ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Η λενινιστική θεωρία για το Κόμμα περιλαμβάνει ένα σύνολο θεωρητικών, πολιτικών και οργανωτικών αρχών, που η συνδυασμένη εφαρμογή τους στη ζωή επιτρέπει στο κόμμα της εργατικής τάξης να λειτουργήσει πραγματικά ως η καθοδηγητική δύναμη της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης. Η επαναστατική οργάνωση θεμελιώνεται καταρχάς στην επαναστατική θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού. Ο Β. Ι. Λένιν έγραψε: «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα [...] το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία»1. Η θεωρία αποτελεί το στέρεο εκείνο βάθρο πάνω στο οποίο μπορεί να χτιστεί η επαναστατική στρατηγική και τακτική. Πρέπει, με ευθύνη του επαναστατικού κόμματος, να εξελίσσεται στη βάση των νέων φαινομένων της αντικειμενικής πραγματικότητας, της ανάπτυξης του κινήματος και της πείρας.

Ωστόσο, η ύπαρξη επαναστατικής θεωρίας και η, με βάση αυτή, διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής δεν επαρκούν από μόνες τους για να συγκροτήσουν ένα επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. «Η ενότητα στα ζητήματα του Προγράμματος και της τακτικής είναι απαραίτητος, όχι όμως και επαρκής όρος για την ενότητα του Κόμματος [...] η συγκεντροποίηση της κομματικής δουλειάς απαιτεί επιπλέον ενότητα οργάνωσης, η οποία [...] είναι ακατανόητη χωρίς επίσημο καταστατικό»2. Ο Β. Ι. Λένιν επεξεργάστηκε τις οργανωτικές αρχές του Κόμματος, τους κανόνες της κομματικής ζωής και τις αρχές της κομματικής καθοδήγησης, που εκφράζονται στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και συμπληρώνονται με την αρχή της συλλογικότητας, που προϋποθέτει την προσωπική, ατομική ευθύνη του καθένα για την εκπλήρωση των συλλογικά παρμένων αποφάσεων, την κριτική και αυτοκριτική.

Το Καταστατικό του επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος οφείλει να αποτυπώνει τις οργανωτικές αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του, όπως αυτά καθορίζονται από την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Το Καταστατικό βρίσκεται σε αναπόσπαστη συνάφεια με το Πρόγραμμα του Κόμματος και με τις συνθήκες της πολιτικής του δράσης (π.χ., συνθήκες παρανομίας ή λειτουργίας ως κόμματος εξουσίας). Ορισμένες διατάξεις του Καταστατικού δεν μπορεί επομένως να είναι μια για πάντα δοσμένες, να παραμένουν αναλλοίωτες στην ιστορική διαδρομή του επαναστατικού κινήματος σε μια χώρα, αλλά μεταβάλλονται σε κάποιο βαθμό στη βάση των στρατηγικών καθηκόντων της μιας ή της άλλης εποχής. Αυτή βέβαια η διαλεκτική προσαρμογή του Καταστατικού δεν μπορεί ούτε να αφορά όλες τις διατάξεις του, ούτε να πραγματοποιείται αψήφιστα, δίχως βαθιά επιστημονική μελέτη των αντικειμενικών εξελίξεων και νομοτελειών που σε κάθε περίπτωση συνιστούν το υλικό υπόβαθρο της λειτουργίας του Κόμματος.

Η ίδια η ιστορία του επαναστατικού κινήματος στην προεπαναστατική Ρωσία φανερώνει ότι η πολύ γνωστή σύγκρουση του Λένιν με τους μετέπειτα μενσεβίκους στο ΣΔΕΚΡ για το πρώτο άρθρο του Καταστατικού (που ξεκίνησε στο 2ο Συνέδριο το 1903) δεν αφορούσε στενά μια οργανωτική αρχή λειτουργίας, ιδωμένη έξω από το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αλλά τη δυνατότητα να διαμορφωθεί ένα τέτοιο επαναστατικό υποκείμενο («απαλλαγμένο από ταλαντευόμενα, διαλυτικά και οπορτουνιστικά στοιχεία») που θα ανταποκρινόταν στις τότε αναγκαιότητες της ταξικής πάλης. Φυσικά ο Λένιν κατανοεί τη σχετική μόνο σημασία που μπορεί να έχει μια οποιαδήποτε καταστατική διάταξη, απαλλαγμένη από πολιτικο-ιδεολογικές διαφωνίες, λέγοντας ότι «από ένα κακό άρθρο του Καταστατικού κάθε άλλο παρά θα χαθούμε»3.

Θέτει όμως μια ξεκάθαρη γραμμή αντιπαράθεσης με τις αντιλήψεις που έτειναν να διαχύσουν το Κόμμα, το πρωτοπόρο και συνειδητό απόσπασμα της εργατικής τάξης, μέσα στην τάξη: «Είμαστε το Κόμμα μιας τάξης και γι’ αυτό σχεδόν όλη η τάξη (και σε καιρό πολέμου, σε καιρό εμφύλιου πολέμου, απόλυτα όλη η τάξη) πρέπει να δρα κάτω από την καθοδήγηση του Κόμματός μας, πρέπει να σμίγει όσο μπορεί πιο σφιχτά με το Κόμμα μας: Θα ήταν όμως μανιλοφισμός και “χβοστισμός”4 αν νομίζαμε ότι μέσα στον καπιταλισμό σχεδόν όλη η τάξη ή όλη η τάξη είναι ποτέ σε θέση ν’ ανυψωθεί ως τη συνειδητότητα και τη δραστηριότητα του πρωτοπόρου της τμήματος»5. Σε αυτήν τη βάση προτείνει και 2 διαφορετικούς τύπους κομματικών οργανώσεων – «οργανώσεις επαναστατών» και «οργανώσεις εργατών όσο το δυνατόν πιο πλατιές και ποικιλόμορφες».6 Το κύριο και καθοριστικό στοιχείο για τον Λένιν στη συγκεκριμένη καταστατική διάταξη είναι το αν επιτρέπει να διαμορφωθεί μέσα στο Κόμμα «προλεταριακή πειθαρχία και οργάνωση» και να μην κυριαρχήσει ο ατομικισμός. Και εδώ φαίνεται να έχει σημασία η σφιχτή κομματική οργάνωση και όχι στενά η ταξική της σύνθεση. Φυσικά οι διανοούμενοι, «πέρα για πέρα διαποτισμένοι από τον αστικό ατομικισμό», προσαρμόζονται πολύ πιο δύσκολα σε έναν τέτοιο τύπο οργάνωσης.

Ο Λένιν αναγνώριζε δύο ιδέες που έπρεπε, ως καταστατικές διατάξεις, να μπουν την περίοδο εκείνη στη βάση της κομματικής οργάνωσης: Την ιδέα του συγκεντρωτισμού (που, «σα μοναδικά σωστή από άποψη αρχών, έπρεπε να διαποτίζει όλο το Καταστατικό») και την ιδέα ενός δεύτερου καθοδηγητικού κέντρου πέραν της ΚΕ (που θα ήταν η συντακτική επιτροπή της εφημερίδας στην πολιτική προσφυγιά), «που την επέβαλλαν προσωρινές συνθήκες τόπου και τρόπου δράσης». Η όποια ευλυγισία στις καταστατικές διατάξεις όφειλε να υπηρετεί την αποτελεσματικότητα της επαναστατικής πάλης. Στην πορεία η ύπαρξη ενός δεύτερου καθοδηγητικού κέντρου δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσε, με αποτέλεσμα στο 3ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ να καταργηθεί. Όπως ανέφερε και ο Λένιν την επομένη του 3ου Συνεδρίου: «Τα συνέδρια πιο πολύ κατοχυρώνουν τα αποτελέσματα που έχουν ήδη προκύψει, παρά δημιουργούν κάτι το καινούργιο».7

Έχει σημασία να παρακολουθήσει κανείς αναλυτικά τις διατάξεις του Καταστατικού του ΣΔΕΚΡ –μετέπειτα ΚΚΡ(μπ), ΠΚΚ(μπ), ΚΚΣΕ– προκειμένου να αντιληφθεί την αναγκαία προσαρμογή τους στην εξέλιξη της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά και την επίδραση που άσκησε στην υιοθέτησή τους η διαπάλη με τον οπορτουνισμό. Το διάστημα 1903-1961, στο οποίο βασικά θα εστιάσουμε, συνιστά μια χρονική περίοδο δράσης του Κόμματος που χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο αριθμό εξαιρετικά σημαντικών, συχνά κοσμοϊστορικών γεγονότων και μεταβαλλόμενων συνθηκών. Το Κόμμα περνά από την παρανομία –με ένα μεγάλο κομμάτι του καθοδηγητικού του πυρήνα να βρίσκεται έξω από τη Ρωσία, στην πολιτική προσφυγιά– στις επαναστατικές συνθήκες της Ρωσίας του 1917, στην περίοδο του εμφύλιου πολέμου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, στα χρόνια της σταθεροποίησης και της ΝΕΠ, στην περίοδο των επιτυχιών της εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης και τελικά στη μεταπολεμική φάση της οπορτουνιστικής στροφής που σηματοδοτεί το 20ό Συνέδριο το 1956.

