ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η ΚΟΜΕΠ στην ενότητα «Ιδεολογία - 200 χρόνια Μαρξ» δημοσιεύει δύο κείμενα Σοβιετικών ακαδημαϊκών: το άρθρο του Μπονιφάτι Μ. Κεντρόφ «Ο Μαρξ και η ενότητα της επιστήμης, φυσικής και κοινωνικής» κι ένα εκτεταμένο απόσπασμα από το άρθρο του Ευγένιου Βάργκα «“Το Κεφάλαιο” του Μαρξ και ο σύγχρονος καπιταλισμός». Τα κείμενα αναδεικνύουν τη σημασία της μαρξιστικής-λενινιστικής κοσμοθεωρίας για την ορθή κατανόηση της αντικειμενικής πραγματικότητας, κοινωνικής και φυσικής, στο φως και της πείρας από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την αντιπαράθεση με την αστική ιδεολογία και πολιτική.

Ο Ευγένιος Βάργκα (1879-1964) ήταν Ούγγρος κομμουνιστής, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας. Κατά τη διάρκεια της βραχύβιας Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας (Μάρτης - Αύγουστος 1919) έγινε λαϊκός επίτροπος των Οικονομικών κι επικεφαλής του Ανώτατου Οικονομικού Συμβουλίου. Μετά την ανατροπή της εργατικής εξουσίας κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, έγινε μέλος του Μπολσεβίκικου κόμματος και δούλεψε από το 1920 στο μηχανισμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Από το 1927 ήταν επικεφαλής του Ινστιτούτου Διεθνούς Οικονομίας και Πολιτικής. Οι μελέτες του για τις εξελίξεις στο μονοπωλιακό καπιταλισμό διεθνώς και για την καπιταλιστική οικονομική κρίση αποτέλεσαν σημαντικό προπαρασκευαστικό υλικό σε πολλά σώματα της ΚΔ και του ΠΚΚ(μπ). Στο 6ο (1928) και στο 7ο (1935) Συνέδριο της ΚΔ εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής.

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Βάργκα εξηγεί με γλαφυρό και εκλαϊκευτικό τρόπο την κεντρική σημασία που έχει «Το Κεφάλαιο» στην κοσμοθεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού. Αναδεικνύει το γεγονός ότι το έργο αυτό του Μαρξ δεν είναι ένα απλό επιστημονικό εγχειρίδιο που αφορά κάποιους οικονομολόγους, αλλά ένα βαθιά πολιτικό έργο που «αποπνέει μίσος για την αστική τάξη [...] βιβλίο για την ταξική πάλη, η επιστημονική τεκμηρίωση του αναπόφευκτου της τελικής νίκης του προλεταριάτου σε όλο τον κόσμο».1 Ο Βάργκα, εκθέτοντας τις υποκειμενικές δυσκολίες που παρουσιάζει η μελέτη «Του Κεφαλαίου», δυσκολίες που προκύπτουν από την μυστικοποίηση των οικονομικών σχέσεων που καλλιεργεί ο καπιταλισμός, αναδεικνύει την ανάγκη υπομονετικής μελέτης του απ’ όσους παλεύουν για την ανατροπή του εκμεταλλευτικού συστήματος. Σημειώνεται επιπλέον στο κείμενο η προσπάθεια της αστικής τάξης να παρουσιάσει «Το Κεφάλαιο» ως ένα έργο που αφορούσε δήθεν μια πρωθύστερη, ανώριμη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, φάση που δήθεν είχε ξεπεραστεί στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μ’ ένα αντίστοιχο ξεπέρασμα των κάθετων ταξικών διαχωριστικών γραμμών.

