Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ. ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η 100ή επέτειος της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (25 Οκτώβρη - 7 Νοέμβρη 1917) δεν πέρασε απαρατήρητη. Αυτό δεν αφορά μόνο τους ανά τον κόσμο κομμουνιστές, μαρξιστές επιστήμονες, το εργατικό κίνημα, ακόμα και τα διάφορα ρεύματα που αναπτύχθηκαν στο πολιτικό εργατικό κίνημα (αναρχικό, σοσιαλδημοκρατικό, ευρωκομμουνιστικό, νεοαριστερό κλπ.). Αφορά και αυτά καθαυτά τα κέντρα και τα επιτελεία της καπιταλιστικής εξουσίας (πολιτικά, πανεπιστημιακά, εκδοτικά, πολιτιστικά).1

Συμπερασματικά, η ιστορική σημασία της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης είναι τέτοιου μεγέθους που αντικειμενικά δεν ήταν δυνατό να αγνοηθεί από εχθρούς και φίλους. Δεν ήταν δυνατό να περάσει με την ίδια ευκολία που περνούσε τα πρώτα χρόνια από τη νίκη της αντεπανάστασης, τότε που κυριαρχούσε ότι η ανατροπή συνιστούσε το «τέλος της ιστορίας», την «αδιαμφισβήτητη ανωτερότητα του καπιταλισμού», την «αέναη κίνησή του».

Στα χρόνια που μεσολάβησαν φάνηκε έμπρακτα ότι οι εργαζόμενοι, οι νέοι, οι συνταξιούχοι στο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ συνολικά έχασαν σημαντικά δικαιώματα, σε μεγάλο μέρος τους εξαθλιώθηκαν τραγικά οι συνθήκες εργασίας και ζωής τους (ανεργία, οικονομική μετανάστευση, πορνεία, ναρκωτικά). Σε αρκετούς απ’ αυτούς που είχαν μνήμες, βιώματα από τις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με επίγνωση και των προβλημάτων της, άρχισε ν’ αναπτύσσεται αργά αλλά σταθερά η νοσταλγία του σοσιαλιστικού παρελθόντος, η συνειδητοποίηση της εξαπάτησης ότι η αντεπανάσταση χρησιμοποίησε ως «δούρειο ίππο» τα συνθήματα της «ανανέωσης του σοσιαλισμού», της «ανασυγκρότησής του» [περεστρόικα (перестройка)], της προώθησης της «διαφάνειας» [γκλάσνοστ (глaсность)] και της «δημοκρατίας» στην άσκηση της εργατικής εξουσίας, στη σχέση του σοβιετικού ανθρώπου με τα κομματικά και κρατικά όργανα.

Επίσης, τώρα πλέον, προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, φάνηκαν και πάλι πιο καθαρά όλα τα εγγενή προβλήματα του καπιταλισμού: συγχρονισμένες και βαθιές εκδηλώσεις οικονομικών κρίσεων, ανακατατάξεις στην ισχύ των καπιταλιστικών οικονομιών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα με όξυνση των ανταγωνισμών και με τη μορφή πιο εκτεταμένων ιμπεριαλιστικών πολέμων, έξαρση παρασιτικών φαινομένων (εμπόριο ναρκωτικών, γυναικών, παιδιών) και πάνω απ’ όλα η βαθιά αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και της ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, που εκδηλώνεται όχι μόνο με σχετική αλλά και με απόλυτη αύξηση της εξαθλίωσης.

Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ το 2007, ξέσπασε μια σχεδόν παγκόσμια οικονομική κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας, που ανησύχησε και τους ίδιους τους καπιταλιστές για τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειές της. Η καπιταλιστική ανάκαμψη που ακολούθησε δεν ήταν δυναμική, αν και βάθυνε παραπέρα τις ταξικές ανισότητες.2

Αυξήθηκαν τα κέρδη μονοπωλιακών ομίλων, καθώς και οι αμοιβές πρωθυπουργών, υπουργών, στελεχών της ΕΕ, του ΔΝΤ, των τραπεζών κλπ., όλων αυτών που στ’ όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας επεξεργάζονται και υλοποιούν τις πολιτικές λιτότητας για τους λαούς, τη μακροχρόνια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης του ευρώ σε βάρος του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν, με την έξαρση κοινωνικών φαινομένων όπως η διόγκωση των άστεγων, των πολιτικών προσφύγων από χώρες πολυετών ιμπεριαλιστικών πολέμων, η αύξηση της ανεργίας και ιδιαίτερα η χρόνια ανεργία νέων ακόμα και με επιστημονική ειδίκευση, συχνά η μείωση μισθών και συντάξεων, είναι αναμενόμενο να ενδιαφερθούν για την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση ακόμα και προβληματιζόμενοι αστοί διανοητές. Διόλου τυχαία αφιερώθηκαν στην 100ή επέτειο της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης πλήθος εκδόσεων, αφιερωμάτων, κινηματογραφικών, θεατρικών και άλλων, από διάφορες ιδεολογικές-πολιτικές κατευθύνσεις.

Στο παρόν κείμενο δεν θ’ ασχοληθούμε με τις χυδαία αντικομμουνιστικές απόψεις, αυτές που αναμασούν τα περί «πραξικοπήματος του Λένιν που στη συνέχεια διόρθωσε η Ιστορία». Θα μας απασχολήσουν ορισμένες πιο εκλεπτυσμένες προσεγγίσεις, που βάλλουν ενάντια στον κοινωνικό στόχο που σηματοδότησε η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση: την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την κατάργηση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά και την προοπτική κατάργησης κάθε μορφής ατομικής ιδιοκτησίας.

Εστιάζουμε σ’ αυτό το ζήτημα εξαιτίας δύο αλληλένδετων λόγων:

Ο ένας σχετίζεται με τις αιτίες που οδήγησαν στην ανάπτυξη και ισχυροποίηση των αντεπαναστατικών δυνάμεων στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Ο άλλος σχετίζεται με την πολιτική συμμαχιών της εργατικής τάξης με λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, όπως την έχει προγραμματικά επεξεργαστεί το ΚΚΕ.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΚΙΝΗΤΡΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΛΟΓΩ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

 Η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η χρησιμοποίησή τους από την εργατική δύναμη μέσω του κεντρικού σχεδιασμού αποτελεί θεμελιακή κοινωνική σχέση της νέας κοινωνίας, της κομμουνιστικής, ακόμα και στα πρώτα της βήματα ή και κατά τη μακρόχρονη πρώιμη εποχή της, αυτή που συνήθως ονομάζουμε σοσιαλιστική οικοδόμηση ή σοσιαλισμό.

Η εκκίνηση μιας τέτοιας διαδικασίας, βαθιά ανατρεπτικής, οπωσδήποτε προϋποθέτει μια ορισμένη συγκέντρωση μέσων παραγωγής που συνεπάγεται έναν ορισμένο βαθμό ανάπτυξης του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας, διαδικασία που συντελείται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης.

Η διαδικασία εκβιομηχάνισης αναμφίβολα προάγει την παραγωγικότητα της εργασίας, αφού αντικαθιστά μέρος της ζωντανής χειρωνακτικής –ακόμα και πνευματικής– εργασίας από τις μηχανές, προωθεί τον άμεσο συνεργατισμό των ατόμων στην παραγωγική διαδικασία, τη συλλογική εργασία.3

Το πέρασμα από τη χειρωνακτική μεταποιητική παραγωγή αρχικά στη μανιφακτούρικη συγκεντροποίησή της και στη συνέχεια στη μηχανοποιημένη επέφερε μεγάλη κοινωνική πρόοδο. Αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατάστρεψε τον ατομικό χειροτέχνη παραγωγό και αγροτοπαραγωγό, επέφερε την αποξένωση από την εργασιακή διαδικασία, θεμελιώθηκε πάνω στην εκμεταλλευτική σχέση κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας, που αξιοποίησε βάναυσα ακόμα και την παιδική εργασία.

Από τεχνολογική άποψη, στη βιομηχανική παραγωγή συντελέστηκαν μεγάλες τομές, ανατροπές που σχετίζονταν με τις επιστημονικές ανακαλύψεις, τις τεχνολογικές εφαρμογές τους, ιδιαίτερα ως προς την ενεργειακή πηγή κίνησης των μηχανημάτων, αλλά και το είδος της ζωντανής εργασίας που υποκαθιστούσε (αρχικά τη μυϊκή, στην πορεία όλο και περισσότερο και πνευματική). Η ηλεκτροκίνηση ήδη χαρακτήριζε την καπιταλιστική βιομηχανία κατά τις αρχές του 20ού αιώνα και μπορούσε να θεωρηθεί ως στοιχείο που υποδήλωνε το βαθμό συγκεντροποίησης των μέσων παραγωγής και ωρίμανσης του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας που καθιστούσε ώριμη την αναγκαιότητα κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής.

Στην αχανή τσαρική Ρωσία, λίγο πριν την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (1914), η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων παρουσίαζε μεγάλη εσωτερική ανισομετρία, συγκεντρώνοντας τη βιομηχανική ανάπτυξη κυρίως στις ευρωπαϊκές περιφέρειές της, σε βιομηχανίες που κυρίως αποτελούσαν ξένες επενδύσεις. Επρόκειτο για βιομηχανίες, οι οποίες παρουσίαζαν υψηλό για την εποχή βαθμό συγκέντρωσης εργατών –όχι όμως πάντα και υψηλό βαθμό ιπποδύναμης– αποτέλεσαν τη βάση για την εκκίνηση του νέου (κομμουνιστικού) τρόπου παραγωγής.

Βέβαια, αυτή η εκκίνηση στερήθηκε σημαντικές για την εποχή τους βιομηχανίες, αφού τελικά σημαντικές δυτικές ευρωπαϊκές περιφέρειες δεν εντάχθηκαν στο νέο εργατικό κράτος. Απώλειες είχε και εξαιτίας των συνολικότερων καταστροφών του ιμπεριαλιστικού πολέμου, της αντεπανάστασης και της ξένης επέμβασης.

Ωστόσο, σε μια περίπου εικοσαετή πορεία με αντιφάσεις και οπισθοχωρήσεις (ΝΕΠ4, όξυνση της ταξικής πάλης), μπήκαν τα θεμέλια του νέου τρόπου παραγωγής, έδωσαν αποτελέσματα εκβιομηχάνισης, πανσοβιετικού εξηλεκτρισμού, με ρυθμό και κυρίως με κοινωνικές σχέσεις πρωτόγνωρες στην ιστορία της κοινωνικής εξέλιξης.

Η επαναστατική εργατική εξουσία, συγκροτημένη ως σοβιετική (συμβούλια στο χώρο εργασίας ως όργανα εξουσίας, που τα μέλη τους εκλέγονταν από όλους τους εργαζόμενους, ελέγχονταν και ανακαλούνταν, καθώς και οι αντιπρόσωποι στα παραπάνω συμβούλια έως το κεντρικό, κυρίως στην περίοδο μέχρι το νέο Σύνταγμα του 1936), καλλιέργησε και ανέδειξε εργάτες και εργάτριες με πρωτοφανή πρωτοβουλία, ευθύνη, αποτελεσματικότητα στην οργάνωση και απόδοση της σοσιαλιστικής εργασίας. Η κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας απελευθέρωσε τη δύναμη του συνδυασμένου εργάτη, την οποία ανέδειξε ο Κ. Μαρξ συσχετίζοντας την «Οικονομία με εφευρέσεις»: «Τέλος, όμως, μόνον η εμπειρία του συνδυασμένου εργάτη ανακαλύπτει και δείχνει πού και πώς μπορεί να γίνει οικονομία, πώς θα εφαρμοστούν με τον απλούστερο τρόπο οι ανακαλύψεις που έγιναν ήδη, ποια πρακτικά εμπόδια πρέπει να υπερνικηθούν κατά την εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη –κατά την εφαρμογή της στο προτσές παραγωγής– κλπ.»5.