Είναι προφανές ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα αρκετών δεκαετιών ραγδαίων και σύνθετων εξελίξεων οι οργανωτικές αρχές του Κόμματος Νέου Τύπου που δημιούργησε ο Λένιν δε θα μπορούσαν να παραμένουν δίχως τροποποιήσεις. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης το Μπολσεβίκικο Κόμμα βάδιζε σε ανεξερεύνητα μονοπάτια σε όλες τις πλευρές της δράσης του (διαμόρφωση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, ανάπτυξη και στελέχωση των μηχανισμών του εργατικού κράτους, ενίσχυση της εργατικής πρωτοβουλίας και συμμετοχής, αντιπαράθεση με νέες όψεις της αστικής ιδεολογίας και του οπορτουνισμού). Σε μια τέτοια εξαιρετικά ρευστή περίοδο δε θα μπορούσε και η θεωρητική δουλειά για το ίδιο το Κόμμα και τις οργανωτικές αρχές λειτουργίας του (όπως αποτυπώνονται και στο Καταστατικό) να μην παρουσιάζει αδυναμίες, αστοχίες, ακόμα και λάθη. Αυτό που πρέπει με σαφήνεια και αυστηρότητα να διαπιστωθεί είναι ποιες καταστατικές αλλαγές ανταποκρίνονταν στις ίδιες τις αλλαγές της υλικής πραγματικότητας (συνιστώντας άρα αναγκαιότητα), ποιες αλλαγές αποτύπωναν ανωριμότητα στην επεξεργασία και ποιες εξέφραζαν την οπορτουνιστική παρέκκλιση στα οργανωτικά ζητήματα.

Θα περιοριστούμε σ’ εκείνες τις καταστατικές διατάξεις που αναφέρονται στο χαρακτήρα του Κόμματος και σε αυτές που καθορίζουν την αναγκαία ταξική του σύνθεση και τους όρους ένταξης νέων μελών και δοκιμασίας τους. Δίχως να υποτιμάμε τις υπόλοιπες διατάξεις του Καταστατικού, οι παραπάνω μπορούν να μας δώσουν μια αρκετά σαφή εικόνα σχετικά με το αν το Κόμμα ανταποκρινόταν –στη μια ή την άλλη ιστορική καμπή– στις αναγκαιότητες μιας επαναστατικής πολιτικής, προαπαιτούμενο της οποίας δεν είναι μόνο ένα επαναστατικό Πρόγραμμα, αλλά και μια επαναστατική οργάνωση. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να λησμονούνται τα λόγια του Λένιν ότι «ο οπορτουνισμός στο πρόγραμμα συνδέεται φυσιολογικά με τον οπορτουνισμό στην τακτική και με τον οπορτουνισμό στα οργανωτικά ζητήματα»8.

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια πρώτη παρουσίαση και εκτίμηση της εξέλιξης συγκεκριμένων διατάξεων του Καταστατικού. Εκθέτει αναλυτικά την αιτιολόγηση των τροποποιήσεων του Καταστατικού, όπως αυτή δινόταν στις διάφορες καμπές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δίχως να την υιοθετεί ή να την απορρίπτει προκαταβολικά. Μια ολοκληρωμένη εκτίμηση θα απαιτήσει φυσικά την αναλυτική επεξεργασία του διαθέσιμου αρχειακού υλικού για τις σχετικές συζητήσεις, όπως αυτές επηρεάζονταν και καθορίζονταν από τις εξελίξεις στην οικονομία της ΕΣΣΔ, τις αλλαγές στην ταξική διάρθρωση της σοβιετικής κοινωνίας, την εσωκομματική διαπάλη και την όξυνση της ταξικής πάλης.

 

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 1903-1961

 • Από το 2ο έως και το 6ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ (Αύγουστος του 1917) το πρώτο άρθρο του Καταστατικού (που αφορά το ποιος μπορεί να θεωρείται μέλος του Κόμματος) δεν έκανε καμιά διαφοροποίηση των κομματικών μελών με βάση την ταξική τους προέλευση. Πάνω στη διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης έγινε οξύτατη διαπάλη με τον Μάρτοφ και άλλους μενσεβίκους στο 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ (1903).

Η διατύπωση του Λένιν προέβλεπε για τα μέλη του Κόμματος την προσωπική τους «συμμετοχή» στη δουλειά μιας από τις οργανώσεις του.9 Στη διατύπωση του Μάρτοφ, μέλος του Κόμματος μπορούσε να θεωρείται όποιος παρείχε στο Κόμμα την τακτική προσωπική του «βοήθεια» κάτω από την καθοδήγηση μιας από τις οργανώσεις του. Το Συνέδριο ψήφισε το Καταστατικό που είχε προετοιμάσει ο Λένιν, όμως το πρώτο άρθρο πέρασε με τη διατύπωση του Μάρτοφ. Μόνο από το 4ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ (1906) και μετά υιοθετείται η λενινιστική διατύπωση, που στο 6ο Συνέδριο παίρνει μια πιο ολοκληρωμένη μορφή: «Μέλος του Κόμματος είναι όποιος αποδέχεται το Πρόγραμμα του Κόμματος, εντάσσεται σε μια από τις οργανώσεις του, υπακούει σε όλες τις αποφάσεις του Κόμματος και πληρώνει συνδρομή»10.

Η βασική αυτή αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είχε τεράστια σημασία για την κατάκτηση από το Κόμμα του πρωτοπόρου ρόλου του στην κοινωνία και της ικανότητας επαναστατικής καθοδήγησης των μαζών. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα είναι μια περίοδος χτισίματος του Κόμματος, όπου το Κόμμα είναι ακόμα σχετικά ολιγάριθμο, κατά βάση ένα κόμμα επαγγελματιών-επαναστατών όπου έσβηνε «κυριολεκτικά κάθε διάκριση ανάμεσα σε εργάτες και διανοούμενους»11. Επιπλέον, η διακριτή οργανωτική ένταξη εθνικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων12 και η τεταμένη συνύπαρξη στο ίδιο κόμμα με τους μενσεβίκους το διάστημα 1906-1907 δεν μπορούσαν παρά να δημιουργούν αντικειμενικά προβλήματα σε μια συνεπή εφαρμογή των αρχών του συγκεντρωτισμού.

• Η 8η Πανρωσική Συνδιάσκεψη του 1919 ήταν το πρώτο κομματικό σώμα που υιοθέτησε νέο Καταστατικό, σε συνθήκες όπου το ΚΚΡ(μπ) αποτελούσε την καθοδηγητική δύναμη της εργατικής εξουσίας, πράγμα που επιβάλλει αντικειμενικά την ανάγκη μαζικοποίησής του. Σε αυτό τίθενται πια διαφοροποιημένα χρονικά διαστήματα για τα δόκιμα μέλη του Κόμματος, με βάση την ταξική τους προέλευση: «Οι εργάτες και οι αγρότες πρέπει να παραμείνουν στο καθεστώς του δόκιμου όχι λιγότερο από 2 μήνες, οι υπόλοιποι όχι λιγότερο από 6 μήνες».

