαράδεκτο, και θ’ ανεβάσει στο θρόνο τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1258-1282) που ήταν όχι μόνο ευγενής, αλλά ἦν μεταξὺ τῶν ἐν τέλει τῶν ἄλλων ἐπέκεινα144.

Πρόκειται για μια συνολική ανατροπή που συνεπάγεται και μεταβολές σε σχεδόν όλους τους τομείς που συναπάρτιζαν ως τότε την ευημερία της αυτοκρατορίας της Νίκαιας που, από το χρονικό αυτό σημείο, μοιάζει ν’ αρχίζει να παραμελεί τα μικρασιατικά εδάφη, δηλαδή το αρχικό της λίκνο, και να μετατοπίζεται βαθμιαία προς τις βαλκανικές περιοχές. Άλλωστε, η ίδια η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας το 1261 και η ακόλουθη ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (σε πολύ μικρότερη έκταση) ευνοεί βλέψεις σε ευρωπαϊκά εδάφη.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

 Τα χρόνια αυτά φαίνεται ότι ατονούν ή καταργούνται περίπου όλα τα μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα των Λασκαριδών, προς όφελος της άρχουσας τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων που περιστοιχίζουν τον Μιχαήλ Η΄ και που θα επιβάλουν στο εξής τις δικές τους επιλογές και προτεραιότητες, δηλαδή αυθαιρεσίες τώρα ανεκτές από την αυτοκρατορική αρχή, ιδιαίτερα επί Ανδρόνικου Β΄ (1282-1328)145.

Αυθαιρεσίες της αριστοκρατίας και κρατική αδιαφορία για τον τοπικό πληθυσμό προκαλούν στα τέλη του 1295 μια λαϊκή εξέγερση στη Δυτική Μικρασία υπό τον Αλέξιο Φιλανθρωπηνό146. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Παχυμέρη που αναφέρει τα γεγονότα αυτά, η εξέγερση έγινε επειδή αγανακτούσαν οι διὰ πόνων χωροῦντες ενάντια στους ἐν ἀνέσει τρυφῶντας147, κάτι από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια η ταξική διάσταση του κινήματος. Και μπορεί η εξέγερση να καταπνίγηκε σχετικά εύκολα148, αλλά η παραμελημένη και στο έλεος των μεγαλοϊδιοκτητών Μικρά Ασία ήταν καταδικασμένη να υποκύψει μεσοπρόθεσμα στους Τούρκους κατακτητές και το πότε ακριβώς ήταν ζήτημα λίγων δεκαετιών. Από την αρχή του 14ου αιώνα (1301-1302), ο πληθυσμός της Μικρασιατικής Βιθυνίας αποτελεί οἰκτρὰν θέαν, καθώς ο Ελλήσποντος ανάμεσα στην Άβυδο και τη Σηστό δέχεται συνεχώς μυρμηκιὰν ανθρώπων και ζώων που καταφεύγουν πρόσφυγες στα όσα ευρωπαϊκά εδάφη απομένουν στην Αυτοκρατορία και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, όλοι ανάμικτοι, νήπια καὶ γυναῖκες καὶ οἰκτροὶ πρεσβῦται, ενώ ο βυζαντινός μισθοφορικός στρατός (τὸ ξενικὸν) επέστρεφε άδοξα149, νικημένος από τους Τούρκους150.

Για το μικρό πια εδαφικά Βυζάντιο το πρώτο μισό του 14ου αιώνα είναι μια εποχή συνεχών εμφύλιων πολέμων, το τέλος των οποίων (έτος 1349) συμπίπτει με την αιματηρή κατάπνιξη μιας επτάχρονης λαϊκής εξέγερσης που –όχι πολύ άδικα– αποκλήθηκε «κομμούνα της Θεσσαλονίκης»151. Ήδη από τη βασιλεία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1274 κι εξής) συγκρούστηκε η φιλοδυτική παράταξη της βυζαντινής άρχουσας τάξης με την αντιδυτική, ορθόδοξη παράταξη (Αρσενιάτες) που διέθετε μεγάλο λαϊκό ρεύμα, το οποίο η δυναστεία των Παλαιολόγων προσπάθησε να τιθασεύσει, κύρια με βίαιες μεθόδους (επί Μιχαήλ Η΄), αλλά και με απατηλή μετριοπάθεια (επί Ανδρόνικου Β΄), όπως είχε ήδη δείξει η κατάπνιξη της εξέγερσης του κινήματος του Αλέξιου Φιλανθρωπηνού με το μεγάλο λαϊκό έρεισμα το 1295/6.

Από τις αρχές του 14ου αιώνα επανέρχεται στις πηγές ο όρος οἱ πένητες152 σε αντιπαράθεση με τους πλουσίους. Στα μέσα του αιώνα γράφεται ένας ηθικοπλαστικός διάλογος ανάμεσα σ’ έναν πλούσιο κι ένα φτωχό που στηλιτεύει την απληστία153 κι έτσι θα εμφανιστεί στα κείμενα μια νέα διατύπωση της ταξικής αντιπαράθεσης: Οἱ τὰς μεγάλας ἀρχὰς διοικοῦντες απέναντι στους ἐλάττω πράττοντας154. Στις συνθήκες αυτές, δεν ήταν και πολύ δύσκολο η ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια από την όλο και μεγαλύτερη πτώχευση του κράτους που ζητάει συνεχώς χρήματα από τους φτωχούς του υπηκόους155 και την επίσης όλο και πιο καταπιεστική κοινωνική κυριαρχία της φεουδαρχικής αριστοκρατίας156 –μαζί με τη βαθμιαία εξάλειψη του κοινωνικού στρώματος των μέσων πολιτών157– ν’ απορροφηθεί και να ενσωματωθεί σε μια από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις της άρχουσας τάξης, καθώς μάλιστα η προϊούσα φεουδαρχοποίηση οδηγούσε και το μικρό πια βυζαντινό κράτος σε περίπου συνεχείς εδαφικές διασπαστικές τάσεις, οπότε κάποιος φεουδαρχικός αυθέντης θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί λιγότερο κακός από κάποιον άλλο.

Σε αντίθεση με τη Δυτική Ευρώπη, όπου η νεοεμφανιζόμενη εμπορική και βιοτεχνική αστική τάξη άρχιζε ν’ ασχολείται με υποθέσεις άσχετες με την κατοχή κι εκμετάλλευση της γης, στο Βυζάντιο κάτι τέτοιο ήταν ακόμα αδιανόητο, η οικονομία ήταν σε μεγάλο βαθμό φυσική και το γεγονός αυτό στερούσε τη βυζαντινή κοινωνία από δημιουργικές δυνάμεις158. Μοιραία, συνεπώς, το όποιο λαϊκό κίνημα θα βρισκόταν εγκλωβισμένο ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις της άρχουσας τάξης.