Ο Σταχάνοφ δεν ήταν μόνο ένας πρωτοπόρος συνειδητός κομμουνιστής εργάτης. Αντιπροσώπευε ένα ολόκληρο κίνημα κομμουνιστικής στάσης στην εργασία, στη ζωή. Αλλά και στην αγροτική παραγωγή, κυρίως την πιο μηχανοποιημένη και οργανωμένη σε κρατικά αγροκτήματα, αναδείχτηκαν ήρωες και ηρωίδες της σοσιαλιστικής εργασίας. Σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος των επαγγελματιών εκπαιδευτικών που τάχθηκε με την ανατροπή του τσάρου όχι όμως και με τη σοσιαλιστική επανάσταση, κατά χιλιάδες αναδείχτηκαν νέοι δάσκαλοι, παιδαγωγοί, καθηγητές, νεαρές και νεαροί φοιτητές· όλοι αυτοί οργάνωσαν και πραγματοποίησαν μια μοναδική –για την ταχύτητα και την έκτασή της– στη ανθρώπινη ιστορία εκστρατεία εξάλειψης του αναλφαβητισμού, μόρφωσης παιδιών, ενηλίκων και υπερήλικων, ανδρών και γυναικών, όχι μόνο στα τμήματα της αναπτυγμένης Ρωσίας αλλά και στους πληθυσμούς της αχανούς Ασίας που ζούσαν μέσα σε βαθιά προκαπιταλιστική καθυστέρηση. Η πάλη για την οργάνωση της νέας κοινωνίας αποτυπώθηκε και στην πολιτιστική δημιουργία: στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο χορό, στα εικαστικά, στη μουσική, ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι –που αναγνωρίστηκαν και από τους πρωτοπόρους στον καπιταλισμό– κι έμειναν στην ιστορία.

Η εκβιομηχάνιση και των πιο καθυστερημένων περιοχών, ο εξηλεκτρισμός όλης της χώρας, η μηχανοποίηση της αγροτικής παραγωγής, η γενική πολιτιστική άνοδος έγιναν με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στην Αγγλία, στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, γενικότερα στην Ευρώπη.

Στις χώρες του καπιταλισμού η βιομηχανική επανάσταση πέρασε μέσα από τις σάρκες και το αίμα παιδιών, μεταναστών, μαύρων δούλων, διπλά εκμεταλλευόμενων γυναικών, βέβαια και συνολικά με την εκμετάλλευση της εγχώριας εργατικής τάξης· σαν το βρυκόλακα τράφηκε από την υπερεκμετάλλευση των λαών στις αποικίες μέχρι να φτάσει εκείνη την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, ώστε να δώσει κάποια ανάσα στην εγχώρια εργατική τάξη, κυρίως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Από την άλλη, στη Σοβιετική Ένωση με την επαναστατική εργατική εξουσία, η βιομηχανική επανάσταση έγινε με σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, στο παιδί, στη γυναίκα6, στον ηλικιωμένο. Γι’ αυτό και δημιούργησε πρωτόγνωρα στην ανθρωπότητα δικαιώματα για όλους αυτούς, ανεξάρτητα από φύλο, χρώμα φυλής, εθνική προέλευση, θρησκευτική πεποίθηση. Η μεγαλύτερη και μοναδική κατάκτηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ήταν η εξάλειψη της ανεργίας, η εξασφάλιση εργασίας ανάλογης με την τεχνική ή επιστημονική ή καλλιτεχνική ειδίκευση, αλλά και η συνεχής δυνατότητα που σε σημαντικό βαθμό έδινε το κράτος για νέα εξειδικευμένη γνώση, μεταπήδηση σε άλλο εργασιακό αντικείμενο, πιο πνευματικό και επιτελικό, χωρίς όμως να πετύχει τη γενίκευση του τελευταίου.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση δημιούργησε αφάνταστες σε έκταση και ποιότητα αποκλειστικά κρατικές και δωρεάν παρεχόμενες ιατρικές και προνοιακές υπηρεσίες που ξεκινούσαν από το χώρο εργασίας, το χώρο εκπαίδευσης κι έφταναν και στο τελευταίο χωριό.

Δεν ήταν μόνο υπηρεσίες αποκατάστασης ή και πρόληψης της υγείας. Ήταν ολόκληρη φιλοσοφία και οργάνωση των κοινωνικών υπηρεσιών, ώστε κανένα παιδί, ενήλικας ή υπερήλικας να μη μένει μόνος ή αβοήθητος ή να εξαρτάται απόλυτα από μέλη της οικογένειάς του. Αντίθετα, μέσα στην καθημερινότητά του κάθε άνθρωπος είχε όλη τη δυνατότητα, τις υποδομές να συνδυάζει την εργασιακή ή την εκπαιδευτική δραστηριότητα με τη φυσική και αισθητική αγωγή και δημιουργία, να νιώθει την κοινωνική στήριξη του κράτους. Έσπασε το κέλυφος της οικονομικής εξάρτησης των μελών της οικογένειας και η σχέση των δύο φύλων, η επιλογή τους για συμβίωση και τεκνοποίηση μπήκε σε καθαρά ερωτική, συναισθηματική βάση· η μητρότητα και η ανάπτυξη των παιδιών έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά ατομική υπόθεση, έγινε στην πράξη κοινωνική.

Ακόμα και σήμερα, παρά τη βαρβαρότητα της καπιταλιστικής αντεπανάστασης, δεν έγινε ακόμα δυνατό να ξηλωθούν όλες οι υγειονομικές και προνοιακές δομές, παραμένουν ανώτερες σε σύγκριση με τις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι επιτυχίες του εργατικού κράτους στην ΕΣΣΔ, χωρίς υπερβολή, άλλαξαν τη ζωή των εργατών κι εργατριών, των εργαζόμενων σ’ όλο τον κόσμο – και τον καπιταλιστικό.

Βέβαια, αναφερόμενοι στις παραπάνω κατακτήσεις, αναδεικνύουμε την τάση, τη δυναμική τής προς διαμόρφωση κομμουνιστικής κοινωνίας. Δεν υποτιμάμε τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, είτε ξεπηδούσαν από τη σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κατά το ξεκίνημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ή λόγω της όξυνσης της ταξικής πάλης στην πορεία είτε πολύ περισσότερο στις αδυναμίες και τα λάθη του υποκειμενικού παράγοντα. Δεν υποτιμάμε το γεγονός ότι δεν είχαν εξαλειφθεί κοινωνικές ανισότητες, όπως ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία, τον εκτελεστικό και επιτελικό χαρακτήρα της εργασίας στην πόλη και το χωριό, ανισοτιμίες σε βάρος της γυναίκας, καθώς και εθνικιστικές και πολιτισμικές αντιθέσεις ριζωμένες στην προσοσιαλιστική ιστορία των πληθυσμών της Σοβιετικής Ένωσης. Αντίθετα θεωρούμε ότι η μεγάλη άνοδος στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δεν ήταν αρκετή για να υποστηρίξει μια νέα ώθηση ανάπτυξης του σοσιαλιστικού (ανώριμου κομμουνιστικού) τρόπου παραγωγής στην τέτοια ωρίμανσή του, ώστε να τον απαλλάξουν από κάθε βαρίδι του παρελθόντος, ν’ αποτελέσουν τη βάση πλήρους άνθισης των κομμουνιστικών σχέσεων, να κάνουν οριστικά ανεπίστρεπτη τη νίκη του επί του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η καπιταλιστική ιδεολογία και πολιτική, μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση και γενικευμένα σε όλες τις χώρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα, ισχυρίστηκε ότι το πλεονέκτημα του καπιταλισμού βρίσκεται στην ατομικότητα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, από την οποία πηγάζει ο ανταγωνισμός ως κίνητρο, η πρωτοβουλία, η ατομική ευθύνη ως πηγή για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας. Αντίθετα, ισχυρίζεται, ο σοσιαλισμός μέσω της κοινωνικής ιδιοκτησίας στερεί αυτό το κίνητρο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Αυτή η αστική αντίληψη, η οποία συστηματικά διαδίδεται πρώτ’ απ’ όλα μέσω όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, βρίσκει απήχηση στην πλειονότητα των νέων, παρά τη χρόνια ανεργία που βιώνουν, την υποαπασχόληση και ετεροαπασχόληση, τους εξαιρετικά χαμηλότερους μισθούς. Βάση αυτής της απήχησης είναι η αρνητική εμπειρία, δηλαδή το γεγονός της ανατροπής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της εκ νέου καπιταλιστικοποίησης.

Ό,τι φαίνεται όμως δεν είναι και η βαθύτερη αλήθεια, η οποία αποκαλύπτεται με πιο διεισδυτική και αναλυτική μελέτη της ιστορικής εξέλιξης που εδώ και χρόνια μεθοδεύει και προωθεί συλλογικά το Κόμμα μας, βέβαια κι άλλα ΚΚ, μαρξιστές επιστήμονες. Στο παρόν κείμενο θ’ αναφερθούμε σ’ ορισμένα από τα συμπεράσματά μας αλλά και θα επιχειρήσουμε την περαιτέρω προσέγγιση πλευρών του όλου ζητήματος.

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΚΑΙ Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

 Καταρχήν δεν είναι αλήθεια ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός τα κατάφερε αποκλειστικά και μόνο με την ατομική πρωτοβουλία, τη δήθεν απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς.

Ας μην ξεχνάμε ότι η αστική ιδεολογία και πολιτική δανείστηκε στοιχεία του κεντρικού σχεδιασμού προκειμένου να σώσει τον καπιταλισμό σε συνθήκες μεγάλης κεφαλαιοποίησης αλλά και βαθιάς οικονομικής κρίσης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τι έκανε ο Χίτλερ στη Γερμανία τη δεκαετία του 1930; Τι έκανε ο Ρούσβελτ με το «New Deal» στις ΗΠΑ; Τι έκανε όλη η Δυτική καπιταλιστική Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις κρατικές επιχειρήσεις ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, αερομεταφορών, σιδηροδρόμων, ακόμα και οδικών συγκοινωνιών, αλλά και με κρατικές βιομηχανίες επεξεργασίας ορυκτών, μεταλλευμάτων, βιομηχανικών υλών, φαρμάκων;

Το κρατικό μονοπώλιο και ο περιορισμένος καπιταλιστικός σχεδιασμός ήταν η μερική προσαρμογή της καπιταλιστικής σχέσης στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας. Δεν ήταν μια στρεβλή εκδοχή του καπιταλισμού, όπως αργότερα ισχυρίστηκε η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Ήταν η τότε αναγκαία συνειδητή επιλογή της καπιταλιστικής εξουσίας, επειδή τα επιμέρους ατομικά ή και συλλογικά (μετοχικά) κεφάλαια είχαν υποστεί μεγάλη απαξίωση, δυσκολεύονταν να μπουν δυναμικά σε νέο κύκλο μεγάλων επενδύσεων αν δε στηρίζονταν μ’ αυτό τον τρόπο από το κράτος τους. Και βέβαια η στήριξη από το κράτος και με τις κρατικές καπιταλιστικού τύπου επιχειρήσεις έφερε νέα κεφάλαια, βγαλμένα από το μόχθο των εργαζομένων μέσω του καπιταλιστικού σχεδιασμού, των Προγραμμάτων Επενδύσεων, χορηγήσεων, κρατικών έργων υποδομών κλπ., κεφάλαια που διοχετεύτηκαν σε παλιούς και νέους καπιταλιστές.

Η ποιοτική διαφορά σε σχέση με το σοσιαλισμό είναι ότι αυτός ήταν ένας περιορισμένος καπιταλιστικός σχεδιασμός (των μονοπωλίων, του κράτους ή και διακρατικών οργάνων), όταν και όσο τον είχαν ανάγκη οι καπιταλιστές, στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και προς εξυπηρέτησή της, ενώ δεν αναιρούσε την αναρχία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Διόλου τυχαία οι μετέπειτα ιδιωτικοποιήσεις έφεραν πολύ μεγαλύτερους μονοπωλιακούς ομίλους, μετόχους που έγιναν μεγιστάνες του παγκόσμιου πλούτου.