Η διαφοροποίηση αυτή εισάγεται προκειμένου να διατηρηθεί ο ταξικός προσανατολισμός του Κόμματος, να προστατευτεί η γραμμή του από την επίδραση καριερίστικων στοιχείων που θα εισέρεαν σε αυτό λόγω της θέσης του στο τιμόνι της πολιτικής εξουσίας.

• Την άνοιξη του 1921 το 10ο Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ) υιοθέτησε τη «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ). Επρόκειτο για μια προσωρινή, αναγκαστική προσαρμογή της πολιτικής του εργατικού κράτους, με κεντρικό στοιχείο της την ενίσχυση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στην πόλη και την ύπαιθρο, κάτω από τον καθοδηγητικό έλεγχο της σοβιετικής εξουσίας. Στόχος της ήταν να δοθεί ένα πολύτιμο χρονικό περιθώριο για την ανάκαμψη της σοσιαλιστικής βιομηχανίας και για τη στερέωση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τις εργαζόμενες μάζες της αγροτιάς. Σε συνθήκες όπου διαφαινόταν μια ένταση των ταξικών διαφοροποιήσεων στην κοινωνία, το 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ) (Μάρτης-Απρίλης του 1922) θεώρησε κρίσιμο ζήτημα ν’ αυστηροποιήσει παραπέρα τις καταστατικές διατάξεις για την ένταξη στο Κόμμα:

«Να αλλάξουν οι προϋποθέσεις εισόδου στο ΚΚΡ, με την έννοια να δυσκολευτεί η είσοδος στα όχι καθαρά προλεταριακά στοιχεία. Με αυτόν το σκοπό, στην τροποποίηση του κομματικού Καταστατικού (σημείο 6, τμήμα ΙΙ) [...] να ισχύσει η ακόλουθη τάξη αποδοχής στο Κόμμα:

α) Κατά την αποδοχή στο Κόμμα να καθιερωθούν τρεις κατηγορίες: 1) Εργάτες και κοκκινοφρουροί προερχόμενοι από εργάτες και αγρότες, 2) αγρότες (εκτός από τους κοκκινοφρουρούς) και βιοτέχνες που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργασία, 3) άλλοι (υπάλληλοι κλπ.)».

Και για την περίοδο της δοκιμασίας τονιζόταν:

«Παράλληλα πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή στο θεσμό των δοκίμων. Λόγω του ότι η πρόσβαση στην ιδιότητα του μέλους του Κόμματος θα συνεπάγεται μεγάλες απαιτήσεις, ο ρόλος του θεσμού των δοκίμων πρέπει να αναβαθμιστεί. Στην τροποποίηση του Καταστατικού (σημείο 7, τμήμα ΙΙ) το Συνέδριο αποφασίζει ότι η περίοδος δοκιμασίας για τους εργάτες και τους κοκκινοφρουρούς από εργάτες και αγρότες πρέπει να οριστεί όχι μικρότερη από 6 μήνες, για τους αγρότες και τους βιοτέχνες ένας χρόνος και για τους υπόλοιπους 2 χρόνια [...]

Οι προερχόμενοι από άλλα Κόμματα γίνονται δεκτοί με την προϋπόθεση δίχρονης δοκιμασίας, ανεξάρτητα από την κοινωνική προέλευση του υποψηφίου. Επιπλέον, εκτός από τη δημιουργία τυπικών εμποδίων, είναι απαραίτητο να στρέψουμε την προσοχή στην ορθολογική αξιοποίηση της περιόδου δοκιμασίας. Το πέρασμα από το καθεστώς δοκίμου (συμβουλευτική ψήφος στο Κόμμα) σε καθεστώς τακτικού μέλους (αποφασιστική ψήφος) δεν μπορεί να γίνεται μηχανιστικά, αλλά με την εξακρίβωση κάθε φορά της καταλληλότητας για το Κόμμα εκείνου που περνά, τόσο από την πλευρά της επαναστατικής αφοσίωσης όσο και από την πλευρά της πολιτικής συνειδητότητας του υποψηφίου. Πρέπει, κατά κανόνα, να καθιερωθεί η μη τακτοποίηση των δοκίμων που δεν πέρασαν κομματική σχολή»13.

Κατά τη διαδικασία της εσωκομματικής συζήτησης πριν το Συνέδριο ο Λένιν πρότεινε μια ακόμα μεγαλύτερη επέκταση της περιόδου δοκιμασίας για τα δόκιμα κομματικά μέλη. Θεωρούσε ότι στις δεδομένες συνθήκες έπρεπε να αυξηθούν τα όρια της δοκιμασίας για όλες τις κατηγορίες και να καθοριστεί με αυστηρό τρόπο το περιεχόμενο του χρόνου δοκιμασίας. Πρότεινε η 6μηνη δοκιμασία να ισχύει μόνο για τους εργάτες εκείνους που δούλευαν για 10 τουλάχιστον χρόνια σε μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Για τους υπόλοιπους εργάτες να οριστεί χρόνος δοκιμασίας 1.5 χρόνου, για τους αγρότες και τους κόκκινους στρατιώτες 2 χρόνια και για όλους τους υπόλοιπους 3 χρόνια.

Και τόνιζε χαρακτηριστικά: «Είναι αναμφισβήτητο πως εργάτες σε μας θεωρούνται συνήθως πρόσωπα που δεν πέρασαν από κανένα σοβαρό σχολειό, όπως είναι το σχολειό της μεγάλης βιομηχανίας. Κατά κανόνα στην κατηγορία των εργατών συγκαταλέγονται οι γνησιότεροι μικροαστοί, που τυχαία και για πολύ λίγο διάστημα έγιναν εργάτες [...] ο προλεταριακός τάχα χαρακτήρας του Κόμματός μας στην πραγματικότητα καθόλου δεν το κατοχυρώνει από το ενδεχόμενο να επικρατήσουν, και μάλιστα σε συντομότατο χρονικό διάστημα, οι μικροϊδιοκτήτες». Κι έθετε ως βασικό ζητούμενο της σύνθεσης του Κόμματος την ικανότητά του «για μια πραγματική προλεταριακή καθοδήγηση σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, ιδιαίτερα με την τεράστια υπεροχή της αγροτιάς, που γρήγορα αφυπνίζεται για μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική» (σ.σ.: σε συνθήκες ΝΕΠ). Επιπλέον, σημείωνε και την τάση εισόδου στο «κυβερνητικό κόμμα» λόγω των πολιτικών επιτυχιών των μπολσεβίκων.14

• Στο 14ο Συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) το 1925 υιοθετήθηκε, στο πλαίσιο της 1ης κατηγορίας για την αποδοχή στο Κόμμα, ένα ξεχώρισμα των βιομηχανικών εργατών, ενώ χαλάρωσαν οι προϋποθέσεις (όσον αφορά τις απαιτούμενες συστάσεις από κομματικά μέλη) για τους προερχόμενους από την 1η κατηγορία:

«Καθορίζονται τρεις κατηγορίες: 1) Εργάτες και κοκκινοφρουροί εργάτες και αγρότες, 2) αγρότες (εκτός από τους κοκκινοφρουρούς) και βιοτέχνες που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργασία, 3) άλλοι (υπάλληλοι κλπ.).

Η πρώτη κατηγορία χωρίζεται σε δυο ομάδες: Στην πρώτη ομάδα της πρώτης κατηγορίας εντάσσονται οι βιομηχανικοί εργάτες, που απασχολούνται αδιάκοπα σε μισθωτή σωματική εργασία. Στη δεύτερη ομάδα της πρώτης κατηγορίας εντάσσονται οι μη βιομηχανικοί εργάτες, οι κοκκινοφρουροί που ήταν εργάτες, αγρότες και ακτήμονες.

β) Για την εγγραφή στο Κόμμα ατόμων της πρώτης ομάδας της πρώτης κατηγορίας απαιτείται πρόταση δυο μελών του Κόμματος με κομματική ηλικία ενός χρόνου. Τα άτομα της δεύτερης ομάδας της πρώτης κατηγορίας γίνονται δεκτά με πρόταση δυο μελών του Κόμματος με κομματική ηλικία δυο ετών15. Για τα άτομα της δεύτερης κατηγορίας τρεις συστάσεις μελών του Κόμματος με τρίχρονη κομματική ηλικία. Τα άτομα της τρίτης κατηγορίας χρειάζονται πέντε συστάσεις από μέλη με πενταετή κομματική ηλικία».