Εκπρόσωπος σταθερά και πάντα της παράταξης που είτε κατέχει την εξουσία (ορθόδοξης ή φιλοδυτικής, αδιάφορο) είτε θεωρείται ότι θα την κατακτήσει σύντομα, ο εγκυκλοπαιδιστής ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς απεχθάνεται τον απλό λαό. Χωρικοί κι εργάτες της γης είναι εκείνοι που «βρωμούν χωράφι και αξίνα ή φτυάρι»159· όταν εξεγείρεται ο λαός της πρωτεύουσας, το κάνει για πλιάτσικο160· ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ (1328-1341) έχει την κακή συνήθεια να περιστοιχίζεται από ανθρώπους χυδαίους καὶ ὑπηρέτου τάξιν ἔχοντας161 και όχι από ευγενείς. Κάπως αναπάντεχα, ο εκπρόσωπος της υπερορθόδοξης πτέρυγας της αριστοκρατίας Ιωάννης Καντακουζηνός δείχνει να εκτιμάει σε ίση μοίρα τους γεωργούς, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες ως χρήσιμους για τη συντήρηση του στρατού162. Εδώ η φεουδαρχική νοοτροπία της εποχής ξεδιπλώνεται σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια χωρίς όμως το ταξικό μίσος του λόγιου συγγραφέα. Εξάλλου, ο Καντακουζηνός θ’ αναγνωρίσει τίμια ότι στους διάφορους αγώνες του είχε την υποστήριξη των λίγων, ενώ ο λαός ήταν εναντίον του163. Πρόκειται για τη μεγάλη κοινωνική κρίση που ξεσπά το 1341/2.

Ενώ η άρχουσα τάξη είναι ήδη διασπασμένη σε Παλαιολόγεια –δυτικόφιλη πολιτικά και φεουδαρχικά164– αντιβασιλεία στην Κωνσταντινούπολη και στην Καντακουζηνική υπερορθόδοξη φεουδαρχική παράταξη με κέντρο δράσης τη Θράκη, ἦν ἰδεῖν εἰς δύο μοίρας σχισθὲν τὸ τῶν Ῥωμαίων γένος ἅπαν κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν, λέει ο Γρηγοράς165, ενώ ο Καντακουζηνός, μιλώντας για τους λίγους που τον υποστηρίζουν, όπως είδαμε, αναφέρει ότι τελικά υπερίσχυσαν οι πολλοί που εξόντωσαν τους δυνατούς και οι πόλεις έπεσαν σε μεγάλη σύγχυση και αταξία, τελικά όμως οι πολλοί εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Άννας της Σαβοΐας (τῆς βασιλίδος). Το «τελικά» αυτό τοποθετείται αρκετά χρόνια αργότερα, καθώς οι ταραχές, η σύγχυση και η αταξία διάρκεσε για την άρχουσα τάξη ως τα τέλη του 1349, ενώ η έξωση του Ιωάννη Καντακουζηνού από την εξουσία έλαβε χώρα το 1354.

Όπως φαίνεται, ευκαιρία –και όχι αιτία– να εξεγερθεί ο λαός που δυστυχούσε αποτέλεσε η αναγόρευση του Καντακουζηνού σε αυτοκράτορα. Στην πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη ξεσπούν λαϊκές ταραχές166, ενώ στο Διδυμότειχο –προπύργιο του Καντακουζηνού– όταν άνθρωποι των χαμηλών τάξεων (μάλλον αγρότες εξαιτίας του κολασμού τους) επιχειρούν να διαμαρτυρηθούν, μαστιγώνονται167 με φεουδαρχικό τρόπο. Όπως όμως παραδέχεται ο Καντακουζηνός, από τη Θεσσαλονίκη ως την Κωνσταντινούπολη οἱ δῆμοι εξεγείρονται όχι μόνο εναντίον του, αλλά κι ενάντια στους δυνατούς168, ενώ ο Γρηγοράς αντιπαραθέτει τὸ δημοτικὸν και τὸν βάναυσον ὄχλον από τη μια πλευρά και τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς γένει προύχοντες από την άλλη169. Η πτέρυγα της αριστοκρατίας που στηρίζει την Παλαιολόγεια αντιβασιλεία στην Κωνσταντινούπολη δεν εκδηλώνεται ανοιχτά, αλλά μάλλον καιροσκοπεί.

 

H EΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΖΗΛΩΤΩΝ

 Μετά από την πληβειακή-στρατιωτική επανάσταση του 602 που –σε τελείως διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες– διάρκεσε οκτώ χρόνια και αγκάλιασε oλόκληρη την τότε αυτοκρατορία170, η λαϊκή εξέγερση στη μικρή τώρα αυτοκρατορία (που περιλαμβάνει τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία)171 έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη υπό την καθοδήγηση των Ζηλωτών (έτσι ονόμαζαν τους ηγέτες τους)172 και διάρκεσε επτά χρόνια (ως το 1349).

Την περίοδο που προηγήθηκε της εξέγερσης, η Θεσσαλονίκη πολιορκήθηκε αρχικά από τον Καντακουζηνό και το σύμμαχό του Τούρκο εμίρη Ουμούρ και, στη συνέχεια, από το Σέρβο κράλη Στέφανο Ντούσαν (1331-1355)173. Ενώ την πόλη διοικούσαν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες174, οι Ζηλωτές πρέπει να ήταν ένα ανομοιογενές ως προς τη σύνθεσή του στρώμα μεσαίων και μικρών ιδιοκτητών, τεχνιτών, εμπόρων, μεσαίων διοικητικών υπαλλήλων, κατώτερου κλήρου και διανόησης. Βασική ανθρώπινη μάζα και μάλλον κινητήρια δύναμη της εξέγερσης ήταν οι πένητες, δηλαδή τα ελεύθερα φτωχά μισθωτά στρώματα της Θεσσαλονίκης και του χωριού γύρω από αυτήν, που όμως δεν πρέπει να είχαν κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα175. Σύμφωνα με τον Καντακουζηνό, οι Ζηλωτές υποχρέωσαν τη μεσαία τάξη της πόλης είτε να συμπαραταχτεί μαζί τους είτε να θεωρηθεί προσκείμενη στον Καντακουζηνό, οπότε ο κίνδυνος ήταν γι’ αυτούς μεγάλος176.

Από την πλευρά της, η άρχουσα τάξη έσπευδε να προωθήσει ανθρώπους της στην ηγεσία του κινήματος. Καθώς ναυαγούσε μια πρώτη απόπειρα του Καντακουζηνού και των Τούρκων συμμάχων του να καταλάβουν την απίστευτα χειμαζόμενη από τις λεηλασίες διάφορων μισθοφορικών στρατευμάτων Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1342, στην πόλη εμφανίζεται ως φιλολαϊκός ηγέτης ένας Μιχαήλ Μονομάχος177 και οι Ζηλωτές γίνονται τῶν ἔξωθεν πολεμίων πικρότεροι τοῖς πλουσίοις και λεηλατούν τα μέγαρα των πλουσίων178, ενώ παράλληλα οἱ πλούτου καὶ δόξης έφιέμενοι πένητες διακήρυσσαν τη νομιμοφροσύνη τους στην Παλαιολόγεια αντιβασιλεία.

