ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ

 Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η ίδρυση του σοσιαλιστικού κράτους, η έμπρακτη επιβεβαίωση της αλλαγής σε προοδευτική κατεύθυνση των κοινωνικών συστημάτων, ο πρωτοπόρος σε αυτήν την αλλαγή ρόλος της εργατικής τάξης και η καθοδηγητική ευθύνη του Κομμουνιστικού Κόμματος, τα ιδεολογικά μέτωπα και οι κατευθύνσεις ως προς την τέχνη εντός της Σοβιετικής Ένωσης, η απότοκη ωρίμανση στην πολιτική συνείδηση των εργατών και των καταπιεζόμενων στρωμάτων, οι λαϊκοί αγώνες και οι επαναστάσεις στον υπόλοιπο κόσμο, απασχολούν τους Έλληνες λογοτέχνες και συνάμα επιδρούν στο έργο (θέματα, ιδέες, τεχνοτροπία), στο δημόσιο λόγο (άρθρα, διαλέξεις) και συνολικά στην πολιτική τους στάση.

Πλευρές αυτής της επίδρασης είναι τα παρακάτω: Μια σειρά λογοτεχνικά έργα εμφανιζόμενα από το τέλος της δεκαετίας του 1910 κι έπειτα στην Ελλάδα αποτυπώνουν τα γεγονότα της Επανάστασης, τα βήματα της ΕΣΣΔ, την εμπειρία πνευματικών ανθρώπων από την παραμονή τους στη Σοβιετική Ένωση και ευρύτερα την ανά τον κόσμο ταξική πάλη. Τέτοια έργα είναι: Το ποίημα «Το Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη, τα σονέτα «Λένιν», «Εγερτήριο» και «Εξέλσιορ» του Σπύρου Νικοκάβουρα –το πρώτο δημοσιευμένο και στο «Ριζοσπάστη» το 1920– ένα άτιτλο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και το «Χαίρε Ρωσία» του Νίκου Λευτεριώτη, το οποίο αναφέρεται όμως στην επανάσταση του Φλεβάρη του 1917.1 Σημειώνονται επίσης τα πεζά «Ο κόκκινος τράγος» του Κώστα Παρορίτη, «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, «Γυναίκες» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, η αλληγορία «Το γκρέμισμα των Θεών» του Δημοσθένη Βουτυρά, η τριλογία «Πλούσιοι και Φτωχοί» - «Τίμιοι και Άτιμοι» - «Τυχεροί και Άτυχοι» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, τα βιβλία «Ταξιδεύοντας. Ρούσια» και «Τόντα Ράμπα» του Νίκου Καζαντζάκη, το εγχειρίδιο του ιδίου «Ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας» και τα σενάριά του σε συνεργασία με το Σοβιετικό Κέντρο Κινηματογράφου «Το κόκκινο μαντίλι», «Λένιν» και «Άγιος Παχώμιος».2 Παραπλήσια είναι η θεματολογία σε ένα μεγάλο αριθμό άρθρων Ελλήνων λογοτεχνών. Καταγράφονται η αρθρογραφία του Νίκου Καζαντζάκη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» στο τέλος του 1925,3 στην εφημερίδα «Πρωία» το Γενάρη του 1928,4 στο όργανο του Εκπαιδευτικού Ομίλου «Αναγέννηση» από το Σεπτέμβρη του 1926 ως το Φλεβάρη του 1927,5 στον «Ερμή Αλεξανδρείας»6 και σε ευρωπαϊκά περιοδικά7, τα άρθρα του Κώστα Βάρναλη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος» το φθινόπωρο του 19348, τα άρθρα του Δημήτρη Γληνού στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» το φθινόπωρο του 1934 και το χειμώνα του 19359 και στα έντυπα «Νέοι Πρωτοπόροι» και «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», το ίδιο διάστημα.

Περιληπτικά, σημειώνουμε και την επίσκεψη ορισμένων λογοτεχνών στην ΕΣΣΔ. Ο Νίκος Καζαντζάκης βρίσκεται στη Ρωσία το 1919, ως Γενικός Διευθυντής του υπουργείου Περιθάλψεως, επικεφαλής στον επαναπατρισμό Ελλήνων από τον Καύκασο, με αρνητική προφανώς διάθεση προς το σοσιαλισμό. Το 1922 όμως γνωρίζει κατά το πέρασμά του από Αυστρία και Γερμανία τις σοσιαλιστικές ιδέες. Ο ίδιος περιγράφει σε επιστολές του προς τη Γαλάτεια Καζαντζάκη την εξαθλίωση των φτωχότερων στρωμάτων και τον επαναστατικό αναβρασμό στις δύο αυτές χώρες και την ενημερώνει: «Εδώ έρχομαι σε επαφή με όλη τη διανοούμενη Γερμανία ένας θαυμαστός πολεμικός όμιλος ανθρώπων, κυρίως παιδαγωγών, που επιζητούν την ολική αναμόρφωση του Σχολείου, όχι να αλλαχτεί η μέθοδο, μα ν’ αλλαχτεί ο σκοπός της παιδαγωγικής. Είναι όλοι κομμουνιστές και άκροι σοσιαλιστές Είμαι μέλος του συνδέσμου»10.

Το 1925 βρίσκεται ξανά στην ΕΣΣΔ ως απεσταλμένος της εφημερίδας «Ελεύθερος Λόγος» και την ίδια χρονιά προσεγγίζει στο Ηράκλειο Κρήτης μια ομάδα κομμουνιστών, κυρίως πολεμιστών της Μικράς Ασίας και θυμάτων πολέμου. Τον Οκτώβρη του 1927, προσκαλείται από τη σοβιετική κυβέρνηση στα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης και ανταποκρίνεται. Η περιγραφή από τον ίδιο της επετειακής παρέλασης δείχνει τη συναισθηματική του προσέγγιση με το σοσιαλισμό: «Κύματα πηχτά, απανωτά, καταφθάνουν το πεζικό, το πυροβολικό, οι ναύτες της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας … Έπειτα η καταπληκτική, ατέλειωτη παρέλαση του λαού, από τις τρεις πλευρές της γιγάντιας πλατείας ξεχύνονται τρεις βαθυκίνητοι κόκκινοι ποταμοί Σε ένα κάρο μια μεγάλη υδρόγεια σφαίρα, περισφιγμένη με αλυσίδες, κι ένα παιδί τις χτυπάει με ένα σφυρί και τις συντρίβει … Κοιτάζω γύρω μου, όλοι κλαίνε, δε βλέπω τίποτα, τα μάτια μου και μένα είχαν θαμπώσει Πόση ώρα βάσταξε το θεϊκό μεθύσι; Πόσους αιώνες; Ετούτη στάθηκε η δεύτερη μέρα, η πιο αψηλή της ζωής μου Ορκίστηκα να μην ανέχουμαι πια τους ανθρώπους ν’ αδικούν»11. Τότε, γνωρίζει τον Ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι και μαζί σχεδιάζουν μια διεθνή εκστρατεία προβολής του σοσιαλισμού.12 Στο πλαίσιό της, φτάνουν στην Αθήνα, μιλούν στις 11 Γενάρη 1928 σε συγκέντρωση στο θέατρο «Αλάμπρα» η οποία εξελίσσεται σε πορεία προς την Ομόνοια υπό το άκουσμα της «Διεθνούς»,13 περιοδεύουν στο σανατόριο «Σωτηρία» όπου αντιπαραβάλλουν την τραγική κατάσταση των φυματικών στην Ελλάδα με το σύστημα υγείας στην ΕΣΣΔ, ενώ μόνος του ο Ιστράτι πηγαίνει στο ορυχείο του Λαυρίου και συνομιλεί με τους εργάτες.14

Αργότερα μιλάει στο Α΄ Συνέδριο της Εργατικής Βοήθειας της Ελλάδας.15 Ο Νίκος Καζαντζάκης επιστρέφει στη Σοβιετική Ένωση τον Απρίλη του 1928, διασχίζει όλη σχεδόν την ενδοχώρα της, ολοκληρώνει το ταξίδι ένα χρόνο αργότερα και φαίνεται πια αποστασιοποιημένος από το σοσιαλισμό.

Οι Κώστας Βάρναλης και Δημήτρης Γληνός ταξιδεύουν επίσης στην ΕΣΣΔ από τις 11 Αυγούστου ως τις 13 Σεπτέμβρη 1934. Το ταξίδι τους προγραμματίζεται από το VOKS, δηλαδή το Γραφείο Πνευματικής Επικοινωνίας ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και το εξωτερικό, με σκοπό τη συμμετοχή τους στο διεθνές συνέδριο συγγραφέων το οποίο διαμόρφωσε τις κατευθύνσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Μετά το ταξίδι ο Δημήτρης Γληνός συσφίγγει τους δεσμούς του με το ΚΚΕ, εκλέγεται βουλευτής του το 1936, αναδεικνύεται μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος (Β΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, Δεκέμβρης 1942) και διατηρεί την ιδιότητα αυτή ως το θάνατό του, το 1943.