Αυστηροποιήθηκαν επίσης σημαντικά οι προϋποθέσεις για την ένταξη στο Κόμμα ανθρώπων που ανήκαν παλιότερα σε άλλα κόμματα:

«Οι προερχόμενοι από άλλα κόμματα γίνονται δεκτοί σε εξαιρετικές περιπτώσεις με σύσταση πέντε μελών του Κόμματος με πενταετή κομματική ηλικία, μόνο μέσω παραγωγικού πυρήνα, με υποχρεωτική έγκριση από την ΚΕ, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση του υποψηφίου».

Δεν τροποποιήθηκε η αναγκαία περίοδος της δοκιμασίας για τα νέα μέλη.

Στο 14ο Συνέδριο εντάχτηκαν στο Καταστατικό, ως μέρος της οργανωτικής δομής του Κόμματος, οι επιτροπές ελέγχου με στόχο τη συμβολή «στην υπόθεση της ενίσχυσης της ενότητας και του κύρους του ΠΚΚ(μπ), της προσέλκυσης στις γραμμές του Κόμματος του καλύτερου τμήματος της εργατικής τάξης, της πάλης με τις παραβιάσεις από τα μέλη του Κόμματος του Προγράμματος και του Καταστατικού του ΠΚΚ(μπ), για το σκοπό της εξασφάλισης απ’ όλες τις απόψεις της κομματικής γραμμής στη δράση των σοβιετικών οργάνων και για το σκοπό της επεξεργασίας μέτρων για τη βελτίωση και τη στερέωση του σοβιετικού και του οικονομικού μηχανισμού».16

• Στο 17ο Συνέδριο το 1934 μπήκε για πρώτη φορά στο Καταστατικό η διατύπωση ότι το Κόμμα είναι η «πρωτοπορία, οργανωμένο τμήμα του προλεταριάτου της ΕΣΣΔ, ανώτερη μορφή της ταξικής του οργάνωσης». Σημειώνεται επιπλέον ότι «στο Κόμμα γίνονται δεκτοί ως μέλη εργάτες, κολχόζνικοι, κοκκινοφρουροί, φοιτητές και υπάλληλοι, που αναδείχτηκαν στη δουλειά στις ομάδες συμπαθούντων, στα Σοβιέτ, τα συνδικάτα, την Κομσομόλ, τους συνεταιρισμούς, τις συνελεύσεις αντιπροσώπων, μετά από τη σύμφωνη γνώμη της οργάνωσης όπου ο υποψήφιος δούλευε ή δουλεύει».

Στη βάση της ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας, της πορείας ταχείας εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης που σηματοδοτείται από τα Πεντάχρονα Πλάνα17 και της ραγδαίας αύξησης των γραμμών της εργατικής τάξης, με την εισροή μαζών από την αγροτιά, προσδιορίστηκαν διαφορετικά οι κατηγορίες των υποψήφιων μελών:

«α) Ορίζονται τέσσερις κατηγορίες:

1) Βιομηχανικοί εργάτες με παραγωγική προϋπηρεσία πέντε τουλάχιστον χρόνια,

2) βιομηχανικοί εργάτες με παραγωγική προϋπηρεσία λιγότερο από 5 χρόνια, εργάτες της αγροτικής παραγωγής, κοκκινοφρουροί από εργάτες και κολχόζνικους και τεχνικό προσωπικό, που εργάζονται άμεσα στο τμήμα ή το εργαστήριο,

3) κολχόζνικοι, μέλη βιοτεχνικών-παραγωγικών αρτέλ και δάσκαλοι του Δημοτικού,

4) υπόλοιποι υπάλληλοι».

Το Συνέδριο αυστηροποίησε τις προϋποθέσεις ένταξης στο Κόμμα. Για την ένταξη ατόμων της πρώτης κατηγορίας απαιτούνταν πια πρόταση 3 μελών του Κόμματος με κομματική ηλικία τουλάχιστον 5 χρόνων. Τα άτομα της δεύτερης κατηγορίας γίνονταν δεκτά με πρόταση 5 μελών του Κόμματος με κομματική ηλικία 5 ετών. Για τα άτομα της τρίτης κατηγορίας χρειάζονταν 5 συστάσεις μελών του Κόμματος με 5 χρόνια κομματική ηλικία και πρόταση του πολιτικού τμήματος του αντίστοιχου Μηχανοτρακτερικού Σταθμού. Τα άτομα της τέταρτης κατηγορίας χρειάζονταν 5 συστάσεις από μέλη με 10 χρόνια κομματική ηλικία.

Έχει σημασία να δούμε πώς αντιμετωπίζονται γενικότερα τα ζητήματα του κράτους και του Κόμματος στο 17ο Συνέδριο. Στη λογοδοσία για τη δράση της ΚΕ αναφέρονται τα εξής:

«Η 17η Συνδιάσκεψη του Κόμματος είπε ότι τραβούμε για τη δημιουργία αταξικής, σοσιαλιστικής κοινωνίας [...] Τη θέση μας για την κίνηση προς την αταξική κοινωνία, που ρίχτηκε σα σύνθημα, την κατάλαβαν σα στοιχειακή διαδικασία. Και κάναν το συλλογισμό: Μια και πρόκειται για αταξική κοινωνία, πάει να πει μπορούμε να εξασθενίσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου και γενικά να ξεμπερδεύουμε με το κράτος, που έτσι ή αλλιώς θα απονεκρωθεί στο κοντινό μέλλον [...]

Η εργατική τάξη της ΕΣΣΔ είναι ισχυρή, όχι μονάχα γιατί έχει ένα λενινιστικό κόμμα δοκιμασμένο στις μάχες. Είναι ισχυρή ακόμα, όχι μονάχα γιατί έχει την υποστήριξη των μαζών των εκατομμυρίων εργαζόμενων αγροτών. Είναι ισχυρή ακόμα και γιατί την υποστηρίζει και την βοηθά το παγκόσμιο προλεταριάτο...»18.

• Παρόλο που δε σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα του Καταστατικού του Κόμματος, η συζήτηση σχετικά με το νέο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ (1936) βοηθά να δούμε το συνολικότερο προσανατολισμό της μπολσεβίκικης ηγεσίας όσον αφορά το ρόλο της εργατικής τάξης. Μια τέτοια αναφορά γίνεται πιο αναγκαία με δεδομένο ότι το Σύνταγμα μεταφέρει την εκλογική μονάδα από την εργασιακή κολεκτίβα στην εδαφική περιφέρεια.

Στη βάση της κεντρικής διαπίστωσης ότι «η σοβιετική μας κοινωνία κατόρθωσε να πραγματοποιήσει ήδη βασικά το σοσιαλισμό», η εισήγηση στο VIII Έκτακτο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ τονίζει ότι «...το προλεταριάτο της ΕΣΣΔ μετεξελίχτηκε στην εργατική τάξη της ΕΣΣΔ, που κατάργησε το καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας, εδραίωσε τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία στα εργαλεία και στα μέσα παραγωγής και κατευθύνει τη σοβιετική κοινωνία στο δρόμο του κομμουνισμού»19.

«...το σχέδιο του νέου Συντάγματος της ΕΣΣΔ ξεκινάει από το ότι στην κοινωνία δεν υπάρχουν πλέον ανταγωνιστικές τάξεις, ότι η κοινωνία αποτελείται από δύο φιλικές τάξεις, από τους εργάτες και τους αγρότες, ότι στην εξουσία βρίσκονται ακριβώς αυτές οι εργαζόμενες τάξεις, ότι η κρατική διεύθυνση της κοινωνίας (η δικτατορία) ανήκει στην εργατική τάξη, γιατί είναι η πρωτοπόρα τάξη της κοινωνίας ...»20.