Κατά τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε Καντακουζηνικούς και Σέρβους για το ποιος θα καταλάβει την επαναστατημένη Θεσσαλονίκη το 1345, εμφανίζεται ένας νέος αρχηγός των Ζηλωτών με το όνομα Μιχαήλ Παλαιολόγος179, ένα όνομα που –αν μη τι άλλο– δείχνει τις σχετικές επιρροές και αποστάσεις του κινήματος από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις της βυζαντινής άρχουσας τάξης. Παράλληλα, και τα κάποια αριστοκρατικά ολιγαρχικά στοιχεία της πόλης δείχνουν να συσπειρώνονται γύρω από επίσης έναν ηγέτη180 και, βεβαίως, κατορθώνουν να δολοφονήσουν τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, δημιουργώντας έτσι μια μικρή, αλλά οπλισμένη καντακουζηνική ομάδα που προβαίνει σε διώξεις Ζηλωτών181.

Στην ηγεσία των τελευταίων εμφανίζεται τώρα ένας άλλος Παλαιολόγος με το όνομα Ανδρέας, αρχηγός των δυναμικών ναυτικῶν (ναυτεργατών) που, για τον αριστοκράτη Καντακουζηνό182, αποτελούν μια άλλη (ἰδιάζουσαν), παράλληλη με την επίσημη της πόλης Αρχή, δηλαδή μια οργανωμένη συντεχνία183, που, όμως, μπορεί να εξουδετερώσει μια απόπειρα της αριστοκρατίας να παραδώσει την πόλη στον Καντακουζηνό184. Η Θεσσαλονίκη αντηχεί από σαλπίσματα που καλούν τὸν δῆμον ἐπὶ τοὺς δυνατοὺς, οι στρατιώτες των αριστοκρατών αρνούνται πρὸς ὁμοφύλους μάχεσθαι, οὐδὲ τοὺς οἰκείους ἀποκτείνειν185 και, όπως λέει ένα Βραχύ Χρονικό, ἐν ἔτει στωνγ΄ (1345), ἐσκοτώθηκαν οἱ ἄρχοντες … εἰς τὸν κουλᾶν186. Η σφαγή τῶν ἀρχόντων μέσα στο φρούριο (ακρόπολη) από τους Ζηλωτές προκαλεί τον οδυρμό και οξύνει το μίσος της άρχουσας τάξης.

Τώρα που το κίνημα δείχνει επαναστατική αποφασιστικότητα και, στο εξής, από το 1347, οπότε ο Καντακουζηνός γίνεται αποδεκτός σαν αυτοκράτορας παράλληλα με τον Ιωάννη Ε΄ (1341-1391), οι δυο ως τότε αντιμαχόμενες πτέρυγες της αριστοκρατίας συνασπίζονται ενάντια στη λαϊκή εξέγερση της Θεσσαλονίκης με κύριο όπλο τους τα τουρκικά μισθοφορικά στρατεύματα, καθώς οι εντόπιοι στρατιώτες τους είχαν αρνηθεί να επιτεθούν στους ομόφυλους και στους συγγενείς τους και πρέπει να μην ενέπνεαν πια εμπιστοσύνη. Οι Ζηλωτές που κυριαρχούν στη Θεσσαλονίκη δεν επιτρέπουν στον Καντακουζηνικό αρχιερέα κι εμπνευστή της αντιδραστικής δοξασίας του Ησυχασμού Γρηγόριο Παλαμά να μπει στην πόλη187. Και μπορεί Ζηλωτές και λαός να συνέχισαν να στασιάζουν ως το 1349/50188, αλλά ειδικά τώρα δεν εμφανίστηκαν κάποιες τάσεις ανάμεσα στους εξεγερμένους για μια τουλάχιστον μόνιμη εξασφάλιση της αυτονομίας της πόλης, παρόλο που η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των πιο ριζοσπαστικών στοιχείων, των ναυτεργατών. Ακόμα περισσότερο, δεν έγιναν κάποιες ουσιαστικές αλλαγές στη διοίκηση της πόλης που θα μπορούσαν να εδραιώσουν τις όποιες κατακτήσεις εμποροβιοτεχνικών κοινωνικών στρωμάτων, όπως είχε ήδη συμβεί και θα συνέβαινε στο μέλλον σε διάφορες ιταλικές πόλεις189. Έτσι, δόθηκε στον Καντακουζηνό η ευκαιρία να υποσκάψει έως το 1349 την εξουσία των Ζηλωτών διαμέσου της τοπικής διοίκησης. Το κίνημα υπονομεύτηκε «από μέσα» κι έδειξε ότι οι νέες και ώριμες ν’ ανέβουν κοινωνικά δυνάμεις δεν ήταν ικανές να σπάσουν την εξουσία της φεουδαρχικής αντίδρασης, που κινητοποίησε εναντίον τους 20.000 Τούρκους μισθοφόρους, τη μεγαλύτερη ως τότε τουρκική στρατιά που ερχόταν σ’ ευρωπαϊκό έδαφος.

Μια συμμαχία των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που επιπλέον ζητούσε ενίσχυση από την επίσης φεουδαρχική εξουσία της Κωνσταντινούπολης, δεν μπορούσε αντικειμενικά να τραβήξει όλο το λαό της Θεσσαλονίκης προς τα εκεί που έκλιναν τα δικά της συμφέροντα. Στο εξής, οι μικροί εμποροτεχνίτες των πόλεων (οἱ μέσοι στις πηγές) καταστρέφονται οικονομικά, υποβαθμίζονται ταξικά ενώ, παράλληλα, η ελληνορθόδοξη φεουδαρχική αριστοκρατία αποδεικνύεται ανίκανη να κάνει την κοινωνία να ορθοποδήσει και καταλήγει αντιμετωπίζοντας σχεδόν καθολική αδιαφορία –αν όχι αντίσταση– από το λαό, να επιτελεί μια καθαρά αντιδραστική αποστολή, παρά τις όποιες προοδευτικές προδιαγραφές που είχε ως η κατεξοχήν κατάλληλη άρχουσα τάξη για την εποχή εκείνη190.

Ο λαϊκός παράγοντας μπόρεσε μόνο να πετύχει μια μερική νίκη, όταν μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβρη του 1354 προκάλεσαν κι επέφεραν την παραίτηση από το θρόνο του αρχηγού της ελληνορθόδοξης πτέρυγας της βυζαντινής φεουδαρχικής άρχουσας τάξης, Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού (1347-1354)191. Κι ενώ ο λογιότατος ανώτατος αξιωματούχος Δημήτριος Κυδώνης γνωρίζει καλά ότι στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 14ου αιώνα οι Τούρκοι Οθωμανοί κατέκτησαν ολόκληρη σχεδόν τη Θράκη με εξαίρεση κάποιες πόλεις192, θυμάται με αποτροπιασμό τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης και τὰς ἐν ἀκροπόλει σφαγάς των αριστοκρατών193 , οι οποίοι τώρα θα διασπαστούν σ’ εκείνους που επιθυμούν να υπερασπίσουν τις ιδιοκτησίες τους από τους Οθωμανούς και σ’ εκείνους που έτειναν να συμβιβαστούν με τον εχθρό για να εξασφαλίσουν τις ιδιοκτησίες τους, όπως, π.χ., η Ορθόδοξη Εκκλησία. Το έτος 1423 π.χ. το Άγιον Όρος ἐπροσκύνησε τὸν σουλτὰν Ἀμουράτ εἰς Ἀδριανούπολιν194.

