ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΕΜΙΤΣ

Δεν μπορούμε παρά να χαιρετίσουμε το γεγονός ότι τώρα, μετά από τη συζήτηση που έγινε στη γιουγκοσλαβική επιτροπή, ο Σέμιτς τάσσεται στο άρθρο του ολοκληρωτικά με τη θέση της αντιπροσωπίας του ΚΚΡ(μπ) στην Κομμουνιστική Διεθνή. Δε θα ήταν όμως σωστό να θεωρηθεί από αυτό ότι ανάμεσα στην αντιπροσωπία του ΚΚΡ(μπ) από τη μια μεριά και το Σέμιτς από την άλλη δεν υπήρχαν διαφωνίες πριν τη συζήτηση ή στο διάστημα της συζήτησης στη γιουγκοσλαβική επιτροπή.

Ο Σέμιτς κλείνει, φαίνεται, να νομίζει αυτό ακριβώς για τις διαφωνίες στο εθνικό ζήτημα, όταν προσπαθεί να τις αναγάγει σε παρεξηγήσεις. Δυστυχώς όμως κάνει μεγάλο λάθος. Στο άρθρο του ισχυρίζεται ότι η πολεμική που γίνεται ενάντιά του στηρίζεται σε μια «σειρά παρεξηγήσεις», που προκλήθηκαν από ένα λόγο του στη γιουγκοσλαβική επιτροπή «που δεν έχει μεταφραστεί ολόκληρος». Με άλλα λόγια βγαίνει ότι εδώ φταίει ο μεταφραστής, που άγνωστο για ποιο λόγο δε μετέφρασε όλο το λόγο του Σέμιτς. Για να αποκατασταθεί η αλήθεια, είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω ότι ο ισχυρισμός αυτός του Σέμιτς δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα. Θα ήταν βέβαια καλύτερα αν ο Σέμιτς υποστήριζε αυτήν τη δήλωσή του με περικοπές από το λόγο του στη γιουγκοσλαβική επιτροπή, που βρίσκεται στα αρχεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Άγνωστο όμως για ποιο λόγο δεν το έκανε αυτό. Γι’ αυτό είμαι υποχρεωμένος να κάνω εγώ στη θέση του Σέμιτς αυτήν την όχι και τόσο ευχάριστη αλλά απόλυτα απαραίτητη διαδικασία.

Αυτό είναι τόσο περισσότερο ανάγκη να γίνει, γιατί ακόμα και τώρα που ο Σέμιτς τάσσεται ολοκληρωτικά αλληλέγγυος με τη θέση της αντιπροσωπίας του ΚΚΡ(μπ), έχουν μείνει ωστόσο αρκετές ασάφειες στη θέση του.

Στο λόγο μου1 στη γιουγκοσλαβική επιτροπή μίλησα για διαφωνίες πάνω σε τρία ζητήματα: 1) στο ζήτημα των τρόπων λύσης του εθνικού ζητήματος, 2) στο ζήτημα του εσωτερικού κοινωνικού περιεχομένου του εθνικού κινήματος στη σημερινή ιστορική εποχή και 3) στο ζήτημα του ρόλου του διεθνούς παράγοντα στο εθνικό ζήτημα.

Σχετικά με το πρώτο ζήτημα υποστήριξα ότι ο Σέμιτς «δεν ξεκαθάρισε πέρα για πέρα μέσα του τη βασική ουσία της τοποθέτησης του εθνικού ζητήματος από τους μπολσεβίκους», ότι αποσπά το εθνικό ζήτημα από το γενικό ζήτημα της επανάστασης και ότι έτσι μπαίνει στο δρόμο που ανάγει το εθνικό ζήτημα σε ζήτημα συνταγματικό.

Είναι άραγε σωστά όλ’ αυτά;

Διαβάστε τα παρακάτω σημεία από το λόγο του Σέμιτς στη γιουγκοσλαβική επιτροπή (30 Μάρτη 1925) και κρίνετε μόνοι σας:

«Μπορούμε άραγε ν’ αναγάγουμε το εθνικό ζήτημα σε ζήτημα συνταγματικό; Πριν απ’ όλα, ας κάνουμε εδώ μια θεωρητική υπόθεση. Ας πούμε ότι σ’ ένα κράτος Χ ζούνε τρία έθνη –Α, Β και Γ. Τα τρία αυτά έθνη εκφράζουν την επιθυμία να ζήσουν σ’ ένα κράτος. Για ποιο πράγμα πρόκειται, λοιπόν, σε μια τέτοια περίπτωση; Φυσικά πρόκειται για το διακανονισμό των εσωτερικών σχέσεων μέσα σε αυτό το κράτος. Δηλαδή είναι ζήτημα συνταγματικής τάξης. Στη θεωρητική αυτή περίπτωση το εθνικό ζήτημα ανάγεται σε ζήτημα συνταγματικό... Αν εμείς σε μια τέτοια θεωρητική περίπτωση αναγάγουμε το εθνικό ζήτημα σε ζήτημα συνταγματικό, θα πρέπει να πούμε –και εγώ το υπογράμμιζα αυτό πάντα– ότι η αυτοδιάθεση των λαών μέχρι τον αποχωρισμό αποτελεί όρο για τη λύση του συνταγματικού ζητήματος. Και μόνο σε τέτοια βάση θέτω εγώ συνταγματικό ζήτημα».

Νομίζω ότι τα σημεία αυτά από το λόγο του Σέμιτς δε χρειάζονται να σχολιαστούν παραπέρα. Είναι ξεκάθαρο ότι όποιος εξετάζει το εθνικό ζήτημα ως συστατικό μέρος του γενικού ζητήματος της προλεταριακής επανάστασης, δεν μπορεί να το αναγάγει σε ζήτημα συνταγματικό. Και αντίστροφα: Μόνο όποιος αποσπά το εθνικό ζήτημα από το γενικό ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης, μόνο αυτός μπορεί να το αναγάγει σε συνταγματικό ζήτημα.

Στο λόγο του Σέμιτς τονίζεται ότι το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης δεν μπορεί να κατακτηθεί χωρίς επαναστατική πάλη. Ο Σέμιτς λέει: «Εννοείται ότι τέτοια δικαιώματα μπορούν να κατακτηθούν μόνο με επαναστατική πάλη. Δεν μπορούν να κατακτηθούν με τον κοινοβουλευτικό δρόμο, αλλά μπορούν να προέλθουν μόνο από μαζικές επαναστατικές ενέργειες.» Τι θα πει όμως «επαναστατική πάλη» και «επαναστατικές ενέργειες»; Μπορούμε άραγε να ταυτίζουμε την «επαναστατική πάλη» και τις «επαναστατικές ενέργειες» με την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης, με την κατάληψη της εξουσίας, με τη νίκη της επανάστασης, σαν όρο για τη λύση του εθνικού ζητήματος; Φυσικά δεν μπορούμε. Άλλο πράγμα είναι να μιλάς για τη νίκη της επανάστασης σα βασικό όρο για τη λύση του εθνικού ζητήματος και εντελώς άλλο πράγμα είναι να βάζεις σαν όρο για τη λύση του εθνικού ζητήματος τις «επαναστατικές ενέργειες» και την «επαναστατική πάλη». Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων, ο συνταγματικός δρόμος, δεν αποκλείει καθόλου τις «επαναστατικές ενέργειες» αυτές καθ’ αυτές, αλλά τους πολιτικούς σκοπούς και τα καθήκοντα που εν ονόματί τους το Κόμμα επιχειρεί και χρησιμοποιεί αυτές τις ενέργειες. Όπως είναι γνωστό, ύστερα από τη διάλυση της πρώτης Δούμας το 1906 οι Ρώσοι μενσεβίκοι πρότειναν να οργανωθεί «γενική απεργία», και μάλιστα «ένοπλη εξέγερση». Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε καθόλου να παραμένουν μενσεβίκοι. Για ποιο σκοπό άλλωστε τα πρότειναν τότε όλ’ αυτά; Βέβαια, όχι για τη συντριβή του τσαρισμού και την οργάνωση της πλήρους νίκης της επανάστασης, αλλά για να «ασκηθεί πίεση» στην τσαρική κυβέρνηση με σκοπό να πλατύνει το «σύνταγμα», με σκοπό να συγκληθεί μια «βελτιωμένη» Δούμα. Οι «επαναστατικές ενέργειες» για τη μεταρρύθμιση της παλιάς τάξης πραγμάτων με ταυτόχρονη διατήρηση της εξουσίας στα χέρια της κυρίαρχης τάξης είναι ένα πράγμα –είναι ο συνταγματικός δρόμος. Και οι «επαναστατικές ενέργειες» για το σπάσιμο της παλιάς τάξης πραγμάτων, για την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης, είναι άλλο πράγμα –είναι ο επαναστατικός δρόμος, είναι ο δρόμος της ολοκληρωτικής νίκης της επανάστασης. Εδώ υπάρχει ριζική διαφορά.

