ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ «ΦΥΓΗΣ ΕΓΚΕΦΑΛΩΝ» («BRAIN DRAIN»)

Η επιστημονική έρευνα έχει αναδείξει ιδιαίτερες πτυχές και γνωρίσματα του φαινομένου της μετανάστευσης από την Ελλάδα επιστημονικού δυναμικού προς ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες, η οποία ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της οξυμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης πήρε εκρηκτικές διαστάσεις.

 

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 Πριν υπεισέλθουμε στις ιδιαίτερες πλευρές του τρόπου με τον οποίο εκφράστηκε το συγκεκριμένο φαινόμενο στην Ελλάδα της καπιταλιστικής κρίσης, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η μετανάστευση επιστημονικού εργατικού δυναμικού αποτελεί γενικά έκφραση της κίνησης του εμπορεύματος «εργατική δύναμη», αλλά και προϊόν της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Γενικά, το φαινόμενο εντείνεται διαχρονικά ακολουθώντας την αύξηση του βαθμού διεθνοποίησης της κίνησης του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής παραγωγής, παρά το γεγονός ότι η μετανάστευση επιστημόνων (οι οποίοι φυσικά πριν τον καπιταλισμό δεν ήταν εργαζόμενοι μισθωμένοι από το κεφάλαιο) είναι, όπως έχει αναφερθεί, «τόσο παλιά όσο η ίδια η επιστήμη»1.

Σήμερα, η μετανάστευση επιστημονικού δυναμικού έχει καθιερωθεί ως μια από τις κύριες μορφές της διεθνούς μετανάστευσης και αποτελεί βασική πτυχή της (αποκαλούμενης στην αστική βιβλιογραφία) παγκοσμιοποίησης2. Αποδεικνύεται και ερευνητικά ότι οι μεταναστευτικές ροές τείνουν να είναι υψηλότερες όσο ανέρχεται το εκπαιδευτικό επίπεδο3. Για παράδειγμα, το 2000 διέμεναν σε κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ περίπου 20 εκατομμύρια εργαζόμενοι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι είχαν γεννηθεί σε άλλες χώρες, σημειώνοντας αύξηση σε σχέση με το 1990 κατά 63,7%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στη μετανάστευση «εργατών» αυξήθηκε μόλις κατά 14,4%.4 Παρά το γεγονός ότι, προφανώς, στην ανάλυση αυτή η εργατική τάξη δεν προσδιορίζεται στη βάση των σχετικών λενινιστικών κριτηρίων κι ως εκ τούτου το κατά πόσο και ποια τμήματα των μεταναστεύσαντων επιστημόνων ανήκουν στην εργατική τάξη δεν προσδιορίζεται με την απαιτούμενη για τους σκοπούς μας επιστημονική ακρίβεια, τα συμπεράσματά της είναι ενδεικτικά. Αντίστοιχα συμπεράσματα απορρέουν και από τα στοιχεία που αφορούν την ερευνητική «παραγωγή», σύμφωνα με τα οποία, ενδεικτικά, το 31,9% των 1.523 επιστημόνων με τις περισσότερες επιστημονικές αναφορές (citations) στην περίοδο 1981-1999 δεν κατοικεί στη χώρα στην οποία γεννήθηκε.5

Φυσικά, η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής δεν έχει τις ίδιες συνεπαγωγές για όλα τα καπιταλιστικά κράτη, αφού σε αυτή βάζουν τη «σφραγίδα» τους η ανισόμετρη ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομιών και η εθνοκρατική συγκρότηση του κεφαλαίου. Όπως σημειώνεται και στις Θέσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η αντικειμενική τάση διεθνοποίησης της κίνησης του κεφαλαίου στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αγοράς δεν μπορεί να αναιρέσει την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, ούτε να ανατρέψει το γεγονός ότι η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται κυρίως στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας». Αυτό αναδεικνύεται και από τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας, σύμφωνα με τα οποία η «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας ενδυνάμωσε την τάση του «ανθρώπινου κεφαλαίου»6 να συσσωρεύεται εκεί όπου ήδη υπάρχει σε αφθονία.7

Ακριβώς αυτή η ανισομετρία βρίσκεται πίσω και από την ανησυχία των αστικών επιτελείων σε μια σειρά κράτη, όπως η Ελλάδα, που υφίστανται μεγάλη διαρροή επιστημονικού δυναμικού. Ο προβληματισμός αυτός ενέχει στοιχεία προστατευτισμού της καπιταλιστικής οικονομίας στη μορφή της προστασίας της εγχώριας επιστημονικής εργατικής δύναμης, η οποία αποτελεί κρίσιμο όρο για την καπιταλιστική αναπαραγωγή σε συνθήκες που ολοένα και πιο έντονα η επιστήμη γίνεται άμεσα παραγωγική δύναμη κι εντάσσεται οργανικά στον καπιταλιστικό σχεδιασμό. Ιδιαίτερα, κατά τη φάση της καπιταλιστικής κρίσης, η όξυνση της μετανάστευσης επιστημονικού-τεχνικού δυναμικού αποτελεί σημαντική απώλεια από τη σκοπιά των χωρών προέλευσής της.8 Στην ουσία, αποτελεί πλευρά των κλαδικών ανακατατάξεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, που λαμβάνουν χώρα με άναρχο και βίαιο τρόπο κατά την κρίση, καθώς και των σχετικών αναδιαρθρώσεων του ιστού της παραγωγής και της αγοράς.