Στην κατάσταση αυτή, το λαϊκό κίνημα είναι φυσικό να μπαίνει σε ύφεση, καθώς μάλιστα οι ελάχιστες πια και διεσπαρμένες εδαφικές κτήσεις της Αυτοκρατορίας δεν επιτρέπουν ούτε συντονισμό, ούτε ομοιογένεια. Στο εξής, ό,τι συμβαίνει στο Βυζάντιο θα γίνεται ερήμην ή και ενάντια στη μεγάλη πλειοψηφία του λαού και αυτή η κατάσταση γενικής κρίσης δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο κάποιο προμήνυμα κοινωνικών ανακατατάξεων και νέων μορφών ζωής. Αντίθετα, η γενική κατάσταση που επικρατεί είναι αποσυνθετική. Ενώ η κρατική εξουσία βρίσκεται σε αδιάλειπτη παρακμή, η Ορθόδοξη Εκκλησία εμφανίζεται ως η πιο σημαντική δύναμη που επηρεάζει τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Ως ελληνορθόδοξη φεουδαρχική πτέρυγα της άρχουσας τάξης, η Εκκλησία δείχνει να θέλει ν’ αποχωριστεί από το κράτος προτιμώντας κάποιο άλλο και παίρνει πρωτοβουλίες στο πολιτικό επίπεδο195. Και για να τελειώσει η ιστορία εκεί που άρχισε196, οι μόνες μαζικές εκδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη στα τελευταία χρόνια πριν την άλωση γίνονται από μοναχούς που διαδηλώνουν με φανατισμό ενάντια σε κάθε δυτική βοήθεια, άποψη που, ως γνωστόν, υποστήριζαν και αρκετά αξιοσέβαστα πρόσωπα από την άρχουσα τάξη.

Ως επιστέγασμα αυτής της αποσυνθετικής κατάστασης, η δίμηνη σχεδόν πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τα οθωμανικά στρατεύματα με επικεφαλής το σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ κατέληξε στις 29 Μάη 1453 στην άλωση της πόλης, η οποία σήμανε και το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

* * *

 Η περίπου διαρκής πολιτική αδράνεια του λαϊκού παράγοντα στον τελευταίο αιώνα της ζωής της πρώην κραταιάς αυτοκρατορίας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έλλειψη συνοχής των ελάχιστων εδαφών που έχουν παραμείνει βυζαντινά. Η επικράτεια αποτελείται από μικρές περιοχές που τείνουν συνεχώς να διασπώνται κατά το φεουδαρχικό πρότυπο όταν δεν υποκύπτουν στους ξένους, ανατολικούς και δυτικούς, που είναι εγκατεστημένοι στα Βαλκάνια. Από την άλλη πλευρά η άρχουσα τάξη –πέρα από την πολυεθνική της προέλευση, όπως μαρτυρούν τα επίθετα των ευγενών Βυζαντινών– δεν είναι μόνο διασπασμένη σε ορθόδοξους και φιλοδυτικούς. Οι μεγιστᾶνες, όπως τους αποκαλούσαν τα βυζαντινά κείμενα ήδη από το 10ο αιώνα, που γνωρίζουν καλά την κρατική δυσπραγία θέλουν απλά να διατηρήσουν τα κτήματά τους, οι μεν υπό τους Οθωμανούς (και αυτό συνεπάγεται και συμβίωση με τους Γενοβέζους που κυριαρχούν στο Γαλατά), οι δέ υπό τους Δυτικούς, αμυνόμενοι ενάντια στους Οθωμανούς και ελπίζοντας κύρια στους Βενετούς. Σε αυτή την κατακερματισμένη κοινωνικά κατάσταση είναι επόμενο να επικρατεί η Εκκλησία η οποία, μόλις καταρρέει το 1371 η ορθόδοξη βαλκανική συμμαχία που προωθούσε, ήδη ετοιμάζεται για την άνετη συμβίωσή της με τους Οθωμανούς που από τις αρχές των κατακτήσεών τους τον 14ο αιώνα είχαν επιδείξει μεγάλη ανεξιθρησκία απέναντι στον απλό λαό της Μικρασίας.

Ο Βενετός γιατρός Nicolo Barbaro που άφησε ένα ημερολόγιο της πολιορκίας της Πόλης το 1453 στην οποία έλαβε μέρος, γράφει ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στην τελευταία λειτουργία στην Αγία Σοφία ήταν τόσο ευγενικός στο λόγο που έβγαλε, ώστε να ισχυριστεί ότι η Κωνσταντινούπολη είχε φτάσει στο σημείο να ανήκει περισσότερο στους Βενετούς παρά στους Έλληνες. Κι εφόσον εκείνοι που αμύνθηκαν με πείσμα ως το τέλος γύρω από τον αυτοκράτορα (ανυποψίαστοι για τη συνθηκολόγηση που φαίνεται ότι ήταν μερική) ήταν οι καθολικοί Λατίνοι, Γενοβέζοι και Βενετσιάνοι, μπορεί κανείς να καταλάβει καλύτερα την αδράνεια του όλο και πιο ολιγάριθμου λαού που δεν πρέπει πια να αποτελούσε κάποιον υπολογίσιμο κοινωνικό παράγοντα. Αν σε όλες τις κοινωνίες που υπήρξαν ποτέ το πιο ευδιάκριτο τμήμα τους ήταν η άρχουσα τάξη, παρόλο που ο λαός ήταν πάντα πολύ πολυπληθέστερος, στο Βυζάντιο των τελευταίων αιώνων η εκμετάλλευση του λαού τον οδηγεί σε αφάνεια, ενώ η άρχουσα τάξη, έστω και διασπασμένη και σε διάφορες υπερορίες, θα εξακολουθήσει να υπάρχει ως άρχουσα τάξη. Και καμιά κοινωνία ούτε κανένα κράτος, από την εποχή των Σουμέριων και των Βαβυλώνιων, δεν μπορεί να επιζήσει με εξαφανισμένο πολιτικά το λαό του.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Τηλέμαχος Λουγγής είναι ομότιμος διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής και του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 10,2-21.

2. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 96. Βλ. σχετικά ΚΟΜΕΠ 4/2017.

3. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418,15-16. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 10,24-27.

4. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 102.

5. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 13,6. Για τη σημασία του όρου «οἱ ἐν τέλει», βλ. ΚΟΜΕΠ 6/2016 και 1/2017.