 

Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 Οι Έλληνες λογοτέχνες εστιάζουν στη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης, την ερμηνεία και στη συνέχειά της. Πιο συγκεκριμένα εντοπίζεται η κοσμοϊστορική διάσταση των γεγονότων, προσδιορίζεται ο κόσμος ο οποίος ανατράπηκε και η καινούργια κοινωνική πραγματικότητα και διαμορφώνεται επί τούτου ένα δίπολο ανάμεσα στη συνυφασμένη με το αστικό σύστημα οπισθοδρόμηση (φτώχεια, εκμετάλλευση, αδικία, ανηθικότητα, πόλεμος) και στην προερχόμενη από την Επανάσταση αναγέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού (κοινωνικοποίηση της παραγωγής, ισότητα, γυναικεία χειραφέτηση, πνευματική πρόοδος, ειρήνη).

Συχνά, χρησιμοποιούνται λογοτεχνικές μεταφορές με το φυσικό στοιχείο, τις θεματικές της χριστιανικής θρησκείας (Ανάσταση, αποστολική δράση, φως-σκότος) και την αρχαιοελληνική μυθολογία, ίσως στην περίπτωση των Κερκυραίων δημιουργών και ως κληρονομιά της Επτανησιακής Σχολής. Ο Νίκος Λευτεριώτης υποδέχεται την Επανάσταση με τα ακόλουθα: «Χαίρε, Ρωσία! Ελευτεριάς αγέρας διώχνει τη σκοτεινιά των ουρανών σου». «Αχολογά ο αιθέρας» και στο σονέτο του Σπύρου Νικοκάβουρα.

Ομοιότροπα αποδίδει το γιγάντεμα και την επικράτηση της Επανάστασης ο Δημοσθένης Βουτυράς: «Θύελλα μεγάλη … το φρούριο άρχισε να τρέμει … Ένα σύννεφο με χρώμα σκοτεινό αίματος είχε απλωθεί … Και η Θάλασσα αγριεμένη τιναζότανε … ένα τεράστιο κύμα, βουνό από αίμα, ψηλό, πανύψηλο … έφθασε βουίζοντας σα να φώναζαν χιλιάδες εκατομμύρια ανθρώπων»16.

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης στον ποιητικό του χαιρετισμό προς την Επανάσταση εντοπίζει τη συσσώρευση πλούτου στον παλαιό κόσμο και την αντικατάστασή του από έναν κόσμο κοινωνικά δίκαιο. «Και τα δεσμά του πλούτου η ορμή της θραύει. Η σκληρή φτώχεια, η γύμνια, η πείνα παύει» σημειώνει.

Ο Σπύρος Νικοκάβουρας αναγγέλλει την Επανάσταση με τα ακόλουθα: «Αναστήτω η ζωή, το φως του χρόνου, απ’ τα ψηλά στην οικουμένη στέλλω Της μεγαληγορίας από θρόνου Χερουβικού την Άνασσα, αναγγέλλω και λύονται πλιά του σκότους τα μυστήρια θεοφανείας λαού τα νικητήρια» και στη συνέχεια παρουσιάζει τον Λένιν: «Ήρθα για να φωτίσω το σκοτάδι, Απόστολος Θεού με τ’ άγιο ρήμα, ήρθα για να σηκώσω το μαγνάδι που κρύβει της τιμής τους το άθεο κρίμα. Για σμύρνα, για λιβάνι, ούτε για χρήμα δεν ήρθα, τέτοιο ας μού πανε ψεγάδι. Ήρθα μόνο και διάνοιξα τον Άδη κι έβαλα τον οχτρό μέσα στο μνήμα»17.

Ο Δημοσθένης Βουτυράς, πάλι υπό την επίδραση του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επικεντρώνεται στον πόλεμο και τις διαθέσεις των νικητών ως κύριο δεινό της ανθρωπότητας και στη συνέχεια προσδοκά την Ειρήνη: «Ο μεγάλος μας αφέντης και ο Άρχων των αρχόντων έδωσε την προσταγή του πολέμου … είπε η νίκη είναι δική μας, το είπαν και οι θεοί … τα κρανία των εχθρών μας κοσμούν τις αίθουσες και τα κρέατά τους τα καταβροχθίζουν οι γενναίοι μας άρχοντες … Και τώρα στο μέρος εκείνο, που υπήρχε το νησί των αρχόντων με το μεγάλο φρούριο, δεν υπάρχει άλλο παρά μια θάλασσα ειρηνικιά»18.

Ο Κώστας Βάρναλης στο έργο του «Το Φως που καίει» επεξεργάζεται πιο ολοκληρωμένα το θέμα και αναζητά παράλληλα τα καταλληλότερα εκφραστικά μέσα (αφήγηση, θεατρικότητα, συνδυασμός πεζολογικού τόνου και λυρισμού, συμβολισμοί, δημοτική γλώσσα). Εκεί, αποδίδει την ιστορική εξάντληση της υπάρχουσας κοινωνικής οργάνωσης, αποδομεί το κράτος, τη θρησκεία, την τέχνη, την ιστορική επιστήμη και τη λειτουργία τους στο αστικό πλαίσιο, αποκαλύπτει συγκεκριμένα την εξυπηρέτηση μέσω αυτών της κυρίαρχης τάξης, τον εξωραϊσμό ή και τη δικαιολόγηση της κοινωνικής βαρβαρότητας, την πλαστογράφηση των γεγονότων και τον αποπροσανατολισμό των λαϊκών στρωμάτων και καταλήγει στην ανατροπή αυτής της κατάστασης. Χαρακτηριστικά, ο ποιητικός του Προμηθέας δηλώνει αδιάφορος για τον άνθρωπο ή ακόμη μετανιωμένος για τη βοήθειά του σε αυτόν, εύληπτοι είναι και οι στίχοι στο «Μονόλογο του Μώμου»: «Ως τώρα η ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των νικητών» και «Διδάχνει, καθώς βλέπεις, την αγιότητα της Σκλαβιάς και της Πείνας, δηλαδή το δίκιο της Δύναμης και της Βίας από την ανάποδη», ενώ με την εμφάνιση της Αριστέας, η οποία προσωποποιεί τους παραπάνω αστικούς θεσμούς, ακούγονται και τα ακόλουθα: «Η Πολιτεία των αφεντάδων το Δίκιο των αδικητάδων! Έχω τον πόλεμο θεμέλιο και δύναμή μου την κλεψά. Έχω το ψέμα για βαγγέλιο κι όποιος το πίνει πιο διψά», «Εγώ είμαι η Τέχνη των Τεχνών (Θεός και Πατρίδα το ψαχνό!) που τραγουδώ και διαφεντέβω κάθετι σάπιο και που ζέχνει, χωρίς καθόλου να πιστέβω γι’ αυτό μια των Τεχνών η Τέχνη», «Κερνούμε το λαό χασίσι, όνειρα, ψέματα και μίση». Ωστόσο, η αντίθεση παρελθόν-μετεπαναστατικό παρόν κορυφώνεται στα τελευταία τετράστιχα του «Οδηγητή»: «Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου σαν το βοριά, σαν το νοτιά όλα τα φονικά ρηγάτα θεμελιωμένα στην ψευτιά» και «Κ’ ένα στυλώνει κι ανασταίνει, το να βασίλειο της Δουλειάς, (Ειρήνη! Ειρήνη!) το βασίλειο της Πανανθρώπινης Φιλιάς».19

Ο Νίκος Καζαντζάκης επίσης σε άρθρο του στη «Νέα Εφημερίς» Ηρακλείου στις 6.2.1925 είναι αναλυτικότερος: «Πιστεύω ότι το σύγχρονον αστικόν καθεστώς κατέστη πλέον ανίκανον να ρυθμίσει τας συγχρόνους ανάγκας και ανησυχίας του κοινωνικού συνόλου. Οικονομικώς στηρίζεται εις την άνισον κατανομή του πλούτου, εις την ασύστολον εκμετάλλευσιν των εργαζομένων τάξεων υπό αρπακτικής, ισχυρώς οργανωμένης, κεφαλαιοκρατίας. Κοινωνικώς η ολοένα καταρρέουσα ηθική βάσις εις τας σχέσεις μεταξύ των ατόμων παραλύει οιανδήποτε, εντός του αστικού καθεστώτος, προσπάθειαν όπως στηριχθεί επί ηθικών αρχών η ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Πολιτικώς η σχεδόν αποκλειστική εξυπηρέτησις, της αρχούσης τάξεως, υπό της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, εις βάρος της μεγίστης πλειοψηφίας του λαού, καθιστά ανεπαρκή και επιπολαίαν οιανδήποτε αλλαγήν προσώπων ή θεσμού … Η αστική τάξις απέδωκεν ό,τι ηδύνατο εις σκέψιν, εις την τέχνην, εις την επιστήμην, εις την πράξιν αρχίζει να αποσυντίθεται και να βαίνει εις εξαφάνισιν … Ποία τάξις θα την διαδεχθεί; Η τάξις των εργαζομένων –είτε εργάται είναι τούτοι είτε αγρόται είτε πνευματικοί παραγωγοί»20.

