ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΓΓ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

Σύντροφοι και συντρόφισσες, εκτιμάμε ότι έγινε καλή συζήτηση. Βοήθησε και θα ενισχύσει τη δουλειά μας από εδώ και πέρα με την τελική απόφαση, φαίνεται ότι υπάρχει έγκριση της εισήγησης του Πολιτικού Γραφείου και αυτών που τέθηκαν εισηγητικά. Και οι ομιλίες εμπλούτισαν παραπέρα αυτήν τη διαδικασία.

Καταλήξαμε στο Πολιτικό Γραφείο να αξιοποιηθεί, να δοθεί δηλαδή η εισήγηση –αυτή είναι η πρόταση προς την Κεντρική Επιτροπή– στα καθοδηγητικά όργανα, στις Επιτροπές Περιοχής, στα Τμήματα της ΚΕ, στο Κεντρικό Συμβούλιο της ΚΝΕ. Όπως επίσης λέμε να δημοσιευτεί η Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής στην επόμενη ΚΟΜΕΠ.

Τώρα ορισμένα ζητήματα.

Είναι σωστή η επισήμανση, που είναι φυσικά και τοποθέτηση της εισήγησης, ότι χρειάζεται ενιαία να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της οικονομίας και των εξελίξεων στα μέτωπα της οικονομίας και γενικότερα των εσωτερικών εξελίξεων, των διεθνών εξελίξεων και της περιοχής, του πολέμου και λοιπά. Μην είναι δηλαδή άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Αυτή η επισήμανση αφορά και τα μέτωπα πάλης. Φυσικά, κάθε φορά κάτι μπορεί να παίρνει προτεραιότητα, μια μέρα, μια βδομάδα, ένα μήνα. Δε λέμε αυτό. Αλλά πρέπει τα ζητήματα να εντάσσονται ενιαία, οι στόχοι πάλης του κινήματος, τα αιτήματα κλπ. Άλλωστε έχουμε μπροστά μας Πρωτομαγιά, έχουμε 100χρονα όσον αφορά το Κόμμα. Έχουμε δραστηριότητες πολλές, και του μαζικού κινήματος και του εργατικού και του υπόλοιπου λαϊκού κινήματος.

Είναι πολύ σημαντικό να μην υποτιμώνται όλες αυτές οι εξελίξεις, και οι οικονομικές εξελίξεις, οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η πορεία της κρίσης των αναδιαρθρώσεων, το νέο πρόγραμμα που θα ακολουθήσει και μετά το καλοκαίρι, με ένταση της εκμετάλλευσης κλπ., και άλλα μέτρα που θα έρθουν. Και φυσικά στο έδαφος αυτής της πολιτικής των στόχων της αστικής τάξης για γεωστρατηγική οικονομική και πολιτική αναβάθμιση γίνονται και οι πόλεμοι, συνάπτονται οι συμφωνίες. Όλα αυτά συνδυασμένα εκφράζουν αντιθέσεις, γίνονται, αναδιατάσσονται συμμαχίες κλπ. Και φυσικά θέλει καλύτερη παρακολούθηση και επεξεργασία σε όλα τα ζητήματα.