«Αν η διεύρυνση της βάσης της δικτατορίας της εργατικής τάξης και η μετατροπή της δικτατορίας σε πιο ευέλικτο, επομένως πιο ισχυρό σύστημα κρατικής διοίκησης της κοινωνίας ερμηνεύεται από αυτούς όχι σα δυνάμωμα της δικτατορίας της εργατικής τάξης, αλλά σαν εξασθένησή της, ή ακόμα και σαν άρνησή της, τότε ας μας επιτραπεί να ρωτήσουμε: Γνωρίζουν άραγε γενικά οι κύριοι αυτοί τι είναι η δικτατορία της εργατικής τάξης; [...] το σχέδιο του νέου Συντάγματος διατηρεί πράγματι σε ισχύ το καθεστώς της δικτατορίας της εργατικής τάξης...».

«Το Κόμμα είναι τμήμα μιας τάξης, το πρωτοπόρο τμήμα της [...] το Κόμμα των κομμουνιστών, το οποίο υπερασπίζεται σθεναρά και μέχρι τέλους τα συμφέροντα των εργατών και των αγροτών».21

Χρειάζεται να επισημάνουμε ότι, κατά τη διαδικασία προετοιμασίας του τελικού σχεδίου Συντάγματος που τέθηκε σε δημόσια συζήτηση τον Ιούνη του 1936, τα πρώτα σχέδια που συζητήθηκαν χαρακτήριζαν το σοβιετικό κράτος ως «κράτος των ελεύθερων εργαζόμενων της πόλης και της υπαίθρου». Απαιτήθηκε η παρέμβαση του ίδιου του Στάλιν για να αφαιρεθεί η διατύπωση αυτή και να αντικατασταθεί από την τελική διατύπωση για «σοσιαλιστικό κράτος των εργατών και αγροτών».22

► Στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος το 1939 διατηρείται η ίδια διατύπωση στην αρχή του Καταστατικού για το χαρακτήρα του Κόμματος: «Είναι το πρωτοπόρο τμήμα του προλεταριάτου της Ένωσης ΣΣΔ, η ανώτερη μορφή ταξικής του οργάνωσης. Το Κόμμα καθοδηγείται στη δράση του από τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού. Το Κόμμα πραγματοποιεί την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, της διανόησης –όλου του σοβιετικού λαού στην πάλη για την ενίσχυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, για την ενίσχυση και την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού συστήματος, για τη νίκη του κομμουνισμού».

Μια σημαντική τροποποίηση του Καταστατικού στο Συνέδριο αυτό ήταν η κατάργηση των κατηγοριών με βάση την ταξική προέλευση για τα υποψήφια μέλη του Κόμματος. Θυμίζουμε ότι η κατηγοριοποίηση αυτή ίσχυσε από το 1919, όσον αφορά τη διάρκεια παραμονής στο καθεστώς του δόκιμου μέλους, και από το 1922 (μετά από την εφαρμογή της ΝΕΠ) συγκεκριμενοποιήθηκε παραπέρα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εργατική σύνθεση του Κόμματος.

Σχετικά με το κράτος στην ΕΣΣΔ, ο απολογισμός της ΚΕ στο Συνέδριο τόνιζε τα εξής: «...δε συνάγεται καθόλου ότι στο νέο, προλεταριακό κράτος δεν μπορούν να διατηρηθούν ορισμένες λειτουργίες του παλιού κράτους, αλλαγμένες ανάλογα με τις ανάγκες του προλεταριακού κράτους. Από αυτό ακόμα περισσότερο δε συνάγεται ότι οι μορφές του σοσιαλιστικού μας κράτους πρέπει να μείνουν αμετάβλητες, ότι όλες οι αρχικές λειτουργίες του κράτους μας πρέπει να διατηρηθούν και στο μέλλον. Στην πραγματικότητα οι μορφές του κράτους μας αλλάζουν και θα αλλάζουν ανάλογα με την ανάπτυξη της χώρας μας και την αλλαγή της εξωτερικής κατάστασης [...] Τώρα το βασικό καθήκον του κράτους μας μέσα στη χώρα είναι η ειρηνική οικονομική-οργανωτική και πολιτιστική-διαπαιδαγωγητική δουλειά ...»23.

Η εισήγηση του Α. Ζντάνοφ σχετικά με την τροποποίηση του Καταστατικού αναφέρει και τα ακόλουθα:

«Στις γραμμές του βρίσκονται οι καλύτεροι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, τα πιο αφοσιωμένα τέκνα της, τα πιο ταξικά συνειδητοποιημένα, επαναστατικά, θαρρετά και πειθαρχημένα. Χάρις σε αυτό το γεγονός το Μπολσεβίκικο Κόμμα έχει γίνει το μαχητικό επιτελείο της εργατικής τάξης, η επαναστατική πρωτοπορία της [...] Το Μπολσεβίκικο Κόμμα πραγματοποιεί το ρόλο της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης όχι μόνο μέσω του συνεπούς επαναστατικού και επιστημονικού του Προγράμματος και της τακτικής του, αλλά και μέσω της οργάνωσής του [...] Η ιστορική αποστολή του Κόμματός μας, ως οργανωτή και καθοδηγητή της σοσιαλιστικής επανάστασης και της πραγματοποίησης της δικτατορίας της εργατικής τάξης, καθόρισε τις βασικές αρχές της οργανωτικής του δομής [...]

Το Κόμμα του επαναστατικού μαρξισμού καθορίζει τις οργανωτικές μορφές και μεθόδους δουλειάς σε συμφωνία με τις συγκεκριμένες συνθήκες. Σε αυτήν τη βάση, το Μπολσεβίκικο Κόμμα ποτέ δε μετέτρεψε τις δεδομένες οργανωτικές μορφές του Κόμματος σε δόγμα, σε ένα άψυχο στερεότυπο […] Διατηρώντας άθικτες τις βασικές και θεμελιώδεις οργανωτικές αρχές του, το Κόμμα επανειλημμένα τροποποίησε το Καταστατικό του σύμφωνα με τις αλλαγές στην κατάσταση, τα νέα καθήκοντα και την πείρα που κέρδιζε από τη δουλειά. Δεν είναι τυχαίο που μεγάλες αλλαγές και στροφές στην πολιτική ζωή της χώρας και η ανάδυση νέων πολιτικών καθηκόντων για το Κόμμα μας συνοδεύονταν από αλλαγές στο Καταστατικό. Θα σας θυμίσω ότι οι βασικές τροποποιήσεις του Καταστατικού έγιναν το 1922 –την περίοδο ανάπτυξης της ΝΕΠ– το 1925 –όταν το Κόμμα, στο 14ο Συνέδριό του, αντιμετώπισε το καθήκον της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης– και το 1934 –την περίοδο του 17ου Συνεδρίου, όταν το Κόμμα προχωρούσε στην αντιμετώπιση των ιστορικών καθηκόντων του Δεύτερου Πεντάχρονου Πλάνου […]

Ο ρόλος της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του αποσπάσματος εμπροσθοφυλακής των εργαζόμενων, όπως είναι το Κόμμα μας, γίνεται ακόμα σημαντικότερος με τη νίκη του σοσιαλισμού, όταν η ΕΣΣΔ εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης –τη φάση της ολοκλήρωσης της οικοδόμησης μιας αταξικής, σοσιαλιστικής κοινωνίας και της σταδιακής μετάβασης από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό ...»24.

Η απάλειψη από το Καταστατικό της διάκρισης διάφορων κατηγοριών για τα νέα μέλη εξηγείται ως εξής στην εισήγηση του Ζντάνοφ:

«Το υπάρχον σύστημα, όπως διατυπώνεται στο Καταστατικό του Κόμματος, της ένταξης νέων μελών στο Κόμμα σύμφωνα με 4 διαφορετικές κατηγορίες, εξαρτώμενες από την κοινωνική προέλευση του υποψηφίου, είναι ξεκάθαρα ασυμβίβαστο με τις αλλαγές στην ταξική δομή της σοβιετικής κοινωνίας που προέκυψαν από τη νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Η ανάγκη για διαφορετικές κατηγορίες στην ένταξη νέων μελών και για διαφοροποιημένες περιόδους δοκιμασίας έχει εξαφανιστεί.