 

Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ

 Ουσιωδέστερο στοιχείο στην εξεταζόμενη λογοτεχνική παραγωγή και αρθρογραφία ή τουλάχιστον σε ένα μέρος της είναι η εισαγωγή των μαρξιστικών εργαλείων και νομοτελειών στην κατανόηση και καταγραφή της πραγματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ανιχνεύονται στα διαδραματιζόμενα το 1917 αιτίες, κινητήριες δυνάμεις και αντιθέσεις και προσεγγίζεται εκ νέου η ανθρώπινη ιστορία και ειδικότερα η φάση της στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο Κώστας Βάρναλης σε σημαντικό βαθμό φωτίζει την αντίθεση κεφάλαιο-εργασία, τις συνυπάρχουσες ενδοκαπιταλιστικές κι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, τη σύμφυσή τους με το καπιταλιστικό σύστημα, τη μη δυνατότητα εξισορρόπησής τους, την εξαιτίας τους πρόκληση πολέμων, την εξάρτηση της οικονομικής ισχύος και του κέρδους από την ανθρώπινη δυστυχία. Περιεκτικός είναι ένας διάλογος Προμηθέα-Μώμου:

«Μώμος: Δεν μπορούνε να σωθούνε οι ψυχές από τίποτα, όσο παραμένει όξω τους η αιτία του Κακού … Η Ανισότητα.

Προμηθέας: Ο δυνατός έχει χρέος να πληθαίνει τη δύναμή του κι όχι να τηνε λιγοστέβει. Κ’ η περισσότερη δύναμη δε χαρίζεται. Παίρνεται. Παίρνεται με τη βία από τους άλλους δυνατούς. Αφτό δεν είναι νόμος που τονε φκιάσαμε εμείς οι θεοί. Υπάρχει πριν από μας. Είναι Ανάγκη.

Μώμος: Σεις οι δυνατοί πρώτα της γης και ύστερα του Ουρανού δεν μπορείτε να υπάρχετε χωρίς τους αδύνατους. Τη δύναμή σας την κλέβετε από δάφτους. Κ’ ύστερα πολεμάτε συναμεταξύ σας ποιος θα μπορέσει να την κάνει ολάκερη δικιά του»21.

Ο Κώστας Βάρναλης προσδιορίζει επίσης στον εμβληματικό του «Οδηγητή» –κυρίως στο τετράστιχο «Δεν είμαι εγώ σπορά της Τύχης, ο πλαστουργός της νιας ζωής. Εγώ ’μαι τέκνο της Ανάγκης κι ώριμο τέκνο της Οργής»– και την απάντηση στις παραπάνω αντιθέσεις, τη σοσιαλιστική επανάσταση. Διαφαίνεται στο συγκεκριμένο τετράστιχο το σχήμα άρσης και θέσης ανάμεσα στον πρώτο στίχο, όπου διευκρινίζεται ποια δεν είναι η επαναστατική διαδικασία, και στο τελευταίο δίστιχο, στο οποίο ονομάζονται οι αιτίες της Επανάστασης. Λέξεις-κλειδιά είναι ακόμη οι γενικές «της Τύχης», «της Ανάγκης» και «της Οργής» –οι οποίες δημιουργούν μεταξύ τους ένα αντιθετικό ζεύγος– και ο προσδιορισμός «ώριμο». Επί της ουσίας, ο Κώστας Βάρναλης αρνείται την ιστορική τυχαιότητα των γεγονότων και τη συγκυριακή τους εμφάνιση και αναδεικνύει ως πηγή της κοινωνικής εξέλιξης το αίτημα νέων παραγωγικών σχέσεων, συμβατών με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, και συνάμα το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα, της εργατικής τάξης, και την ετοιμότητά του, δηλαδή την απόρριψη του αστικού οικοδομήματος και των ιδεών του, τη συσσώρευση πείρας, τη μαζικότητα των αγώνων, τη συγκρότηση του Κόμματος και τη στρατηγική διεκδίκησης της εξουσίας. Άλλωστε, στους προ της εμφάνισης του «Οδηγητή» στίχους στο ποίημα «Το Φως που καίει» ασκείται κριτική στη χαμηλή πολιτική συνείδηση του λαϊκού παράγοντα. Διαβάζουμε σχετικά: «Οι λαοί πιστέβουνε πιότερο τ’ αφτιά τους παρά τα μάτια τους. Πιότερο το Μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασία παρά την κρίση τους».

Υπάρχουν βέβαια και διαφορετικές αντιλήψεις. Ο Νίκος Καζαντζάκης αρνείται την ένταξη των γεγονότων στο ιστορικό τους πλαίσιο και την εξέταση των κάθε φορά οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών, αμφισβητεί συνολικά τον ορθολογισμό και επιμένει στη διατυπωμένη ήδη στην «Ασκητική» ιδεαλιστική του φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία μια ζωτική ορμή κινεί την Ιστορία. Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρεί την Οκτωβριανή Επανάσταση, την ΕΣΣΔ και το κομμουνιστικό κίνημα εκφραστές στις τότε συνθήκες αυτής της ζωτικής ορμής, για την ακρίβεια το μέσο κατάργησης του ξεπερασμένου αστικού συστήματος και της προετοιμασίας ενός άλλου κοινωνικού σχηματισμού, του Μετακομμουνισμού, ο οποίος θα στηρίζεται στο πνεύμα και όχι στην ύλη.22 Ο Νίκος Καζαντζάκης αναγνωρίζει ακόμη στην πολιτική του σύλληψη ως κρίσιμες ιδιότητες της Σοβιετικής Ένωσης την ανατολίτικη ψυχή και τον προερχόμενο από τη ρωσική Ορθοδοξία μεσσιανισμό του ρωσικού λαού, εξ ου και χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά τον όρο «Ρώσικη Επανάσταση».23

Ο ίδιος ξεκαθαρίζει στον Παντελή Πρεβελάκη το 1929: «Για να παρασυρθούν οι μάζες σε μια έφοδο που περιέχει τόσους κινδύνους, χρειάζεται να βρεθεί το κατάλληλο Σύνθημα. Για την εποχή μας το σύνθημα αυτό χωρίς άλλο είναι το Κομμουνιστικό Σύνθημα … Αποστολή του κομμουνισμού δεν είναι η δημιουργία νέου πολιτισμού, μα η αποσύνθεση του αστικού πολιτισμού»24. Το 1926, στη διάρκεια δημόσιας συζήτησης από τις στήλες του περιοδικού «Αναγέννηση», με ερώτημα την ύπαρξη ή όχι νόμων στα κοινωνικά φαινόμενα, υποστηρίζει: «Τα φαινόμενα της ζωής ξετυλίγονται και ωριμάζουν μέσα σε ψυχολογικό χρόνο. Ο χρόνος αυτός είναι δύναμη δημιουργική και απροβλέψιμη … επιστήμη, δηλαδή σύστημα νόμων δεν μπορεί, είναι φύσει αδύνατον να υπάρξει στα κοινωνικά φαινόμενα … πίσω από τις οικονομικές τούτες σημαίες νιώθουμε να ενεργούν και να φωνάζουν βαθιές ορμές που ή δεν έχουν όνομα ή το όνομά τους είναι αβέβαιο … Οι μάζες για να κινηθούν και να δημιουργήσουν μεγάλες εποχές έχουν εκάστοτε ανάγκη από μιαν ιερή παραφροσύνη, από μια πίστη»25. Κατατοπιστική είναι και η απάντηση του Γιάνη Κορδάτου: «Ο Καζαντζάκης φυσικά δεν πέφτει σε τέτοιες πλάνες. Ούτε είναι ένας τύπος συντηρητικός, ούτε “απολογητής” των σημερινών θεσμών της κοινωνίας. Ίσα-ίσα θέλει να είναι “φίλος της νέας Ρουσίας”. Επηρεασμένος μόνο από τον Μπερξόν, δε βλέπει άλλη φιλοσοφία κατάλληλη να τον ικανοποιεί … Είναι λοιπόν ένας κατά βάθος αντιυλιστής και αντιδιαλεχτικός»26.