6. Ibn-al Athir IX, 341 στο R. Rozen, «Imperator Vasilii Bolgarobojca. Izvlečenija iz lietopisi Jachii Antiochiiskago», Sanktpeterburg 1883, σελ. 330. Πρβλ. Σκυλίτζη, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ, σελ. 418: «ὁ πατριάρχης τὴν αὐτοῦ ὑποστροφὴν ὠνησάμενος…».

7. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 11,20-21: «ἔλαθε τὸν καπνὸν ὑπεκκλίνων εἰσβαλὼν εἰς τὸ πῦρ».

8. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 103: «…ὥσπερ ὑφ’ἑνὶ συνθήματι…».

9. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418, 27-28.

10. Θεοφάνης, «Χρονογραφία», εκδ. «Carl de Boor», Leipzig 1880, σελ. 369. Πρβλ. άρθρο 3 αυτής της μελέτης, ΚΟΜΕΠ 4/2017.

11. R. Rozen, «Imperator Vasilii Bolgarobojca. Izvlečenija iz lietopisi Jachii Antiochiiskago», Sanktpeterburg 1883, σελ. 330.

12. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 103.

13. Ό.π., σελ. 93: «τὸ δὲ θῆλυ γένος, ἀλλὰ πῶς ἂν τοῦτο τοῖς οὐκ εἰδὀσιν ἀφηγησαίμην;».

14. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418,32-33.

15. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 12, 3-5: «καὶ τὰς τῶν ἐμπόρων καταστρέψαντες κραββατίνας ὅπλοις ἀγχεμάχοις τούτοις κατὰ τῶν τῆς βασιλικῆς μοίρας καὶ τῶν ἐπαρχικῶν κατεχρήσαντο».

16. Ό.π., σελ. 12, 8.

17. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418,33-34.

18. R. Rozen, «Imperator Vasilii Bolgarobojca. Izvlečenija iz lietopisi Jachii Antiochiiskago», Sanktpeterburg 1883, σελ. 330. Για τη Θεοδώρα, βλ. πιο κάτω, σημ. 30.

19. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 12,8-10: «…γενναιοτέροις βουλεύμασι πρὸς τὸ καρτερώτερον ἀνελάμβανον ἑαυτοὺς καὶ προσθήκην ἑκάστης ὥρας ἐκ τῶν συρρεόντων ἐλάμβανον».

20. Ό.π., σελ. 10,15-18.

21. Ό.π., σελ. 10, 19: «…καὶ πόλεμον πολιτικὸν ἀνερρίπιζον».

22. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 104. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 10,21.

23. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 104: «ἐπεκαλύπτοντο μὲν ὀροφαὶ εἰς γῆν πίπτουσαι, ἀνεκαλύπτοντο δὲ κρηπῖδες γῆθεν ἀναρρηγνύμεναι, ὥσπερ αὐτῶν τῆς γῆς τὸ ἄχθος ἀποφορτιζομένης καὶ ἀπορριπτούσης τοὺς θεμελίους».

24. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 10, 22-23: «καὶ τὸν πλοῦτον ἀποτεθησαυρισμένον πολλοῖς ἀδικήμασι καὶ στεναγμοῖς πενήτων ἐξήντλουν». Για τον όρο «πένης» ως συνώνυμο του «ἑργαζόμενος», βλ. M. Ja. Siuziumov, O poniatii «trudiaščiisia» v Vizantii, Vizantiiskii Vremennik 33 (1972), 1-6.

25. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 10,23-26.

26. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 104.

27. Ό.π., σελ. 104-105.

28. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418,37. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 13,6.

29. Ό.π., σελ. 418,15.

30. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418, 45-40. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 108.

31. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 108. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418, 39-40. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 108. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 13,10-13.

32. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 13,18-20.

33. Ό.π., σελ. 13,22.

34. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420,87.

35. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 419,41-42. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 105.

36. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 105.

37. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 406-407 και 419,55-56. Πρβλ. W. Felix, «Byzanz und die islamische Welt im früheren 11. Jahrhundert», Wien 1981, σελ. 187 και 215, σημ. 79.

38. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 13,26: «Ὀρθριώτερον δὲ προσβαλόντων τοῖς ἀνακτόροις…“.

39. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 418-419. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 105.

40. Βλ. πιο πάνω, σημ. 14-15.

41. Βλ. για τη μεσοτοιχία ΚΟΜΕΠ 1/2017, σελ. 255.

42. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 106.

43. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 419.

44. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 106,1-2.

45. Ο τόπος όπου στεγαζόταν το κύριο σώμα της αυτοκρατορικής φρουράς (ἐξκουβίτορες) από τον 5ο αιώνα κι εξής. Τον 11ο αιώνα οι εξκουβίτορες παρακμάζουν και ο στρατωνίσκος τους μέσα στο Παλάτιον απλά διατηρεί την αρχαία του ονομασία. E. Stein, «Untersuchungen zur spätbyzantinischen Verfassungs- und Wirtschaftsgeschichte», Amsterdam 1962, σελ. 47-48.

46. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 419,55-60.

47. Ό.π., σελ. 419,62-64.

48. Βλ. το σχέδιο του C. Vogt, «Le Grand Palais de Constantinople», στο A. Vogt, «Constantin VII Porphyrogénète. Le livre des cérémonies», Paris 1935 και την έγχρωμη αναπαραγωγή του στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, Αθήνα 1979, σελ. 162-163.

49. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 419,47-48.

50. Ό.π., σελ. 419,65-68.

51. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 109. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420,69-71. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 13,28-30.

52. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420,70-71.

53. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 109.

54. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 421,4-5 (έτος 1042).

55. Ό.π., σελ. 420, 76-77.

56. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 107.

57. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420,77-78.

58. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420, 84-85: «αἷρε τὸν παλαμναῖον, ποίησον ἐκ μέρους τὸν ἀλιτήριον. ἀνασκολοπισθήτω, σταυροθήτω, τυφλωθήτω…».

59. Ό.π., σελ. 420,85-86.

60. Ό.π., 420,86-89.

61. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 109: «οἱ περὶ τὴν βασιλίδα Θεοδώραν…».

62. Βλ. F. Tinnefeld, «“Freundschaft” in den Briefen des Michael Psellos», «Jahrbuch der Öster-reichischen Byzantinistik», 2 (1973), 151-168. Επίσης Ja. N. Ljubarsky, «Psell v otnošenijach s sovremennikami», «Vizantiiskii Vremennik» 35 (1973), 89-102 και «Revue des études Sud-Est européennes», 10 (1972), 17-32.

63. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 109-110.

64. Ό.π., σελ. 111-112.

65. Ό.π., σελ. 112: «ἤδη κλινούσης ημέρας».

66. Ό.π., σελ. 112.

67. Ό.π., σελ. 113. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420,93. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 14,3.

68. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 113.

69. Ό.π., σελ. 113-114. Σύμφωνα με τον Ατταλειάτη, σελ. 14,4-6, «οι διώκτες τοῦτον ἐκτὸς ἑλκύσαντες ἡμιόνῳ τῶν εὐτελεστέρων καὶ ταπεινῶν φόρτον τοῦτον τιθέασι καταγέλαστον».