Έτσι μπορούμε και να εξηγήσουμε την ανησυχία του ελληνικού αστικού κράτους για τη φυγή υψηλά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, για τη μόρφωση και κατάρτιση του οποίου έχουν ξοδευτεί σημαντικά ποσά που δεν «αποδίδουν» στη χώρα αν στη συνέχεια ο εργαζόμενος πουλήσει την ειδικευμένη εργατική του δύναμη σε μια άλλη χώρα, π.χ., στη Γερμανία ή τη Σουηδία. Αντίθετα, σε αυτήν την περίπτωση επωφελούνται ιδιαίτερα (άμεσα ή έμμεσα) οι επιχειρηματικοί όμιλοι που εδρεύουν στις τελευταίες, χωρίς μάλιστα να έχουν ξοδέψει χρήματα για την κατάρτισή του, και πληρώνοντάς τον κάποιες φορές λιγότερα απ’ ό,τι αμείβεται ένας ντόπιος εργαζόμενος των ίδιων ικανοτήτων.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος αναδεικνύεται αν το θέμα ιδωθεί από τη σκοπιά του «κέρδους εγκεφάλων» (το λεγόμενο «brain gain») των χωρών υποδοχής επιστημονικού εργατικού δυναμικού, το οποίο εν πολλοίς τείνει να συγκεντρώνεται στις ισχυρότερες οικονομίες, ενισχύοντας σημαντικά την αναπτυξιακή δυναμική τους.

Το γεγονός ότι σε αυτές τις οικονομίες συγκεντρώνεται, λόγω σχετικής ζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής εργασίας επιβεβαιώνεται και από ευρήματα επιστημονικών ερευνών που έχουν καταπιαστεί με το φαινόμενο. Χαρακτηριστικά, έχει αναδειχτεί η συμβολή των μεταναστεύσαντων επιστημόνων στην αναβάθμιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του εργατικού δυναμικού στις χώρες υποδοχής, καθώς και στη δημιουργία επαγγελματικών δομών «έντασης γνώσης». Στους συνήθεις δείκτες, αυτό αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στην ίδρυση επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και την παραγωγή πατεντών. Έτσι, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, το 25% περίπου των επιχειρήσεων του κλάδου μηχανικής-τεχνολογίας που ιδρύθηκαν την περίοδο 1995-2005 ιδρύθηκαν από μετανάστη. Το 96% αυτών κατείχαν πανεπιστημιακό τίτλο και το 75% μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο.9 Μεταξύ 1998 και 2006, το ποσοστό των αλλοδαπών που έκαναν αίτηση για κατοχύρωση πατέντας σκαρφάλωσε στο 25,6% από 7,6%, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας.10 Σε πολιτικό επίπεδο, σύμφωνα με τις σχετικές αναλύσεις, εκτιμάται ότι οι πολιτικές που ευνοούν τη μετανάστευση υψηλά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των εθνικών πολιτικών σε σχέση με την τεχνογνωσία, καθώς η μεταφορά τεχνογνωσίας θεωρείται φαινόμενο που στηρίζεται στα άτομα.11

Η ανισόμετρη ανάπτυξη επιδρά και στο βάθος της εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης σε κάθε καπιταλιστική οικονομία, συντελώντας σε διαφορετικές - «ανισόμετρες» αστικές πολιτικές διαχείρισής της. Αυτό σημαίνει ότι και η ενιαία επίθεση του κεφαλαίου στην εργασία έχει διαφορετική ένταση στις διάφορες χώρες. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα γιατρών μεταναστεύει προς χώρες όπως Γερμανία, Σουηδία, Βρετανία, Ελβετία δεν οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ανάγκη περισσότερων γιατρών στην Ελλάδα, αλλά στο ότι οι θέσεις και οι μισθοί των γιατρών στην Ελλάδα στον κρατικό και ιδιωτικό τομέα είναι αρκετά πιο περιορισμένοι, τόσο λόγω των σχετικών δημοσιονομικών προσαρμογών του ελληνικού αστικού κράτους τα τελευταία χρόνια όσο και του γενικότερου οπλοστασίου τσακίσματος της τιμής της εργατικής δύναμης ως προϋπόθεση περάσματος σε φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η επιστημονική έρευνα έχει αναδείξει ότι το πρόβλημα του «brain drain» δεν περιορίζεται μόνο στα «λιγότερο ανεπτυγμένα» κράτη, αλλά εμφανίζεται διαχρονικά και στα πιο ανεπτυγμένα.12 Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι ο όρος καθιερώθηκε πρώτα στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1960,13 σε μια περίοδο που το φαινόμενο της μετανάστευσης Βρετανών επιστημόνων στις ΗΠΑ είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Μάλιστα, δεν πρόκειται για ζήτημα που απασχόλησε τη Βρετανία μόνο στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει ν’ απασχολεί και τον 21ο αιώνα, καθώς η βρετανική κυβέρνηση εξήγγειλε το 2000 ένα πρόγραμμα πενταετούς διάρκειας ύψους 20 εκατομμυρίων λιρών με στόχο τον επαναπατρισμό Βρετανών επιστημόνων που έχουν μεταναστεύσει, αλλά και την αποτροπή της μετανάστευσης νέων.14