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ

 Αρκετοί λογοτέχνες επικεντρώνονται στην Ελλάδα. Στο σχετικό υλικό υπερβαίνονται τα στοιχεία της ευαισθησίας, της κοινωνικής κριτικής ή ακόμα και διαμαρτυρίας απέναντι στην κατάσταση των φτωχότερων στρωμάτων, εντοπιζόμενα και προηγουμένως στην περίοδο της ελληνικής ηθογραφίας, π.χ. στα αστικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στους εκπροσώπους του ελληνικού νατουραλισμού και σε έργα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Πλέον, φωτίζονται οι ταξικές αντιθέσεις και μεταβολές, τα κοινωνικά προβλήματα αιτιολογούνται πληρέστερα, προβάλλεται ο αγώνας ενάντιά τους και σε ορισμένα σημεία η σοσιαλιστική του προοπτική.

Χρονικά προηγείται ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Στο έργο «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» με επιμέλεια επεξεργάζεται τη μετάβαση σε ένα ελληνικό νησί από τη γαιοκτητική αριστοκρατία στο αστικό καθεστώς. Από τη μια περιγράφει τον ξεπεσμό (χρέη, πολιτικός παραγκωνισμός, κοινωνική απαξίωση, αίσθημα παραίτησης) του γαιοκτήμονα Αλέξανδρου Οφιομάχου και των παιδιών του και από την άλλη την άνοδο του γιατρού Αριστείδη Στεριώτη, ο οποίος διαθέτει περιουσία από την τοκογλυφική δραστηριότητα του πατέρα του, είναι δραστήριος, εξασφαλίζει την ακαδημαϊκή αναγνώριση, γίνεται υποψήφιος βουλευτής και πετυχαίνει το γάμο του με την κόρη του Οφιομάχου, Ευλαλία, παρά τον έρωτά της με άλλο πρόσωπο. Όσο εκτυλίσσονται όλα αυτά, καταγράφονται παράλληλα η υποδεέστερη θέση των εργατών γης και των μικροκαλλιεργητών του νησιού, «κουνούπια» αποκαλούνται από τον Οφιομάχο, η κοροϊδία τους από τους ντόπιους πολιτευτές και η εκ νέου εκμετάλλευσή τους από την ανερχόμενη αστική τάξη, «ήθελε και αυτός να αναδειχθεί να τυραννήσει τους άλλους» αναφέρεται για τον αστό Στεριώτη. Προβλέπεται ωστόσο στο απόσπασμα: «Όταν σύγνεφα τρικυμίας σηκώνονται σ’ όλα τα μέρη, πάνωθε από ένα γερασμένο κόσμο, πώς θα μπορέσει να μείνει ο τόπος τούτος αδιάφορος;» η ανατροπή και της αστικής εξουσίας, χάρη και στον επαναστατικό άνεμο της εποχής.27 Το ίδιο διάστημα και ο αστός Γρηγόρης Ξενόπουλος απορρίπτει επίσης στα έργα του «Πλούσιοι και Φτωχοί» - «Τίμιοι και Άτιμοι» - «Τυχεροί και Άτυχοι» μια υπερλογική ερμηνεία σε έννοιες όπως πλούτος, φτώχεια, τιμιότητα κ.ά. και αναζητεί την κοινωνική τους διάσταση.28

Στη συγκεκριμένη κατηγορία έργων ξεχωρίζει το μυθιστόρημα του Κώστα Παρορίτη «Ο Κόκκινος Τράγος». Η υπόθεση εξελίσσεται στη διάρκεια του αποκαλούμενου «Εθνικού Διχασμού», της αντιπαράθεσης δηλαδή μεταξύ Ελ. Βενιζέλου και Κωνσταντίνου και ειδικότερα κατά την επιβολή «αποκλεισμού» από τις δυνάμεις της Αντάντ στην Αθήνα, με στόχο την επικράτηση του Βενιζέλου και την είσοδο της χώρας στον πόλεμο. Ήρωες είναι η συντροφιά του καφενείου «Κόκκινος Τράγος», όλοι οπαδοί των σοσιαλιστικών ιδεών (Λείψανος, Κονταράς, Στέφανος, Μηλίτσα), κάποιοι εκπρόσωποι της αστικής εξουσίας (ο διευθυντής του υπουργείου Παιδείας, ονομαζόμενος Φλέκος, ένας εισαγγελέας, ένας μεγαλοδημοσιογράφος, ένας ιερέας) και δύο απλοί άνθρωποι, ο Μαρίνος και η Άννα, οι οποίοι εκφράζουν τις διαθέσεις και τις αντιλήψεις της πλειοψηφίας.

Κεντρικό ζήτημα είναι ο πόλεμος, η υποστήριξή του ή μη από μερίδες της αστικής τάξης, οι συνέπειές του για το λαό, π.χ. η Μηλίτσα πεθαίνει από ασιτία εξαιτίας του «αποκλεισμού», και η τραγικότητα εμπλοκής του λαού στις ενδοαστικές αντιπαραθέσεις και συμφέροντα. Επιπρόσθετα, καταδεικνύονται από τον Κώστα Παρορίτη και άλλα συμπτώματα κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος, όπως ο αυταρχισμός, η ανηθικότητα, η χειραγώγηση, ο σκοταδισμός. Ο εισαγγελέας ανακρίνει τον Λείψανο επειδή βοηθά έναν τραυματισμένο Βενιζελικό και τον φυλακίζει όταν ανακαλύπτει στο σπίτι του σοσιαλιστικά βιβλία. Ο μεγαλοδημοσιογράφος με τις δύο εφημερίδες κατευθύνει την κοινή γνώμη, ανάλογα με τις κάθε φορά σκοπιμότητες. Ο ιερέας της περιοχής εξηγεί την εμφάνιση ενός μεγαλόσωμου μαύρου πουλιού ως σημάδι του διαβόλου. Ο εμφανιζόμενος σε φιλανθρωπίες Φλέκος είναι ιδιοκτήτης ενός οίκου ανοχής. Ένας γόνος πλούσιας οικογένειας δωροδοκεί και εξαιρείται της στράτευσης. Το ερειπωμένο σπίτι στη φτωχική γειτονιά των πρωταγωνιστών, αν και εστία μόλυνσης δεν γκρεμίζεται, αφού ο κάτοχός του είναι κάποιο πολιτικό πρόσωπο.

Ο διάλογος μεταξύ Λείψανου και Μαρίνου είναι ξεκάθαρος:

«Λείψανος: Να τώρα που πας πάλε εθελοντής.

Μαρίνος: Η τιμή, βλέπεις, της πατρίδας.

Λείψανος: Άλλη είναι η πατρίδα η δική σου και άλλη η πατρίδα του πλούσιου … απόχτησε πρώτα πατρίδα δική σου και ύστερα βλέπουμε για την τιμή της … Αυτά τα όπλα είναι οι αλυσίδες που σε δένουνε. Αν ήτανε να τα μεταχειριστείς για να υψώσεις το επίπεδο της ζωής σου, το επίπεδο της τάξης σου. Τότε θα δικαιολογότανε κάθε θυσία … Η ηθική που βασιλεύει σήμερα στον κόσμο είναι η ηθική των πλουσίων. Αργότερα θα έρθει και η σειρά της δικής μας ηθικής … Υπάρχουν λοιπόν διάφορες ηθικές … Όσες και τάξεις κοινωνικές»29.

Στο τέλος του έργου φαίνονται η ανάταση του λαϊκού παράγοντα, ο πρωταγωνιστικός ρόλος των κομμουνιστών και η προετοιμασία εξέγερσης. Δύο διαδηλώσεις, μία κατά του πολέμου στην οποία κρατείται και μια κόκκινη σημαία και μία υπέρ, είναι αντιμέτωπες στην Αθήνα, ο Μαρίνος προσεγγίζει την αντιπολεμική διαδήλωση, επιτίθεται στον οπαδό του πολέμου Φλέκο, ο Φλέκος τον πυροβολεί και ο Κονταράς σκοτώνει με τα χέρια του τον Φλέκο.