70. Ό.π., σελ. 112, 113, 114.

71. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 114. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 14,6-8. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 420,95: «ἄνωθεν τῆς Περιβλέπτου μονῆς». Δεν πρόκειται φυσικά για το Σίγμα του Ιπποδρόμου που βρισκόταν δίπλα στο Παλάτιον.

72. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 114: «οὐκ ἦν μεταίχμιον τῆς πολιτικῆς φάλαγγος ἀλλ’ ἕκαστος τῶν παραγενομένων πρῶτος ἐβούλετο θεωρὸς τῶν τιμωρουμένων γενέσθαι».

73. Ό.π., σελ. 114-115. Ο νοβελίσσιμος αποδείχνεται γενναιότερος από τον αυτοκράτορα. Για τη στάση του Μιχαήλ Ε΄, τα σχόλια δεν ήταν ποτέ ευμενή.

74. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 14,12-13: «συναποβάλλουσι τὰς ὄψεις τῇ βασιλείᾳ».

75. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 115: «λήγει τοῖς πολλοῖς τὸ πολὺ θράσος ἐκεῖνο καὶ ἡ ἐπ’ ἐκείνους ὁρμή».

76. Ό.π., σελ. 115-116. Ατταλειάτης, εκδ. «E. Th. Tsolakis», Michelis Attaliatae Historia, Athenis 2011, σελ. 14,17-19.

77. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 119: «…οὐδεμίᾳ τὸ φρόνημα πρὸς τὴν ἀρχὴν αὔταρκες».

78. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 422-423: ο Μιχαήλ Ε΄ καταλήγει στη Χίο και ο νοβελίσσιμος στη Σάμο.

79. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 117: «τοῖς ἄλλοις, ὡς πιστοτάτοις καὶ πατρῴαν αὐταῖς τηροῦσιν εὔνοιαν».

80. Κεκαυμένος, «Στρατηγικόν», κεφ. 85, εκδ. «G. G. Litavrin», «Kekavmen. Sovety i rasskazy. Poučenije vizzantiiskogo polkovodtsa XI veka», Sanktpeterburg 2003, σελ. 304-306.

81. Ό.π., σελ. 248.

82. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 117.

83. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 422: «τιμῶν μὲν ἡ σύγκλητος προβιβασμοῖς ἐγεραίρετο».

84. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. ΙΙ, εκδ. «Renauld», σελ. 86: «έβούλοντο μὲν καὶ πρότερον τὸ στρατιωτικὸν ξύμπαν τὸ κράτος Ῥωμαίων ὑποποιήσασθαι, καὶ ὑπήκοοι γενέσθαι στρατηγῷ αὐτοκράτορι, καὶ τὴν πολιτικὴν καταλῦσαι τῆς βασιλείας διαδοχήν». Πρβλ. T. C. Lounghis, Un empire romain devant la féodalisation. Remarques sur le terme EIRHNH au XIe siècle, «Atti del’ VIII Seminario Internazionale di Studi Storici “Da Roma alla terza Roma”», Roma 1988, 167-178.

85. Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», τ. Ι, εκδ. «Renauld», σελ. 132.

86. Ό.π., τ. ΙΙ, σελ. 22.

87. Ό.π., σελ. 24.

88. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 434,52-62.

89. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 471,8-9, σελ. 473,64-65 και 73-74. Επίσης, σελ. 481,43-59. Βλ. και J. Ferluga, Aufstände im byzantinischen Reich 1025-1081. Versuch einer Typologie, «Rivista di Studi Bizantini e Slavi» 5 (1985), 137-165.

90. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 496,77-78.

91. Άννα Κομνηνή, ΙΙ, 10, 4, εκδ. «Reinsch - Kambylis», που δεν παραδέχεται η Άννα (τοῦ μέντοι ἀποκτείνειν μόνου άφιστάμενοι). Το αντίθετο στο Ζωναράς, τ. ΙΙΙ, σελ. 729, έκδ. Th. Büttner- Wobst, Bonnae 1896: «οὐδὲν ἄμεινον πολεμίων πρὸς τοὺς ὁμοφύλους διατιθέμενοι. μέχρι γὰρ ἐκχύσεως αἵματος τὸ πρᾶγμα προὐχώρησε».

92. Ό.π., Ι, 3, 1: «…τὸν δῆμον ἐν ῥοπῇ τὰς γνώμας μεταβάλλεσθαι εἰωθότα». ΙΙ, 9, 2: «ὅπου δὲ πληθὺς διάφορος, ἐκεῖ καὶ τὸ τῆς γνώμης διάφορον καταφαίνεται». IV, 5, 4: «ὅπου γὰρ πολυαρχία, ἐκεῖ καὶ σύγχυσις τῆς διαφόρου γνώμης».

93. Νικηφόρος Βρυέννιος, εκδ. «P. Gautier», Bruxelles 1975, σελ. 55: «…καὶ τοῦ δήμου παντὸς ἀλογίστως τῷ ἐκείνων θελήματι παρακκολυθήσαντος … φιλεῖ δὲ καὶ ἄλλως τὸ πλῆθος ταῖς τοιαύταις χαίρειν μεταβολαῖς». Βλ. και T. C. Lounghis, «The Byzantine Historians on Politics and People from 1042 to 1081», «Byzantion» 72 (2002), 381-403.

94. Άννα Κομνηνή, εκδ. «Reinsch - Kambylis», ΙΙΙ, 6, 5.

95. Ό.π., Ι, 3, 2.

96. J. Hoffmann, «Rudimente von Territorialstaaten im byzantinischen Reich (1071-1210)», München 1974.

97. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 297, 301 και 304.

98. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 298.

99. Ζωναράς, τ. ΙΙΙ, σελ. 766.

100. Άννα Κομνηνή, εκδ. «Reinsch - Kambylis», ΙΙ, 1, 1.

101. Ό.π., ΙΙ, 7, 7.

102. Ό.π., VI, 8, 4.

103. Ό.π., Χ, 9, 4.

104. Άννα Κομνηνή, εκδ. «Reinsch - Kambylis», XIII, 1, 1 και XV, 6, 4.

105. Ό.π., VII, 3, 6. Πρβλ. IX, 9, 2 και X, 2, 4.

106. Ό.π., VIII, 5, 5.

107. Ό.π., IX, 9, 3.

108. Σκυλίτζης, εκδ. «Ι. Thurn», Berlin - New York 1974, σελ. 332. Βλ. προηγούμενο άρθρο, ΚΟΜΕΠ 4/2017.

109. P. Maas, «Die Musen des Kaisers Alexios Komnenos», «Byzantinische Zeitschrift» 22 (1913), 350,62.

110. A. P. Κaždan, «Social’nyi sostav gospodstvujuščego klassa Vizanii XI i XII vv», Moskva 1974, σελ. 253-254.

111. K. Smyrlis, «Sybaris on the Bosphoros: Luxury, Corruption and the Byzantine State under the Angeloi», «Byzantium, 1180-1204. “The Sad Quarter of a Century”?», Athens 2015, σελ. 169, σημ. 37.