Πολλά μεσολάβησαν από τότε που ο Βάργκα έγραψε το παρακάτω άρθρο, με πρώτο και κύριο τις αντεπαναστατικές ανατροπές στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες του σοσιαλισμού. Παρόλο που το κείμενο αυτό αποτελεί ντοκουμέντο μια συγκεκριμένης εποχής, παρόλο που αποπνέει μια υπερβολική αισιοδοξία για την παραπέρα πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, σε συνθήκες που η οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ είχε ήδη αρχίσει να απλώνει βαριά τη σκιά της, παραμένει σημαντική η διαπίστωση του ότι «σε πείσμα της αστικής και της σοσιαλδημοκρατικής δημαγωγίας, ο καπιταλισμός είναι το ίδιο κοινωνικό σύστημα, με τους ίδιους νόμους ανάπτυξης, όπως και τον καιρό του Μαρξ».

Σήμερα, με βάση τις σύγχρονες επεξεργασίες του Κόμματος που αξιοποιούν την υπάρχουσα ιστορική πείρα, μπορούμε εύκολα να εντοπίσουμε ορισμένες εσφαλμένες εκτιμήσεις της εποχής εκείνης, που αφορούσαν μεταξύ άλλων τη διάκριση της σοσιαλδημοκρατίας σε «δεξιά» και «αριστερή» και την υποτίμηση των δυνατοτήτων του αστικού κράτους να συμβάλλει στη σημαντική άνοδο της παραγωγικότητας και γενικότερα της οικονομικής ισχύος των χωρών του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Στο έδαφος αυτής της πείρας που έχει συσσωρεύσει τον τελευταίο μισό αιώνα το επαναστατικό κίνημα, απαιτείται φυσικά παραπέρα διερεύνηση μιας σειράς ζητημάτων που θίγονται σύντομα από τον Βάργκα.

Ο Μπονιφάτι Μιχάιλοβιτς Κεντρόφ (1903-1985) υπήρξε σημαντικός Σοβιετικός μαρξιστής φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης. Σε νεαρή ηλικία, μετά την Οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση, ξεκίνησε το 1918 τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Σβερντλόφ, όμως σύντομα τις διέκοψε για να μπει στις γραμμές του Κόκκινου Στρατού την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Μετά τη νίκη της σοβιετικής εξουσίας, το 1922 εισήχθη στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Μετά και την επιτυχή ολοκλήρωση της διδακτορικής του διατριβής στη Χημεία το 1935, τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα στρέφονταν όλο και περισσότερο στη Φιλοσοφία και την Ιστορία της Επιστήμης. Το 1939 διορίστηκε στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας, μέχρι το 1941 που εντάχθηκε εκ νέου στον Κόκκινο Στρατό. Μετά το τσάκισμα του ναζισμού από τον Κόκκινο Στρατό και την ολοκλήρωση του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το 1945 ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας, ενώ, όταν ιδρύθηκε η Ακαδημία των Κοινωνικών Επιστημών, ο Κεντρόφ ανέλαβε καθηγητής στο Τμήμα του Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού. Το 1958 επανήλθε στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας ως επικεφαλής του Τμήματος Διαλεκτικού Υλισμού, ενώ το 1960 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1962 ανέλαβε διευθυντής του Ινστιτούτου Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας.

Στη διαδρομή του Κεντρόφ και στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής του σκέψης αποτυπώνονται οι προτεραιότητες, αλλά και η διαπάλη, στις διάφορες φάσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ.

Τα χρόνια 1946-1948 ο Κεντρόφ συμμετείχε στη ζωηρή συζήτηση που διεξήχθη για την κατάσταση της φιλοσοφίας στη Σοβιετική Ένωση. Η ΚΕ του ΚΚΣΕ έθεσε τότε ως πρωταρχικό καθήκον για τους σοβιετικούς φιλοσόφους να αναπτύξουν τη μαρξιστική φιλοσοφική σκέψη, προσανατολισμένοι στις ανάγκες της σοβιετικής κοινωνίας και οξύνοντας τη διαπάλη με τα υπολείμματα και τις αναβιώσεις της αστικής φιλοσοφικής σκέψης. Ένα από τα μέτρα που αποφασίστηκαν προκειμένου να ενισχυθεί το ιδεολογικό μέτωπο και στον τομέα της φιλοσοφίας ήταν η ίδρυση του περιοδικού «Вопросы философии» («Προβλήματα Φιλοσοφίας»), με επικεφαλής της έκδοσής του τον Κεντρόφ.