 

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

 Το ενδιαφέρον όσων λογοτεχνών επισκέπτονται την ΕΣΣΔ για τα συντελούμενα εκεί, η διάρκεια των ταξιδιών και η χρονική απόσταση σχεδόν μιας δεκαετίας μεταξύ τους, η πρόσβαση σε όσους χώρους ζήτησαν οι Έλληνες διανοούμενοι, ο εφοδιασμός των τελευταίων με τεκμηριωτικό υλικό (πίνακες, αριθμητικά στοιχεία, εκθέσεις κρατικών οργανισμών, συνεντεύξεις), η αξιοποίηση τέτοιων επισκέψεων από τη Σοβιετική Ένωση ενάντια στην απομόνωσή της από τον ιμπεριαλισμό δημιουργούν ένα σώμα κειμένων αρκετά περιεκτικό ως προς την οικονομική κατάσταση, την εσωτερική οργάνωση, τον πολιτισμό, την καθημερινότητα, τη διεθνή θέση της ΕΣΣΔ, αλλά και τις μεταβολές στους συγκεκριμένους τομείς. Κοινή εντύπωση είναι η ύπαρξη πίστης σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, η εντατική προσπάθεια και η αναδημιουργία της χώρας. Ο Νίκος Καζαντζάκης συμπυκνώνει: «Σε καμιά άλλη πολιτεία του κόσμου δεν μπορείς να δεις τις μορφές αυτές, τις σκληρές κι αποφασισμένες, τα μάτια που καίγουνται, τα χείλια τα σφιγμένα και πεισματικά, την ένταση και το θρησκευτικό πυρετό της εργασίας … Εδώ δουλεύουν, μοχτούν, ετοιμάζονται με επιμονή και πίστη» και συνεχίζει «όλο προχωρούν, στερεώνονται».30 Το ίδιο συναισθάνεται και ο Δημήτρης Γληνός: «Είτε τον βρεις διευθυντή … δικαστή, δάσκαλο, αρχιεργάτη, γεωπόνο, σε γεμίζει με πάθος για τη δουλειά του»31.

Μια σειρά άρθρα τοποθετημένα μαζί παρακολουθούν τη διαδρομή από τη ΝΕΠ ως το πρώτο πεντάχρονο. Αρχικά, καταγράφονται η άρση κάποιων περιορισμών στο αγροτικό και λιανικό εμπόριο και η εκχώρηση δικαιωμάτων στους παραγωγούς (χρήση γης, διακίνηση των προϊόντων, μεταβίβαση της χρήσης σε απογόνους, ενοικίασή της για ορισμένο διάστημα), εξαιτίας της μειωμένης γεωργικής παραγωγής και της δυσκολίας στην τροφοδοσία των αστικών κέντρων στις αρχές του 1920. Στη συνέχεια, επισημαίνεται ο κίνδυνος των κουλάκων και όσων συσσωρεύουν κεφάλαιο από το εμπόριο, η προς αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης προώθηση των συνεταιρισμών (προπαγάνδισή τους, παροχή κρατικών εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και εργαλείων, εξασφάλιση μεταφορών), η σχεδιαζόμενη βιομηχανοποίηση της γεωργίας, η ένταξη ελεύθερων επαγγελμάτων (γιατρών, νομικών, εκπαιδευτικών) στον κρατικό τομέα, η ίδρυση του Κομισαριάτου Εσωτερικού Εμπορίου το 1924 και οι προτεραιότητές του (έλεγχος των τιμών, υψηλή φορολόγηση του ελεύθερου εμπορίου), η υπαγωγή εξολοκλήρου του εξωτερικού εμπορίου στον κεντρικό σχεδιασμό. Ως προς την τελευταία επιλογή ο Νίκος Καζαντζάκης εκτιμά: «Αν αφίνετο ελεύθερον το εξωτερικό εμπόριο, η τιμή των εισαγώμενων ειδών θα εξέπιπτε. Ως άμεσος συνέπεια θα επήρχετο να καταστραφούν αι εγχώριοι βιομηχανίαι. Ευθύς όμως ως θα ενεκρώνοντο αι βιομηχανίαι, τα εισαγώμενα θα υπερτιμώντο και η χώρα θα περιέπεπτε υπό την εξουσίαν των ξένων καπιταλιστών. Ο εντελώς νέος αυτός θεσμός της μονοπωλήσεως υπό του κράτους του εξωτερικού εμπορίου, που ηναγκάσθησαν να τον αναγνωρίσουν de facto όλα τα αστικά κράτη … αποτελεί ένα από τα σπουδαιότατα στηρίγματα του Σοβιετικού καθεστώτος»32. Ακολούθως, προβάλλονται η κοινωνικοποίηση βιομηχανικών μονάδων και αγροκτημάτων, η συνεπαγόμενη μετατροπή ολοένα και περισσότερων προϊόντων σε κοινωνικό αγαθό, η υπερκάλυψη των πλάνων και η μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα (συγκροτήματα εργατικών κατοικιών, το υπό κατασκευή μετρό της Μόσχας, πάρκα ανάπαυσης, θεραπευτήρια). Σταθερά, αναδεικνύεται ο πρωταρχικός ρόλος της εργασίας στη σοβιετική οικονομία, η επιστροφή στην εργατική τάξη της εργασίας της, η εξάλειψη της ανεργίας, η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και μεθόδων, η άμιλλα και η άνοδος της παραγωγικότητας. Σημειώνονται επιπρόσθετα η σε ένα βαθμό αύξηση ημερομισθίων, η έννοια της «διαφορικής αμοιβής», η διαβάθμιση δηλαδή μισθών ανάλογα με το είδος και τη θέση εργασίας, η διασφάλιση παράλληλα τροφής, στέγης, υγείας, μόρφωσης, αναψυχής κ.ά. σε όλους τους εργαζόμενους, η στέρηση αυτής της πρόνοιας σε όποιον κατ’ επιλογή δεν εργάζεται και διευκρινίζεται καταληκτικά: «Όσο ευημερεί η τάξις των εργαζομένων, το κράτος, τόσο μεταδίδει την ευημερία στα μέλη του»33.

Ασφαλώς, δίνονται απαντήσεις και ως προς τη δημοκρατία στην ΕΣΣΔ. Προκαταρκτικά, επισημαίνεται η συνέχιση της ταξικής πάλης και μετά την Επανάσταση, η αναγκαιότητα προς πραγματοποίηση της κομμουνιστικής κοινωνίας, της διαφωτιστικής και κατασταλτικής λειτουργίας του εργατικού κράτους, της δημιουργίας καινούργιων θεσμών, ιδίως των Σοβιέτ, οι οποίοι θα εκφράζουν τις λαϊκές μάζες, και της δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος. «Η δημοκρατία μας είναι δημοκρατία των 9/10 του πληθυσμού» δημοσιεύει ως απάντηση ενός κομματικού μέλους ο Δημήτρης Γληνός.34 Παρουσιάζονται κατόπιν μια σειρά πολιτικές διαδικασίες και πρακτικές, όπως συνελεύσεις, εκλογή αντιπροσώπων, ανακλητότητά τους, πανενωσιακό συνέδριο των Σοβιέτ, ανάλυση κομματικών και κρατικών αποφάσεων σε τόπους εργασίας, κατοικίας, εκπαίδευσης και αλλού, αλλά και μέτρα, όπως διαφορετική βαρύτητα της ψήφου –μαθαίνουμε ότι το 1934 3 αγροτικές ψήφοι ισοδυναμούν με 1 εργατική– αυστηρά κριτήρια κατά την απόδοση της κομματικής ιδιότητας, αφαίρεση δικαιωμάτων από πρώην αστούς ή όσους ζουν ακόμη από την εργασία άλλων (ψήφος, έκδοση εφημερίδων και βιβλίων, σύσταση οργανώσεων, συμμετοχή στον Κόκκινο Στρατό). Οι αρθρογράφοι περιγράφουν επιπλέον τις γυναικείες κατακτήσεις, το δικαίωμα ψήφου, την εργασία, την ίση αμοιβή με τον άντρα, τη μόρφωση, την παρουσία της γυναίκας σε όλα τα δημόσια αξιώματα, ακόμη και στα δικαστήρια, και επισημαίνουν τους εκσυγχρονισμούς στο οικογενειακό δίκαιο (πολιτικός γάμος, απλοποίηση διαζυγίου, εξίσωση παιδιών εκτός και εντός γάμου, άμβλωση σε δημόσια νοσοκομεία). Προσοχή δίνεται επιπλέον στην απονομή δικαιοσύνης, σε πρότυπες σωφρονιστικές μονάδες με κύριο στοιχείο την εργασία και σε άσυλα για «παιδιά του δρόμου» και για γυναίκες θύματα προηγουμένως της πορνείας.