112. Βλ. J. C. Cheynet, «Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210)», Paris 1990.

113. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 263.

114. Πρβλ. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 328, σημ 1.

115. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 250: «…τοῦ δὲ δήμου ἀναθαρρήσαντος κατ’αυτῶν…».

116. L. Garland, Political Power and the Populace in Byzantium Prior to the Fourth Crusade, «Byzantinoslavica» 53 (1992), 17-52, εδώ, σελ. 36.

117. Τη σφαγή των Λατίνων τον Απρίλη του 1182 περιγράφει με λεπτομέρειες ο Γουλιέλμος επίσκοπος Τύρου (Willermus Tyrensis archiepiscopus, «Historia rerum in partibus transmarinis gestarum a tempore successorum Mahumeth usque ad annum Domini MCLXXXIV, Recueil des historiens des Croisades, Historiens Occidentaux, tome premier, 1re partie», Paris 1844), βιβλίο ΧΧΙΙ, κεφ. 12, σελ. 1083-1084, τονίζοντας επίσης το θρησκευτικό μίσος των Βυζαντινών (impius Graecorum populus) προς τους Λατίνους.

118. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 421-422.

119. D. Kyritses, «Political and Constitutional Crisis at the end of the Twelfth Century», «Byzantium 1180-1204» (πιο πάνω, σημ. 111) σελ. 97-111, εδώ, σελ. 106.

120. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 478, 537.

121. Νικήτα Χωνιάτη: «Orationes et epistulae», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin 1972, αρ. 10, σελ. 104.

122. J. Darrouzès, «Les discours d’Euthyme Tornikès», «Revue des études byzantines» 26 (1968), σελ. 67: «λαὸν ἀθροίσας μωρὸν καὶ οὐχὶ σοφόν…μωρὸς οὗτος ὄντως λαός…».

123. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 527.

124. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 618.

125. Ό.π., σελ. 593-594.

126. F. Miklosich - J. Müller, «Acta et diplomata graeca sacra et profana», 6 τόμοι, 1860-1890, εδώ IV, αρ. 131, σελ. 217-218. Πρβλ. Τ. Κ. Λουγγή: «Ο Ελληνισμός στο Βυζάντιο ανάμεσα στις δυο αλώσεις», «Τομές», 34-35, Μάρτης - Απρίλης 1978, σελ. 4-10.

127. Νικήτα Χωνιάτη: «Ιστορίαι», εκδ. «J. L. van Dieten», Berlin - New York 1975, σελ. 593.

128. Βλ. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 19.

129. H. Glykatzi-Ahrweiler, «La politique agraire des empereurs de Nicée», «Byzantion» 28 (1958), 51-67.

130. A. Harvey, «Economic Expansion in the Byzantine Empire 900-1200», Cambridge 1989, σελ. 247.

131. M. Angold, «A Byzantine Government in Exile. Government and Society under the Laskarids of Nicaea (1204-1261»), Oxford 1975, σελ. 103-104 και 108.

132. Harvey, «Economic expansion», σελ. 248-249.

133. L. Génicot, «le XIIe siècle européen», Paris 1968, σελ. 328-350.

134. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. Ι, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 24.

135. Ό.π., σελ. 43.

136. Ό.π.

137. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 43-53.

138. Γεώργιου Ακροπολίτη: «Χρονικὴ συγγραφή», εκδ. «A. Heisenberg», Leipzig 1903, σελ. 36-37.

139. Ό.π., σελ. 114-115.

140. Γεώργιος Παχυμέρης, Βιβλίο Ι, κεφ. 21, εκδ. «A. Failler», Paris 1984, σελ. 91-93.

141. Γεώργιου Ακροπολίτη: «Χρονικὴ συγγραφή», εκδ. «A. Heisenberg», Leipzig 1903, σελ. 154-155.

142. Γεώργιος Παχυμέρης, Βιβλίο Ι, κεφ. 19, εκδ. «A. Failler», Paris 1984, σελ. 85-89.

143. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. Ι, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 62.

144. Ό.π., σελ. 68.

145. Γεώργιος Παχυμέρης, Βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. 8, εκδ. «A. Failler», Paris 1984, σελ. 208: «…τὸ γὰρ τοῦ βασιλεύοντος εὐσταθὲς καὶ τὸ πρὸς κρίσεις τε καὶ κολάσεις συμπαθητικόν τε καὶ ἥμερον».

146. Β. Σ. Γεωργιάδου: «Η παρουσία και το κίνημα του πιγκέρνη Αλέξιου Φιλανθρωπηνού στη Μικρά Ασία (1293-129)», «Σύμμεικτα» 10 (1996), σελ. 143-162.

147. Γεώργιος Παχυμέρης, Βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. 9, εκδ. «A. Failler», Paris 1984, σελ. 209.

148. Βλ. Β. Σ. Γεωργιάδου: «Η εικόνα της αυτοκρατορικής εξουσίας και η ιδεολογία της βυζαντινής ιστοριογραφίας από τον ΙΓ΄ στον ΙΔ΄αιώνα», Αθήνα 1997, σελ. 142-145 και 148-149.

149. Γεώργιος Παχυμέρης, Βιβλίο Ι, κεφ. 26, εκδ. «A. Failler», Paris 1984, σελ. 369.

150. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 89-91 και 101-103.

151. Γ. Κορδάτου: «Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης (1342-1347)», Αθήνα 1918.

152. Αθανάσιος Α΄, πατριάρχης, Επιστολή αρ. 102,7, σελ. 258, εκδ. «A. M. Talbot», Washington D. C. 1975.

153. I. Sevcenko, «Alexios Makrembolites and his “Dialogue between the Rich and the Poor”», «Zbornik Radova Vizantoloskog Institut» 6 (1960), 189-215.

154. Δημήτριος Κυδώνης, Επιστολή αρ. 93, εκδ. «R. J. Loenerz», Città del Vaticano 1956, σελ. 126.

155. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 841-842: «καίτοι βραχυτέρας ἀεὶ γενομένης τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐπικρατείας, ὅμως εἰς χιλίας ήὔξηται χιλιάδας τὰ πρὸς τῶν ἀργυρολόγων καὶ φορολόγων κατ’ ἔτος εἰς τὸ βασιλικὸν εἰσαγόμενα ταμιεῖον νομίσματα».

156. A. Laiou, «The Byzantine Aristocracy in the Palaeologan Period. A Story of Arrested Development», «Viator» 1973, σελ. 131-151.

157. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ.ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 107.

158. Ό.π., σελ. 63-65.

159. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. Ι, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 256: «ὅσοι δῆτα ἀγροῦ καὶ δικέλλης ἀπόζουσι».

160. Ό.π., σελ. 319-320: «ἐλπίδι λημμάτων».