Η ανησυχία που εκφράζουν τα αστικά επιτελεία σε χώρες που βρίσκονται πολύ ψηλά στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, όπως η Βρετανία, δεν πρέπει, φυσικά, να οδηγεί στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι το φαινόμενο έχει τις ίδιες συνέπειες με λιγότερο ανεπτυγμένα κράτη. Αυτό γίνεται πολύ φανερό αν αναλογιστούμε ότι, παράλληλα με το «brain drain», τα κράτη όπως η Βρετανία έχουν σημαντικά κέρδη από μεγάλες εισροές επιστημονικού δυναμικού από άλλες χώρες («brain gain») που συνήθως υπερτερούν των αντίστοιχων απωλειών.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τη σημαντική όξυνσή της κατά τη διάρκεια της τελευταίας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, μαζική φυγή επιστημονικού δυναμικού καταγράφεται και σε περιόδους όπου η ελληνική καπιταλιστική οικονομία γνωρίζει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Είναι χαρακτηριστικό, π.χ., ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το 21% των πτυχιούχων μηχανικών έφευγαν από την Ελλάδα και κατευθύνονταν στις ΗΠΑ,15 με το ποσοστό να παραμένει στα ίδια επίπεδα και τη δεκαετία του ’60.16 Άλλες μελέτες δείχνουν ότι την περίοδο 1961-1965 το 35% των πτυχιούχων μηχανικών, το 27% των πτυχιούχων στις φυσικές επιστήμες και το 25% των πτυχιούχων σε ιατρικές σχολές έφυγαν από την Ελλάδα.17 Το φαινόμενο παρατηρείται έντονο ακόμα και σε πιο πρόσφατες περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, καθώς την περίοδο 1998-2007 υπολογίζεται ότι 550.000 Έλληνες μετανάστευσαν στο εξωτερικό προκειμένου ν’ απασχοληθούν σε εργασίες υψηλής επαγγελματικής ειδίκευσης.18

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι, όπως κάθε ιστορικό φαινόμενο, η μετανάστευση επιστημονικού δυναμικού εκδηλώνεται στη βάση των εκάστοτε συγκεκριμένων ιστορικά συνθηκών και προϋποθέσεων.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ

 Στη βάση των παραπάνω, η ΕΕ ιεραρχεί την ενίσχυση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού, με ιδιαίτερη έμφαση τα τελευταία χρόνια στους εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης. Οι βάσεις αυτής της πολιτικής έχουν τεθεί από τις απαρχές του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης.

Η διασφάλιση της κινητικότητας εργαζόμενων μεταξύ των κρατών-μελών, με επιχείρημα τη δήθεν κατάργηση των διακρίσεων στην απασχόληση και τους όρους εργασίας, τέθηκε ήδη από τον Κανονισμό 1612/68, ο οποίος, μετά από διάφορες τροποποιήσεις, τελικά κωδικοποιήθηκε στις διατάξεις του Κανονισμού 492/2011.19 Εν τω μεταξύ, η Συνθήκη Σένγκεν (1985) επικύρωσε την «ελεύθερη» κυκλοφορία των εργαζόμενων εντός της τότε ΕΟΚ. Με την επικύρωση των περίφημων τεσσάρων ελευθεριών στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1992, την περίφημη Συνθήκη του Μάαστριχτ, επιβεβαιώθηκε η θέση της κινητικότητας ως βασικού πυλώνα για την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση. Οι σχετικές μέριμνες τονίζονται και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την περίφημη Συνθήκη της Λισαβόνας (2010), η οποία με το άρθρο 45 διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζόμενων εντός της Ένωσης, ενώ με το άρθρο 46 θεσπίζονται τα μέτρα για την επίτευξη αυτής της «ελευθερίας».

Στη βάση του θεσμικού αυτού πλαισίου, όπως έχουν αναδείξει και οι σχετικές μελέτες, πολλοί εργαζόμενοι, ιδίως όσοι διέθεταν υψηλά προσόντα, μετακινήθηκαν μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.20 Προκύπτει, λοιπόν, ότι η τόνωση της κινητικότητας στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο για την ΕΕ, η οποία επιδιώκει την καλύτερη αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού των κρατών-μελών προς όφελος της ενίσχυσης της ανταγωνιστικής της θέσης.

Πολλές φορές, η προπαγάνδιση της ανάγκης αύξησης της κινητικότητας γίνεται με την επίκληση του συμψηφισμού μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας σε επίπεδο ΕΕ. Είναι σαφές, όμως, ότι στο έδαφος της άναρχης καπιταλιστικής οικονομίας με κριτήριο το κέρδος δεν μπορεί να υπάρξει ένας σταθερός «συμψηφισμός της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας» (δηλαδή η εξαφάνιση της ανεργίας), είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο. Πέραν τούτου, ο στόχος αυτός δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα, δεδομένης της ανισομετρίας μεταξύ των επιμέρους οικονομιών των κρατών-μελών της ΕΕ, των διαφορετικών δομών της παραγωγικής τους βάσης, των διαφορετικών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών κλπ. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτή η επιχειρηματολογία της ΕΕ υπαινίσσεται ότι ο επιστημονικά ειδικευμένος εργαζόμενος θα πρέπει να μετακινείται συνεχώς εντός της ΕΕ για να εξασφαλίσει μια εργασία αντίστοιχη των ικανοτήτων και της εκπαίδευσής του.

Με σκοπό την τόνωση της κινητικότητας στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Υπηρεσιών Απασχόλησης (EURES), το πλαίσιο δραστηριοποίησης του οποίου επαναπροσδιορίστηκε από την Κομισιόν το 2012 και το 2014. Διακηρυγμένο στόχο αυτού του Γραφείου αποτελεί η βελτίωση της πρόσβασης των εργαζόμενων σε υπηρεσίες κινητικότητας και η περαιτέρω ενοποίηση των αγορών εργασίας της ΕΕ.

Στο σκεπτικό που συνόδευε την πρόταση της Κομισιόν για την επαναθέσπιση του EURES το 2014 αναφέρονται τα εξής: «Η κινητικότητα προσφέρει κοινωνικά και οικονομικά οφέλη. Η αυξημένη εργασιακή κινητικότητα εντός της ΕΕ θα διευρύνει τις ευκαιρίες απασχόλησης για τους εργαζομένους και θα βοηθήσει τους εργοδότες στην καλύτερη και ταχύτερη πλήρωση των κενών θέσεων εργασίας. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας με υψηλό επίπεδο απασχόλησης (άρθρο 9 της ΣΛΕΕ)»21.