Παρόλο που η ίδρυση του συγκεκριμένου περιοδικού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της κατάστασης, η διαπάλη συνεχίστηκε. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1949 ο Κεντρόφ απομακρύνθηκε από τη θέση του επικεφαλής του περιοδικού. Στην αυτοκριτική του ο Κεντρόφ αποδέχεται την πλήρη ευθύνη του για το «σοβαρό λάθος» που διέπραξε ως επικεφαλής εκδότης του περιοδικού, με τη δημοσίευση ενός άρθρου του Μ. Α. Μαρκόφ που παρουσίαζε την «εσφαλμένη και ουσιαστικά υποκειμενικο-ιδεαλιστική άποψη της λεγόμενης Σχολής της Κοπεγχάγης ως προς τη φυσική πραγματικότητα, το μικρόκοσμο και την κβαντική μηχανική που μελετά τους νόμους του». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κεντρόφ παρέμεινε στη συντακτική ομάδα του περιοδικού, ενώ συνέχισε τη σημαντική ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Μάλιστα, μετά τη δημοσίευση της θεωρητικής επεξεργασίας του Στάλιν για τα ζητήματα της γλώσσας στο περιοδικό της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ το 1950, σε άρθρο του στο ίδιο τεύχος ο Κεντρόφ σημειώνει ότι η αρθρογραφία του Στάλιν σηματοδοτεί «κάλεσμα μάχης ενάντια στους εκχυδαϊστές του μαρξισμού, όχι μόνο στα ζητήματα της γλώσσας αλλά και στις άλλες επιστήμες, ιδιαίτερα στις φυσικές επιστήμες και τη λογική».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, στο επίκεντρο της συζήτησης μεταξύ των μαρξιστών διανοούμενων τέθηκε το θέμα της λεγόμενης «επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης». Η συζήτηση διεξαγόταν στο έδαφος του «Ψυχρού Πολέμου» και στο επίκεντρο της διαπάλης –σε ό,τι αφορά το σοσιαλιστικό στρατόπεδο– βρέθηκε το αν και κατά πόσο την πρωτοκαθεδρία στην κοινωνική πρόοδο αποκτά πλέον η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας ή η περαιτέρω ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής μέσω της πολιτικής της εργατικής εξουσίας. Ο τότε ΓΓ του ΚΚΣΕ Λ. Ι. Μπρέζνιεφ, στην ομιλία του στην 24η Σύνοδο της ΚΕ του ΚΚΣΕ το 1971, έθετε το ζήτημα με τον εξής τρόπο: «Το καθήκον που έχουμε, σύντροφοι, είναι μέγιστης ιστορικής σημασίας: να συνενώσουμε τα επιτεύγματα της επιστημονικής τεχνικής επανάστασης με τα πλεονεκτήματα του σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος». Βλέπουμε εδώ ότι η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας αντιμετωπίζεται ως κάτι διακριτό από το οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο συντελείται. Μια τέτοια προσέγγιση δεν εμβαθύνει στη διαλεκτική αλληλεπίδραση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της ωρίμανσης των σχέσεων παραγωγής.

Με βάση την προαναφερθείσα προτροπή του Μπρέζνιεφ, οι Σοβιετικοί φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων και ο Κεντρόφ, καταπιάστηκαν με αυτό το καθήκον. Το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε από τη συζήτηση ήταν ότι η επιστημονική και τεχνική πρόοδος δεν έχει ουδέτερο πρόσημο, καθώς αφορά, σε τελική ανάλυση, τις κοινωνικές, ταξικές λειτουργίες από τις οποίες καθορίζεται και στις οποίες επιδρά.2