Για παράδειγμα, συζητούσαμε χτες στο Πολιτικό Γραφείο για τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα, που είναι απ’ ό,τι φαίνεται πολύ σημαντικές και δρομολογούνται, δηλαδή για την πλήρη ουσιαστικά ιδιωτική ασφάλιση. Βέβαια για μας δεν είναι καινούργιο ζήτημα. Ούτε είναι καινούργιο το ότι το είχαμε θέσει στο κίνημα από την αρχή, όταν ξεκίνησαν μετά το ’91 και στη συνέχεια της δεκαετίας του ’90 οι αλλαγές, οι αναδιαρθρώσεις στην κοινωνική ασφάλιση κλπ. Είχαμε θέσει αυτό το ζήτημα και πού θα οδηγήσουν, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται επιταχύνονται οι διαδικασίες, έχει βγει πιο ανοιχτά ο Μητσοτάκης, η Νέα Δημοκρατία ως αξιωματική αντιπολίτευση σ’ αυτό το ζήτημα. Όχι ότι είναι σε διαφορετική γραμμή πλεύσης η σημερινή ηγεσία της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ή των άλλων κομμάτων του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής. Στην ίδια κατεύθυνση είναι. Όμως «παίζουν» με αυτό το ζήτημα και θα είναι ένα από τα στοιχεία που θα χρησιμοποιηθεί το επόμενο διάστημα και μπροστά σε πιθανές εκλογές, έτσι ώστε να αναδειχτεί το δίλημμα της Δεξιάς που θα «πάρει» την κοινωνική ασφάλιση και θα την «πάει» στους ιδιώτες, του συνδρόμου του αντιδεξιού, του «μικρότερου κακού», ότι να, εδώ εμείς το παλεύουμε. Ήδη ο Πετρόπουλος βγήκε απαντώντας στον Μητσοτάκη που μίλησε, είδατε, σε αυτό το συνέδριο για την ιδιωτική ασφάλιση κλπ. Γιατί μιλάει πιο ακραία, πιο καθαρά τελοσπάντων, η Νέα Δημοκρατία.

Άρα χρειάζεται να αναβαθμίσουμε το πώς επεξεργαζόμαστε και το πώς βγάζουμε αυτά τα ζητήματα στο κίνημα, καλύτερα να τα μελετάμε. Γιατί αργότερα τα βρίσκουμε μπροστά μας. Από αυτήν τη σκοπιά λέγαμε, ας πούμε, ότι πρέπει πιο συχνά να θυμίζουμε και σε αρθρογραφία, αλλά και στη δουλειά που κάνουμε μέσα στα συνδικάτα και στους χώρους δουλειάς τα ζητήματα, το πώς ξεκίνησε το ασφαλιστικό σύστημα, τι λέγαμε τότε, πώς αλλεπάλληλα οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ σε συνέχεια έφτασαν σε αυτήν την κατάσταση το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα. Ο νόμος Κατρούγκαλου που ουσιαστικά έβαλε επίσης και τη βάση για την εξέλιξη αυτή, έτσι ώστε να οδηγηθούμε εδώ. Τελοσπάντων, είναι πολλές οι πλευρές, δεν είναι μόνο αυτό, αλλά λέω τώρα ένα παράδειγμα για το πώς πρέπει να παρακολουθούμε και να βλέπουμε, μαζί με την προώθηση της πολιτικής μας, την ανάδειξη, την ενημέρωση έγκαιρα του κόσμου αυτού, αλλά και τις πολιτικές παραμέτρους, το ιδεολογικό-πολιτικό μέτωπο που πρέπει να αναπτύσσουμε πιο κατανοητά, πιο επεξεργασμένα.

Επίσης είναι σωστή η επισήμανση ότι πολλές φορές, χωρίς να το επιδιώκουμε, ούτε είναι αυτός ο στόχος μας, περιοριζόμαστε μόνο στην ανάλυση γενικών εξελίξεων, στις ΚΟΒ ιδιαίτερα, στα Τομεακά Όργανα. Η περιγραφή των διεθνών εξελίξεων, των ανταγωνισμών, των αντιθέσεων, της στάσης των διάφορων κρατών, όσο απαραίτητα είναι οπωσδήποτε όλα αυτά και να τα γνωρίζουμε και να γίνεται η αρθρογραφία γι’ αυτά, να παροτρύνουμε να μελετιέται η αρθρογραφία του «Ριζοσπάστη», της ΚΟΜΕΠ, ή να γνωρίζουμε τις αναλύσεις γύρω από αυτά, ώστε να εξηγούμε σε κάθε στιγμή πώς αυτά εκφράζονται. Ας πούμε οι αντιθέσεις, η όξυνση των ανταγωνισμών σε διεθνές επίπεδο από καπιταλιστικά κράτη, από ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και πού οδηγούν αυτές, ας πούμε για παράδειγμα στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην περιοχή. Αλλά άλλο τόσο χρειάζεται να εξηγούμε και συγκεκριμένα και πρακτικά στον καθοδηγητή της ΚΟΒ, στην ίδια την ΚΟΒ, για το πώς εκφράζονται αυτά και εκεί που δουλεύει, ας πούμε, έχει σημασία το να πεις η βάση η συγκεκριμένη που είναι στην πόλη των Χανίων, της Σούδας ή δεν ξέρω γιατί πάνε drone στη Λάρισα ή η Αλεξανδρούπολη, γιατί φτιάχνει βάση εκεί, τι αντιθέσεις υπάρχουν, τι ανταγωνισμοί, ποιες δυνάμεις συγκρούονται και να το δένει αυτό με το πρόβλημα, το ζήτημα που απασχολεί εκεί και τι στάση κρατάει, τι αιτήματα βάζει ο κομμουνιστής στο κίνημα για να τα παλέψει, να παλέψει η ΚΟΒ, η κομματική ομάδα μέσα από το σωματείο κλπ. Και όλα αυτά, τελοσπάντων, ενάντια σε ποιον σηκώνω όπλο, γιατί δεν πρέπει να γίνονται πόλεμοι, πού μας οδηγούν, ποιες είναι οι πολιτικές των κυβερνήσεων μέχρι σήμερα. Και όλα αυτά ως ζητήματα διαφώτισης και πάλης του κινήματος.