Το ίδιο κείμενο αποτυπώνει και τον προβληματισμό για την υστέρηση που καταγράφεται στην ΕΕ σε ό,τι αφορά την προώθηση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού σε σχέση με τις ανταγωνιστικές καπιταλιστικές οικονομίες: «Η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού εντός της ΕΕ βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με το μέγεθος της αγοράς εργασίας και τον ενεργό πληθυσμό της ΕΕ. Η ετήσια κινητικότητα εντός της πρώην ΕΕ των 27 ανέρχεται στο 0,29%, ενώ βρίσκεται σε κατώτερα επίπεδα σε σχέση με την Αυστραλία (1,5% σε 8 πολιτείες) και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (2,4% σε 50 πολιτείες). Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού των 241 εκατομμυρίων ατόμων, μόνο περίπου 7,5 εκατομμύρια άτομα (ήτοι το 3,1%) έχουν οικονομική δραστηριότητα σε άλλο κράτος-μέλος. Επί του παρόντος, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ορισμένα κράτη-μέλη συνυπάρχουν με το φαινόμενο των πολυάριθμων θέσεων εργασίας που δεν έχουν καλυφθεί σε άλλα κράτη»22. Φυσικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ΕΕ, από διάφορες απόψεις, δεν μπορεί να συγκριθεί με ΗΠΑ-Αυστραλία, καθώς ο βαθμός ομοιογενοποίησης της οικονομίας της είναι μη συγκρίσιμος με αυτόν ενός ενιαίου κράτους (παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των πολιτειών), ενώ υπάρχει και η γλωσσική διαφοροποίηση, κάτι που δεν ισχύει για τις περιπτώσεις των ΗΠΑ, Αυστραλίας.

Η κινητικότητα εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης αποτελεί επιμέρους, αλλά ιδιαίτερης σημασίας πλευρά των στοχεύσεων της ΕΕ, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Για το σκοπό αυτό, η ΕΕ έχει θεσπίσει διάφορα εργαλεία για την ενθάρρυνση και την ενίσχυσή της. Το σκοπό αυτό, π.χ., εξυπηρετεί το πρόγραμμα Erasmus για την ανταλλαγή φοιτητών μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, που άρχισε να λειτουργεί από το 1988. Στη συνέχεια, το Erasmus ενσωματώθηκε στο Socrates I και ΙΙ (1994-2007) και μετέπειτα εντάχτηκαν και τα δύο στο Lifelong Learning Programme. Το 2003 δημιουργήθηκε το πρόγραμμα Erasmus-Mundus, που επιτρέπει την απονομή European Master. Στο διάστημα 1987-2007, μετακινήθηκαν μέσω αυτών των προγραμμάτων συνολικά 2.065.000 φοιτητές, εκ των οποίων 34.000 (1,64%) από την Ελλάδα.23

Η παρουσία φοιτητών από άλλες χώρες έχει αναδειχτεί σε σημαντικό εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικών προσέλκυσης μεταναστεύοντος επιστημονικού δυναμικού, είτε μέσω της παραμονής στη χώρα υποδοχής για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα και, στη συνέχεια, είτε μέσω της διαμόρφωσης αντίστοιχης κουλτούρας προσέλκυσης πιο ώριμων ερευνητών από τις χώρες προέλευσης και τη διαμόρφωση καλύτερων όρων και προϋποθέσεων υποδοχής κι ένταξής τους. Υπό την έννοια αυτή, η μετανάστευση φοιτητών εκτιμάται στη βιβλιογραφία ως ημιτελής μορφή μετανάστευσης «ανθρώπινου κεφαλαίου», που από τη σκοπιά των χωρών υποδοχής ενδεχομένως συνιστά πηγή εισοδήματος λόγω διδάκτρων, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τρόπο διεύρυνσης της βάσης εκείνων των υποψήφιων εργαζόμενων σε κλάδους «έντασης γνώσης».24 Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να κατανοηθεί και η προτροπή της έκθεσης της Εθνικής Τράπεζας να γίνει η Ελλάδα πόλος έλξης ξένων φοιτητών, εκτιμώντας ότι η μάζα των νέων που σπουδάζουν εκτός της χώρας τους αποφέρει 13 δισεκατομμύρια ευρώ στις χώρες υποδοχής ετησίως.25

Τα εργαλεία που έχει αναπτύξει η ΕΕ για την ενίσχυση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης δεν περιορίζονται, βέβαια, μόνο στους φοιτητές, αλλά επεκτείνονται και στο ερευνητικό-επιστημονικό δυναμικό, είτε προκειμένου να εργαστεί απευθείας σε παραγωγικές δομές ή διαχειριστικές υπηρεσίες είτε προκειμένου να εργαστεί στον τομέα της επιστημονικής έρευνας, μέσω προγραμμάτων όπως οι υποτροφίες Marie Curie για την κινητικότητα ερευνητών κ.ά. Άλλωστε, η «οικονομία που βασίζεται στη γνώση» αποτελεί βασικό στόχο της αναπτυξιακής στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και της Εμβληματικής Πρωτοβουλίας (Flagship Initiative) «Ένωση Καινοτομίας/Innovation Union» (Flagship Innovation Union).26