Η θέση αυτή, παρά την προφανή σημασία της από τη σκοπιά του Μαρξισμού, δεν μπορεί να δώσει μια ολοκληρωμένη, επιστημονική απάντηση. Κι αυτό γιατί, ενώ αναγνωριζόταν φραστικά ότι στη σοσιαλιστική οικοδόμηση η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έχει «ταξικό πρόσημο» και συμβάλλει στην περαιτέρω εδραίωση, ενίσχυση και προώθηση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, στα πλαίσια της διαλεκτικής μεταξύ τους αλληλεπίδρασης, η πείρα από την ΕΣΣΔ απέδειξε ότι, ιδιαίτερα μετά τη στροφή που συντελέστηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και στη συνέχεια με την προώθηση των «μεταρρυθμίσεων Κοσίγκιν», οι νέες προτάσεις για την οργάνωση και διεύθυνση της παραγωγής αποδυνάμωσαν τον Κεντρικό Σχεδιασμό και συνολικά υπονόμευσαν την εδραίωση και επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.3

Στην παραπάνω συζήτηση καθοριστική ήταν η παρέμβαση του Τσεχοσλοβάκου Ρ. Ρίχτα, την οποία αναφέρει επιδοκιμαστικά ο Κεντρόφ στην υποσημείωση 10 του άρθρου που δημοσιεύουμε. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο βιβλίο του Ρίχτα θεωρήθηκε από πολλούς, ιδίως Δυτικούς, ως το ιδεολογικό υπόβαθρο της πολιτικής του Ντούμπτσεκ4, ενώ η συζήτηση στην οποία αναφέρεται ο Κεντρόφ έγινε λίγο πριν τα γνωστά αντεπαναστατικά γεγονότα της Πράγας το καλοκαίρι του 1968.

Η βασική σκέψη του Κεντρόφ για την ανάπτυξη της επιστήμης, όπως αυτή αποτυπώνεται σε διάφορα έργα του, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η επιστήμη αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των προβλημάτων που τίθενται προς επίλυση από τις ίδιες τις αναπτυσσόμενες κοινωνικές ανάγκες και της εσωτερικής, ιδιαίτερης λογικής που διέπει την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης.

Η αμφισημία είναι έκδηλη κι εδώ. Ο Κεντρόφ αφενός δίνει έμφαση στη σχετική αυτονομία της επιστήμης και αφετέρου συνδέει την ανάπτυξη της επιστήμης, ουσιαστικά, με τις ανάγκες της κοινωνίας. Όμως το ζητούμενο είναι πώς εκδηλώνεται η ταξική πάλη στα ζητήματα αυτά. Για παράδειγμα, οι ανάγκες της κοινωνίας, σε μια κοινωνία στην οποία τα κλειδιά της οικονομίας είναι στα χέρια της εργατικής εξουσίας, προσδιορίζονται και ιεραρχούνται με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με μια καπιταλιστική κοινωνία. Παρότι ισχύει πως η επιστημονική γνώση μπορεί να αναπτύσσεται και στη μια περίπτωση και στην άλλη, καθώς και ότι η επιβεβαίωση των επιστημονικών θεωριών από την πρακτική καθιστά το περιεχόμενό τους στον ένα ή τον άλλο βαθμό αληθές, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε επικρατούσες σχέσεις παραγωγής, οι ίδιες οι σχέσεις παραγωγής εκ των πραγμάτων επιδρούν καθοριστικά στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, «σπρώχνοντας» στη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Για παράδειγμα, ποια επιστημονική έρευνα θα χρηματοδοτηθεί και πώς, είναι απόφαση που σχετίζεται με οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, έξω από την ίδια την επιστήμη. Άλλο είναι, π.χ., το εργατικό κράτος να ενισχύσει σε μια συγκεκριμένη περίοδο την ανάπτυξη νέων επιστημονικο-τεχνολογικών μέσων για την ενίσχυση της παραγωγής σ’ ένα συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας (ενίσχυση που αντικειμενικά θα συμβεί έναντι άλλων τομέων), ώστε να εξυπηρετηθούν ανάγκες εκεί όπου έχει εντοπιστεί από τον εργατικό έλεγχο ότι υπάρχει υστέρηση και άλλο να ενισχυθεί σ’ ένα καπιταλιστικό κράτος, με κρατικούς και ιδιωτικούς πόρους, η ανάπτυξη συγκεκριμένων τομέων έναντι άλλων με κριτήριο την ενίσχυση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας συγκεκριμένων μονοπωλίων. Από την άποψη αυτή, το κρίσιμο δεν είναι το αν η κοινωνία θέτει συγκεκριμένα προβλήματα προς επίλυση στην επιστήμη, αλλά το γεγονός ότι ο καθορισμός αυτών των προβλημάτων και των λύσεων που προκρίνονται εξαρτάται από το ποια εξουσία κρατάει το τιμόνι της κοινωνίας.