Αρκετά απασχολεί και η ισοτιμία μεταξύ των εθνοτήτων της ΕΣΣΔ. Πρώτα απαριθμούνται όσα διατάγματα κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των εθνοτήτων στην πολιτιστική τους ταυτότητα, στη γλώσσα και την εκπαίδευση, σε αντίθεση με την εποχή του τσαρισμού. Ταυτόχρονα, μεταφέρονται διάλογοι με Έλληνες της ΕΣΣΔ, κυρίως πρωτοπόρους στα κολχόζ, εκπαιδευτικούς σε ελληνικά σχολεία, υπεύθυνους ελληνικών εφημερίδων, όπως ο «Κόκκινος Καπνάς», ή ευρισκόμενους σε κρατικές θέσεις, π.χ. με το διευθυντή του κρατικού θεάτρου στο Σοχούμ. Πραγματοποιούνται επαφές και με αντιφρονούντες Έλληνες, όπου ακούγονται κατηγορίες για διώξεις Ελλήνων, προκύπτει όμως από τις συνομιλίες ο πολιτικός και όχι ο εθνικός χαρακτήρας της σύγκρουσης. «Δε μας χτυπούσαν γιατί είμαστε Έλληνες … μας χτυπούσαν γιατί είμαστε έμποροι» δηλώνεται από Έλληνα της Οδησσού στον Νίκο Καζαντζάκη.35

Αντιληπτός γίνεται στο υπάρχον υλικό και ο αγώνας για τη μόρφωση του σοβιετικού λαού και παράλληλα οι στόχοι της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης και της επιστημονικής προόδου. Τα κείμενα του 1920 μιλούν για τα προγράμματα κατά του αναλφαβητισμού στη ρωσική επαρχία, τα λογοτεχνικά μουσεία και την ύπαρξη μορφωτικών λεσχών ή μορφωτικών γωνιών σε εργοστάσια και στρατόπεδα, ενώ τα δημοσιεύματα του 1930 προβάλλουν τις ακαδημίες επιστημών, την αναγνωσιμότητα των βιβλίων, το πλήθος των πολιτιστικών χώρων, ενδεικτικά ο Κώστας Βάρναλης μετρά 70 θέατρα στη Μόσχα,36 το Ινστιτούτο Καλλιτεχνικής Μόρφωσης του Παιδιού, την εισαγωγή της τέχνης στα σχολεία, τη χρήση της δημοτικής και του φωνητικού αλφαβήτου σε ελληνικά σχολεία και τις εκστρατείες ενημέρωσης σε θέματα υγείας.

Οι Δημήτρης Γληνός και Κώστας Βάρναλης ενημερώνουν εκτενώς και για το διεθνές συνέδριο διανοουμένων, τα τεχνικά του στοιχεία (έναρξη εργασιών στις 17 Αυγούστου 1934, διεξαγωγή του στο Σπίτι των Συνδικάτων, 560 αντιπρόσωποι με δικαίωμα ψήφου, 2.000 καλεσμένοι, εικόνες στους τοίχους των Σοφοκλή, Μολιέρου, Δάντη, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Πούσκιν, Ντοστογιέφσκι και Τολστόι), τα θέματά του (προβλήματα της σοβιετικής λογοτεχνίας - Η σημερινή παγκόσμια λογοτεχνία και οι σκοποί της - Δραματική ποίηση - Λυρική ποίηση - Επαφή με νέους συγγραφείς), τους στόχους του (να συγχρονιστεί η λογοτεχνία με την καινούργια κατάσταση - να ενδιαφερθούν οι εργάτες για τη λογοτεχνία), τους προσκεκλημένους από ξένες χώρες (Λ. Αραγκόν, Αντρέ Μαρλό, Μπέρναρ Σο, Ρομέν Ρολάν, Ανρί Μπαρμπίς, Αντρέ Ζιντ, Τόμας Μαν) και μια καταληκτήρια σε ανεπίσημο κλίμα συνάντηση στο σπίτι του Μαξίμ Γκόρκι, παρουσία κομματικών στελεχών.37 Κρατούνται επίσης σημειώσεις από τις ομιλίες συνέδρων, τις διεργασίες, τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τους λόγους του Μαξίμ Γκόρκι. Μερικές φράσεις του είναι: «Οι άνθρωποι επινόησαν τη δύναμη του λόγου που οργανώνει τις κοινωνικές σχέσεις», «Οι εγωκεντρικές ιδέες είναι δημιούργημα του καπιταλισμού», «να παίρνετε για θέματα των έργων σας την εργατιά που οργανώνει τη ζωή».38

Δίνονται ακόμη στοιχεία για τους εξωτερικούς κινδύνους της Σοβιετικής Ένωσης και τον προβληματισμό ως προς την αντιμετώπισή τους. Ο Νίκος Καζαντζάκης συμμετέχει μαζί με εκπροσώπους από 43 έθνη σε ένα άλλο διεθνές συνέδριο το Νοέμβρη 1927, με θέμα το ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου. Σε κείμενά του μεταφέρει στο κοινό την απόφαση του συνεδρίου: «Τα μέλη του συνεδρίου αναλαμβάνουν να κάμουν ό,τι μπορούν όπως αποτραπή ο ετοιμαζόμενος νέος παγκόσμιος πόλεμος … να υποστηρίξουν την προσπάθεια της Ρωσίας προς πλήρη παγκόσμιο αφοπλισμό. Πόλεμος εναντίον της Ρωσίας σημαίνει πόλεμος εναντίον των εργατών και των χωρικών προς όφελος των κεφαλαιούχων» και τη δική του εύστοχη παρέμβαση: «Είμαι πεπεισμένος πως μοιραία φερόμεθα σε νέο καπιταλιστικό πόλεμο … η ελπίδα να μπορέσουμε να αποτρέψουμε τον πόλεμο είναι υπερβαλλόντως αισιόδοξη … μια μονάχα σωτηρία υπάρχει, να προετοιμάζεσθε για τον κοινωνικό πόλεμο».39

 

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ

 Απέναντι στη σχετική με το σοσιαλισμό δραστηριότητα εκπροσώπων της ελληνικής διανόησης η αστική πλευρά ασκεί πιέσεις και διατυπώνει έναν αντίλογο.

Σοβαρότερο επεισόδιο είναι η εισαγγελική δίωξη εναντίον των ομιλητών στο θέατρο Αλάμπρα, Νίκου Καζαντζάκη και Παναΐτ Ιστράτι, και του οργανωτή της εκδήλωσης Δημήτρη Γληνού, η οποία δίωξη εντάσσεται φυσικά και στο κλίμα του ψηφισμένου εκείνες τις ημέρες Ιδιώνυμου. Τελικά, ο Παναΐτ Ιστράτι απελαύνεται40, ο Νίκος Καζαντζάκης αποχωρεί οικειοθελώς από την Ελλάδα και δικάζεται μόνο ο Δημήτρης Γληνός, ο οποίος αθωώνεται.41 Το ίδιο διάστημα, διακόπτεται απότομα η αρθρογραφία του Νίκου Καζαντζάκη στην «Πρωία» με τις εντυπώσεις του από την ΕΣΣΔ και προστίθεται προηγουμένως από τη διεύθυνση της εφημερίδας σε όσα άρθρα δημοσιεύονται η παρακάτω εισαγωγή: «Η “Πρωία” ουδεμίαν ευθύνη αναλαμβάνει διά τας εις τας εν λόγω εντυπώσεις εγκατεσπαρμένας γνώμας. Η “Πρωία” έχει άλλως τι σοβαρούς λόγους να πιστεύη ότι η Ρωσία υπό τους μπολσεβίκους δε μετεβλήθει διόλου εις παράδεισον, ότι υπό τη δικτατορία του προλεταριάτου διεπράχθησαν ακατανόμαστα εγκλήματα, ότι εκατομμύρια Ρώσων ευγενών και αστών εύρον βίαιον θάνατον κατά την τελευταίαν δεκαετίαν και ότι η παραγωγή ακόμη υπό τα σοβιέτ είναι πολύ μικροτέρα της επί των τσαρικών κυβερνήσεων. Οσοδήποτε δε και αν είναι η ευγλωττία του εκτάκτου συνεργάτου μας, οι ανωτέρω αλήθειες μένουν και θα μένουν απαρασάλευτοι, όπως απαρασάλευτος αλήθεια θα μείνει ότι το σοβιετικόν καθεστώς είναι η άρνησις πάσης ατομικής ελευθερίας και η υποδούλωσις 140 εκατομμυρίων εις 300 χιλιάδας κομμουνιστών».

Παρόμοια θα είναι η κατάσταση και κατά την αρθρογραφία του Δημήτρη Γληνού στο «Νέο Κόσμο», το 1934. Πιο συγκεκριμένα, μεταφέρονται στον αρθρογράφο συστάσεις από τη διεύθυνση της εφημερίδας, δημοσιεύονται και στο «Νέο Κόσμο» και αλλού κείμενα ακόμη και από πολιτικά πρόσωπα τα οποία είτε απαντούν στις πολιτικές κρίσεις του Δημήτρη Γληνού είτε αμφισβητούν τα γραφόμενά του και εμφανίζονται σε εφημερίδες της εποχής ανώνυμοι ανταποκριτές οι οποίοι κατηγορούν την ΕΣΣΔ. Η περίπτωση των συγκεκριμένων ανταποκριτών ερευνάται εκείνο το διάστημα, για να αποδειχτεί εν τέλει η μη ύπαρξή τους και η σύνταξη των κειμένων στην Ελλάδα.