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ έχει αναπτύξει το «EURAXESS - Researchers in Motion» ως εργαλείο για τη διευκόλυνση της κινητικότητας ερευνητών, αξιοποιώντας πρωτοβουλίες και χρηματοδοτήσεις από το European Research Council (ERC), από το πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα στην ΕΕ «Ορίζοντας 2020», καθώς και τα υπόλοιπα εθνικά κι ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα για την ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας. Το εργαλείο αυτό διαμορφώθηκε μετά από πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο των στρατηγικών στόχων της Λισαβόνας, ενώ συνεχίζοντας και εντός του πλαισίου του Προγράμματος «Ορίζοντας 2020», για την περίοδο 2014-2020, αποτελεί πλέον προτεραιότητα και στο πλαίσιο της προαναφερθείσας Εμβληματικής Πρωτοβουλίας (Flagship Initiative) «Ένωση Καινοτομίας/Innovation Union» της ΕΕ.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι οι εξελίξεις σχετικά με τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας (ΕΧΑΕ) αντανακλούν αντίστοιχες εξελίξεις και τάσεις στον ευρύτερο καταμερισμό εργασίας στην ΕΕ και διεθνώς, που επιδιώκεται ν’ απαντηθεί στρατηγικά από την ΕΕ μέσα από συνεχείς αλλαγές και διαρκείς αναδιαρθρώσεις σε όλα τα επίπεδα (π.χ. πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την προοπτική της αρχιτεκτονικής και της οργανωτικής δομής της ΕΕ). Με θεμέλιο, σε ό,τι μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, την κατοχύρωση της «κινητικότητας των επιστημόνων κι ερευνητών» και της «ελευθερίας της διακίνησης πληροφορίας», οι πολιτικές για τον ΕΧΑΕ ουσιαστικά εκφράζουν στο συγκεκριμένο πεδίο την ανισόμετρη επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, ως μέρος της εγγενούς και νομοτελειακής για τον καπιταλισμό ανισομετρίας, και μάλιστα λειτουργεί προωθητικά, στον άξονα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και των επιμέρους κρατών-μελών της, στην αρένα του διεθνούς ανταγωνισμού με τις υπόλοιπες ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες και ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Είναι δεδομένο ότι τα αστικά κόμματα που έχουν βρεθεί σε κυβερνητικές θέσεις δεν αμφισβητούν αυτό το πλαίσιο εντός του οποίου αναδύεται το φαινόμενο της κινητικότητας του επιστημονικού δυναμικού, ενώ προσυπογράφουν και τις σχετικές ευρωενωσιακές πρωτοβουλίες και πρακτικές. Μάλιστα, αξίζει να επισημανθεί ότι οι αναφορές, π.χ. στην ανάγκη περαιτέρω προώθησης του ΕΧΑΕ, αποτυπώνονται στον πολιτικό λόγο για τα εκπαιδευτικά ζητήματα τόσο των εκάστοτε κυβερνητικών κομμάτων όσο και των εκάστοτε αντιπολιτευόμενων. Η ταύτιση των τοποθετήσεων του αστικού πολιτικού μπλοκ ως προς την υιοθέτηση των προαναφερθέντων στόχων και των στρατηγικών που αποβλέπουν στην ενίσχυση της κινητικότητας εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης αποτυπώνεται τόσο σε όλες τις σχετικές με την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα νομοθετικές πρωτοβουλίες τα τελευταία αρκετά χρόνια όσο και στις τοποθετήσεις των εισηγητών των αστικών κομμάτων στις αντίστοιχες συζητήσεις στη Βουλή.

Αυτή η στρατηγική ταύτιση, όμως, παρουσιάζεται διαστρεβλωμένα και συγκαλυμμένα στην κυρίαρχη πολιτική αφήγηση περί «brain drain», αλλά και στις απόπειρες θεωρητικής θεμελίωσής της.

 

Η ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΤΕΛΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Η παρέμβαση των αστικών επιτελείων της χώρας μας στο ζήτημα βασίζεται στην ακόλουθη θεωρητική κατανόηση (και το αντίστοιχο αφήγημα) του προβλήματος:

Αν και η χώρα μας διαθέτει άφθονο ανθρώπινο δυναμικό με υψηλά προσόντα, εν τούτοις, η οικονομία της εξακολουθεί να βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ένταση εργασίας, ενώ η διεθνής ανταγωνιστικότητά της υποχωρεί. Αυτό το γεγονός θα πρέπει ν’ αποδοθεί πρωτίστως στην αδυναμία των ελληνικών επιχειρήσεων να μετακινηθούν προς την παραγωγή νέων, καινοτόμων προϊόντων έντασης γνώσης. Μια τέτοια μετακίνηση θα ενίσχυε τη ζήτηση για υψηλά ειδικευμένο προσωπικό στη χώρα μας και θα μείωνε έτσι τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού.27 Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα μπορούσε να ερμηνευτεί σ’ ένα βαθμό από την έλλειψη αξιοποίησης του υψηλά εκπαιδευμένου επιστημονικού προσωπικού στην εθνική αγορά εργασίας,28 κατάσταση που αντικειμενικά επιδεινώνεται σε συνθήκες κρίσης. Έτσι, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί την παρουσία εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης, καθώς επί μακρώ έχει καθυστερήσει η μετάβαση από μια οικονομία χαμηλού κόστους σε μια οικονομία της γνώσης, παρά το γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1990 έχει καταγραφεί σημαντική αύξηση στον αριθμό των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα ακόμα και πριν την κρίση πολλοί εργαζόμενοι υψηλού μορφωτικού επιπέδου να έχουν φύγει από τη χώρα, αναζητώντας εργασία αντίστοιχη με τα προσόντα και τις προσδοκίες τους. Εξαιτίας της συνδυαστικής επίδρασης της μετανάστευσης εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης με τη λιτότητα και την ύφεση των τελευταίων ετών, υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθεί η ελληνική οικονομία σ’ έναν κύκλο υπανάπτυξης.29

Στη βάση των παραπάνω, ξεδιπλώνονται μια σειρά παρεμβάσεις της αστικής πολιτικής ή και του ίδιου του ΣΕΒ, που από κοινού επιχειρούν να απαντήσουν στην πρόκληση αυτή, αναδεικνύοντας την αναπτυξιακή δυναμική πιο σύγχρονων κλάδων και επενδύοντας σε αυτό που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως «οικονομία της γνώσης». Με χαρακτηριστικό τρόπο αποδίδεται αυτό το σκεπτικό από τον κ. Λ. Λαμπριανίδη, γενικό γραμματέα Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, ο οποίος, σημειωτέον, έχει σημαντικό ερευνητικό έργο στο θέμα του «brain drain»: «Το πρόβλημα (σ.σ. του “brain drain”) προϋπήρξε της κρίσης, αλλά κατά τη διάρκειά της εντάθηκε. Η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού δεν οφείλεται στην υπερβάλλουσα προσφορά πτυχιούχων, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά στην περιορισμένη ζήτηση, καθώς οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν παράγουν σύνθετα προϊόντα ή υπηρεσίες έντασης γνώσης και τεχνολογίας που απαιτούν απασχόληση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού»30.