Να γιατί νομίζω πως όταν ο Σέμιτς αναφέρεται στην «επαναστατική πάλη», ενώ ταυτόχρονα ανάγει το εθνικό ζήτημα σε συνταγματικό ζήτημα, δεν αναιρεί αλλά απλώς επιβεβαιώνει τη δήλωσή μου ότι ο Σέμιτς «δεν ξεκαθάρισε πέρα για πέρα μέσα του τη βασική ουσία της τοποθέτησης του εθνικού ζητήματος από τους μπολσεβίκους», επειδή δεν κατάλαβε ότι το εθνικό ζήτημα δεν πρέπει να το εξετάζουμε απομονωμένο, αλλά σε αδιάρρηκτη σύνδεση με το ζήτημα της νίκης της επανάστασης, σα μέρος του γενικού ζητήματος της επανάστασης.

Επιμένοντας σε αυτό, δε σκοπεύω καθόλου να πω ότι διατύπωσα κάτι το καινούργιο για το λάθος του Σέμιτς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Κάθε άλλο. Για το λάθος αυτό του Σέμιτς έχει κιόλας μιλήσει ο σ. Μανουίλσκι στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς2 δηλώνοντας ότι:

«Στην μπροσούρα του Το εθνικό ζήτημα στο φως του μαρξισμού και σε μια σειρά άρθρα που δημοσιεύτηκαν στο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας «Ράντνικ» ο Σέμιτς ρίχνει ως πρακτικό σύνθημα για το Κομμουνιστικό Κόμμα την πάλη για την αναθεώρηση του συντάγματος, δηλαδή στην ουσία περιορίζει όλο το ζήτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών αποκλειστικά στο συνταγματικό πεδίο» (βλ. τα στενογραφημένα Πρακτικά του 5ου Συνεδρίου, σελ. 596-597).

Για το ίδιο λάθος μίλησε και ο Ζινόβιεφ στη γιουγκοσλαβική επιτροπή δηλώνοντας ότι:

«Από την προοπτική του Σέμιτς, όπως βλέπετε, λείπει μια μικρή λεπτομέρεια –η επανάσταση», λείπει η ιδέα ότι το εθνικό ζήτημα είναι πρόβλημα «επαναστατικό και όχι συνταγματικό» (βλ. Πράβντα, αρ. φύλ. 83).

Δεν μπορεί να είναι τυχαίες και χωρίς βάση όλες αυτές οι παρατηρήσεις των εκπροσώπων του ΚΚΡ(μπ) στην Κομμουνιστική Διεθνή για το λάθος του Σέμιτς. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

Έτσι έχει το ζήτημα με το πρώτο, το βασικό λάθος του Σέμιτς.

Τα υπόλοιπα λάθη του απορρέουν άμεσα από αυτό το βασικό λάθος.

Σχετικά με το δεύτερο ζήτημα, υποστήριξα στην ομιλία μου (βλ. Μπολσεβίκ, τεύχ. 7) ότι ο Σέμιτς «δε θέλει να εξετάσει το εθνικό ζήτημα ως ζήτημα ουσιαστικά των αγροτών»3.

Είναι σωστό αυτό;   

Διαβάστε το παρακάτω σημείο από το λόγο του Σέμιτς στη γιουγκοσλαβική επιτροπή και κρίνετε μόνοι σας:

«Πού βρίσκεται», ρωτάει ο Σέμιτς, «το κοινωνικό νόημα το εθνικού κινήματος στη Γιουγκοσλαβία;» Και απαντά αμέσως: «Το κοινωνικό αυτό περιεχόμενο συνίσταται στο συναγωνισμό ανάμεσα στο σερβικό κεφάλαιο από τη μια μεριά και στο κροατικό και το σλοβενικό από την άλλη» (βλ. το λόγο του Σέμιτς στη γιουγκοσλαβική επιτροπή).