Θέλει επίσης να επισημαίνουμε μια προσοχή στο πώς θέτουμε τα ζητήματα και πώς αυτά πάνε κάτω. Ας πούμε, γενικά σωστό είναι ότι σε αυτήν τη φάση, σε μη επαναστατική κατάσταση, προετοιμαζόμαστε για τη συγκέντρωση δυνάμεων, για την επανάσταση. Άμα πας όμως στην κομματική ομάδα, στην ΚΟΒ, και πεις ξεκινάμε με ένα το κρατούμενο, εδώ τώρα συγκεντρώνουμε δυνάμεις για την επανάσταση, είναι σαν να τους λες μια τρύπα στο νερό.

Για το πώς η ΚΟΒ πρέπει να δουλεύει με βάση αυτά, να συγκεντρώνει δυνάμεις, ανώριμες μάζες, εργατικές - λαϊκές δυνάμεις, πώς θα συνδέεται καλύτερα με τις μάζες κλπ. Όπως επίσης και από το Συνέδριο, μόνο το κεντρικό ζήτημα του θέματος του 20ού Συνεδρίου αν πάρουμε, μας δείχνει το δρόμο, γιατί τον προσδιορίσαμε, πώς θα συγκεντρώσουμε αυτές τις δυνάμεις. Δηλαδή η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και τι σημαίνει αυτό. Πάλι το προσδιορίσαμε αυτό. Εκκρεμεί να το προσδιορίσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα με την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, αλλά είπαμε λειτουργία σωματείων, πώς συσπειρώνουμε, πώς ψηφίζουμε, πώς δουλεύουμε, με τι αιτήματα, πώς κάνουμε στους τόπους δουλειάς, πώς πολιτικοποιούμε τον αγώνα, το ένα, το άλλο κλπ. Κοινωνική συμμαχία σε ποια κατεύθυνση. Προσδιορίσαμε ως αντικαπιταλιστική αντιμονοπωλιακή την πάλη. Και πρέπει να δούμε εδώ πώς το περιεχόμενο εκφράζεται κάθε φορά ή πώς προωθείται αυτό και συμβάλλει. Έστω και αν δεν ξεκινάει έτσι από την αρχή. Αλλά πώς δουλεύεις σε αυτήν την κατεύθυνση, ώστε να φτάσεις εκεί να το κατοχυρώσεις και να συσπειρώσεις δυνάμεις, να τους εντάξεις σ’ αυτήν την πάλη. Στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Συσπείρωση δυνάμεων κλπ.

Ασφαλώς με στόχο την εργατική εξουσία, αλλά η εργατική εξουσία είναι το ζήτημα που θα τεθεί πολιτικά, συγκεκριμένα επί τάπητος, το σύνθημα δηλαδή «κάτω η αστική κυβέρνηση», «εξουσία των εργατών» σε συνθήκες επαναστατικές κατάστασης. Τότε θα τεθεί αυτό. Άρα χωρίς να σημαίνει ότι το απεμπολείς από τώρα, το προσαρμόζεις και δουλεύεις να συσπειρώσεις δυνάμεις σε αυτήν την κατεύθυνση, πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα, σε προβλήματα που απασχολούν και τα δένεις με αυτήν την προοπτική.