Η προσπάθεια βέβαια μιας αρνητικής τοποθέτησης ανθρώπων του πνεύματος για το σοσιαλισμό δεν εγκαταλείπεται. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1930, για παράδειγμα, ο Νίκος Καββαδίας επιστρέφει από ταξίδι του και σε συζήτησή του με το συντηρητικό Στρατή Μυριβήλη σχετικά με την ΕΣΣΔ κάνει ευνοϊκά, αλλά και επικριτικά σχόλια. Στη συνέχεια, ο Μυριβήλης τον καλεί σε συνάντηση με το διευθυντή της «Πρωίας» και εκεί του προτείνεται η επ’ αμοιβή συγγραφή συκοφαντικών κειμένων για την ΕΣΣΔ. Ο Νίκος Καββαδίας αρνείται οργισμένα. «Δεν του ξαναμίλησα (σ.σ.: του Μυριβήλη) από τότε»42 θα δηλώσει αργότερα.

 

ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

 Η «έφοδος στον Ουρανό» το 1917 αυτονόητα «συντάραξε» και λογοτέχνες. Η επαφή με το σοσιαλισμό αποδεικνύεται δραστική, δημιουργική και ουσιαστικά ανθρώπινη.

Η ταξική ματιά οδηγεί τους λογοτέχνες από την αναπαράσταση μόνο της πραγματικότητας, την επιδίωξη της αισθητικής ομορφιάς και το ξεχώρισμα του ατόμου στην απόδοση των κοινωνικών φαινομένων και της εξέλιξής τους, στην προβολή όσων κοινωνικών δυνάμεων ωθούν μπροστά την ανθρωπότητα, στην ανακάλυψη ή στην εκ νέου νοηματοδότηση προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων και των μεταξύ τους σχέσεων, στην επεξεργασία της καλλιτεχνικής φόρμας. Συνάμα, οι ίδιοι οι λογοτέχνες συγχρονίζονται με τη ροή της Ιστορίας, αντιλαμβάνονται τα καθοριστικά γεγονότα της εποχής, είναι κάποιες φορές παρόντες σε αυτά, αναστοχάζονται το ρόλο της τέχνης και το δικό τους. Ενδεικτική είναι η αναφορά του Κώστα Παρορίτη: «Εμείς, που πιστεύουμε πως ο άνθρωπος ζει σε μια φριχτή σκλαβιά, τόσο οικονομική όσο και ψυχική και πνευματική, εννοούμε να κρατήσουμε τα μάτια μας γυρισμένα προς το φως της καινούριας μέρας».

Το έργο το οποίο προκύπτει και στην Ελλάδα –παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις και διαβαθμίσεις ως προς την ποιότητά του– αποτυπώνει τη ζωή των λαϊκών ανθρώπων, τις ανισότητες, τα αγωνιστικά σκιρτήματα, τον επαναστατικό δρόμο. Μαζί με την αντιστασιακή λογοτεχνία, τα αναφερόμενα στο Δεκέμβρη έργα και όσα δημιουργούνται κατά την τρίχρονη δράση του ΔΣΕ, παρότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα ως προς τη μεταξύ τους σχέση, συνιστούν ένα αξιόλογο υλικό. Το υλικό αυτό απαντά και στην κατηγορία περί ποιοτικής πτώσης στη γραφή όσων λογοτεχνών καταπιάνονται με τους κοινωνικούς αγώνες, εξ ου και το υλικό αυτό επικρίνεται, παραποιείται ή εσκεμμένα αγνοείται από την αστική λογοτεχνική κριτική και φιλολογία.

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η εργατική τάξη στην Ελλάδα γίνεται βήμα-βήμα «τάξη για τον εαυτό της». Ταυτόχρονα, αναδύεται μια προοδευτική διανόηση στο πλευρό της εργατικής τάξης και όσων αγωνίζονται ενάντια στην κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση, τον πόλεμο, το καπιταλιστικό σύστημα, στο πλευρό της ΕΣΣΔ και του σοσιαλισμού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Βασίλης Μόσχος είναι συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Οι λογοτέχνες Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Νίκος Λευτεριώτης και Σπύρος Νικοκάβουρας ήταν μέλη του ιδρυθέντος το 1911 Σοσιαλιστικού Ομίλου Κέρκυρας και συνεργάτες του περιοδικού «Κερκυραϊκή Ανθολογία». Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης παρέμεινε σε θέσεις της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, στήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο και συμφώνησε με την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Οι Νίκος Λευτεριώτης και Σπύρος Νικοκάβουρας εντάχτηκαν στο ΣΕΚΕ. Μ. Μ. Παπαϊωάννου: «Η λογοτεχνία μας και ο Οκτώβρης 1917», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 10.11.1991.

2. Τάκη Αδάμου: «Δοκίμια, ιδεολογικά-λογοτεχνικά», εκδ. «Ιωλκός», 1980, σελ. 42-48.

3. Εντοπίστηκαν τα άρθρα: «Η πρώτη ελληνική δημοσιογραφική έρευνα εις την μπολσεβίκικην Ρωσία», «Προς την απέραντη Ρωσία», «Αι πρώται μου εντυπώσεις εις την Οδησσόν», «Προς την Ερυθράν Μόσχα», «Μέσα στους χιονισμένους δρόμους της Μόσχας», «Ο Μπολσεβικισμός στη θεωρία και την πράξη», «Η δικτατορία του προλεταριάτου», «Μια επέτειος και μια ιστορική ανακεφαλαίωση», «Η κομμουνιστική προπαγάνδα εστράφη προς την Ασίαν», «Ρωσικός κομμουνισμός και αγγλικός ιμπεριαλισμός», «Ο ρόλος των Εβραίων εις την κομμουνιστική επανάσταση», «Το κομμουνιστικό ιδεώδες», «Ο μπολσεβικισμός ανακρούων πρύμνην», «Η Νέα Οικονομική Πολιτική», «Πώς διενεργείται το εμπόριο εις την μπολσεβίκικην Ρωσίαν», «Η ακίνητη ιδιοκτησία υπό το μπολσεβίκικο καθεστώς», «Ο κομμουνισμός και οι γυναίκες», «Ο κομμουνισμός και η οικογένεια», «Ένας παρθένος λαός κατεβαίνει από τις στέπες», «Ας ίδωμεν εκ του εγγύς τη ρωσικήν αναμόρφωσιν», «Το σχολείον των μπολσεβίκων», «Η σπαραχτική αγωνία της χριστιανικής θρησκείας», «Ο Ερυθρός Στρατός», «Μια νύχτα με μια νεαρά κομμουνίστρια».

4. Εντοπίστηκαν τα άρθρα: «Ο κόκκινος Τσάρος», «Η κόκκινη Μέκκα», «Το συνέδριον της Μόσχας», «Στάλιν και Τρότσκι», «Το πρόβλημα των χωρικών», «Η βιομηχανοποίησις», «Η Ανατολή».

5. Εντοπίστηκαν τα άρθρα: «Τι γίνεται στη Ρωσία», «Συζήτηση με έναν αρχηγό», «Νέα Πομπηία», «Σημείωμα», «Δεύτερο Σημείωμα», «Σταυρωμένη Ρούσια», «Επισκόπηση της Σοβιετικής Ρουσίας».

6. Εντοπίστηκαν τα άρθρα: «Ο φωτισμός του λαού», «Η φιλολογία στη Σοβιετική Ρούσια», «Σκηνές από τους δρόμους της Μόσχας».

7. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 97, 100, 106.

8. Εντοπίστηκαν τα άρθρα: «Αι πρώται εντυπώσεις από την Οδησσόν και τη Μόσχα», «Αι πρώται εντυπώσεις από την κόκκινη πρωτεύουσα», «Πώς είναι οργανωμένη η ζωή στη Μόσχα», «Η ηθική εις τον ελεύθερο έρωτα», «Ηθικοποίησις των πάντων διά της εργασίας», «Επίσκεψις εις τα εργοστάσια της Μόσχας», «Η θέσις της γυναικός και της Μητέρας», «Πώς προστατεύεται η βρεφική ηλικία», «Επίσκεψις εις έναν παιδικόν κήπον», «Τα σπίτια των εργατών και συγγραφέων», «Πώς γίνονται οι γάμοι και οι δίκαι», «Μια εορτή εις το πάρκο Μαξίμ Γκόρκι», «Η ανωτέρα και κατωτέρα εκπαίδευσις», «Επίσκεψις εις ένα σοβιετικό σχολείο», «Μια αεροπορική γιορτή εις την Μόσχα», «Δεξίωσις εις το σπίτι του Μαξίμ Γκόρκι», «Η θρησκεία, η εκκλησία και το κράτος», «Επίσκεψις στο αντιθρησκευτικό μουσείο», «Πλήρης αποθέωση της θεατρικής τέχνης», «Θέατρον, ηθοποιοί και σκηνοθέται», «Η καλλιτεχνική μόρφωση του παιδιού», «Σε μια στρατιωτική σχολή της Μόσχας», «Πνευματική κίνησις και συγγραφείς», «Η σημερινή ρωσική λογοτεχνία», «Το διεθνές συνέδριο των συγγραφέων», «Μ. Γκόρκι, το ίνδαλμα του ρώσικου λαού», «Αι βάσεις της σοβιετικής λογοτεχνίας».