Παρά τις αντιφάσεις της σοβιετικής θεωρητικής σκέψης της συγκεκριμένης εποχής, το άρθρο του Κεντρόφ φανερώνει τον ουσιαστικό και πρωτοποριακό χαρακτήρα της συζήτησης για το ζήτημα της διεπιστημονικότητας που γινόταν το διάστημα εκείνο στη Σοβιετική Ένωση, την ώρα που στις χώρες του καπιταλισμού βασίλευε σιγή για το θέμα. Αναδεικνύει την ανάγκη αλληλοτροφοδότησης φυσικών και κοινωνικών επιστημών, με τη διαμόρφωση των αναγκαίων συνδέσεων («γεφυρών»), στο γόνιμο έδαφος της υλιστικής διαλεκτικής. Η πείρα των χρόνων που μεσολάβησαν από τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου, μαζί και η πείρα από τις αντεπαναστατικές εξελίξεις στις χώρες του σοσιαλισμού, ενισχύουν το συμπέρασμα για την ταξικότητα των κοινωνικών αλλά και των εφαρμοσμένων φυσικών επιστημών. Μας επιτρέπει όμως να διαπιστώσουμε και ότι η κριτική που ασκεί ο Κεντρόφ στους επιστήμονες εκείνους που προβληματίζονταν για την επέκταση των ποσοτικών μεθόδων στις κοινωνικές επιστήμες ήταν σε σημαντικό βαθμό μονόπλευρη. Αντανακλούσε στο συγκεκριμένο πεδίο τη διαπάλη, έκδηλη πριν ακόμα το 20ό Συνέδριο, σχετικά με την παραπέρα πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης: παραπέρα βάθεμα των σχέσεων παραγωγής ή απλή ποσοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα οδηγήσει αυτόματα στον κομμουνισμό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Για διάφορες πλευρές της διαστρέβλωσης του «Κεφαλαίου» από αναθεωρητές αρθρογράφους, δες Γ. Μαγγανά: «Νέες περιπέτειες του “Κεφαλαίου” στην Ελλάδα», ΚΟΜΕΠ, τ. 4/2017.

2. Μπ. Μ. Κεντρόφ, Σ. Ρ. Μικουλίνσκι και Ι. Τ. Φρολόφ (επιμ.): «Επιστημοτεχνική επανάσταση και κοινωνική πρόοδος», εκδ. «Προγκρές», Μόσχα, 1972.

3. Μ. Παπαδόπουλου: «Από την Οκτωβριανή Επανάσταση στην οπισθοχώρηση από την επαναστατική στρατηγική», ΚΟΜΕΠ, τ. 5/2017.

4. Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ ήταν ένα από τα πιο κεντρικά στελέχη του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας που πρωτοστάτησαν στη λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας» το 1968 και στην προσπάθεια υπονόμευσης της εργατικής εξουσίας μέσα από τη προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Το 1970 διαγράφτηκε από το ΚΚ. Παρέμεινε ως σημείο αναφοράς διάφορων αντεπαναστατικών δυνάμεων και αξιοποιήθηκε συμβολικά και κατά την τελική αντεπαναστατική στροφή το 1989-1991.