Θεωρούμε επίσης πολύ σημαντική και την επισήμανση, εξυπακούεται αυτό φυσικά πάντα, για το ότι πρέπει να έχουμε ενιαία στάση και άποψη χωρίς μπερδέματα, χωρίς αμφισβητήσεις για τη γενική πολιτική και στρατηγική του Κόμματος και πώς εκφράζεται ειδικά με τον πόλεμο κλπ. Αυτό ισχύει και καταστατικά. Ως κομμουνιστές που είμαστε, ως Κόμμα δηλαδή, για όλα τα ζητήματα οπωσδήποτε, πόσο μάλλον για τα ζητήματα του πολέμου που είναι και τα πιο κρίσιμα και χρειάζεται συνεχή επιφυλακή να έχουμε γύρω από αυτά τα θέματα.

Οπωσδήποτε η εισήγηση δε θέτει ακριβώς το πώς μπορεί να εκφραστεί μια πολεμική εμπλοκή, ούτε την περιγράφει, ούτε είναι αυτός ο σκοπός, ούτε συλλογικά της Κεντρικής Επιτροπής, να καταλήξει ότι σ’ αυτό καταλήγουμε, έτσι θα γίνει, για παράδειγμα με την Τουρκία ή με άλλη χώρα. Θέλει παρακολούθηση, θα τα βλέπουμε μέσα στη ζωή αυτά τα ζητήματα. Οπωσδήποτε είναι φανερό ότι η τουρκική αστική τάξη ενδιαφέρεται για την κυπριακή ΑΟΖ γιατί έχει υδρογονάνθρακες, αποδεδειγμένα. Και εκεί γίνεται μεγάλη σύγκρουση συμφερόντων και επίσης ανταγωνιστικών δυνάμεων. Και για το Αιγαίο. Είναι γεγονός, ας πούμε, ότι προωθεί αυτό που λέμε αμφισβήτηση του Αιγαίου, την κατοχύρωση βραχονησίδων, νησιών, αυτό που ονομάζει αυτή «γκρίζες ζώνες». Αυτό το είχαμε πάντα. Με φραστική κλιμάκωση ως πολιτική αντιπαράθεση και ως δημόσιο λόγο της αστικής τάξης της Τουρκίας και της κυβέρνησης της Τουρκίας, αλλά και της αντιπολίτευσης στην Τουρκία, όλο το προηγούμενο διάστημα. Τώρα περάσαμε και σε ενέργειες πλέον. Και δεν είναι μόνο οι εμβολισμοί, εδώ το ένα, εκεί το άλλο. Είναι η πρακτική. Είναι κλιμάκωση σταδιακή. Είναι ενέργειες που γίνονται για να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.

Όσον αφορά την πρότασή μας, εμείς λέμε καθαρά και έξω οι βάσεις. Λέμε και όπως ματώνει ο λαός σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης ή ειρηνικές συνθήκες μέσα στον καπιταλισμό, έτσι ματώνει και στον πόλεμο. Δεν έχουν κανένα λόγο να σκοτώνονται λαοί μεταξύ τους. Λέμε όχι στην αλλαγή των συνόρων. Λέμε υπεράσπιση της εδαφικής μας ακεραιότητας. Λέμε υπεράσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Λέμε καμιά εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση που κάνει τον πόλεμο ή που θα διευθύνει αύριο τον πόλεμο ή προετοιμάζει σήμερα τον πόλεμο. Λέμε καμιά ανοχή από τώρα στην αστική τάξη, η οποία θέλει τον πόλεμο για τα οικονομικά της συμφέροντα, για τις επενδύσεις της, για το ένα, το άλλο κλπ. και για να εκμεταλλεύεται το λαό και ότι όλη αυτή η πάλη πρέπει να οδηγήσει στην ανατροπή όλων αυτών με εργατική εξουσία. Που πραγματικά εκεί θα είναι η ειρήνη, η ευημερία κλπ., η ανάπτυξη για το λαό. Τελοσπάντων το λέμε με διάφορους τρόπους αυτό. Αυτή είναι η θέση και νομίζουμε ότι είναι σωστή θέση. Φυσικά πρέπει να επεξεργαστούμε ζητήματα –και ειπώθηκε– και ιδεολογικά και πολιτικά και με επιχειρήματα, ιδιαίτερα άμα πηγαίνουμε σε κόσμο ο οποίος πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με ζητήματα τέτοια. Και αυτό που λέμε, καμιά εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση, τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Ειπώθηκε και από συντρόφους και με άλλες πλευρές. Φυσικά έχουμε και τις ομιλίες τις δημόσιες, όλων των στελεχών του Κόμματος, αρθρογραφία στο «Ριζοσπάστη», τα θέτουμε αυτά.