Οι διαφορετικές κατηγορίες ένταξης, με βάση την κοινωνική κατηγορία του υποψήφιου μέλους του Κόμματος, θεσμοθετήθηκαν, όπως γνωρίζετε, στο 11ο Συνέδριο του Κόμματος το 1922, στις αρχές της ΝΕΠ, και είχαν στόχο να δυσκολέψουν την ένταξη μη προλεταριακών στοιχείων στο Κόμμα μας. Η κατάσταση την εποχή εκείνη ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Τον καιρό εκείνο το προλεταριάτο είχε εν μέρει απωλέσει την ταξικότητά του. Οι αγρότες καλλιεργούσαν σε ατομική βάση. Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις δεν είχαν ακόμα πλήρως καταργηθεί. Η ΝΕΠ ασκούσε μια αποθαρρυντική επίδραση σε ένα μέρος των κομματικών μελών, ιδιαίτερα στα μη προλεταριακά στοιχεία. Σε αυτές τις συνθήκες, αν το Κόμμα επρόκειτο να εξασκήσει με επιτυχία το ρόλο της πρωτοπορίας, ήταν αναγκαίο ένα φράγμα στη διείσδυση ασταθών, μικροαστικών στοιχείων στις γραμμές του, όπως οι διαφορετικές κατηγορίες ένταξης. Έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ισχυροποίηση του Κόμματος, βοηθώντας το να πραγματοποιήσει την ιστορική του αποστολή.

Με δεδομένη όμως τη νίκη του σοσιαλισμού στη χώρα μας, η ανάγκη για τέτοιους περιορισμούς έχει εκλείψει. Οι περιορισμοί αυτοί ήδη δυσκολεύουν και εμποδίζουν την ισχυροποίηση των γραμμών του Κόμματος με πρωτοπόρους εργάτες, αγρότες και διανοούμενους αφοσιωμένους στην υπόθεση της εργατικής τάξης [...]

Σε τι ασυνέπειες και ανωμαλίες οδηγεί στην πράξη το υπάρχον σύστημα ένταξης στο Κόμμα μπορεί να φανεί από πάμπολλα παραδείγματα από την κάθε κομματική οργάνωση.

Οι καλύτεροι σταχανοβίτες25, από τη στιγμή που θα γίνουν εργοδηγοί ή διευθυντές, δηλαδή από τη στιγμή που θα προωθηθούν σε στελεχικά πόστα, λόγω των ικανοτήτων τους και της προσφοράς τους, βρίσκονται στη θέση δευτεροκλασάτων ανθρώπων όταν κάνουν αίτηση να μπουν στο Κόμμα. Ο εργάτης, ή ο γιος του εργάτη, που έχει λάβει κάποια μόρφωση κατατάσσεται στην τέταρτη κατηγορία όταν κάνει αίτηση να μπει στο Κόμμα» (ο Ζντάνοφ δίνει στη συνέχεια μια σειρά συγκεκριμένα περιστατικά).

«Όλα αυτά φανερώνουν ότι μια μορφή που ήταν κάποτε αναγκαία έχει τώρα παλιώσει, έχει γίνει μορφή δίχως περιεχόμενο [...] Η οργανωτική μορφή πρέπει να ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο, και το περιεχόμενο προχωράει στη κατεύθυνση του πλησιάσματος των τάξεων και της απάλειψης των ταξικών διαφορών [...]

Οι Θέσεις προτείνουν να τροποποιήσουμε το υπάρχον σύστημα διαφορετικών κατηγοριών ένταξης νέων μελών στο Κόμμα και να θεσμοθετήσουμε ενιαίους όρους ένταξης και μια ενιαία περίοδο δοκιμασίας [...] ενός χρόνου [...] Ο στόχος της πρότασης για μια περίοδο δοκιμασίας ενός χρόνου είναι να βάλουμε ένα τέλος σε αυτήν την απαράδεκτη πρακτική και να αναγκάσουμε τις κομματικές οργανώσεις να ανασκουμπωθούν, να βελτιώσουν την εκπαιδευτική και οργανωτική δουλειά τους στα δόκιμα μέλη και να μετατρέψουν την περίοδο δοκιμασίας σε κάτι περισσότερο από μια τυπικότητα».

«Σύμφωνα με τις Θέσεις, όλοι όσοι θέλουν να μπουν στο Κόμμα πρέπει να λάβουν συστάσεις από 3 κομματικά μέλη που είναι στο Κόμμα για 3 τουλάχιστον χρόνια και που γνωρίζουν τους υποψήφιους, έχοντας δουλέψει μαζί τους για όχι λιγότερο από 1 χρόνο».

Τονιζόταν όμως ακόμα, ως απάντηση σε προτάσεις για μεγαλύτερη χαλάρωση των όρων ένταξης στο Κόμμα, ότι:

«Η δύναμη του Κόμματός μας δε βρίσκεται στην απάλειψη των ορίων μεταξύ Κόμματος και μη Κόμματος, μεταξύ κομματικών μελών και εξωκομματικών, και στη διάχυσή του μέσα στις μάζες, αλλά στο γεγονός ότι, δρώντας ως το κέντρο συσπείρωσης των πιο πρωτοπόρων ανθρώπων της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και της διανόησης, δεν επιζητεί την ποσότητα, αλλά την ποιότητα των μελών [...] Σηματοδοτούν οι σημαντικές αλλαγές στη διαδικασία ένταξης νέων μελών ότι το Κόμμα χαλαρώνει κατά κάποιον τρόπο τη δοκιμασμένη λενινιστική αρχή της ατομικής επιλογής ένταξης στο Κόμμα; Κατά κανέναν τρόπο».

• Στο 19ο Συνέδριο το 1952 διαφοροποιήθηκε το αρχικό κομμάτι του Καταστατικού, με αφαίρεση της αναφοράς ότι το Κόμμα είναι το πρωτοπόρο τμήμα του προλεταριάτου, αλλά με εκτεταμένη αναφορά στο ρόλο του Κόμματος από το 1917 μέχρι το 1952 και στα μελλοντικά του καθήκοντα της βαθμιαίας μετάβασης από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό:

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης είναι εθελοντική μαχητική ένωση ομοϊδεατών-κομμουνιστών, που οργανώνεται από ανθρώπους της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς και της εργαζόμενης διανόησης.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης, έχοντας οργανώσει τη συμμαχία της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης αγροτιάς, πέτυχε ως αποτέλεσμα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης του 1917 την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων, την οργάνωση της δικτατορίας του προλεταριάτου, την εξάλειψη του καπιταλισμού, την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και εξασφάλισε την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Τώρα τα κύρια καθήκοντα του ΚΚΣΕ συνίστανται στην οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας μέσω της βαθμιαίας μετάβασης από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, στην αδιάκοπη άνοδο του υλικού και πολιτιστικού επιπέδου της κοινωνίας, στη διαπαιδαγώγηση των μελών της κοινωνίας στο πνεύμα του διεθνισμού και της εγκαθίδρυσης αδελφικών δεσμών με τους εργαζόμενους όλων των χωρών, στην ολόπλευρη ενίσχυση της άμυνας της Σοβιετικής Πατρίδας από τις επιθετικές ενέργειες των εχθρών της».

Στο 2ο άρθρο επανήλθε, με νέα διατύπωση, η αναφορά των πρώτων Καταστατικών σχετικά με το ποιος μπορεί να είναι μέλος του Κόμματος: «Μέλος του ΚΚΣΕ μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε εργαζόμενος που δεν εκμεταλλεύεται ξένη εργασία26, πολίτης της Σοβιετικής Ένωσης, που αποδέχεται το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος, συμμετέχει δραστήρια στην υλοποίησή τους, εργάζεται σε μία από τις οργανώσεις του Κόμματος και υλοποιεί όλες τις αποφάσεις του Κόμματος»27.

Στο Καταστατικό τέθηκαν επίσης, με πολύ πιο αναλυτικό τρόπο, τα καθήκοντα του μέλους του Κόμματος.