Φυσικά δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι ο συναγωνισμός της σλοβενικής και της κροατικής αστικής τάξης με τη σερβική αστική τάξη δεν μπορεί να μην παίζει εδώ κάποιο ρόλο. Δεν υπάρχει όμως εξίσου αμφιβολία ότι ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται το κοινωνικό νόημα του εθνικού κινήματος ως συναγωνισμό ανάμεσα στις αστικές τάξεις των διάφορων εθνοτήτων, δεν μπορεί να εξετάζει το εθνικό ζήτημα ως ζήτημα ουσιαστικά των αγροτών. Πού βρίσκεται η ουσία του εθνικού ζητήματος σήμερα που το εθνικό ζήτημα μετατράπηκε από ζήτημα τοπικό και εσωκρατικό σε ζήτημα παγκόσμιο, σε ζήτημα πάλης των αποικιών και των εξαρτημένων εθνοτήτων ενάντια στον ιμπεριαλισμό; Η ουσία του εθνικού ζητήματος βρίσκεται σήμερα στην πάλη των λαϊκών μαζών των αποικιών και των εξαρτημένων εθνοτήτων ενάντια στη χρηματιστική εκμετάλλευση, ενάντια στην πολιτική υποδούλωση και την εξαφάνιση του πολιτιστικού προσώπου αυτών των αποικιών και αυτών των εθνοτήτων από την ιμπεριαλιστική αστική τάξη της κυρίαρχης εθνότητας. Τι σημασία μπορεί να έχει σε μια τέτοια τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος ο συναγωνισμός ανάμεσα στις αστικές τάξεις των διάφορων εθνοτήτων; Οπωσδήποτε δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε καν σοβαρή. Είναι ολοφάνερο ότι εδώ δεν πρόκειται κυρίως για το γεγονός ότι στο συναγωνισμό η αστική τάξη μιας εθνότητας νικάει ή μπορεί να νικήσει την αστική τάξη μιας άλλης εθνότητας, αλλά για το γεγονός ότι η ιμπεριαλιστική ομάδα της κυρίαρχης εθνότητας εκμεταλλεύεται και καταπιέζει τις βασικές μάζες και πριν απ’ όλα τις αγροτικές μάζες των αποικιών και των εξαρτημένων εθνοτήτων, και ότι με την καταπίεση και την εκμετάλλευσή τους τις τραβά έτσι στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τις κάνει συμμάχους της προλεταριακής επανάστασης. Δεν μπορούμε να εξετάζουμε το εθνικό ζήτημα ως ζήτημα ουσιαστικά των αγροτών, όταν το κοινωνικό νόημα του εθνικού κινήματος το ανάγουμε σε συναγωνισμό ανάμεσα στις αστικές τάξεις των διάφορων εθνοτήτων. Και αντίστροφα: Δεν μπορούμε να διαβλέπουμε το κοινωνικό νόημα του εθνικού ζητήματος στο συναγωνισμό ανάμεσα στις αστικές τάξεις των διάφορων εθνοτήτων, όταν εξετάζουμε το εθνικό ζήτημα ως ζήτημα ουσιαστικά των αγροτών. Είναι τελείως αδύνατο να βάλουμε το σημείο της ισότητας ανάμεσα σε αυτές τις δυο διατυπώσεις.

Ο Σέμιτς αναφέρεται σ’ ένα σημείο της μπροσούρας του Στάλιν Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, που γράφτηκε στα τέλη του 1912. Το σημείο αυτό λέει ότι «ο εθνικός αγώνας μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού που ανεβαίνει είναι αγώνας των αστικών τάξεων ανάμεσά τους». Με αυτό, όπως φαίνεται, προσπαθεί να αφήσει να υπονοηθεί ότι είναι σωστή η διατύπωσή του για τον ορισμό του κοινωνικού νοήματος του εθνικού κινήματος στις σημερινές ιστορικές συνθήκες. Η μπροσούρα όμως του Στάλιν γράφτηκε πριν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όταν το εθνικό ζήτημα δεν αποτελούσε ακόμα στην αντίληψη των μαρξιστών ζήτημα παγκόσμιας σημασίας, όταν το βασικό αίτημα των μαρξιστών για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης δεν το έβλεπαν ως μέρος της προλεταριακής επανάστασης, αλλά ως μέρος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.