Και στην Ελλάδα, από κρατικές επιχειρήσεις, με κρατικά μισθωμένους εργατοϋπάλληλους και διευθυντές έγινε ο μεταπολεμικός πλήρης εξηλεκτρισμός, τα υδροηλεκτρικά φράγματα και σταθμοί, έφτασε η τηλεφωνία και στο τελευταίο νησί.

Κι όταν πλέον δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ενδιαφέροντος από τους καπιταλιστές, έπρεπε ν’ αλλάξει και η νομοθεσία, να καταργηθεί το κρατικό μονοπώλιο, να επιτραπεί η πώλησή του, να προβληθεί μια δουλεμένη επιχειρηματολογία για να αλλάξει χαρακτήρα η κρατική υπαλληλία, να γίνει εργατικό δυναμικό σε επιχειρήσεις συλλογικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, σε μετοχικές εταιρείες.

Μερικός κρατικός σχεδιασμός και κρατικό μονοπώλιο δεν ήταν παρέκκλιση της σοσιαλδημοκρατίας. Ήταν αναγκαστική κίνηση του καπιταλισμού προκειμένου να διασωθεί, γι’ αυτό κι εφαρμόστηκε και από φιλελεύθερα αστικά κόμματα ως κυβερνητικά, τα οποία βέβαια είχαν κι έχουν μοιρασμένους ρόλους με τα αστικοποιημένα σοσιαλδημοκρατικά. Γι’ αυτό, όταν πλέον αυτές οι κρατικές επιχειρήσεις ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους, όταν θα έπρεπε το κράτος να κάνει νέες επενδύσεις σε συνθήκες μάλιστα διακρατικής απελευθέρωσης των αγορών, έγιναν οι κατεξοχήν φορείς αποκήρυξης των κρατικών επιχειρήσεων, προπαγανδιστές των ελαττωμάτων τους έναντι των ιδιωτικών, έριξαν το ανάθεμα στους εργαζόμενους των κρατικών επιχειρήσεων κι όχι στο καπιταλιστικό σύστημα.

Βέβαια, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχε γίνει μια μεγάλη προσαρμογή της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, η μετοχική καπιταλιστική ιδιοκτησία, προσαρμογή αναγκαία για τα κεφαλαιακά μεγέθη που απαιτούσε η εισαγωγή νέων μηχανών. Η προσαρμογή εκφράστηκε και με το ρόλο της τραπεζικής Πίστης, όπως τον αναλύει ο Μαρξ στο έργο του «Το Κεφάλαιο»:

«Είναι αλήθεια ότι με το τραπεζικό σύστημα δίνεται η μορφή μιας γενικής λογιστικής και κατανομής των μέσων παραγωγής σε κοινωνική κλίμακα, αλλά πάλι μόνο η μορφή. Έχουμε δει ότι το μέσο κέρδος του κάθε ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη ή κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου καθορίζεται όχι από την υπερεργασία, που το κεφάλαιο αυτό ιδιοποιείται από πρώτο χέρι, αλλά από την ποσότητα της συνολικής υπερεργασίας, που ιδιοποιείται το συνολικό κεφάλαιο, και από την οποία το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο παίρνει το μερίδιό του, ανάλογα μόνο με το μέρος του συνολικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει. Αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου πετυχαίνεται και πραγματοποιείται πέρα για πέρα μόνο με την πλήρη ανάπτυξη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος. Από την άλλη μεριά, το σύστημα αυτό εξελίσσεται παραπέρα. Θέτει στη διάθεση των βιομηχάνων και εμπόρων κεφαλαιοκρατών όλο το διαθέσιμο, μαζί με το δυνητικό κεφάλαιο της κοινωνίας, που αδρανεί ακόμα, έτσι που ούτε ο δανειστής αυτού του κεφαλαίου, ούτε αυτός που το χρησιμοποιεί είναι ιδιοκτήτες ή παραγωγείς του. Καταργεί έτσι τον ιδιωτικό χαρακτήρα του κεφαλαίου και περικλείνει έτσι μέσα του, αλλά μόνο μέσα του, την κατάργηση του ίδιου του κεφαλαίου. Με το τραπεζικό σύστημα η κατανομή του κεφαλαίου και σαν ιδιωτική επιχείρηση και σαν κοινωνική λειτουργία αποσπάται από τα χέρια των ιδιωτών κεφαλαιοκρατών και των τοκογλύφων. Η τράπεζα και η Πίστη, όμως, γίνονται ταυτόχρονα το πιο ισχυρό μέσο, για να οδηγηθεί η κεφαλαιοκρατική παραγωγή πέρα από τα δικά της όρια και ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μοχλούς των κρίσεων και της απάτης.

Το τραπεζικό σύστημα, υποκαθιστώντας το χρήμα με διάφορες μορφές πιστωτικής κυκλοφορίας, δείχνει ακόμα, ότι το χρήμα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα άλλο από μία ιδιαίτερη έκφραση του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και των προϊόντων της, που, επειδή βρίσκεται σε αντίθεση με τη βάση της ατομικής παραγωγής, οφείλει να εμφανίζεται πάντα σε τελευταία ανάλυση σαν ένα πράγμα, σαν ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα δίπλα στα άλλα εμπορεύματα»7.

Αν και γενικά οι κρατικές και διακρατικές ρυθμίσεις επιταχύνουν τη συγκέντρωση και συγεντροποίηση, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι υπάρχουν κι εκείνες οι –γνωστές ως «αντιμονοπωλιακές»– ρυθμίσεις (π.χ. οι σχετικές αντιμονοπωλιακές επιτροπές) που συνιστούν κρατική (ή και διακρατική) καπιταλιστική παρέμβαση περιστασιακής αναχαίτισης της συγκεντροποίησης σε κυριολεκτικά μονοπωλιακή κλίμακα· διόλου τυχαία πρωτοεφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ στην πετρελαϊκή συγκεντροποίηση, αλλά κι έναν αιώνα αργότερα στην πληροφορική.

Η αστική πολεμική κρύβει ότι και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις ολοκληρώνουν τον κύκλο τους, την ανάπτυξή τους, ακολουθεί η κάμψη, η κρίση, η απαξίωση, γι’ αυτό και με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστρέφονται, πτωχεύουν, εξαγοράζονται, ενσωματώνονται σε άλλες νεότερες, δυναμικότερες, μεγαλύτερες από άποψη κεφαλαιοποίησης. Άλλωστε και πολλές κρατικοποιήσεις έγιναν για ν’ απαλλάξουν τους ιδιώτες καπιταλιστές από απαξιωμένες επιχειρήσεις. Ας θυμηθούμε την ιστορία των αερομεταφορών στην Ελλάδα, πώς περνούσαν από το ιδιωτικό στο κρατικό καπιταλιστικό καθεστώς και το αντίθετο.

Το σημαντικότερο είναι ότι δεν υπάρχει ένας γενικός κρατισμός, αυτός της Σοβιετικής Ένωσης, της Κούβας, της Κορέας, του Βιετνάμ πριν τις ανατροπές, του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, πολύ περισσότερο του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980, της Σουηδίας, της Γαλλίας μεταπολεμικά κλπ.

Υπάρχει σοσιαλιστική-κομμουνιστική ιδιοκτησία και σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτήν υπάρχει η καπιταλιστική κρατική ιδιοκτησία, αυτή δηλαδή που υπήρχε έντονα στη μεταπολεμική καπιταλιστική Ευρώπη, που υπάρχει και σήμερα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Ασίας, όπως στην Κίνα, στο Βιετνάμ και αλλού.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΣΣΔ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ

 Καταρχήν υπήρχαν πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που με κοινωνική ιδιοκτησία και κεντρικό σχεδιασμό πραγματοποιήθηκαν αφάνταστοι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, υπήρχε πλήθος ευρεσιτεχνιών, εφαρμόστηκαν νέες τεχνικές, τέτοιες που τις ζήλευε ο καπιταλιστικός κόσμος.

Είναι γνωστό ότι μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση έγινε άγριο πλιάτσικο σε πλήθος επιστημονικών-τεχνολογικών εφευρέσεων, πατεντών, που διοχετεύτηκαν κατά τα πρώτα χρόνια σε όλο τον κόσμο, στην Κίνα, στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, πουλήθηκαν, τροφοδότησαν και μ’ αυτό τον τρόπο τους νέους μεγιστάνες του πλούτου στη Ρωσία.

Ας μην ξεχνάμε ότι επιστημονικά και τεχνολογικά η ΕΣΣΔ συχνά ήταν πιο μπροστά από τις ΗΠΑ στην έρευνα του διαστήματος, με ό,τι αυτό προϋπέθετε ως προς την αυτοματοποίηση, τις εφαρμογές της πληροφορικής και άλλων σύγχρονων επιστημονικών κατακτήσεων.

Ωστόσο παραμένει μεγάλο πεδίο έρευνας η εκκίνηση, ανάπτυξη, εξέλιξη του κεντρικού σχεδιασμού στην ΕΣΣΔ, βέβαια και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, αλλά και μεταξύ αυτών, ειδικότερα μέσω του Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (ΣΟΑ).

Ως καθήκον έχει τεθεί στις συλλογικές αποφάσεις του Κόμματος, αλλά βρίσκεται ακόμα στην αρχή της εκπόνησής του. Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να έχει τη συμβολή ανακίνησης του ενδιαφέροντος, να θέσει κριτήρια και προβληματισμούς. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Τι εμπόδισε το σοσιαλιστικό (κομμουνιστικό) τρόπο παραγωγής ν’ αναπτυχθεί παραπέρα και ειδικότερα τι είδους σφάλματα υπήρξαν στην αντίληψη του υποκειμενικού παράγοντα για τον κεντρικό σχεδιασμό, με αποτέλεσμα να τον εμποδίσουν ως κοινωνική σχέση να λειτουργεί απρόσκοπτα στην ώθηση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων;

Καταρχήν οφείλουμε να έχουμε στο κέντρο της προσοχής μας ότι κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ο υποκειμενικός παράγοντας έχει το προβάδισμα, αφού οι νέες κομμουνιστικές (σοσιαλιστικές ως πρώιμες) σχέσεις δεν μπορούν να εμφανιστούν στο έδαφος του καπιταλισμού. Δηλαδή δεν αρκεί να καταργηθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις με νομικές ρυθμίσεις και κατασταλτικά μέσα για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων στην εφαρμογή του νέου νομικού εποικοδομήματος. Δεν αρκεί, επίσης, μόνο η θεσμική κατοχύρωση των νέων σχέσεων ιδιοκτησίας, γενικότερα των νέων κοινωνικών σχέσεων. Η προτεραιότητα του επαναστατικού υποκειμενικού παράγοντα πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να εκφραστεί στο πεδίο της οικονομικής επιστήμης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, που αφορά όχι μόνο τη γενική αντίληψη των νομοτελειών του νέου τρόπου παραγωγής, αλλά και τη συνειδητοποίηση των κατευθυντήριων δράσεων για τη δημιουργία όλων των προϋποθέσεων απρόσκοπτης λειτουργίας τους. Ο κεντρικός σχεδιασμός ως προϊόν της επαναστατικής εργατικής εξουσίας να πατά γερά σ’ αυτές τις ράγες.