• Στο 22ο Συνέδριο το 1961 η αποτύπωση του χαρακτήρα του Κόμματος στο Καταστατικό διαφοροποιήθηκε κατά ριζικό τρόπο. Το Κόμμα αποκαλείται πια «πρωτοπορία του σοβιετικού λαού». Διακηρύσσεται ότι στη βάση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού που «νίκησε πλήρως και τελεσίδικα [...] διαμορφώθηκε και ενισχύθηκε η ηθική και πολιτική ενότητα της σοβιετικής κοινωνίας», με αποτέλεσμα «το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Κόμμα της εργατικής τάξης, έγινε πλέον Κόμμα όλου του σοβιετικού λαού».28

Οι αναφορές του Καταστατικού ότι το Κόμμα καθοδηγείται από τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού και ότι οικοδομεί τη δουλειά του στη βάση της «απαρέγκλιτης» εφαρμογής των λενινιστικών κανόνων της κομματικής ζωής συνυπάρχουν με μια αταξική θεώρηση της σοβιετικής κοινωνίας, με μια ισοπέδωση των ταξικών διαφοροποιήσεων και μια πρόταξη της έννοιας του «πολίτη» της ΕΣΣΔ. Έχουμε εδώ μια αποτύπωση στις οργανωτικές αρχές του Κόμματος της οπορτουνιστικής πολιτικής που έχει αρχίσει να διευρύνεται στη σοβιετική κοινωνία μετά από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956 –η αναθεωρητική αντίληψη και πρακτική που δε βλέπει αντιφάσεις στην επέκταση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στην οικονομία και θεωρεί τους μηχανισμούς της αγοράς αναπόσπαστο συστατικό του «περάσματος στον κομμουνισμό» βρίσκει την αντανάκλασή της σε μια βαθιά υποτίμηση της αναγκαιότητας της δικτατορίας του προλεταριάτου (βλέπε «παλλαϊκό κράτος») και της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης (σύνθεση των γραμμών του Κόμματος). Από τη μια υπονόμευση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού και του υποκειμενικού παράγοντα της οικοδόμησης, από την άλλη τυχοδιωκτικές διατυπώσεις για γρήγορη οικοδόμηση του κομμουνισμού. Οι ιδεολογικές ακροβασίες του 27ου Συνεδρίου το 1986 ότι «το ΚΚΣΕ, παραμένοντας ως προς την ταξική ουσία, την ιδεολογία του, Κόμμα της εργατικής τάξης, έγινε Κόμμα όλου του λαού» συνιστούσαν προσπάθειες ...τετραγωνισμού του κύκλου.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Από την πρώτη αυτή ανάλυση των Καταστατικών του Μπολσεβίκικου Κόμματος προκύπτει καθαρά η εξέλιξη των διατάξεών του που αφορούν τη στρατολόγηση στις γραμμές του, ως αποτέλεσμα της συσσωρευόμενης πείρας και διαφορετικών αναγκαιοτήτων και καθηκόντων του Κόμματος στην κάθε φάση της ιστορικής του διαδρομής. Διακρίνεται όμως, από τη δεκαετία του 1950 και μετά, και η επίδραση της συνολικότερης οπορτουνιστικής στροφής στην πολιτική της ΕΣΣΔ, ακόμα και σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν τον ίδιο το χαρακτήρα του Κόμματος ως κόμματος της εργατικής τάξης.

Μετά την ανατροπή της αστικής εξουσίας, και ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή της «Νέας Οικονομικής Πολιτικής», είναι έκδηλη η προσπάθεια της μπολσεβίκικης ηγεσίας να θωρακίσει τις γραμμές του Κόμματος από ταξικά ξένα στοιχεία, αλλά και από καριερίστες που αναζητούσαν θέσεις με κύρος και σχετικά λιγότερο πιεστικές στον κρατικό μηχανισμό. Η όλο και πιο αναλυτική κατηγοριοποίηση των υποψηφίων για ένταξη με βάση την ταξική τους θέση και οι διαφορετικές απαιτήσεις συστάσεων και χρόνου δοκιμασίας για την κάθε κατηγορία αντανακλούσαν ακριβώς αυτήν την προσπάθεια, στο έδαφος μιας αντικειμενικής πραγματικότητας όπου αναπτυσσόταν η ταξική διαστρωμάτωση και όπου οι «άνθρωποι της ΝΕΠ» στην πόλη και στην ύπαιθρο έπαιρναν συχνά το πάνω χέρι. Στόχος ήταν να διαμορφωθεί ένα Κόμμα πολιτικο-ιδεολογικά συμπαγές, αλλά ταυτόχρονα και αρκετά μαζικό, ώστε να μπορέσει να καθοδηγήσει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η ιστορική πείρα δείχνει ότι η προσπάθεια αυτή απέδωσε σημαντικούς καρπούς στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, παρά τη σφοδρή διαπάλη που δημιούργησε στις γραμμές του Κόμματος η αντανάκλαση της ταξικής πάλης στη σοβιετική κοινωνία.

Η εφαρμογή της πολιτικής της ταχείας εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης μέσα από το πρώτο Πεντάχρονο Πλάνο άλλαξε ραγδαία την αντικειμενική πραγματικότητα της σοβιετικής κοινωνίας, πύκνωσε τις γραμμές της εργατικής τάξης και ενέταξε την πλειοψηφία των μέχρι πρότινος ατομικών εμπορευματοπαραγωγών στην ύπαιθρο σε συλλογικές μορφές παραγωγής. Η δραστική αυτή αλλαγή στην ίδια την ταξική διάρθρωση της χώρας βρίσκει την αντανάκλασή της στις διατάξεις του Καταστατικού που ψηφίστηκε από το 17ο Συνέδριο το 1934. Η διαφαινόμενη όμως ρευστότητα της κατάστασης, όψη της οποίας ήταν και η οξυμένη πάλη με την «πέμπτη φάλαγγα» λίγο αργότερα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, φαίνεται ότι επιβάλλει μια επιμονή (ή και αυστηροποίηση) στις διατάξεις για την ένταξη στο Κόμμα. Απόλυτα ενδεικτική αυτής της ανησυχίας είναι και η επιμονή του Στάλιν και άλλων καθοδηγητικών στελεχών να αναλύουν διεξοδικά την αναγκαιότητα της δικτατορίας του προλεταριάτου σε όλη την περίοδο έως το πέρασμα στον κομμουνισμό.

Το 18ο Συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) το 1939, τροποποιώντας το Καταστατικό, προχώρησε στην απάλειψη των διαφορετικών κατηγοριών για την ένταξη στο Κόμμα. Η δραστική αυτή αλλαγή τεκμηριώθηκε στην αλλαγμένη σχέση μεταξύ των τάξεων στη σοβιετική κοινωνία και στα προβλήματα που δημιουργούσε στην ισχυροποίηση των γραμμών του Κόμματος η γρήγορη ανάδειξη πρωτοπόρων εργατών –των κατεξοχήν υποψηφίων για στρατολόγηση– σε τεχνικές ή διευθυντικές θέσεις. Σήμερα, στο έδαφος της ιστορικής πείρας, με την επικράτηση της οπορτουνιστικής στροφής στο 20ό Συνέδριο και την τελική νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, απαιτείται μια κριτική προσέγγιση αυτών των εκτιμήσεων. Είναι βάσιμο να διερευνηθεί παραπέρα το αν η εκτίμηση για την απάλειψη των ορίων ανάμεσα σε εργατική τάξη, αγροτιά και διανόηση συνιστούσε μια πρόωρα αισιόδοξη ματιά στη σοβιετική κοινωνία, που υποτιμούσε ζητήματα όπως η αντίθεση διευθυντικής-εκτελεστικής εργασίας και που άφησε περιθώριο προοπτικά (σε συνδυασμό με τις τεράστιες απώλειες εκατομμυρίων μελών του Κόμματος στον Παγκόσμιο Πόλεμο) για μια ενίσχυση οπορτουνιστικών τάσεων. Γίνεται φυσικά κατανοητό ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές έλαβαν χώρα μέσα σε συνθήκες έντασης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και απειλούμενης ιμπεριαλιστικής εισβολής, όπου η ενότητα του σοβιετικού λαού αποτελούσε θεμελιώδη προϋπόθεση για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού.