Το σκεπτικό αυτό βλέπουμε ν’ αποτυπώνεται και στις πολιτικές πρωτοβουλίες για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου για την ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας στη Βουλή τον Οκτώβρη του 2016, ο αναπληρωτής υπουργός Παιδείας Έρευνας και Τεχνολογίας, Κώστας Φωτάκης, ανέφερε ότι «η στήριξη, αναβάθμιση και ανάδειξη του ανθρώπινου δυναμικού και της ποιοτικής έρευνας στη χώρα είναι βήμα για την αντιμετώπιση της μεγάλης φυγής, της μεγάλης εξόδου επιστημόνων στο εξωτερικό και την αντικατάστασή του από μια ισορροπημένη κινητικότητα επιστημόνων».

Αντίστοιχα, στην εισήγησή του στη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής με θέμα: «Στήριξη Νέων Επιστημόνων και μέτρα για την αναστροφή της φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό – brain drain» το Μάρτη του 2017, ο κ. Φωτάκης υποστήριξε ότι «βασική επιδίωξη του Τομέα Έρευνας και Καινοτομίας του ΥΠΠΕΘ είναι η γνώση που προκύπτει από την έρευνα να αποτελέσει κύριο μοχλό για την ανάπτυξη της οικονομίας της γνώσης. Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκεται το εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει η χώρα, το οποίο, όπως καταδεικνύει πληθώρα στοιχείων, είναι περιζήτητο σε άλλες αναπτυγμένες χώρες. Όμως, ιδιαίτερα οι πολιτικές λιτότητας που διαμορφώθηκαν από το 2010, η ανεργία, η υποτίμηση της εργασίας (brain waste), δηλαδή η υποχρησιμοποίηση εξειδικευμένων επιστημόνων και ιδιαίτερα η έλλειψη προοπτικών σταδιοδρομίας έχουν συντελέσει στην αποψίλωση της Ελλάδας από το δυναμικό αυτό. Αποτέλεσμα είναι να κατευθύνεται μονόπλευρα στο εξωτερικό, αυξάνοντας το φαινόμενο του brain drain»31.

Από την τοποθέτηση αυτή, αξίζει ιδιαίτερα να σημειώσουμε την αναφορά στη μονόπλευρη φυγή στο εξωτερικό. Μάλιστα, στο ζήτημα αυτό ο κ. Φωτάκης επανήλθε και λίγους μήνες αργότερα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής επί του λεγόμενου «νόμου Γαβρόγλου» για την ανώτατη εκπαίδευση, λέγοντας ότι «σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat κατά τα χρόνια της κρίσης η μονόπλευρη μετανάστευση επιστημόνων έχει δεκαπλασιαστεί και συνεχώς εντείνεται. Κύριος στόχος μας είναι η ανάσχεση του brain drain και η υποκατάστασή του από μια ισορροπημένη αμφίδρομη κινητικότητα επιστημόνων, στοιχείο απαραίτητο για την προαγωγή της επιστήμης»32.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι βρίσκονται εν εξελίξει προσπάθειες διαμόρφωσης του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου παροχής κινήτρων, προκειμένου να αυξηθεί η ροή επιστροφής μεταναστεύσαντος επιστημονικού δυναμικού. Στη βάση των όσων είδαμε παραπάνω, η προσπάθεια που καταβάλλει η κυβέρνηση στην κατεύθυνση αυτή εμφορείται από την αντίληψη περί παραγωγικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση, με έμφαση και σε κλάδους «έντασης γνώσης», όπως χαρακτηρίζονται.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Για την ολοκληρωμένη κατανόηση του φαινομένου της μετανάστευσης νέων επιστημόνων από την Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης απαιτείται να ληφθούν υπόψη οι γενεσιουργές του αιτίες και η επίδρασή του στις προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης.

Στην ανάλυση που προηγήθηκε, επιχειρούμε να εντοπίσουμε τις αντιφάσεις που αντικειμενικά έχει η συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στα επιτελεία της αστικής τάξης για το ζήτημα της μετανάστευσης επιστημονικού δυναμικού. Αντιφάσεις που εκφράζουν ότι ο προβληματισμός γίνεται στο πλαίσιο της διεθνοποίησης, αλλά και της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Το σφάλμα έγκειται στο διαχωρισμό των αιτιών και των όρων εκδήλωσης του φαινομένου από την οικονομική τους βάση. Δηλαδή από το γεγονός ότι τόσο η Ελλάδα όσο και οι χώρες υποδοχής είναι καπιταλιστικές οικονομίες που βρίσκονται σε διαφορετική φάση στον κύκλο της κρίσης-ανάπτυξης, αλλά και σε διαφορετική θέση στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Πρόκειται, μάλιστα, για οικονομίες αλληλοεξαρτώμενες, όπως πρόδηλα ισχύει στην περίπτωση κρατών-μελών της ΕΕ.