Στη σοσιαλιστική οικοδόμηση διατηρήθηκαν, και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επεκτάθηκαν στο σύνολο της οικονομίας, εργαλεία - οικονομικοί δείκτες, όπως το ακαθάριστο προϊόν, το κόστος, το πριμ, η αξιακή αποτίμηση της εργασίας, η ιδιοσυντήρηση της επιχείρησης, που στα πρώτα χρόνια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όσο επιχειρούνταν η εκβιομηχάνιση, δε γινόταν αντιληπτή η ασυμβατότητά τους με τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής - κατανομής. Η κατάργηση της καπιταλιστικής σχέσης και η γενική άνοδος του βιοτικού επιπέδου, κατά την περίοδο που η ακόμα επαναστατημένη εργατική τάξη έμπαινε επικεφαλής στην επέκταση της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης, εμπόδισαν να συνειδητοποιηθεί ότι δεν ταίριαζαν στον υπολογισμό της ανάπτυξης και απόδοσης της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής βιομηχανίας και αγροτικής παραγωγής. Η σοσιαλιστική οικονομική επιστήμη καθυστέρησε να προσδιορίσει μεθόδους και δείκτες για την αντικειμενική εκτίμηση της δαπάνης εργάσιμου χρόνου και υλών-πόρων, με στόχο τη σχεδιασμένη μείωσή τους, την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας με στόχο την ολοένα σε ανώτερο επίπεδο κοινωνική ευημερία. Βέβαια είναι αντικείμενο ιστορικής μελέτης αν το κύριο πρόβλημα ήταν η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομικής επιστήμης ή αν δεν κυριάρχησε –και γιατί– στην αντίληψη της κομμουνιστικής ηγεσίας.

Στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομικής επιστήμης υπάγεται και η συνειδητοποίηση ότι ο κεντρικός σχεδιασμός δεν είναι βουλησιαρχικά επιλεγμένοι δείκτες, π.χ. όγκου παραγωγής, νορμών παραγωγικότητας, κατανομής εργατικού δυναμικού με λειτουργία κοινωνικού καταμερισμού κλπ. Όπως αναφέρει ο σύγχρονός μας Ουκρανός μαρξιστής Α. Σαμάρσκιι, οι οικονομικοί δείκτες θα πρέπει «αφενός να εξασφαλίζουν τη μέγιστη κινητικότητα της οικονομικής δραστηριότητας κάθε συγκεκριμένης μονάδας της λαϊκής οικονομίας, αφετέρου να διευκολύνουν τον κεντρικό υπολογισμό του σχεδίου στην κλίμακα όλης της χώρας»8. Ο ίδιος αναφέρεται στον αεροναυπηγό Όλεγκ Αντόνοφ, καθοδηγητή ενός ενιαίου Κατασκευαστικού Γραφείου, ο οποίος προβληματιζόταν για τις αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος σχεδιασμού της παραγωγής και θεωρούσε ότι «το κριτήριο ικανοποίησης του βασικού δείκτη υλοποίησης του σχεδίου πρέπει να είναι η ικανοποίηση του καταναλωτή».

Αυτή η προσέγγιση σωστά έχει δεχτεί κριτική ως μηχανικά υλιστική, επηρεασμένη από τα καταναλωτικά κριτήρια του καπιταλισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τη σημασία της επάρκειας και ποιότητας άμεσα καταναλώσιμων προϊόντων ή και μεγαλύτερης διάρκειας και από τα οποία εξαρτάται το επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας. Χωρίς να περιορίζουμε το επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας στο επίπεδο των άμεσα καταναλώσιμων προϊόντων, θεωρούμε ότι θεμελιακά λαθεμένα αντιμετωπίστηκε στην ΕΣΣΔ το ζήτημα της ποσοτικής διεύρυνσης και ποιοτικής εξέλιξης των προϊόντων άμεσης κατανάλωσης, στη δεκαετία του 1960. Τότε επιλέχτηκε να δοθεί το προβάδισμα στην Υποδιαίρεση ΙΙ (προϊόντα κατανάλωσης) σε σχέση με την Υποδιαίρεση Ι (μέσα παραγωγής) στη σχεδιασμένη αναλογική κατανομή της εργασίας και της παραγωγής ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της σοσιαλιστικής βιομηχανίας.9 Όμως από τη συνεχή επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής και των ανάλογων μεθόδων οργάνωσης της εργασίας εξαρτάται και η παραγωγικότητα στους κλάδους παραγωγής όχι μόνο βιομηχανικών προϊόντων αλλά και άμεσης ή διαρκούς κατανάλωσης, το υλικό μέρος της κοινωνικής ευημερίας.

Ο εκάστοτε κεντρικός σχεδιασμός ως προϊόν της επαναστατικής εργατικής εξουσίας πρέπει ν’ ανταποκρίνεται στην αναλογική ανάπτυξη όλων των κλάδων της παραγωγής, των κοινωνικών υπηρεσιών, των υποδομών λειτουργίας μιας κοινωνίας σ’ ετήσιο, αλλά κυρίως σε μεσοπρόθεσμο (π.χ. πεντάχρονο) και μακροπρόθεσμο (π.χ. δεκαπεντάχρονο) ορίζοντα, ώστε πράγματι ν’ αναπτύσσονται στο έπακρο των δυνατοτήτων οι παραγωγικές δυνάμεις, καθολικά να προάγεται η γενική εργασία10, να πραγματοποιείται η κοινωνική ευημερία σε ολοένα ανώτερο επίπεδο, που δεν εκφράζεται μόνο στα προϊόντα κατανάλωσης, αλλά στη συνολική ανάπτυξη των ανθρώπων, στη διεύρυνση του μη εργάσιμου χρόνου και της ποιότητας ζωής.

Όπως σωστά είχε εντοπιστεί από σοβιετικούς επιστήμονες και διανοητές (π.χ. Βαζιούλιν, Γκλουσκόφ, Ελμέεφ, Αντόνοφ κ.ά.), η μηχανοποίηση της παραγωγής και ο εξηλεκτρισμός δεν επαρκούσαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, προκειμένου ν’ ανθίσει ο κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής, να επεκταθούν και κυρίως να εμβαθύνουν οι κομμουνιστικές σχέσεις στην οικονομία και συνολικά στις σχέσεις των ανθρώπων. Σε παραγωγικό επίπεδο απαιτούνταν το σχεδιασμένο πέρασμα των λειτουργικών μεν, τεχνολογικά παρωχημένων δε, μέσων παραγωγής στον αυτοματισμό, με χρησιμοποίηση της πληροφορικής. Απαιτούνταν ο ανάλογος σχεδιασμός που θ’ αφορούσε καθολική χρήση της επιστήμης στην παραγωγή, στις υπηρεσίες, στην οργάνωση και διεύθυνση της κοινωνίας, στην κατεύθυνση εξάλειψης της χειρωνακτικής εργασίας, της αντίθεσης πόλης - χωριού κλπ.

Τι έλλειψε από τη σοβιετική κοινωνία; Μήπως έλειψαν τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα; Αλλά ακριβώς χάρη σ’ αυτά η Σοβιετική Ένωση συχνά βρισκόταν πιο μπροστά από τις ΗΠΑ στην εξερεύνηση του διαστήματος.

Το ίδιο και η πολεμική βιομηχανία της δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από εκείνη των ΗΠΑ. Αλλά και η «ειρηνική» βιομηχανία ήταν αφάνταστα προχωρημένη, π.χ. οι προκάτ τσιμεντένιες κατασκευές, οι προστατευμένες από το πολικό ψύχος πιλοτικές πολιτείες στη Σιβηρία, τα πυρηνικά παγοθραυστικά, γενικότερα οι πυρηνικοί σταθμοί, το εκτεταμένο δίκτυο ηλεκτροκίνητων μέσων μαζικής μεταφοράς, ο υπερσύγχρονος στόλος της πολιτικής αεροπορίας και τόσα άλλα.

Το 1986 η ΕΣΣΔ διέθετε εργοστάσια πλήρους αυτοματοποίησης. Αντίστοιχα διέθετε το απαιτούμενο επιστημονικό και τεχνολογικά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος της μεταποίησης, κυρίως αυτό που αφορούσε προϊόντα κατανάλωσης, πραγματοποιούνταν με ιδιαίτερα παρωχημένη τεχνολογία, με σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, με τμήματα (π.χ. συσκευασίας, αποθήκευσης) που χρησιμοποιούνταν βαριά, χειρωνακτική εργασία. Αυτό έκφραζε καθυστέρηση στην ανάπτυξη της καθολικότητας της εργασίας, στην κυριαρχία της επιστημονικής εργασίας, στην οργάνωση της άμεσα κοινωνικής εργασίας με τις δικές της απαιτούμενες μεθόδους κι όχι δανεικές (τεϊλορισμό, φορντισμό κ.ά.) από τον καπιταλισμό· ορισμένα από τα αντιληπτά αρνητικά αποτελέσματα ήταν να υπάρχουν προϊόντα που δεν ικανοποιούσαν τις σύγχρονες ανάγκες (π.χ. στα υποδήματα, στο ρουχισμό) ή να υπάρχει ανεπάρκεια των προϊόντων που ικανοποιούσαν σύγχρονες ανάγκες (π.χ. έγχρωμων τηλεοράσεων σε σχέση με ασπρόμαυρες, άλλων ηλεκτρικών οικιακών συσκευών). Επίσης, πολλές από τις υπηρεσίες (π.χ. καταστήματα) δεν ήταν σύγχρονα οργανωμένες λόγω μη τεχνολογικού εκσυγχρονισμού όλου του συστήματος αποθήκευσης, εφοδιασμού, λογιστικής απεικόνισης κλπ. Ορισμένη τεχνολογική καθυστέρηση υπήρχε και στις υποδομές της παιδείας, υγείας, παρά τη μεγάλη ανάπτυξη των αντίστοιχων υπηρεσιών.

Κομματικά και κρατικά όργανα εντόπιζαν τέτοιου είδους προβλήματα. Σε αυτά αναφερόταν ήδη η Έκθεση δράσης της ΚΕ του ΚΚ(μπ) στο 19ο Συνέδριό του το 1952, εκτιμώντας και την εκπλήρωση του 4ου πεντάχρονου πλάνου (1946-1950).11 Αναπτύχθηκε επιστημονική συζήτηση, διαπάλη εσωκομματική, στην οποία αρχικά το ΚΚ(μπ) ανταποκρίθηκε με υγιείς, επαναστατικές θέσεις, αλλά ίσως όχι αρκετά βαθιά επεξεργασμένες ώστε ν’ αντέξουν στη μετέπειτα διαπάλη με τις αγοραίες αντιλήψεις.

Ένα από τα προβλήματα ως προς την ποιότητα ζωής που κατηγορήθηκε η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ ήταν η έλλειψη ενός εκτεταμένου δικτύου σύγχρονων καφέ-εστιατορίων· ως αιτία του προβλήματος θεωρήθηκε γενικά ο κεντρικός σχεδιασμός, η έλλειψη ατομικής ιδιοκτησίας και πρωτοβουλίας. Το πρόβλημα της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν ότι παρέλαβε από τον καπιταλισμό τις σύγχρονες αλυσίδες τέτοιας εστίασης και τις αδρανοποίησε μέσω της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού ή ότι παρέλαβε μια πληθώρα αυτοαπασχολούμενων, ατομικών ιδιοκτητών σε τέτοιους κλάδους, τους κατάργησε αλλά δεν μπόρεσε μέσω του κοινωνικοποιημένου τομέα να παρέχει τις ανάλογες υπηρεσίες. Στα εδάφη της τσαρικής Ρωσίας του 1917, που παρέλαβε η εργατική εξουσία, δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί μια τέτοια δραστηριότητα για λόγους καπιταλιστικής καθυστέρησης σε συνδυασμό με τις κλιματολογικές συνθήκες. Η σοσιαλιστική οικοδόμηση σε μεγάλο βαθμό απάλλαξε τη γυναίκα από το αναγκαστικό καθημερινό ατομικό καθήκον παρασκευής φαγητού, παρέχοντας στους χώρους εργασίας κι εκπαίδευσης ανάλογες υπηρεσίες. Πρόβλημα του κεντρικού σχεδιασμού ήταν ο μη έγκαιρος εντοπισμός μιας τέτοιας νέας ανάγκης όπως τα καφέ-εστιατόρια και ως χώρους αναψυχής, αλλά και πρόβλημα του εργατικού ελέγχου ή γενικότερα της λειτουργίας των οργάνων εργατικής εξουσίας από τα κάτω ήταν να μη λειτουργούν καλά τα υπάρχοντα.