9. Εντοπίστηκαν τα άρθρα: «Κόλαση ή Παράδεισος», «Η σημερινή Ρωσία», «Το ταξίδι με τα ερωτηματικά», «Και άλλα ερωτηματικά», «Η Ουκρανία», «Μόσχα, η πρωτεύουσα του Νέου Κόσμου», «Παρένθεση», «Τριγυρνώντας στη μεγάλη Πολιτεία», «Άνθρωποι στους δρόμους», «Ακόμη ανάμεσα στα πλήθη», «Προλετάριοι συγγραφείς και προλεταριάτο συγγραφέων», «Ένα συνέδριο μοναδικό στην Ιστορία», «Αλεξέι Μαξίμιτς Γκόρκι», «Άνθρωποι ανεβαίνουν προς το φως», «Ο σύντροφος Ότο Γκούλγιεβιτς Σμιτ έχει το λόγο», «Ο νέος Μαικήνας», «Μια βραδιά στο σπίτι του Γκόρκι», «Η Μάχη»,

«Φιλοσοφία παρά ποτόν», «Η δεύτερη μάχη», «Ανακεφαλαίωση ερωτηματικών», «Προσδοκίες και πραγματικότητες», «Κριτήριο της επανάστασης», «Πολεμικός κομμουνισμός», «Ισότητα», «Ρούμπλια», «Και πάλι τα ρούμπλια», «Η κοινωνική σχετικότης του χρήματος», «Σοσιαλιστική οργάνωση της οικονομικής ζωής», «Τα πεντάχρονα σχέδια», «Η εποποιία της σοσιαλιστικής εργασίας», «Ραψωδία δεύτερη», «Ένας νυχτερινός διάλογος», «Στα εργοστάσια της Μόσχας», «Σοσιαλιστική άμιλλα», «Σοσιαλιστική συνείδηση», «Το μεγάλο πρόβλημα», «Παρένθεση δεύτερη», «Το αγροτικό πρόβλημα», «Τα Κολχόζ», «Το πρόβλημα της σοσιαλιστικής αγροτικής οικονομίας», «Η δεύτερη αγροτική επανάσταση», «Αν πάρουν όπλα οι αγρότες», «Το δεύτερο πεντάχρονο στη Γεωργία», «Εμπόριο χωρίς εμπόρους», «Βιοτεχνίες και ελεύθερα επαγγέλματα», «Η νέα κάστα των εκμεταλλευτών», «Ρώσικη Σαλάτα», «Σοβιετική Δημοκρατία», «Υπάρχει δημοκρατία στη Σοβιετική Ένωση», «Γραφειοκρατία και αρμοδιοκρατία», «Σοβιετικός πολιτισμός και εθνότητες», «Οι Έλληνες στη Σοβιετική Ένωση», «Στο Ελληνικό σχολείο της Οντέσσας», «Στο μουσείο προστασίας της μητέρας και του παιδιού», «Μπόλσεβο, η κομμούνα των κλεφτών», «Σ’ ένα θεραπευτήριο κοινών γυναικών», «Μια μέρα με τον Κόκκινο Στρατό», «Σε ένα σοβιετικό δικαστήριο», «Υγεία». Ο Δημήτρης Γληνός συγκέντρωσε τα άρθρα του και στο βιβλίο «Η αυγή ενός νέου πολιτισμού», το οποίο πρόσφατα παρουσιάστηκε από τη «New Star».

10. Νίκου Καζαντζάκη: «Επιστολές προς Γαλάτεια», εκδ. «Δίφρος», Αθήνα, 1984, σελ. 89, 172.

11. Νίκου Καζαντζάκη: «Αναφορά στον Γκρέκο», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», σελ. 387-388, 398-400.

12. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 59-62.

13. Εφημερίδα «Πρωία», 12.1.1928. Ακόμα στο «Ριζοσπάστη», 12 και 13.1.1928 αναφέρεται: «Η χθεσινή συγκέντρωση στη διάλεξη του Ιστράτι ένας επαναστατικός χαιρετισμός στη σοβιετική Ρωσία».

14. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 165. Peter Bien: «Καζαντζάκης, η πολιτική του πνεύματος», «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», 2001, σελ. 161.

16. Δημοσθένη Βουτυρά: «Επιλογή από Άπαντα», εκδ. «Δίφρος», Αθήνα, 1960, σελ. 327-328.

17. Θεοδόση Πυλαρινού: «Σπύρος Νικοκάβουρας, μια παρουσίαση», εκδ. «Γαβριηλίδης», Αθήνα, 2007.

18. Δημοσθένη Βουτυρά: «Επιλογή από Άπαντα», εκδ. «Δίφρος», Αθήνα, 1960, σελ. 326-328.

19. Κώστα Βάρναλης: «Ποιητικά», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα, 1956, σελ. 23, 30, 79, 82, 83, 87.

20. Peter Bien: «Καζαντζάκης, η πολιτική του πνεύματος», «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», 2001, σελ. 113-115.

21. Κώστα Βάρναλης: «Ποιητικά», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα, 1956, σελ. 25, 28-29.

22. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 155-156.

23. Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας Ρούσια», εκδ. «Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 48-49.

24. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 153-155.

25. Νίκου Καζαντζάκη: «Συζήτηση με έναν αρχηγό», «Αναγέννηση», Σεπτέμβρης 1926, σελ. 19-24.

26. Γιάνη Κορδάτου: «Οι επικριτές του μαρξισμού», «Αναγέννηση», Γενάρης 1927, σελ. 260.

27. Κωνσταντίνου Θεοτόκη: «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010. Α. Π. «Ένας από τους πρόδρομους της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 25-26.3.2017.

28. Γρηγόρη Ξενόπουλου: «Τυχεροί και Άτυχοι», εκδ. «Βλάσση», 1984.

29. Κώστα Παρορίτη: «Ο Κόκκινος Τράγος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2016, σελ. 40-46.

30. Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας. Ρούσια», εκδ. «Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 38. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 56.

31. Δημήτρη Γληνού: «Και άλλα ερωτηματικά», περιοδικό «Νέος Κόσμος», 29.9.1934.

32. Νίκου Καζαντζάκη: «Πώς διενεργείται το εμπόριο εις την μπολσεβίκικην Ρωσίαν», εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», 1.12.1925.

33. Νίκου Καζαντζάκη: «Η Νέα Οικονομική Πολιτική», εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», 30.11.1925.

34. Δημήτρη Γληνού: «Υπάρχει δημοκρατία στη Σοβιετική Ένωση», περιοδικό «Νέος Κόσμος», 8.12.1934.

35. Νίκου Καζαντζάκη: «Μέσα στους χιονισμένους δρόμους της Μόσχας», εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», 21.11.1925.

36. Κώστα Βάρναλη: «Πλήρης αποθέωση της θεατρικής τέχνης», εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος», 18.10.1934.

37. Δημήτρη Γληνού: «Ένα συνέδριο μοναδικό στην Ιστορία», περιοδικό «Νέος Κόσμος», 8.10.1934. Δημήτρη Γληνού: «Μια βραδιά στο σπίτι του Γκόρκι»,περιοδικό «Νέος Κόσμος», 14.10.1934. Κώστα Βάρναλη: «Πνευματική κίνησις και συγγραφείς», εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος», 23.10.1934. Κώστα Βάρναλη: «Πνευματικοί και πολιτικοί σκοποί του συνεδρίου», εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος», 25.10.1934.

38. Ίδρυμα «Δημήτρης Γληνός», αρχείο Δημήτρη Γληνού, σοβιετικό ημερολόγιο.

39. Νίκου Καζαντζάκη: «Το συνέδριον της Μόσχας», εφημερίδα «Πρωία», 10.1.1928.

40. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 22.2.1928.

41. Εφημερίδα «Πρωία», 18 και 21.2.1928. Παντελή Πρεβελάκη: «400 γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη», εκδ. «Ελένη Καζαντζάκη», Αθήνα, 1965, σελ. 66. Peter Bien: «Καζαντζάκης, η πολιτική του πνεύματος», «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», 2001, σελ. 161.

42. Φίλιππου Φιλίππου: «Ο πολιτικός Ν. Καββαδίας», εκδ. «Άγρα», 1996.