Λέμε γιατί δεν έχουμε εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και γιατί αυτή η κυβέρνηση οδηγεί, υλοποιώντας επιλογές της αστικής τάξης σε πολεμικές εμπλοκές, σε σχεδιασμούς επικίνδυνους στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και μιλάμε και ιστορικά τι έκαναν αντίστοιχες κυβερνήσεις στο παρελθόν, αλλά και ετούτη εδώ τα τελευταία 3 και κάτι χρόνια που είναι κυβέρνηση, αλλά λέμε και τι κάνει και τώρα. Με το ΝΑΤΟ, με τις βάσεις, η συμμετοχή σε ασκήσεις, εκείνο, το άλλο κλπ. και πως δεν της έχουμε εμπιστοσύνη. Και φυσικά έχουμε και θεωρητικά λυμένα ζητήματα και στην πράξη πλέον. Δηλαδή τα έχουμε πει στο Πρόγραμμά μας, τα έχουμε ενσωματώσει και με βάση την πείρα του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Ας πούμε το όχι στις πολεμικές πιστώσεις, το κάνουμε. Το κάνουμε και για τις πολεμικές δαπάνες στη Βουλή, στα κονδύλια που δεν είναι άμυνας, αλλά σχεδιασμοί του ΝΑΤΟ. Και θα το κάνουμε και σε περίπτωση προκήρυξης πολέμου. Αυτό είναι καθαρό. Λέω για τα γενικά ζητήματα. Δε συμμετέχουμε σε αστική κυβέρνηση. Το κάνουμε κι έχουμε ως θέση προγραμματική και μάλιστα την πήγαμε παραπέρα, όχι γενικά δε συμμετέχουμε, δε δείχνουμε και ανοχή σε μια τέτοια κυβέρνηση για να την στηρίξουμε με αυτόν τον τρόπο ή σε επιμέρους επιλογές ή σε συνθήκες πολέμου ή και σε κρίσιμες συνθήκες κλπ.