Η οικονομική κρίση, η οποία στην ακαδημαϊκή έρευνα και τη δημόσια συζήτηση συσχετίζεται με το «brain drain», προκύπτει ως αναγκαία συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κι εκδηλώνεται με συγκεκριμένα γνωρίσματα, με διαφορετική ένταση, βάθος και διάρκεια κατά περίπτωση. Από την άλλη, όπως είδαμε, το ζήτημα της μετανάστευσης επιστημονικού δυναμικού έχει σχετική αυτοτέλεια από το ζήτημα της κρίσης. Εξ ου και το ζήτημα του «brain drain» μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό αν ιδωθεί ως έκφανση της διασυνοριακής κινητικότητας επιστημονικού δυναμικού στο διεθνοποιημένο σύγχρονο καπιταλισμό.

Για να γίνει κατανοητή η συσχέτιση του τρόπου εκδήλωσης του φαινομένου με την οικονομική του βάση, θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη ότι η ερευνητική «παραγωγή» και η ένταξη των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας στην καπιταλιστική παραγωγική και εν γένει οικονομική διαδικασία καθορίζεται από το ίδιο το πλαίσιο οικονομικής λειτουργίας που διέπει την καπιταλιστική οικονομία στο σύνολό της.

Στη δημόσια συζήτηση, οι δύο αυτές πλευρές συνήθως αποσυσχετίζονται, σε μια «λαθροχειρία» που παράγει πολιτικά αποτελέσματα (νομοθετήματα, κυβερνητικά προγράμματα κλπ.), στα οποία αποτυπώνεται η υιοθέτηση του στόχου για ενίσχυση της κινητικότητας νέων επιστημόνων τόσο στις χώρες υποδοχής όσο και στην Ελλάδα. Ουσιαστικά, δηλαδή, υιοθετείται πολιτικά ως στόχος για την αντιμετώπιση του «brain drain» η ενίσχυση του πλαισίου εντός του οποίου αυτό προκύπτει!

Σημειωτέον, όπως είδαμε, ο στόχος για ενίσχυση της κινητικότητας νέων επιστημόνων υιοθετείται διαχρονικά από την ίδια την ΕΕ, καθώς και απ’ όλες τις κυβερνήσεις στην ΕΕ, ανεξαρτήτως σύνθεσης. Εξ ου και αποτυπώνεται στην ανάπτυξη του θεσμικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα τόσο στην Ελλάδα όσο και συνολικά στην ΕΕ.

Ως εκ τούτου, είναι πρόδηλο ότι οι ουσιαστικές οικονομικές πτυχές του «brain drain» (ανα)παράγονται με αναγκαίο τρόπο εντός του πλαισίου στο οποίο το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται. Λογικό επακόλουθο αυτού είναι και το ότι η υπέρβασή του είναι αδύνατη αν δεν αλλάξουν ουσιαστικά οι βασικές προκείμενες του πλαισίου αυτού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Δημήτρης Κοιλάκος είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ και μόνιμος συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ. Το κείμενο βασίζεται σε σχέδιο εισήγησης σε επιστημονικό συνέδριο με θέμα το «brain drain» ως πλευρά του σύγχρονου μεταναστευτικού ρεύματος από την Ελλάδα. Εξ ου και σε αρκετά σημεία έχει ακαδημαϊκό λόγο και χαρακτήρα, ενώ εκ των πραγμάτων εστιάζει σε μια συγκεκριμένη πλευρά του ζητήματος, εν προκειμένω τη συσχέτιση του «brain drain» με το ευρύτερο ζήτημα της κινητικότητας επιστημονικού δυναμικού και τον τρόπο που αποτυπώνεται αυτή η συσχέτιση στη σχετική συζήτηση. Η κριτική αυτή σκοπιά, προφανώς, δεν εξαντλεί το ζήτημα στην ολότητά του, ενώ και η έκταση της παρέμβασης περιορίζεται από τα όρια που έθεταν οι προδιαγραφές του συνεδρίου. Έτσι, δεν πιάνονται σε αυτό ζητήματα όπως αυτό της στάσης ζωής των πρωτοπόρων επιστημόνων, οι οποίοι χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να συνδεθούν με τους αγώνες και τις αγωνίες του εργατικού κινήματος στη χώρα υποδοχής τους. Να θέσουν στο βαθμό του δυνατού, αλλά με διάθεση σύγκρουσης, την επιστημονική τους γνώση στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών.

1. S. Dedijer, «Modern’ Migration», in W. Adams (ed.), «The Brain Drain», New York, 1968, pp. 9-28.

2. F. Docquier and H. Rapoport, «Globalization, Brain Drain, and Development», Journal of Economic Literature, 50 (3), 2012, pp. 681-730.

3. W. Carrigton and E. Detragiache, «How extensive is the brain drain?», Finance and Development, 36 (2), 1999, pp. 46-49.

4. F. Docquier and A. Marfouk, International Migration by Education Attainment, 1990-2000 in Ç. Özden and M. Schiff (ed.), International Migration, Remittances and the Brain Drain, 151-99. Washington, D.C.: World Bank: Houndmills, U.K. and New York: Palgrave Macmillan, 2006. M. Beine, F. Docquier, H. Rapoport, «Brain Drain and Human Capital Formation in Developing Countries: Winners and Losers», Economic Journal, 118, 2008, pp. 631.

5. J. Ioannidis, «Global estimates of high-level brain drain and deficit», THE FASEB journal, 18, 2004, pp. 936-939.

6. Με το συγκεκριμένο όρο, η αστική οικονομική βιβλιογραφία αναφέρεται στο εμπόρευμα εργατική δύναμη, εν προκειμένω, στην εργατική δύναμη υψηλής ειδίκευσης.

7. M. Beine, F. Docquier, H. Rapoport, «Brain Drain and Human Capital Formation in Developing Countries: Winners and Losers», Economic Journal, 118, 2008, pp. 631-652.