Στις συνθήκες μετά το Β΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, οι ανάγκες της μεταπολεμικής οικονομικής ανόρθωσης επέδρασαν στην –λαθεμένη– εκτίμηση των κοινωνικών αναγκών στις επόμενες δεκαετίες. Δηλαδή, αν και η σοσιαλιστική παραγωγή πολύ γρήγορα πέρασε από τη βασικά πολεμική βιομηχανία στην ειρηνική, κάλυψε τις ανάγκες που είχαν περιοριστεί λόγω πολέμου, άργησε όμως να εκσυγχρονίσει την παραγωγή και τις υπηρεσίες στη βάση των νέων αναγκών.

Τέτοιου είδους δυσλειτουργία του κεντρικού σχεδιασμού δεν αναιρεί ότι είναι παρελθόν η κατακερματισμένη ατομική εμπορευματική παραγωγή στην κατασκευή, π.χ., εδεσμάτων, ενώ είναι πλέον αναγκαία και δυνατή η κοινωνικά οργανωμένη παροχή υπηρεσιών είτε πιο γρήγορης εστίασης είτε πιο δημιουργικά κατασκευασμένης και αναλώσιμης με πιο ευχάριστες συνθήκες, στο μη εργάσιμο χρόνο. Φυσικά αυτή η τάση δεν έρχεται σε αντίθεση με την ατομική επιλογή παρασκευής φαγητού και με τη μορφή της δημιουργικής απασχόλησης.

Τα προαναφερθέντα προβλήματα δεν αχρηστεύουν την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα του κεντρικού σχεδιασμού, δηλαδή δεν υποβαθμίζουν την ανάγκη για αναλογική κατανομή εργατικού δυναμικού, μέσων παραγωγής, πόρων στους κλάδους για την ικανοποίηση των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών. Τι αναδεικνύουν; Τα λάθη που έκαναν τ’ αρμόδια όργανα στο πώς καταλάβαιναν και ιεραρχούσαν τις κοινωνικές ανάγκες ή στο πώς σχεδίαζαν την ικανοποίησή τους ή και στο πώς εφάρμοζαν το σχεδιασμό. Αναδεικνύουν τα προβλήματα στην ουσιαστική άσκηση της εργατικής εξουσίας, ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να συμβάλλουν συνειδητά στην ανάπτυξη της κοινωνικής ευημερίας.

Στα λάθη πρωτίστως περιλαμβάνονται οι λαθεμένες αντιλήψεις σε σχέση με το χρόνο απαξίωσης των μέσων παραγωγής, την ανάγκη αντικατάστασής τους όταν τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα αντικειμενικά οδηγούν σε νέα τεχνολογία από την οποία προκύπτει άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας.

Ορισμένες καθυστερήσεις τεχνολογικού εκσυγχρονισμού σε κάποιους τομείς οφείλονταν στην απεικόνιση υποκειμενικών επιλογών στον κεντρικό σχεδιασμό, δηλαδή ήταν προϊόν επιλογών των φορέων του κεντρικού σχεδιασμού, θεωρώντας πρωτεύουσας σημασίας τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό σε ορισμένους παραγωγικούς κλάδους κι όχι σε όλους. Φυσικά, υπήρχε και ορισμένη στενότητα στους υπάρχοντες συσσωρευμένους πόρους, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως οι κατακτήσεις της σοσιαλιστικής σοβιετικής παραγωγής αποδείκνυαν ότι δεν ήταν αυτό ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η σοσιαλιστική παραγωγή είχε αναμετρηθεί και είχε σαρώσει πολύ πιο ισχυρές καθυστερήσεις τα προηγούμενα χρόνια. Στοιχεία της –και μάλιστα κρίσιμα– είναι η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση για την εξάλειψη και φαινομένων ρεμούλας, διαφθοράς, απόκρυψης στοιχείων κλπ. που οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα εκ μέρους των κρατικών, κομματικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα με τον κεντρικό σχεδιασμό. Βασικό στοιχείο που οδηγούσε σ’ αυτό υπήρξε το αδυνάτισμα του εργατικού ελέγχου της πραγματικής εργατικής συμμετοχής μέσω των εργατικών κολεκτίβων, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Όπως ήδη προαναφέραμε, ο υποκειμενικός παράγοντας είναι καθοριστικός για τη θεμελίωση και ανάπτυξη των νέων κοινωνικών σχέσεων, γι’ αυτό και είναι αναγκαίος ο καθοδηγητικός ρόλος του ΚΚ, η κομμουνιστική συνείδηση στην κοινωνική εργασία, στην οργάνωσή της, στην οργάνωση ολόκληρης της κοινωνίας.

 

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟ ΒΑΡΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 Βέβαια, την αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα οφείλουμε να την εξετάσουμε σε συνάρτηση με την κοινωνική διαστρωμάτωση (συνεταιριστικοποιημένοι αγρότες, άλλοι αυτοαπασχολούμενοι, διευθυντές με προνόμια, αλλά και χρηματική εισοδηματική διαφοροποίηση των εργαζομένων στη σοσιαλιστική παραγωγή) κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Οφείλουμε να στρέψουμε την προσοχή μας στην αναζήτηση των κοινωνικών δυνάμεων που αντιστέκονταν στην επέκταση κι εμβάθυνση των κομμουνιστικών σχέσεων, που τροφοδοτούσαν θεωρητικές αντιλήψεις και πολιτικές πρακτικές περί «σοσιαλισμού με αγορά», που ανατροφοδοτούσαν τις εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις όχι μόνο στην αγροτική παραγωγή αλλά και στη σοσιαλιστική βιομηχανική παραγωγή και κατανομή.

Τροφοδότης των αγοραίων αντιλήψεων ήταν οι κοινωνικές δυνάμεις που με τη μία ή άλλη μορφή ήταν δεμένες με την ατομική ιδιοκτησία σε μέσα παραγωγής. Μεταξύ αυτών των δυνάμεων ήταν και το εκτεταμένο δίκτυο διευθυντών των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων, οι οποίοι αρχικά σε μεγάλο μέρος τους προέρχονταν από τις αστικές δυνάμεις, λόγω έλλειψης της εργατικής εξουσίας σε κομμουνιστικής συνείδησης ανάλογο εξειδικευμένο δυναμικό. Αυτό το κοινωνικό στρώμα ισχυροποιήθηκε με τις μεταρρυθμίσεις που ευνοούσαν την ιδιοσυντήρηση των σοσιαλιστικών μονάδων, τα πριμ στους διευθυντές, αλλά και σ’ όλους τους υπεύθυνους παραγωγικών τμημάτων, σε αντίθεση με τη συλλογική λειτουργία κι ευθύνη της κολεκτίβας. Έτσι, αντί σχεδιασμένα να εξαλειφθεί η αντίθεση διευθυντικής-εκτελεστικής εργασίας (με την ανάπτυξη του σύνθετου συλλογικού εργάτη, την εκ περιτροπής εργασία στην οργάνωση και διεύθυνση κλπ.), βάθαινε η κοινωνική διαφοροποίηση.

Δυνάμεις δεμένες με την ατομική ιδιοκτησία υπήρχαν εκτεταμένα στην αγροτική παραγωγή. Η Σοβιετική Ένωση είχε κληρονομήσει μια εκτεταμένη κοινωνική δύναμη πρώιμων αστικών δυνάμεων που προεπαναστατικά συγκέντρωναν την αγροτική παραγωγή, που ενισχύθηκε και λόγω συνειδητών υποχωρήσεων σε ορισμένες κρίσιμες περιόδους, π.χ. πολεμικής προετοιμασίας προς το τέλος της δεκαετίας του 1930.

Προεπαναστατικά, στο σύνολο της χώρας κυριαρχούσε η χειροτεχνική και κυρίως η χειρωνακτική αγροτική παραγωγή, συχνά με τη μορφή της ρωσικής αγροτικής κοινότητας που από την παλιά υποταγή της στη φεουδαρχική σχέση είχε σε μεγάλο βαθμό περάσει στην υποταγή της στην καπιταλιστική σχέση: συγκέντρωση του υπερπροϊόντος της από τους κουλάκους (αστικοποιημένους μεγαλοαγρότες που είχαν συγκεντρώσει μηχανήματα γεωργίας, ζώα χρησιμοποιούμενα στην αγροτική παραγωγή, χρησιμοποιούσαν μισθωτή εργασία, έλεγχαν μέσω της τοκογλυφίας τόσο τις αποδεσμευμένες από τους ευγενείς-φεουδάρχες αγροτικές κοινότητες όσο και τους ατομικούς αγροτοπαραγωγούς). Οι κουλάκοι στην πραγματικότητα έλεγχαν το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο των σιτηρών κατά τα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση της εξουσίας. Ως κοινωνική δύναμη είχαν ταχθεί ενάντια στη φεουδαρχία, ήθελαν να καταργηθεί η φεουδαρχική σχέση μεταξύ της ρωσικής αγροτικής κοινότητας και των ευγενών γαιοκτημόνων, ώστε να ιδιοποιηθούν τη γη ως μέσο παραγωγής, να βρίσκουν τον καλλιεργητή ως ελεύθερο εργάτη γης προς εκμετάλλευση, να υποτάσσουν τον ατομικό αγροτοπαραγωγό μέσω της τοκογλυφικής εξάρτησής του, έτσι να συγκεντρώνουν προϊόν, γη, ζώα κλπ. Αυτή η διαδικασία διευκολύνθηκε αφενός από τις μεταρρυθμίσεις μετά την επανάσταση του 1905, αφετέρου από την επανάσταση του Φλεβάρη του 1917.

Μετεπαναστατικά, εξελισσόταν περίπλοκα η κατάσταση στην αγροτική παραγωγή, στην εμπορευματοποίησή της, οδήγησε σε όξυνση της ταξικής πάλης στο τέλος της δεκαετίας του 1920 - αρχές της δεκαετίας του 1930, στην περίοδο που με ιδιαίτερο μένος βάλλεται από την αστική και οπορτουνιστική προπαγάνδα.

Ο διεθνής ταξικός αντίπαλος, με τη βοήθεια και του οπορτουνισμού, συστηματικά διαστρεβλώνει την ύπαρξη ταξικής πάλης ανάμεσα στο σοσιαλισμό και στην αναβίωση του καπιταλισμού, που στη συγκεκριμένη περίοδο δεν αφορούσε μόνο τις αστικές δυνάμεις γύρω από την αγροτική παραγωγή, αλλά και τη δυνατότητα επιβίωσης και ανάπτυξης της ατομικής εμπορευματικής παραγωγής, στη δυνατότητα ατομικής ή ομαδικής συσσώρευσης υπερπροϊόντος. Αυτές οι δυνάμεις κέρδισαν ιδεολογικά και πολιτικά έδαφος στη δεκαετία του 1950, όταν αδυνάτισε η κομμουνιστική θεωρία και αντίληψη στο νέο διεθνή μεταπολεμικό συσχετισμό μεταξύ σοσιαλισμού - καπιταλισμού. Παραμένει αντικείμενο περαιτέρω έρευνας οι παράγοντες που επέδρασαν, χωρίς να χάνουν τη σημασία τους οι ήδη αναδειγμένοι:

- Το κόμμα έχασε στον πόλεμο τους πιο ώριμους, θεωρητικά καταρτισμένους, έμπειρους κομμουνιστές.

- Η συμμαχία της ΕΣΣΔ με τις ΗΠΑ - Βρετανία έδωσε τη δυνατότητα σε αυτά τα καπιταλιστικά κράτη να εκποιήσουν και να υλοποιήσουν σχέδιο διείσδυσης, δολιοφθοράς. Με τη λήξη του πολέμου, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ υιοθέτησαν τον «ψυχρό πόλεμο», ανοιχτά ομολογούσαν την πρόθεση παρέμβασης για να ξεσηκώσουν το σοβιετικό λαό ενάντια στο σοσιαλισμό.