Θα ήταν γελοίο να μη δούμε ότι από τότε η διεθνής κατάσταση άλλαξε ριζικά, ότι ο πόλεμος από τη μια μεριά και η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία από την άλλη μετέτρεψαν το εθνικό ζήτημα από μέρος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε μέρος της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Ο Λένιν ακόμα από τον Οκτώβρη του 1916 στο άρθρο του πάνω στα «Συμπεράσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση»4 έλεγε ότι το βασικό σημείο του εθνικού ζητήματος, το σημείο του δικαιώματος για αυτοδιάθεση, έπαψε να αποτελεί μέρος του γενικού δημοκρατικού κινήματος, ότι μετατράπηκε κιόλας σε συστατικό μέρος της γενικής-προλεταριακής, σοσιαλιστικής επανάστασης. Και δε μιλώ πια για τα κατοπινότερα έργα πάνω στο εθνικό ζήτημα και του Λένιν και των άλλων εκπροσώπων του ρωσικού κομμουνισμού. Τι σημασία μπορεί να έχει ύστερα απ’ όλ’ αυτά η παραπομπή που κάνει ο Σέμιτς στο γνωστό σημείο της μπροσούρας του Στάλιν, που γράφτηκε στην περίοδο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Ρωσία, σήμερα που λόγω της νέας ιστορικής κατάστασης μπήκαμε σε μια νέα εποχή, στην εποχή της προλεταριακής επανάστασης; Μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα, ότι ο Σέμιτς αναφέρει περικοπές εκτός τόπου και χρόνου, άσχετα από τη ζωντανή ιστορική κατάσταση, παραβιάζοντας έτσι τις πιο στοιχειώδεις απαιτήσεις της διαλεκτικής και μη παίρνοντας υπόψη του το γεγονός ότι κάτι που είναι σωστό σε μια ιστορική κατάσταση μπορεί ν’ αποδειχτεί λαθεμένο σε άλλη ιστορική κατάσταση. Έχω πει κιόλας στην ομιλία μου στη γιουγκοσλαβική επιτροπή ότι στην τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος από τους Ρώσους μπολσεβίκους πρέπει να ξεχωρίζουμε δυο στάδια: Το προοκτωβριανό στάδιο, τότε που επρόκειτο για αστικοδημοκρατική επανάσταση και το εθνικό ζήτημα εξεταζόταν ως μέρος του γενικού δημοκρατικού κινήματος, και το οκτωβριανό στάδιο, τότε που επρόκειτο πια για προλεταριακή επανάσταση και το εθνικό ζήτημα μετατράπηκε σε συστατικό μέρος της προλεταριακής επανάστασης. Είναι ζήτημα αν χρειάζεται ν’ αποδείξουμε ότι η διάκριση αυτή έχει αποφασιστική σημασία. Φοβάμαι ότι στην τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος ο Σέμιτς δεν ξεκαθάρισε ακόμα μέσα του το νόημα και τη σημασία αυτής της διάκρισης ανάμεσα στα δύο στάδια.

Να γιατί νομίζω ότι στην προσπάθεια του Σέμιτς να δει το εθνικό κίνημα ουσιαστικά όχι ως ζήτημα των αγροτών αλλά ως ζήτημα συναγωνισμού της αστικής τάξης των διάφορων εθνοτήτων «κρύβεται η υποτίμηση της εσωτερικής δύναμης του εθνικού κινήματος και η μη κατανόηση του βαθιά λαϊκού, βαθιά επαναστατικού χαρακτήρα του εθνικού κινήματος» (βλ. Μπολσεβίκ, τεύχ. 7)5.

Έτσι έχει το ζήτημα με το δεύτερο λάθος του Σέμιτς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πράγμα λέει γι’ αυτό το λάθος του Σέμιτς ο Ζινόβιεφ στο λόγο του στη γιουγκοσλαβική επιτροπή με τα λόγια:

«Δεν είναι σωστός ο ισχυρισμός του Σέμιτς ότι στη Γιουγκοσλαβία το αγροτικό κίνημα έχει τάχα επικεφαλής του την αστική τάξη και γι’ αυτό δεν είναι επαναστατικό» (βλ. Πράβντα, αρ. Φύλλου 83).

Είναι τυχαία αυτή η σύμπτωση; Φυσικά όχι.

Ακόμα μια φορά: Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

Τέλος, σχετικά με το τρίτο ζήτημα υποστήριξα ότι ο Σέμιτς κάνει «την απόπειρα να πραγματευτεί το εθνικό ζήτημα στη Γιουγκοσλαβία έξω από τη σύνδεσή του με τη διεθνή κατάσταση και τις πιθανές προοπτικές στην Ευρώπη»6.