Αντιμετωπίζουμε το ζήτημα του εθνικισμού ή της «εθνικής συνεννόησης», της «εθνικής ενότητας» μέσα από την αποχώρηση απ’ όλα τα συμβούλια, που γίνονται σε διακομματικό επίπεδο είτε «εξωτερικής πολιτικής» είτε «οικονομικής πολιτικής» είτε δεν ξέρω «ασφάλειας» που λέει τώρα, «άμυνας» κλπ. και δε συμμετέχουμε. Βάζουμε το ζήτημα όχι στον πόλεμο. Να μη γίνει πόλεμος. Έξω από τον πόλεμο αν προκηρυχτεί πόλεμος κλπ. Δηλαδή να μη γυρίσουμε στην προηγούμενη κατάσταση. Μιλάμε και προετοιμαζόμαστε. Και πρέπει να προετοιμαζόμαστε, ακόμα περισσότερο να έχουμε ετοιμότητα για τη λειτουργία της Οργάνωσης. Με βάση την πείρα των μπολσεβίκων, την πείρα του διεθνούς κινήματος και την πείρα και του δικού μας Κόμματος, που την έχουν καταγράψει. Αυτά ισχύουν. Δεν κινδυνεύουμε από αυτά. Και ούτε στην πράξη υπάρχει τίποτα διαφορετικό, γιατί αυτά είναι τα κεντρικά ζητήματα που θα καθορίσουν τη στάση ενός κομμουνιστικού κόμματος. Άμα πάει να μπει στην αστική κυβέρνηση, άμα αρχίζει και ψηφίζει πολεμικούς εξοπλισμούς, άμα μπαίνει στη διαχείριση της εθνικής ασφάλειας, ας πούμε, και δε βάζει τα ζητήματα του πολέμου, της εξόδου από το ΝΑΤΟ, από την Ευρωπαϊκή Ένωση κλπ. και δεν προετοιμάζεται και για τα πιο δύσκολα, με κόμμα κομμουνιστικό επαναστατικό και με οργανώσεις, τότε είναι πρόβλημα. Υπάρχει τέτοιο πρόβλημα; Δε θεωρούμε ότι υπάρχει, σύντροφοι, τέτοιο πρόβλημα. Να βελτιώσουμε πλευρές. Να βελτιώσουμε πλευρές και στην προπαγάνδα μας και σε μια σειρά ζητήματα. Και φυσικά εδώ θέλει και βοήθεια συγκεκριμένη και στις Οργανώσεις και στις ΚΟΒ και πιο συγκεκριμένα. Είναι κρίσιμο ζήτημα.

Εμείς, κοιτάξτε, σύντροφοι, τα συζητάμε κάθε μέρα και στο Πολιτικό Γραφείο και στη Γραμματεία και τα Γραφεία Περιοχής, λέω τα στελέχη, τα Τμήματα διαβάζουμε κάθε μέρα, παρακολουθούμε καθημερινά εξελίξεις, είναι διαφορετικό επίπεδο. Ο Γραμματέας της ΚΟΒ, ιδιαίτερα άμα δεν είναι και εδώ στο κέντρο, δεν έχει ούτε αυτήν τη ζύμωση με τις απόψεις. Δηλαδή και μόνο που συζητάμε τόσες ώρες εδώ, αυτό δίνει στοιχεία. Γιατί ακούς μια ιδέα, ακούς μια πλευρά που δεν την σκέφτηκες, αυτό είναι η συλλογικότητα, και διαμορφώνεις μια άποψη και ανεβαίνει συλλογικά όλη η λειτουργία και η αποτελεσματικότητα του οργάνου και του κάθε στελέχους ξεχωριστά. Η ΚΟΒ όμως είναι διαφορετικό πρόβλημα και ο καθοδηγητής από το Τομεακό. Χώρια που δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ, έχει κι άλλα ζητήματα. Ή δεν έχει και πολλή επαφή με το διάβασμα, κακώς βέβαια, αλλά αυτό συμβαίνει. Και πάμε και του λέμε, ας πούμε, το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης συζήτησης που εμείς γανιάζουμε μήνες και συνέχεια και συνέχεια να συζητάμε και άλλες πλευρές. Άρα αυτό το παίρνουμε υπόψη. Άρα σημαίνει πρέπει και πρακτικά να μιλήσουμε τι θα κάνουμε.

Όταν όμως του λες ότι εδώ οργανώνεσαι έτσι, με επιτροπές αγώνα κάνεις αυτά, ξεκινάς με το σύνθημα «καμιά εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση», δε συμμετέχεις ως κομμουνιστής στις διαδικασίες αυτές, ας πούμε, της αστικής κυβέρνησης, είτε να την στηρίξεις κλπ., αλλά μ’ αυτά που λέγαμε πριν, και βεβαίως δε δείχνεις καμιά ανοχή στην αστική τάξη που οργανώνει για οικονομικά δικά της συμφέροντα κλπ. και ματώνει τον κόσμο. Και φυσικά στο πλαίσιο αυτό λέμε το απαραβίαστο των συνόρων με βάση τις διεθνείς συνθήκες, εδαφική ακεραιότητα, κυριαρχικά δικαιώματα όταν πάνε να τα αλλάξουν αυτά με βίαιο τρόπο, με στρατιωτικό τρόπο κλπ., ας πούμε.