8. Παράλληλα, βέβαια, στο βαθμό που αυτή η πορεία αναστρέφεται μερικώς σε άλλη χρονική στιγμή, δεν αποκλείεται η επιστροφή ενός εργατικού δυναμικού εφοδιασμένου με ακόμα υψηλότερο βαθμό ειδίκευσης κι εργασιακής δυνατότητας.

9. V. Wadhwa, G. Jasso, B. Rissing and G. Gereffi, «Intellectual Property, the Immigration backlog, and a Reverse Brain-Drain: America’s New Immigrant Entrepreneurs» (Part III). Kauffman Foundation, 2007, p. 3.

10. WIPO-World Intellectual Property (2010) [στοιχεία για τον αριθμό πατεντών ανά χώρα]. http://ipstatsdb.wipo.org/ipstatv2/ipstats/patentsSearch

11. S. Mahroum, Highly skilled globetrotters, in OECD (ed.), Mobilising Human Resources for Innovation. Proceedings of the OECD Workshop on Science and Technology Labour Markets. Paris: OECD, 1999, p. 189.

12. Mario Cervantes & Dominique Guellec, «The brain drain: Old myths, newrealities», 2002, http://www.oecdobserver.org/news/archivestory.php/aid/673/The_brain_

drain:_Old_myths,_new_re alities­.html

13. Royal Society: «Emigration of Scientists from the United Kingdom», Report of a Committee appointed by the Council of the Royal Society. London, 19.

14. Milio, Simona, Lattanzi, Riccardo, Casadio, Francesca, Crosta, Nicola; Raviglione, Mario, Ricci, Paul, Scano, Fabio: «Brain drain, brain exchange and brain circulation: the case of Italy viewed from a global perspective», Rome: Aspen Institute Italia, 2012, p. 19.

15. H. Grubel and A. Scott, «The International Flow of Human Capital», The American Economic Review, 56 (1/2), 1966, pp. 268-274.

16. G. Zobanakis, «Brain Drain with particular reference to the outflow of Greek scientific labour to the United States», Spoudai, 30 (1), 1980, pp. 70-91.

17. G. Kouvertaris, «“Βrain drain” and international migration of scientists: the case of Greece», The Greek Review of Social Research, 1973, 15-16, pp. 6-7.

18. Βλ. Λ. Λαμπριανίδη: «Επενδύοντας στη φυγή, η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης», εκδ. «Κριτική», Αθήνα, 2011.

19. Ευρωπαϊκή Ένωση, «Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων: γενικές διατάξεις. Σύνοψη της νομοθεσίας της ΕΕ», 2010, http://europa.eu/legislation_summaries/inter-nal_market/living_and_working_in_ the_internal_market/l23013a_el.htm

20. C. Brandi, «The historical evolution of highly qualified migrants», Project: Brain Drain Emigration flows of qualified scientists, 2004.

21. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πρόταση - Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Υπηρεσιών Απασχόλησης, την πρόσβαση των εργαζομένων σε υπηρεσίες κινητικότητας και την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών εργασίας, 2014, http://eur-lex.europa.eu/resource.html?uri=cellar:b32e60c2-7fa1-11e3-9b7d-01aa75ed71a1.0009.01/DOC_1&format=PDF

22. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πρόταση - Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Υπηρεσιών Απασχόλησης, την πρόσβαση των εργαζόμενων σε υπηρεσίες κινητικότητας και την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών εργασίας, 2014, http://eur-lex.europa.eu/resource.html?uri=cellar:b32e60c2-7fa1-11e3-9b7d-01aa75ed71a1.0009.01/DOC_1&format=PDF

23. Λ. Λαμπριανίδη: «Επενδύοντας στη φυγή, η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης», εκδ. «Κριτική», Αθήνα, 2011, σελ. 76.

24. B. Khardia, «Shifting paradigms of globalization», International Migration, 39 (5), 2001, pp.45-71.

25. «Turning Greece into an education hub-Sectoral report», National Bank of Greece (Μάης 2017).

26. European Commission, «Innovation Union, a pocket guide on a Europe 2020 initiative», Luxembourg: Publications Office of the European Union, 2013.

27. Λ. Λαμπριανίδη: «Επενδύοντας στη φυγή, η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης», εκδ. «Κριτική», Αθήνα, 2011, σελ. 164-165.

28. L. Labrianidis and N. Vogiatzis, «The mutually reinforcing relation between interna-tional migration of highly educated labour force and economic crisis: Τhe case of Greece», Southeast European and Black Sea Studies, 13:4, 2013, pp. 528.

29. L. Labrianidis and M. Pratsinakis, «Brain drain and the Greek crisis», Greece@LSE, 2016, http://blogs.lse.ac.uk/greeceatlse/2016/12/06/brain-drain-and-the-greek-crisis/

30. Λ. Λαμπριανίδη: «Να αναστρέψουμε το brain drain και να προσελκύσουμε ανθρώπους», Εφημερίδα των Συντακτών, 15.2.2018 σελ. 8.

31. Κ. Φωτάκης, εισήγηση στη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής με θέμα: «Στήριξη Νέων Επιστημόνων και μέτρα για την αναστροφή της φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό - brain drain», 2017, http://www.gsrt.gr/ central.aspx?sId=124I458I1163I646I509701&olID=672&neID=589&neTa=2_71458&ncID=0&neHC=0&tbid=0&lrID=2&oldUIID=aI672I0I124I458I1163I0I2&actionID=load

32. Ομιλία του αν. υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Κώστα Φωτάκη στη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής (δελτίο Τύπου), 2017, http://erevna.minedu. gov.gr/index.php/gr/dtomilies-m-ka/1515-omilia-tou-an-ypourgoy-paideias-erevnas-kai-thriskevmaton-k-fotaki-sti-synedriasi-tis-olomeleias-tis-voulis