Είναι σωστό αυτό;

Ναι, είναι σωστό, επειδή ο Σέμιτς στο λόγο του δεν έκανε και τον παραμικρότερο υπαινιγμό για το γεγονός ότι η διεθνής κατάσταση στις σημερινές συνθήκες, ιδιαίτερα σε σχέση με τη Γιουγκοσλαβία, αποτελεί σπουδαιότατο παράγοντα για τη λύση του εθνικού ζητήματος. Το γεγονός ότι το ίδιο το γιουγκοσλαβικό κράτος σχηματίστηκε σαν αποτέλεσμα της σύγκρουσης των δύο βασικών ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, ότι η Γιουγκοσλαβία δεν μπορεί να ξεφύγει από το μεγάλο παιχνίδι των δυνάμεων, που παίζεται σήμερα στα γύρω ιμπεριαλιστικά κράτη –όλ’ αυτά έμειναν έξω από το οπτικό πεδίο του Σέμιτς. Η διαβεβαίωση του Σέμιτς ότι καταλαβαίνει πέρα για πέρα ορισμένες αλλαγές στη διεθνή κατάσταση, που χάρη σε αυτές το ζήτημα της αυτοδιάθεσης μπορεί να γίνει ζήτημα επίκαιρο και πρακτικό –η διαβεβαίωση αυτή πρέπει τώρα, στη σημερινή διεθνή κατάσταση, να θεωρηθεί πια ανεπαρκής. Η υπόθεση τώρα δεν είναι καθόλου να παραδεχτούμε ότι το ζήτημα του δικαιώματος των εθνών για αυτοδιάθεση μπορεί να γίνει επίκαιρο ύστερα από ορισμένες αλλαγές στη διεθνή κατάσταση σ’ ένα πιθανό και μακρινό μέλλον –την προοπτική αυτή θα μπορούσαν να την παραδεχτούν σήμερα, σε περίπτωση ανάγκης, ακόμα και οι αστοί δημοκράτες. Το ζήτημα τώρα δεν είναι αυτό, αλλά είναι να μην κάνουμε τα σημερινά σύνορα του γιουγκοσλαβικού κράτους, που διαμορφώθηκαν σαν αποτέλεσμα πολέμων και βίας, αφετηρία και νόμιμη βάση για τη λύση του εθνικού ζητήματος. Ένα από τα δυο: Ή το ζήτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης, δηλαδή της ριζικής αλλαγής των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, αποτελεί παράρτημα του εθνικού προγράμματος, παράρτημα που διαγράφεται αμυδρά σ’ ένα μακρινό μέλλον, ή αποτελεί τη βάση του εθνικού προγράμματος. Πάντως είναι φανερό ότι το σημείο για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και παράρτημα και βάση του εθνικού προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας. Φοβάμαι ότι ο Σέμιτς εξακολουθεί ακόμα να εξετάζει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σαν ένα προοπτικό παράρτημα στο εθνικό πρόγραμμα.

Να γιατί έχω τη γνώμη ότι ο Σέμιτς αποσπά το εθνικό ζήτημα από το ζήτημα της γενικής διεθνούς κατάστασης και γι’ αυτό το λόγο το ζήτημα της αυτοδιάθεσης, δηλαδή της αλλαγής των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, ουσιαστικά δεν αποτελεί γι’ αυτόν ζήτημα επίκαιρο αλλά ακαδημαϊκό.

Έτσι έχει το ζήτημα με το τρίτο λάθος του Σέμιτς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο λέει για το λάθος αυτό του Σέμιτς και ο σ. Μανουίλσκι στην εισήγησή του στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς:

«Βασική προϋπόθεση στην όλη τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος από τον Σέμιτς είναι η σκέψη ότι το προλεταριάτο πρέπει να πάρει το αστικό κράτος με τα σύνορα που δημιουργήθηκαν σε αυτό ύστερα από μια σειρά πολέμους και βία7» (βλ. στενογραφημένα Πρακτικά του 5ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σελ. 597).

Μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε τυχαία αυτήν τη σύμπτωση; Και βέβαια δεν μπορούμε!

Ακόμα μια φορά: Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

  

*   Δημοσιεύτηκε στο δεκαπενθήμερο θεωρητικό και πολιτικό περιοδικό της ΚΕ του ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ «Μπολσεβίκ», τεύχος 11-12, στις 30 Ιούνη 1925 (Ι. Β. Στάλιν: «Άπαντα», τ. 7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2018, σελ. 239-250).