Και φυσικά υπερασπιζόμαστε, σύντροφοι, το έθνος των εργατών. Για μας, για την αντίληψή μας, δεν υπάρχει ένα έθνος ενιαίο, δηλαδή από την αστική τάξη και τα μονοπώλια, τους ομίλους, μέχρι τον εργάτη και τον άνεργο και το φτωχό αγρότη. Αυτό είναι λοιπόν. Άρα το έθνος των εργατών, την πατρίδα των εργατών, του λαού μας, την υπερασπιζόμαστε, τα σύνορά της βέβαια τα υπερασπιζόμαστε. Πρέπει να δουλέψουμε καλύτερα στο πώς μιλάμε με τον κόσμο και να του θέτουμε τα ζητήματα αυτά όταν μας πλαγιοκοπούν άλλες δυνάμεις και προσπαθούν να μας υποβάλλουν διαστρεβλώνοντας τι λέμε, διαστρεβλώνοντας τις θέσεις μας και πάει λέγοντας.

Επίσης το ζήτημα για τη συμφωνία που θα φέρει η κυβέρνηση, αν την φέρει τελικά, θα δούμε τώρα, θα παρακολουθήσουμε και τις εξελίξεις τι έχει. Πάντως η απόφαση καταρχάς και της Κεντρικής Επιτροπής λέμε να είναι να μην ψηφιστεί η συμφωνία για τα Σκόπια.

Η θέση μας, σύντροφοι, είναι σε πλήρη αντιστοιχία με ό,τι λέγαμε το ’92 και όλο το προηγούμενο διάστημα. Εμείς από το ’92 –εδώ είναι και η συντρόφισσα η Αλέκα που άμεσα τα είχε χειριστεί αυτά τα ζητήματα τότε– βάζαμε ζήτημα από την αρχή ότι είναι λάθος η επικέντρωση στο ζήτημα του ονόματος, στις ονοματολογίες. Λέγαμε ότι αυτό θα μπορούσε να λυθεί πολύ πιο απλά, με γεωγραφικό προσδιορισμό του όρου της Μακεδονίας αν υπήρχε στο όνομα και αυτό θα μπορούσε να λυθεί. Αυτό που θέταμε από τότε ήταν ο αλυτρωτισμός, ο εθνικισμός η αλυτρωτική προπαγάνδα που υπήρχε στο Σύνταγμα της FYROM. Και αυτά τα θέταμε και από τις πρώτες συνεντεύξεις και σε συνέχεια σε όλες τις ανακοινώσεις μας. Τώρα τις ξαναβλέπαμε και στο Πολιτικό Γραφείο όταν ξαναδημιουργήθηκε αυτό το θέμα, σε όλη μας την αρθρογραφία, σε όλες μας τις τοποθετήσεις κλπ. και σε όλες μας τις αποφάσεις. Και σε αυτό εμμένουμε. Δεν έχει λυθεί το ζήτημα του αλυτρωτισμού. Τώρα μη μου πείτε ότι επειδή γκρέμισαν εκεί πέρα ένα άγαλμα, βγάλανε το όνομα «Μακεδονία» από το δρόμο και από την πλατεία, είναι αυτό. Λες και αυτό ήταν το πρόβλημα. Σε αυτό είχαμε αντίρρηση εμείς; Αυτός είναι ο αλυτρωτισμός; Άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πλατείες «Μακεδονία» υπάρχουν από την Ινδία μέχρι εδώ κοντά στην Αίγυπτο κλπ. Όπου πήγε ο Μέγας Αλέξανδρος και οι τότε Μακεδόνες και λοιποί υπάρχουν τέτοια. Καινούργιο είναι αυτό δηλαδή; Δηλαδή λύθηκε το πρόβλημα επειδή ο Ζάεφ κατέβασε ένα άγαλμα και άλλαξε ένα δρόμο; Δεν ήταν αυτή η πολιτική μας. Ούτε εμείς θεωρούσαμε αυτό αλυτρωτισμό. Και το εξηγούσαμε με χίλιους τρόπους.

Και βέβαια και για τα Σκόπια προτάσσουμε το ΝΑΤΟ.