Η διαπάλη στο Μπολσεβίκικο Κόμμα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950, που συμπυκνώνεται στο έργο του Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», φανερώνει ότι στην τότε πλειοψηφία γινόταν, σε ένα βαθμό, κατανοητό ότι οι αντιφάσεις στο σοσιαλισμό ήταν πολύ πιο σύνθετες απ’ όσο προηγούμενα εκτιμιούνταν και ότι απαιτούσαν το στιβαρό χέρι της δικτατορίας του προλεταριάτου για να επιλυθούν προωθητικά. Δε φαίνεται όμως να υπάρχει μια συλλογικά κατακτημένη θεωρητική προσέγγιση, που να μπορεί να εξασφαλίσει μια συνολική και σταθερή επαναστατική γραμμή, τόσο στα ζητήματα της οικονομίας όσο και στα ζητήματα του εποικοδομήματος και του Κόμματος. Χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της έλλειψης είναι η αφαίρεση από το 19ο Συνέδριο (1952) της αναφοράς του Καταστατικού ότι το Κόμμα είναι πρωτοπορία του προλεταριάτου. Θα απαιτηθεί φυσικά, όπως είδαμε και παραπάνω, η ριζική στροφή της πολιτικής γραμμής πάνω στα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού το 1956, προκειμένου να διαμορφωθεί λίγο αργότερα και ο αντίστοιχος θεωρητικός προσανατολισμός στα ζητήματα του χαρακτήρα της κρατικής εξουσίας («παλλαϊκό κράτος») και του Κόμματος («κόμμα όλου του λαού»).

Στη συνέχεια της ενότητας αυτής παρουσιάζονται αυτούσια Καταστατικά του Μπολσεβίκικου Κόμματος κι επιλεγμένα αποσπάσματα Καταστατικών που επιτρέπουν να παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη των διατάξεων που αφορούν το χαρακτήρα και την ταξική σύνθεση του Κόμματος πριν και μετά την επανάσταση. Δίνεται επίσης αυτούσια η Απόφαση του 11ου Συνεδρίου του Κόμματος (1922) που εντοπίζει αναλυτικά τους κινδύνους που εγκυμονεί για τον ταξικό προσανατολισμό του Κόμματος η εφαρμογή της ΝΕΠ και υιοθετεί αναγκαία οργανωτικά μέτρα για την αντιμετώπισή τους.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Γιώργος Μαγγανάς είναι συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ. Ο Βασίλης Όψιμος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Β. Ι. Λένιν: «Τι να κάνουμε;», «Άπαντα», τ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1976, σελ. 24-25.

3. Β. Ι. Λένιν, «Λόγοι και ομιλίες κατά τη συζήτηση του Καταστατικού του Κόμματος», «Άπαντα», τ. 7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1976, σελ. 285.

4. Μανιλοφισμός: Από τον Μανίλοφ, ήρωα του έργου «Νεκρές Ψυχές» του Γκόγκολ. Συνώνυμο της αυταρέσκειας, της αδράνειας και της φρούδας ονειροβασίας. Χβοστισμός: Προέρχεται από τη ρωσική λέξη για την «ουρά» και υποδηλώνει την πολιτική υπόκλισης στο αυθόρμητο, ουράς της αστικής τάξης.

5. Β. Ι. Λένιν: «Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω», «Άπαντα», τ. 8, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1976, σελ. 250.

6. Ό.π., σελ. 256. Στις τότε συνθήκες παρανομίας του Κόμματος, ο όρος «οργανώσεις επαναστατών» αφορά κομματικά μέλη που δρούσαν δίχως άμεση σύνδεση με την παραγωγή (επαγγελματικά) για τις ανάγκες της κομματικής δουλειάς.

7. Β. Ι. Λένιν: «Το Τρίτο Συνέδριο», «Άπαντα», τ. 10, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 217.

8. Β. Ι. Λένιν: «Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω», «Άπαντα», τ. 8, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 396.

9. Β. Ι. Λένιν: «Σχέδιο καταστατικού του ΣΔΕΚΡ», «Άπαντα», τ. 7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 254-256.

10. Καταστατικό που ψηφίστηκε από το 6ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1917. Δες στη συνέχεια.

11. Β. Ι. Λένιν: «Τι να κάνουμε;», «Άπαντα», τ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»,σελ. 113.

12. Σοσιαλδημοκρατία Πολωνίας και Λιθουανίας, Μπουντ, Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Λετονίας κτλ.

13. Απόφαση 11ου Συνεδρίου του ΚΚΡ(μπ): «Για την ενίσχυση και τα νέα καθήκοντα του Κόμματος», Протоколы 11-й съезд РКП(б), Москва: Партиздат, 1936, σελ. 577-578. Δες και σημείωση 16 στο Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 45, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 501-502. Ολόκληρη η Απόφαση δίνεται στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

14. Β. Ι. Λένιν: «Για τους όρους πρόσληψης νέων μελών στο Κόμμα», «Άπαντα», τ. 45, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 17-21.

15. Σύμφωνα με την προηγούμενη καταστατική διάταξη, για όλους τους υποψήφιους της 1ης κατηγορίας απαιτούνταν η πρόταση 3 μελών του Κόμματος με τουλάχιστον 3 χρόνια κομματική ηλικία.

16. Για τη δημιουργία της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου και περιφερειακών Επιτροπών Ελέγχου, δες Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 286-294. Τα καθήκοντα και οι όροι λειτουργίας τους είχαν καθοριστεί με αποφάσεις του 11ου Συνεδρίου το Μάρτη του 1922. Με την τροποποίηση του Καταστατικού το 1934 η Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου μετονομάστηκε σε Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου. Το 18ο Συνέδριο (1939) κατάργησε την εκλογή της ΕΚΕ, με το σκεπτικό ότι η λειτουργία της γινόταν κάτω από την καθοδήγηση της ΚΕ.

17. Το πρώτο Πεντάχρονο Πλάνο ξεκίνησε τον Οκτώβρη του 1928 και ολοκληρώθηκε, νωρίτερα από το αναμενόμενο, στα τέλη του 1932. Το δεύτερο Πεντάχρονο Πλάνο κάλυψε το διάστημα 1933-1937.

18. Ι. Β. Στάλιν: «Λογοδοσία στο 17ο Συνέδριο του Κόμματος για τη δράση της ΚΕ του ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ», «Άπαντα», τ. 13, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 400 κ.ε.

19. Ι. Β. Στάλιν: «Για το σχέδιο Συντάγματος της ΕΣΣΔ», «Άπαντα», τ. 14, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 181.

20. Ι. Β. Στάλιν: «Για το σχέδιο Συντάγματος της ΕΣΣΔ», «Άπαντα», τ. 14, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 189.

21. Ό.π., σελ. 200-202.

22. J. Arch Getty, «State and society under Stalin: Constitution and elections in the 1930’s», Slavic Review 50, no 1 (1991), σελ. 22, που παραπέμπει σε σοβιετικές αρχειακές πηγές (ντοκουμέντα της Συνταγματικής Επιτροπής στο «Κρατικό Αρχείο της Ρωσικής Ομοσπονδίας»), για τα διάφορα προκαταρκτικά σχέδια.

23. Ι. Β. Στάλιν: «Απολογισμός (Έκθεση Δράσης) στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος για τη δουλειά της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ)», «Άπαντα», τ. 14, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 438-440.

24. A. Zhdanov, «Amendments to the rules of the CPSU (B.). Report to the eighteenth Congress of the CPSU (B.)», στο «The Land of Socialism», Foreign Languages Publishing House, Moscow 1939, σελ. 175-234.

25. Για το κίνημα του σταχανοβισμού, δες στο παρόν τεύχος το άρθρο «Το σταχανοφικό κίνημα, η ιστορική του σημασία και ο αστικός Τύπος», από την ΚΟΜΕΠ τ. 4/1936.

26. Η συγκεκριμένη αναφορά του Καταστατικού χρειάζεται παραπέρα διερεύνηση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αιτιολογούνταν από την ύπαρξη κάποιων υπολειμμάτων εκμεταλλευτικών σχέσεων (πιθανά άτυπων) στην ΕΣΣΔ.

27. Καταστατικό που ψηφίστηκε στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1952. Δες στη συνέχεια.