161. Β. Σ. Γεωργιάδου: «Η εικόνα της αυτοκρατορικής εξουσίας και η ιδεολογία της βυζαντινής ιστοριογραφίας από τον ΙΓ΄ στον ΙΔ΄αιώνα», Αθήνα 1997, σελ. 155.

162. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1832, σελ. 39: «…γεωργός τε γὰρ ὁμοίως καὶ ὁ ἔμπορος καὶ ὁ χειροτέχνης … ὁμοίως χρήσιμος ἔσται τῷ προπολεμοῦντι στρατιώτῃ».

163. Ό.π., τ. Ι, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1828, σελ. 181: «Καὶ οἱ μὲν ὀλίγοι τὰ Καντακουζηνοῦ τοῦ βασιλέως ἔδρων, οἱ δῆμοι δέ, ὑπὸ τῶν στασιωτῶν ἀγόμενοι καὶ τῶν ἀπόρων τῆς βασιλίδος ᾐροῦντο μᾶλλον. Κρείττους δὲ οἱ πολλοὶ πανταχοῦ γινόμενοι, διέφθειρον τοὺς δυνατοὺς καὶ σύγχυσις δεινὴ καὶ ἀταξία τὰς πόλεις κατεῖχεν».

164. Υπό την αντιβασίλισσα Άννα της Σαβοΐας. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. Ι, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, 233-234. Πρβλ. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ.ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 167.

165. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 613. Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η μεταπτυχιακή (αδημοσίευτη) εργασία του Π. Τσαπόγα, «Το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349)», Θεσσαλονίκη, 2002, από την οποία αντλώ αρκετές εκτιμήσεις (σελ. 25, σημ. 74, αναφέρει τη δημοσιευμένη διατριβή του Κ. Κωτσιόπουλου, «Το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη», Θεσσαλονίκη 1997, που μου είναι άγνωστη).

166. «Βραχύ Χρονικό» αρ. 8, 35, εκδ. «P. Schreiner», Wien 1975, τ. Ι, σελ. 81-82: «κινήσας … τὸν λαὸν ἀπῆραν τὰ πράγματα καὶ ἐχάλασαν τὰ ὁσπίτια αὐτῶν…εἶτα ὑπῆρχε ταραχὴ οὐκ ὀλίγη μέσον αὐτῶν καὶ τοῦ κόσμου».

167. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 184-185. Πρβλ. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ.ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 124, σημ. 4.

168. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 297-298.

169. Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 614.

170. Βλ. ΚΟΜΕΠ 1/2017, σελ. 265.

171. D. Angelov, «Antifeodalni dvizhenija v Trakija i Makedonija prez sredatana XIV vek», «Istoriceski Pregled» 8 (1952), 439-456.

172. Βλ. E. Werner, «Narodnaja eres’ ili dvizhenije za social;no-politiceskije reformy? Problemy revoliucionnogo dvizhenija v Soluni v 1342-1349gg», «Vizantiiskii Vremennik» 17 (1960), 155-202.

173. Οι αναλογίες του πολιορκημένου από τους Γερμανούς Παρίσι της Κομμούνας του 1871 με την πολιορκημένη από τους Σέρβους Θεσσαλονίκη των Ζηλωτών το 1345/6 οδήγησαν τον Γ. Κορδάτο να αποκαλέσει το λαϊκό κίνημα των Ζηλωτών «Κομμούνα της Θεσσαλονίκης» (Αθήνα 1918).

174. R. Radic, «Vreme Jovana V Paleologa (1332-1391)», Beograd 1993, σελ. 133.

175. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ. ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 129.

176. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 235: «καὶ τοὺς μέσους μετήεσαν τῶν πολιτῶν ἢ συνασχημονεῖν άναγκάζοντες αυτόῖς ἢ τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν ἐπιείκειαν ὡς Καντακουζηνισμὸν».

177. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 356.

178. Νικηφόρου Γρηγορά: «­­Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 674-675.

179. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 569.

180. Πρόκειται για τον Ιωάννη Απόκαυκο, γιο του μεγάλου δουκός Αλέξιου Απόκαυκου, που, από φιλοδυναστικός, αλλάζει παράταξη μετά τη δολοφονία του πατέρα του «καὶ τοὺς μάλιστα ἀρίστους καὶ τὰ Καντακουζηνοῦ δοκοῦντας ᾐρῆσθαι τοῦ βασιλέως ὑπεποιεῖτο και προσῃταιρίζετο…» (Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 569).

181. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 571, 573.

182. Ό.π., σελ. 575.

183. Για το αν και κατά πόσον υπήρχαν συντεχνίες (προπλάσματα αστικής εξέλιξης) στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα η βιβλιογραφια είναι εκτενής. Βλ. V. Hrochova, La révolte des Zélotes à Salonique et les communes italiennes, «Byzantinoslavica» 22 (1961), 1-15. G. L. Kurbatov - V. I. Rutenburg, «Zeloty I Ciompi», «Vizantiiskii Vremennik» 30 (1969) 3-37. D. Papadatou, «Political Associations in the Late Byzantine Period: The Zealots and Sailors of Thessalonica», «Balkan Studies» 28 (1987), 3-23.

184. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 576.

185. Ό.π., σελ. 578.

186. «Βραχύ Χρονικό» αρ. 49, 5 = τ. Ι, σελ. 351.

187. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1832, σελ. 104.

188. Ό.π., σελ. 117.

189. R. Radic, «Vreme Jovana V Paleologa (1332-1391)», Beograd 1993, σελ. 134 με πλήρη βιβλιογραφία.

190. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ.ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 131-132.

191. E. Frances, «Narodnye dvizhenija osenju 1354 v Konstantinopolie i otrechenije Ioanna Kantakuzina», «Vizantiiskii Vremennik» 25 (1964), 142-157.

192. Δημήτριος Κυδώνης, «Πρὸς Ῥωμαίους συμβουλευτικός», «Patrologia Graeca», τ. 154, στήλη 965C: «(οι Τούρκοι) νῦν ἀσφαλέστερον ἢ πρότερον ἡμεῖς τὴν Θρᾴκην οίκοῦσι». Πρβλ. Τ. Λουγγή: «Η ιστορική διαδρομή της Θράκης στα πλαίσια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Θράκη. Ιστορικές και γεωγραφικές προσεγγίσεις», Αθήνα 2000, σελ. 105. Βλ. επίσης: Νικηφόρου Γρηγορά: «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Bekker», Bonnae 1855, σελ. 596-597. Ιωάννης Καντακουζηνός, «Ἱστορίαι», τ. ΙΙ, εκδ. «I. Schopen», Bonnae 1831, σελ. 186.

193. Δημήτριος Κυδώνης, Επιστολή αρ. 81, 12 = τόμ. Ι, σελ. 120.

194. «Βραχύ Χρονικό» αρ. 63 = τ. Ι, σελ. 473 Schreiner (πιο πάνω, σημ.166) και «Βραχύ Χρονικό» αρ. 69,4 = τ. Ι, σελ. 529.

195. Τ. Λουγγή: «Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας», τ.ΙΙ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 153-154.

196. Βλ. ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2016, σελ. 125.