- Πολύπλοκη και αντιφατική εξελισσόταν η οικονομική-πολιτική-στρατιωτική σχέση της ΕΣΣΔ με τις νέες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είτε συμμετείχαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας ή στο Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας είτε όχι. Τα όποια προβλήματα εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ επιδρούσαν στα προβλήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης της κάθε χώρας, αλλά και η εσωτερική12 ταξική πάλη στην κάθε χώρα, η διεθνής διάστασή της, επιδρούσε στη Σοβιετική Ένωση. Εκατέρωθεν ενίσχυαν τις απόψεις για «σοσιαλισμό με αγορά» που υπήρχαν ήδη πριν από τον πόλεμο.

Η σύγκρουση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας με δυνάμεις της ατομικής ιδιοκτησίας, στα χρόνια που μεσολάβησαν έως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρασε από διαφορετικές φάσεις (πολεμικός κομμουνισμός, ΝΕΠ, αποκουλακοποίηση, «ενσωμάτωση» πρώην κουλάκων στη σοβιετική κοινωνία). Σίγουρα αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα ιστορικής μελέτης, που ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος κειμένου. Ωστόσο δεν μπορούμε να παραλείψουμε το γεγονός ότι η τροποποίηση του Συντάγματος το 1936, όπως αναφέρουν οι ίδιες οι σοβιετικές πηγές13, έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς πρώην κουλάκους ν’ αποκτήσουν εκλογικό δικαίωμα, να ενταχθούν στον Κόκκινο Στρατό, στις διοικήσεις κολχόζ (συνεταιρισμών), ακόμα και σοβχόζ (κρατικών αγροκτημάτων).

Παρά την κατάργηση της οικονομικής λειτουργίας των κουλάκων, νομοθετικά το 1930 με την ανάκληση του προηγούμενου νόμου που έδινε τη δυνατότητα εκμίσθωσης γης και χρησιμοποίησης μισθωτής εργασίας, το χρονικό διάστημα ήταν ελάχιστο ώστε να έχει αντικειμενική βάση η εκτίμηση του ΠΚΚ(μπ) και των κρατικών οργάνων περί «αναδιαπαιδαγώγησης» σημαντικού μέρους των κουλάκων και «ένταξής τους στη σοβιετική κοινωνία ως ισότιμων μελών της», με την κατάργηση και των τελευταίων μέτρων περιορισμού τους μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο τομέας με τη μεγαλύτερη καθυστέρηση μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο αγροτικός, στον οποίο σε μεγάλο βαθμό υπήρχε η συνεταιριστική ιδιοκτησία, που είχε αποκτήσει ιδιοκτησία αγροτικών μηχανημάτων (τρακτέρ, θεριστικές, αλωνιστικές μηχανές) κατασκευασμένων από τη σοσιαλιστική βιομηχανία. Η ύπαρξη εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων μεταξύ κολχόζ - κοινωνικοποιημένης βιομηχανικής παραγωγής, η δυνατότητα να πωλούν στις λαϊκές αγορές, ενίσχυαν τις απόψεις για επέκταση των εμπορευματικών-χρηματικών συναλλαγών και μεταξύ των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων, επέκτασης κι όχι εξάλειψης των όποιων αξιακών χαρακτηριστικών στο χρηματικό εισόδημα των εργαζόμενων, στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος. Μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με αποφάσεις του κόμματος και των κρατικών οργάνων σταδιακά ενισχύονταν οι εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις, οι συναλλαγές των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων μεταξύ τους, η δυνατότητα συσσώρευσης και σχεδιασμού ανά μονάδα (η λεγόμενη ιδιοσυντήρηση), ανά περιφέρεια, η ένταση της διαφοροποίησης στους μισθούς κλπ., δηλαδή στοιχεία αντίθετα με τον κεντρικό σχεδιασμό και την κοινωνική ιδιοκτησία, λειτουργίες που δεν εκφράζουν κομμουνιστικές σχέσεις.

 

ΟΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

 Η εμβάθυνση στα προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και σ’ άλλες χώρες κατά τον 20ό αιώνα είναι χρήσιμη για κάθε ΚΚ σε οποιαδήποτε καπιταλιστική κοινωνία του 21ου αιώνα. Γι’ αυτό άλλωστε τα συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ (Ντοκουμέντο του 18ου Συνεδρίου το 2009) το ΚΚΕ τα αξιοποίησε στην περαιτέρω επεξεργασία του Προγράμματός του, στο 19ο Συνέδριο το 2013.

Βέβαια, η κοινωνική βάση που παρέλαβε η επαναστατική εργατική εξουσία στη Ρωσία του 1917 δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνική βάση που θα παραλάβει η επαναστατική εργατική εξουσία στην Ελλάδα.14 Η εργατική τάξη στην Ελλάδα είναι όχι μόνο η πρωτοπόρα κοινωνική δύναμη, που στον καπιταλισμό παράγει υπεραξία ή συμβάλλει στη διανομή της στους καπιταλιστές, αλλά και πλειοψηφεί απόλυτα στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της. Η αγροτική παραγωγή και κυρίως η κτηνοτροφική ήδη παρουσιάζει σημαντικό βαθμό συγκέντρωσης, εκτεταμένης μηχανοποίησης, χρησιμοποίησης εργατών γης, συγκέντρωσης του υπερπροϊόντος με σύγχρονες καπιταλιστικές λειτουργίες. Παρόλ’ αυτά δεν υποτιμάμε το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα σημαντική διασπορά της αγροτικής εμπορευματικής παραγωγής σε μικρούς ή σχετικά μεγαλύτερους μεμονωμένους αγροτοπαραγωγούς. Αλλά και η κυβερνητική, και η ευρωενωσιακή αγροτική πολιτική (ΚΑΠ) στοχεύει στη συγκεντροποίηση, με τη μορφή ομάδων παραγωγών, αναζωογόνησης των αγροτικών συνεταιρισμών κ.ά. Άλλωστε ο συνεταιρισμός ήταν ο προθάλαμος της καπιταλιστικής μετοχικής ιδιοκτησίας, όπως επιβεβαιώνουν και οι πρόσφατες εξελίξεις στην κτηνοτροφία, αλλά και σε άλλους κλάδους, π.χ. στη ναυτιλία.

Σύνθετη και αντιφατική παρουσιάζεται η εξέλιξη των ατομικών εμπορευματοπαραγωγών στην οικονομική δραστηριότητα των πόλεων. Παρά την τάση μείωσής τους, παραμένει ακόμα σημαντικός ο αριθμός αυτοαπασχολούμενων στο λιανικό εμπόριο, στις κατασκευές, στις μεταφορές, στους τομείς Υγείας-Πρόνοιας, Εκπαίδευσης, ενώ αυξάνει στον Επισιτισμό-Τουρισμό και μειώνεται στη Μεταποίηση. Με μια ορισμένη μάλλον τυπική μορφή (μπλοκάκι), αυξάνει ο αριθμός αυτοαπασχολούμενων σε λογιστικές, ασφαλιστικές, μηχανολογικές επιστημονικές εργασίες.

Η καπιταλιστική εξέλιξη, η ολοένα και πιο εκτεταμένη και σύνθετη τεχνολογία στα μέσα παραγωγής και στις υποδομές, στα μέσα μεταφοράς κλπ. απαιτούν μεγάλο μέγεθος κεφαλαίου, φέρνουν μεγάλη συγκέντρωση της παραγωγής, καθώς και όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων, δηλαδή ο ίδιος ο ανταγωνισμός απαιτεί να σπάσουν τα φράγματα προστασίας απ’ αυτόν. Όπως λέει και η λαϊκή σοφία «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Όλο και περισσότερο πιο εκτεταμένα καταργούνται ορισμένες ρυθμίσεις προστασίας των μικρών επιχειρήσεων, των αυτοαπασχολούμενων, ρυθμίσεις νομοθετημένες με τη μορφή συντεχνιακής, επαγγελματικής προστασίας ή φόρου υπέρ τρίτων ή άγραφης φοροαπαλλαγής ή και άτυπης φοροδιαφυγής.

Τέτοιες φανερές ή άτυπες ρυθμίσεις στην Ελλάδα έχουν τη βάση τους πριν 200 περίπου χρόνια, όταν συγκροτήθηκε το καπιταλιστικό κράτος, γιατί τότε η καθαυτή καπιταλιστική τάξη ήταν ακόμα πιο περιορισμένη, πιο αδύναμη και από την άλλη μεριά και αυτά τα στρώματα, όπως και των αγροτών, ήταν κινητήριες δυνάμεις της αστικής επανάστασης.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη στις μέρες μας δεν αφορά γενικά και τους αυτοαπασχολούμενους, τις μικρές ατομικής μορφής επιχειρήσεις. Η καπιταλιστική ανάπτυξη συμβαδίζει με την καταστροφή, την απαλλοτρίωση –όπως λέει ο Μαρξ– του τεχνίτη, του έμπορα, του αυτοαπασχολούμενου επιστήμονα ή καλλιτέχνη, του αγρότη, του μεταφορέα, γενικά του ατομικού μικροϊδιοκτήτη μέσων παραγωγής που τον μετατρέπει σε μισθωτό ή και σε άνεργο.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και η συνεχής παραγωγή αυτοαπασχολούμενων σε νέους κλάδους, με νέες μορφές, π.χ. franchising στο εμπόριο, στον επισιτισμό, συμβολαιακή γεωργία στους αγρότες, εξαρτησιακές σχέσεις προμήθειας υλικών στη μεταποίηση από τα μονοπώλια. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος αυτών των αυτοαπασχολούμενων, με βοηθούς στην οικογενειακή επιχείρηση και πολύ περισσότερο με ξένη μισθωτή εργασία, ακολουθεί τον κύκλο άνθισης - συρρίκνωσης - καταστροφής ή συγχώνευσης.

Δεν πρέπει όμως να υποτιμάμε το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα ένα σημαντικό τμήμα αυτοαπασχολούμενων που είναι απαραίτητο στα μονοπώλια και στο κράτος τους κι ένα πιο περιορισμένο τμήμα που αναπτύσσεται ως καπιταλιστική ιδιοκτησία. Αυτά τα τμήματα κυρίως εκφράζουν οι ηγεσίες της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) και της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), μιλώντας υπέρ των μικρών επιχειρήσεων.

Παρόλ’ αυτά, ως γενική τάση κυριαρχεί η σταδιακή μείωση, οι δε πολιτικές διαχείρισης της εκτεταμένης και βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα συμβάλλουν στην επιτάχυνσή της. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του ΣΕΒ, άλλων ενώσεων των καπιταλιστών, των ευρωενωσιακών τους οργάνων, των αστικών κομμάτων και των κυβερνήσεών τους στην Ελλάδα, που απροκάλυπτα δηλώνουν ότι είναι διαρθρωτικό πρόβλημα προς επίλυση ο μεγάλος αριθμός αυτοαπασχολούμενων και πολύ μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Ακόμα και η ΓΣΕΒΕΕ διαχωρίζει τις επιχειρήσεις σε «ανάγκης» και σε «ευκαιρίας», κατατάσσοντας στις επιχειρήσεις «ανάγκης» τους αυτοαπασχολούμενους χωρίς μισθωτούς εργαζόμενους εκτός από μέλη της οικογένειας.15

Το ΚΚΕ επισημαίνει την έντονη διαστρωμάτωση στα μεσαία στρώματα. Με κριτήριο τα διαφορετικά τους συμφέροντα, τη διαφορετική προοπτική τους, ξεχωρίζει τα ανώτερα τμήματα των αυτοαπασχολούμενων από τα κατώτερα. Τα συμφέροντα των κατώτερων τμημάτων των αυτοαπασχολούμενων, το επίπεδο της ζωής τους, ολοένα και προσεγγίζει το μέσο επίπεδο ζωής των μισθωτών. Με αυτό το κριτήριο το ΚΚΕ επεξεργάστηκε την πολιτική της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ της εργατικής τάξης και των λαϊκών τμημάτων των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Σε αυτούς απευθύνεται, αυτών τα αιτήματα επιβίωσης υποστηρίζει και σήμερα, καλώντας τους να διαχωρίσουν το κίνημά τους από εκείνο που βρίσκεται υπό την ηγεμονία των καπιταλιστών, ενώ ταυτόχρονα τους καλεί να συνδέσουν τον αγώνα τους με το μέλλον της κοινωνικής προόδου.

Για την πλειοψηφία των κατώτερων τμημάτων των αυτοαπασχολούμενων ανοίγονται δύο δρόμοι:

Ο ένας δρόμος, του καπιταλισμού, είναι η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους των αυτοαπασχολούμενων και ιδιαίτερα εκείνων χωρίς ξένη μισθωτή εργασία. Ο άνισος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ατομικές μικρές επιχειρήσεις, από τη μια μεριά, και τις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και τα μονοπώλια, από την άλλη, δεν μπορεί να λυθεί προς όφελος των μικρών με επιστροφή στις συνθήκες του προμονοπωλιακού καπιταλισμού ή έστω σε συνθήκες κάποιας χαμηλότερης κεφαλαιακής συγκέντρωσης που υπήρχαν στην Ελλάδα σε προηγούμενες δεκαετίες ή και μόλις προ κρίσης. Ο Κ. Μαρξ ανέδειξε ότι: «Το κεφάλαιο είναι πεθαμένη εργασία που ζωντανεύει μονάχα, σαν το βρυκόλακα, ρουφώντας ζωντανή εργασία και ζει τόσο περισσότερο, όσο περισσότερη ζωντανή εργασία ρουφά»16. Και είναι επόμενο ότι ο αυτοαπασχολούμενος δεν μπορεί να επιζήσει ρουφώντας μόνο τη δική του πεθαμένη εργασία, ούτε απλά των μελών της οικογένειάς του ή, κατά περίπτωση και κλάδο, 2-3-5 ακόμη εργαζόμενων. Αργά ή γρήγορα θα ρουφηχτεί από το μεγαλύτερο κεφάλαιο.

Ο άλλος δρόμος, του σοσιαλισμού, είναι η σχεδιασμένη, οργανωμένη ένταξη του αυτοαπασχολούμενου στη μεγάλη άμεσα κοινωνικοποιημένη βιομηχανία, στο κρατικό σοσιαλιστικό εμπόριο, στις σοσιαλιστικές υπηρεσίες Μεταφορών, Τηλεπικοινωνιών, Κατασκευών, Παιδείας, Υγείας-Πρόνοιας, Αθλητισμού, Πολιτισμού κλπ.

Το ΚΚΕ δεν θέλει να εξαπατήσει τον αυτοαπασχολούμενο, τον μικροεπαγγελματία, να του υποσχεθεί ότι ο σοσιαλισμός θα διατηρήσει εσαεί το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, ενώ θα καταργήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Άλλωστε στο Πρόγραμμά του προσδιορίζει ότι από την αρχή θα προχωρήσει στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στις περισσότερες εργασιακές δραστηριότητες, δηλαδή σε Μεταποίηση, Ενέργεια, Τηλεπικοινωνίες, Μεταφορές, Κατασκευές-Συντήρηση, Παιδεία, Υγεία, Πολιτισμό, Αθλητισμό, Εμπόριο.

Ελάχιστα είναι τα πεδία για τα οποία το ΚΚΕ θεωρεί ακόμα δυνατή μια μεταβατική κατάσταση, κυρίως στην αγροτική παραγωγή, σε κάποιες δευτερεύουσες υπηρεσίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αυτοαπασχολούμενος, ο μικροεπαγγελματίας θα ζήσει χειρότερα. Θα ζήσει καλύτερα, θα γλιτώσει από την ατομική έγνοια για προμήθειες, πληρωμές, χρέη κλπ., ενώ αυτά που του παρείχε στο παρελθόν η θέση του ως αυτοαπασχολούμενου μικροεπαγγελματία ως προνόμια, π.χ. την εισοδηματική δυνατότητα να συντηρεί μια σχετικά άνετη κύρια και εξοχική κατοικία, να στείλει τα παιδιά του σ’ έναν καλό παιδικό σταθμό, σχολείο, μια καλή ιδιωτική ασφάλιση, κάποια δυνατότητα τουριστικής ανάπαυσης κλπ., θα τα απολαμβάνει ως κοινωνικά αγαθά παρεχόμενα σε όλους τους εργαζόμενους.

Η σοσιαλιστική οικονομία και κοινωνία, για την οποία παλεύει το ΚΚΕ, έχει στόχο ν’ ανεβάζει συνολικά και σταθερά το επίπεδο ζωής, να φέρει προς τα πάνω το επίπεδο των σήμερα εκμεταλλευόμενων από το κεφάλαιο και όχι να κατεβάσει το σχετικά καλύτερο επίπεδο των αυτοαπασχολούμενων. Βέβαια, θα καταργήσει τον παρασιτισμό, τη χλιδή των καπιταλιστών, αλλά αυτή δεν αφορά το μικροεπαγγελματία.

Επίσης δεν είναι αλήθεια ότι η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού θα φέρει καταστροφή μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, επομένως και επιδείνωση των όρων ζωής αυτοαπασχολούμενων ή και εργατών, γενικότερα μισθωτών. Η αλήθεια είναι ότι λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού δημιουργούνται τέτοιες απότομες και βαθιές μεταστροφές που τελικά διαμορφώνουν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, αστάθειας της καπιταλιστικής εξουσίας. Γι’ αυτό, το ζήτημα δεν είναι πώς η εργατική τάξη και λαϊκά μεσαία στρώματα θ’ αποφύγουν τέτοιου είδους καταστροφές –άλλωστε δεν είναι στο χέρι τους να τις αποφύγουν- αλλά πώς σε τέτοιες συνθήκες δε θα χάσουν την ευκαιρία ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας. Ας θυμηθούμε το εύρος τέτοιων καταστροφών στην οικονομική κρίση του 1929-1931 στις ΗΠΑ και σε χώρες της Ευρώπης, τις καταστροφές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εκείνο που έλλειψε ήταν η ετοιμότητα του εργατικού κινήματος, η σωστή πολιτική συμμαχιών του για την επαναστατική ανατροπή και όχι οι συμμαχίες για εξομάλυνση του καπιταλισμού. Έλλειψε η σωστή αντίληψη της δράσης σε μη επαναστατικές συνθήκες, όπως και σε επαναστατικές, που συνδέει την πάλη για όλα τα άμεσα οικονομικά, κοινωνικά προβλήματα και τις ανάγκες με την πάλη για τις βαθιές, ανατρεπτικές αλλαγές στην οικονομία, στην πολιτική εξουσία.

Η ιστορία της κοινωνικής εξέλιξης, ιδιαίτερα η ιστορία του επαναστατικού εργατικού κινήματος, επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο της ιδεολογικής πολιτικής οργανωμένης πρωτοπορίας, της κομμουνιστικής, που σε όλες τις συνθήκες μάχεται ενάντια και στις μικροαστικές αυταπάτες και προκαταλήψεις.

Βέβαια, η αστική ιδεολογία και πολιτική τροφοδοτεί συνεχώς το ατομικό κίνητρο, την αντίληψη ότι η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είναι η μοναδική πηγή ασφάλειας, κοινωνικής καταξίωσης. Έτσι, ακόμα και σε περιόδους μιας σχετικά πιο ταχύρρυθμης καταστροφής αυτοαπασχολούμενων, καταχρεωμένων αλλά χωρίς ακόμα να έχουν χάσει την περιουσία, τη δουλειά τους, τους γεννιέται το εξής ερώτημα: αξίζει να ριχτούν σ’ ένα σκληρό αγώνα που θα οδηγήσει στο καμίνι της επαναστατικής εξέγερσης, σύγκρουσης και ανατροπής ή είναι πιο βατό να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους στη δουλειά τους, να παλέψουν ατομικά μήπως επιβιώσουν, όπως τόσα χρόνια επιβίωσαν, έστω και στις σκληρές συνθήκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Ακόμα και συμπαθούντες το ΚΚΕ σκέφτονται μήπως είναι πιο ρεαλιστικό να υποστηρίζει το ΚΚΕ μια κυβερνητική πολιτική που υπόσχεται να λειάνει τις πιο αιχμηρές πλευρές του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, προκειμένου να διατηρείται μια πιο διευρυμένη στεφάνη αυτοαπασχολούμενων. Με αυτή τη λογική στήριξαν κοινοβουλευτικά το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά είδαν νέα χαράτσια, χιλιάδες μαγαζιά να κλείνουν, ο ταξιτζής να μη βγάζει μεροκάματο, ο βιοτέχνης και ο αγρότης να δουλεύουν ατέλειωτες ώρες, να μην πληρώνονται από τους εμπόρους που παίρνουν το προϊόν τους και να είναι χρεωμένοι. Αυτό δείχνει ότι τα προβλήματα αυτόματα δε διαμορφώνουν ανατρεπτική, επαναστατική συνείδηση. Χρειάζεται γνώση, πείρα αγώνων, όχι στενά συντεχνιακών, αλλά γενικότερων κοινωνικών - πολιτικών αγώνων. Χρειάζεται η επίμονη, βαθιά ιδεολογική-πολιτική δράση των κομμουνιστών.

Όμως, το να πάει κάποιος με την κοινωνική πρόοδο, με τη στάση και δράση του να την προκαλέσει, να την επιταχύνει, είναι συνειδητή επιλογή, γι’ αυτό πολύ πιο δύσκολη και αυτό ισχύει και για το σύγχρονο εργάτη και την εργάτρια, πολύ περισσότερο για τον αυτοαπασχολούμενο. Συχνά, όταν έχει κάνει ένα βήμα, τον βασανίζει το ερώτημα: σε πόσο χρονικό διάστημα μπορούν να έρθουν οι προϋποθέσεις για να θεμελιωθεί αυτή η άλλη, η σοσιαλιστική οικονομία και κοινωνία;

Ουσιαστικά, δεν αντιλαμβάνεται, όπως άλλωστε και η εργατική πλειοψηφία, ότι οι μάζες θα κάνουν την ανατροπή, την επανάσταση, όταν θα είναι έτοιμες γι’ αυτή. Αλλά και για να εκδηλωθεί νικηφόρα επαναστατική εξέγερση, ανατροπή, χρειάζεται αποφασιστική αλλαγή στο συσχετισμό ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη από τη μια και στην εργατική-λαϊκή πλειοψηφία από την άλλη, αλλαγή που θα έρθει με άλματα στις ίδιες τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, στα γεγονότα. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί η καπιταλιστική εξουσία να ελέγχει την οικονομία, τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις όπως προηγούμενα.

Τι μας διδάσκει η ίδια η Οκτωβριανή Επανάσταση: ότι η επαναστατική πρωτοπορία πρέπει να είναι προετοιμασμένη να δράσει επαναστατικά σ’ αυτές τις συνθήκες. Και λέγοντας προετοιμασία δεν εννοούμε μόνο την προετοιμασία μιας μικρής ομάδας μελών-στελεχών του Κόμματος, που αναμφίβολα είναι προϋπόθεση. Εννοούμε και την ιδεολογική-πολιτική σχέση του Κόμματος με τις λαϊκές δυνάμεις, τη δράση τους σ’ όλες τις συνθήκες – και τις μη επαναστατικές όπως είναι οι σημερινές.

Εννοούμε ότι είναι επίκαιρο και αναγκαίο να συζητήσουμε με τους αυτοαπασχολούμενους για την προοπτική τους στο σοσιαλισμό, χωρίς να φοβόμαστε την πρώτη αντίδρασή τους, την προσκόλλησή τους στην ατομική ιδιοκτησία. Να συζητήσουμε εξοπλισμένοι με το σύνολο των θέσεών μας για την οργάνωση και λειτουργία της οικονομίας στο σοσιαλισμό, να εξηγήσουμε ότι ο αυτοαπασχολούμενος θ’ αλλάξει σχέση ιδιοκτησίας με τα μέσα παραγωγής, δε θ’ αλλάξει εργασιακή ειδικότητα, ευθύνη και επιτελικότητα στην εργασιακή διαδικασία, αλλά θα τη μεταφέρει στην άμεση κοινωνική παραγωγή ή υπηρεσία. Και αυτή μπορεί και πρέπει να είναι η συνεισφορά του, ιδιαίτερα του συνειδητού, του κομμουνιστή αυτοαπασχολούμενου της πόλης ή της υπαίθρου.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είναι ο πυρήνας της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας κι εκμετάλλευσης, επομένως το οριστικό ξερίζωμα της δεύτερης δεν μπορεί να επέλθει χωρίς το οριστικό ξερίζωμα της πρώτης. Αυτή η διαδικασία είναι επαναστατική αλλά και μακρόχρονη, συντελείται συνειδητά και σχεδιασμένα και όχι αυθόρμητα, ακόμα και όταν έχει ανατραπεί η καπιταλιστική σχέση (π.χ. στην ΕΣΣΔ, ενώ δεν είχε ολοκληρωτικά καταργηθεί σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, π.χ. στην Κίνα). Η επαναστατική αντίληψη αυτής της διαδικασίας –των οικονομικών και γενικότερα των κοινωνικών-πολιτικών νομοτελειών της– καθώς και η επαναστατική πολιτική εφαρμογή της αναμφίβολα απαιτούσε τα δεδομένα της πράξης, της ζωής, που έδωσε ολόκληρος ο πρώτος ιστορικός κύκλος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης που ξεκίνησε με την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία πριν 100 χρόνια.

Η Ιστορία δεν έχει πει ακόμα τον τελικό της λόγο για την επαναστατική ανατροπή που επέφερε στην κοινωνική πρόοδο. Το πόσο βαθιά έσκαψε την οικονομική και κοινωνική οργάνωση της ανθρωπότητας σκιάστηκε από τη μετέπειτα αντεπανάσταση και καπιταλιστικοποίηση. Το 1917 ο τροχός της παγκόσμιας ανθρώπινης ιστορίας έτρεξε πολύ μπροστά, ίσως πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν οι ίδιοι οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες σε όλο τον κόσμο. Ο τροχός της ιστορίας στη σοσιαλιστική οικοδόμηση έτρεξε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι γνώριζαν και μπόρεσαν οι κομμουνιστές για να ανταποκριθούν σε όλες τις μετέπειτα ιστορικές περιόδους και φάσεις, ιδιαίτερα απαιτητικές, αφού ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός απαιτεί τη συνειδητή στάση του ανθρώπου ως κύριου συντελεστή της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού, της εργατικής εξουσίας, ενώ η ταξική πάλη συνεχίζεται εσωτερικά και παγκόσμια, όσο υπάρχει καπιταλισμός.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση διδάχτηκε από τα λάθη της Παρισινής Κομμούνας, με αποτέλεσμα οι μέρες ζωής της Κομμούνας να γίνουν χρόνια ζωής της ΕΣΣΔ. Από τα λάθη και τις αδυναμίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα θα διδαχτεί το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα για να φέρει έναν πολύ πιο ώριμο κύκλο περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, να κάνει την κομμουνιστική οικοδόμηση στέρεη και τη νίκη της οριστική στον ιστορικά ξεπερασμένο καπιταλισμό που, όσο παρατείνεται η ζωή του, τόσο πιο βάρβαρος κι επικίνδυνος γίνεται για την ανθρωπότητα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Βρετανού ιστοριογράφου της Σοβιετικής Ένωσης E. H. Carr, στελέχους του Foreign Office (1916-1936), ότι: «Το βέβαιο είναι ότι υπήρξε η πρώτη πλήρης και ευθεία αμφισβήτηση του καπιταλισμού, συστήματος που είχε επιβάλλει ήδη την κυριαρχία του στην Ευρώπη στο τέλος του 19ου αιώνα» («Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης», εκδ. «Πατάκη», Αθήνα, 2016, σελ. 17).

2. Τα στοιχεία έρευνας της Credit Suisse είναι ενδεικτικά για το ότι την κρίση πληρώνουν οι μισθωτοί και από την ανάκαμψη ωφελούνται οι καπιταλιστές. Σύμφωνα μ’ αυτή την έρευνα, το 2008 το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, όντας εκατομμυριούχοι, κατείχε το 42,5% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το 2017 κατείχε το 50,1% ανερχόμενο σε 140 τρισ. δολάρια. Στον αντίποδα 3,5 δισ. ενήλικοι (το 70% στη γη που μπορούν να εργαστούν) έχουν ατομική περιουσία μικρότερη από 10.000 δολάρια. Αναφέρει επίσης ότι οι περισσότεροι εκατομμυριούχοι (και μάλιστα εκείνοι που διαθέτουν πάνω από 50 εκατ. δολάρια) βρίσκονται στις ΗΠΑ, ενώ ακολουθεί η Κίνα, πιο πίσω η Ιαπωνία και η Βρετανία.

3. Στις ΗΠΑ το 1870 δούλευαν πάνω από 2 εκατομμύρια παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών (Federal Census, 1900).

4. Η «Νέα Οικονομική Πολιτική», ως πολιτική που αντικατέστησε τον «πολεμικό κομμουνισμό», κυρίως αφορούσε την πολιτική της εργατικής εξουσίας απέναντι στην αστική τάξη που δραστηριοποιούνταν στον τομέα της αγροτικής παραγωγής και του εμπορίου των προϊόντων της. Εγκαινιάστηκε το 1921 με απόφαση του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΡ(μπ) και αναστάλθηκε σταδιακά. Αντικατέστησε την επίταξη των αγροτικών προϊόντων, κυρίως σιτηρών, από το «φόρο σε είδος» και ανέστειλε την απαγόρευση ενοικίασης γης και χρησιμοποίησης εργατών γης. Γενικότερα η ΝΕΠ ενίσχυσε τις εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις. Έδωσε δικαιώματα ξένων επενδύσεων αλλά κι ελεγχόμενης επαναλειτουργίας σε κάποιους μικρούς καπιταλιστές ιδιοκτήτες με έλεγχο του κράτους. Βέβαια, το τελευταίο πολύ περιορισμένα μπόρεσε ν’ αποδώσει παραγωγικά, ενώ αντίθετα δημιούργησε προβλήματα χρηματισμού διευθυντών, κατάχρησης προνομίων σε βάρος του συνολικού κοινωνικού συμφέροντος.

5. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1978, σελ. 135.

6. Το Οικογενειακό Δίκαιο που νομοθέτησε η επαναστατική εργατική εξουσία στις 19 Δεκέμβρη 1917 σε σχέση με το δικαίωμα της γυναίκας –καθώς και του άνδρα– στη σύναψη, διάλυση του γάμου, τις μεταξύ τους υποχρεώσεις και ως προς τα παιδιά ήταν μια κοινωνική πρόοδος που δεν είχε τολμήσει η καπιταλιστική εξουσία μέχρι τότε και για πολλές δεκαετίες αργότερα.

7. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1978, σελ. 757-758.

8. Α. Σαμάρσκιι: «Οι απόψεις του Ο. Κ. Αντόνοφ για την οικονομία του σοσιαλισμού», ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2017, σελ. 100.

9. Βλέπε αναλυτικά στην απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, 18-22 Φλεβάρη 2009», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 47-48.

10. Ο Κ. Μαρξ, στο έργο του «Το Κεφάλαιο» αναδεικνύει ότι: «Γενική εργασία είναι η επιστημονική εργασία, όλες οι ανακαλύψεις, όλες οι εφευρέσεις. Προϋπόθεσή της αποτελεί εν μέρει η συνεργασία με ζώντες, εν μέρει η χρησιμοποίηση των εργασιών των προγόνων». (Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1978, σελ. 135.

11. Βλ. αναλυτικά «Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», σελ. 42-43.

12. Το πρόβλημα της διατήρησης μορφών ατομικής ιδιοκτησίας ήταν έντονο στις οκτώ χώρες της Κεντρ. και Ανατ. Ευρώπης που περνούσαν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Π.χ. στην Πολωνία διατηρούνταν η μικρή ιδιοκτησία γης, στην Ουγγαρία η δυνατότητα μίσθωσης εργατικής δύναμης υπό προϋποθέσεις, στη Γιουγκοσλαβία από την αρχή κυριάρχησε η «ιδιοσυντήρηση» των επιχειρήσεων. Επίσης, στην Κίνα δεν καταργήθηκαν πλήρως δικαιώματα συμμετοχής στα πάγια επιχειρήσεων, δικαιώματα αποκόμισης κρατικά ελεγχόμενου κέρδους.

13. «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια», τ. 18, εκδ. «Μέλισσα», σελ. 275-276.

14. Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ του γ΄ τριμήνου 2016, φύλλο 1, με χαρακτηρισμό «Θέση στο επάγγελμα 1η απασχόληση», πανελλαδικά οι μισθωτοί είναι 2.742.138 σε σύνολο 3.736.715 απασχολούμενων. Πανελλαδικά οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό (στο εξής Α.Α. χ.π.) είναι 843.445 σε σύνολο απασχολούμενων 3.736.715 και μερίδιο συμμετοχής 22,57% στο σύνολο των απασχολούμενων.

     Τη μερίδα του λέοντος κατέχει η αυτοαπασχόληση χωρίς προσωπικό στον κλάδο της Γεωργίας - Δασοκομίας - Αλιείας με 307.846 Α.Α. χ.π. και 67,41% στην απασχόληση του κλάδου και 36,50% στο σύνολο της αυτοαπασχόλησης.

     Σε απόλυτους αριθμούς Α.Α. χ.π.: Ο δεύτερος κλάδος είναι το Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο - Επισκευή Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Μοτοσυκλετών με 160.508 Α.Α. χ.π. Ο τρίτος κλάδος είναι οι Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες με 84.775. Ακολουθούν οι κλάδοι Κατασκευών με 46.597 Α.Α. χ.π., Δραστηριοτήτων Υπηρεσιών Παροχής Καταλύματος και Εστίασης με 45.751, Μεταφορών - Αποθήκευσης με 45.516, Μεταποίησης με 44.109 Α.Α. χ.π.

     Η κατηγορία Βοηθός στην Οικογενειακή επιχείρηση συγκεντρώνει πανελλαδικά 145.120 εργαζόμενους, με τη μεγαλύτερη συμμετοχή κατά σειρά στους κλάδους Γεωργίας, Εμπορίου, Καταλύματος - Εστίασης, ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός Α.Α. με προσωπικό είναι στο Εμπόριο (76.515), Υπηρεσίες Καταλύματος - Εστίασης (45.986), στη Μεταποίηση (25.228), στις Επαγγελματικές, Επιστημονικές και Τεχνικές Δραστηριότητες (23.415).

     Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Περιφέρεια Πρωτευούσης όπου είναι ασήμαντος ο κλάδος της Γεωργίας - Δασοκομίας - Αλιείας, πρώτοι κλάδοι σε Α.Α. χ.π. είναι οι Επαγγελματικές, Επιστημονικές και Τεχνικές Δραστηριότητες (34.705) και έπονται οι κλάδοι Εμπορίου, Μεταποίησης, Μεταφορών.

15. Από το κείμενο Προγραμματισμού Δράσης της Διοίκησης στη Γενική Συνέλευση της ΓΣΕΒΕΕ, 4-5 Νοέμβρη 2017.

16. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1978, σελ. 244.